Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη, οι πρώτες σελίδες


Πριν από τριακόσια χρόνια ένας από το Ρουπάκι, κοντά στο χωριό Τουρκολέκα[1], αφού καταστράφηκε το χωριό του, έφυγε και ήρθε στο Λιμποβίτσι[2], στον προεστό του χωριού. Επειδή αυτός φάνηκε έξυπνος, ο Δημογέροντας τον έκανε γαμπρό και κληρονόμο όλης του της περιουσίας. Αυτός λεγόταν Τζεργίνης – με αυτό το όνομα βρίσκονται καμιά εξηνταριά οικογένειες στη Μεσσηνία[3]. Αυτός είχε κάνει ένα ωραιότατο παιδί. Κάποτε το έπιασε ένας Μπουλούμπασης Αρβανίτης και το αλυσόδεσε. Το παιδί λεγόταν Δημητράκης. Οι Αρβανίτες, οι οποίοι φύλαγαν το παιδί, πηδούσαν άλμα εις μήκος στα τρία μέτρα και ο Μπουλούμπασης ρώτησε τον Δημητράκη αν θέλει να πηδήξει και αυτός ώστε να του βγάλει τις αλυσσίδες. Ο Δημητράκης απάντησε ότι μπορεί να πηδήξει μαζί και με τις αλυσσίδες και πρότεινε να τον αφήσει ελεύθερο, αν καταφέρει να τους περάσει. Ο Αρβανίτης του υποσχέθηκε να τον ελευθερώσει αν προσπεράσει τους άλλους στο άλμα, αλλά το υποσχέθηκε χωρίς να πιστεύει ότι το παιδί θα τα καταφέρει. Ο Δημητράκης πήδησε, τους πέρασε και έτσι τον άφησαν ελεύθερο. Ο Δημητράκης παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά που ονομάζονταν Χρόνης, Λάμπρος και Δήμος. Αυτοί ήταν νοικοκυραίοι, δηλαδή είχαν πολλά χωράφια, πεντακόσια πρόβατα και εξήντα αλογογέλαδα. Κάποτε οι αντίζηλοι έπιασαν τα ζώα τους και τα σκότωσαν. Τότε αυτοί έφυγαν προς την Ρούμελη. εκεί αφού έμειναν δώδεκα χρόνια μαζί με τους κλέφτες, επιστρέφουν πίσω στην Πελοπόννησο μαζί με 15 Ρουμελιώτες. Όταν οι Τούρκοι το μαθαίνουν, τους πολιορκούν. Καταφέρνουν να σκοτώσουν έναν από τους τρεις, αλλά οι άλλοι δύο κατάφεραν και γλύτωσαν. Ο Δήμος πήρε για γυναίκα του την κόρη του καπετάν Χρόνη από το χωριό Χρυσοβίτσι[4], ο οποίος ανήκε σε ισχυρή οικογένεια. Ήταν εκείνη η εποχή που ο Μοροζίνης κυρίευσε τον Μοριά.[5] Ο Δήμος και ο αδερφός του όλη την περίοδο που κατείχαν την Πελοπόνησο οι Βενετοί δεν ήταν παρά απλοί καπετάνιοι. Το παιδί του Δήμου πήρε το επώνυμο Μπότσικας και εγκατέλειψε το επώνυμο της φαμίλιας του, το οποίο είχαν ακόμα, δηλαδή το όνομα Τζεργιναίοι. Ονομάστηκε έτσι γιατί ήταν μικρός και μαυρουδερός.
Την εποχή του Μπότσικα εισέβαλαν οι Τούρκοι στον Μοριά[6]. Οι Χρυσοβιτσιώτες, Λιμποβιτσιώτες και οι Αρκουροματίτες πήγαν και πολέμησαν στον Πύργο του Ντάρα εναντίον 6000 Τούρκων. Όλοι από την οικογένεια σκοτώθηκαν, αλλά γλίτωσε ο Μπότσικας. Αυτός είχε ένα παιδί, τον Γιάννη. Κάποτε ένας Αρβανίτης είπε: «Βρε τι Μπιθεκούρας είναι αυτός!». Δηλαδή πως ο κώλος του είναι σαν κοτρώνα. Και έτσι του έμεινε το όνομα Κολοκοτρώνης. Ο Μπότσικας σκοτώθηκε και ο Γιάννης κρεμάστηκε αργότερα στην Ανδρούσα. Έτσι, από τα 1553, από τότε δηλαδή που φάνηκαν στα μέρη μας οι Τούρκοι, ποτέ η οικογένεια ποτέ δεν αναγνωρίστηκε επίσημα από τους Τούρκους, αλλά βρίσκονταν σε αιώνιο πόλεμο.
Γεννήθηκα στα 1770, Απριλίου 3, την δεύτερη μέρα της Λαμπρής. Η αποστασία της Πελοποννήσου έγινε στα 1769.[7] Γεννήθηκα σε ένα βουνό που ονομαζόταν Ραμαβούνι, σε ένα δέντρο από κάτω, στην Παλαιά Μεσσηνία. Ο πατέρας[8] μου ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Κάθησε εκεί 4 χρόνια. Μετά έφυγε από την Κόρινθο και ήρθε στη Μάνη. Έβγαινε συχνά από τη Μάνη και κυνηγούσε τους Τούρκους. Στα 1779 ήρθε στην Πελοπόννησο ο Καπετάμπεης[9]  μαζί με τον Μαυρογένη.[10]  Καθώς προχωρούσε επιτέθηκε στους Μύλους και το Ναύπλιο. Από εκεί έστειλε σε όλη την Πελλοπόνησο μπουγιουρντί (προσκυνοχάρτι)[11]. Πολλοί πήγαν και προσκύνησαν τον Καπετάμπεη στους Μύλους. Στον πατέρα μου έστειλε ξεχωριστό μπουγιουρντί. Σε αυτό έλεγε: «Να ρθείτε να διώξουμε τους Αρβανίτες για να βρει ο ραγιάς το δίκιο του».[12] Ο πατέρας μου τότε ξεκίνησε με χίλιους στρατιώτες και στρατοπέδευσε στα Τρίκορφα έξω την Τριπολιτσά. Δεν πήγε να προσκυνήσει στον Καπετάμπεη, γιατί φοβόταν. Ο Καπετάμπεης ξεκίνησε από τους Μύλους, πήρε μαζί του 6000 τούρκους στρατιώτες[13] και 3000 κλέφτες. Πήγε στα Δολιανά έξω από την Τριπολιτσά και επιτέθηκε στο εχθρικό στράτευμα[14]. Ο πατέρας μου, καθώς ήταν στα Τρίκορφα, δέχτηκε πάλι μήνυμα από τον καπετάμπεη να πάει σε αυτόν να τον προσκυνήσει. Τότε ο πατέρας μου απάντησε: «Δεν είναι καιρός να έρθω να προσκυνήσω. Οι Αρβανίτες είναι στην Τριπολιτσά, μπορούν να πιάσουν τον άγριο τόπο[15] και να σκορπίσουν τότε μέσα στην Πελοπόννησον, να καταλάβουν τον τόπο.» Τότε ο Καπετάμπεης του έστειλε 20 μπινίσια[16] για τους καπεταναίους και ένα καπότο[17] για τον εαυτό του. Καθώς το Τούρκικο στράτευμα του Καπετάμπεη πλησίαζε στην Τριπολιτσά και άρχισε να πολιορκεί τους Αρβανίτες, ξεχώρισαν από τους πολιορκημένους 4000 Τούρκοι Αρβανίτες και προσπάθησαν να διώξουν τον πατέρα μου από τα ταμπούρια. Αυτός όμως αντιστάθηκε και τους κυνήγησε αναγκάζοντάς τους να οπισθοχωρήσουν και να μπουν πάλι μέσα στην πολιορκούμενη πόλη. Όταν έφτασαν τα τούρκικα στρατεύματα του Καπετάνμπεη μέχρι τον Άγιο Σώστη, τότε βγαίνουν 6000 Αρβανίτες για να επιτεθούν ενάντια στον πατέρα μου. Αυτός όμως πάλι τους αντέκρουσε. Οι Αρβανίτες συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν να κρατήσουν αντίσταση μέσα στην Τριπολιτσά, γιατί δεν ήταν ακόμα περιτειχισμένη. Συνενώθηκαν τότε όλοι μαζί και επιτίθενται ενάντια στον πατέρα μου. Αυτός τους αντιστάθηκε με δύναμη και τους έσπρωξε προς τον κάμπο. Ενώθηκαν τότε με τον πατέρα μου και άλλοι καπετάνιοι. Οι Αρβανίτες μπήκαν στα χωράφια, στον κάμπο, αλλά τους σκότωσε το τουρκικό ιππικό[18]. Όπως θερίζουν οι θεριστάδες, έτσι έπεσε πάνω τους το τουρκικό ιππικό και τους θέρισε. Από τη μια μεριά ήταν το τουρκικό ιππικό, από την άλλη ο πατέρας μου. Από 12.000 Αρβανίες έμειναν ζωντανοί μόνο 700 και πέρασαν στο Δαδί. Όταν τους πολέμησε ο πατέρας μου, του έλεγαν: «Κολοκοτρώνη, δεν κάνεις νισάφι[19]! – Τι νισάφι να σας κάμω όπου ήρθατε και χαλάσατε την πατρίδα μου, μας πήρατε σκλάβους και μας εκάματε τόσα κακά». Του απάντησαν: - «Φέτος, δικό μας, του χρόνου δικό σου». Τα κεφάλια των σκοτωμένων Αλβανών έφτιαξαν ολόκληρο πύργο στην Τριπολιτσά.
Ησύχασε λοιπόν η Πελοπόννησος. Αλλά στα 1780 κατέβηκε πάλι ο ίδιος ο Καπετάμπεης και κατέστρεψε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρο Βενετζανάκη[20]. Ήρθε η στρατιά του στο Μαραθωνήσι,  αποτελούμενη από στρατεύματα τόσο στεριάς όσο και θάλασσας. Η Καστανίτσα[21] ήταν ένα χωριό, στο οποίο ήταν εγκατεστημένοι ο Κολοκοτρώνης και ο Παναγιώταρος. Βρισκόταν έξι ώρες μακριά από το Μαραθωνήσι[22]. Καθώς ερχόταν η στρατιά, ο Παναγιώταρος, ο οποίος ήταν Μανιάτης, ζήτησε βοήθεια από τους Μανιάτες. Οι Μανιάτες υποσχέθηκαν ότι θα έρθουν για βοήθεια. Ο δραγουμάνος ο Μαυρογένης όμως τότε ο οποίος ήταν έλληνας και πολυμήχανος έχρισε ως Μπέη τον Μιχάλη Τροπάκη[23]. Αυτός για να γίνει Μπέης δεν τήρησε την υπόσχεση για βοήθεια [24] και κατέλαβε το κάστρο της Μάνης. Ο Καπετάμπεης πήγε με 14.000 στρατιώτες και άρχισε να πολιορκεί τον Κολοκοτρώνη και τον Παναγιώταρο. Έστησε  το στράτευμα μια ώρα δρόμο μακριά από τους πολιορκούμενους. Έστειλε τότε ο Σερασκέρης ένα γράμμα στους πολιορκημένους. Σε αυτό τους ζητούσε να προσκυνήσουν και να του δώσουν ως ενέχυρο ένα παιδί ο ένας και ένα παιδί ο άλλος, οπότε αν ξαναξεσηκωθούν, ο Καπετάμπεης να κόψει ως τιμωρία το χέρι από τα παιδιά. Οι Κολοκοτρώνης και Παναγιώταρος απάντησαν: «Δεν προσκυνούμε, θέλουμε πόλεμο και όποιος μείνει νικημένος, ας προσκυνήσει». Ο Παναγιώτερος ήλπιζε ότι θα ερχόταν βοήθεια από τη Μάνη. Τα τούρκικα στρατεύματα τότε τους πολιόρκησαν, έβγαλαν κανόνια και βόμβες, τους πολεμούσαν ημέρα και νύκτα. Ούτε οι βόμβες όμως φόβισαν τους πολιορκημένους ούτε τα κανόνια. Αντίθετα, πολέμησαν δώδεκα ημέρες και δώδεκα νύκτες με ανδρεία και γεναιότητα. Όταν συνειδητοποίησαν ότι η βοήθεια δεν θα ερχόταν, αποφάσισαν να φύγουν από τους πύργους. Οι πύργοι ήταν δύο. Ο ένας ήταν του πατέρα του Παναγιώταρου και ο άλλος ήταν του πατέρα μου και του Παναγιώταρου. Ο πατέρας του Παναγιώταρου ήταν 80 ετών, όπως και η μητέρα του, και μη μπορώντας να φύγουν στην έξοδο με τα άλλα γυναικόπαιδα είπε του Παναγιώταρου και του πατέρα μου: «Βάλτε φωτιά στους άλλους πύργους, εγώ μένω εδώ». Έμεινε μαζί με έναν δούλο, τη γυναίκα του και μία δούλα με σκοπό να πολεμήσει ελπίζοντας να έρθει βοήθεια από τα παιδιά του έπειτα. Πολεμούσε μαζί με τον δούλο, η πολεμική τέχνη του ήταν μεγάλη. Είχε φυτίλι σε μπαρούτι γα να το ανάψει να σκοτωθεί μαζί με τους Τούρκους. Οι υπόλοιποι που πολεμούσαν μέσα επιτέθηκαν στο στρατό  του Σερασκέρη, με τα σπαθιά στο χέρι. Μόνο τρεις άνδρες σκοτώθηκαν και ένα μέρος από τις γυναίκες, αλλά έμειναν πολλά παιδιά σκλάβοι. Και έτσι έμειναν σκλάβοι δύο αδέλφια μου, το ένα τριών χρονών και το άλλο ενός. Άλλα δύο εσκλαβώθηκαν και έπειτα ελευθερώθηκαν. Όταν οι πολιορκημένοι έκαναν την έξοδο, οι Τούρκοι έπιασαν τα βουνά μέσα στη νύκτα. Βασίλευσε το φεγγάρι στα μεσάνυχτα και καθώς βασίλευε το φεγγάρι οι πολιορκημένοι βγήκαν. Η νύχτα ήταν μικρή και δεν πρόλαβαν να διαφύγουν προς την Μάνη. Έτσι, όταν έφτασαν στις πεδιάδες, ξημέρωσε. Τον Παναγιώταρο τότε τον έπιασαν ζωντανό και έπειτα τον σκότωσαν οι Μπαρδουνιώτες. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε με τα δυό του αδέλφια, τον Αποστόλη και τον Γεώργη, ο ένας στην πεδιάδα και ο άλλος σκοτώθηκε μόνος του επειδή τραυματίστηκε. Γλίτωσε από τους τέσσερις κλεισμένους αδελφούς Κολοκοτρώνη μόνο ένας μπάρμπας μου, ο Αναγνώστης. Εγώ, η μάνα μου, η αδελφή μου γλύτωσαμε μαζί με τα παληκάρια του πατέρα μου. Κατά την έξοδο τραυματίστηκε με σπαθί ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης και σκοτώθηκε ύστερα από προδοσία ενός φίλου του Τούρκου. Δεν βρέθηκε ποτέ το κεφάλι του. Οι φονιάδες του τον σκότωσαν και τον έκρυψαν για το βιός του, όσα είχε πάνω του. Ύστερα από τρία χρόνια ξέθαψαν τον Κολοκοτρώνη  Κωνσταντή. Τον αναγνώρισαν από το μικρό δάχτυλο επειδή το είχε γυρισμένο από μια σπαθιά τουρκική. Τον είχαν κρύψει σε μια τρύπα της Άρνης και Κοτζατίνας. Τον έθαψαν έπειτα στην Μηλιά της Μάνης. Ήταν μελαμψότερος μονοκόκκαλος, δυνατός, γρήγορος, δεν τον έπιανες ούτε με ένα καθαρόαιμο άλογο, 33 χρονών, μαυρομάτης, λιγνός. Οι Αρβανίτες τον είχαν τόσο φοβηθεί που όταν έκαναν όρκο, έλεγαν: «Να μη γλιτώσω από του Κολοκοτρώνη το σπαθί». Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης είχε σκοτώσει συνολικά εφτακόσιους τούρκους στρατιώτες.
Ο Παναγιώταρος ήταν γίγαντας, νέος, μαύρα μαλλιά, σόι άνθρωπος, άσπρος 37-38 χρονών. Ο γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης σκοτώθηκε στην Ανδρούσα. Έπειτα πήρε εκδίκηση για αυτόν ο γιός του, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης. Αφού έκοψαν τα χέρια και τα πόδια του  γέρο Γιάννη Κολοκοτρώνη, τον κρέμασαν. Ο γέροντας πατέρας του Παναγιώταρου πολεμούσε από τον πύργο. Ο δούλος ο οποίος προσκύνησε τους Τπύρκους μαρτύρησε το φυτίλι, και έτσι έπιασαν τον γέροντα ζωντανό. Ο Καπετάνμπεης ρωτούσε: «Γιατί δεν προσκυνάει;» «Τώρα προσκυνώ, προσκυνημένο κεφάλι δεν κόβεται». Του έκοψαν χέρι και πόδια, τον μαύρισαν.
Εμείς μείναμε στην Μηλιά στην Μάνη με τον θείο μου τον Αναγνώστη. Εξαγόρασα τα σκλαβωμένα παιδιά, το ένα από την Ύδρα, τον Γιάννη και τον Χρήστο. Κάτσαμε τρία χρόνια στην Μάνη. Είχαμε πολλές ελλείψεις εκεί. Ήρθαν τότε οι άλλοι οι μπαρμπάδες μας από τη μεριά της μάνας μου, οι λεγόμενοι Κοτσακαίοι και μας πήραν στην Αλωνίσταινα[25]. Εκεί πήγαμε ανώνυμοι, μας έμαθαν έπειτα. Τότε φοβόμασταν τους Τούρκους. Ο μπάρμπας μου ο Αναγνώστης ήρθε έπειτα στην επαρχία Σαμπάζικα του Λεονταρίου[26], στην άκρη της Μάνης. Έκανε συμπεθεριό με έναν ντόπιο προεστό, του τουφεκιού άντρα, τον έλεγαν Γιωργάκη Μεταξά. Έδωσε τη θυγατέρα του και έφτιαξε σπίτι. Όταν μάθαμε ότι ο θείος έφτιαξε σπίτι στο Άκοβο[27], φύγαμε και πήγαμε εκεί. Όταν καθήσαμε εκεί, άλλα μπουλούκια κλέφτες μ’ έβαλαν αρματολό στην επαρχία του Λεονταρίου εναντίον των κλεφτών και εμπόδιζα [την είσοδό τους] στο βιλαέτι[28] με χάρες. Ήμουν δεκαπέντε χρονών τότε. Όταν έγινα είκοσι χρονών, παντρεύτηκα και πήρα ενός πρώτου προεστού του Λεονταριού, τον οποίο τον σκότωσε ένας Πασάς στο Ανάπλι. Έκτισα σπίτια, πήρα προικιό ελιές, αμπέλι, έγινα νοικοκύρης, φύλαγα και το βιλαέτι. Στεκόμασταν πάντοτε τότε με το τουφέκι. Μας φθόνεψαν οι Τούρκοι και ήθελαν να μας σκοτώσουν, δεν μπορούσαν όμως, γιατί ο τόπος μας βρισκόταν σε άκρη. Και πολεμούσαν να μας σκοτώσουν με κάθε τέχνασμα, έστελναν μία και δύο φορές εκατό και διακοσίους στρατιώτες για να μας χτυπήσουν. Δε μας είχαν όμως στο χέρι και δε μας άγγιξαν. Είδαν ότι δεν κατάφεραν κάτι διαφορετικό με τα τεχνάσματα, βγήκαν φανερά, πήραμε χαμπέρι, φύγαμε. Οι Τούρκοι αφάνισαν όλα τα αγαθά μας και έδωσαν την εξής διαταγή: όπου μας ακούσουν να μας σκοτώσουν. Έμεινα με δώδεκα Κολοκοτρωναίους, μικρότερους στην ηλικία, πήγαμε στην Μάνη, αφήσαμε τις οικογένειέ μας και έπειτα γυρίσαμε. Ξεσηκωθήκαμε στα φανερά, συγκεντρώσαμε στρατώτες, πότε εξήντα, πότε λιγότερους. Μείναμε δυό χρόνια στην παρανομία κλέφτες. Έπειτα είδαν πως δεν μπορούσαν να μας κάνουν τίποτε και μας διόρισαν πάλι αρματολούς. Είχα το Λεοντάρι και την Καρύταινα. Εκεί έκανα τέσσερα με πέντε χρόνια αρματολός. Ο Αναγνώστης Κολοκοτρώνης συνήθιζε να μεθάει για να ξεχνάει όσα του είχαν συμβεί. Τον μεγαλύτερο αδερφό του πατέρα μου τον σκότωσαν στο Λεοντάρι και έπειτα του πήραν το κεφάλι. Είχε ήδη ένα χέρι κομμένο στα νιάτα του. Από σαράντα χρονών ξεκίνησε να πολεμάει και πέθανε στα πενήντα δύο. Άφησε τρία παιδιά αρσενικά, τον Γιαννάκη, τον Δημητράκη, τον Γιωργάκη και άφησε και επτά κόρες. Από τα έξι αδέρφια του πατέρα μου μόνο ένα πέθανε από φυσικό θάνατο.
Όταν ήμασταν αρματολοί, τα παιδιά μας βρίσκονταν στην Μάνη, στην Καστανιά τη μεγάλη. Στην Μάνη πηγαίναμε τις σημαντικές ημέρες όταν ήμασταν αρματολοί. Στην Μάνη πάντοτε πηγαίναμε για βοήθεια στον Μπέη Κουμουνουράκη, όποτε είχε ανάηκη και τον βοηθούσαμε στην περιοχή του. Ο Καπετάνιος Κωνσταντής Δουράκης, που ήταν φίλος του πατέρα μου και οι Κιτρινιαραίοι ξεκινούν μεταξύ τους πολέμους. Εμείς μεντάτι.[29] Είχαμε αποκλεισμένο μια φορά τον Νικόλαο Κιτρινιάρη, τον πολιορκήσαμε και επειδή αυτοί που πολεμούσαν μεταξύ τους ήταν αδελφοξάδελφα, έριχναν τουφεκιές στον αέρα. Οι Μανιάτες στρίμωξαν τον Κιτρινιάρη. Αυτός ζήτησε να παραδοθεί και ζήτησε εμένα. Δεν ήθελε να παραδοθεί, αλλά να με σκοτώσει με άπιστο τρόπο. Βγήκε έξω στην πόρτα του πύργου και είχε βάλει τους ανθρώπους μέσα δήθεν για να παραδοθεί. Οι άνθρωποί του άδειασαν πάνω μου έξι τουφέκια. Εγώ βρισκόμουν κοφτά και δεν μ’επήραν, έπεσα από κάτω από το θόλο της πόρτας του πύργου. Οι δικοί μου νόμισαν ότι με σκότωσαν και ήθελαν να σκοτώσουν τους συγγενείς του Κιτρινιάρη. Άλλοι λένε, «όχι να πάρουμε τον Θεόδωρον». Τότε, ήρθε ο αδελφός του Κιτρινιάρη και, αφού τον πήρα στον ώμο, προφυλάχθηκα. Την νύχτα έβαλα φωτιά στον πύργο και παραδόθηκαν οι πολιορκημένοι. Ο αδελφός του Νικόλαου Κιτρινιάρη ήταν με μας. Τότε τα αδέλφια τους μου είπαν να κάνω ό,τι θέλω σε εκείνους για την απιστία. Εγώ είπα ότι αφού ο Θεός με φύλαξε, τους χαρίζω τη ζωή. Ο Ζαχαριάς βοηθούσε τους άλλους, πολεμούσαμε και έπειτα σμίγαμε έξω. Εγώ υποστήριζα τον Μπέη. Ο Μούρτζινος ήταν αντίθετος στον Μπέη και σύμμαχος με τον καπετάνιο τον φίλο μου.[30]  Ένα ή δυό μήνες το καλοκαίρι έπρεπε να βοηθήσω τους δικούς μου.
Στα έξι χρόνια πάνω, έβγαλα τα παιδιά μου από τη Μάνη και τα εγκατέστησα σε ένα χωριό που λεγόταν Γιάνιτσα το οποίο βρισκόταν κοντά στην Καλαμάτα. Αυτό έγινε γιατί μου ερχόταν καλύτερα για την ζωοτροφία. Η Μάνη φθόνησε τον Μπέη Κουμουντουράκη.[31] Τότε ήρθε στην περιοχή και ο Σερεμέτ Μπέης με σκοπό να βάλουν στο αξίωμα του Μπέη τον Αντωνόμπεη Γληγοράκη.[32] Τότε ήρθε ο Μπέης ο Κουμουντουράκης στην Καλαμάτα με εξήντα ανθρώπους, εγώ είχα 18. Με εμπόδιζαν να βοηθήσω τον Κουμουντουράκη, αλλά έπρεπε να τον βοηθήσω εξαιτίας της φιλίας. 3000 Τούρκοι και Μανιάτες πηγαίνουν εναντίον του Κουμουντουράκη. Βλέπω ψηλά μπαϊράκια στα καπετανάτα (ψυχικό). Συμβούλευσα να μην πάμε μέσα στην Μάνη. Έτσι, θέλαμε να φτάσουμε στο κάστρο του Κουμουντουράκη τέσσερις ώρες μακριά από την Καλαμάτα. Οι Καπετανάκηδες και άλλοι Μανιάτες μας πολέμησαν. Τόε εγώ τραυματίστηκα… χάθηκε το άλογο.. τα λάφυρα… πιάνουμε έναν πύργο… με τον  Κουμουντουράκη. Πιάσαμε τον Πύργο, έπειτα μέσα στη νύκτα ανεβήκαμε στο Κάστρο. Οι πατσαβούρες της λαβωματιάς ήταν μέσα. Ο Παναγιώτης Μούρτζινος και ο Χριστέας, ήταν φίλοι πατρικοί, τους γράφω ένα γράμμα: «με κάθε συμβιβασμό να βγω, να πάω στην Μάνη να γιατρευτώ». Οι Μούρτζινοι λένε στον Σερεμέτ Μπέη να βγάλουν τους κλέφτες για να αδυνατίσει ο Κουμουντουράκης. Και έτσι γέλασαν τον Σερεμέτ Μπέη για να βγω εγώ από μέσα. Και μου είπαν να βγω με όλους μου τους ανθρώπους. Ανέβαλα την αποχώρηση για να βγουν πρώτα και οι άνθρωποί μου. Κάποιοι άνθρωποί μου έμειναν πίσω, ο Πετρούνης[33] έγινε μεσολαβητής με σκοπό να προσκυνήσει ο Κουμουντουράκης με την υπόσχεση ότι δεν θα πάθει τίποτα. Και τους είπα: «Όταν έρθει ο Πετρούνης να μην τον ακούσετε, διαφορετικά θα σας φάει με απιστιά». Ο Κουμουντουράκης δεν ήθελε να αντισταθεί. Έκανε συμφωνία, βγήκαν οι δικοί μας. Ο Κουμουντουράκης παραδόθηκε και τον πήρε ο τουρκικός στρατός σκλάβο. Γιατρεύτηκα εγώ, πήγα στο αρματολίκι μου. Μου έπεσαν οι προεστοί και ο κυρ Γιάννης (Δεληγιάννης) και μου λένε: «Δεν είναι καλό να κινδυνεύεις στην Μάνη και να φέρεις την φαμίλια σου στην Καρύταινα». Τα έβγαλα τα παιδιά μου στην Καρύταινα και κατοίκησα σε ένα χωριό, την Στεμνίτσα.
Βγήκε φιρμάνι να μας σκοτώσουν και τους δύο, τον Πετιμεζά[34] και εμένα, στα 1802 – ένας βοϊβόδας της Πάτρας ενήργησε για αυτό. Το φιρμάνι έλεγε ή τους δυό μας ή τα κεφάλια των κοντζαμπάσηδων. Ο βεζίρης της Τριπολιτσάς φωνάζει τον πατέρα του Ζαΐμη και τον κυρ Γιάννη Δεληγιάννη. Ο Ζαΐμής πήγε, ο κυρ Γιάννης φοβόταν. Ο πασάς τους έκανε όρκο ότι δεν είναι κάτι για αυτούς. Εγώ συντρόφευσα τον Δελιγιάννη ως την Τριπολιτσά και όταν αναχώρησε μου είπε ο Δεληγιάννης … [35]του είπα: «Δεν το πιστεύω, για μας είναι το φιρμάνι». Μου αποκρίθηκε: «Μην φοβάστε». Φώναξε μόνο αυτούς τους δύο ο πασάς και τους διάβασε το φιρμάνι. «Να μας δώσεις μουχλέτι (διορία) γιατί αυτοί είναι άγριοι άνθρωποι», απάντησαν οι δύο προεστοί. Ο Γ. Ζαΐμης, ο Ασημάκης, τον είχε τον Πετιμεζά στα χέρια του, γιατί πήγαινε καθημερινά στα Καλάβρυτα, αλλά εγώ δεν πήγαινα στην Καρύταινα, στον Χασαμπά. Είπαν οι δύο προεστοί, να βάλουν τον άγριο στο χέρι και έπειτα τον ημερο εύκολα. Ο Δεληγιάννης ορκίζει δύο προεστούς να με σκοτώσουν. Ήταν δύσκολο γιατί ήμουν πολύ προφυλακτικός. Συζήτησαν με τον Βελεμβίτζα, τον όρκισαν πρώτα, αυτός απάντησε: «Δεν τον βλέπω τον σκοτωμό τους, θα χαλάσουμε το βιλαέτι». Αυτοί δεν έβγαιναν από τη γνώμη τους. Είχαν φέρει έναν μπουλούμπαση με Αρβανίτες στην Καρύταινα. Υποπτέυθηκα, πήγα να χαιρετήσω ένα προεστό στην Στεμνίτσα, του λέω: « Τι τον θέλετε τον Αρβανίτη, μπουλούμπαση; Δεν θέλει να γίνει η γνώμη σας». Στην Στεμνίτσα πάνε οι Αλβανοί… πάω κι εγώ με πενήντα. Ανταμώθηκα με τον μπουλούμπαση, του είπα: «Θα μας βάλουν να τσακίσουμε τα στουρνάρια, τα ήμερα δεν θα διώξουν τα ‘αγρια, όλα φεύγουν, ο σπουργίτης πάντοτε μένει»
Εκείνη η περίσταση της τύχης το έφερε ώστε ο γέρος Κόλιας να έρθει με τον γιό του τον Κολιόπουλο. Ερχόταν στα πεστρόφια η νύφη του, γίναμε διακόσιοι. Στα Μαγούλια ανταμώνονται οι άνθρωποί μας. Ο προεστός Αναγνώστης Μπακάλης από τον Γαρζενίκο, κορόιδεψε τον Τούρκο και μου έδωσε την είδηση. Γράφω στους προεστούς να μου στείλουν είδηση αν με επιβουλεύονται. Παίρνω από τον Δημήτρη φυσέκια, στουρνάρια. Οι προεστοί μου γράφουν ψέμματα. Με το σούρουπο με διακόσιους νοματαίους ο Μπουλούμπασης μας πλάκωσε στην Κερπενή. Μόνο σαράντα ήμασταν, τραβήχτηκα από το χωριό έξω. Κλείνομαι σε ένα μοναστήρι στην Κερνίτζα (ξαφανίστηκα, με έχασαν). Έπιασα τον άγριο τόπο. Σκότωσαν τότε τον Πετιμεζά στα Καλάβρυτα και έστειλαν το κεφάλι του στην Τριπολιτσά. Στα Μαγούλιανα σκοτώσαμε τους Τούρκους (έκαιγα τα χωριά). Οι προεστοί βάζουν τον Κόλια, για μεσολαβήσει να συμβιβαστούμε, να ησυχάσουμε. Μας έδωσαν το αρματολίκι. Όταν πέρασαν τρεις τέσσεις μήνες ο Δεληγιάννης ήθελε να μας χαλάσει, όμως δεν μπορούσε.
Τον Σεπτέμβριο μήνα πήρα το αρματολίκι. Ο Δεληγιάννης βρήκε τρόπο. Είχε φίλο στου Λάλα τον Χασάναγα Φιδά και τον έβαλε να μας σκοτώσει (με το ψέμμα ότι είμαστε αρματολοί). Τις φαμίλιες μας τις είχαμε στου Παλούμπα και ο Γεροκόλιας αποκάλυψε την προδοσία ότι έρχονταν οι Λαλαίοι. Έστειλε και μας είπε ότι έρχονται οι Λαλαίοι. Όταν πήραμε την είδηση ήμουνα σε ένα χωριό που λεγόταν Τουρκερπενή, αναρρωτιόμουν με τι τρόπο θα φανερωθεί αυτή η μυστική κίνηση για να μας βαρέσουν. Έμεινα όλη τη νύκτα με τους συλλογισμούς μου. Οι Τούρκοι ήρθαν και έπιασαν δυο δρόμους, 200 στον ένα και 200 στον άλλο, να βαρέσουν με μια επίθεση προς τα μέσα. Είχαν κι ένα Έλληνα προδότη και ερχόταν και μας παρακολουθούσε, αν κινούμαστε ή αν κοιμόμαστε. Το πρωϊ ήθελα να στείλω ανιχνευτές. Το πρωί μας απέκλεισαν το χωριό. Εγώ είχα δώσει τα πράγματά μου σε έναν ψυχογιό. Καθώς χάραζε η αυγή βλέπω τους Τούρκους. Πιάσαμε το τουφέκι. Καθώς κινήθηκα να πιάσω την ράχη, χτυπάνε τον ψυχογιό μου 8 σφαίρες, ο αδελφός μου Γιάννης τραυματίζεται. Κλεινόμαστε σε τρία σπίτια, είμαστε 38. Κλείστηκα στο ισόγειο. Έρχονται οι άλλοι 20, μας απέκλεισαν. Πολεμάμε όλη την ημέρα. Σκοτώσαμε κι εμείς. Το βράδυ κάναμε έξοδο και φύγαμε. Μας επιτέθηκαν στις 7 Μαρτίου 1804.
Στα 1805 πηγαίνω στην Ζάκυνθο. Ο Αυτοκράτορας Αλέξανδρος[36] κάνει πρόσκληση για να γραφούν οι Έλληνες στα στρατεύματα.
Κάνουμε όλοι μια αναφορά, Σουλιώτες, Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιοι στον Αυτοκράτορα και του ζητάμε βοήθεια για να ελευθερώσουμε τον τόπο μας. Ο Αναγνωσταράς[37] ενήργησε για να γίνει η αναφορά. Οι Σουλιώτες, Ρουμελιώτες ήταν στην Πάργα. Ο Αναγωνσταράς ήρθε στην …[38] και γράφτηκαν 5000 στρατιώτες Πελοποννήσιοι στα άρματα. Όταν ήρθε η απάντηση, πήγα στην Ζάκυνθο, στα 1805 τον Αύγουστο. Μιλάω με τον Αρχηγό των ρωσικών στρατευμάτων και μου λέει ότι ο Αυτοκράτορας τον διέταξε να αποδεχθεί στην δούλευσή του όσους θέλουν να μπουν και να πάνε να χτυπήσουν τον Ναπολέοντα. Του απαντάω: «Από τη δική μου τη μεριά, δεν μπαίνω στη δούλευση. Τι έχω να κάνω με τον Ναπολέοντα; Αν θέλετε όμως στρατιώτες για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας σου υπόσχομαι και πέντε και δέκα χιλιάδες στρατιώτες. Μια φορά βαπτιστήκαμε με το λάδι, βαπτιζόμαστε μια και με το αίμα και άλλη μια για την ελευθερία της πατρίδας μας».[39] Μένω δεκαπέντε μέρες στην Ζάκυνθο, δεν συμφωνώ, αφήνω εκεί 28 από τους συντρόφους μου, τον Νικήτα τον ανεψιό μου και τον Γιάννη Κολοκοτρώνη. Τα άλλα ελληνικά στρατεύματα γράφονται στους καταλόγους των ρωσικών στρατευμάτων και πηγαίνουν στη Νεάπολη. Οι Τούρκοι βλέπουν αυτές τις κινήσεις και γράφουν αναφορά στον Σουλτάνο και του εξηγούν τις υποψίες τους. Ο Σουλτάνος αποκτά την ιδέα να κόψει τον λαό. Ο πατριάρχης κάνει παρατηρήσεις και λέει: «Τι φταίει ο λαός; Να σκοτώσουμε τους πρωταίτιους, τους κακούς».


[1] Το χωριό είχε καταστραφεί κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο του 1685-1715 και βρισκόταν κοντά στο Λεοντάρι της Αρκαδίας
[2] Χωριό στην Καρύταινα της ορεινής Αρκαδίας, όπου βρίσκεται αναπαλαιωμένο το σπίτι της οικογένειας του Κολοκοτρώνη
[3] Πρόκειται για τον Τριανταφυλλάκο Τζεργίνη ο οποίος γύρω στο 1600 μετοίκησε στο Λιμποβίσι της Καρύταινας και παντρεύτηκε τη θυγατέρα του Δημογέροντα
[4] Χωριό της Αρκαδίας στην άκρη του δάσους του Μαινάλου
[5] O Φραντσέσκο Μοροζίνι ή Φραντζέσκο Μοροζίνι  ή Φραγκίσκος Μοροζίνης, ο επικαλούμενος και «Πελοποννησιακός», ήταν Δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, από το 1688 μέχρι το 1694, κατά το αποκορύφωμα του Ενετοτουρκικού πολέμου. Tο 1685, ως διοικητής του ενετικού στόλου κυρίευσε τη Λευκάδα και. στη συνέχεια στράφηκε προς τα Κάστρα της Μεσσηνίας τα οποία κατέλαβε. Στη συνέχεια κατέλαβε την Μονεμβασιά, το Άργος και το Ναύπλιο και την Αθήνα καταστρέφοντας τον Παρθενώνα.
[6] Οι Τούρκοι ανακατέλαβαν τον Μοριά το 1715.
[7] Πρόκειται για τα Ορλωφικά, δηλαδή η εξέγερση που ξέσπασε αρχικά στην Μάνη της Πελοποννήσου στα 1769. Υποκινήθκε με πρωτοβουλία του κόμη Ορλόφ, διοικητή των ρωσικών Ναυτικών Δυνάμεων κατά την διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου με στόχο να αποδυναμωθούν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας . Με τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή οι ρωσικές δυνάμεις αποχώρησαν εγκαταλείποντας τους Έλληνες της Πελοποννήσου.
[8] Πατέρας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ήταν ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης την ιστορία του οποίου αφηγείται εδώ.
[9] Ο Καπουδάν πασάς είναι τίτλος για τον αρχιναύαρχο του οθωμανικού στόλου. Καπουδάν πασάς ήταν τότε ο Χασάν Τζελαϊδή που ήταν ταυτόχρονα και Βεζύρης και στη συνέχεια Βαλεσής και Σερασκέρης της Ρούμελης
[10] Νικόλαος Μαυρογένης (1735-1790) ήταν φαναριώτης και Δραγουμάνος του Οθωμανικού στόλου. Αργότερα διετέλεσε ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας.
[11] Επίσημο έγγραφο κάποιας Οθωμανικής αρχής που φέρνει δυσάρεστες ειδήσεις ή διαταγές
[12] Οι Τούρκοι κατέλαβαν τον Μοριά από τους Βενετούς με την βοήθεια Αλβανών, οι οποίοι όμως έμειναν και καταδυνάστευαν χριστιανούς και μουσουλμάνους. Τότε ο Καπουδάν πασάς ανέλαβε να τους διώξει από την Πελοπόνησο 
[13] Ταγκαλάκι: Τούρκος στρατιώτης.  Ίσως προέρχεται από την τουρκική λέξη dangalak = αμόρφωτος, αστοιχείωτος
[14] Ορδή: στράτευμα
[15] Να καταλάβουν άγρια βουνά και να είναι εύκολο να επιτίθενται.
[16] Τσόχινα ενδύματα
[17] Ανδρική κάπα με μανίκια από μπλε τσόχα με κουκούλα.
[18] Καβάλα ή καβαλαρία: ιππικό
[19] Παραφθορά τής τουρκικής λέξης «insaf», που σημαίνει «έλεος»
[20] Φημισμένος κλέφτης της Μάνης, που έζησε κατά το 18ο αιώνα. Ο Παναγιώταρος, επειδή δε θέλησε να συνεργαστεί με τον Τζεζαερλή-πασά, που εξόντωσε το 1779 τους αντάρτες Αλβανούς της Πελοποννήσου, καταδιώχτηκε και τελικά κλείστηκε μαζί με τον Κωνσταντίνο Κολοκοτρώνη στην Καστάνια της Μάνης, μέσα σε δύο πύργους,
[21] Χωριό στην περιοχή Κυνουρία της Αρκαδίας
[22] Απέναντι από το Μαραθωνήσι μάλλον αποβιβάστηκε ο στρατός του Καπετάμπεη και προχώρησε προς την Καστανίτσα
[23] Ο Μιχάλμπεης Τρουπάκης ή Μούρτζινος διαδέχτηκε στο Μπεηλίκι της Μάνης τον Τζανέτο Κουτήφαρη το 1779. Έμεινε σε αυτήν τη θέση μέχρι το 1782
[24] Αλικότισε: Ρήμα από το επίθετο αλίκος που σημαίνει κόκκινος, πορφυρός, φλογερός. Εδώ μάλλον σημαίνει μεταφορικά «έκαψε», δηλαδή δεν τήρησε την υπόσχεση για βοήθεια
[25]Ορεινό χωριό του νομού Αρκαδίας.
[26] Ορεινό χωριό του νομού Αρκαδία, σήμερα ανήκει στην επαρχία της Μεγαλόπολης.
[27] Ορεινό χωριό του  νομού Αρκαδίας ανήκει σήμερα στον Δήμο Φαλαισίας.
[28] Βιλαέτι (vilayet): διοικητική περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
[29] Στη μάχη αυτή που γίνεται μεταξύ συγγενών Μανιατών ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πολεμάει με το μέρος του Δουράκη
[30] Ο Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτης ήταν πρωτοπαλήκαρο του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, πατέρα του Θεόδωρου. Μετά τον θάνατο του  Κωνστανίνου, έγινε αυτός ο αρχικλέφτης της Μάνης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εκείνη την εποχή ήταν πρωτοπαλίκαρό του. Εδώ ο Κολοκοτρώνης αναφέρεται στη μάχη που έγινε όταν εγκαταστάθηκε στα 1798 νέος Μπέης ο Παναγιώτης Κουμουντουράκης. Πολλοί μανιάτε καπεταναίοι μεταξύ των οποίων και ο Γεώργιος Τρουπάκης – Μούτζινος αρνήθηκαν να τον αναγνωρίσουν και αντιστάθηκαν ένοπλα. Οι Τούρκοι που στήριζαν τον νέο Μπέη ηττήθηκαν, αλλά τελικά οι καπετάνιοι που αντιστάθηκαν κατέφυγαν στην Ζάκυνθο. Φαίνεται πως οι δύο φίλοι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, βρέθηκαν αντιμέτωποι. Ο πρώτος με τη μεριά του νέου Μπέη και ο δεύτερος με τους καπετάνιους που αντιστάθηκαν. 
[31] Ο Παναγιώτης Κουμουντούρος ή Κουμουντουράκης διαδέχτηκε τον Μπέη Τζανέτο Γρηγοράκη ως Μπέης της Μάνης και παρέμεινε στο αξίωμα μέχρι το 1803. Κηρύχθηκε έκπτωτος είτε γιατί θεωρήθηκε συμμέτοχος σε πειρατική επιδρομή κατά αυστριακού πλοίου είτε γιατί ενίσχυσε την εξέγερση των Μανιατών που όμως είχε υποκινθεί από τον προηγούμενο Μπέη εναντίον του Κουμουντουράκη. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης βοήθησε τον Κουμουντουράκη
[32] Ο Αντωνόμπεης Γρηγοράκης επιβλήθηκε από τον Σερεμέτ Μπέη ως νέος Μπέης της Μάνης στη θέση του έκπτωτου Κουμουντουράκη. Είχε ρητή διαταγή να εξοντώσει τον άλλοτε Μπέη της Μάνης Τζανέτμπεη Γρηγοράκη και ξάδερφό του και τον αρχικλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη
[33] Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης
[34] Νικόλαος Πετιμεζάς μέλος της γνωστής οικγοένειας αρματολών και μετέπειτα επαναστατών του 1821
[35] Κενό από το πρωτότυπο κείμενο
[36] Ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Α΄Παύλοβιτς της Ρωσίας ήταν τσάρος της Ρωσίας από το 1801 έως το 1825. Πρωταγωνίστησε στους Ναπολεόντιους πολέμους.
[37] Ο Αναγνώστης ή Αναγνωσταράς Παπαγεωργίου υπήρξε έμπορος, κλέφτης και αγωνιστής του 1821. Συνεργάστηκε με τους Ρώσους και χρημάτισε ταγματάρχης στα Επτάνησα.
[38] Κενό στο πρωτότυπο
[39] Ο Ναπολέοντας είχε προσπαθήσει να προσεταιριστεί τους Μανιάτες και ίσως ο Κολοκοτρώνης ήταν επηρεασμένος από αυτή την σχέση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: