Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Έρικ Χόμπσμπαουμ, ο ιστορικός των ηττημένων

του Άκη Παλαιολόγου   
08.09.13
Περιοδικό Εκτός Γραμμής, Τεύχος 31/Νοέμβριος 2012
EricΣτις αρχές της δεκαετίας του 1950 μια νέα γενιά μαρξιστών ιστορικών εμφανίστηκε στον βρετανικό ακαδημαϊκό χώρο. Ο βασικός πυρήνας της συγκροτήθηκε από την επίσημα οργανωμένη Ιστορική Ομάδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας. Ο διάλογος μεταξύ των ιστορικών, μαρξιστών και μη, άρχισε να αναπτύσσεται στο περιοδικό Past and Present, που ίδρυσαν το 1952 οι μαρξιστές ιστορικοί και δεν ελεγχόταν από το Κ.Κ. Βρετανίας. Αυτή η γενιά των ιστορικών αφοσιώθηκε στην επανεξέταση της ιστορίας της εργασίας αλλά και της μέχρι τότε αντικαπιταλιστικής ιστορικής μεθοδολογίας, μέσα από μια μαρξιστική οπτική και με νέα μεθοδολογικά εργαλεία: χρησιμοποίησε την οικονομική ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες και αντιπαρατάχθηκε στη –δεσπόζουσα τότε στη βρετανική ιστοριογραφία– φιλελεύθερη σχολή, αλλά και στον ντετερμινισμό της σύγχρονής της μαρξιστικής ιστοριογραφίας. Μέσω των μαρξιστών ιστορικών ξεκίνησε μια συστηματική συγχώνευση της «στενής» και της «ευρείας» ιστορίας της εργασίας, της ιστορίας δηλαδή των θεσμικά οργανωμένων μορφών του εργατικού κινήματος («στενή») και της ιστορίας των σχέσεων, της κουλτούρας και των πρακτικών των εργατών («ευρεία»).
Παράλληλα ανέδειξε την κοινωνική ιστορία, συνδέοντάς την με τη μελέτη των χώρων εργασίας ως πεδίων συγκρούσεων, διαμόρφωσης κουλτούρας και συνείδησης στο επίπεδο της καθημερινότητας. Η γενιά αυτή έθεσε τα θεμέλια για τη σύγχρονη μελέτη της εργατικής ιστορίας και διαμόρφωσε μια ολόκληρη σχολή που έμεινε γνωστή στην ιστοριογραφία ως η σχολή των Βρετανών Μαρξιστών Ιστορικών. Στην ομάδα ιστορικών του Κ.Κ. Βρετανίας και στη συντακτική επιτροπή του Past and Present ανήκαν πολλοί σημαντικοί ιστορικοί όπως ο Μορίς Ντομπ, o Ρόντνεϊ Χίλτον, o Κρίστοφερ Χιλ και ο Ε. Π. Τόμσον. Όμως κινητήριος μοχλός και συνεχιστής του ιστοριογραφικού αυτού ρεύματος ήταν ο Έρικ Χόμπσμπαουμ. Σε αντίθεση με το ρεύμα της «στενής», θεσμικής εργατικής ιστοριογραφίας, ο Χόμπσμπαουμ, επισήμανε ότι η ιστορία της εργασίας πρέπει να αναπτύσσεται ως ιστορία της εργατικής τάξης, ως μια ιστορία που δεν θα περιορίζεται στους οργανωμένους εργάτες, τα θεσμικά όργανα και τους ηγέτες τους, αλλά θα εστιάζει στις εμπειρίες της εργατικής τάξης. Το σύνολο του έργου του Χόμπσμπαουμ για την εργασία χαρακτηρίζεται από προσήλωση στην «ολότητα» των εμπειριών της εργατικής τάξης.
Με βάση αυτή την προσέγγιση, ο Χόμπσμπαουμ δεν περιόρισε το ενδιαφέρον του στο χώρο της παραγωγής. Ερεύνησε τον πολιτισμό, τις πρακτικές έκφρασης της ταξικής ταυτότητας, τους μηχανισμούς αλληλεγγύης, την οικογένεια, τα σπίτια, την ψυχαγωγία των εργατών. Ενδεικτικά των πολυσχιδών ερευνητικών ενδιαφερόντων του είναι τα έργα Labouring Men και Ξεχωριστοί Άνθρωποι, στα οποία πραγματεύτηκε όψεις της εργατικής κουλτούρας όπως το ποδόσφαιρο, την ενδυμασία, τη μουσική και τις παραδόσεις της εργατικής τάξης σε Αγγλία και Γαλλία. Το θέμα της «ολότητας» που περικλείει ο προσδιορισμός της τάξης φαίνεται ξεκάθαρα στα έργα παγκόσμιας ιστορίας, Η Εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848 και Η Εποχή του Κεφαλαίου 1848-1875, στα οποία οι πραγματευόμενες ιστορικές περίοδοι αντιμετωπίζονται ως αναπτυσσόμενα σύνολα στα οποία η πολιτική οικονομία, οι ταξικές σχέσεις του βιομηχανικού καπιταλισμού προσδιορίζουν, δομούν ή σχηματίζουν την ανάπτυξή τους, περιλαμβάνοντας στους κόλπους τους τις επιστήμες, τις ιδέες, τη θρησκεία και τις τέχνες.
Τα συγκεκριμένα έργα (όπως επίσης και Η εποχή των αυτοκρατοριών, 1875-1914 και Η εποχή των άκρων: ο σύντομος 20ός αιώνας 1914-1991) αποτελούν εύγλωττο δείγμα ενός δεύτερου βασικού μεθοδολογικού άξονα που διαπνέει όλο το έργο του: την κεντρικότητα της πάλης των τάξεων στην ιστορική διαδικασία. Η περίοδος που πραγματεύτηκε στην Εποχή των Επαναστάσεων ήταν για τον Χόμπσμπαουμ τα χρόνια κατά τα οποία οι εμπειρίες των φτωχών εργαζομένων οδήγησαν στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης και των εργατικών κινημάτων, με έντονη τροφοδότηση από τη Γαλλική και τη Βιομηχανική Επανάσταση: εάν η Γαλλική Επανάσταση υπονόησε, η Βιομηχανική Επανάσταση κατέστησε σαφή στους εργάτες της Ευρώπης την ανάγκη διαρκούς κινητοποίησης. Στην Εποχή του Κεφαλαίου, εξετάζοντας τις επαναστάσεις του 1848, τις χαρακτήριζε την πρώτη δυνητικά παγκόσμια επανάσταση, καθώς είχαν το κοινό χαρακτηριστικό να είναι κοινωνικές επαναστάσεις των φτωχών εργαζομένων. Παρότι απέτυχαν, τόνισε ότι η παρουσία των εργατικών τάξεων ως μια δυνητικά επαναστατική δύναμη ήταν πλέον γεγονός, αναγκάζοντας τις δυνάμεις του συντηρητισμού και των αστών να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους με νέους τρόπους.
Μέσα από τις μελέτες του, ο Χόμπσμπαουμ ήρθε αντιμέτωπος με το ερώτημα αν οι τάξεις και η ταξική πάλη ενυπάρχουν χωρίς ταξική συνείδηση. «Η τάξη στην πλήρη έννοιά της αποκτά ύπαρξη στην ιστορική στιγμή που οι τάξεις ξεκινούν να συγκεντρώνουν τη συνείδηση των εαυτών τους όπως είναι», ήταν η απάντησή του. Υπενθύμιζε συχνά στα έργα του ότι όπου οι τάξεις υπάρχουν, από τη μία αναπτύσσονται τόσο με βάση τις μεταξύ τους σχέσεις όσο και ως ολότητες που δεν προσδιορίζονται μόνο από μία οπτική. Από την άλλη, οι ταξικές και κοινωνικές διεργασίες δεν προσδιορίζονται μόνο από έναν παράγοντα, π.χ. την οικονομία. Η τάξη «δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία μόνο οπτική μιας σχέσης, ούτε ακόμα και της οικονομικής. Εν συντομία υποδηλώνει ολόκληρη την κοινωνία». Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν σημαίνουν ότι ο Χόμπσμπαουμ απαξίωνε τη σημασία της οικονομίας. Στο Industry and Empire, μια πολιτικοοικονομική ιστορία της Βρετανίας από το 1750 έως τη δεκαετία του 1960, εξέτασε τη βρετανική βιομηχανία στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής οικονομίας και αναφέρθηκε στις αλλαγές στην πρώιμη βιομηχανική καπιταλιστική ανάπτυξη και στο πώς αυτή επηρέασε τη θέση της Βρετανίας στην καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία.
Οι ιστορικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις του Χόμπσμπαουμ έχουν δεχτεί κριτική, η οποία εδράζεται κυρίως στην προσήλωσή του στο μαρξιστικό σχήμα ανάλυσης που συμπυκνώνεται στο μοντέλο «βάση-εποικοδόμημα». Δηλαδή στον Χόμπσμπαουμ έχει προσαφθεί μεθοδολογική δογματικότητα. Η κριτική αυτή, ωστόσο, περιέχει ορισμένα προβλήματα. Πρώτον, σε ορισμένες περιπτώσεις τείνει να συγχέει το ιστορικό έργο του με την πολιτική αρθρογραφία του και τη δράση του στο Κ.Κ. Βρετανίας, στο οποίο παρέμεινε και μετά το 1956, όταν και αποχώρησε μεγάλο μέρος των μαρξιστών ιστορικών. Δεύτερον, απαλείφει τις προβληματικές που εντόπισε και διατύπωσε για την ιστορική διάσταση της ανάλυσης του Μαρξ και του Ένγκελς. Τρίτον, είναι τουλάχιστον αντιφατικό να πιστώνεται ο Χόμπσμπαουμ δογματικές προσεγγίσεις, όταν στο έργο του υπάρχουν παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι και αντιπαρατέθηκε ενεργά με στεγανά και προβλήματα της μαρξιστικής ιστοριογραφίας και εμπλούτισε και ενίσχυσε προβληματικές που είχε διατυπώσει η προγενέστερή του μαρξιστική σκέψη.
Υπάρχουν στο έργο του τουλάχιστον τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ερμήνευσε τις πρακτικές της εργατικής τάξης, αλλά και της συμβολής του σε ιστορικά και πολιτικά ερεθίσματα που είχαν καταθέσει οι κλασικοί του μαρξισμού. Η πρώτη περίπτωση αφορά το ζήτημα του λουδισμού˙ η δεύτερη, το κίνημα των Άγγλων εργατών γης τη δεκαετία του 1830, κίνημα που έμεινε γνωστό ως Captain Swing˙ η τρίτη, το ζήτημα της εργατικής αριστοκρατίας στη Βρετανία, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στα ζητήματα του λουδισμού και του κινήματος Captain Swing, ο Χόμπσμπαουμ ανέδειξε το πολιτικό στοιχείο και τους προσανατολισμούς των βιομηχανικών εργατών και των εργατών γης, αντικρούοντας τη μέχρι τότε κυρίαρχη ιστοριογραφική αντίληψη που θεωρούσε τις συγκεκριμένες αντιδράσεις των εργατών τυφλή, αδιάκριτη διαδικασία. Στο θέμα της εργατικής αριστοκρατίας ανέλυσε εξαντλητικά και σχηματοποίησε τα χαρακτηριστικά που είχε η συγκεκριμένη κατηγορία της εργατικής τάξης. Αναλύοντας τις μισθολογικές διαβαθμίσεις του στρώματος αυτού, σκιαγράφησε την ανάπτυξη της εργατικής αριστοκρατίας μεταξύ των δεκαετιών 1840 και 1890, στις οποίες περιέχονται περίοδοι ευημερίας και κρίσης του καπιταλισμού, για να υπογραμμίσει το ρόλο του στρώματος αυτού ως στοιχείου σταθερότητας του κοινωνικού σχηματισμού της Βρετανίας. Με την προσέγγισή του στο ζήτημα της εργατικής αριστοκρατίας ενίσχυσε με ένα συμπαγές ερμηνευτικό και μεθοδολογικό πλαίσιο τις αντίστοιχες αναφορές του Ένγκελς και του Λένιν.
Ο Χόμπσμπαουμ έδινε ιδιαίτερο βάρος στην κοινωνιολογική διάσταση του μαρξισμού, τον οποίο περιέγραψε ως μια θεωρία για την κοινωνία και την ιστορία που προτάσσει την ιεράρχηση των κοινωνικών φαινομένων και υποκειμένων, όπως αυτά διαρθρώνονται στη βάση και το εποικοδόμημα, παρέχοντας έτσι μια μέθοδο κατανόησης της κοινωνικής αλλαγής. Υποστήριζε ότι η βάση αναφέρεται όχι αποκλειστικά σε οικονομικές και τεχνολογικές σχέσεις, αλλά στη «συνολικότητα των σχέσεων παραγωγής, στην κοινωνική οργάνωση στην πλήρως εκτεταμένη έννοιά της, όπως εφαρμόζεται σε ένα δοσμένο επίπεδο των υλικών σχέσεων παραγωγής». «Η ιστορία είναι η πάλη των ανθρώπων για ιδέες και εξίσου μια αντανάκλαση των υλικών περιβαλλόντων τους», πρόσθετε στην ανάλυσή του, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι στην ιστορική σκέψη του Μαρξ η οικονομική και η κοινωνιολογική διάσταση παράγονται ταυτόχρονα.
Η περιγραφή των εμπειριών της εργατικής τάξης, η πολυσύνθετη φύση και διαδικασία συγκρότησης της ταξικής συνείδησης, η αναλυτική μελέτη των κοινωνικών κινημάτων, οι πρακτικές, η ταυτότητα και η κουλτούρα του κόσμου της εργασίας, τα πολιτικά ερωτήματα που προέκυπταν μέσα από τις αλλαγές των σχέσεων παραγωγής, ο επαναπροσδιορισμός του πολιτικού στοιχείου που εμπεριέχει η ιστορία, η πρόταξη της ταξικής πάλης ως κεντρικού κινητήριου στοιχείου της ιστορίας, ο εμπλουτισμός και η συστηματοποίηση της εργατικής, οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, η δημιουργική χρήση του μαρξισμού είναι μερικά από τα στοιχεία που απλόχερα προσέφερε ο Χόμπσμπαουμ στη μαρξιστική σκέψη και στην ιστορική μεθοδολογία, τόσο με το προσωπικό του έργο όσο και στο πλαίσιο των βρετανών μαρξιστών ιστορικών. Και όλα αυτά μέσα από έναν απολαυστικό τρόπο γραφής, που συνδύαζε την αφηγηματική δεινότητα με το προσιτό ύφος. Ίσως η σημαντικότερη παρακαταθήκη του είναι ότι με το έργο του διαπαιδαγωγήθηκαν γενιές ιστορικών και ταυτόχρονα το ευρύ κοινό ήρθε σε επαφή με τον πλούτο, τη διαλεκτική και το βάθος που έχει η ιστορία όχι ως αφήγηση γεγονότων, αλλά ως μεθοδολογία σκέψης. Αν δεχτούμε ότι η ιστορία γράφεται από του νικητές, ο Χόμπσμπαουμ αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις στο να ερμηνεύσει και να αναδείξει τον κόσμο των ηττημένων. Και ουδέποτε σταμάτησε να πιστεύει ότι οι ηττημένοι στο τέλος θα νικήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: