Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

στηρίζουμε τα ψηφοδέλτια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς

- Ανατροπή του Μνημονίου, του Καλλικράτη και της αντεργατικής εκστρατείας!
- Ανατροπή της «χούντας» κυβέρνησης, ΕΕ και ΔΝΤ!
- Μαύρο στους «εκλεκτούς» υποψηφίους του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΛΑΟΣ!

Ψηφίζουμε- στηρίζουμε Αντικαπιταλιστική Ανατροπή στην Αττική με επικεφαλής τον Άγγελο Χάγιο
Ψηφίζουμε- στηρίζουμε ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Αντικαπιταλιστική Κίνηση  στη Δυτική Ελλάδα με επικεφαλής το Δημήτρη Δεσύλλα
Ψηφίζουμε- στηρίζουμε «Αντικαπιταλιστική – Αριστερή Παρέμβαση στην Κρήτη» με επικεφαλής τον Ρίζο Σεραφείμ.

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Στηρίζουμε Κίνημα στην Πόλη του Ζωγράφου στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές

Το Κίνημα στην Πόλη είναι μια αριστερή ριζοσπαστική δημοτική κίνηση στου Ζωγράφου. Τοποθετούμαστε ενάντια σε Μνημόνιο-ΔΝΤ-ΕΕ και την αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης που στηρίζεται σε ΝΔ και ΛΑΟΣ και υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα της θιγόμενης εργαζόμενης πλειοψηφίας. Κανένα δημόσιο χρέος δε μας αφορά, δεν το δημιουργήσαμε εμείς και δεν το πληρώνουμε. Η αντίσταση και ο αγώνας για την ανατροπή όλων των μέτρων παλιών και νέων είναι μονόδρομος. Με το σχέδιο Καλλικράτης η κυβέρνηση εφαρμόζει την αντεργατική πολιτική στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Για αυτό, σε αυτές οι εκλογές, αντίθετα με τις επιθυμίες της Κυβέρνησης, οι πολίτες ψηφίζουν για το σύνολο της πολιτικής ατζέντας. Η πόλη μας αντιμετωπίζει πολλά οξυμμένα προβλήματα που δυσχεραίνουν την ποιότητα ζωής των κατοίκων της. Το κυκλοφοριακό και το πρόβλημα της στάθμευσης, η απουσία επαρκών συγκοινωνιών για όλες τις γειτονιές, η έλλειψη επαρκών ελεύθερων χώρων για τους κατοίκους, η χειροτέρευση των κοινωνικών υπηρεσιών του δήμου παρόλο που τα δημοτικά τέλη αυξάνονται διαρκώς. Το ζήτημα δεν είναι όμως να φύγει απλώς ο νυν δήμαρχος, αλλά να ανατραπεί αυτή η πολιτική. Και αυτή η πολιτική εκφράζεται εξίσου από τα ψηφοδέλτια του κ. Καλλίρη (ΠΑΣΟΚ) κύριου εκφραστή της πολιτικής του Μνημονίου και της κας Καφατσάκη (ΣΥΝ, ΔΗΑΡΙ, ΟΙΚ.ΠΡΑΣ., διαχωρισμένοι ΠΑΣΟΚ) που δε λέει κάτι διαφορετικό. Το Κίνημα στην Πόλη σε αυτήν την κρίσιμη εκλογική μάχη παλεύει να αναδείξει όχι μόνο ένα ρεύμα διαμαρτυρίας στην κάλπη, αλλά μια δυναμική εναντίωσης, ανατροπής, οράματος και νίκης. Και εμείς εδώ στου Ζωγράφου έχουμε βρει τον τρόπο να απαντάμε συλλογικά, μαζικά και νικηφόρα. Μάλιστα, η εμφάνιση του Κινήματος στην Πόλη πριν από τέσσερα και μισό χρόνια συνιστά τομή για την περιοχή μας. Με πρωτοβουλία, συμβολή και δράση των μελών και των φίλων μας συγκροτήθηκαν δεκάδες επιτροπές κατοίκων εμπεδώνοντας μια κουλτούρα αγώνα και διεκδίκησης, αρχικά για την Βίλα Ζωγράφου και στη συνέχεια για θέματα σχετικά με κεραίες τηλεφωνίας, για ελεύθερους χώρους και πλατείες. Εκεί αντιπαρατεθήκαμε με άλλες απόψεις και αποδείξαμε ότι ο μόνος αποτελεσματικός δρόμος είναι τα αναγκαία αιτήματα, οι λαϊκές συνελεύσεις και η αποφασιστική δυναμική δράση. Η αποτροπή της μετατροπής-καταστροφής των πλατειών σε γκαράζ και η γνωμοδότηση του υπέρ του χαρακτηρισμού του κτήματος Ζωγράφου ως κοινόχρηστου χώρου πρασίνου είναι οι μεγάλες νίκες του ζωγραφιώτικου λαού. Νίκες που αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα των αγώνων σε μια εποχή που θέλουν να μας πείσουν πως όλα είναι χαμένα. Σε αυτές λοιπόν τις εκλογές θα πρέπει να καταγραφεί η διάθεση των ζωγραφιωτών για πράσινο, ελεύθερους και δημόσιους χώρους και να καταδικαστούν οι πολιτικές  της εμπορευματοποίησης, του τσιμέντου και της διαπλοκής με τα κατασκευαστικά συμφέροντα. Θα πρέπει να καταγραφεί η αντίθεση σε μνημόνιο, ΕΕ, πολιτική ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Ο σημερινός δημοτικός μας σύμβουλος Κ. Κωστόπουλος ήταν ο μόνος πραγματικός εκφραστής των αιτημάτων του κινήματος των επιτροπών μέσα στο δημοτικό συμβούλιο, ενώ ταυτόχρονα ήταν ο μόνος που πίεσε πραγματικά τον δήμαρχο αναδεικνύοντας θέματα με τα οποία ασχολήθηκε ακόμη και ο εισαγγελέας. Ταυτόχρονα, με τις εφημερίδες μας, τις ανακοινώσεις μας και το blog προσφέρουμε ουσιαστική και πολιτική ενημέρωση στους πολίτες για τα δημοτικά ζητήματα, αλλά και για την πολιτική συγκυρία. Με τις πολιτιστικές μας παρεμβάσεις δώσαμε έναν άλλο τόνο στη φυσιογνωμία της πόλης. Ήμασταν οι μόνοι που τον Δεκέμβρη του 2008 σπάσαμε στου Ζωγράφου το κλίμα τρομοκρατίας και οργανώσαμε διαδήλωση ενάντια στην αστυνομική καταστολή, τον φόνο του Γρηγορόπουλου και την πολιτική της κυβέρνησης. Για όλα αυτά δεχτήκαμε επίθεση στα γραφεία μας με γκαζάκια. Έχουμε την όρεξη να συνεχίσουμε φτιάχνοντας μια νέα ενωτική αριστερά. Διαθέτουμε όραμα και προτάσεις για μια άλλη πόλη. Καλούμε όλους σε νικηφόρα συστράτευση τώρα σε αυτές τις εκλογές και ταυτόχρονα στους δρόμους του αγώνα!

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

«Το μυθιστόρημα της Ωραιοζήλης Λεβί»



"νεανικός έρωτας και ρήξη στην εβραϊκή οικογένεια, γυναικεία νεανική ριζοσπαστικότητα, διεθνοτική όσμωση και άρνηση της εβραϊκής αστικότητας."

Στις 15 Ιανουαρίου 1931 το Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας της Θεσσαλονίκης ανακαλύπτει τη λειτουργία ενός «Κόκκινου Σχολείου» στο συνοικισμό της Αγίας Φωτεινής. Το «Κόκκινο Σχολείο» αυτό οργανωμένο από μέλη της ΚΟΜΛΕΑ (Κομμουνιστικής Οργάνωσης Μπολσεβίκων Αρχειομαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας – Αρχειομαρξιστών) και συγκεντρώνοντας, σύμφωνα με την εφημερίδα Μακεδονία, μεγάλο αριθμό μαθητών και μαθητριών, νεαρών εργατών και εργατριών προσέφερε κλειστά μαθήματα μαρξιστικής θεωρίας και οργανωμένης πολιτικής δράσης[1]. Μια από τις συλληφθείσες μαθήτριες, η δεκαεξάχρονη Άννα Κάτση, δεν οδηγείται στο δικαστήριο και δε δικάζεται σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους[2] δημιουργώντας ένα μυστήριο γύρω από το πρόσωπό της[3]. Σύντομα αποκαλύπτεται πως πίσω από αυτό το ψευδώνυμο κρυβόταν η 19χρονη πρωτότοκος κόρη του εκατομμυριούχου και «εν Αθήναις εγκατεστημένου εργοστασιάρχου και εμπόρου κομβίων» Λεών Λεβή. Το γεγονός αυτό ρίχνει όλο το ενδιαφέρον του επίσημου τύπου στο πρόσωπό της δημιουργώντας έναν τεράστιο μύθο με φανταστικές και παραληρηματικές ιστορίες. Η νεαρή Ωραιοζήλη εμφανίζεται να δείχνει ροπή προς τον φιλεργατισμό ήδη από την ηλικία των 12, όταν αρνήθηκε τον έρωτα νεαρού επειδή αυτός κατηγόρησε τους εργάτες για τις συμπλοκές του Πασαλιμανιού. Προβάλλεται να είναι φιλομαθής γεγονός που ερχόταν σε αντίθεση με την πρέπουσα εικόνα μιας νεαρής γόνου εβραϊκής αστικής οικογένειας. Ο πατέρας της ανησυχώντας την προέτρεπε να εγκαταλείψει τη μελέτη και να ασχοληθεί με τη μουσική.
Τελικά, η Ωραιοζήλη ερωτεύεται τον πολωνοεβραίο Όσκαρ Ροζισβάιν, σύνδεσμο της Αρχειομαρξιστικής οργάνωσης με την Γραμματεία της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης στη Γαλλία, ο οποίος έρχεται στην Αθήνα και εργάζεται ως μουσικός και οργανοπαίχτης βιολιού. Με αυτήν την ιδιότητα προσλαμβάνεται από τον Λέοντα Λεβή ως μουσικοδιδάσκαλος της θυγατέρας του. Ακολουθεί το ειδύλλιο, η προσχώρηση της Ωραιοζήλης στην Αρχειομαρξιστική Οργάνωση.  Αμέσως η Ωραιοζήλη αναλαμβάνει τον ρόλο της «δασκάλας» στα «Κόκκινα Σχολεία» που είχε οργανώσει η ΚΟΜΛΕΑ στην Αθήνα. Την 1η Μαΐου 1930 συλλαμβάνεσαι στις συγκρούσεις της αστυνομίας με τους Αρχειομαρξιστές. Έτσι, αποκαλύπτεται η δράση της στην οικογένειά της. Έκπληκτοι και τρομαγμένοι οι γονείς της «έλαβον περιοριστικά μέτρα εναντίον της και κατέβαλλον προσπάθεια να την απαλλάξουν από την επήρεια του κομμουνισμού». Οργάνωσαν μάλιστα για τον σκοπό αυτό «εσπερίδα» στο οικογενειακό μέγαρο. Εκείνο το βράδυ όμως η Ωραιοζήλη απέδρασε και εξαφανίστηκε από το σπίτι της. Κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε με ψευδώνυμο σε κεραμοποιείο. Αρρώστησε από τη δυσκολία της εργασίας και στη συνέχεια εργάστηκε σε υφαντουργείο. Εκεί ανέλαβε πολιτική δράση, ενώ παράλληλα εκτελούσε τα χρέη της δασκάλας στο «Κόκκινο Σχολείο» της Αγίας Φωτεινής. Η εφημερίδα Μακεδονία περιγράφει την συγκινητική συνάντηση της Ωραιοζήλης με τους γονείς της και την ευγνωμοσύνη του πατέρας της προς την αστυνομία[4]. Σε επόμενο άρθρο της εφημερίδας και, αφού αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο θα παντρευόταν κρυφά η Ωραιοζήλη τον Όσκαρ, η νεαρή εβραία παρουσιάζεται να είναι «μετανοούσα». Η Εισαγγελία Θεσσαλονίκης όμως προχωρά τον φάκελό της, διατάζει την ανάκρισή της και τελικά θα διαμορφώσει κατηγορητήριο εναντίον της. Στη δίκη η Ωραιοζήλη εμφανίζεται να υπερασπίζεται τη δράση της και τελικά να καταδικάζεται σε 1 ½ χρόνο φυλάκιση και 2 χρόνια εκτόπιση, για να οδηγηθεί στις φυλακές Αβέρωφ.
Η πολύ πρωτότυπη και όντως μυθιστορηματική ιστορία της Ωραιοζήλης Λεβί φέρνει στο προσκήνιο πλευρές της μεσοπολεμικής κοινωνίας και τον τρόπο με τον εντάσσονταν και λειτουργούσαν οι νέοι, οι γόνοι των αστών εβραίων και ιδιαίτερα  οι νεαρές γυναίκες. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη είναι πόλεις που βιώνουν καθημερινά εκρηκτικές κοινωνικές συγκρούσεις και προκαλούν πολλές ρήξεις. Η πλειονότητα των υποκειμένων που ριζοσπαστικοποιούνται και αναλαμβάνουν δράση είναι νέοι, μαθητές, εργάτες και φοιτητές. Ένας νεανικός ριζοσπαστισμός αναδύεται στην επιφάνεια, μέσα στον οποίο η νεανικότητα διαρρηγνύει τις παραδοσιακές συμπεριφορές της οικογένειας και έρχεται σε επαφή με μοντερνικές αξίες, οι οποίες εκφράζονται εν πολλοίς μέσα από τις κομμουνιστικές οργανώσεις. Συγκεκριμένα, ο Αρχειομαρξισμός, μια μεγάλη και μαζική οργάνωσης της τροτσκιστικής κομμουνιστικής μεσοπολεμικής αριστεράς, διαμορφώνει ένα ιδιαίτερο ηθικό-αξιακό πλαίσιο το οποίο μπορούσε να συνδέει «επαναστατικά» και μοντερνικά πρότυπα με παραδοσιακές πρακτικές.
Η ιστορία της Λεβί αποκαλύπτει ενδεχομένως τη γοητεία που ασκούσε η νεανική αυτή ριζοσπαστικότητα σε γόνους και μάλιστα σε κορίτσια των μεγαλοαστικών οικογενειών. Η Ωραιοζήλη με την επιλογή της να στρατευτεί στην ΚΟΜΛΕΑ έρχεται σε ρήξη με το σύνολο των προτύπων που μια μεγαλοαστική οικογένεια αλλά και η ίδια η κοινωνία απεικόνιζε για τα θηλυκά μέλη της.  Συμπαθώντας τους εργάτες, σπουδάζοντας και μελετώντας διαλύει καταρχήν την πρότυπη παραδοσιακή εικόνα της λεπτεπίλεπτης, χαριτωμένης, ευερέθιστης κοπέλας που ενδιαφέρεται για τις εσπερίδες, τους χορούς και τις μουσικές[5]. Ουσιαστικά, αρνείται την αστική της ταυτότητα και αναζητά μια νέα. Αυτή ακριβώς η άρνηση της αστικότητας και η υιοθέτηση της εργατικής συνείδησης, είναι το στοιχείο που κεντρίζει, στεναχωρεί, ενοχλεί τον επίσημο τύπο και τελικά δίνει μυθικές και παραληρηματικές διαστάσεις στην ιστορία της. Η απόδραση και η μη εμφάνισή της στην «εσπερίδα», που ετοίμαζε ο πατέρας της για να την «ανανήψει» πολιτισμικά, συμπυκνώνει συμβολικά και πρακτικά ακριβώς αυτή τη ρήξη. Εκείνη τη στιγμή δείχνει να επιλέγει μια ζωή γεμάτη κακουχίες και πολιτική δραστηριότητα η οποία φαίνεται να γεμίζει την «κενότητα» που της προσέφερε ο προηγούμενος βίος της και ο προηγούμενος εαυτός της. Η Ωραιοζήλ με το αναγκαστικό ψευδώνυμο – πρακτική που συνήθιζαν ούτως ή αλλιώς οι Αρχειομαρξιστές – αποκτά μαζί με τη νέα ζωή, μια νέα διαφορετική προσωπικότητα και μια νέα εργατική και κομμουνιστική ταυτότητα. Η δημόσια αποκάλυψη αυτής της διπλής ταυτότητας φέρνει την Ωραιοζήλ σε προσωπική κρίση. Τελικά, η δίκη και η στάση της εκεί, καθώς και η καταδίκη της με την φυλάκιση που επακολουθεί δείχνουν την επιλογή της. Αυτό όμως δεν απαγορεύει την ύπαρξη διαφόρων συμβιβασμών. Συνεπώς, τίθεται συνολικά ο εξής προβληματισμός: κατά πόσο υπάρχει συνολικά μια νεανική ριζοσπαστικότητα στο μεσοπόλεμο, ιδιαίτερα μια ριζοσπαστικότητα νέων γυναικών, η οποία ηγεμονεύεται πολιτισμικά από τα εργατικά χαρακτηριστικά και ταυτίζεται με κομμουνιστικό ιδανικό. Εάν υπάρχει, γιατί μπορεί να διαπερνά τις τάξεις και αγγίζει και γόνους των μεγαλοαστών; Γιατί δηλαδή γοητεύει τη νεαρή Ωραιοζήλ.
Η οικογένειά της όμως πέρα από αστική και πλούσια είναι εβραϊκή. Συνεπώς, όλα αυτά τα ερωτήματα λαμβάνουν ένα επιπλέον ενδιαφέρον και, ως εκ τούτου, επιπλέον πλευρές διερεύνησης. Η εβραϊκότητα καταρχήν δε φαίνεται να αναδεικνύονται από τις εφημερίδες ως κάτι ιδιαίτερο σε αυτήν την υπόθεση. Η οικογένεια της Ωραιοζήλ δε παρουσιάζεται πολύ διαφορετική από τις άλλες μεγαλοαστικές οικογένειες της Αθήνας. Η υποτίμηση αυτή θέτει με τη σειρά της ένα νέο προβληματισμό: κατά πόσο συγκροτεί ή όχι η εβραϊκή αστικότητα μια διαφορετική ταυτότητα, εάν αυτή εκδηλώνεται ως τέτοια ή απορροφάται από την γενικότερη ταξική διάσταση. Γνωρίζουμε πως η εβραϊκή κοινότητα εξαιτίας της Φεντερασιόν ταυτίζεται στην ελληνική  συνείδηση με τον σοσιαλισμό, όπως αντίστοιχα ταυτίζεται συχνά ο εβραϊσμός στον αντισημιτικό ευρωπαϊκό και συνάμα αντικομουνιστικό λόγο. Παρόλα αυτά δε παρατηρούμε καμία ανοιχτή ή, έστω, λανθάνουσα ιδεοτυπική προσέγγιση της σχέσης εβραϊσμού και σοσιαλισμού στις ερμηνείες του επίσημου ελληνικού τύπου. Ωστόσο, παρατηρούμε τη νεαρή Ωραιοζήλ να σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο και να βλέπει θετικά το εργατικό κίνημα, ενώ ο πατέρας της επιλέγει ένα πολωνοεβραίο για μουσικοδιδάσκαλό της. Όλα αυτά μαζί με κάποιες άλλες λεπτομέρειες ενδεχομένως να αποτελούν μικρές ενδείξεις μιας πιο διεθνοποιημένης κοσμοπολίτικης εκδοχής της αστικότητας, η οποία σύμφωνα με τον Πάρη Παπαμίχο Χρονάκη διακρίνει της Θεσαλονικιώτικη Εβραϊκή αστική τάξη[6]. Κατά πόσο όμως ισχύει το ίδιο για την Αθήνα; Και στην περίπτωση που ισχύει, κατά πόσο αυτή η πολιτισμική ιδιαιτερότητα επηρεάζει τα πατριαρχικά χαρακτηριστικά μιας μεγαλοαστικής οικογένειας παραχωρώντας μεγαλύτερο πεδίο κοινωνικής ελευθερίας σε μια εβραία θυγατέρα; Εδώ μπαίνει το ερώτημα κατά πόσο ή όχι η εβραϊκή αστική τάξη ακολουθεί πιστά ή λιγότερο πιστά τα μοντέλα ηθικής που προτάσσει συνολικά ο αστισμός του μεσοπολέμου για τις σχέσεις των δύο φύλων. Η διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων θα μας βοηθήσει, συνεπώς, να συνδέσουμε ή όχι την ιστορία της Ωραιοζήλ, μια ιστορία ρήξης και νεανικής εξέγερσης με τις κυρίαρχες τότε απόψεις για το γυναικείο φύλο, με την εβραϊκή ιδιαιτερότητα. Τα συμπεράσματα από μια τέτοια μελέτη θα μας επιτρέψουν, τέλος, να εκτιμήσουμε και το βαθμό πολιτισμικής όσμωσης της ελληνική εβραϊκής κοινότητας με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, ιδίως στην Αθήνα.


[1] «Μιαν καταπληκτική αποκάλυψις. Η κομμουνιστική προπαγάνδα εισεχώρησε μεταξύ της μαθητιώσης νεολαίας μας. Απεκαλύφθη η ύπαρξις «Κόκκινων Σχολείων» . Συνελήφθησαν αρκεταί μαθηταί και μαθήτριαι», εφημ. Μακεδονία, 16/1/1931.
[2] «Εδικάσθησαν χθες ενώπιον του πλημμελειοδικείου οι συλληφθέντες εις την αρχειομαρξιστικήν σχολήν. Όλοι πλην μιας κατεδικάσθησαν»,  εφημ. Μακεδονία, 17/1/1931
[3] «Τι αποκαλύπτεται από το κατασχεθέν αρχείον των αρχειομαρξιστών. Πρόκειται περί αντιδραστικής οργανώσεως η οποία εσκόπει να φέρη αναστάτωσιν εις ολόκληρην την χώραν. Εντός της ημέρας  η ανάκρισις θα προβή εις νέας σοβαρότατας αποκαλύψεις», εφημ. Μακεδονία, 21/1/1931
[4] Βλ. «Μια συνταρακτική αποκάλυψις: η συλληφθείσα αρχειομαρξίστρια Άννα Κάτση είνε κόρη του εκατομμυριούχου Λεβή. Αι μυθιστορηματικαί περιπέτειαι και η δράσις της. Πως εδραπέτευσεν από τας Αθήνας», εφημ. Μακεδονία, 22/1/1931
[5] Την πλευρά αυτήν ακριβώς θα αναδείξει ο αρχειομαρξιστικός λόγος υπερασπίζοντας το μέλος της Οργάνωσης, βλ. «Ανακοινωθέν Αρχειομαρξιστών», Εφημερίς των Βαλκανίων, 23/1/1931
[6] Βλ. Πάρις Παπαμίχος Χρονάκης, Ζώντας μαζί στην υστεροοθωμανική Θεσσαλονίκη. Όροι, όρια και νοήματα μιας αστικής κοινωνικότητας, 14η Θερινή Συνάντηση Μεταπτυχιακών Φοιτητών Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Ρέθυμνο, 1719 Ιουλίου 2009

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Μπάνια και ελεύθερη κατασκήνωση στην Ελλάδα του μεσοπολέμου

Κώστας Παλούκης, 
ανακοίνωση στο Κάμπινγκ Ανιρέσεις Ιούλιος 2010

Η ιδέα του κάμπινγκ και ακόμη περισσότερο του ελεύθερου κάμπινγκ, όπως εμφανίστηκε την σύγχρονη εποχή σχετίζεται με την κριτική στον καπιταλιστικό βιομηχανικό, αστικό και ευρύτερα μοντερνικό πολιτισμό. Ο πολιτισμός της πόλης και της τεχνολογίας γίνεται αντιληπτός ως αντιπαραθετικός με τον παραδοσιακό της υπαίθρου και της φύσης. Στον αγροτικό παραδοσιακό πολιτισμό θεωρείται πως ο άνθρωπος βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τις δυνάμεις της φύσης, ενώ στον αστικό βιομηχανικό πολιτισμό βρίσκεται σε ρήξη και απομάκρυνση από τη φύση και για αυτό αισθάνεται ένα είδος αλλοτρίωσης που του γεννά την τάση «επιστροφής στη φύση». Αυτή η τάση γεννά μια νέα κουλτούρα ή καλύτερα υποκουλτούρα που επιλέγει την προσωρινή καλοκαιρινή φυγή από την πόλη και τη δημιουργία προσωρινών καταυλισμών και κατασκηνώσεων κοντά σε παραλίες, ποταμούς ή λίμνες είτε με οργανωμένο τρόπο είτε με ελεύθερο τρόπο.
Η προσωπική βιωματική σχέση του γράφοντος ίσως να βοηθάει στην κατανόηση αυτής της σχέσης μοντέρνου/παραδοσιακού, τη συναίσθηση της «αλλοτρίωσης» και τη γένεση του αισθήματος επιστροφής. Συγκεκριμένα ο πατέρας μου είναι μεγαλωμένος σε ένα χωριό της Αιτ/νίας. Οι αφηγήσεις του στα σημερινά οικογενειακά συμπόσια για τα παιδικά του χρόνια βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την καθαρά μοντερνική εικόνα του επαγγέλματός του. Ο υπάλληλος του ΟΤΕ που στην εικόνα του γιού του είναι ταυτισμένος με λαμπάκια που αναβοσβήνουν και γιγάντια μηχανήματα σε τεράστιες αίθουσες με τα οποία «συνδέεται καλωδιακά» για να τα επισκευάσει, μηχανικούς ήχους, συναγερμούς και τηλέφωνα, αφηγείται ιστορίες για τις δουλειές στα χωράφια, στο πότισμα ζώων και αλόγων, περιγράφουν ίππευση και παιχνίδι με τα ζώα, ψάρεμα και κολύμπι στη θάλασσα, προσωρινή καλοκαιρινή «κατασκήνωση» κοντά στα πεδινά χωράφια, φόβο για τις δυνάμεις της φύσης, τις νεράιδες, τα φαντάσματα κλπ. Οι θερινές διακοπές στο χωριό σηματοδοτούν ακριβώς την δική του ανάγκη για επιστροφή σε έναν κόσμο με ρυθμούς και δομές λιγότερο εντατικοποιημένες και πιο οργανικά ενταγμένες στον αγροτικό παραδοσιακό πολιτισμό. Η ανάγκη για την επιστροφή στη φύση με έναν άλλο τρόπο δεν υφίσταται γιατί καλύπτεται με έναν πιο οικείο τρόπο. Μάλιστα, το κάμπινγκ φαντάζει μάλλον μοντέρνο και ξένο σε μια κουλτούρα επιστροφής στο χωριό με όρους πετυχημένου επαγγελματικά και οικονομικά. Αντίθετα, τώρα η δεύτερη γενιά αποκομμένη βιωματικά από το χωριό αναζητά άλλους δρόμους βίωσης της επιστροφής στην παράδοση και την φύση. Οι παιδικές κατασκηνώσεις αρχικά και κατά τη νεανική ηλικία στη συνέχεια το κάμπινγκ και το ελεύθερο κάμπινγκ ακόμη περισσότερο συνιστά ένα είδος διεξόδου.
Συνεπώς, κατά την εποχή του βιομηχανικού και αστικού κόσμου η απόσταση από τη φύση γεννά και την έννοια επιστροφή στη φύση, δηλαδή κατασκήνωση, ζωή μέσα στη φύση, γνώση της φύσης ειδικά για την παιδική ηλικία, μπάνια, εκδρομές σε εξοχικές περιοχές με ίσκιο, συλλογική κίνηση. Αυτή η τάση με αυτό το περιεχόμενο διαπερνά όλα τα στρώματα και τις τάξεις του αστικού χώρου από πολύ νωρίς. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και σε όλο τον 20ο αιώνα οι Αθηναίοι οργανώνουν εκδρομές τις καλοκαιρινές Κυριακές στις παραλίες, σε ειδυλλιακές περιοχές έξω από το άστυ, όπως στην Κολοκυνθού. Με κοφίνια γεμάτα πάνω σε άμαξες διαφόρων λογής φαγητών και αλκοολούχων ποτών κυρίως ρετσίνα, με όργανα δημιουργούν κάτω από τους ίσκιους ζωντανές παρέες. Οι περιγραφές αυτών των εξόδων και οι αφηγήσεις στον τύπο της εποχής, στα διηγήματα και στις αναμνήσεις διαπερνώνται από το ρομαντικό κλίμα που χαρακτηρίζει την Βelle Époque των Αθηνών και χαρακτηρίζει την ποιητική και λογοτεχνική ρομαντική Σχολή των Αθηνών με τη φυγή στο αυθεντικό, το αισθητικό, στο μεσαιωνικό, στο αγροτικό, το βουκολικό. Λανθάνει πάντα ο ρομαντικός ερωτισμός. Σε αυτές τις εκδρομές κυρίως συμμετέχουν νέοι μαθητές και φοιτητές από όλα τα στρώματα.

Σημαντικός ίσως σταθμός στην ιδέα και την πρακτική της επιστροφής στην φύση είναι ο προσκοπισμός που έρχεται στην Ελλάδα αρκετά νωρίς περίπου στα 1910. Οργανώνει εκδρομές και κατασκηνώσεις για παιδιά και νέους με χαρακτήρα, θα έλεγε κανείς, αυτοοργάνωσης και επιβίωσης μέσα στη φύση. Με τον προσκοπισμό η επιστροφή στη φύση συνδέεται με την εκπαίδευση, την ηθικοπλαστική διαμόρφωση των νέων. Λαμβάνει χώρα σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο διαφορετικό από τον ρομαντισμό, αυτό του μιλιταρισμού. Ο μιλιταρισμός, βασισμένος στην ιδέα του δυνατού ανθρώπου που επιβιώνει σε συνθήκες δύσκολες μέσω της συλλογικής και ιεραρχικής οργάνωσης, της λατρείας του υγιούς σώματος, με τη σαφή διάκριση των έμφυλων ρόλων σε σχέση με τη φύση με βάση τις κυρίαρχες ιδεολογίες. Ο προσκοπισμός εκφράζει το μιλιταριστικό κλίμα που κυριαρχούσε πριν τον Α Παγκόσμιο πόλεμο στις αγγλοσαξονικές χώρες και κυρίως στην Αγγλία και τη Γερμανία με την οικοδόμηση του νέου βιομηχανικού εργάτη-ανθρώπου μηχανής που αντανακλά στην ανάγκη και στα πρότυπα της βιομηχανικής εποχής. Εδώ να σημειώσουμε ως στοιχεία αυτού του μιλιταριστικού πνεύματος τις έννοιες γυμνισμός, λατρεία του γυμνού σώματος, αρχαιοελληνισμός, σπαρτιατικό πρότυπο, άθληση. Ο νέος άνθρωπος ολοκληρώνεται διανοητικά-πνευματικά, υποταγμένος στην ιεραρχία, με τετραγωνισμένο σώμα (τότε εμφανίζεται η σουηδική γυμναστική). Πρότυπο δεν είναι λοιπόν οι ρομαντικές περιπλανήσεις και οι έρωτες, αλλά ο αρχέγονος βίαιος και δυνατός άντρας. (να σημειώσουμε εδώ κάποιες έννοιες όπως νιτσεισμός-υπεράνθρωπος). Μετα τον Μεγάλο Πόλεμο τα φασιστικά καθεστώτα σχεδιάζουν και οργανώνουν νεολαίες με αυτό το χαρακτήρα επηρεασμένοι και εξελίσσοντας το μοντέλο του προσκοπισμού. Είναι γνωστή η σχέση γερμανών φασιστών με ιδρυτή του προσκοπισμού. Ο φασισμός υιοθετεί την αντιδραστική αυτή μοντέρνα επιστροφή στη φύση.
Στην Ελλάδα οι προσκοπικές δράσεις εξαπλώνονται πολύ γρήγορα μεταπολεμικά σε όλες τις πόλεις και τις γειτονιές, ακόμη και τις λαϊκές, π.χ. Περιστέρι, Καισιαριανή κλπ. Η μεταξική δικτατορία και η ιδεολογία του τρίτου ελληνικού πολιτισμού ορίζει με έναν ελληνικό τρόπο την επιστροφή στη φύση. Το ρεύμα της νέας αυθεντικής ελληνικότητας που χαρακτηρίζει την δεκαετία του 1930 στη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική αναδεικνύεται με τη λατρεία του ελληνικού τοπίου. Το καθεστώς ιδρύει πολιτιστικούς εκδρομικούς ομίλους που συνεχίζουν την παράδοση των κυριακάτικων εκδρομών μπάνια, αλλά και γλέντια με την ευλογία και την οικονομική ενίσχυση του κράτους. Χαρακτηριστικό του νέου κλίματος και ιδέας είναι η αναδάσωση με μαζική συμμετοχή βουνών και λόφων της Αττικής με πεύκο (το αττικό δέντρο), όπου πολίτες συμμετέχουν εθελοντικά με χαρακτήρα εκδρομής σε αυτό το έργο. Ο γυμνισμός ποτέ δεν μπόρεσε να λάβει στην Ελλάδα του μεσοπολέμου να επικρατήσει ως μοντέρνα ιδέα. Παρόλαυτά μπορεί κανείς να δει στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης πολλές φωτογραφίες με γυμνές γυναίκες με χαρακτήρα οριακά πορνογραφικό, κάτι που μάλλον θα ήταν αδιανόητο για τα ελληνικά πράγματα μετά τον Εμφύλιο στην Ελλάδα, όπου μάλλον κυριαρχεί, θα έλεγε κανείς, ένας βαθειά ηθικός αντιμοντερνικός συντηρητισμός στον ελληνικό αστισμό.
Η εκκλησία είναι ο άλλος εκείνος θεσμός που οργανώνει κατασκηνώσεις για νέους κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται από τις εφημερίδες της εποχής η επιστροφή στη φύση και η άρνηση του αστικού βιομηχανικού πολιτισμού μέσω ενός χριστιανικού λόγου που αποζητά την ισότητα, την κοινοτική ζωή, τις απολαύσεις της φύσης και που βέβαια αφορά κυρίως αστικά στρώματα, ακόμα και μεγαλοαστικά.

εφημερίδα το Ελεύθερον Βήμα
Η αντίθεση μοντέρνου και παραδοσιακού διαπερνά και άλλες συνθήκες. Για παράδειγμα στον μοντέρνο βιομηχανικό κόσμο υπάρχει διάσπαση, ενώ στον παραδοσιακό ενότητα του χρόνου και χώρου εργασίας και αναπαραγωγής ως ενιαίες καθημερινές ασχολίες της καθημερινότητας άμεσα σχετισμένες με το σπίτι. Στο αγροτικό παραγωγικό μοντέλο υπάρχει αυτονομία και έλεγχος από τον παραγωγό της εργασίας και του σώματος/ ως το κατεξοχήν εργαλείο. Η υποταγή είτε στον έμπορο είτε στον πολιτικό/τοκιστή είναι έμμεση. Αντίθετα, στο βιομηχανικό και καθαρά καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής η εργασία και το ανθρώπινο παραγωγικό δυναμικό βρίσκονται υποταγμένα άμεσα στο κεφάλαιο. Συνεπώς, στο αγροτικό μοντέλο υπάρχει ελευθερία στο χρόνο και στον έλεγχο του σώματος και κατά ένα τρόπο ο παραγωγός ελέγχει ο ίδιος τις ισορροπίες συνεπώς και τους όρους προστασίας. Αντίθετα, στις μισθωτές σχέσεις η ελευθερία και το σώμα του παραγωγού είναι νοικιασμένα στον εκμισθωτή της εργατικής δύναμης. Η ελευθερία του χρόνου, η αυτονομία στην οργάνωση της διαδικασίας της παραγωγής είναι ζητήματα άμεσης διεκδίκησης και αντίθεσης. Προκαλείται καταπόνηση του σώματος και της ψυχικής ισορροπίας, μερικές φορές καταστροφή. Το ζήτημα της υγείας συνεπώς εμφανίζεται ως σχετικό με την τάση χειραφέτησης και της απελευθέρωσης. Μέσα από τον δρόμο της υγείας εμφανίζεται και η τάση επιστροφής στην φύση, οι διακοπές, η κατασκήνωση και ο κοινοβιακός τρόπος οργάνωσης των καλοκαιρινών διακοπών.

Θα έλεγε κανείς ότι τα εργατικά στρώματα οργανώνουν και επιστρέφουν στη φύση με τους δικούς τους πολύ διαφορετικούς όρους. Συγκεκριμένα, από την δεύτερη δεκαετία του 1910 και σε όλον το ελληνικό μεσοπόλεμο εργατικά σωματεία οργανώνουν εκδρομές, γλέντια, μπάνια που διατηρείται και μεσοπολεμικά. Σε αυτές τις εκδρομές η διασκέδαση συνδέεται με την εργατική διαφώτιση και τις πολιτικές συζητήσεις. Οι αριστερές οργανώσεις: σοσιαλιστικές νεολαίες, Δρακούλης, κομμουνιστική νεολαία Αθηνών (1917), εφημερίδα κομμουνισμός, Αρχειομαρξιστές χρησιμοποιούσαν τις εκδρομές και τη φύση για την στρατολόγηση νέων μελών. Τα μαθήματα των αρχειομαρξιστών για παράδειγμα διεξάγονταν στην ύπαιθρο. Εξωκομματικές οργανώσεις, όπως οι όμιλοι εκδρομών, χρησίμευαν ακριβώς σε πιο στενή παρακολούθηση και προπαγάνδα. Είχαν ιδρυθεί δύο εκδρομικοί σύλλογοι, ο «Όμιλος Εκδρομών Νέων» και ο «Όμιλος Εκδρομών Νέων και Νεανίδων» που διοργάνωναν εκδρομές στα Μελίσσια Αττικής, στη Χελιδονού, την Αγία Βαρβάρα στο Αιγάλεω, στη θάλασσα κ.α. Οι εκδρομικοί σύλλογοι συνέδεαν την διασκέδαση με επαναστατικά τραγούδια, πολιτικές και θεωρητικές συζητήσεις και την κοινωνικοποίηση-πολιτικοποίηση με την εκπαιδευτική διαδικασία. Ο Γιάννης Ποντίκης γράφει πως για πολλά χρόνια οι εκδρομικοί αυτοί σύλλογοι συγκέντρωναν μεγάλο αριθμό νέων και κοριτσιών, εργατών, υπαλλήλων, φοιτητών και μαθητών. Ο Φοίβος Αναστασιάδης θυμάται πως στις αρχές της δεκαετίας του 1930 συμμετείχε σε εκδρομές στη θάλασσα, σε εργοστάσια όπου συζητούσαν για τον τρόπο με τον οποίο θα ελέγχεται η παραγωγική διαδικασία από τους εργάτες στον σοσιαλισμό, σε νοσοκομεία, όπως του Συγγρού και της Σωτηρίας, που συζητούσαν για την κατάσταση της εργατικής τάξης και για ζητήματα ηθικής. Η φύση ως χώρος ελεύθερος από τον έλεγχο της αστυνομίας, αλλά και ταυτόχρονα ως πεδίο απελευθέρωσης από τον καταπιεστικό αστικό χώρο μετατρέπεται σε όργανο και εργαλείο της χειραφετητικής πάλης.
Μια άλλη πρακτική πολύ κοντινή στις σημερινές διακοπές ήταν η μεταστέγαση από το χειμερινό σπίτι στο ορεινό σπίτι στο χωριό στο θερινό σπίτι στην πεδιάδα. Αυτή η μετεγκατάσταση μέχρι ένα σημείο σχετιζόταν με τις ανάγκες των αγροτικών εργασιών, από ένα σημείο και πέρα σχετιζόταν με έναν θερινό τρόπο ζωής που εμπεριείχε και τα μπάνια στη θάλασσα. Τα σπίτια στην πεδιάδα είχαν το χαρακτήρα καλύβας σε αντίθεση με τον «αρχοντικό» χαρακτήρα των σπιτιών στο χωριό. Συγκεκριμένα, το χωριό Σχίνοι ή Μπισχίνι που σήμερα ανήκει στον δήμο Ζαχάρως είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Υπάρχει το χωριό με τα ωραία λιθόκτιστα διώροφα σπίτια που αποδεικνύουν τον πλούτο των κατοίκων τους και υπάρχουν και τα καλυβόσπιτα στον Μπισχινόκαμπο, κοντά στην παραλία στα οποία μετοικούσαν το καλοκαίρι. Η παράδοση αυτή κρατά από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα που η περιοχή λόγω της σταφίδας βρισκόταν σε οικονομική και πολιτιστική ακμή. Πάντως μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία μπορούσε κανείς να βλέπει στην παραλία ηλικιωμένους άντρες, αλλά και ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού. Γυναίκες με αγροτικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που δύσκολα θα επέτρεπαν σε έναν άνθρωπο της πόλης να φανταστεί στην παραλία. Για παράδειγμα οι αντίστοιχες γυναίκες σε ένα χωριό της Αιτ/νίας ή της Ηπείρου ποτέ δε θα είχαν νιώσει ίσως τη θάλασσα. Ο πρώιμος εξαστισμός της περιοχής και οι προσλαμβάνουσες σίγουρα από τον Καϊάφα διαμόρφωσαν πολύ νωρίς τόσο ένα είδος χειραφέτησης της γυναίκας από ηθικούς καταναγκασμούς όσο και μια κουλτούρα θαλάσσιων μπάνιων.
Ένα άλλο στοιχείο πολύ στενό με την εργατική πάλη είναι τα μπάνια για λόγους υγείας. Τα εργατικά στρώματα από τη μία ενσωματώνουν τον κυρίαρχο λόγο περί υγιεινής αλλά από την άλλη καταπονημένα από τα βάρη της μισθωτής εργασίας, τις φυλακές, τις εξορίες, τις αρρώστιες, φυματίωση κλπ. αναπτύσσουν έναν δικό τους διεκδικητικό λόγο για την σωματική/ψυχική καταστροφή τους και τις αρρώστιες τους και φεύγουν τα καλοκαίρια για μπάνια σε λουτρά. Το ρεύμα αυτό ίσως να προέρχεται από τις αγροτικές περιοχές. Πάντως στο μεσοπόλεμο τα αγροτικά στρώματα συμμετέχουν εξίσου στο αναπτυσσόμενο κίνημα των λουτρών. Σε όλες τις θέρμες σε βουνά και λίμνες μαζεύονται κατασκηνωτές που οργανώνουν καλοκαιρινές κοινότητες μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες οι οποίοι διαμένουν αρκετούς μήνες τα καλοκαίρια μαζί με τα παιδιά τους.
Το κίνημα αυτό παρατηρείται ήδη από την εποχή του Τρικούπη. Οι κυβερνήσεις του είναι οι πρώτες οι οποίες οργανώνουν και βελτιώνουν τις εγκαταστάσεις γύρω από αυτές τις θέρμες. Όμως τον μεσοπόλεμο οι κυβερνήσεις δημιουργούν πιο σημαντικές εγκαταστάσεις. Αιδηψός, Λουτράκι, Καϊάφας, Μέθανα, Χίος, Μυτιλήνη, Ικαρία, Εύβοια, Κύθνος, Μήλος, Υπάτη, Καμένα Βούρλα, Σέδες, κ.α. δεκάδες σημεία συγκεντρώνουν τα καλοκαίρια χιλιάδες λουομένους τα καλοκαίρια. Όσο προχωράει ο μεσοπόλεμος το κίνημα προς τα καλοκαιρινά λουτρά γίνεται όλο και πιο μαζικό. Στα 1938 ο τύπος της εποχής υπολογίζει ότι κάθε καλοκαίρι περίπου 1.000.000 λουόμενοι περνάνε από όλα τα κέντρα. Στα 1925 εταιρεία αναλαμβάνει να δημιουργήσει ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις στα λουτρά του Καϊάφα. Ο τύπος γεμίζει με αναφορές για την εξέλιξη και την πρόοδο. Στα άλλα Λουτρά οι εγκαταστάσεις είτε έχουν το χαρακτήρα της ελεύθερης κατασκήνωσης είτε υπάρχουν κάποια υποτυπώδη κτίσματα φτιαγμένα από τους δήμους και το κράτος.
Το εργατικό κίνημα διεκδικεί οργανωμένα το δικαίωμα των εργατών να συμμετέχουν στα λουτρά. Οι αρχειομαρξιστές οργανώνουν τα καλοκαίρια δικές τους κατασκηνώσεις-κοινότητες στα βουνά για τους φυματικούς της οργάνωσης και των σωματείων που ελέγχουν. Ταυτόχρονα, η Γενική Συνομοσπονδία Αναπήρων πολέμου που ελέγχεται από τους αρχειομαρξιστές θέτει κεντρικό σύνθημα την δωρεάν και επιδοτούμενη από το κράτος συμμετοχή των αναπήρων στα λουτρά. Και είναι μια από τις πρώτες σημαντικές κατακτήσεις αυτό που θα περιγράψουμε αργότερα ως κοινωνικού τουρισμού, αν και εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο της υγιεινής. Τα εργατικά και αγροτικά στρώματα τα οποία ζώντας σε λαϊκές γειτονιές με την φύση να παραμένει ακόμα εχθρός, καθώς οι φυσικές καταστροφές, η έλλειψη νερού, η έλλειψη επικοινωνίας και μεταφοράς, η απουσία τεχνικών μέσων στην εργασία δεν αισθάνονται ακριβώς με τους ίδιους ιδεολογικούς όρους την ανάγκη επιστροφής στην φύση. Ζουν μέσα στην φύση και αυτό τους είναι πρόβλημα.
Μεταπολεμικά, παρότι η κοινωνία συντηρητικοποιείται μετά τον εμφύλιο πόλεμοοι εκδρομές γνωρίζουν μια νέα άνθηση, στη δεκαετία του 1960. Τότε, εισέρχεται και ο τουρισμός. Μετά το 1968 οι ηττημένοι νέοι του Μάη του 1968 ανακαλύπτουν τις ελληνικές θάλασσες. Στα διάσημα Μάταλα δημιουργούνται οι κοινότητες των Σπηλαίων. Γυμνισμός, ναρκωτικά, ελεύθερο κάμπινγκ, ελεύθερο σεξ είναι τα στοιχεία της σεξουαλικής απελευθέρωσης και επαναστατικής κριτικής στον αστικό και αγροτικό συντηρητισμό που προκαλούν τον ηθικό πανικό στους ντόπιους αγροτοποιμένες κρητικούς, αλλά και στους μικροαστούς της πόλης του Ηρακλείου. Μέσα μια δεκαετία όμως οι ντόπιοι όχι μόνο θα αποδεχτούν και θα προσαρμοστούν, αλλά και ανακαλύψουν στον τουρισμό έναν τρόπο προσπορισμού κερδών. Το κράτος θα ανακαλύψει τον τουρισμό και θα επιχειρήσει να τον μετατρέψει σε βιομηχανία απαγορεύοντας το ελεύθερο κάμπινγκ.
Συνειδητοποιεί, κανείς λοιπόν πως η ελεύθερη κατασκήνωση, η επιστροφή στη φύση, τα θερινά μπάνια δεν είναι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε στην ελληνική κοινωνία το 1980 με τα διάσημα «Μπάνια του λαού». Συγκεκριμένα οι έλληνες επέστρεφαν ή ζούσαν στην φύση επιλέγοντας τον οργανωμένο κοινοτικό τρόπο. Αυτός ο τρόπος και αυτή η κουλτούρα βρίσκονται βέβαια και υλικά και ιδεολογικά πολύ μακριά από το σύγχρονο ελεύθερο κάμπινγκ που είναι παιδί του 68. Σε κάθε περίπτωση όμως μέσα από διαφορετικό ταξικό πρίσμα, ιδεολογικούς προσανατολισμούς και διαφορετικές ρητορικές πραγματοποιούν κάτι παρόμοιο. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η εξιδανίκευση της επιστροφής στην παράδοση και την φύση «ξεχνάει» ότι στις παραδοσιακές κοινωνίες η καθημερινότητα ήταν εξαιρετικά βάρβαρη και η φύση γινόταν αντιληπτή ως εχθρός για τον άνθρωπο.

πόσοι μας διάβασαν: