Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Ο Ρόκκος Χοϊδάς (Κεφαλλονιά 1830 - Χα...

Ο Ρόκκος Χοϊδάς (Κεφαλλονιά 1830
- Χαλκίδα 1890) υπήρξε δικαστικός και βουλευτής, κορυφαίος εκπρόσωπος του
δημοκρατικού ριζοσπαστισμού των Επτανήσσων και του ρεπουμπλικανικού
αντιμοναρχικού κινήματος στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Ήταν γόνος
επιφανούς και παλαιάς αρχοντικής οικογένειας της Κεφαλονιάς, η οποία αναφέρεται
από τον 12ο αι. Ο Κεφαλλονήτικος κλάδος της ήρθε από την Κρήτη τον
15ο αι., ενώ το 1593 η οικογένεια εγγράφηκε στο Libro d'oro. Γιός
του Δημητρίου Χοϊδά, ο Ρόκκος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και
μετεκπαιδεύτηκε στην Ιταλία. Στη συνέχεια, ακολούθησε τον δικαστικό κλάδο,
φτάνοντας μέχρι τον βαθμό του αντιεισαγγελέα Εφετών.


Οι ρεπουμπλικανικές ιδέες είχαν
παράδοση στα Επτάνησα, όπου οι ριζοσπάστες τις προπαγάνδιζαν ήδη την περίοδο του
βρετανικού προτεκτοράτου. Μια σειρά παλαιοί ριζοσπάστες, όπως οι Παν. Πανάς,
Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος, Ιωσήφ Μομφεράτος και Κωνσταντίνος Ανδρεάτος, παρέμεινα
πιστοί σε αυτές τις ιδέες και μετά την ένωση με την Ελλάδα. Ο Ρόκκος Χοϊδάς θα
αποτελέσει τον πιο γνήσιο, συνεπή και αξιοπρεπή εκφραστη αυτής ριζοσπαστικής
παράδοσης, προσφέροντας ως τίμημα ακόμη και την ίδια του τη ζωή.


Η περίοδος των αρχών της
δεκαετίας του 1870 ήταν μια πολύ έντονη πολιτικά εποχή, καθώς ο βασιλιάς
επιχειρούσε να ανατρέψει το σύνταγμα και τον κοινοβουλευτισμό προς όφελος μια
βασιλικής δικτατορίας που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των ομογενών
χρηματιστών που κατέφθασαν την πρώτη πεντατετία του 1870 στην Αθήνα. Προκαλούσε
μάλιστα συνεχώς κρίσεις ρίχνοντας τη μία μετά την άλλη τις κυβερνήσεις.
Αποκορύφωμα αυτής της προσπάθειας υπήρξε η πρωθυπουργία Δημ. Βούλγαρη στα 1875.
Ο Ρόκκος Χοϊδάς συμμετείχε ενεργά στο κίνημα ενάντια στο βασιλια και την
κυβέρνηση Βούλγαρη. Σε μία συγκέντρωση διαμαρτυρίας του λαού στην πλατεία
Συντάγματος για τις αυθαιρεσίες της κυβέρνησης Βούλγαρη, ο Μεσολογγίτης
βουλευτής Στάικος εξύβρισε το συγκεντρωμένο λαό, με αποτέλεσμα την επέμβαση του
Χοϊδά υπέρ του λαού. Τελικά, η φιλονικία κατέληξε σε μονομαχία, στην οποία ο
Στάικος τον πυροβόλησε στον πνεύμονα. Επί ένα μήνα χαροπάλευε ενώ πλήθος κόσμου
ήταν συγκεντρωμένο καθημερινά έξω από την οικία του. Η βασιλική αυλή για να
προλάβει τις αναταραχές του πρότεινε να σταλεί με υποτροφία από το παλάτι η
κόρη του, Πηνελόπη, για σπουδές στην Ελβετία και στη συνέχεια να διοριστεί
κυρία επί των τιμών της βασίλισσας. Ο Χοϊδάς όμως αρνήθηκε, κερδίζοντας την
εκτίμηση των ομοϊδεατών του και παράλληλα το μένος των φιλομοναρχικών. Η
σύγκρουση αυτή επέδρασε καταλυτικά στην απόφασή του να εισαχθεί στην πολιτική.


Το 1875 ίδρυσε τη Δημοκρατική
Νεολαία Αργοστολίου και ανήκε στα ιδρυτικά μέλη της λέσχης του Ρήγα, που
δημιουργήθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1876. Η λέσχη αυτή αποσκοπούσε στη
διάδοση φιλελεύθερων και μεγαλοελλαδικών ιδεών και προπαγάνδιζε τη
ρεπουμπλικανική δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία. Επίσης, αγωνιζόταν για την
κατάργηση της θανατικής ποινής. Ο Χοϊδάς αντέταξε στα απαράδεκτα κατά τη γνώμη
του πολιτικά ήθη, στην κρατική διαφθορά και στους στόχους των ηγετικών
κύκλων  των κομμάτων το σχέδιο μιας
δημοκρατικής Μεγάλης Ελλάδας, που στο εσωτερικό θα πραγματοποιούσε τη λαϊκή
κυριαρχία, τις επαναστατικές αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της
αδελφοσύνης, θα επελευθερωνόταν από το λήθαργο και στην εξωτερική πολιτική θα
πετύχαινε τις εδαφικές επιδιώξεις δια «της τόλμης ανδρων ελευθέρων». Για αυτό
το λόγο υποστήριζε την ανάγκη της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.


Αρχικά, θα συνταχθεί με το νέο
Τρίτο Κόμμα του Χαρ. Τρικούπη και των άλλων ριζοσπαστών Επτανησίων, όπως ο
Λομβάρδος, συναρχηγός του Τρικούπη. Έτσι, στις 18 Ιουλίου του 1875 εκλέχτηκε
βουλευτής Κραναίας Κεφαλληνίας. Στη σύγκρουση για το Σύνταγμα θα στηρίξει τον
αγώνα του Τρικούπη για την αρχή της δεδηλωμένης». Σε μια από τις συνεδριάσεις
της βουλής και παρουσία του Γεωργίου Α΄ με υπερηφάνεια είχε υποστηρίξει την βασίλευτη
δημοκρατία  και είχε προειδοποιήσει τον
βασιλιά να μην επιχιερήσει την ανατροπή του πολιτεύματος, δεχόμενος θύελα
χειροκροτημάτων από τα θεωρεία. Γενικότερα, κατά τη διάρκεια της πολιτικής του
σταδιοδρομίας διακρίθηκε για τις ρητορικές του ικανότητες εναντίον της
βασιλείας. Αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες όμως, κυρίως στις προεκλογικές του
περιοδείες, από διαφόρους παρακρατικούς μηχανισμούς. Το 1877 εξαναγκάστηκε σε
παραίτηση για πρώτη φορά από το βουλευτικό αξίωμα, επειδή το περιεχόμενο μιας
αγόρευσής του θεωρήθηκε, από την πλειοψηφία της Βουλής, προσβλητικό για τους
θεσμούς και τη βασιλεία. Αργότερα, επανεκλέχτηκε ξανά το 1883 και το 1885 ως
βουλευτής Αττικής.


Ο σταθερός και επίμονος αγώνας
του για την ανατροπή του μοναρχικού καθεστώτος τον έφερε όμως σε πλήρη
σύγκρουση με το μοναρχικό και συγκεντρωτικό πλέον κόμμα, το Νεωτερικό του Χαρ.
Τρικούπη. Διαφωνούσε με την πολιτική ενός ταχύρρυθμου εκσυχρονισμού που θα είχε
σημαντικές αρνητικές κοινωνικοπολιτικές συνέπειες για το λαό. Για αυτό το λόγο
κατά τη δεκαετία του 1880 «ψήφιζε όπως οι Δηλιγιαννικοί», δηλαδή όπως το
κριτικά διακείμενο προς τον θρόνο, αλλά όχι προς το θεσμό της μοναρχίας, Εθνικό
Κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη στηρίζοντας πιστά το φιλολαϊκό, φιλοκοινοβουλευτικό και
αντιφορολογικό πρόγραμμά του. Γενικά, όμως ακολουθούσε μια μοναχική πορεία και
δεν μπόρεσε να σχηματίσει ένα αμιγώς Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Αυτός και ο
Τιμολέων Φιλήμονας υπήρξαν οι μοναδικοί βουλευτές που έδωσαν όρκο βουλευτή υπό
επιφύλαξη, δηλαδή χωρίς να ανγνωρίζουν το πολίτευμα της βασιλευομένης
δημοκρατίας. Το προσωπικό του έμβλημα ήταν ένα κλαδί βαΐων.


Το 1885 παραιτήθηκε οριστικά από
το βουλευτικό αξίωμα ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την απόπειρα δολοφονίας
εναντίον του που πραγματοποιήθηκε στις σκάλες της Βουλής με κύριο οργανωτή τον
αστυνόμο Κοκκινόπουλο. Η παραίτηση του δεν έγινε αποδεκτή, αλλά ο ίδιος δεν
επανήλθε στη Βουλή, συνεχίζοντας έτσι τους δημοκρατικούς του αγώνες
εξωκοινοβουλευτικά. Τον ίδιο χρόνο ίδρυσε με τον Καλαβρυτινό βουλευτή Οικονόμου
το Λαϊκό κόμμα, το οποίο διαλύθηκε σύντομα ενώ στήριξε δημοκρατικούς συλλόγους
όπως τον «Δημοκρατικό Σύλλογο των Πατρών» και τον «Σοσιαλιστικό
Σύνδεσμο»
του Σταύρου Καλλέργη. Έπειτα συνεργάστηκε με τον Κλεάνθη
Τριανταφύλλου στην έκδοση του πολιτικοσατιρικού περιοδικού «Ραμπαγάς».


Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1888, αν
και γνώστης των άρθρων του ισχύοντος τότε Συντάγματος της Ελλάδος, ο Χοϊδάς
δημοσίευσε δύο άρθρα του στην εφημερίδα Ραμπαγά, τα οποία θεωρήθηκαν υβριστικά
για τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄ και τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο. Στη
συνέχεια, οδηγήθηκε σε δίκη στην Άμφισσα, όπου τον Μάιο του 1889 μετά από μία
απολογία που διήρκεσε 24 ώρες, κατά την οποία κατηγόρησε δριμύτατα τους
αυλοκόλακες και τα βασιλικά κόμματα της εποχής, καταδικάστηκε σε τριετή
φυλάκιση και οδηγήθηκε στις φυλακές της Χαλκίδας. Λέγεται ότι ο Τρικούπης τον
ενημέρωσε ότι θα του δινόταν χάρη αν προηγουμένως δήλωνε πίστη στο Σύνταγμα. Ο
Χοϊδάς όμως θεώρησε την πρόταση εξευτελιστική και αρνήθηκε την αποδοχή της όπου
και παρέμεινε ένα χρόνο εσώκλειστος στις φυλακές μέχρι τις 15 Μαΐου του 1890,
οπότε και απεβίωσε από υποτροπή της παλιάς του πληγής εξαιτίας των κακουχιών
της φυλακής. Μερικοί υποστήριξαν ότι αυτοκτόνησε, κάτι το οποίο δεν
αποδείχτηκε. Μετά το θάνατό του θα σχηματιστεί πάντως ένα εφήμερο
ρεπουμπλικανικό κόμμα από άλλους ριζοσπάστες και συντρόφους του Χοϊδά.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ



Ο Ηλίας Ηλιού (Κάστρο Λήμνου 1904 – Α...

 Ο Ηλίας Ηλιού (Κάστρο Λήμνου 1904 – Αθήνα
1985) δικηγόρος υπήρξε μέλος Εργατοαγροτικού Κόμματος, στη συνέχεια του ΚΚΕ και
αργότερα βουλευτής, δικηγόρος και Πρόεδρος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς.
Υπήρξε πραγματικά κορυφαία προσωπικότητα του τόπου, φορέας ήθους, αρετής,
πολιτισμού με την παρουσία του στον πολιτικό, επιστημονικό και πνευματικό τομέα
για μισό αιώνα. Χάρις σ' αυτόν, και σ' ελάχιστους άλλους, οι θέσεις της
Αριστεράς αναπτύχθηκαν με σαφήνεια, σπάνια ευγλωττία και με μια γλώσσα που δεν
είχε τίποτα το κομματικά δογματικό. Ο ορθός λόγος και η ποιότητα ήταν τα
χαρακτηριστικά της παρουσίας του στο βήμα της Βουλής. Νομικός με σπάνια γενική
παιδεία και μετριοπαθής πολιτικός έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από όλες τις
πολιτικές πτέρυγες της Βουλής. Γιός του Φίλιππου Ηλιού ολοκλήρωσε τις σχολικές
του σπουδές στη Μυτιλήνη και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών. Σταδιοδρόμησε στα Πρωτοδικεία Μυτιλήνης και Αθήνας και από το 1939 στον
Άρειο Πάγο. Από τη δικηγορία αποσύρθηκε το 1966. Στα νεανικά του χρόνια
συνεργάστηκε στα λογοτεχνικά περιοδικά “Νουμάς” (του οποίου υπήρξε και μέλος
της συντακτικής επιτροπής), “Φιλική Εταιρεία” και “Ελληνικά Γράμματα”. Ήδη από
το 1923 ασχολείται με την πολιτική, όταν ως φοιτητής εντάχθηκε στη νεολαία του
Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Βρίσκεται έτσι στο πλευρό του ηγέτη και της παράταξης
εκείνης που θα προτάξει την ανάγκη τη συγκρότησης κοινωνικού κράτους και την
ίδρυση συνεταιριστικών δομών, αλλά το πιο σημαντικό θα υποστηρίξει με συνέπεια
και επιμονή το σύνθημα της αβασίλευτης δημοκρατίας προκαλώντας ενθουσιασμό σε
στρατιώτες και πρόσφυγες μετά την κατάρρευση του Μετώπου και στην πράξη θα
οδηγήσει τη χώρα στο αβασίλευτο δημοκρατικό πολίτευμα. Σε εκείνα τα χρόνια ο
Ηλιού γνωρίζει και τον Πασαλίδη Το 1932 και το 1936 ο Ηλιού κατέρχεται
υποψήφιος βουλευτής στη Λήμνο με το Εργατικό και Αγροτικό Κόμμα, όπως
ονομάζεται τότε το Κόμμα του Παπαναστασίου. Το Κόμμα με έμβλημα έναν αγρότη που
όργωνε υπό τον ανατέλλοντα ήλιο διαχωρίζεται από το βενιζελικό κόμμα στα
ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής και ιδίως στην αυταρχοποίηση του πολιτικού
καθεστώτος, θα υπερασπιστεί μέχρι τέλους τη δημοκρατία. Κατά τη διάρκεια της
Κατοχής ο Ηλίας Ηλιού προσχώρησε στο ΕΑΜ και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση.
Με τη λήξη των Δεκεμβριανών συνελήφθη από τους Βρετανούς για ένα μήνα. Αμέσως
μετά την απελευθέρωσή του, το 1945, έγινε μέλος του ΚΚΕ. Κατά τον Εμφύλιο
εκτοπίστηκε δύο φορές (Ικαρία, Μακρόνησος, Άη Στράτη). Το μεγάλο στοίχημα για
την Αριστερά ήταν να εκπροσωπηθεί στο Κοινοβούλιο. Έτσι, στις εκλογές του 1951
η Δεξιά ξαφνιάστηκε και δυσανασχέτησε όταν με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ
αναδείχτηκαν πανηγυρικά οι εξόριστοι στον Άη Στράτη υποψήφιοι:
Ηλιού,
Σαράφης, Πρωιμάκης, Γαβριηλίδης, Ιμβριώτης, Τσόχας και Χατζημιχάλης, η εκλογή
των οποίων ακυρώθηκε επειδή ήταν εξόριστοι. Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής
της ΕΔΑ, της νέας μορφής του ηττημένου ΚΚΕ, μπήκε δραστήρια στους πολιτικούς
αγώνες και ιδιαίτερα εναντίον του νέου αντιδημοκρατικού συντάγματος που
ετοίμαζε το καθεστώς των νικητών του εμφυλίου, ενώ αναλαμβάνει την εκπροσώπηση
των αριστερών κατηγορούμενων. Επανεκλέχθηκε βουλευτής Λέσβου στις εκλογές 1956,
158, 1963 και Αθήνας το 1964. Σε πολύ δύσκολες συνθήκες αναλαμβάνει την
κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της ΕΔΑ και ολόκληρη η κοινοβουλευτική του θητεία χαρακτηρίζεται
από κραταιές μάχες μέσα στην αίθουσα της Βουλής. Από αυτή τη θέση προειδοποίησε
την Ένωση Κέντρου, όταν κυβερνούσε, για τον κίνδυνο της δικτατορίας
κατονομάζοντας ως υποκινητή τον επερχόμενο αρχιπραξικοπηματία Παπαδόπουλο. Τότε
η ΕΔΑ καλούσε
  σε ένα πλατύ
αντιδικτατορικό μέτωπο για την αποτροπή της δικτατορίας, αλλά η ηγεσία του ΚΚΕ
στο εξωτερικό, με γραμματέα τον Κ. Κολιγιάννη υποτιμούσε τον κίνδυνο της
δικτατορίας και προωθούσε την εντελώς λαθεμένη και μαξιμαλιστική γραμμή
"πάλη για την de jure και de facto νομιμοποίηση του ΚΚΕ". Ο ίδιος με
δριμύτατους λόγους θα καταγγείλει τις εκλογές νοθείας και στη συνέχεια τις
κυβερνήσεις της αποστασίας καλώντας διαρκώς την Ένωση Κέντρου σε πολιτική
συνενόηση. Όταν η προοπτική αυτή διαφαίνεται, ξεσπάει το πραξικόπημα. Ο ίδιος
συλαμβάνεται, βασανίζεται άγρια το βράδυ της 25ης Απριλίου 1967 στον

Ιππόδρομο μπροστά σε χιλιάδες συγκρατούμενους αριστερούς και εκτοπίζεται στη
Γυάρο. Η διαταγή του ξυλοδαρμού του στον Ιππόδρομο φαίνεται ότι ήρθε από τον
ίδιο τον Παπαδόπουλο. Από εκεί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των φυλακών Αβέρωφ
και σε άλλα νοσοκομεία, πάντα υπό πλήρη απομόνωση. Αφέθηκε ελεύθερος το 1970
για ανήκεστη βλάβη της υγείας του. Μετά την πτώση της Χούντας ανασυγκρότησε την
ΕΔΑ της οποίας και έγινε πρόεδρός της. Εξελέγη δε για δύο κοινοβουλευτικές
περιόδους βουλευτής με την Ενωμένη Αριστερά (1974) και με τη Συμμαχία (1977).
Πίστευε βαθιά πως η Ελλάδα είχε ανάγκη από ένα πλατύ δημοκρατικό -
πλουραλιστικό κόμμα αριστερής - σοσιαλιστικής δομής, ένα φορέα που δεν θα ήταν
αποκομμένος από τις ρίζες του μαρξισμού και του εργατικού κινήματος, αλλά χωρίς
τις "αγκυλώσεις" παλαιών μοντέλων. Ο ίδιος πρωτοστάτησε για την
ενότητα της αριστεράς, όταν οι συζητήσεις για το θέμα αυτό, είχαν πάρει ευθεία
έκταση τον πρώτο καιρό της

μεταπολίτευσης. Πολύ απογοητευμένος από τη διάσπαση και την εκλογική καθίζηση
της αριστεράς αποχωρεί από την ενεργό πολιτική ανάμιξη.


Ως νομικός και
πολιτικός ο Ηλίας Ηλιού, κέρδισε την εκτίμηση ευρύτερων κύκλων έξω από την
αριστερά. Έλαβε μέρος σε συνέδρια της Διεθνούς Εταιρείας Δημοκρατικών Νομικών
(1956, 1960) και της οργάνωσης για την Αμνηστία στην Ελλάδα (Παρίσι 1960,
1962), διετέλεσε μέλος της εταιρείας μελέτης και επιστημονικού σχεδιασμού
Επιστήμη
  - Ανοικοδόμηση και του
Δημοκρατικού Συλλόγου Ελλήνων Επιστημόνων. Μελέτες του: Η ελληνική δημόσια και
ιδιωτική οικονομία (1960), Η αλήθεια για την Κοινή Αγορά (1962),
Οικονομικοκοινωνική υποδομή και προσδιορισμός πολιτικών στόχων (1965), Η κρίση
εξουσίας (1966), Το Σύνταγμα και οι παραβιάσεις του (1975), Πολιτικά Κείμενα
(1977), Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (1978), Το μήνυμα του
Θουκυδίδη (1980) και η ρητορική του Αριστοτέλη (1984). Μεταφράσεις αρχαίων
συγγραφέων. Γιος του ήταν ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού και η Μαρία Ηλιού.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ



Ο Παντελής Πουλιόπουλος (Θήβα 1900 – ...

Ο Παντελής Πουλιόπουλος (Θήβα 1900 –
Νεζερό 1943) υπήρξε μια από τις πιο λαμπρές φυσιογνωμίες του ελληνικού
κομμουνιστικού κινήματος. Συμμετείχε στο κίνημα των φαντάρων στο μικρασιατικό
μέτωπο, υπήρξε ηγέτης του κινήματος των Παλαιών Πολεμιστών, γραμματέας του ΚΚΕ,
ηγέτης του ελληνικού τροτσκιστικού ρεύματος, σημαντικός μαρξιστής- διανοούμενος
και αγωνιστής δικηγόρος. Εκτελέστηκε στο Νεζερό της Λάρισας από τα Ιταλικά
στρατεύματα Κατοχής. Γιος του Νικολάκη Πουλιόπουλου, εμπόρου που καταγόταν από
την Ήπειρο, είχε την οικονομική δυνατότητα να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του
σπουδές και να γραφτεί το 1919 στη Νομική Σχολή της Αθήνας.
  Εκεί ο Πουλιόπουλος στρατολογήθηκε στους
ομίλους που είχαν δημιουργήσει τα μέλη του ΣΕΚΕ(Κ). Το 1920 καλείται να
υπηρετήσει τη θητεία του στο μέτωπο. συνέβαλε στην οργάνωση αντιπολεμικού του
κινήματος στο μέτωπο. Συμμετείχε στη σύνταξη της εφημερίδας "Ερυθρός
Φρουρός" και στην οργάνωση κομμουνιστικών πυρήνων στις μονάδες. Οι
προκηρύξεις του "Κεντρικού συμβουλίου των κομμουνιστών φαντάρων του
μετώπου" είναι συνήθως γραμμένες από το χέρι του Πουλιόπουλου. Η δράση του
αυτή προκάλεσε τη σύλληψή του μαζί με άλλους συντρόφους του και την παραπομπή
του σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και με προοπτική την
εκτέλεση. Σύντομα όμως το μέτωπο κατέρρευσε και απελευθερώθηκε. Εμπνευσμένος
από την Οκτωβριανή Επανάσταση και ριζοσπαστικοποιημένος μέσα στις παράνομες και
σκληρές συνθήκες της δράσης στο μέτωπο συμπαρατάχτηκε, όπως και η πλειονότητα
των φαντάρων του ΣΕΚΕ(Κ), με την κομμουνιστική τάση μέσα στο Κόμμα. Έτσι, θα
είναι καίρια η συμβολή του στο Έκτακτο Εκλογικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ(Κ) (Σεπτέμβρη
1923) στο οποίο θα καταδικαστούν οι «ρεφορμιστές» σοσιαλδημοκράτες και οι
«εξτρεμιστές» του Παπαναστασίου. Ο ίδιος θα αναδειχθεί πρόεδρος της Πανελλήνιας
Ομοσπονδίας Παλαιών Πολεμιστών πρωταγωνιστώντας στις κινητοποιήσεις τους. Τότε
συνέγραψε το έργο του
Πόλεμος κατά του πολέμου (με το ψευδώνυμο Φίλιππος
Ορφανός). Στα τέλη του 1923, ο Παντελής Πουλιόπουλος θα μεταβεί στην Μόσχα και
θα εκπροσωπήσει το κόμμα στην ΚΔ. Εκεί θα συναντήσει τον Λένιν και τον Κάμενεφ.
Το Φεβρουάριο του 1924 εκλέγεται γραμματέας του ΚΚΕ, στο λεγόμενο συνέδριο της
μπολσεβικοποίησης. Κατά ένα τρόπο έφερε την εμπιστοσύνη των Ζηνόβιεφ και
Κάμενεφ, αλλά και παράλληλα ήταν ένας άνθρωπος που είχε αναδειχτεί μέσα από το
αντιπολεμικό κίνημα και το κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών και, βέβαια, εξέφραζε
το, οριστικά ηγεμονικό πλέον, μπολσεβίκικο ρεύμα. Ο Πουλιόπουλος συμπύκνωνε στο
πρόσωπό του τα χαρακτηριστικά ενός ηγέτη, που αναδείχθηκε από τους κοινωνικούς
αγώνες και ταυτόχρονα ήτανε αρεστός στην ΚΔ. Έφερε το χρίσμα των ηγετών της
χώρας του σοσιαλισμού και, επομένως, την υπόσχεση νίκης και της επίλυσης κάθε
προβλήματος. Στο Συνέδριο αυτό το Κόμμα θα αποχτήσει τα τυπικά χαρακτηριστικά
ενός μπολσεβίκικου κόμματος, αλλά και ταυτόχρονα θα υιοθετήσει συνθήματα, όπως
αυτό της ανεξαρτησίας της Μακεδονίας και της Θράκης, που στο όνομα της
διεθνιστικής πάλης θα αποβούν καταστροφικά για το ελληνικό κομμουνιστικό
κίνημα. Ο Πουλιόπουλος θα είναι ο βασικός υποστηρικτής αυτών των θέσεων. Η
Παγκαλική δικτατορία συνέλαβε όμως την ηγεσία του ΚΚΕ με την κατηγορία της
“εσχάτης προδοσίας” και την κατηγορία της απόπειρας “απόσπασης της Μακεδονίας
και της Θράκης”. Οι Π. Πουλιόπουλος, Ι. Μοναστηριώτης, Τ. Φίτσιος και Σ.
Μάξιμος αντιμετωπίζουν σε τρεις συνεχείς δίκες την ποινή του θανάτου. Πολλές
διεθνείς οργανώσεις απέστειλαν διαμαρτυρίες. Οι κατηγορίες απορρίφτηκαν, αλλά
αντί να απελευθερωθούν εξορίστηκαν στην Ανάφη, την Αμοργό και τη Φολέγανδρο .


Ο Πουλιόπουλος
εξορίστηκε στη Φολέγανδρο. Αφέθηκε ελεύθερος το 1926 με την πτώση της
δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου. Σε μια κομματική “Σύσκεψη Παραγόντων” ο
Πουλιόπουλος θα αναγνωριστεί ως ηγέτης του Κόμματος. Ο ίδιος όμως θα παραιτηθεί
και θα αποσυρθεί στη Θήβα επικαλούμενος προσωπικούς λόγους. Οι καταστροφικές
συνέπειες
  του συνθήματος για το
Μακεδονικό, η ασυνέπεια της γραμμής του Κόμματος και των στελεχών που ανέλαβαν
την ηγεσία κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του τον οδήγησαν σε μια προσωπική και
πολιτική κρίση και προκάλεσαν έναν ευρύτερο προβληματισμό για την πορεία της
Κομμουνιστικής Διεθνούς. Έτσι, σύντομα από αδιαμφισβήτητος ηγέτης θα περάσει
στην αντιπολίτευση προσχωρώντας στις θέσεις του Τρότσκι. Στο 3ο Τακτικό
Συνέδριο το 1927 θα ασκήσει δριμύτατη κριτική στην ανερχόμενη ηγετική ομάδα
Χαϊτά Ευτυχιάδη.
  Θεωρούσαν πως το Κόμμα
βρισκόταν σε θεωρητική ανηλικιότητα και ζητούσαν γενική ανακαθάριση και νέα
επιλογή των στελεχών του. Διαφωνούσαν με τη στάση των εκπροσώπων της ΚΔ και
ζητούσαν να γίνει ενημέρωση για τις διαφωνίες στο εσωτερικό της ΚΔ και του ΚΚ
ΕΣΣΔ και υποστήριζαν την εγκατάλειψη του συνθήματος για ανεξαρτησία της
Μακεδονίας – Θράκης. Η διαγραφή των αντιπολιτευόμενων θα οδηγήσει στη
συγκρότηση της Αριστερής Αντιπολίτευσης του ΚΚΕ (μαζί με τους Μάξιμο,
Νικολινάκο, Γιατσόπουλο, Σκλάβο) που εξέδιδε το περιοδικό Σπάρτακος. Το 1930 θα
διεκδικήσει την αναγνώριση ως επίσημου τμήματος της Διεθνούς Αριστερής
Αντιπολίτευσης, αλλά ο Τρότσκυ θα προτιμήσει τους αρχειομαρξιστές. Ο
Πουλιόπουλος και η ομάδα του θα ασκήσουν κριτική στον Τρότσκυ για αυτή την
επιλογή του και θα συμπαραταχθούν με μια τάση που αποχώρησε από την ΔΑΑ και
είχε ως αρχηγό τον Αυστριακό Κουρτ Λαντάου. Ο Πουλιόπουλος δε θα αποδεχθεί ποτέ
το
  Αρχειομαρξιστικό ρεύμα ως τμήμα της
αντιπολίτευσης και θα το πολεμήσει περισσότερο από την ηγεσία του ΚΚΕ. Η βασική
τους διαφωνία ήταν ότι ο Πουλιόπουλος δε έβλεπε την ομάδα του ως μια ξεχωριστή
οργάνωση που έχει στόχο την ίδρυση ενός νέου κόμματος. Αλλά αντίθετα, ως μια
αντιπολίτευση που ασκεί κριτική στο ΚΚΕ, αποσκοπεί στην επανένταξή της στο
Κόμμα και στην επαναφορά των λενινιστικών αρχών στην πολιτική του γραμμή. Το
1934 η Ομάδα Σπάρτακος θα συγχωνευθεί με την οργάνωση του Μιχάλη Ράπτη ΛΑΚΚΕ
και ιδρύσουν την ΟΚΔΕ. Αρχικά, ο Πουλιόπουλος διαφωνεί με τη θέση του Τρότσκυ
για ίδρυση νέας Διεθνής και νέου Κόμματος. Η απόφαση της 4ης Ολομέλειας του ΚΚΕ
που ορίζει ότι λόγω του μη-ανεπτυγμένου και "μισοφεουδαρχικού"
χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού η επερχόμενη επανάσταση στην Ελλάδα δε θα
μπορούσε να είναι σοσιαλιστική αλλά αστικοδημοκρατική, τον οδηγήσε σε συμφωνία
με τον Τρότσκυ. Ο Πουλιόπουλος με το έργο του
Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική
Επανάσταση στην Ελλάδα;
υποστήριξε το σοσιαλιστικό της χαρακτήρα,
τονίζοντας τόσο το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα και την
πραγματοποιημένη λύση του αγροτικού ζητήματος όσο και ότι πολλά θέματα που
παρουσιάζονται σαν έλλειμμα δημοκρατίας η αστική τάξη δεν μπορούσε πια να τα
επιλύσει και μάλιστα έπαιρνε μια έντονα αυταρχική στροφή. Θεωρούσε ότι, στην
πράξη, αυτή η τακτική σήμαινε την εγκατάλειψη του στόχου της σοσιαλιστικής
επανάστασης γενικά.
  Άλλο σημείο
σύγκρουσης με το ΚΚΕ ήταν η σχέση με τις μη-κομμουνιστικές εργατικές
οργανώσεις. Υπό το βάρος της ήττας με την άνοδο του
  φασισμού στη Γερμανία τα επίσημα κομμουνιστικά
κόμματα, που για μια ολόκληρη περίοδο δεν ήθελαν καμία συνεργασία μαζί τους,
στράφηκαν προς την τακτική του "Λαϊκού Μετώπου". Ο Πουλιόπουλος
   με το έργο του Λαϊκά Μέτωπα υποστήριζε
την ανάγκη συνεργασίας στη δράση, αλλά τονίζοντας την ανάγκη πολιτικής και
οργανωτικής ανεξαρτησίας των κομμουνιστών, απορρίπτοντας ιδιαίτερα τη συμμετοχή
σε οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση. Το 1937 η ΟΚΔΕ θα συγχωνευθεί με μια άλλη
οργάνωση που προήλθε από διάσπαση του Αρχειομαρξισμού την Ενωτική ΟΚΔΕ.
  Το Σεπτέμβριο του 1938, η ΕΟΚΔΕ συμμετείχε
στην ίδρυση της 4ης Διεθνούς στο Παρίσι. Το τεράστιο ζήτημα που θα απασχολήσει
το διεθνές και ελληνικό αντιπολιτευτικό κίνημα εκείνη την περίοδο ήταν η
οφειλόμενη στάση της εργατικής τάξης απέναντι στον επερχόμενο πόλεμο. Ορίζοντας
την Σοβιετική Ένωση ως εκφυλισμένο εργατικό κράτος που χρειάζεται μια νέα
πολιτική επανάσταση θεωρούσε ότι η εργατική τάξη και η 4η Διεθνής όφειλε να
στηρίξει την Σοβιετική Ένωση απέναντι στο φασισμό, άρα και στην επίθεση που
ενδεχομένως θα δεχόταν από τη ναζιστική Γερμανία. Όριζε όμως τον πόλεμο ως
ιμπεριαλιστικό και θεωρούσε ότι οι εργατικές τάξεις των εμπλεκόμενων χωρών δε
θα έπρεπε να υποστηρίξουν τις αστικές τους τάξεις. Στην αντίσταση, ο
Πουλιόπουλος και η ομάδα του κατήγγειλε το ΚΚΕ για εθνικοπατριωτισμό και
παρέκκλιση από τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού. Θεωρούσε ότι η Βρετανία
δε θα επέτρεπε μια επανάσταση στην απελυθερωμένη Ελλάδα. Για αυτό το λόγο δε
ζήτησαν ποτέ να ενταχθούν στο ΕΑΜ, αλλά το πολέμησαν. Οι τροτσκιστές όμως
έκαναν αντίσταση με το δικό τους τρόπο καλώντας σε κοινή δράση έλληνες εργάτες
και γερμανούς φαντάρους, σπάζοντας μαγαζιά κ.α. Η δικτατορία δεν απελευθέρωσε
τους πολιτικούς κρατούμενους με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Το
1943, μαζί με πάνω από εκατό άλλους φυλακισμένους, εκτελέστηκε από τις ιταλικές
κατοχικές δυνάμεις στο Νεζερό, κοντά στη Λάρισα, σε αντίποινα για την ανατίναξη
της γέφυρας του Γοργοπόταμου. Απευθύνθηκε στα ιταλικά στους στρατιώτες του
εκτελεστικού αποσπάσματος να μην τους εκτελέσουν στο όνομα του αντιφασισμού και
της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Όταν οι στρατιώτες αρνήθηκαν να τους εκτελέσουν,
την εκτέλεση έκαναν οι αξιωματικοί.


Εκτός από τα
παραπάνω έργα, Μετέφρασε τα ελληνικά
Το Κεφάλαιο και την Κριτική της
Πολιτικής Οικονομίας
του Μαρξ  και την
Προδομένη Επανάσταση του Τρότσκι. Επίσης μετέφρασε τις Οικονομικές
Θεωρίες του Καρόλου Μαρξ
και τον Καντ του Καρλ Κάουτσκυ  και την Ιστορία του Ιστορικού Υλισμού
του Νικολάι Μπουχάριν.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ






O Αλέξανδρος Κοριζής (Πόρος, 1885 – Α...

O Αλέξανδρος
Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 1941) υπήρξε σημαντικό της Εθνικής Τράπεζας της
Ελλάδας κατά τον μεσοπόλεμο και πρωθυπουργός της χώρας μετά τον θάνατο του
Μεταξά. Αυτοκτόνησε λίγες μέρες πριν την κατάρρευση του μετώπου και τη
συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Γεννήθηκε στον Πόρο όπου και ολοκλήρωσε τις
εγκύκλιες σπουδές του. Στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών
(1901-1905). Παρότι γόνος σημαίνουσας πολιτικής οικογένειας της περιοχής της
Τροιζηνίας (ο πατέρας του Γεώργιος υπήρξε δήμαρχος Πόρου και βουλευτής
Τροιζηνίας, όπως και ο παππούς του Σταμάτιος και ο προπάππους του Γεώργιος),
δεν επέλεξε πολιτική καριέρα. Το 1903 διορίστηκε στην Εθνική Τράπεζα της
Ελλάδας. Υπηρέτησε κυρίως στην υπηρεσία Επιθεωρήσεως και Οργανώσεως της
Τράπεζας. Συμμετείχε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός (απόφοιτος της σχολής Έφεδρων
αξιωματικών) στους Βαλκανικούς Πολέμους. Προβιβάστηκε σε έφεδρο υπολοχαγό και
τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος (1914) και τα
αναμνηστικά μετάλλια των Βαλκανικών πολέμων. Μετά τους βαλκανικούς, η καριέρα
του ακολουθεί ανοδική πορεία στην Τράπεζα καταλαμβάνοντας πολύ σημαντικά πόστα
(Διευθυντής του Τμήματος Επιθεωρήσεως (1914), Τμηματάρχης (1917), Γενικός Επιθεωρητής
(1919), οργανικός διευθυντής (1921). Την περίοδο 1919-1920 ανέλαβε ίδρυσε και
οργάνωσε το υποκατάστημα Σμύρνης της Τράπεζας, ενώ παράλληλα χρημάτισε
οικονομικός σύμβουλος του Ύπατου Αρμοστή της Σμύρνης. Κατά τα επόμενα χρόνια
συνέβαλε στην ίδρυση και διοίκηση του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού, της
Αγροτικής Τράπεζας. Το 1928 ανέλαβε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας, ενώ το
1939 ανέλαβε διοικητής της. Παράλληλα την περίοδο 1917-1941 ήταν πρόεδρος του
ΔΣ του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Ο Κοριζής ανήκε σε εκείνη την διοικητική
ελίτ των τεχνοκρατών στελεχών που αναδείχτηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου σε
καθοριστικό παράγοντα για την παρεμβατική πλέον πολιτική του κράτους στην
οικονομία και την κοινωνία εκφράζοντας τις εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις για τη
δημιουργία ενός μόνιμου τεχνοκρατικού στελεχιακού προσωπικού που θα
διαμεσολαβεί μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας. Όχι τυχαία, λοιπόν, ταυτίστηκε με
το Βενιζελικό μπλοκ και τους Φιλελεύθερους, αν και γενικά απείχε από την ενεργό
πολιτική δράση. Μόνο το 1933 συμμετείχε ως Υπουργός Κρατικής Υγιεινής και
Αντιλήψεως στην ολιγοήμερη κυβέρνηση του στρατηγού Αλέξανδρου Οθωναίου, μετά
την αυθημερόν καταστολή του πραξικοπήματος του Ν. Πλαστήρα. Την δύσκολη περίοδο
για την πορεία και την κατάσταση της χώρα επιλέχθηκε από τον Γεώργιο Β΄ ως
αντικαταστάτης του του Μεταξά στην πρωθυπουργία μετά τον θάνατο του τελευταίου.
Έτσι ανέλαβε όλες τις θέσεις του δικτάτορα, δηλαδή την προεδρία της Κυβερνήσεως
και του Υπουργικού Συμβουλίου και ταυτόχρονα το Υπουργείο Εξωτερικών, Εθνικής
Παιδείας και Θρησκευμάτων, Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας. Η τοποθέτησή
του σε όλα αυτά τα κρίσιμα χαρτοφυλάκιο μέσα σε αυτές τις περιστάσεις μάλλον
υποδηλώνουν την διάθεση του βασιλιά να ελέγχει πλήρως την κυβέρνηση μέσα από
ένα πρόσωπο απόλυτης πολιτικής εμπιστοσύνης. Ο Αλέξανδρος Κοριζής ήταν
ταυτισμένος πολιτικά με την Βρετανία, γεγονός που εκτιμήθηκε από τον Γεώργιο
μάλλον ως σημαντικό προσόν, ενώ ήταν περισσότερο τεχνοκράτης – διαχειριστής και
λιγότερο πολιτικός. Την ίδια στιγμή ήταν ένα πρόσωπο εκτός κυβέρνησης Μεταξά
και ως εκ τούτου μη στιγματισμένο από το φασιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος.
Παράλληλα έχαιρε κοινής εκτίμησης και αναγνώρισης από όλο τον αστικό πολιτικό
κόσμο. Μπορούσε δηλαδή να εκφράσει το κλίμα της Εθνικής Ενότητας που απαιτούσαν
οι συνθήκες. Ως υπουργός διατήρησε το ίδιο υπουργικό συμβούλιο. Ο ελληνικός
στρατός αντιμετώπισε με επιτυχία την Εαρινή αντεπίθεση του ιταλικού
στρατεύματος τον Μάρτιο του 1941, ενώ ανοιγόταν μπροστά ο κίνδυνος της
γερμανικής εισβολής, γεγονός που ενέτεινε τις διπλωματικές διεργασίες. Ο
Κοριζής δεν κατάφερε να πείσει τους Βρετανούς να αποστείλουν σημαντικό αριθμό
στρατευμάτων για την υπεράσπιση της Ελλάδας. Παρόλαυτά αρνήθηκε το τελεσίγραφο
του γερμανού πρεσβευτή κόμη Βίκτορ του Έρμπαχ – Σένμπεροχ όταν τον επισκέφτηκε
στην οικία του στις 6 Απριλίου 1941. Έτσι η Ελλάδα δέχτηκε την επίθεση του
γερμανικού στρατού στα μακεδονικά σύνορα, την ώρα που ο ελληνικός στρατός
μαχόταν στα βουνά της Ηπείρου. Η αντίσταση στο οχυρό Ρούπελ φαινόταν ότι πολύ
σύντομα θα καμπτόταν. Στον ελληνικό πολιτικό κόσμο και ιδιαίτερα στους
αξιωματικούς του στρατεύματος υπήρχε μια πολύ ισχυρή φιλογερμανική μερίδα η
οποία κυριαρχούταν από ένα μείγμα φόβου και θαυμασμού απέναντι στην γερμανική
στρατιωτική μηχανή. Αυτή η αντίληψη διαχώριζε τους Ιταλούς από τους Γερμανούς,
εστίαζε περισσότερο ιδεολογικά απέναντι στον ιταλικό εχθρό και επιζητούσε
συνδιαλλαγή με τους Γερμανούς. Επίσης, συνολικά ο αστικός κόσμος έβλεπε με
μεγαλύτερη φοβία την επέκταση των Βουλγάρων στη Μακεδονία και ιδιαίτερα τον
κίνδυνο να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη από τον Βουλγαρικό στρατό. Ο Κοριζής
βρέθηκε ως εκ τούτου πιεσμένος από τη μία από τους ανώτερους αξιωματικούς που
πίεζαν για συνθηκολόγηση και από την άλλη από τον Γεώργιο και την βρετανική
πολιτική και ως ένα βαθμό το λαϊκό αίσθημα που πίεζαν για συνέχιση της αντίστασης
σε πιο χαμηλά σημεία της ελληνικής ενδοχώρας τη στιγμή μάλιστα που ο ελληνικός
στρατός παρέμενε νικητής στην Ήπειρο. Ταυτόχρονα, ο κίνδυνος να εγκλωβιστεί ο
στρατός στην Ήπειρο ή να εγκαταλειφτεί στη μοίρα του, όπως και έγινε, ήταν
μεγάλος. Καθώς λοιπόν ο εφιάλτης των αδιεξόδων κορυφωνόταν και η κρίση
γενικευόταν αποφασίστηκε η αποχώρηση της βασιλικής οικογένειας, της κυβέρνησης
και του χρυσού. Θα παρέμενε ο αρχιστράτηγος Παπάγος να συντονίσει την αντίσταση
σε άλλα σημεία της ενδοχώρας. Στις 18 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή συνήλθε το
Υπουργικό Συμβούλιο σε δραματική συνεδρίαση στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετάνια»,
όπου ήταν εγκατεστημένα τα γραφεία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Μετά
το τέλος της συνεδρίασης ο πρωθυπουργός κλήθηκε σε ιδιαίτερη συζήτηση από τον
βασιλιά. Εκεί ο βασιλιάς (με τα εξής λόγια -- Κύριε πρωθυπουργέ. Δεν ελέγχετε
την κατάσταση. Διέφυγε από τας χείρας σας η εξουσία!)


χρέωσε στον Κοριζή την ευθύνη της
κατάρρευσης του μετώπου, της κίνησης των αξιωματικών με τον Τσολάκογλου για συνθηκολόγηση,
την εγκατάλειψη του στρατεύματος. Ο Αλέξανδρος Κοριζής συντετριμμένος αποχώρησε
βιαστικά κατευθυνόμενος προς το σπίτι του. Εκεί αποσύρθηκε στο δωμάτιό του και
αυτοκτόνησε με δυο σφαίρες στην καρδιακή χώρα. Ο Γεώργιος που αντιλήφθηκε ότι η
συζήτηση θα είχε ίσως κάποια δυσάρεστη εξέλιξη απέστειλε τον διάδοχο Παύλο.
Μόλις έφτασε όμως στην οικία και ενώ συνομιλούσε με τη σύζυγο του πρωθυπουργού,
ακούστηκε ο πυροβολισμός. Η κηδεία έγινε από τον μητροπολιτικό ναό της Αθήνας
με κάθε θρησκευτική και πολιτική μεγαλοπρέπεια, παρουσία της βασιλικής
οικογένειας και των κυβερνητικών αρχών. Τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.


Ο Αλέξανδρος Κοριζής μη όντας
πολιτικός δε διέθετε ούτε την εμπειρία και ούτε τις ψυχικές αντοχές να
διαχειρίζεται τις λεπτές ισορροπίες, να λαμβάνει σημαντικές πολιτικές
αποφάσεις, να δέχεται τις συνέπειες αυτών, να ελίσσεται, να πιέζει, να
διαπραγματεύεται. Ταυτόχρονα διακατεχόμενος έντονα από πατριωτικά αισθήματα
έφερε με μεγάλη ευθύνη το βάρος των δύσκολων καταστάσεων και βίωσε πολύ έντονα
και με τραγικό τρόπο στο πρόσωπό του τα αδιέξοδα της χώρας. Παραμένοντας
συναισθηματικός φαίνεται πως δεν άντεξε την επιλογή του βασιλιά να τον
αντιμετωπίσει ως αναλώσιμο και να του φορτώσει όλες τις ευθύνες, ώστε ο θρόνος
να παρουσιαστεί άμεμπτος, ενώ ουσιαστικά ο Κοριζής εφάρμοζε την πολιτική του
Γεωργίου.


Η αυτοκτονία του Κοριζή – ή
μάλλον καλύτερα η πίστωση της ήττας σε εκείνον και η κατά αυτόν τον τρόπο
εξώθησή του στην αυτοκτονία – θα πρέπει να συγκριθεί ως ένα βαθμό με την
εκτέλεση των Έξι στο Γουδί από τους Βενιζελικούς, οπότε χρεώθηκαν τα
συγκεκριμένα πρόσωπα και μόνο η αντιβενιζελική παράταξη την ήττα στο
Μικρασιατικό Μέτωπο. Η ευθύνη φέρεται κυρίως από την αγγλική κυβέρνηση η οποία
δεν στήριξε και τελικά αδιαφόρησε για την κατάληξη της Ελλάδας οπότε και δεν
απέστειλε στον απαιτούμενο όγκο στρατευμάτων, την ύπαρξη μιας πέμπτης φάλαγγας
γερμανόφιλων μέσα στο ελληνικό στράτευμα, που οδήγησε στην άμεση συνθηκολόγηση
και βέβαια από την αδυναμία του Γεωργίου Β΄ να ελέγξει τις ισορροπίες και να πιέσει
την Αγγλική κυβέρνηση.


Ο Κοριζής ως οικονομολόγος είχε
γράψει πολύ σημαντικές εκθέσεις και μελέτες για μια σειρά ζητήματα, όπως για το
καπνικό. Ο ίδιος, όπως και οι περισσότεροι οικονομολόγοι της εποχής του,
διέβλεπε το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας σε μια εκσυγχρονισμένη ανάπτυξη της
γεωργίας, που θα απέτρεπε την όξυνση των ταξικών συγκρούσεων που επιφέρει
αναγκαστικά η ανάπτυξη της βιομηχανίας. Θεωρούσε ότι ταίριαζε περισσότερο στη
φύση και τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ



Ο Παναγής Τσαλδάρης

Ο Παναγής Τσαλδάρης (Κόρινθο 1868 – Αθήνα  17 Μαΐου 1936) υπήρξε ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος και πρωθυπουργός της Ελλάδας. Γεννήθηκε στο Καμάρι Κορινθίας. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα όπου ανακηρύχθηκε αριστούχος διδάκτωρ Νομικής το 1889 και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Γκαίτινγκεν, στο Βερολίνο, στη Λειψία και στο Παρίσι. Το 1893 επέστρεψε στην Ελλάδα και ασχολήθηκε με την δικηγορία. Εκλέχτηκε πρώτη φορά βουλευτής Κορινθίας στην αναθεωρητική Βουλή του 1910 και στην απλή του 1912. Από τότε εκλεγόταν συνεχώς, με εξαίρεση τις εκλογές του 1923, στις οποίες αρνήθηκε να μετάσχει. Χρημάτισε υπουργός Δικαιοσύνης το 1915 στην κυβέρνηση Γούναρη, εσωτερικών και Συγκοινωνιών το 1920 και το 1926 στις κυβερνήσεις Καλογερόπουλου, Γούναρη και Ζαϊμη. Αρχικά υπήρξε ηγετικό στέλεχος στο Κόμμα των Εθνικοφρόνων. Το 1919 συμμετείχε ως εκπρόσωπός του στην ίδρυση της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης με έμβλημα ένα κλαδί ελιάς. Το 1922 ανέλαβε την αρχηγία του Λαϊκού κόμματος μετά τον τουφεκισμό του Γούναρη. Το Λαϊκό Κόμμα υποστήριζε τη βασιλευομένη δημοκρατία ως το καταλληλότερο πολίτευμα για την Ελλάδα. Αλλά σε όλη την δεκαετία του 1920 ο Τσαλδάρης απέφευγε να έρθει σε απευθείας σύγκρουση και ρήξη με του Φιλελεύθερους για αυτό το ζήτημα επιδεικνύοντας συναινετική διάθεση για να καταλαγιάσουν τα πάθη. Θεωρούσε ότι μοναδική διέξοδος για το πρόβλημα ήταν να ερωτηθεί ο λαός με δημοψήφισμα, όταν όμως τα πράγματα θα ήταν πιο ήρεμα, και να υποταχθούν όλοι στην κρίση του. Στη συνέχεια θα διαφανεί ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε την παλινόρθωση και για αυτό προσπαθούσε να μετριάσει τα ακραία στοιχεία του Λαϊκού Κόμματος. Σε κάθε περίπτωση οΤσαλδάρης επέλεξε και επέβαλλε την την εποικοδομητική αντιπολίτευση. Δύο υπήρξαν τα θεμελιώδη αιτήματα των Λαϊκών αυτήν την περίοδο: η επαναφορά των αξιωματικών που είχαν αποταχθεί λόγω πολιτικών φρονημάτων και η αποτελεσματική απαγόρευση της παρέμβασης των στρατιωτικών στην πολιτική. Στα εσωτερικά ζητήματα το Λαϊκό Κόμμα, συνεχίζοντας τη Δηλιγιαννική παράδοση, αποσκοπούσε στην άμβλυνση των αρνητικών επιπτώσεων  της  ανάπτυξης και στην σταθεροποίηση της κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Όσο περισσότερο τα στρώματα διαφοροποιούνταν και όσο πιο περίπλοκα γίνονταν τα προβλήματα. Δε θεωρούσε όμως ότι συνολικά η οικονομική ανάπτυξη ήταν αρνητική.  Επικέντρωνε όμως αποκλειστικά στην ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα θεωρώντας πως η αγροτική παραγωγή ταίριαζε περισσότερο στο χαρακτήρα του ελληνικού έθνους και εμπόδιζε την εμφάνιση έντονων ταξικών ανταγωνισμών, όπως θεωρούσαν ότι επέφερε η ανάπτυξη της βιομηχανίας με την ενδυνάμωση της εργατικής τάξης. Συγκεκριμένα, θεωρούσε ότι οι αγρότες ήταν ένα συντηρητικό στρώμα σε αντίθεση με τους εργάτες και για αυτό θα έπρεπε να στηριχθούν με δίκαιη διανομή γης, ενώ υποστήριζε την αποκατάσταση των προσφύγων με την παραχώρηση γης. Επιπλέον, υποστήριζε την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής, την αύξηση των εξαγωγών, την απρόσκοπτη επικράτηση των νόμων της αγοράς στον αγροτικό τομέα. Κεντρικό σημείο της οικονομικής πολιτικής ήταν η άκρα λιτότητα και οι ισολογισμένοι προϋπολογισμοί, ώστε οι μικροαγρότες να απαλλαχθούν από τις φορολογικές επιβαρύνσεις.  Το πρόγραμμα αυτό θεωρούσαν οι Λαϊκοί ότι ανταποκρινόταν στα συμφέροντα όχι μόνο των μικροαγροτών και των μεσοαστικών στρωμάτων, με τα οποία το Λαϊκό Κόμμα είχε ισχυρούς δεσμούς, αλλά και σε χρηματιστικούς κύκλους. Ο Τσαλδάρης υπεράσπιζε τις ισορροπημένες σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας και για αυτό υποστήριζε τις κοινωνικές ασφαλίσεις και τις συλλογικές συμβάσεις. Ο ίδιος μάλιστα διαφοροποιούταν από την γενικότερη τάση των βουλευτών του Λαϊκού Κόμματων να αρνούνται την ύπαρξη τάξεων. Το 1928 συμμετείχε ως Υπουργός Εσωτερικών στην πεντακομματική Οικουμενική Κυβέρνηση (πλην ΚΚΕ). Προσπαθούσε να ακολουθήσει συγκρατημένη γραμμή, δείχνοντας κατανόηση για τις διαμαρτυρίες και υποστηρίζοντας τις κοινωνικές παροχές. Αλλά παράλληλα στήριζε την πολιτική των εκτοπίσεων, τη διάλυση των εργατικών οργανώσεων και των αριστερών συνδικαλιστών. Η γενικότερη μετριοπαθής στάση του στην Οικουμενική και τα λογικά αιτήματα που έθετε, τα οποία γίνονταν αποδεκτά από τα άλλα κόμματα ενίσχυσαν τη μετριοπαθή πτέρυγα στο Κόμμα. Απέρριπτε τη θεσμοθέτηση γερουσίας στη συζήτηση για το νέο Σύνταγμα. Αντίθετα, υποστήριξε να ενταχθούν στο σύνταγμα στοιχεία άμεσης δημοκρατίας. Επίσης, θεωρούσε πρώτιστο ζήτημα την θεσμοθετημένη προστασία της ιδιοκτησίας. Αυτό τον έφερνε όμως σε σύγκρουση με την πολιτική των απαλλοτριώσεων και ως εκ τούτου με την αγροτική πολιτική και τα αγροτικά στρώματα που επεδίωκε να εκφράσει. Τελικά, το Λαϊκό Κόμμα θα συναινέσει στο νέο σύνταγμα, αλλά θα αποχωρήσει από την Οικουμενική διαφωνώντας με τους Φιλελευθέρους στη δημοσιονομική πολιτική. Ο Τσαλδάρης και το Λαϊκό Κόμμα διαφωνούσαν κάθετα με την καθιέρωση της δημοτικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε συνεπής υποστηρικτής της ισοπολιτείας Ελλήνων και Εβραίων Ελλήνων Πολιτών διαφωνώντας με τη θέση του Ελ. Βενιζέλου ότι η ισοπολιτεία αποτελούσε δικαίωμα μόνο των “εξελληνισμένων” της Ισραηλίτικης Κοινότητας της Θεσσαλονίκης και ότι θα έπρεπε να περάσει αρκετός χρόνος μέχρι οι Έλληνες να πεισθούν ότι οι Εβραίοι έχουν ειλικρινή πρόθεση να ενσωματωθούν. Για αυτό κατηγόρησε την κυβέρνηση Βενιζέλου στα 1928 ότι εμπόδιζε την αφομοίωσή τους. Το 1932 το Κόμμα κέρδισε τις εκλογές. Για να αποτραπεί ένα πραξικόπημα από φιλελεύθερους στρατιωτικούς που φοβούνταν για τη δημοκρατία, ο Τσαλδάρης έδωσε γραπτή δήλωση ότι το Κόμμα αναγνώριζε το δημοκρατικό καθεστώς ανακουφίζοντας τη φιλελεύθερη κοινή γνώμη. Στη συνέχεια, σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας του κόμματος του, του Εθνικού Ριζοσπαστικού και των Ελευθεροφρόνων. Πολύ σύντομα όμως τα πράγματα θα οδηγηθούν σε νέες εκλογές και σε μια καθαρή νίκη της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης. Η νίκη αυτή οδήγησε σε ένα αποτυχημένο πραξικόπημα του Πλαστήρα, οξύνοντας τις σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων και ανοίγοντας το δρόμο για εξωκοινοβουλευτικές παρεμβάσεις. Το Μάρτιο του 1933 ο Τσαλδάρης σχημάτισε νέα κυβέρνηση με τον Κονδύλη υπό τη δική του προεδρία. Σημαντικό μέλημα της νέας κυβέρνησης ήταν η αναζήτηση των πρωταίτιων του πραξικοπήματος. Μέσα σε αυτό το κλίμα έλαβε χώρα και η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. Τελικά, ο Τσαλδάρης θα επιδείξει ακόμη μια φορά συναινετικός παραχωρώντας αμνηστεία και προκαλώντας εσωτερική κρίση στο Κόμμα με αποχωρήσεις σημαντικών στελεχών του. Ο Τσαλδάρης και το Λαϊκό Κόμμα θα αρνηθούν όμως αμνηστεία στους διωκόμενους κομμουνιστές και θα εντείνουν τις διώξεις εναντίον τους. Ο αντικομμουνισμός εξάλλου αποτελούσε θεμελιώδη τμήμα του ιδεολογικού πλαισίου και του λόγου των Λαϊκών. Στις εξωκοινοβουλευτικές δικτατορικές λύσεις που υποστήριζαν ολοένα και περισσότερο οι ακραίοι του Κόμματος, η μετριοπαθής ηγεσία των Λαϊκών υπό τον Τσαλδάρη θα λάβει σαφή αρνητική θέση. Στη συνέχεια το Λαϊκό Κόμμα υπό το φόβο νέου πραξικοπήματος που σχεδίαζε Ο Βενιζέλος, κατήργησε κοινοβουλευτικά άρθρα του συντάγματος που περιόριζαν τις ελευθερίες και προώθησε νέο δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Ο ίδιος ο Τσαλδάρης θα αρνηθεί αρχικά την τελευταία αυτή προοπτική, αλλά στη συνέχεια θα υποκύψει πιεζόμενος από τα φιλοβασιλικά στοιχεία της αντιβενιζελικής παράταξης, παραμένοντας όμως διστακτικός. Το 1935 ανετράπη από στρατιωτικό πραξικόπημα υπό των αντιστρατήγων Παπάγο και Ρέππα  εξαιτίας ακριβώς της διστακτικής στάσης του. Γενικά, το Λαϊκό Κόμμα θα στηρίξει τους πραξικοπηματίες που θα επιβάλλουν το δημοψήφισμα και την επάνοδο της βασιλείας. Η μετριοπαθής και σχετικά φιλοδημοκρατική στάση του Τσαλδάρη ηττήθηκε ολοκληρωτικά οδηγώντας σε όξυνση του διχασμού.  Απεβίωσε το 1936 από ανακοπή καρδιάς. Ήταν παντρεμένος με την Λίνα Λάμπρου και δεν είχε παιδιά. Ανηψιός του ήταν ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ

πόσοι μας διάβασαν: