Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Ποιος, ποιον και πώς;



Παναγιώτης Μαυροειδής
Κανείς δεν αμφισβητεί πλέον πως βρισκόμαστεστη δίνη μιας  καπιταλιστικής κρίσης με βάθος, ποιότητα και διάρκεια που υπερβαίνουν τα όρια ενός συνηθισμένου καθοδικού κύκλου.
Κι οι πιο ανυποψίαστοι συνειδητοποιούν-συχνά με τρόμο-κάτι ακόμη: Η κοινωνική σύγκρουση,  στο φόντο αυτής της κρίσης και των προσπαθειών εξόδου από αυτήν, θα είναι αντίστοιχης ποιότητας και βάθους και για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, θα είναι εξαιρετικά βίαιη.
Να αγωνιστούμε λοιπόν. Αντίσταση, ανατροπή αυτής της πορείας. Δεν έχει κάνει και λίγα η κοινωνία. Σε παλιότερες εποχές θα είχαν πέσει όχι μία αλλά δέκα κυβερνήσεις. Υπάρχει όμως ένα πραγματικό τείχος απέναντι στο λαό.
Η συσπείρωση του αστικού κόσμου, με πολιτική έκφραση τη συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ, ορθώνεται  απέναντι μας ολοκάθαρα. Η αντικατάσταση του Παπανδρέου έστειλε διπλό μήνυμα: Το ΠΑΣΟΚ μόνο του δεν μπορούσε απέναντι στη λαϊκή οργή. Από την άλλη όμως, αυτή η σπουδή για τόσο γρήγορη επιστράτευση  και έκθεση των εφεδρειών,  αποτελεί ταυτόχρονα και ένδειξη αδυναμίας, μέτρο της σφοδρότητας της επίθεσης που ετοιμάζεται. Θα ‘’μοιραστεί παιχνίδι’’ τώρα. Έτσι βλέπουμε το ΠΑΣΟΚ να θέτει το ζήτημα της νέας μείωσης των επικουρικών, τον Σαμαρά να ζητά εδώ και τώρα μείωση εργοδοτικών εισφορών και το ΛΑΟΣ να απαιτεί εκλογές του αγίου …ποτέ και ολιγαρχική κυβέρνηση.
Δεν πρόκειται ούτε να μείνουν, αλλά ούτε να πέσουν με συνηθισμένο τρόπο. Χρειάζεται άλλου τύπου αγώνας και οπωσδήποτε μια μεγάλη ένωση δυνάμεων του λαού, ένα αποφασισμένο μέτωπο.
Όλοι μιλάνε για ένα κάποιο μέτωπο. Ποιο να διαλέξουμε και με τι κριτήρια; αντιμνημονιακό, εθνικό-πατριωτικό, αριστερό, αντικαπιταλιστικό; Μήπως λίγο από όλα; Τι είναι τώρα όλη αυτή η παρέλαση; Απλά η επιβεβαίωση της γνωστής σαρακοτυραννίας του να θεωρεί κάθε πολιτική δύναμη ή προσωπικότητα της αριστεράς πως είναι το κέντρο του κόσμου και η πηγή της αλήθειας;
Ας το σκαλίσουμε λίγο ακόμη, πριν αρχίσουμε τα εύκολα αναθέματα.
Μπροστά σε μια κοινωνική και πολιτική διαπάλη που απειλεί να καταβυθίσει ολόκληρη την κοινωνία, οφείλουμε με σαφήνεια να αναζητήσουμε απαντήσεις στα ερωτήματα
Ποιος;
Ποιον;
Πώς;
Φαίνεται κοινότυπο; Αν όμως σε κάποιους αριστερούς ή κομμουνιστές πάει ο νους στο γνωστό ‘’ποιος/ποιoν’’ που είναι το κλασσικό ερώτημα μιας επαναστατικής κατάστασης, διευκρινίζουμε πως δεν έχουμε την εκτίμηση ότι είμαστε σε τέτοια περίοδο. Τουλάχιστον με τον κλασσικό τρόπο. Θα διαβούμε ένα σημαντικό διάστημα όπου οι νίκες αλλά και οι ήττες θα έχουν προσωρινό και όχι οριστικό χαρακτήρα.
Αναφερόμαστε στη μεθοδολογία που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε στην προσπάθεια για την ανάταξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος και με στόχο την ανατροπή του επιχειρούμενου κοινωνικού κανιβαλισμού.
Θα ξεκινήσουμε σκόπιμα από το δεύτερο ερώτημα.
Ποιον λοιπόν, έχουμε απέναντι μας;
Μήπως το πρόβλημα αλήθεια ήταν ένας ανόητος οσφυοκάμπτης  Γιωργάκης Παπανδρέου, πρωθυπουργός κατώτερος των περιστάσεων; Σε συνδυασμό ενδεχομένως με το συρφετό και  άλλων ανεπαρκών, διεφθαρμένων και καλοταϊσμένων από τα λογής λογής σκάνδαλα  πολιτικών;
Υπάρχει αρκετή αλήθεια σε αυτές τις σκέψεις. Έντρομος όμως ο κόσμος συνειδητοποιεί πως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Κλονίζεται η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, κινδυνεύει το ευρώ, ταράσσεται ολόκληρος ο καπιταλιστικός κόσμος, σε μια στιγμή που δεν υπάρχει αντίπαλο κρατικό ‘’σοσιαλιστικό στρατόπεδο’’, ούτε κατά φαντασία και όνομα.
Αλλά και για αυτό πάλι, τι φταίει;
Μήπως ο κίνδυνος  για το ευρώ πηγάζει από με μια τρελή και αλόγιστη Μέρκελ; Μήπως να ενοχοποιήσουμε το λαίμαργο εκείνο τμήμα του κεφαλαίου που δεν είχε τη σωφροσύνη  να αρκεστεί σε ένα λογικό κέρδος, αλλά  ήθελε τα πάντα,  που διοχέτευσε  σε στοιχήματα τύπου παραγώγων και cds ποσά, εικονικά η μη, που σήμερα φτάνουν 12 φορές πάνω από το παγκόσμιο ΑΕΠ ; Και ποιες είναι τελικά αυτές οι αόρατες και ανώνυμες ‘’αγορές’’, που εμφανίζουν συνεχώς ‘’νευρικότητα’’;
Πολλές από αυτές τις  επισημάνσεις είναι σωστές. Αλλά υπάρχει άραγε κεφάλαιο… «εγκρατές»; Το ματοκύλισμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου οφειλόταν στην τρέλα του Χίτλερ ή στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και την επιλογή για εξαφάνιση της μπολσεβίκικης απειλής; Γιατί δεν βρίσκονται ‘’λογικές’’ και ‘’σώφρονες’’ δυνάμεις του κεφαλαίου να παρέμβουν, αντί να αποτυχαίνει το ένα μετά το άλλο τα σχέδια σωτηρίας της ευρωζώνης;
Δεν θέλουμε να περιπαίξουμε τις παραπάνω απόψεις, ούτε να τις προσπεράσουμε αβασάνιστα. Δεν υποτιμούμε ούτε άλλες πιο απλοϊκές, αλλά δυστυχώς εύληπτες σε λαϊκό κόσμο αντιλήψεις πως μπορεί να φταίνε οι ‘’εβραίοι’’  ή και οι ‘’μασόνοι’’.  Όλα αυτά τα συναντούμε καθημερινά δίπλα μας και πρέπει να διαλεχθούμε και με αυτόν τον προβληματισμό.
Σε καμία μάχη, δεν διαλέγεις αντίπαλο υποκειμενικά και μάλιστα από κάποιο μενού. Ο αντίπαλος είναι συγκεκριμένος και στέκει απέναντι σου. Ή τον βλέπεις και τον αναγνωρίζεις, αν το μπορείς και το θέλεις  ή πολύ απλά χάνεις τη μάχη. Ακόμη και αν παλέψεις ηρωικά. Είναι στοιχειώδες, για  μια στρατηγική άμυνας, επίθεσης , ανατροπής του και νίκης, να εκτιμήσεις σωστά την φύση του, τα όπλα του, τον στόχο του, την τακτική του.
Εμείς  λέμε ότι απέναντι μας έχουμε τον καπιταλισμό σε μια στιγμή βαθύτατης και ιστορικών διαστάσεων κρίσης. Στην προσπάθεια του να την φορτώσει δια πυρός και σιδήρου στον κόσμο της εργασίας. Να τον γδάρει ακόμη περισσότερο. Αλλά όχι μόνο αυτό πλέον. Ζητούμενο είναι και η πλήρης καταστροφή με προσδοκία  την ανάταξη και «επαναλειτουργία»  του καπιταλιστικού κύκλου μέσα από μια γιγαντιαία κοινωνική επιχείρηση ‘’σοκ και  δέος’’, τύπου Βαγδάτης. Ακόμη και οι αστοί οικονομολόγοι  μιλούν πλέον καθαρά για αυτό. Καμία μοιρολατρία απέναντι σε αυτό. Δεν μπορούν να το καταφέρουν. Η κοινωνία δεν κάμπτεται. Οι λαοί αντιστέκονται στην εποχή των τεράτων. Χωρίς εμάς δεν είναι τίποτα. Εμείς χωρίς αυτούς είμαστε τα πάντα.
Διακρίνουμε επίσης, ειδικότερα και αμεσότερα, την Ευρωπαϊκή Ένωση, περιφερειακή μορφή της καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Να σχεδιάζει και να επιβάλλει την πολιτική των μνημονίων διαρκείας στην Ελλάδα και αλλού.  Αλλά και να προετοιμάζεται ταχύτατα για τη νέα‘’οικονομική διακυβέρνηση’’. Την μεταφορά όλων των κρίσιμων οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων, από το εθνικό πεδίο και τους επηρεασμούς που μπορεί να υπάρχουν εκεί από τους λαούς και τον αγώνα τους, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που ελέγχεται απόλυτα από το κεφάλαιο και το Γαλλο-Γερμανικό άξονα. Μίλησε κανείς για δημοκρατία ή λαϊκή κυριαρχία;
Βλέπουμε την ελληνική αστική τάξη, να δικαιώνει αυτό που λένε οι ομοτράπεζοι της στην ΕΕ: ‘’πάμπλουτοι έλληνες-πάμφτωχη Ελλάδα’’. Γίνεται αυτό;  Μια χαρά! Να πλουτίζουν οι επιχειρηματίες και να φτωχαίνουν οι εργαζόμενοι, η χώρα στην οποία ζουν, σε πολλές περιπτώσεις  και οι ίδιες οι επιχειρήσεις. Άλλωστε είναι γνωστό πως τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει ένας σύγχρονος  επιχειρηματίας είναι να μην ταυτίζεται με ένα τόπο, ένα κλάδο, αλλά ούτε και με την επιχείρηση του.
Αναγνωρίζουμε απέναντι, τις διαδοχικές κυβερνήσεις των αστικών κομμάτων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, που διαχρονικά και σε διάφορες παραλλαγές, με χρησιμοποίηση και ‘’προθύμων’’ τύπου ΛΑΟΣ, έχουν υπηρετήσει με πειθαρχία και την ΕΕ και το κεφάλαιο. Δε χαριζόμαστε στις μεγάλες ευθύνες της κοινοβουλευτικής αριστεράς. Πιστεύουμε όμως πως η θεωρία ‘’όλοι ίδιοι είναι’’, έρχεται να συγκαλύψει τα συμβόλαια θανάτου σε βάρος των κοινωνικών αναγκών που εκτελούν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ μαζί με τα ακροδεξιά μαντρόσκυλα του συστήματος.
Διακρίνουμε ένα βαρύ πλέγμα πολιτικής εξουσίας να επικάθεται πάνω στην πλάτη των εργαζομένων. Ένα κράτος-υπηρέτη του επιχειρηματικού κέρδους, ένα σάπιο πολιτικό σύστημακαρικατούρα δημοκρατίας, τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης, τις λογής λογής πνευματικές αστυνομίες, από την εκκλησία ως τους ενσωματωμένους διανοούμενους και πανεπιστημιακούς.
Βλέπουμε άραγε λάθος; Μήπως είμαστε άραγε υπερβολικοί ή άδικοι σε αυτές τις εκτιμήσεις;
Εξ αιτίας  αυτής της αναγνώρισης του αντιπάλου, λέμε ότι ο αγώνας των εργαζομένων, του λαού, σε αυτή τη  φάση, θα πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τελικά, να έχει συγκεκριμένη στόχευση. Τι σημαίνει αυτό;
Αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό και το φόρτωμα της κρίσης του στους εργαζόμενους και την κοινωνία.
Ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την δικτατορία των γιγάντιων πολυεθνικών και πολυκλαδικών ομίλων.
Ενάντια   στην  επιβολή της θέλησης των ηγεμονικών ιμπεριαλιστικών κρατών- με την ξεδιάντροπη συνενοχή των ντόπιων ομοϊδεατών τους- για βίαιη ένταση της καταπίεσης κι εκμετάλλευσης λαών, με κατάπνιξη των δικαιωμάτων τους για κυριαρχία και αυτοδιάθεση.
Ενάντια στην ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνή κεφαλαιοκρατία, που προσδοκά διατήρηση ή/και αύξηση του πλούτου της πάνω στην κοινωνική καταβύθιση του κόσμου της εργασίας.
Να γιατί θεωρούμε ότι οι  λογικές αντι-μνημονιακών ή εθνικο-πατριωτικών ή αντι-πολιτικών μετώπων, ενώ έχουν κάτι σωστό και ιδιαίτερο κατά περίπτωση   να επισημάνουν, αποτελούν μια λαθεμένη στην γενίκευση της προσέγγιση.
Ποιος είναι ο δικός  μας ”στρατός”;
Ας μας συγχωρηθεί λίγο ο …μιλιταρισμός, για να συνεχίσουμε στο ίδιο μοτίβο. Καμία μάχη δεν κερδήθηκε χωρίς γνώση και σωστή εκτίμηση των ‘’ημετέρων δυνάμεων’’. Ποιοι είμαστε; Ποια είναι τα επίλεκτα τμήματα μας; Πόσοι μπορούν να παραταχθούν στη μάχη, αλλά και πώς; Και πάνω από όλα πού θα βάλλει η συγκέντρωση πυρός; Ποια τα δυνατά μας σημεία και ποια του αντιπάλου;
Θα μπορούσε να πει κάποιος πως είμαστε απλά  οι Έλληνες.  Ενάντια στους Γερμανούς και τους Γάλλους που μας διασύρουν και μας ποδοπατάνε. Είναι πολύ σημαντική πλευρά η βεβήλωση της εθνικής αξιοπρέπειας  όπως τη νοιώθει ένα πολύ μεγάλο του λαϊκού κόσμου, αλλά δεν είναι αυτή η ταυτότητα που μπορεί να συγκροτήσει στρατηγική νίκης. Νίκη  με το Δούρειο Ίππο μέσα σου, δεν υπήρξε ποτέ. Έλληνες είναι και ο Παπανδρέου και ο Σαμαράς και ο Παπαδήμος και όλοι αυτοί οι υπηρέτες της ΕΕ, των τοκογλύφων, των τραπεζιτών, του κεφαλαίου, του κέρδους. Έλληνες είναι και ο Δασκαλόπουλος και όλη η παρέα του ΣΕΒ, των εφοπλιστών, των μεγαλοξενοδόχων, γενικά ο αστικός κόσμος, που τρίβει τα χέρια του με την εξάρθρωση των εργασιακών σχέσεων μέσω των μνημονίων και τρέμει μήπως φύγουμε από το ευρώ.
Θα μπορούσε κάποιος να διορθώσει διευκρινίζοντας ότι πρέπει να αφαιρέσουμε σαφώς τους προδότες και δοσίλογους και να μείνουμε οι πραγματικοί πατριώτες. Σημαντικότατη διάσταση αυτή. Έχει παράδοση αυτός ο τόπος και από δοσιλογισμό  και από λαϊκή εθνική αντίσταση. Χρειάζονται να ανασυρθούν οι καλύτερες από αυτές τις παραδόσεις. Κάθε άλλο όμως παρά μας φτάνει αυτό. Σε μια γειτονιά, κάποιοι μαχητές κατά των μνημονίων, κυκλοφόρησαν μια αφίσα με σύνθημα  ‘’ΕΧΟΥΜΕ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΕΣ’’. Ούτε για Γερμανούς, ούτε για Πακιστανούς, η λογική συνέχεια της κουβέντας.  Αν η απάντηση στον αστικό κοσμοπολιτισμό και στον ιμπεριαλιστικό εθνικισμό είναι αυτού του τύπου, έχουμε χάσει πριν δώσουμε την μάχη. Ποιος θα μπορούσε άραγε να κατηγορήσει τον Χίτλερ για οσφυοκάμπτη; Μήπως δεν αγαπούσαν την πατρίδα τους οι Γερμανοί στρατιώτες, άνεργοι  και εργάτες, που απάντησαν στην εθνική ταπείνωση του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και στην καπιταλιστική κρίση, συμπαρατασσόμενοι με το ναζισμό; Όμως έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να ματοκυλίσουν τη χώρα τους και όλους τους λαούς της Ευρώπης. Η απάντηση στον  ‘’πατριωτισμό’’ του χρήματος δεν είναι ο πατριωτισμός του ‘’αίματος’’.
Μήπως το κουράζουμε πολύ, ενώ θα αρκούσε να πούμε πως απλά είμαστε οι πολλοί; Είναι σημαντικό να υπάρχει αυτή η ηθική υπεροχή. Πράγματι, είμαστε η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, αν όχι το 99% που λένε οι καταληψίες της wall street,  απέναντι σε μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που επιβάλλεται και εξουσιάζει  με την οικονομική βία και το μονοπώλιο της  ένοπλης στρατιωτικής βίας. Καμία όμως μάχη δεν κερδήθηκε ποτέ απλά με μεγάλους αριθμούς και μπουλούκια. Πολύ περισσότερο η κοινωνική διαπάλη και επανάσταση, απαιτεί πολιτικές απαντήσεις, οργάνωση, θεωρία, σχέδιο, τακτική και στρατηγική.
Η μετατροπή της διάχυτης κοινωνικής δυσαρέσκειας σε δρών πολιτικό υποκείμενο ανατροπής, απαιτεί μια διαφορετική αυτο-συνείδηση.
Φορέας αυτού του μετασχηματισμού, με προοδευτικό πρόσημο, μπορεί να είναι  μια ευρύτατη κοινωνική συμμαχία με ηγεμονία του κόσμου της εργασίας. Των παραγωγών του κοινωνικού πλούτου και πολιτισμού, όσων δουλεύουν για να ζήσουν.
Να συζητήσουμε  και τις δύο πλευρές αυτής της προσέγγισης.
Γιατί  ‘’ευρύτατη κοινωνική  συμμαχία’’;
Είμαστε σε στιγμή τεράστιας κοινωνικής τομής στο φόντο της αντεργατικής επίθεσης. Τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου καταβυθίζονται. Ο μη ενεργός οικονομικός πληθυσμός στην Ελλάδα, παραδοσιακά πολύ μεγάλος, γίνεται πλέον πλειοψηφία και σε περίοδο καταλήστευσης των μισθωτών στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, δεν μπορεί να ζήσει. Οι συνταξιούχοι, όχι μόνο δεν μπορούν να ‘’τσοντάρουν’’ πλέον παιδιά και εγγόνια, αλλά χρειάζονται αυτή στήριξη που δε μπορεί να προσφέρει κανείς. Οι άνεργοι πληθαίνουν εφιαλτικά. Οι επιστήμονες μοιράζουν πίτσες ή παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς. Η κοινωνία καίγεται…. Διαμορφώνεται  μια ταυτότητα ενιαίου λαού που δέχεται καταιγιστική επίθεση. Οι δυνατότητες συμμαχιών του κεφαλαίου ψαλιδίζονται. Είναι επείγουσα ανάγκη να δούμε πως θα συγκροτηθεί μια συμμαχία αγώνα για επιβίωση.
Γιατί ‘’ηγεμονία του κόσμου της εργασίας’’;
Δεν είναι ζήτημα ιδεολογικής εμμονής, όπως βιάζονται όσοι αρέσκονται σε ευκολίες.
Πρώτα πρώτα,  η εργατική τάξη, ενεργή οικονομικά ή άνεργη, στην πόλη ή στην ύπαιθρο, έχει αντικειμενικό συμφέρον, αλλά και τη δύναμη  να ανατρέψει την επιδρομή του κεφαλαίου. Να επιβάλει μια πορεία κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας, αλληλεγγύης και δημοκρατίας.
Δεν πρέπει να σταθούμε μόνο σε αυτό. Εκτός από το στενά νοούμενο ‘’συμφέρον’’, ο κόσμος της εργασίας είναι φορέας απελευθερωτικών αξιών για όλη την κοινωνία που είναι ικανές να κατανικήσουν τον εγωισμό και τον ανταγωνισμό που καλλιεργεί ο αστικός κόσμος. Πλατιά στρώματα μικρομεσαίων καταστρέφονται σήμερα και είναι επείγουσα μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία. Πάντα ωστόσο θα έχει μια ποιοτική διαφορά αυτός που έχει μάθει να ζει μόνο από τη δική του δουλειά, με τα χέρια ή το μυαλό και όχι από τη δουλειά άλλων.
Τέλος, η εργαζόμενη πλειοψηφία, έχει την  πείρα της οργάνωσης, της πολιτικής πάλης, ακόμη και της πολιτικής νίκης πάνω στον κόσμο του κεφαλαίου. Η κριτική και πολεμική στην κοινοβουλευτική αριστερά και στον υποταγμένο, στην εργοδοσία, την κυβέρνηση και την ΕΕ, συνδικαλισμό, δεν αναιρεί το ιστορικό κεκτημένο του εργατικού κινήματος, που πρέπει φυσικά να ξανακατακτήσει την εμπειρία απ’ όλες τις σελίδες της ιστορίας του και να ανασυντεθεί με τη γνώση, τις ανάγκες και τα κριτήρια του σήμερα.
Μα είναι δυνατόν να μη βλέπουμε όλοι ακριβώς αυτό που έχουμε απέναντι μας;
 Φυσικά και είναι, διότι ‘’δεν κοιτάμε όλοι με τα ίδια μάτια’’.
Είναι διαφορετικές οι καθημερινές εμπειρίες και τα συμφέροντα της ευρύτατης κοινωνικής πλειοψηφίας που θίγεται από τα αντιλαϊκά μέτρα, από τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας που τα επιβάλλει ή/και ωφελείται εκ των πραγμάτων από αυτά.
Οι εργαζόμενοι δεν ονειρεύονται ‘’ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας’’ γενικά. Το εθνικό τους συναίσθημα εκφράζεται και συνδέεται με το δημοκρατικό δικαίωμα της επιβολής του λαϊκού δίκιου και όλο και πιο πολύ με το  ταξικό συμφέρον της νίκης πάνω στο κεφάλαιο. Συνδέεται με την απομυθοποίηση της  ΕΕ των δήθεν «χρυσών κουταλιών» και του έντονου προβληματισμού αν έχει νόημα πια να είμαστε μέσα σ’ αυτήν.  Συνδέεται με αναζητήσεις για  δημοκρατικές και αμοιβαίου οφέλους σχέσεις με τους γειτονικούς λαούς και χώρες, χωρίς απατηλές κούρσες εξοπλισμών που μας γονατίζουν  και εντάξεις στο ΝΑΤΟ  αλλά και με ερωτήματα για πανόμοια συνεργασία  με άλλες χώρες που σηκώνουν μύτη σε ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αντίθετα, ο ‘’επιχειρηματικός κόσμος’’, αντιλαμβάνεται την εθνική υπόσταση ως εργαλείο διαπραγμάτευσης  μιας καλύτερης θέσης σε σχέση με τους ανταγωνιστές του. Ως πεδίο θυσιών του λαού, για την διαιώνιση της δικής του κυριαρχίας, έστω και με υποδεέστερη θέση στην ουρά της ΕΕ.
Οι φτωχοί, οι άνεργοι δεν ζητούν απλά ‘’επιστροφή των ΔΕΚΟ στο κράτος’’, αλλά απαιτούν φιλολαϊκή, δημόσια, πραγματικά  κοινωνική πολιτική. Τμήματα της αστικής τάξης ονειρεύονται την νεκρανάσταση  του (γνωστού χθεσινού) δημόσιου τομέα-υπηρέτη των εργολαβικών συμφερόντων της, χωρίς την απευθείας κυρίευση του από τα ευρωπαϊκά μονοπώλια.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα επιθυμούσαν ένα δημόσιο τομέα, στήριγμα των κοινωνικών πολιτικών και του πολίτη. Το παλιό αστικό κομματικό πολιτικό σύστημα, θέλει να μπορεί να συνεχίσει να τους καταδικάζει σε  δούλους του ρουσφετιού και αιμοδότες του κρατικού συνδικαλισμού της συμφοράς.
Οι νέοι που μένουν άνεργοι, που ενοχοποιούνται για ‘’βίαιη’’ συμπεριφορά, που αν δουλεύουν είναι χωρίς ασφάλιση και με μισό μαύρο μισθό, δεν ελκύονται από καμία ‘’αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης’’. Απαιτούν πραγματική δημοκρατία παντού. Στη δουλειά, στη γειτονιά, στο σχολείο, σε όλη την κοινωνική και πολιτική σφαίρα. Αντίθετα,  δυνάμεις της ‘’λαϊκής’’ δεξιάς και της ακροδεξιάς, τμήματα της αστικής τάξης που απειλούνται,  ακόμη και όταν  εξεγείρονται υποκριτικά ενάντια στην ‘’επιβολή των ξένων’’ και μιλούν για τη ‘’σωτηρία της χώρας’’, θέλουν το λαό δεμένο. Θεωρούν τα συνδικάτα και τις απεργίες αιτίες της κρίσης και ευαγγελίζονται ‘’τάξη, εργασία και ησυχία παντού’’.
Πώς μπορούμε να νικήσουμε;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, οριοθετείται σε μεγάλο βαθμό από τις απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα.
Δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν. Ακόμα κι οι κατακτήσεις που απέσπασε το εργατικό και λαϊκό κίνημα σε προηγούμενες φάσεις του καπιταλισμού (όπως το κράτος πρόνοιας), θα πρέπει να επανακατοχυρωθούν με νέους όρους και σε σύγκρουση μαζί του. Αυτές οι καταχτήσεις θα είναι προϊόν οξυμένης συνολικής πολιτικής σύγκρουσης. Θα ανακύψουν, προσωρινά και  για επιμέρους ζητήματα,  ως παράγωγο του κοινωνικού αγώνα για τον αμετάθετο στόχο ενός ριζικού επαναστατικού μετασχηματισμού. Ακόμη και με πρωτοβουλία του αντίπαλου,  για ν’ αποφύγει τα χειρότερα.  Αλλά, θα στερεωθούν, μόνο με τους εργαζόμενους στο τιμόνι, με εργατική εξουσία και δημοκρατία.
Με ποια όπλα όμως;
Ο αντίπαλος έχει  το κράτος, την κυβέρνηση, την ΕΕ, τα αστικά κόμματα, την ακροδεξιά, τα ΜΜΕ.
Χρησιμοποιεί την οικονομική βία, το φόβο της απόλυσης και της πείνας. Την ιδεολογική χειραγώγηση με τα ΜΜΕ. Την ανοιχτή πολιτική καταστολή, ακόμη και την απειλή του πολέμου. Ο αντίπαλος κυριαρχεί οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά στην παραγωγή, στη διοίκηση, στην αναπαραγωγή. Επισείει την τιμωρία των δανειστών, το δίκαιο της ΕΕ, την ισχύ του ΝΑΤΟ.
Εμάς ποια είναι τα όπλα μας κι οι συμμαχίες μας; Ποιοι είναι οι στόχοι μας;
Μια ‘’πατριωτική κυβέρνηση’’ ανθρώπων με εθνική συνείδηση, όπως αφελώς ή με περισσή πονηριά ψιθυρίζουν ορισμένοι, εμποδίζοντας τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας;
Μια νέα ‘’αρχιτεκτονική στην Ευρωπαϊκή Ένωση’’, ευρωομόλογο και άλλα τινά; Είναι η πιο ανέφικτη και ανεδαφική προσέγγιση.
Μήπως μια ‘’αριστερή προοδευτική κυβέρνηση’’; Μπορούν άραγε τα εκλογικά ποσοστά της αριστεράς -και μάλιστα τα εικονικά/δημοσκοπικά, μπροστά κιόλας σε εκλογές που ΔΕΝ γίνονται!- να νικήσουν ένα αντίπαλο με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, μέσα από ένα εύκολο εκλογικό περίπατο; Μήπως  μας πιάσουν πάλι με τις πυτζάμες; Μήπως πρέπει να θυμηθούμε τα κυβερνητικά κάζο της αριστεράς στην Ιταλία και  την Γαλλία ή να κοιτάξουμε στην Κύπρο;
Νομίζουμε ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως δεν έχουμε πραγματικά δημοκρατία. Ακόμη και αυτή η κολοβή αστική δημοκρατία κουτσουρεύεται ακόμη περισσότερο. Η  λαϊκή κρίση, η δήθεν ελεύθερη επιλογή, φιλτράρονται μέσα από τα σκληρά κόσκινα της οικονομικής βίας, της ιδεολογικής χειραγώγησης και του ψέματος, του τρόμου του χειρότερου. Και αν κατ’ εξαίρεση ξεφύγουν από τον έλεγχο, καραδοκεί  ο στρατός και το ΝΑΤΟ.
Σε αυτή την εποχή είμαστε. Της υπεραντιδραστικής στροφής σε ένα απόλυτο, ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Δεν πετάμε τίποτα. Υπερασπίζουμε και το τελευταίο χιλιοστό της ανάπηρης αστικής δημοκρατίας. Αλλά έχουμε και επίγνωση, πως ο αντίπαλος δεν πιάνεται στον ύπνο. Έχει πείρα και δύναμη. Έχει και εσωτερική ενότητα απέναντι στον λαό.
Ποια είναι λοιπόν η δική μας γνώμη;
Χωρίς όργανα επιβολής της λαϊκής θέλησης και εργατικού κοινωνικού ελέγχου, χωρίς την ανώτερη δυνατή συγκρότηση της δημοκρατίας του λαού και του πολιτικά απειλητικού  κινήματός του,  δεν μπορεί να συμβεί καμία σημαντική πολιτική και κοινωνική μεταβολή, πολύ περισσότερο αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης που είναι το ζητούμενο. Μας το διδάσκει η ιστορική πείρα, αλλά βοά και η σύγχρονη πραγματικότητα.
Είναι βαρύ το έργο αυτής της ανατροπής. Είναι δύσκολο να επιβάλλεις μια νίκη ενάντια στον σύγχρονο καπιταλισμό και τις υπερεθνικές συγκροτήσεις  όπως η ΕΕ. Πολύ  πιο δύσκολο δε, είναι να βαδίσει η κοινωνία  έξω και πέρα από την ΕΕ και τον καπιταλισμό που θα παραμένει φυσικά ως το διεθνές σύστημα.
Τι μορφή θα έχουν αυτά τα όργανα; Συνελεύσεις χώρων δουλειάς ή στις πλατείες; Ενώσεις ανέργων; Εργατικά συμβούλια; Πολιτικές κινήσεις με έμβρυα τα κινήματα ανυπακοής; Νέοι συντονισμοί συνδικάτων βάσης; Η αλήθεια είναι ότι η αγωνιζόμενη κοινωνία ψάχνει και αναδεικνύει μορφές. Καμία από μόνη της δεν είναι ικανοποιητική. Βρίσκονται ακόμη όλα στα σπάργανα. Το ερώτημα ωστόσο μιας νέας οργάνωσης του κόσμου, με πραγματική δημοκρατία και στόχο την ανατροπή, έχει τεθεί.
Όλοι αυτοί  οι δρόμοι, τα ρυάκια, κάπου πρέπει να συντείνουν. Με πολιτικούς όρους και πολιτική στόχευση. Μια τετραπλή συμπόρευση πρέπει να δώσει το υπόβαθρο και την υλική δύναμη σε ένα νικηφόρο αγωνιστικό μέτωπο  για την αντικαπιταλιστική ανατροπή με καρδιά ένα ταξικά ανασυγκροτημένο πολιτικό εργατικό κίνημα. Σ’ ένα λαϊκό ποτάμι  με σημαντικό ανέβασμα,  της δραστηριότητας των μαζών, πού σε «ειρηνική» εποχή αφήνουν να τις ληστεύουν ήσυχα, ενώ σε καιρούς θύελλας τραβιούνται τόσο απ’ όλες τις συνθήκες της κρίσης, όσο κι από την ίδια την πολιτική  των «κορυφών του συστήματος», σε αυτοτελή ιστορική δράση».
Ενότητα της εργατικής τάξης, κόντρα στις διαιρέσεις δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων, εργαζομένων και ανέργων, ελλήνων και μεταναστών, με παλιές ή νέες εργασιακές σχέσεις.
Κοινωνική συμμαχία, όλων των πληττόμενων στρωμάτων από την κρίση (εργάτες, βιοτέχνες, αγρότες, μεσαία στρώματα, οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός). Βάση μπορεί να είναι  ένα εργατικό  αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που θα συγκροτεί σε νέα βάση την παραγωγική δομή και  την δημόσια κοινωνική πολιτική, που θα στηρίζονται στις κοινωνικές ανάγκες και όχι στο καπιταλιστικό κέρδος ή την εξυπηρέτηση των τοκογλύφων.
Αγωνιστική συμπόρευση όλων των μαχόμενων δυνάμεων. Μόνο με σκληρό αγώνα θα πέσει ο αντίπαλος. Και ο αγώνας χρειάζεται ενότητα.
Κοινή δράση της αριστεράς. Οι προγραμματικές συμβολές όλων των τάσεων  της αριστεράς, μαζί και πολιτικές διαφορές, μπορούν να αποκτήσουν άλλη ποιότητα και γόνιμο χαρακτήρα, αν δοκιμαστούν στη μεγάλη προσπάθεια ανάταξης του λαϊκού κινήματος. Εκεί θα καταξιωθεί, θα αναγεννηθεί και θα αλλάξει η αριστερά. Οι ηττοπαθείς μονόδρομοι, η ιδεολογική ακινησία, το εμπόριο ενότητας  και η μιζέρια της κάλπης και της κοινοβουλευτικής αυταπάτης, δεν αποτελούν απαντήσεις. Θα κριθούν αυστηρά στο πεδίο της κοινής δράσης. Της συμβολής ή της απουσίας.
«Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, στρατιώτη μου, τον πόλεμο τον χάνει»
Το ερώτημα της λαϊκής νίκης και ανατροπής είναι κατά τη γνώμη μας ανοιχτό. Η ηττοπάθεια δεν είναι καλός σύμβουλος. Η κρίση θα βαθύνει. Ο κόσμος υποφέρει. Η αριστερά έχει μεγάλες δυνάμεις και δυνατότητες. Μπορεί και πρέπει να συμβάλλει στο καθοριστικό ζήτημα. Στο πως δηλαδή, οι εργαζόμενοι, όλα τα καταπιεζόμενα στρώματα  θα γίνουν ικανά  να αναλάβουν εξεγερτική  μαζική δράση. Δραστηριότητα  αρκετά ισχυρή, ώστε να τσακίσει (ή να εξασθενίσει σημαντικά) το παλιό σάπιο πολιτικό σύστημα και τις κυβερνήσεις του,  πού ποτέ, ακόμα και σε εποχή κρίσεων, δεν «πέφτει», αν δεν το «ρίξουν».
 Ένας λαός που ηττάται δεν δίνει δύναμη στην αριστερά. Η σωτηρία των εργαζομένων, ολόκληρου του λαού και της κοινωνίας είναι ο στόχος και η ελπίδα αναγέννησης της αριστεράς ως δύναμης ανατρεπτικής και επαναστατικής.
Αυτός είναι ο δρόμος, η εικόνα, η  κουλτούρα, η ταυτότητα, που θα δώσουν τη δυνατότητα της αριστεράς να δώσει και τις κοινοβουλευτικές μάχες, χωρίς να μοιάζει με τον τρελό στο πανηγύρι του χωριού ή τον ζητιάνο της πλατείας.
‘’Γιατί τα σκαλίζετε τόσο πολύ;  Έτσι δεν θα ενωθούμε ποτέ’’. Μου είπε ένας φίλος σε μια συγκέντρωση.
Ας δούμε την αλήθεια κατάματα. Σε μια κοινωνική σύγκρουση σαν την τωρινή, οι μάχες του παρόντος, δεν πρόκειται να κερδηθούν με ευκολίες. Η ιστορία της ταξικής πάλης δεν ξεκίνησε τώρα.
Απαιτείται, μια βαθιά ματιά πίσω, στην αρνητική και θετική εμπειρία του εργατικού κινήματος και της αριστεράς. Και ένα  τολμηρό, προβλεπτικό, διορατικό κοίταγμα μπροστά στις δυνατότητες της εποχής  για ένα νέο απελευθερωτικό κομμουνιστικό πρόταγμα.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ανιχνεύοντας το δρόμο της αναγκαίας εξόδου από τη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση


Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ για 30 χρόνια και στη ζώνη του ευρώ τα δέκα τελευταία συνέβαλλαν καθοριστικά στην κρίση και στο χρέος (αν και δεν τα δημιούργησαν) αλλά και στο χτύπημα των εργατικών δικαιωμάτων.
Του Βασ. Μηνακάκη* 
 Τριάντα χρόνια μετά την κύρωση της συνθήκης εισόδου της Ελλάδας στην ΕΕ και δέκα χρόνια μετά την είσοδό μας στην ευρωζώνη, μια σειρά μύθοι κλονίζονται.
 Μύθος πρώτος: «Η ΕΕ έδωσε απλόχερα ― εμείς ξοδέψαμε αλόγιστα»
Η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική: το σύνολο της εισροής χρημάτων από την ΕΕ μέσω των  περίφημων «πακέτων», των ΜΟΠ της περιόδου 1986-93 (471 εκατ. ευρώ), του Β΄ ΚΠΣ της περιόδου 1994-99 (12,3 δισ.), του Γ΄ ΚΠΣ της περιόδου 2000-2006 (26,1 δισ.) και του ΕΣΠΑ της περιόδου 2007-2013 (26,2 δισ.), αθροίζουν ένα ποσό περίπου 65 δισ. ευρώ. Από αυτά τα 65 δισ., μέχρι τα τέλη του 2009 είχαν εκταμιευτεί τα 43 δισ. Tο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας έναντι της ΕΕ από το 1980 μέχρι το 2009 είναι 254 δισ. ευρώ!
Δηλαδή: Δώσαμε 254 δισ. (για εισαγωγές από τις πολυεθνικές των χωρών της ΕΕ) και πήραμε 43 δισ. (από τα «πακέτα»).
Ακόμη και η Ελευθεροτυπία, που ανέβαζε τα ποσά που «πήραμε» ως χώρα μέχρι σήμερα από ΜΟΠ, ΚΠΣ και ΕΣΠΑ στα 120 δισ. ευρώ -στο μισό δηλαδή του εμπορικού ελλείμματος- σημείωνε ότι τα 51,3 δισ. επιστράφηκαν σε πολυεθνικές της δυτικής Ευρώπης για προμήθεια μηχανημάτων, εξοπλισμού κ.λπ.
 Μύθος δεύτερος: Όλοι αράξαμε τσιμπολογώντας επιδοτήσεις από τους κουτόφραγκους…
 Στην πραγματικότητα, το 80% των επιδοτήσεων εισπράχθηκε από το μόλις το 20% των αγροτών αλλά και μη αγροτών, με τη μερίδα του λέοντος να την παίρνουν μεγάλοι οινοπαραγωγοί ή κτηνοτρόφοι τύπου Βιβάρτια.
Το 50% του Γ΄ ΚΠΣ πήγε σε συγκοινωνιακούς άξονες με βάση τα συμφέροντα των τεχνικών εταιριών και των πολυεθνικών για εμπορικούς δρόμους ή σε προγράμματα… «κατάρτισης» που στόχευαν σε αναδιάρθρωση παραγωγής και στη μείωση του «εργατικού κόστους».
 Μύθος τρίτος: Η κοινοτική βοήθεια έδωσε ώθηση στην εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας.
 Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι τα χρηματοδοτικά εργαλεία, δεν ήταν καθόλου ουδέτερα, ούτε τυφλά: αποζημίωσαν κατά μερικό τρόπο το ξεκλήρισμα της παραδοσιακής αγροτικής παραγωγής. Πριμοδότησαν τις αναδιαρθρώσεις και την καπιταλιστικοποίηση της γεωργικής και της βιομηχανικής  παραγωγής. Ετεροχρόνισαν την εξαθλίωση των εργαζόμενων και των αγροτών κι αποτέλεσαν μοχλό για την επιβολή νέων εργασιακών σχέσεων. Αποτελούσαν, δηλαδή, λιπαντικό μιας αντεργατικής, αντι-αγροτικής και ευρύτερα αντι-κοινωνικής  πολιτικής.
Η ΕΕ πράγματι άλλαξε την όψη της Ελλάδας: για παράδειγμα από εξαγωγική χώρα αγροτικών προϊόντων πριν την ένταξη στην ΕΟΚ μετατράπηκε σε χώρα εισαγωγική. Μάλιστα, οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων που θα μπορούσαν να παραχθούν στην Ελλάδα, φτάνουν κάθε χρόνο τα 5-6 δισ. ευρώ.
 Μύθος τέταρτος: με την ενσωμάτωση στην ΕΕ η Ελλάδα έπαψε να είναι …τριτοκοσμική χώρα
 Στην πραγματικότητα, η  τριαντάχρονη πορεία της Ελλάδας στην ΕΕ και η δεκάχρονη στο ευρώ είχε καταστροφικές συνέπειες.
  • Στους μισθούς: Η Ελλάδα είναι -μαζί με το Βέλγιο- οι μόνες κοινοτικές χώρες στις οποίες οι πραγματικοί κατώτατοι μισθοί μειώθηκαν την περίοδο 2000-8. Κατά -0,5% ετησίως στην Ελλάδα και κατά -0,2% στο Βέλγιο (Εurostat). Γενικότερα, το σκληρό ευρώ και οι κανόνες της ΟΝΕ ευνοούσαν τις μεγάλες πολυεθνικές, με αποτέλεσμα οι μικρότερες εταιρείες να έχουν μόνο ένα όπλο για να είναι ανταγωνιστικές: τη μείωση του εργατικού κόστους.
  • Στο ασφαλιστικό: Η ΕΕ πίεζε διαρκώς για αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τζογάρισμα των ασφαλιστικών στο χρηματιστήριο. Αυτό ακριβώς υλοποιούσαν οι αντιασφαλιστικοί νόμοι Ρέππα, Πετραλιά και Λοβέρδου. Κι έτσι προέκυψαν τα «δομημένα ομόλογα» του ΤΕΑΔΥ, που ως προς τον τρόπο υλοποίησης ήταν σκάνδαλα, αλλά ως προς την ουσία ήταν ό,τι ακριβώς απαιτούσαν η ΕΕ και οι χρηματαγορές για τα αποθεματικά των ταμείων.
  • Στις εργασιακές σχέσεις: Ήδη από τη «Λευκή Βίβλο» του 1994 η ΕΕ πίεζε για ελαστικές σχέσεις εργασίας και μερική απασχόληση. Ακολούθησαν η λεγόμενη «ελαστασφάλεια», η οδηγία Μπολκενστάιν και τόσα άλλα, στα οποία πρωτοστάτησε ο σοσιαλδημοκράτης Γκ. Σρέντερ και η διαβόητη «Ατζέντα 2010» που προώθησε και κατεδάφισε κάθε έννοια κοινωνικού κράτους. Σε αυτή την Ατζέντα και στα 7,5 εκατομμύρια Γερμανών που εργάζονται με ελαστικές μορφές απασχόλησης και αποδοχές κάτω από 400 ευρώ στηρίχτηκε η άνοδος της ανταγωνιστικότητας των γερμανικών πολυεθνικών.
  • Στην ανεργία: Το περιβάλλον ανταγωνισμού που δημιουργήθηκε με την ένταξη στην ΕΕ και το ευρώ οδήγησε πολλές ελληνικές παραγωγικές μονάδες να μετατραπούν σε προβληματικές ή να κλείσουν. Και μπορεί οι ιδιοκτήτες τους να σώθηκαν, γιατί εντάχθηκαν σε διάφορους νόμους ή μετανάστευσαν στα Βαλκάνια, χιλιάδες εργαζόμενοι όμως έμειναν χωρίς δουλειά. Θα πει κάποιος: δεν φταίει και γι’ αυτό η ΕΕ. Φταίει ότι οι ελληνικές εταιρείες δεν ήταν ανταγωνιστικές. Πώς όμως θα γίνουν ανταγωνιστικές; Με μισθούς Βουλγαρίας, ασφάλιση Αλβανίας, συνθήκες εργασίας Ταϊλάνδης και ωράρια Κίνας. Με τον τρόπο, δηλαδή, που περιγράφει το Σύμφωνο για το ευρώ.
  • Στην παιδεία: Ποιος δεν θυμάται ότι τη στιγμή που οι φοιτητές ξεσηκώνονταν ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16, η ΕΕ προωθούσε οδηγία που νομιμοποιούσε από την «πίσω πόρτα» τα ιδιωτικά ΑΕΙ και τα κολέγια; Κι ότι με τη λεγόμενη στρατηγική της Λισαβόνας η ανώτατη εκπαίδευση παραδίδεται στην αγορά;
  • Στην αγροτική παραγωγή: Ενώ -για παράδειγμα- η Ελλάδα ήταν αυτάρκης κι είχε υψηλή παραγωγικότητα στην τευτλοκαλλιέργεια, μείωσε κατά εννιά φορές (από 320.000 τόνους σε 35.000) τις ποσότητες που παράγει και τώρα εισάγει από τη Γερμανία και τη Γαλλία το 50% των αναγκών της. Παράλληλα, έκλεισαν τα 2 από τα 5 υπερσύγχρονα εργοστάσια ζάχαρης, ενώ τώρα ιδιωτικοποιούν και τα υπόλοιπα. Με άλλες κοινοτικές αποφάσεις, μειώθηκε η εγχώρια παραγωγή καπνού κατά 82% (παρότι η ΕΕ εισάγει το 75% των αναγκών της), βαμβακιού, βιομηχανικής ντομάτας, σταφίδας, χοιρινού κρέατος κ.ά. με ποσοστώσεις και πρόστιμα. Παράλληλα, χιλιάδες αγρότες ξεκληρίστηκαν: το 1981 υπήρχαν 997.000 αγροτικά νοικοκυριά ενώ το 2007 είχαν μείνει 614.000 – δηλαδή σε 28 χρόνια περίπου 800.000 αγρότες εγκατέλειψαν την αγροτική δραστηριότητα. Την τελευταία 10ετία, οι αγρότες μειώθηκαν κατά 35% (από το 17% το 2000 πήγαν στο 11% το 2009 του ενεργού πληθυσμού) και το αγροτικό εισόδημα μειώθηκε δραστικά, περίπου κατά 19%.
 Μύθος πέμπτος: χωρίς το ευρώ θα ήμασταν περισσότερο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο χρεοκοπίας
 Η αλήθεια είναι ότι με ελλειμματικό ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών, είναι μοιραίο να αυξάνεται το χρέος. Τα ελλείμματα των PIGS αποτελούν προϋπόθεση για  τα πλεονάσματα των γερμανικών πολυεθνικών που εκμεταλλεύτηκαν το οικονομικό περιβάλλον του ευρώ και της ΟΝΕ για να κυριαρχήσουν.
Το ελληνικό δημόσιο χρέος επταπλασιάστηκε από το 1981 μέχρι την ένταξη στο Μνημόνιο. Το ευρώ -όπως άλλωστε και το «αόρατο χέρι» της θεάς αγοράς, κατά πως θέλουν οι νεοφιλελεύθεροι- δεν μας προστάτεψε από τις επιθέσεις των κερδοσκόπων και την κρίση, αντίθετα τη γενίκευσε και τη μετακύλησε στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και, πάνω από όλα, στους εργαζόμενους.
 Μύθος έκτος: η ΕΕ μας προσφέρει βοήθεια για έξοδο από την κρίση
Με μια πρώτη ματιά, η ΕΕ βοηθά την Ελλάδα να ξεπεράσει την «κρίση χρέους» προσφέροντάς της, μαζί με το ΔΝΤ, με το πρώτο πακέτο 110 δισ. και με το δεύτερο περίπου 120 δις.
Γιατί, όμως, η ΕΕ προσφέρει τόσο απλόχερα μια τέτοια βοήθεια, που ισοδυναμεί με τα 2/3 του ελληνικού χρέους;
Πρώτον, γιατί οι γαλλικές και οι γερμανικές κυρίως τράπεζες, που κατέχουν μεγάλο μέρος των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, φοβούνται ότι μια ανοιχτή χρεοκοπία της Ελλάδας θα οδηγούσε και τις ίδιες στην κατάρρευση. Έτσι, διασώζοντας την Ελλάδα σώζουν και τον εαυτό τους. Παράλληλα, χορηγώντας τα δάνεια του Μνημονίου και του δεύτερου πακέτου, κερδίζουν χρόνο, ώστε να απαλλαγούν από τα ελληνικά ομόλογα και να περιορίσουν τους κινδύνους τους.
Δεύτερον, γιατί οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές -με αιχμή τις γερμανικές- φοβούνται ότι μια ανοιχτή χρεοκοπία της Ελλάδας θα οδηγήσει σε συνολική κατάρρευση το ευρώ, οπότε θα καταβαραθρωθούν οι εξαγωγές τους. Άρα, διασώζοντας την Ελλάδα σώζουν το νομισματικό πλαίσιο που τους επιτρέπει να έχουν κέρδη, να πλεονεκτούν απέναντι στους ανταγωνιστές τους.
Τρίτον, γιατί το αντίτιμο της «σωτηρίας» μας -οι όροι, δηλαδή, με τους οποίους παρέχεται η «βοήθεια»- τους ωφελεί πολλαπλά: Μειώνει δραματικά το εργατικό κόστος και συντρίβει την εργασία, γεγονός που πολλαπλασιάζει τα κέρδη των εργοδοτών. Επιτρέπει στις μεγαλύτερες πολυεθνικές και τράπεζες να καταβροχθίσουν τις μικρότερες και τα φιλέτα της δημόσιας περιουσίας που ιδιωτικοποιούνται. Και τέλος, μέσω της αποπληρωμής των δανείων αυτών -που προφανώς δεν δίνονται άτοκα ούτε χαριστικά- τους επιτρέπει να ιδιοποιούνται ένα διαρκώς αυξανόμενο μέρος του κοινωνικού πλούτου που παράγεται στην Ελλάδα. Βεβαίως, κάποιοι -και μιλώ για τους κατόχους των λεγόμενων CDS- κερδίζουν και από τις φημολογίες ή το ενδεχόμενο χρεοκοπίας ή αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους.
Άρα λοιπόν, στηρίζοντας την Ελλάδα στηρίζουν πρώτα από όλα τον εαυτό τους και τα κέρδη τους. Γι’ αυτό και 50 μεγάλες γαλλικές και γερμανικές πολυεθνικές κάνουν τις τελευταίες ημέρες μια τεράστια διαφημιστική καμπάνια υπέρ της Ελλάδας.
Ποιος απ’ τους προστάτες, θα μας προστατέψει ποιος;
Τι μας νοιάζει εμάς, θα αντέτεινε κάποιος. Αφού έτσι «σωζόμαστε» από τη χρεοκοπία, όλα τα άλλα έχουν δευτερεύουσα σημασία. «Σωζόμαστε», όμως; Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το δημόσιο χρέος από 144% του ΑΕΠ όταν εγκρίθηκε το Μνημόνιο θα φτάσει φέτος στο 167%. Με άλλα λόγια, το φάρμακο έγινε φαρμάκι.
Σίγουρα σώζονται οι εργοδότες, ο ΣΕΒ. Με το Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο, το Σύμφωνο για το ευρώ και τα άλλα κυβερνητικά μέτρα εξασφαλίζουν μειωμένους μισθούς, ελαστική εργασία, ατομικές κι επιχειρησιακές συμβάσεις, μειωμένη φορολογία, μειωμένες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ελευθερία απολύσεων. Τι περισσότερο θα μπορούσαν να ζητήσουν για να αυξήσουν τα κέρδη τους;
Σώζονται και οι τράπεζες. Τα 110 δισ. του πρώτου Μνημονίου είναι ακριβώς ίσα με τα 108 δισ. που έχουν τούς δοθεί με τα διάφορα πακέτα στήριξης των κυβερνήσεων Καραμανλή και Παπανδρέου.
Αυτοί που σίγουρα δεν σώζονται είναι οι εργαζόμενοι. Το Μνημόνιο, το Σύμφωνο για το ευρώ, το Μεσοπρόθεσμο, γενικότερα η πολιτική της κυβέρνησης, της ΕΕ και του ΔΝΤ θα τους βυθίσουν στην εξαθλίωση, θα απογειώσουν τη φορομπηξία και την ανεργία, θα εξαφανίσουν την κοινωνική ασφάλιση, θα συντρίψουν την παιδεία και την υγεία, θα ιδιωτικοποιήσουν τα πάντα – και το σπουδαιότερο, χωρίς φως στο βάθος του τούνελ.
Αλλά ούτε και η «εθνική οικονομία» σώζεται, καθώς με αυτούς τους όρους και με τους ασφυκτικούς μηχανισμούς επιτήρησης και προώθησης του Συμφώνου για το ευρώ και του Μνημονίου να διεισδύουν ακόμη και στον τελευταίο δήμο ή στο τελευταίο σχολείο και νοσοκομείο, η δυνατότητα για οικονομική ανάκαμψη με βάση τις λαϊκές ανάγκες μοιάζει κάτι παραπάνω από όνειρο θερινής νυκτός.
 Σύμφωνο για το ευρώ: Πανευρωπαϊκό μνημόνιο διαρκείας
 Με αυτό, θυσιάζονται σαν σύγχρονες Ιφιγένειες τα δικαιώματα των Ευρωπαίων εργαζομένων για να πνεύσει ούριος άνεμος στα πανιά του κέρδους και της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών πολυεθνικών. Δύο είναι οι κύριες κατευθύνσεις του.
Η πρώτη αφορά τη δραστική συρρίκνωση των εργατικών μισθών, ώστε το κόστος εργασίας να αξιολογείται «βάσει της παραγωγικότητας και των αναγκών προσαρμογής της ανταγωνιστικότητας». Μιας ανταγωνιστικότητας που, για να ξεπεράσει τους κύριους εμπορικούς αντιπάλους της ΕΕ, όπως η Κίνα ή οι ΗΠΑ, θα συντρίψει τους μισθούς.
Η δεύτερη αφορά τη διαμόρφωση ενιαίων κανόνων λειτουργίας της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ένα πολύ πιο ευρύ πεδίο από αυτό που αποτυπώνεται στην ΟΝΕ, με πολύ πιο δεσμευτικούς όρους, με πολύ πιο πιεστικούς, άμεσους και τακτικούς μηχανισμούς «ελέγχου», «εποπτείας», «επιτήρησης» και «επιβολής» (οι εντός εισαγωγικών λέξεις, προέρχονται αυτούσιες από το κείμενο της ΕΕ) και με «επικέντρωση ιδίως σε τομείς που εμπίπτουν στην εθνική αρμοδιότητα» ως τώρα. Κανόνων που -όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις- αποτυπώνουν το «δίκαιο του ισχυρού».
Το Σύμφωνο για το ευρώ είναι η αντιδραστική συνέχεια της Λευκής Βίβλου, του Μάαστριχτ, της Λισαβόνας, της Ευρωσυνθήκης. Είναι η οικονομική πλευρά μιας ΕΕ που βομβαρδίζει στη Λιβύη -όπως χθες στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν- που στήνει τείχη ρατσισμού και εκκολάπτει το αβγό του νεοφασισμού και του εθνικισμού, που προωθεί ένα όργιο καταστολής και ηλεκτρονικού φακελώματος, που ως χτες βάφτιζε δημοκράτες τον Μπεν Αλί και τον Μουμπάρακ. Δεν αποκαλύπτει απλώς την κυριαρχία των τραπεζών και των αγορών, το στρεβλό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής οικοδόμησης ή την έλλειψη Ευρωπαίων ηγετών μεγάλου διαμετρήματος, αλλά τον βαθύτατο αντιδραστικό χαρακτήρα της ίδιας της ΕΕ και του ευρώ, από τη δημιουργία τους ως σήμερα.
 Αυτός ο χαρακτήρας δεν αλλάζει, δεν μεταρρυθμίζεται – μόνο ανατρέπεται, διαλύεται. Κι αυτό πρέπει να γίνει με την ΕΕ συνολικά. Γιατί η ΕΕ δεν μπορεί να επανιδρυθεί σε φιλολαϊκή βάση. Ούτε είναι μια προοδευτική ή δήθεν αντικειμενική διαδικασία. Είναι μια ένωση που σχεδιάστηκε, οικοδομήθηκε και πορεύεται με αδιαπραγμάτευτο κριτήριο τα συμφέροντα των πολυεθνικών, του κεφαλαίου, των αγορών. Κι αυτό το κριτήριο παραμένει σταθερό, όσο κι αν τσακώνονται μεταξύ τους για τη μοιρασιά της λείας οι γαλλικές, οι γερμανικές ή οι βρετανικές πολυεθνικές, όσο κι αν τσακώνεται η ΕΕ με τις ΗΠΑ ή την Κίνα.
 Ένοχοι και η ΕΕ και η κυβέρνηση
Ποιος είναι αυτός που ευθύνεται για τα προβλήματα των εργαζομένων και των νέων; Η κυβέρνηση ή η ΕΕ; Αλίμονο αν πέσουμε στην παγίδα να δείχνουμε μόνο τις ελληνικές κυβερνήσεις ή μόνο την ΕΕ και το ευρώ, κι αν «βγάζουμε λάδι» άλλοτε την ΕΕ (διότι δήθεν η ελληνική κυβέρνηση προωθεί τα μέτρα) και άλλοτε την κυβέρνηση (διότι δήθεν τα μέτρα που προωθεί είναι εντολές της ΕΕ και των πιστωτών). Κι ακόμη, αλίμονο αν πούμε, δεν φταίει η ΕΕ, αλλά ο καπιταλισμός, λες και η ΕΕ και το ευρώ δεν είναι τέκνα του καπιταλισμού, δεν είναι φορείς της λογικής του, του κέρδους, των αγορών Δεν είναι, λοιπόν, ή το ένα ή το άλλο. Είναι και το ένα και το άλλο. Στην επίθεση κατά των εργαζομένων βρίσκονται χέρι-χέρι χρόνια τώρα οι ελληνικές κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, η ΕΕ, ο ΣΕΒ και εσχάτως και το ΔΝΤ. Με αυτή την έννοια, το κίνημα, οι λαϊκοί αγώνες, οι απεργίες και οι πλατείες πρέπει «να τους στήνουν στον τοίχο» όλους αυτούς, αλλά και τον καπιταλισμό ως σύστημα. Κι όταν φωνάζουμε «να φύγουν όλοι» εννοούμε και την όποια κυβέρνηση υλοποιεί αυτή την πολιτική, και το ΔΝΤ, και την ΕΕ, αλλά και το κέρδος, την αγορά, την εκμετάλλευση, την ανταγωνιστικότητας ως θεμέλια της κοινωνίας.
 Ποιος ο λόγος να μείνουμε στη ζώνη του ευρώ και της  ΕΕ;
Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ για 30 χρόνια και στη ζώνη του ευρώ τα δέκα τελευταία συνέβαλλαν καθοριστικά στην κρίση και στο χρέος (αν και δεν τα δημιούργησαν) αλλά και στο χτύπημα των εργατικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, η συμμετοχή αυτή όχι μόνο δεν βοηθάει στην αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά γίνεται και βασικό όχημα για την άγρια επίθεση κατά των εργαζομένων, την άνοδο της ανεργίας, τις περικοπές των μισθών και των συντάξεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, το κλείσιμο σχολείων, νοσοκομείων και παιδικών σταθμών, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, τη σύνταξη στα 70, το κλείσιμο προγραμμάτων όπως η βοήθεια στο σπίτι και τόσα άλλα.
Αν έτσι είναι τα πράγματα κι αν ο χαρακτήρας της ΕΕ δεν μπορεί να αλλάξει, τότε ποιος ο λόγος να παραμένουμε στη ζώνη του ευρώ και στην ΕΕ; Για να αρχίζουν να λύνονται τα προβλήματα των εργαζομένων και των νέων είναι απαραίτητο να έρθουμε σε συνολική ρήξη με το ευρώ, την ΟΝΕ και την ΕΕ, να απαλλαγούμε από τα δεσμά τους.
Μια έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ θα απάλλασσε τον ελληνικό λαό από έναν από τους βασικούς υπαίτιους της κρίσης αλλά και της αντεργατικής επίθεσης. Θα έδινε άλλες δυνατότητες και εργαλεία (που σήμερα ακυρώνονται από το πλαίσιο της ΕΕ) για μια παραγωγή, για μια οικονομική πολιτική, για μια κοινωνία βασισμένες στις λαϊκές ανάγκες και όχι στο κέρδος. Θα επανενεργοποιούσε κρυμμένες δυνάμεις και δυνατότητες στην αγροτική παραγωγή, στη βιομηχανία και σε άλλους τομείς παραγωγής κοινωνικά χρήσιμων προϊόντων που τώρα καταστρέφονται ή μένουν αδρανείς όσο η Ελλάδα παραμένει στην ΕΕ, το ευρώ, το μονόδρομο του κέρδους και των αγορών.
Μια τέτοια έξοδος δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των λαϊκών συμφερόντων από μόνη της. Πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα πράγματα. Από τη διαγραφή όλου του χρέους. Από τη ριζική ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου εις βάρος του κεφαλαίου και υπέρ των εργαζομένων, ώστε να αυξηθούν οι μισθοί, να αντιμετωπιστεί η ανεργία, να υπάρξει μόνιμη και σταθερή δουλειά, να βελτιωθούν η υγεία και η παιδεία, να είναι δημόσια και δωρεάν και όχι ιδιωτικά και πανάκριβα τα κοινωνικά αγαθά. Αλλά και από το πέρασμα στο δημόσιο με εργατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, που καταβροχθίζει πακτωλούς χρημάτων αλλά και τις ζωές μας. Από την απαγόρευση της φυγής κεφαλαίων από τη χώρα. Μόνο σε ένα τέτοιο πλαίσιο -που κινείται με πνεύμα ανατροπής και πάει κόντρα στην αντεργατική επίθεση και στη φυλακή του σύγχρονου καπιταλισμού- η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των εργαζομένων. Αν, δηλαδή, αποτελεί κομμάτι μιας συνολικότερης πορείας που θα καθορίζεται από τις λαϊκές ανάγκες και όχι από τα κέρδη και τις αγορές.
Έχουμε συνείδηση ότι μια τέτοια έξοδος δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε εθνικά πλαίσια –και ούτε την προτείνουμε από «εθνική» σκοπιά ή έχοντας την αυταπάτη ότι μπορεί να σταθεί κάποιου τύπου «εθνική ανάπτυξη» στο σύγχρονο διεθνοποιημένο κόσμο. Χρειάζεται μια ευρύτερη διεθνή στήριξη και πάλη. Και θα έχει καλύτερα αποτελέσματα, θα μπορέσει να περπατήσει αν το δρόμο της Ελλάδας ακολουθήσουν και οι λαοί άλλων χωρών, αν όλοι αυτοί οι λαοί δημιουργήσουν τη δική τους ένωση, μια ένωση που θα είναι απαλλαγμένη από ανταγωνισμούς και «προστατευτισμούς», θα αναπτύσσει τα εργατικά δικαιώματα, θα βάζει στην πρώτη γραμμή τους εργαζόμενους και όχι τις πολυεθνικές και τις τράπεζες. Ο τρόπος που επικοινωνούν το Σύνταγμα με την Πουέρτα δελ Σολ και τις άλλες πλατείες της Ευρώπης δείχνει πως κάτι τέτοιο δεν είναι ανέφικτο. Αρκεί κάποιος να κάνει το πρώτο βήμα και να μη μένουν όλοι πίσω περιμένοντας τους άλλους για να κινηθούν όλοι μαζί. Γιατί τότε δεν θα γίνει κανένα βήμα από κανέναν.
Η  θέση αυτή συναντά και  πολλές αντιρρήσεις. Την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, λένε κάποιοι, την προτείνουν και μερικοί από τους ισχυρούς του χρήματος στην ΕΕ. Έτσι είναι. Ωστόσο, οι κυρίαρχοι κύκλοι της ΕΕ και των πολυεθνικών σήμερα αντιμετωπίζουν με τρόμο ένα τέτοιο ενδεχόμενο – ειδικά αν γίνει «από τα κάτω» κι από ένα μαχόμενο κίνημα. Ακόμη κι ο πολύς Μπεν Μπερνάνκι, δήλωνε προχτές ότι μια κατάρρευση της Ελλάδας θα επηρέαζε αρνητικά την παγκόσμια οικονομία. Γι’ αυτό ακριβώς μας «σώζουν», γι’ αυτό και η καμπάνια των 70 γαλλογερμανικών πολυεθνικών υπέρ της Ελλάδας.
 Κάποιοι άλλοι ανακάλυψαν πως την έξοδο από την ΕΕ τη θέλει το ελληνικό κεφάλαιο –ή έστω κάποια τμήματά του. Άρα, όποιος την προτείνει, γίνεται ουρά του και  τσαλαβουτάει στον εθνικισμό. Τίποτα πιο αναληθές– παρότι υπάρχουν μερίδες του κεφαλαίου που θίγονται από τη συμμετοχή στην ΕΕ. Ο ίδιος ο πρόεδρος του ΣΕΒ δήλωσε ευθαρσώς προ ημερών τη σταθερή προσήλωση των ηγετικών κύκλων του ελληνικού κεφαλαίου στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Το ίδιο και άλλοι κορυφαίοι του επιχειρηματικού κόσμου. Ουρά του κεφαλαίου, συνεπώς, δεν είναι όποιος λέει έξω από το ευρώ και την ΕΕ, αλλά όποιος λέει ναι όπως και ο ΣΕΒ και οι δυτικοευρωπαϊκές πολυεθνικές και οι τράπεζες. Και συνεπής διεθνιστής δεν είναι εκείνος που φυλακίζει το διεθνισμό του στο έδαφος που διαμορφώνουν ο κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου και οι δυτικοευρωπαϊκές πολυεθνικές, αλλά εκείνος που αγωνίζεται για να σπάσει αυτό το πλέγμα, πρώτα απ’ όλα στη χώρα του, και για να οικοδομηθούν μορφές διεθνούς συνεργασίας πέραν της αγοράς και του κέρδους -συνεπώς και πέραν της ΕΕ- στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.
 Πορεία σύγκρουσης
Δεν ισχυριζόμαστε  ότι η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ που θα επιβληθεί από την πίεση του κινήματος είναι μια προοπτική στρωμένη με ροδοπέταλα. Η εγχώρια και δυτικοευρωπαϊκή αστική τάξη, που θέλουν την παραμονή της Ελλάδας σε ευρώ και ΕΕ, είναι φυσικό να αντιδράσουν. Όπως αντιδρά ένας εργοδότης όταν οι εργάτες κάνουν απεργία ζητώντας αυξήσεις. Οι εργαζόμενοι, το κίνημα πρέπει από πριν να είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτή την αντίδραση και να είναι έτοιμοι να την υπερνικήσουν με τη συλλογική, μαζική πάλης και τη διεθνιστική αλληλεγγύη. Άλλωστε και η ακύρωση του Μνημονίου, του Μεσοπρόθεσμου, του Συμφώνου για το ευρώ και, πολύ περισσότερο, η αποχώρηση από το ευρώ και την ΕΕ, μόνο με τη δύναμη αυτή της  πάλης μπορούν να επιβληθούν κι όχι με κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Ισχυριζόμαστε, όμως ότι το κόστος της παραμονής εντός ευρώ και ΕΕ είναι ασύλληπτα μεγαλύτερο από το κόστος της εξόδου. Το πρώτο το ζούμε και θα το ζούμε για πολλά χρόνια, αν δεν ανατρέψουμε την πολιτική τους. Το δεύτερο, υπερβάλλεται από την  κυρίαρχη προπαγάνδα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ολέθριες συνέπειες που έχει για τους εργαζόμενους η ασκούμενη πολιτική. Επιπλέον, το κόστος της παραμονής είναι μακρόχρονο, διαρκές, ενώ το κόστος της εξόδου θα είναι πρόσκαιρο.
Μια έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, σε συνδυασμό με τη στάση πληρωμών και τον επανέλεγχο του εθνικού νομίσματος και των τραπεζών, θα άλλαζε ριζικά την κατάσταση υπέρ των εργαζομένων. Τα κεφάλαια που θα χρειαστούν και δεν θα δοθούν με το γνωστό αντίτιμο από την ΕΕ και το ΔΝΤ, μπορούν να βρεθούν από τη μη πληρωμή των τοκοχρεολυσίων (που υπερβαίνουν τις δαπάνες του προϋπολογισμού για μισθούς και συντάξεις), από τα 600 δισ. των κεφαλαιούχων που βρίσκονται στις ελβετικές τράπεζες, από τη φορολόγηση του κεφαλαίου, από την εθνικοποίηση των τραπεζών, από τη δήμευση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας, από τη δραστική μείωση των εξοπλιστικών δαπανών και –επιτέλους, δεν χάθηκαν στον πλανήτη οι πέραν της ΕΕ και του ΔΝΤ πιστωτές.
Επιπλέον, η άσκηση εθνικής νομισματικής πολιτικής θα οδηγήσει σε νέο εθνικό νόμισμα, που πιθανότατα θα υποτιμηθεί. Αυτό στις σημερινές συνθήκες θα αυξήσει τη ζήτηση για εγχώρια προϊόντα και θα μειώσει την κατανάλωση εισαγόμενων. Θα τονωθεί η παραγωγή, θα αυξηθεί το ΑΕΠ, θα βελτιωθεί το εμπορικό ισοζύγιο, θα αυξηθεί η κατανάλωση. Για όσα προϊόντα δεν παράγονται στη χώρα και λόγω της υποτίμησης θα αυξηθεί η τιμή τους, θα μπορεί το κράτος να εφαρμόσει το μέτρο της διατίμησης ή και να μειώσει τη φορολογία για όσα είναι πρώτης ανάγκης (π.χ. βενζίνη).
Σε κάθε περίπτωση, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος μάλλον δεν θα είναι σαρωτική, καθώς η αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα «τραυματίσει» το ευρώ, που πιθανά θα αρχίσει να κατρακυλάει στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, η υποτίμηση αυτή δεν θα οδηγήσει σε μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού, όπως μας λένε, η οποία θα οδηγήσει σε άμεση εξάτμιση του οφέλους που έχει η υποτίμηση. Κι αυτό γιατί, όπως δείχνει η πείρα, η υποτίμηση εξατμίζεται μακροχρονίως κι όχι άμεσα, και κάνει χρόνια για να μετακυλιστεί στις τιμές. Η τελευταία επίσημη υποτίμηση του Σημίτη (Μάρτιος 1998) κατά περίπου 15%, δημιούργησε, τον πρώτο χρόνο, πληθωριστικό κύμα 1,2%, που έβαινε μειούμενο. Ακόμη όμως και αν το δίλλημα ήταν -που δεν είναι- 25% πληθωρισμός ή 25% ανεργία, φτώχεια, διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης και της παιδείας, οι εργαζόμενοι μάλλον πρέπει να διαλέξουν το πρώτο.
Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, παρομοίασε την Ελλάδα με αυτόν που έχει πονόδοντο και πρέπει να κάνει οπωσδήποτε εξαγωγή δοντιού. Η εξαγωγή θα πονέσει περισσότερο βραχυχρόνια αλλά δεν μπορείς να ζεις αιωνίως με πονόδοντο. Και μόνο με την εξαγωγή επέρχεται η θεραπεία. Με αυτή την έννοια, καταστροφή δεν είναι η έξοδος από το ευρώ, αλλά η παραμονή στην ΕΕ και το ευρώ.
 *Ο Βασίλης Μηνακάκης είναι συγγραφέας-ειδικός μελετητής θεμάτων ευρωπαϊκής πολιτικής. Το παρόν στηρίζεται στην παρέμβαση του στη ΛΑΪΚΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΕ στη Συνέλευση της Πλατείας Συντάγματος στις  24/6/2011.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

το τέλος του τέλους της μεταπολίτευσης, ήτοι μια νέα μεταπολίτευση

Του Κώστα Παλούκη
Η ιστορία με τις διακηρύξεις του τέλους εποχής ξεκίνησε διεθνώς με την πτώση του τείχους του Βερολίνου  και μεταφράστηκε στην εγχώρια δημοσιογραφία και πολιτική με τη μορφή της διακήρυξης του τέλους της μεταπολίτευσης. Έκτοτε επαναλαμβάνεται διαρκώς είτε με τη μορφή επιβεβαίωσης της νέας πραγματικότητας είτε με τη μορφής ευχής για μια νέα τέτοια πραγματικότητα. Εάν όμως πράγματι η μεταπολίτευση και ό,τι σήμαινε αυτή τελείωσε, γιατί επανέρχεται διαρκώς το ζήτημα του τέλους της; Γιατί σώνει και καλά θα πρέπει να ξανατελειώσει αυτό που τόσες φορές έχει διακηρυχθεί ως νεκρό;
Αυτό που ορίζεται εν γένει ως "μεταπολίτευση" είναι η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία των αριστερών ιδεών στην ελληνική κοινωνία, μια ηγεμονία που υποτίθεται ότι ξεκίνησε μετά από το Πολυτεχνείο και διαπέρασε το κράτος το 1981 με την κατάληψη της εξουσία από το ΠΑΣΟΚ.

Με δικά μας λόγια, η διακήρυξη του τέλους της μεταπολίτευσης στην πράξη σήμαινε το τέλος όλων των δρόμων που εμπνέονταν από το σοσιαλιστικό όραμα και την έναρξη της κυριαρχίας της ουτοπίας της ελεύθερης αγοράς. Πράγματι, το 1989 δεν ηττήθηκε μόνο ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Ανατολής, αλλά και ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Δύσης, ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Άπω Ανατολής, ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" των "αδεσμεύτων χωρών", αλλά και όλα εκείνα τα περισσότερο μειοψηφικά επαναστατικά και κομμουνιστικά ρεύματα διεθνώς. Για αυτό το λόγο μίλησαν οι διανοούμενοι για το "τέλος των μεγάλων αφηγήσεων" υπονοώντας το τέλος ακριβώς των σοσιαλιστικών οραμάτων. Η διακήρυξη του τέλους των μεγάλων αφηγήσεων απέκρυβε βέβαια την ηγεμονία της άλλης μεγάλης αφήγησης που αναφέραμε ήδη, αυτή της "ελεύθερης αγοράς". Η ηγεμονία όμως αυτή πλασαρόταν λιγότερο ως ιδεολογία και περισσότερο ως "αναπόδραστη πραγματικότητα", "μοναδικό ρεαλιστικό δρόμο" που επιτέλους επιφέρει την δημοκρατία και την ευτυχία στον πλανήτη.

Ιδεολογικός και πολιτικός δρόμος προς την εμπέδωση της λογικής του μονοδρόμου ήταν η ιδεολογία του ατομικισμού. Στις αρχές του 1981 δεν υπήρχε κανένας έλληνας πολίτης ο οποίος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δεν ήταν στρατευμένος πολιτικά, αν όχι οργανωτικά, σε ένα πολιτικό κόμμα. Δεν υπήρχε ούτε ένας έλληνας πολίτης που να μην ήταν ενεργό μέλος σε κάποια συλλογική συσσωμάτωση: εργατικό σωματείο, αθλητικό σωματείο, πολιτιστικό σύλλογο, τοπικό σύλλογο, φοιτητικό σύλλογο, εκκλησιαστικό σύλλογο, προσκοπισμό. Οι περισσότεροι μάλιστα έλληνες ήταν οργανωμένοι σε περισσότερους από έναν τέτοιο σύλλογο. Οι εφημερίδες τότε έγραφαν με χιούμορ πως εάν κάποιος φώναζε δυνατά σε έναν κεντρικό δρόμο "γειά σου πρόεδρε", θα γύριζαν το κεφάλι οι μισοί. Με λίγα λόγια, οι έλληνες πολίτες ζούσαν και δρούσαν σε όλες τις διαστάσεις της καθημερινότητάς τους συλλογικά μέσα από ένα σύστημα "λαϊκής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας". Το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει ως επίσημους συνομιλητές τους φορείς αυτούς και προσπαθεί να "συγκυβερνά" με αυτούς πετυχαίνοντας την συναίνεσή τους. Βασικό μέλημα των πολιτικών κομμάτων δεν ήταν μόνο να κατακτήσουν έδρες στην Βουλή, αλλά και να ελέγχουν αυτούς τους συλλογικούς φορείς, δηλαδή τα ΔΣ. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε το κοινωνικό συμβόλαιο ενσωματώνοντας και κρατικοποιώντας την πολιτική δράση. Ο τρόπος αυτός συλλογικής οργάνωσης και πολιτικής δράσης μπορούσε να ταυτιστεί ακριβώς με τα διάφορα σοσιαλιστικά οράματα. Εξάλλου ήταν ένα είδος ρεφορμιστικής σοσιαλιστικής δομής διακυβέρνησης, ένα είδος διαταξικής συνεργασίας που κατάγεται πολιτικά από την παραδοσιακή ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και διακηρύχτηκε στην Ελλάδα ως μοντέλο από τους πρώτους έλληνες κοινωνιστές (βλ. λόγους Αλεξ. Παπαναστασίου στα 1908) και την πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου κατά την πρώτη περίοδο της κυβερνητικής διακυβέρνησης 1911-1915. Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς αυτή η ιστορική περίοδος αποτέλεσε πεδίο έρευνας για την νέα τότε ιστοριογραφία.  Μπορεί στις 18 Οκτώβρη του 1981 λοιπόν να μην ήρθε ποτέ ο "σοσιαλισμός", αλλά η πολιτική των "από κάτω" καθόριζε σε έναν βαθμό την πολιτική των "από πάνω" και έτσι γενικά η "πολιτική" είχε το πάνω χέρι στην καπιταλιστική αγορά ρυθμίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να επικρατήσει μια γενικευμένη κοινωνική ειρήνη περιορίζοντας τις εντάσεις σε ελεγχόμενους χώρους και πεδία. Υπήρχαν κοινωνικά κινήματα, αλλά στους βασικούς παραγωγικούς χώρους (βιομηχανία, κλπ) υπήρξε κοινωνική ειρήνευση.

Στις αρχές του 2001 οι έλληνες πολίτες που συμμετέχουν σε διάφορα είδη συσσωματώσεων είναι λίγοι, ενώ τα παλιά σωματεία είτε έχουν μεταφραστεί σε σφραγίδες είτε σε αποξενωμένους από την βάση τους κρατικούς μηχανισμούς. Η απομάκρυνση αυτή επιτρέπει την ολοένα και μεγαλύτερη γραφειοκρατικοποίηση αυτών των θεσμών και την απαξίωσή τους. Ο χαρακτήρας του "λαϊκού" ελέγχου του κράτους και της οργανωμένης λαϊκής συμμετοχής σε αυτό εξαφανίζεται και εμφανίζεται ένα νέο μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας βασισμένο στην ιδεολογία του ατομικισμού και της ελεύθερης αγοράς. Ουσιαστικά, εξαφανίζεται η πολιτική ως πρακτική από τα "λαϊκά στρώματα" και το μοντέλο της "λαϊκής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας" αντικαθίσταται σταδιακά από το φάντασμά της, δηλαδή μια "αντιπροσωπευτική δημοκρατία" χωρίς λαϊκό πολιτικό έλεγχο. Το 1989 αποτελεί τομή σε αυτήν την διαδικασία. Η πολιτική πλέον ταυτίζεται με την τεχνοκρατία και τη διαχείριση "απολιτικοποιείται" δηλαδή και μετατρέπεται σε ένα είδος "προϊόν" που καθορίζεται καθαρά με όρους management.   Η πολιτική μετασχηματίζεται από πολιτική των αρχών και των ιδεών σε μικροπολιτική, σε διαχείριση της καθημερινότητας, σε ψευτοεντυπωσιασμούς, καθαρά ψέμματα κλπ. Πίσω από την πολιτική της καθημερινότητας αποκρύβεται μια έντονα ταξική πολιτική διάλυσης του κοινωνικού κράτους και  κάθε κοινωνικής πολιτικής.

Το μοντέλο του καταναλωτή διαχέεται και αντικαθιστά όλα τα άλλα μοντέλα. Οι εργάτες, οι αγρότες και οι μικρομεσαίοι σκέφτονται πλεόν αποκλειστικά ως "καταναλωτές". Η εμφάνιση των ιδιωτικών τηλεοράσεων συμβάλλει καταλυτικά στην νέα μορφή δημοκρατίας, ως "τηλεοπτικής δημοκρατίας". Η κάθε μάνα πλέον ονειρεύεται το παιδί της όχι ως έναν καταξιωμένο πολιτικό άντρα, αλλά ως έναν καταξιωμένο businessman. Το κυρίαρχο ιδεολόγημα είναι "κοίτα την πάρτη σου", μη νοιάζεσαι για τους δίπλα όλοι είναι εν δυνάμει εχθροί. Στην πράξη το αποκαλούμενο "πελατειακό" κράτος μετασχηματίζεται, εάν πρώτα αφορούσε αιτήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις ενός εκλεγμένου βουλευτή ή ενός πολιτευτή ή ενός κόμματος προς το εκλογικό σώμα, ολοένα και περισσότερο εξελίσσεται σε ένα μηχανισμό εξάρτησης και παγίδευσης των εκλογέων σε ένα ιεραρχικό εξατομικευμένο σύστημα διορισμών αμφίβολης κατάληξης, ενώ η διαπλοκή ως βασικό στοιχείο της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και του βαθέματος του καπιταλισμού σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής εξελίσσεται και κυριαρχεί.

Εάν μέχρι το 1985 η ΕΕ, η ΕΟΚ και ο διεθνής ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός δέχονταν κριτική και αμφισβητούνταν μέσα πολύ λίγα χρόνια, στα 1992 η ΕΕ και ο διεθνής καπιταλισμός στον οποίον η Ελλάδα συμμετέχουν όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά θεωρείται αυτονόητη θετική ένταξη σε αυτόν.
Οι θεωρίες της αποδόμησης έρχονται να επενδύσουν θεωρητικά και να ιδεολογικοποιήσουν την νέα δομή οργάνωσης της κοινωνίας: ατομικότητες με ξεχωριστές δυνατές ταυτότητες, προσωπικές ιστορίες, όχι ιδέες. Ταυτόχρονα, η μεταφυσική, τα ναρκωτικά και γενικά φυγή στο υπερβατό ενδυναμώνονται ως τάσεις. Στο κεντρικό πολιτικό τομέα τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα συγκλίνουν ιδεολογικά και πολιτικά. Η Οικουμενική Κυβέρνηση του 1990 είναι η απαρχή αυτής της νέας πολιτικής συνθήκης. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ εφαρμόζουν ουσιαστικά την ίδια πολιτική, ενώ ο ΣΥΝ ελάχιστα διαφοροποιείται στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στα μέσα της δεκαετίας το ΚΚΕ αριστεροποιείται, ενώ την ίδια πορεία ακολουθεί ο ΣΥΝ στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Παράλληλα, εμφανίζεται το ακροδεξιό μόρφωμα του ΛΑΟΣ. Το βασικό επιχείρημα όμως της μεταπολίτευσης είναι ότι η αριστερά και οι αριστερές ιδέες έχουν πεθάνει και εάν δεν έχουν πεθάνει ακόμα, όπου νάναι θα γίνει. Έτσι, ξεδιπλώνεται το νέο αμάγαλμα της "μεταμοντέρνας" κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Στα 2009 το ΠΑΣΟΚ φάνταζε ως ένα κόμμα περισσότερο ισχυρό από ποτέ και ως το μοναδικό κόμμα εγγύησης της δεύτερης αυτής μεταπολίτευσης. Το 2011 όμως τα πράγματα φαίνεται να εξελίσσονται πολύ διαφορετικά. Η κρίση και τα μέτρα διάλυσης κάθε κοινωνικού ιστού αποκαλύπτουν τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του σύγχρονου καπιταλισμού. Ο λαός αρχίζει να συνειδητοποιεί το χάσμα μεταξύ κράτους και δημοκρατίας και ξυπνάει. Οι μεγάλες πανεργατικές συγκεντρώσεις και το κίνημα των πλατειών ξανασυνθέτει τις ξεφτισμένες ίνες της μεγάλης κλωστής που λέγεται "λαός". Μέσα σε ένα χρόνο η δεύτερη μεταπολίτευση οδηγείται σε μια κρίση άνευ προηγουμένου. Νέα οράματα και νέα αιτήματα, νέες αναζητήσεις, ακόμα σε πρωτόλειο επίπεδο, ξαναπιάνουν το νήμα της πρώτης μεταπολίτευσης. Το σύνθημα "Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή", ένα αντικοινοβουλευτικό σύνθημα που δεν έχει καταλήξει εάν είναι "δεξιό" ή "αριστερό", δηλαδή φιλο-ολιγαρχικό ή φιλο-δημοκρατικό, βρίσκει την ολοκλήρωσή του στο σύνθημα "Ψωμί, παιδεία, Ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το 73". Το νήμα της εξέγερσης ενάντια στην Χούντα των Συνταγματαρχών ενώνεται με το νένο νήμα της εξέγερσης ενάντια στην Χούντα των ΠΑΣΟΚων. Η αριστερά σταθερά επανέρχεται στο προσκήνιο μαζί με τις δημοκρατικές και εξεγερτικές ιδέες, αντίθετα με τις διακηρύξεις περί τέλους της μεταπολίτευσης. Το Κόμμα που φαίνεται ότι τελικά θα διαλυθεί είναι το ΠΑΣΟΚ.
Σήμερα ζούμε την απαρχή μιας νέας μεταπολίτευσης η οποία μπορεί να ανατείλει νέους κόσμους ολότελα διαφορετικούς από τους παλιούς... Η ελπίδα ξαναχτίζεται στις πλατείες, στους δρόμους και στα νέα σωματεία....

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Ο λαϊκός παράγοντας στο προσκήνιο: Το κίνημα της πλατείας και η νέα λαϊκή ενότητα



Του Κώστα Παλούκη

Το κίνημα των Αγαναχτισμένων Πολιτών πλημμυρίζοντας με πλήθος πολιτών τις πλατείες όλης της χώρας έφερε ξανά στο πολιτικό προσκήνιο τον λαϊκό παράγοντα. Με αυτόν τον τρόπο άναψε ξανά το φως της ελπίδας για ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής, για νέες συνολικότερες αλλαγές. Αλλά τι σημαίνει "έφερε ξανά τον λαϊκό παράγοντα στο προσκήνιο"; Που ήταν κρυμμένος μέχρι τώρα ο λαός;

Ο κατακερματισμός και η διάσπαση του λαού ως εργαλείο υποταγής στην άρχουσα τάξη
Όλο το προηγούμενο διάστημα παιζόταν μια ισχυρή ιδεολογική και ψυχολογική διαμάχη μέσα στην κοινωνία, μια διαμάχη ενοχών δια το «τις πταίει». Η αστική τάξη της χώρας και οι πολιτικοί της ταγοί προσπαθούσαν να πείσουν ότι η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τα λαϊκά στρώματα. Βαραίνει τις αποκαλούμενες βολεμένες συντεχνίες και τους δημοσίους υπαλλήλους στις πιέσεις των οποίων υπέκυπταν οι άμοιροι πολιτικοί. Έτσι δομήθηκε αυτό το άθλιο «πελατειακό» σύστημα το οποίο μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. Βασική προϋπόθεση αυτού του επιχειρήματος είναι η θέση ότι τα δάνεια λήφθηκαν για να πληρώνεται το σπάταλο κράτος και οι τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι σε βάρος της υγιούς οικονομίας και σε βάρος των εργαζόμενων φορολογούμενων του ιδιωτικού τομέα. Το εντυπωσιακό με αυτήν την επιχειρηματολογία δεν είναι αυτή καθεαυτή, αλλά το γεγονός ότι πράγματι την πιστεύουν. Συνεπώς, όταν η ξέσπασε δημοσιονομική κρίση του ελληνικού χρέους, ο πολιτικός αστικός κόσμος και η αστική τάξη αισθάνθηκαν πράγματι ότι βρήκαν την ευκαιρία να απελευθερωθούν από αυτά τα «πελατειακά δεσμά». Στην πράξη απελευθέρωση από τα "πελατειακά δεσμά" σημαίνει αποδέσμευση από κάθε είδους λογοδοσία στους από κάτω, από κάθε είδους πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας και από το υποτυπώδες "κοινωνικό συμβόλαιο" στο οποίο υποτίθεται ότι στηρίζεται κάθε αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ουσιαστικά, για μετάβαση σε μια κοινοβουλευτική δικτατορία, καθώς το κοινοβούλιο, τα αστικά κόμματα και οι κυβερνώντες αποφασίζουν χωρίς να ενδιαφέρονται και χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις γνώμες και τα συμφέροντα των "από κάτω".
Αυτή η διαδικασία "αποδέσμευσης" χρειαζόταν ένα ιδεολογικό περιτύλιγμα, αλλά και αναζήτησης νέων ιδεολογικών συμμαχιών με μερίδες των λαϊκών στρωμάτων. Συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα πίστεψε ότι βρήκε την ευκαιρία να αναδιατάξει τις κοινωνικές συμμαχίες του υπέρ της αστικής τάξης. Συγκεκριμένα, προσπαθούσε να εγκαταλείψει την κοινωνική συμμαχία με τα εργατικά στρώματα του δημόσιου τομέα και των ελεύθερων επαγγελματιών πάνω στην οποία βασίστηκε από την δεκαετία του 1990 και έπειτα για να χτυπήσει και να διαλύσει τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των εργατικών στρωμάτων στον ιδιωτικότομέα. Αλλάζοντας προσανατολισμό προσπάθησε να συγκροτήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία με συγκεκριμένη μερίδα της εργατικής τάξης του ιδιωτικού τομέα που μέχρι τότε φάνταζε ως το «θύμα». Προβάλλοντας τους δημόσιους υπαλλήλους, τους συνδικαλιστές και τα «κλειστά επαγγέλματα» ως τον νέο εχθρό πίστεψαν οι κυβερνήτες ότι βρήκαν την ευκαιρία να οδηγήσουν την ελληνική κοινωνία μέσα από ένα βίαιο πέρασμα-σοκ σε έναν καθαρό ολοκληρωτικό καπιταλισμό, σε έναν ολοκληρωτισμό της «ελεύθερης αγοράς», δηλαδή της κατάργησης κάθε οργανωμένης διαμεσολάβησης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, νομικής προστασίας του εργαζομένου,  κατάργησης του δημοσίου τομέα και ιδιωτικοποίησης των πάντων. 
Όλα θα καθορίζονται με βάση τους "νόμους της αγοράς" και όχι με βάση τους πολιτικούς συσχετισμούς. Η αντίφαση που διαπερνά την αστική δημοκρατία, δηλαδή δημοκρατία στο πολιτικό σύστημα, εργοδοτική δικτατορία στους χώρους δουλειάς βαίνει σε βάρος της δημοκρατίας και επεκτείνεται στο πολιτικό σύστημα. Για αυτό το λόγο τα ΜΜΕ ενίσχυσαν την αυθόρμητη ιδεολογική επίθεση στο "πολιτικό σύστημα" προσπαθώντας να πλήξουν γενικά το κύρος της "πολιτικής" προς "οφελος" της "ουδέτερης τεχνοκρατίας" και των καλών επιχειρηματιών. Οι καλοί και επιτυχημένοι (;) έλληνες επιχειρηματίες σε αντίθεση με τους διαπλεκόμενους, κακούς και αποτυχημένους πολιτικούς θα μπορούσαν να αναλάβουν οι ίδιοι για όφελος της κοινωνίας τα ηνία της οικονομίας στους πιο κρίσιμους τομείς τους. Με λίγα λόγια επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί συνολικά ένα συναινετικό κλίμα -- κοινωνική συμμαχία -- με όλες τις παραγωγικές τάξεις του "υγιούς" ιδιωτικού τομέα. Η κρίση – η οποία στην ουσία είναι κρίση υπερσυσσώρευσης και κρίση του μέσου ποσοστού κέρδους, δηλαδή αδυναμίας του διεθνούς και ελληνικού χρηματιστικού κεφαλαίου να επανεπενδύει με κέρδος τα κεφαλαίικά του αποθέματα– προβλήθηκε ως εργαλείο που θα μπορούσε να εκκαθαρίσει την οικονομία από τα βάρη και να οδηγήσει σε μια νέα ανάπτυξη, ένα εργαλείο δηλαδή βαθέματος του βάρβαρου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Οι έλληνες επιχειρηματίες και το καλό διεθνές κεφάλαιο που θα έρθει να επενδύσει είναι οι μόνοι ικανοί να πραγματώσουν αυτήν την καπιταλιστική ουτοπία. Δεν είναιτυχαίο ότι ο ΣΕΒ πήρε τόσο μεγάλο θάρρος από αυτό το κλίμα που σχεδόν προκλητικά ζητούσε να καταργηθεί κάθε "προστατευτικός" και περιοριστικός νόμος για το μεγάλαο κεφάλαιο.
Ο ελληνικός λαός μέχρι πρόσφατα έδειχνε δεκτικός σε όλες τις επιθέσεις που δεχόταν από τους κυβερνήτες του: επιθέσεις στην δημοκρατία, στα εργατικά δικαιώματα, στο κοινωνικό κράτος, στην εργασία, στον δημόσιο πλούτο, στους μισθούς, στην φορολογία. Έδειχνε δεκτικός στα ψέματα των δημοσιογράφων και της τηλεοπτικής δημοκρατίας, στην εξαπάτηση, στα διλήμματα των μονοδρόμων, ακόμα και στις ύβρεις από πολιτικά παχύδερμα όπως ο Πάγκαλος. «Κατάπινε» όλα τα ιδεολογήματα σχεδόν αμάσητα παραμένοντας στις επιθέσεις απαθής και μοιρολάτρης, υποταγμένος. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι έχασαν ξαφνικά την προνομιακή τους σχέση με το πολιτικό σύστημα, ενώ οι εργάτες του ιδιωτικού τομέα χαιρέκακα χαιρέτιζαν την διάλυση και το ξεπούλημα και έλπιζαν σε μια ευνοικότερη συνθήκη όταν θα αναλάμβαναν οι δικοί τους "καλοί" επιχειρηματίες.
Μια άλλη συχνά προβεβλημένη αντίθεση είναι αυτή μεταξύ "απλών" εργατών και "συνδικαλιστών". Η εργατική τάξη γενικά θα λέγαμε ότι διακρίνεται στα οργανωμένα και στα μη οργανωμένα σε σωματεία εργατικά στρώματα. Στην πλειοψηφία τους οι ανοργάνωτοι εργαζόμενοι αδυνατούν να διαπραγματευτούν συλλογικά την θέση τους στην παραγωγή και τους μισθούς τους και βρίσκονται σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση ως θύματα της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας. Αντίθετα, οι οργανωμένοι είναι σε θέση όχι μόνο να διαπραγματεύονται συλλογικά, αλλά και συνομιλούν απευθείας με το κράτος. Αυτή η αντίθεση δημιουργεί μια πραγματική υλική αντίθεση ανάμεσα σε διαφορετικά εργατικά στρώματα. Κυρίως συνδικαλισμένοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι βιομηχανικοί εργάτες και οι εργάτες στον τουρισμό και την ναυτιλία, ενώ καθόλου συνδικαλισμένοι στον νέο τριτογενή τομέα. Συνεπώς, το χάσμα με τους συνδικαλιστές προστίθεται στην αντίθεση προς τους δημοσίους υπαλλήλους. Ταυτόχρονα, σε πάρα πολλούς εργασιακούς χώρους τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα οι συνδικαλιστές λειτουργούν ανοιχτά είτε ως εγκάθετοι των εργοδοτών είτε ως εγκάθετοι των κυβερνήσεων με παχυλούς μισθούς, έτοιμοι να υπογράψουν την οπιαδήποτε επαίσχυντη συμφωνία προς δικό τους όφελος. Γενικά, έπνιξαν κάθε δημοκρατικήκαι πολιτική διαδικασία του συνδικαλιστικού κινήματος μετατρέποντας τα σωματεία σε απλές κομματικές σφραγίδες απαξιώνοντας συνολικά την έννοια του συνδικαλισμού. Η τάση αυτή θα λέγαμε αποκρυσταλλώνεται στην φυσιογνωμία της ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ. Είναι επόμενο λοιπόν η απαξίωση και η κατάσταση στο κυρίαρχο συνδικαλιστικό κίνημα να διογκώνει το κύμα δυσαρέσκειας και το χάσμα της εργατικής τάξης και των συνδικάτων. Στην βάση βέβαια αυτού του συνδικαλισμού υπάρχει ο συνδικαλισμός του ΠΑΜΕ και των Πρωτοβάθμιων. Αναφερόμαστε όμως σε αυτά πιο κάτω.
Μπορεί κανείς να προσθέσει σε όλες αυτές τις αντιθέσεις και ακόμα μία, την αντίθεση μεταξύ ελλήνων και μεταναστών. Η αντίθεση αυτή φαίνεται πως λειτουργεί ως το πιο δυνατό ιδεολογικό όπλο της άρχουσας τάξης, ικανό να διαμορφώσει ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες και νομιμοποιήσεις της εξουσίας εντείνοντας την κοινωνική βαρβαρότητα σε βαθμούς πρωτόγνωρους για την μεταπολεμική ελληνική ιστορία. Συγκεκριμένα καλλιεργείται επί δυο δεκαετίες μια ρητορική για την ευθύνη των μεταναστών στην πτώση των ημερομισθίων και την ανεργία στους έλληνες. Αυτή ρητορική ενισχύεται βέβαια ιδεολογικά από την υλική σχέση εργοδότη/εργάτη που διαπερνάει τις σχέσεις τμημάτων της ελληνικής εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων με τους μετανάστες εργάτες. Συνεπώς, τμήματα των λαϊκών στρωμάτων «αλλοτριώνονται» από αυτήν την σχέση και είναι επιρρεπή σε ρατσιστικά και εθνικιστικά ιδεολογήματα. Ο λανθάνων ρατσισμός επίσης αναδύεται στην επιφάνεια όταν η μετανάστευση αποκτά στοιχεία έντονης ανθρωπιστικής κρίσης, όπως συμβαίνει στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στα φανάρια όλης της πρωτεύουσας με σημαντικές εκρήξεις βίας. Το σκηνικό που λαμβάνει χώρα στις περιοχές πέριξ των Πατησίων με φασιστικές ομάδες να οργανώνουν πγκρόμ βίας εναντίον μεταναστών είναι το κυριότερο παράδειγμα. Φαίνεται πως ο ρατσισμός συνιστά τόσο βαθύ διχαστικό ιδεολόγημα που είτε τρομάζει ακόμα και τοαστικό σύστημα για τις βάρβαρες δυνάμεις που μπορεί να απελευθερώσει  είτε το αφήνει ως εφεδρεία σε μια κρίσιμη στιγμή. Δηλαδή μια νέα δολοφονία έλληνα στο κέντρο της Αθήνας εν καιρώ μεγάλης αποστοίχισης των λαϊκών στρωμάτων από τα αστικά κόμματα και βαβειάς κρίσης εξουσίας του πολιτικού συστήματος θα μπορούσε μέσα σε μια στιγμή να άλλαζε τους συσχετισμούς υπέρ του αστικού συνασπισμού εξουσίας. 
Σε αυτή τη σειρά υλικών και ιδεολογικών χασμάτων ανάμεσα στα εργατικά και λαϊκά στρώματα θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ποικίλες άλλες αντιθέσεις που είτε καλλιεργούνται είτε ενυπάρχουν αλλά σε κάθε περίπτωση δρουν ως εργαλείο της αστικής εξουσίας για την υλική διάσπαση της εργατικής τάξης και του λαού σε αντιμαχόμενες μερίδες. Η αντίθεση των γενιών είναι μια τέτοια παράμετρος όπως και η έμφυλη αντιπαράθεση. Σε κάθε οικογένεια λανθάνει μια τέτοια έντονη ενδογενεακή ή έμφυλη αντιπαράθεση που οξύνεται σε συνθήκες ανατροπής πάγιων ιεραρχιών ή ματαίωσης προσδοκιών που επιφέρουν η ανεργία, η φτώχια, η ημιαπασχόληση, οι αρρώστιες. Για παράδειγμα σε περίπτωση ανεργίας των νέων οι γονείς συνήθως κατηγορούν τα παιδιά τους, ενώ σε περίπτωση ανεργίας των γονέων και εργασίας των παιδιών ανατρέπονται ιεραρχίες προκαλώντας καθημερινές εντάσεις. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και μεταξύ δύο συζύγων ή μεταξύ αδερφών κλπ. Ακόμα οι χουλιγκάνικες αντιθέσεις μεταξύ οπαδών σε κάθε περίπτωση εντείνουν την βαρβαρότητα και την διάσπαση μεταξύ των «από κάτω». Πρόσφατα είχαμε γίνει θεατές βίαιων συρράξεων μεταξύ οπαδών.
Όλες αυτές οι αντιθέσεις τεχνητές ή πραγματικές αποδομούν πρώτα πρώτα τη σύλληψη της ιδεάς μιας αντικειμενικής κοινότητας των «από κάτω» σε ένα ενιαίο σύνολο. Ως εκ τούτου, απουσιάζει η ίδια η βούληση για την πραγμάτωση μιας τέτοιας πολιτικής ενότητας. Εξάλλου, οι μεταμοντέρνες και πολυπολιτισμικές ιδέες που διαχύθηκαν ηγεμονικά μετά το 1990 συνέβαλαν καθοριστικά στην αποδόμηση κάθε ενοποιητικής ιδέας των "από κάτω". Η έννοια του λαού λοιδορήθηκε και πετάχτηκε στα σκουπίδια μαζί με τον λαϊκισμό, η έννοια του έθνους μαζί με τον εθνικισμό, αλλά και η έννοια της τάξης μαζί με τον κομμουνισμό. Όλα αυτά χαρακτηρίστηκαν ολοκληρωτισμοί και φασισμοί που έπνιγαν τις ατομικότητες και τις ελευθερίες. Οι μεγάλες αφηγήσεις και τα μεγάλα οράματα καταγγέλθηκαν, η υποκειμενικότητα εγκαταστάθηκε ως το κυρίαρχο αναλυτικό εργαλείο σε βάρος κάθε αντικεμινικής σύλληψης της πραγματικότητας, ενώ η ατομικότητα λατρεύτηκε ως το νέο τοτέμ, ο νέος θεός.  Μέσα σε συνθήκες οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης η ανεκτική και ειρηνευμένη πολύπολιτισμική και πολυταυτοτική κοινωνία που οραματίζονταν οι μεταμοντέρνοι διανοούμενοι της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς μετατράπηκε σύντομα σε μια βάρβαρη εχθρική κοινωνία.   

Απόπειρες άρσης της διάσπασης και ανάδειξης του λαού:
από την 5 Μάη στην Κερατέα και την πλατεία Συντάγματος
 Στον έναν χρόνο που ακολούθησε την ψήφιση και εφαρμογή του μνημονίου επιχειρήθηκε πολλές φορές μια ενοποιητική διαδικασία των «από κάτω». Ίσως η πιο σημαντική ήταν η πορεία της 5ης Μάη 2010. Σε αυτήν το κεντρικό ενοποιητικό στίγμα δόθηκε από το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα το οποίο κινήθηκε κάτω από την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία της αριστεράς. Οι διάφορες εκδοχές της αριστεράς προσπάθησαν να προτάξουν  και να συγκροτήσουν γύρω από συγκεκριμένα πολιτικά αιτήματα μια νέα εργατική και ταξική ενότητα ως απάντηση στην επίθεση της ντόπιας και διεθνούς αστικής τάξης. Εκείνη η μέρα ήταν ίσως η πρώτη φορά μετά το 1989 που το αστικό πολιτικό σύστημα φοβήθηκε. Όμως πάγιες αδυναμίες της αριστεράς, αλλά και του οργανωμένου εργοδοτικού συνδικαλιστικού κινήματος δεν επέτρεψαν να βαθύνει αυτή η ενότητα. Αλλά ακόμη χειρότερα το κίνημα έβαλε ένα μεγάλο «αυτογκολ» την ώρα που κάλπαζε προς τη νίκη. Αναμφισβήτητα, οι νεκροί της Μαρφίν υπήρξαν η ταφόπλακα αυτής της πρώτης προσπάθειας. Το αστικό πολιτικό σύστημα χρησιμοποίησε πολιτικά τον θάνατο των τριών τεσσάρων εργατών για ξαναδιασπάσει τους «από κάτω», αλλά και για να διασύρει την αριστερόστροφη και ταξική προσπάθεια απάντησης στην κρίση. Βέβαια, η 5 Μάη υπήρξε μια πολύ σημαντική παρακαταθήκη για κάθε μελλοντική εξέλιξη.
Μέσα στο επόμενο διάστημα αναπτύσσονται, θα έλεγε κανείς, τέσσερις προσπάθειες ανασύνταξης της λαϊκής ενότητας. Η πρώτη προέρχεται από τον χώρο της ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ και της ρεφορμιστικής αριστεράς. Η δεύτερη από τον χώρο του ΚΚΕ. Η τρίτη από τον χώρο των πρωτοβάθμιων σωματείων κάτω από τον σχεδιασμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η τέταρτη από τον λεγόμενο «εθνικό-πατριωτικό» χώρο που μέσα από την δημιουργία της Σπίθας και άλλων δυνάμεων πατριωτικής αναφοράς αναδείχτηκε ως σημαντική πολιτική δύναμη. Μία πέμπτη αυτή της αναρχίας που είχε κατακτήσει μετά το 2008 μεγάλο προβάδισμα, ιδιαίτερα στη νεολαία, βρίσκεται μετά την Μαρφίν μάλλον σε κρίση και σε υποχώρηση καθώς βρίσκεται σε διαρκή αυτο-υπονόμευση και στρατηγική ανεπάρκεια να επικοινωνήσει στοιχειωδώς με πολιτικά κινήματα.
Η προσπάθεια της ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ μαζί με τμήματα της ρεφορμιστικής αριστεράς προσπαθεί ουσιαστικά να ανασυστήσει το «παλαιό» συνδιακλιστικό σύστημα διεκδικώντας ξανά τον ρόλο και τη θέση που έχασε, δηλαδή του επίσημου συνομιλητή με το κράτος στο όνομα της εργατικής τάξης. Όμως οι ΠΑΣΟΚογενείς ηγεσίες δεν θέλουν παίζοντας το παιχνίδι της εξουσίας, ενώ η ρεφορμιστική αριστερά γύρω από τον ΣΥΝ δεν μπορεί αντικειμενικά μέσα στο δεδομένο συνδικαλιστικό πλαίσιο κυρίως λόγω στρατηγικής ανεπάρκειας και σύγχυσης που είναι αποτέλεσμα της γενικότερης κρίσης του χώρου του ΣΥΡΙΖΑ. Το ΚΚΕ παρουσιάζει ως λύση τον εαυτό του, λειτουργεί απομονωτικά και διασπαστικά εν τέλει με ένα πολιτικό πρόγραμμα αναντίστοιχο με τις ανάγκες ισορροπώντας μεταξύ «αριστερισμού» και καθεστωτικού ρόλου. Ο λεγόμενος εθνικός χώρος επιχειρεί να πετύχει μια ενότητα μόνο των ελλήνων, γεγονός που και αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει θετικά. Η αντικαπιταλιστική αριστερά και τα πρωτοβάθμια σωματεία βρέθηκαν μπροστά σε όλες σχεδόν τις εργατικές κινητοποιήσεις (γιατρούς, λεωφορεία κλπ), αλλά αδυνατούσαν να οργανώσουν κάτι μεγαλύτερο, ενώ έφεραν αδίκως πάνω τους και την ήττα της 5 Μάη. Παρόλα αυτά ήταν το πιο ελπιδοφόρο κομμάτι προσπαθώντας να διατηρήσει το νήμα των αγώνων και να μπολιάσει κάθε νέο με τη νικηφόρα ανεξάρτητη δράση.
Δύο όμως είναι οι καθοριστικοί παράγοντες που έδειξαν τον δρόμο για την νέα λαϊκή ενότητα. Ο πρώτος ήταν το έπος της Κερατέας που τυχαία συνέπεσε με τις λαϊκές εξεγέρσεις στην Τυνησία, την Αίγυπτο και τις άλλες αραβικές χώρες. Στην Κερατέα αποδείστηκε περίτρανα και στην πράξη ο νέος κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός. Ο βίαιος ρόλος των ΜΑΤ και η εχθρικότητα απέναντιστον μαχόμενο λαό κατέδειξαν το βάθος του κοιβουλευτικού ολοκληρωτισμού. Εκεί εμπεδώθηκε στις λαϊκές συνειδήσεις η πεποίθηση ότι η χούντα δεν τελείωσε το 1974, αλλά συνεχίζει να υπάρχει μεκοινοβουλευτικό μανδύα. Στην πράξη δομήθηκαν πολλά από τα αιτήματα που θα εμφανιστούν στην πλατεία Συντάγματος. Εκεί στην Κερατέα προτάθηκε ουσιαστικά ένα νέο μοντέλο ενοποίησης των «από κάτω» και ένα μοντέλο μαζικής πολιτικής μάχης απέναντι στην δικτατορία των ΜΑΤ. Η πλατεία Ταχρίρ κατέδειξε πως αυτή η ενότητα μπορεί να γίνει πράξη μέσα σε μια πόλη και όχι σε ένα χωριό, ενώ επιβεβαίωσε την αίσθηση ότι αυτός ο νέος δρόμος είναι νικηφόρος. Απέδειξε ότι μια χούντα μπορεί να πέφτει εξαιτίας μιας πλατείας. Αυτό που απουσίαζε ήταν μία αφορμή και ένα ερέθισμα ώστε η οργή να πάψει να διασπά και να αρχίζει να ενώνει. Το ερέθισμα ήταν το κίνημα των Ισπανών αγαναχτισμένων και η αφορμή/αιτία ήταν η αναγνώριση της χρεοκοπίας και αποτυχίας του πρώτου μνημονίου και η πρόταση για ένα νέο μνημόνιο. Πλέον η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η ΕΕ και το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο βρέθηκαν απογυμνωνένοι. Οι υποσχέσεις τους ότιτα μέτρα μπορεί να πιάσουν τόπο πλέον δεν γίνονται από κανέναν πιστευτές. Χωρίς κανένα ηθικό ενδοιασμό και αποφασισμένοι το σύνολο του αστικού συνασπισμού εξουσίας επιτίθενται σε όλα τα λαϊκά στρώματα και στο σύνολο της εργατικής τάξης χωρίς καμία εξαίρεση. Ο μπαμπούλας του μονοδρόμου έσπασε μονομιάς μέσα σε μια μέρα. Ο καθένας ήξερε στην προσωπική του ζωή ότι δεν πήγαινε άλλο. Οι υλικοί όροι έσπασαν τα ιδεολογικά αδιέξοδα. 

Λαός, έθνος, πλήθος και τάξη
Στην πλατεία λοιπόν Συντάγματος επανενοποιείται ο «λαός» που ήταν κρυμμένος στην πολυδιάσπαση και επανεμφανίζεται ως ανεξάρτητο από το αστικό πολιτικό σύστημα δρων πολιτικό υποκείμενο. Γίνεται ο νέος πολιτικός παράγοντας. Νέος/συνταξιούχος, έλληνας/μετανάστης, ιδιωτικός υπάλληλος/δημόσιος υπάλληλος, συνδικαλισμένος/ασυνδικάλιστος, κεντρώος, δεξιός, κομμουνιστής, αναρχικός ή πατριώτης, πολιτικοποιημένος/απολίτικος είναι διχαστικές ταυτότητες που μπαίνουν στο μίξερ μιας νέας κολυμπίθρας του Σιλωάμ που εξαγνίζει τον καθένα μας από όλες τις προηγούμενες ταυτότητες και διαμορφώνει μια νέα ενότητα. Αν κάποιος μπορούσε να υπολογίσει τους ανθρώπους που έχουν έστω και μια φορά περάσει από την πλατεία του Συντάγματος ή τις άλλες πλατείες ανά την Ελλάδα, σίγουρα θα καταμετρούσε πάνω από ενάμισι εκατομμύριο πολίτες, ενώ άλλο ένα τόσο μεγάλο τμήμα πληθυσμού θεωρητικά συμφωνεί και συμπλέει φαντασιακά με το κίνημα των Αγαναχτισμένων. Πρόκειται δηλαδή για μια πραγματική ειρηνική εξέγερση ενός υποκειμένου που ξαναβρίσκει τον εαυτό του και συγκροτείται ως μια φαντασιακή κοινότητα. Κανένα μέλος αυτής της φαντασιακής κοινότητας του λαού δεν θα γνωρίσει ποτέ όλα τα άλλα μέλη, αλλά γνωρίζει ότι υπάρχουν και ότι συγκροτούν μαζί μια ενότητα: τον διαμαρτυρόμενο λαό.
Υπό αυτό το πρίσμα οφείλουμε να αναγνώσουμε πολλά από τα αρχικά χαρακτηριστικά του κινήματος των Αγαναχτισμένων πολιτών και της πλατείας Συντάγματος.
Εμφανίζονται ουσιαστικά τρεις προτάσεις λαϊκής ενοποίησης. Ο πρώτος είναι το έθνος που ταυτίζεται κυρίως με τμήματα των αγαναχτισμένων στο πάνω μέρος της πλατείας. Ο δεύτερος είναι η έννοια πολίτης που αναπτύσσεται στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος και ορίζεται από την πολιτική διαδικασία της συνέλευσης. Ο τρίτος είναι η έννοια «πλήθος ατομικοτήτων» που μάλλον είναι μειοψηφική και εκφράζεται επίσης μέσα στην συνέλευση. Και οι τρεις προτάσεις θέλουν να εμφανίζονται ως συμπαγείς και αδιαίρετες. Για αυτό αναπτύσσεται ένας έντονος αντικομματικός λόγος που συμπαρασύρει και τα κόμματα της αριστεράς και ένας έντονος αντισυνδικαλιστικός λόγος που ισοπεδώνει ακόμα και τα αγωνιστικά συνδικάτα και τους αριστερούς συνδικαλιστές.
Η ανάγκη για ενότητα και ισότητα υπερισχύει όλων των διαιρέσεων ιδιαίτερα τις πρώτες ημέρες του κινήματος. Εκείνοι που εκφράζουν αντικομματικό και αντισυνδικαλιστικό μένος είναι κυρίως οι πολίτες που αποστοιχίζονται από τα αστικά κόμματα. Αυτοί είτε για να «απενοχοποιηθούν» είτε διότι βρίσκονται σε συνολική απογοήτευση είτε διότι βρίσκονται σε ιδεολογική-στρατηγική σύγχιση είτε διότι «ξυπνούν» χωρίς να διαθέτουν πολιτικά εργαλεία ή πολιτική εμπειρία τείνουν να χρεώνουν ευθύνες σε όλα τα πολιτικά κόμματα και να αποστοιχίζονται συνολικά από το κομματικό σύστημα. Πρώτοι αυτοί λοιπόν επιστρέφουν σε προϋπάρχοντα του κομματικού συστήματος ενοποιητικά σχήματα. Για αυτό ουσιαστικά "απαγορεύονται" όλα τα κομματικά ενοποιητικά σχήματα. 
Ουσιαστικά, με το Σύνταγμα οι πολίτες πατάνε το κουμπί reset στην πολιτική τους μνήμη και διεκδικούν να ξαναμπούν στην πολιτική από ένα σημείο μηδέν. Ο φόβος του «πολιτικού καπέλου», ότι δηλαδή οι πιο έμπειροι στις πολιτικές διαδικασίες, αυτοί που διαθέτουν το know how της πολιτικής, οι πιο συγκροτημένοι ως πολιτικές προσωπικότητες διαθέτοντας συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά και ρητορική δεινότητα θα επιβληθούν στους νεοεισερχόμενους της πολιτικής εξηγεί πολλά από τα αντικομματικά/αντισυνδικαλιστικά/αντιαριστερά αντανακλαστικά. Έτσι, η συνέλευση επιβάλλει μια υποχρεωτική ισονομία στην πολιτική διαδικασία. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος για τον οποίο αποκλείονται τα κόμματα και οι συνδικαλιστές από συνέλευση, ενώ παράλληλα τίθεται αυστηρά ο σύντομος χρόνος στις τοποθετήσεις, αλλά και η κλήρωση των ομιλητών.
Και οι τρεις ενοποιητικές έννοιες: πολίτης, έλληνας, ατομικότητα κατάγονται ιστορικά από τον γιακωβινισμό και την γαλλική επανάσταση. Από εκεί εξάλλου προέρχεται και η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας. Κατά την διάρκεια της γαλλικής επανάστασης το γαλλικό έθνος εκφραζόταν από συνελεύσεις πολιτών τις λεγόμενες κομμούνες οι οποίες παρήγαγαν τους ηγέτες της επανάστασης.  Η Γαλλική Επανάσταση εμφανίστηκε ως άρνηση ενός συστήματος διάκρισης της κοινωνίας σε τάξεις και συσσωματώσεις. Απέναντι στο σύστημα των παλαιών τάξεων του Παλαιού Καθεστώτος προβλήθηκε το έθνος-λαός και απέναντι στο σύστημα των συντεχνιών η άμεση-λαϊκή δημοκρατία. Τα κόμματα θεωρούνταν διχαστικά του λαού και καταγγέλονταν. Στην πράξη όμως τα κόμματα υπήρχαν και δρούσαν μέσα στην επανάσταση. Το κάθε κόμμα όμως θεωρούσε τον εαυτό του μοναδικό και πραγματικό εκφραστή της λαϊκής βούλησης και το αντίπαλο κόμμα προδοτικό. Το αποτέλεσμα ήταν η πολιτική, εθνική και ατομική έννοια σύλληψης του κόσμου να γεννήσουν νέους ολοκληρωτισμούς και νέες δικτατορίες που δεν επέτρεψαν την πραγμάτωση μιας άλλης κοινωνίας. Στην πράξη οι έννοιες αυτές, όπως κυριαρχούν στην πλατεία Συντάγματος, υποκρύβουν έναν ολοκληρωτισμό εν δυνάμει επικίνδυνο στο μέλλον εάν γενικευτεί ως μοντέλο γιαόλη την κοινωνία. Η απαγόρευση των κομμάτων ποτέ δεν υπήρξε ένα δημοκρατικό στοιχείο, αλλά στοιχείο πολιτικού ολοκληρωτισμού.   
 Οι δυο βασικές ενοποιητικές έννοιες, έλληνας και πολίτης, λειτουργούν αρχικά εχθρικά μεταξύ τους δημιουργώντας τον διχασμό της «Ανω» και της «Κάτω» Πλατείας, τα «εθνίκια» για τους μεν, τα «κομμούνια» για τους δε. Στην Θεσσαλονίκη όμως αυτός ο διχασμός δεν εμφανίζεται στον Λευκό Πύργο, καθώς το πατριωτικό κομμάτι συμμετέχει στην διαδικασία της συνέλευσης. Ο διχασμός αυτός ξεπερνιέται στην πράξη στο Σύνταγμα και δεν προκαλείται σύγκρουση. Βέβαια, δεν ήταν πολύ εύκολο καθώς και από τις δύο πλευρές εμφανίστηκαν τάσεις όξυνσης. Καθοριστικός παράγοντας στην απάλυνση της έντασης είναι η στοχοπροσήλωση στον αγώνα και οι μεγάλες μαζικές διαδηλώσεις την πρώτη και την δεύτερη Κυριακή οι οποίες υπερέβαιναν ακόμη και αυτές τις αντιθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν μάθουν όλοι να συνυπάρχουν παρά την υφέρπουσα αντιπάθεια.  
Έξω από την διαδικασία του κινήματος των Αγαναχτισμένων τέθηκε το συνδικαλιστικό κίνημα και στις τρεις εκδοχές του: ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ, ΠΑΜΕ, Πρωτοβάθμια Σωματεία. Ο καθεστωτικός ρόλος της ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ έθετε εξαρχής την συνδικαλιστική εργοδοτική γραφειοκρατία απέναντι στο κίνημα. Ούτε ο κόσμος του Συντάγματος ήθελε την ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ ούτε η εργοδοτική γραφειοκρατία το ανεξέλεγκτο κίνημα του Συντάγματος. Το ΠΑΜΕ προέρχεται από μια άλλη εντελώς διαφορετική παράδοση ενοποίησης του λαού η οποία θέτει την τάξη ως βασική ενοποιητική σχέση και ηγεμονική πάνω στα άλλα κοινωνικά στρώματα. Επιπλέον, ορίζει ως μοναδικό γνήσιο εκφραστή των συμφερότων των λαϊκών τάξεων το Κομμουνιστικό Κόμμα, ενώ παράλληλα ταυτίζει την λαϊκή ενότητα αυστηρά μέσω συνδικαλιστικών δομών που θα ελέγχονται πολιτικά από τις δυνάμεις του ΚΚΕ. Το ΠΑΜΕ ουσιαστικά κομματικοποιεί και πνίγει το συνδικαλιστικό κίνημα στις δικές του κομματικές φιέστες και σχεδιασμούς με αποτέλεσμα να γραφειοκρατικοποιεί τα σωματεία και να τα ακυρώνει. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθά σημαντικά στην αλλαγή του κλίματος έναντι του συνδικαλισμού. Το ενοποιητικό του σχήμα είναι αδύνατο να εφαρμοστεί ως τέτοιο και για αυτό αυτοπεριθωριοποιείται αφού αυτοεξαιρεί όλους τους άλλους. Το ΚΚΕ βρέθηκε λοιπόν ξαφνικά μπροστά σε ένα κίνημα που δεν μπορούσε και εν τέλει ούτε ήθελε να ελέγξει. Για αυτό προσπαθεί σε κατάσταση μάλλον σύγχυσης να μείνει απ’ έξω παρότι πιέζεται αρκετά για το αντίθετο.
Η πιο ελπιδοφόρα όμως περίπτωση είναι η κίνηση των Πρωτοβάθμιων συνδικάτων. Η λογική της αμεσοδημοκρατικής συνελευσιακής διαδικασίας, της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας του συνδικαλιστικού κινήματος από την εργοδοσία, αλλά και τις κομματικές χειραγωγήσεις ενοποιεί ένα πλήθος ετερόκλητων σωματείων με αγωνιστικά και ταξικά χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα, τα Πρωτοβάθμια αγωνίζονται για την κοινή αντιμνημονιακή δράση με ένα σαφές πολιτικό περιεχόμενο που κυριάρχησε σε όλους τους εργατικούς αγώνες. Τα Πρωτοβάθμια κρατούν εκτός από το νήμα των εργατικών αγώνων του προηγούμενου διαστήματος και το νήμα της 5ης Μάη. Είναι η μόνη πολιτική δύναμη που εμφανίζεται με ένα σαφές πλαίσιο εναλλακτικής διεξόδου που ολοένα και περισσότερο κερδίζει νέα σωματεία που αποστοιχίζονται από τον εργοδοτικό συνδικαλίσμό. Η φυσιογνωμία τους ταιριάζει στην φυσιογνωμία του νέου κινήματος των Αγανακτισμένων και η παρουσία τους σε αυτό συμβάλλει στην αλλαγή του κλίματος απέναντι στον συνδικαλισμό εν γένει, αλλά και στο μπόλιασμα με το αναγκαίο πολιτικό περιεχόμενο.  
Τα πρωτοβάθμια σωματεία και ο βασικός τους πολιτικός πυρήνας που σχεδίασε και εφάρμοσε το μοντέλο αυτό συνδικαλιστικής οργάνωσης, δηλαδή οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ,  αντιλαμβάνονται εξίσου ως βασικό ενοποιητικό στοιχείο την τάξη, αλλά ακολουθούν εντελώς διαφορετική τακτική απέναντι στο νέο λαϊκό κίνημα. Από θέση αρχής κατανοούν, επιθυμούν και σέβονται την αυτονομία και την μοναδικότητα των πολιτικών κινημάτων. Έτσι, από την αρχή συνδικαλιστές των Πρωτοβάθμιων παρενέβαιναν στη συνέλευση του Συντάγματος, έθεταν αιτήματα και μετέφεραν εμπειρίες από τους χώρους εργασίας και προσπαθούσαν να μεταβάλλουν το κλίμα για τον συνδικαλισμό διαχωρίζοντας την εργοδοτική γραφειοκρατία από τα αγωνιστικά σωματεία βάσης. Συνέβαλαν να συμπεριληφθεί κάλεσμα της Συνέλευσης προς τα σωματεία, αλλά το σημαντικότερο ήταν η διαμόρφωση της κίνησης «Δεν χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε». Στην πράξη τα Πρωτοβάθμια Σωματεία αυτοτίθενται ως οργανικό κομμάτι του κινήματος και διατίθενται να συμβάλλουν στον ταξικό μετασχηματισμό του περιεχομένου της νέας λαϊκής ενότητας, αλλά και στο περιεχόμενο των αιτημάτων της Συνέλευσης. Η διαγραφή του χρέους το οποίο ολοένα και περισσότερο κερδίζει στις πλατείες ως μοναδική λύση είναι μια πρόταση των Πρωτοβάθμιων ανοίγοντας την συζήτηση για μια σειρά παρεπόμενα ζητήματα, όπως είναι η ΕΕ, το Ευρώ, το μοντέλο παραγωγής, ακόμα και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.  
   Αρχικά, για τους «πατριώτες» οι πολιτικοί ήταν προδότες του έθνους, ενώ για τους «πολίτες» πουλημένοι. Οι πολιτικοί δηλαδή συλλαμβάνονται ως μέρος του εκάστοτε ενοποιητικού σχήματος που όμως τίθενται εκτός εξαιτίας της πουλημένης στάσης τους. Με την παρέμβαση των σωματείων το ταξικό στοιχείο εισβάλλει και προβάλλει μια άλλη ενοποιητική σχέση. Τα Πρωτοβάθμια στήνουν δικό τους περίπτερο και καλούν σε δικές τους πολιτικές συζητήσεις πλουτίζοντας τον διάλογο και τις ζυμώσεις διαμορφώνοντας έναν άλλο διακριτό πόλο μέσα στο κίνημα και όχι έξω από αυτό. Σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο των αιτημάτων της Συνέλευσης γίνεται πιο πολιτικό και ταξικό, ενώ στην πορεία και συγκέντρωση της Τετάρτης το πολιτικό και ταξικό στοιχείο γίνεται πιο έντονο. Σε αυτό συνέβαλλε βέβαια και η παραμονή του ΠΑΜΕ για δύο ώρες στο κέντρο της διαδήλωσης. Η σύνθεση αυτή, η μαζικότητα και η αποφασιστικότητα του κόσμου την Τετάρτη κλώνισε την κυβέρνηση οδηγώντας την σε μια τετράωρη παραίτηση.
Με λίγα λόγια, τόσο για τον κόσμο της συνέλευσης όσο και για τους πατριώτες ολοένα και περισσότερο οι διαδικασίες της πλατείας Συντάγματος είναι αντιπαραθετικές στις διαδικασίες του Κοινοβουλίου. Η Ελλάδα αποκτά την «Κάτω Βουλή» και το σπόρο για μια άλλου τύπου δημοκρατία.  Οι συνελεύσεις σε περιοχές και δήμους μεταφέρουν τον σπόρο αυτό στις γειτονιές της Αθήνας και συναντιούνται με αγωνιστικές παραδόσεις των κινημάτων των ελευθέρων χώρων. Το χάσμα μεταξύ λαού και κυβέρνησης βαθαίνει, γίνεται ολοένα πιο ταξικό και πολιτικό. Ο παράγων λαός πλέον διεκδικεί ως νέος ηγεμόνας την δική του ανεξάρτητη θέση στο πολιτικό σκηνικό. Η χρεοκοπία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το ασυμβίβαστο δημοκρατίας και ολοκληρωτικού καπιταλισμού θα γεννήσει ξανά το αίτημα για μια άλλη κοινωνική οργάνωση, για μια άλλου είδους δημοκρατία. Εδώ στην πλατεία γενιούνται τα νέα χειραφετητικά οράματα του 21ου αιώνα. Καθήκον μας να τα μπολιάσουμε με τις αρχές και τις παραδόσεις, με τις καλύτερες πλευρές των χειραφετητικών οραμάτων του 20ου αιώνα. Εδώ θα επαναθεμελιώσουμε το όραμα της κομμουνιστικής χειραφέτησης, μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, με πραγματική δημοκρατία, με ισότητα και διακιοσύνη, χωρίς τάξεις, πολέμους, φτώχεια και βαρβαρότητα.   


πόσοι μας διάβασαν: