Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

O αντι-αλκοολισμός στο σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα του ελληνικού μεσοπολέμου

Κώστας Παλούκης,
Ανακοίνωση στην Ημερίδα
«Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα, 1830-1950», 
Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ
(Σκουφά 45, Κολωνάκι)
Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Το ζήτημα του αντι-αλκοολισμού σε σχέση με την εργατική τάξη έχει απασχολήσει αρκετά την διεθνή βιβλιογραφία της ιστορίας της εργασίας και του εργατικού κινήματος. Ουσιαστικά υπάρχουν δύο συζητήσεις. Η πρώτη αφορά τα εργατικά στρώματα των εργατών χειροτεχνών και γενικότερα την ευρύτερη σχέση τους με τον πολιτισμό της ταβέρνας και η δεύτερη αφορά τα μοντέρνα εργοστασιακά εργατικά στρώματα. Παρά τις διαφοροποιήσεις της, και στις δύο περιπτώσεις, αν και σε διαφορετικές εποχές ή φάσεις ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων, η σχέση του αλκοολισμού με την ένταξη της εργατικής τάξης στον αστικό και εθνικό πολιτισμό στιγματίζεται από την αστική τάξη και συνδέεται με πολιτικές πατερναλισμού και πειθάρχησης. Η επικράτηση νεωτεριστικών αξιών στο νέο ελληνικό κράτος διαμορφώνει μία πρότυπη αναπαράσταση του πολιτισμένου ανθρώπου και ως εκ τούτου τον αντικατοπτρισμό του, δηλαδή του μη πολιτισμένου. Ο διχασμός αυτός λαμβάνει de facto μία ταξική διάσταση εφόσον ο πολιτισμένος άνθρωπος συνδέεται με την μόρφωση, την ηθική και τον διαφωτισμό, χαρακτηριστικά τα οποία αποδίδονται στην ελληνικότητα και εν τέλει σε επαγγέλματα της κοινωνικής ελίτ και άρα στην αστικότητα. Η ένταξη της υγιεινής στις προϋποθέσεις του πολιτισμένου ανθρώπου προσθέτουν ένα ακόμα κριτήριο στην αστικότητα και μάλιστα με πολλαπλές και συνάμα συνδυαστικές με την ηθική προσλήψεις του κινδύνου για την κοινωνία και το έθνος. Συχνά, η πολεμική σύγκρουση βιώνεται ως μια πάλη για τον ίδιο τον πολιτισμό, καθώς τόσο οι άμαχοι όσο και οι πολεμιστές και από τις δύο πλευρές πίστευαν ότι πολεμούσαν για τον ίδιο τον τρόπο της ζωής τους, τον εθνικό τους πολιτισμό και την θρησκεία τους ενάντια στον απολίτιστο και βάρβαρο εχθρό. Εάν μεταφέρουμε τώρα αυτό το σχήμα στην ταξική διαπάλη, τότε  η ταξική πόλωση λαμβάνει έντονα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένη κοινωνική ιδεολογία. Η ίδια η φτώχια ορίζεται εκτός του αστικού πολιτισμικού πλαισίου και οι φτωχοί αντιμετωπίζονται με όρους μορφωτικού, ηθικού και υγιεινιστικού πανικού και με αυτά τα κριτήρια περθωριοποιούνται. Ως εκ τούτου, η αλητοποίηση ανάγεται σε κεντρικό στοιχείο του ηθικού ταξικού πανικού. Επιπλέον την περίοδο του μεσοπολέμου επαναπροσδιορίζονται όλες οι παραπάνω έννοιες της μοντερνικότητας, του αστισμού και του ελληνισμού. Βασικοί παράγοντες η διάδοση της καταναλωτικής κουλτούρας και του star system μέσα από τον κινηματογράφο σε συνδυασμό με την απόλυτη κυριαρχία των καπιταλιστικών αξιών, την συσσώρευση πλούτου, την οικονομική κρίση του 1929 και την ένταση της ταξικής πόλωσης ως συνέπεια όλων αυτών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ηθικός πανικός στο δημόσιο λόγο αποκτά μία διάσταση κριτικής στον καπιταλισμό και της καπιταλιστικής κοινωνίας η οποία αντιμετωπίζεται μέσα από ρητορικές περί εκφυλισμού. Τέλος, κεντρικό ρόλο στην διαμάχη για τον πολιτισμό επιτελεί το μεγάλο ιδεολογικό αντιπρότυπο-απειλή, δηλαδή η απόπειρα οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας στη μετεπαναστατική Ρωσία.
Το βασικό σκεπτικό της παρούσας ανακοίνωσης είναι ότι η εργάτες και οι εργάτριες την εποχή του μεσοπολέμου βιώνουν μέσα στις κοινότητές τους μία μεγάλη πόλωση διαμορφώνοντας δύο ανταγωνιστικές μεταξύ τους μοντερνικές κουλτούρες στις οποίες το ζήτημα του συμποσιασμού λαμβάνει κομβική σημασία. Από τη μία πλευρά αναπτύσσεται μία κουλτούρα ανάδειξης της θετικής σημασίας του αλκοόλ στην εργατική καθημερινότητα και έχει ρίζες στο ρεμπέτικο πολιτισμό, τις λαϊκές υποκουλτούρες του υποκόσμου και τις προσφυγικές γειτονιές. Από την άλλη πλευρά διαμορφώνεται μία κριτική στο συμποσιασμό και τον αλκοολισμό ως εχθρικές πρακτικές για το κύρος και την αξιοπρέπεια του εργάτη και της εργάτριας εσωτερικεύοντας στην εργατική συνείδηση τον κοινωνικό πανικό για τον κίνδυνο της λουμπενοποίησης αντιπροβάλλοντας την αξία και την ηθική της εργασίας. Κύριο  ερευνητικό θέμα τίθεται ο τρόπος με τον οποίο εμπλέκονται οι χειραφετητικές εργατικές ιδέες με τον αντιαλκολισμό. Στην παρούσα ανακοίνωση θα γίνει αναφορά κυρίως στο ΣΕΚΕ, το ΚΚΕ και το αρχειομαρξιστικό ρεύμα ως τα σημαντικότερα μεσοπολεμικά χειραφετητικά σχέδια. Άλλες σοσιαλιστικές ή εργατικές τάσεις παρουσιάζουν εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για την συνδιαπραγμάτευσή τους.
Η σοσιαλιστική παράδοση
Οι πρώτες σοσιαλιστικές ομάδες της Ελλάδας έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Έθεταν ως προγραμματικές αρχές την ηθικοποίηση και το διαφωτισμό της εργατικής τάξης μέσα από μορφωτικά μαθήματα, εκδρομές και μορφωτικούς συλλόγους. Αυτό το σχέδιο παρουσιάζει σίγουρα έναν κοινό παρονομαστή με πρακτικές του αστικού κόσμου και ιδιαίτερα της αστικής φιλανθρωπίας, η οποία υπηρετούσε ένα σχέδιο εκπολιτισμού και ηθικοποίησης της εργατικής τάξης στα πλαίσια του ελληνικού εθνικισμού. Ακόμη περισσότερο, φαίνεται να ταιριάζει με πρακτικές των φιλελεύθερων αστών κοινωνιστών διανοουμένων που πρωταγωνιστούσαν στην ίδρυση αλληλοβοηθητικών ή εργατικών σωματείων, αλλά κυρίως εργατικών κέντρων κατά τη δεκαετία του 1910. Μερικά πρώτα δείγματα αυτής της αντίληψης εντοπίζονται στην Εφημερίδα των Συντεχνιών αρκετά νωρίς. Σύμφωνα με τους αρθρογράφους της, η ελληνική κοινωνία διακρίνεται σε δύο σημαντικούς ταξικούς πόλους. Από τη μία είναι «οι ισχυροί της ημέρας», δηλαδή «οι πλούσιοι» και «οι κεφαλαιούχοι». Από την άλλη είναι «ο μικρός λαός», δηλαδή «αι εργατικαί τάξεις» που αποτελούνται από «τους χειροτεχνίτας και τους χειρώνακτας πληβείους». Βελτίωση της εργατικής τάξης σημαίνει αγώνας «υπέρ παντός, όπερ μέλλει να συντελέση εις την μόρφωσιν, ηθικοποίησιν και προαγωγήν των εργατικών του λαού τάξεων και των συντεχνιών και ηθικών αυτού σωματείων». Καταγγέλλει τα ελαττώματα των εργατών και το πιο σημαντικό από αυτά το «αλκοόλ». Πιστεύει ότι πρέπει να εξεταστούν τα αίτια «άτινα ωθούσι τον δυστυχή εις τα ποτά ταύτα και ευρόντες να ζητήσωμεν την άμεσον άρσιν αυτών». Για την επίτευξη του σκοπού αυτού προτείνεται «η σύστησις εργατικών κέντρων». Σε αυτό το πλαίσιο ιδρύθηκε το Εργατικό Κέντρο Αθηνών στα 1910, ακολούθως το Εργατικό Κέντρο Βόλου, τα οποία ήταν κυρίως μορφωτικές και καλλιτεχνικές λέσχες τεχνιτών, ενώ στο ίδιο περίπου πνεύμα κινούταν η Φεντερασιόν σε μία πιο εργατική κατεύθυνση. Το καταστατικό του δεύτερου μας δίνει μια καλή εικόνα: Σκοπός του σωματείου είναι «να διαπλασθούν οι εργάται και τεχνίται ηθικώς, να αναπτυχθούν πνευματικώς» να απαλλαγούν από το άγχος της επιβίωσης: «πως θα ζήσουν το σπήτι τους, τι θα φάγουν αύριο». Μέσα αυτής της δράσης θα είναι «η αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξις σε κάθε υλική και ηθική ανάγκη», «δια της ιδρύσεως Πανεργατικής Λέσχης, όπου θα περνούν τας ώρας τους οι τεχνίται όχι με κρασί και τυχερά παιχνίδια, αλλά με ωρισμένα αναψυκτικά και το καφέ τους». Εκεί «θα ανταμώνονται και θα αδελφώνονται» οι εργάτες νιώθοντας τη σημασία της «αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας». Θα διδάσκονται μουσική, θα λειτουργεί χορωδία, θα διακινούνται λογοτεχνικά βιβλία και θα οργανώνονται λογοτεχνικά βραδινά, θα διακινούνται σοσιαλιστικά έντυπα.
Βασικός εμπνευστής αυτών των ιδεών στην Παλαιά Ελλάδα είναι ο Πλάτωνας Δρακούλης. Από την ομάδα του θα προκύψει η Σοσιαλιστική Ένωση του Παναγή Δημητράτου. Στα 1916 ο φοιτητής Φραγκίσκος Τζουλάτι, ιταλικής καταγωγής και ανιψιός του Πλάτωνα Δρακούλη, συναντήθηκε με τον φοιτητή Δημοσθένη Λιγδόπουλο και μαζί άλλους συμφοιτητές ίδρυσαν τη Σοσιαλιστική Νεολαία Αθήνας ως νεολαίας της Σοσιαλιστικής Ένωσης. Το άρθρο 2 του καταστατικού της όριζε πως σκοπός της είναι: «να υποδείξη τας αρχάς του Διεθνούς Σοσιαλισμού», «να διοργανώση και εκπαιδεύση τα μέλη της με μαθήματα σοσιαλιστικά, εγκυκλοπαιδικά, φιλολογικά, καλλιτεχνικά, επίσης να βοηθήση την σωματικήν ανάπτυξιν των νέων με γυμναστικάς ασκήσεις, εκδρομάς, παιδιάς κλπ προς σκοπόν να δημιουργηθή νεολαία υγιής στο σώμα και το πνεύμα και ικανή ν’ αναλάβη τον σοσιαλιστικόν αγώνα», «να διαδώσει σοσιαλιστικάς ιδέας μεταξύ των εργατών» και τέλος «να εργασθή δραστηριότατα κατά του αλκοολισμού που αποκτηνώνει την εργατικήν τάξιν». Η οργάνωση αυτή εξελίχθηκε στον κύριο εκφραστή των αντιπολεμικών και διεθνιστών απόψεων της Φεντερασιόν και της Β΄ Διεθνούς στην Αθήνα. Αυτά τα πρόσωπα θα πρωταγωνιστήσουν στην ίδρυση του ΣΕΚΕ και αργότερα θα συγκροτήσουν την αρχειομαρξιστική ομάδα.
Το 1919 το νεοπαγές κόμμα θα κυκλοφορήσει την μπροσούρα Ο Αλκολισμός γραμμένο από τον εβραίο εκδότη της εφημερίδας της Φεντερασιόν Αλβέρτο Αρδίττη. Οι πρώτοι αυτοί ριζοσπάστες σοσιαλιστές, δάσκαλοι, φοιτητές και διανοούμενοι, θεωρούν πως η ηθικοποίηση και η μάχη ενάντια στην αλητοποίηση είναι μία υπόθεση που αφορά τους ίδιους τους εργάτες και ως εκ τούτου τη συνέδεσαν με τη διαδικασία της ταξικής αυτοσυνειδησίας και την σοσιαλιστική ιδέα. Μέσα από αυτό ακριβώς το πρίσμα προσλαμβάνουν το ζήτημα του αλκοολισμού. Συγκεκριμένα, σε αυτό το κείμενο υπογραμμίζεται εισαγωγικά το πρόβλημα, ότι δηλαδή «ο αλκολισμός άρχισε να διαδίδεται τρομαχτικά σ’ όλη την Ελλάδα» καθώς είναι «αρκετές εκατοντάδες οι ταβέρνες που άνοιξαν». Συσυχετίζεται εξαρχής το αίτημα του σοσιαλισμού με «μιάν ανθρωπότητα αξιοπρεπή και όχι ταπεινωμένη, γερή και όχι εκφυλισμένη» καθώς «ο αλκολισμός γίνεται αιτία δυστυχίας και ανηθικότητος». Ο σοσιαλισμός ρητά συνδέεται «με μια ανώτερη ηθική» και το προλεταριάτο έχει ως καθήκον να κατακτήσει το ίδιο μόνο του αυτήν. Η πόση του αλκοόλ συσχετίζεται άμεσα με κοινωνικές αιτίες που προκύπτουν από το οξυμένο κοινωνικό ζήτημα και απαντούν στα προσωπικά του κοινωνικά αδιέξοδα: οι εργάτες απαντούν πως «το σπίρτο μας είναι αναγκαίο. Μας ξαναδίνει τις δυνάμεις που χάνουμε σε μια δουλειά αποχτηνωτική, κουραστική και πολλές φορές καταστρεπτική για την υγεία μας». Στη συνέχεια εξέταζε τις αρνητικές συνέπειες του αλκοόλ στην υγεία και στην φυσική κατάσταση, για να καταλήξει πως «είνε ένας απ’ τους σπουδαιότερους συντελεστάς του εκφυλισμού», ενώ οδηγεί το προλεταριάτο στην ατίμωση συνδέοντας μεταξύ άλλων την εγκληματικότητα με αυτό. Ακόμα, συνέδεε την χρήση αλκοόλ με την παθητικότητα των εργατών, γιατί τους απομακρύνει εργάτες «απ’ τον αγώνα που πρέπει να διεξάγουν για τη χειραφέτησή τους», τους εμποδίζει να χειραφετηθούν «διανοητικώς και ηθικώς» και να οργανωθούν. Καλεί τη νεολαία  να αναλάβει προπαγάνδα ενάντια στον αλκολισμό, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να γίνει «σοβαρή δράση για τη μόρφωση των μαζών». Βέβαια, οι αγωνιστές του ΣΕΚΕ πρέπει πρώτα να δώσουν το παράδειγμα και «να μην πίνουν». Τέλος, αναζητά νομοθετικά μέτρα περιορισμού της νοθείας και του αριθμού των ταβερνών, της απαγόρευσης του αλκοόλ σε παιδιά κάτω των 16 ετών. Ως παραδείγματα χρησιμοποιούνται η Σουηδία και η Νορβηγία, ενώ θέτει και το ζήτημα της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ. Η μπροσούρα αυτή θα λειτουργήσει ως μανιφέστο για τον σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό αντιαλκολισμό στο μεσοπόλεμο και θα επηρεάσει όλα τα ρεύματα.

Οι αρχειομαρξιστές
Η σύνθεση των κομμουνιστικών οργανώσεων κατά την δεκαετία του 1920 γίνεται περισσότερο εργατική. Η οργάνωση των αρχειομαρξιστών με αρχηγό τον Φραγκισκο Τζουλάτι θα εξελιχθεί στον πιο συνεπή εκπρόσωπο των ηθικών και διαφωτιστικών αρχών του σοσιαλισμού, όπως διατυπώνονται στη μπροσούρα, καθώς προέρχεται απευθείας από τον πρώτο αυτό κύκλο των σοσιαλιστών. Στην αρχή θα έχει μια δράση εντός του ΣΕΚΕ και μετά το 1924 εκτός του ΚΚΕ λειτουργώντας μέχρι το 1930 περισσότερο σαν μία επαναστατική εταιρία του 19ου αιώνα και λιγότερο ως ένα κόμμα λενινιστικού τύπου. Στα 1930 έχει φτάσει να έχει 100 μέλη, όταν το ΚΚΕ έχει 1500, να ελέγχει σημαντικά εργατικά σωματεία και να διαθέτει παρατάξεις σχεδόν σε όλα τα επαγγέλματα σε πανελλαδικό επίπεδο. Ωστόσο, εκπροσωπεί κυρίως στρώματα χειροτεχνών εργατών τα οποία χαρακτηρίζουν η συντεχνιακή παράδοση, η σημασία της ανδρικής τιμής και του ανδρικού κύρους στην εργασία, η μικροπατερναλιστική ενδοπαγγελματική ιεραρχική δομή και το πάθος για την γνώση, καθώς συνιστά βασική προϋπόθεση για την επαγγελματική ανέλιξη και γενικότερα την ωριμότητα. Ως εκ τούτου, καλλιεργούν πολύ έντονα το ιδεώδες ηθικής πειθαρχίας και γι’ αυτό το λόγο οι ηθικές εγκλήσεις των σοσιαλιστών και στη συνέχεια κομμουνιστών διανοουμένων βρήκαν απήχηση.
Οι αρχειομαρξιστές ορίζουν την ηθική ως «γέννημα των υποχρεώσεων που γεννιούνται σε κάθε αγωνιστή και ιδιαίτερα στα στελέχη του αγώνα αυτού από τη μελέτη της εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος». Σύμφωνα με τον αρχειομαρξιστή Γιάννη Ποντίκη, οι αρχειομαρξιστές «κατόρθωναν να καταργήσουν κάθε αργόσχολη απασχόληση που θα είχε ως συνέπεια να σταματά την κανονική λειτουργία του εγκεφάλου και γενικώτερα να καταργήσουν κάθε αργόσχολη απασχόληση που θα είχε ως συνέπεια να τους στερήσει πολύτιμο χρόνο». Αυτή η μάχη ουσιαστικά ορίζει τον αρχειομαρξιστικό ηθικό κομμουνισμό. Οι βασικότεροι ρυθμιστικοί κανόνες ήταν η αποχή από το αλκοόλ, το κάπνισμα, τη χαρτοπαιξία και το χασίς. Ο τότε αρχειομαρξιστής Γιάννης Ταμτάκος αναφέρει: Η οργάνωση …, ήταν κατά των χοροδιδασκαλείων, έτσι χορό δεν έμαθα, αφού χώθηκα από 17 χρονών παιδί στη βιοπάλη. Τους καφενόβιους τους κατηγορούσαμε.» Τα μέλη του ΚΚΕ με βάση την αρχειομαρξιστική αναπαράσταση ήταν ανήθικοι γιατί σπαταλούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους σε ασχολίες μη παραγωγικές, όπως η χαρτοπαιξία, τον αλκοολισμό, γεγονός που τους αδρανοποιούσε πολιτικά, αλλά και μπορεί να τους οδηγούσε στην συνεργασία με την αστική τάξη και κατ’ επέκταση τους καθιστούσε σε κύριους εκφραστές της εχθρότητας απέναντι στον αρχειομαρξισμό, καθώς οι αρχειομαρξιστές τους έθιγαν προσωπικά μέσα από την ηθική ρητορική. Πολλές φορές φορές οι ανταποκριτές του Ριζοσπάστη εκμεταλλεύονταν την αδυναμία των αρχειομαρξιστών να κρατήσουν την συνέπεια των λόγων τους: Κάνανε θεωρία στους εργάτες πως δεν πρέπει να πίνουν ρακί και τσιγάρο και τα λεπτά να τα διαθέτουν για κάπου αλλού, αλλά τον καιρό που τον πάψανε από τη δουλιά και ύστερα μέσου του σωματείου έπιασε πάλι, απ’ τον ενθουσιασμό του αγόρασε τσιγάρα, μέθυσε και χόρευε μέσα στο Καφενείο του Κ. Ψωμαρά παρά τις αντίθετες θεωρίες που έκανε στους εργάτες και την αρχειομαρξιστικήν φαρισαϊκήν ηθικήν. Οι αρχειομαρξιστές δεν απαξίωναν απλώς τον «πολιτισμό της ταβέρνας», αλλά γενικά τον αστικό πολιτισμό θεωρώντας το πνεύμα της ταβέρνας αναπόσπαστο τμήμα του. Επίσης, θεωρούσαν ότι όσοι αποχωρούσαν από την οργάνωση ήταν «αναμόρφωτοι», δηλαδή απέτυχαν να «μορφωθούν» και να αποκτήσουν ταξική συνείδηση. Η αρχειομαρξιστική εφημερίδα συχνά κατηγορούσε τα μέλη μίας διάσπασης της οργάνωσης για «Ντόλτσε Βίτα» και για επιφανειακή τήρηση των αρχειομαρξιστικών αρχών, καθώς τον «αρχειομαρξισμό τον πήρανε σαν τύπους, όπως οι παπάδες στη λειτουργία» με δεδομένο ότι «μόλις βρεθήκανε έξω από την Οργάνωση ‘‘ξανασάνανε’’»· ταυτόχρονα, «τόση ήτανε η μανία τους να βγάλουν από πάνω τους τον αρχειομαρξισμό ώστε αμέσως τόρριξαν στα χαρτιά, το πιοτό και στις γυναίκες» και «έγιναν ταχτικοί πελάτες στα Βούρλα». Οι αρχειομαρξιστές αντέταξαν απέναντι στον κίνδυνο της αλητοποίησης τα μορφωτικά και θεωρητικά μαθήματα δημιουργώντας μορφωτικούς νεανικούς συλλόγους, Κόκκινα Σχολεία, οργανώνοντας εκδρομές και περιπάτους. Αποτελεί ίσως την πιο εκτεταμένη έμπρακτη εφαρμογή στο μεσοπόλεμο του αντιαλκολικού μανιφέστου του Αρδίττι.

Το ΚΚΕ
Tο ΚΚΕ εμφάνιζε εντελώς διαφορετικές απόψεις. Θεωρούσε πως «η αστική τάξη έχει μονοπωλήσει την καλοπέραση και τη χαρά» κρατώντας την για τον εαυτό της. Σύμφωνα με το στέλεχος του κόμματος Καίτη Ζεύγου το «κόψιμο» του πιοτού, της χαρτοπαιξίας, των σχέσεων με το άλλο φύλο ήταν εξίσου προϋπόθεση για την ένταξη στο ΚΚΕ και συχνά συνοδεύονταν με την υπόσχεση της απόλυτης αφοσίωσης στο Κόμμα. Οι αιτίες αυτές τις προφύλαξης όμως στην οπτική της Ζέυγου δεν ήταν ηθικές, αλλά συνδέονταν με την προστασία από τον «ταξικό εχθρό». Με το πιοτό μπορεί ο «ταξικός εχτρός» να παρασύρει το μέλος, με τη χαρτοπαιξία το μέλος μπορεί να φτάσει σε «κατάχρηση της περιουσίας του Κόμματος», ενώ ως «μέλος του Κόμματος» δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεται όπως όλοι οι νέοι καθώς η ασφάλεια μπορεί να στείλει «καμία χαφιεδίνα και να μπουν έτσι σε κίνδυνο τα μυστικά του κόμματος». Η Καίτη Ζεύγου παρουσιάζει αντίστοιχα το φαινόμενο της «παραίτησης από τη ζωή» για χάρη του αγώνα να ισχύει εξίσου για τα μέλη του ΚΚΕ. Ωστόσο, από τη παράθεση ενός ανέκδοτου από την ίδια την Ζεύγου στην αφήγησή της προκύπτει πως το πρότυπο αυτό ετίθετο σε αμφισβήτηση. Με άλλα λόγια, ο περιορισμός στο ΚΚΕ δεν ανάγεται σε μία καθολική ηθική αρχή, αλλά σε μία ειδική εξαίρεση λόγω παρανομίας. Γι’ αυτό ίσως το λόγο, δεν ήταν τόσο αυστηρός ή δεν αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της ταυτότητας των μελών του ΚΚΕ και ως εκ τούτου εύκολα τα μέλη του ΚΚΕ δεν τον ακολουθούσαν. Αντιθέτως, στους αρχειομαρξιστές φαίνεται πως ο ηθικός περιορισμός αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας τους και της πολιτικής τους ταυτότητας και κουλτούρας. Στην πράξη, οι κομματικοί λειτουργούσαν περισσότερο μέσα στο πλαίσιο των καθημερινών συνηθειών της εργατικής τάξης, ενώ οι αρχειομαρξιστές συγκρούονταν με αυτές.
Ως ένα βαθμό, αυτή η πολιτισμική διαφορά θα πρέπει να οφείλεται και στις διαφορετικές προελεύσεις της πλειοψηφίας των μελών των δύο οργανώσεων. Οι αρχειομαρξιστές ήταν κυρίως γηγενείς και κατάγονταν από αγροτικά περιβάλλοντα της Παλαιάς Ελλάδας, δηλαδή περιοχών με πολύ υψηλά ιεραρχημένη την ηθική. Αντιθέτως, τα μέλη του ΚΚΕ προέρχονταν κυρίως από προσφυγικούς πληθυσμούς. Στις προσφυγικές συνοικίες το τάβλι, το ούζο και ευρύτερα το αλκοόλ, το χασίς και η χαρτοπαιξία σε συνδυασμό με το σμυρνέικο μουσικό τραγούδι που ταυτίστηκε με το ρεμπέτικο αποτελούσαν καθημερινές συνήθειες των λαϊκών στρωμάτων. Τα καφενεία και οι ταβέρνες, αλλά κυρίως οι συμποσιασμοί αποτέλεσαν τα κέντρα αυτής της λαϊκής κουλτούρας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το αλκοόλ δεν συνιστά κίνδυνο, αλλά απόλαυση και η διασκέδαση για τους άντρες και τις γυναίκες θεωρείται αξία.
Τέλος, το ΚΚΕ, ιδιαίτερα την δεκαετία του 1930 θα συνδέεται ολοένα και πιο πολύ με βιομηχανικά εργατικά στρώματα που ουσιαστικά ταυτίζονται με τους προσφυγικούς πληθυσμούς. Το ιδιαίτερο στοιχείο αυτών των στρωμάτων είναι η νεανική ηλικία και η επίτευξη μιας καλύτερης και πιο σταθερής εργασίας σε σχέση με τις παλαιότερες προσφυγικές γενιές. Το νέο εργατικό τραγούδι που παράγεται διαφέρει πολύ από εκείνο του υποπρολεταριάτου και τα μοντέρνα κέντρα διασκέδασης στις εργατικές γειτονιές απέχουν πολύ από εκείνα της υπόγειας ταβέρνας. Ο συμποσιασμός και το αλκοόλ συνδέονται με τη μοντερνικότητα, με την γυναικεία, αλλά και ανδρική χειραφέτηση από τις ιδεολογικές ηθικές δεσμεύσεις των παλαιότερων γενιών. Ακόμη περισσότερο έρχονται σε ρήξη με τις ρητορικές της βιομηχανικής πειθαρχίας και ηθικής που πλέον καλλιεργούνται από τους μεγαλοβιομήχανους εργοδότες. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, όπου η πολιτική και ευθεία εργοδοτική αμφισβήτηση ήταν εξορισμένη από την καθημερινή δράση, φαίνεται ότι οι πολιτισμικές πρακτικές του συμποσιασμού επένδυσαν στις νέες προσφυγικές εργατικές γειτονιές μια ιδιαίτερη εργατική λαϊκή ταυτότητα η οποία θα εκφραστεί κατά την περίοδο της Κατοχής πολύ πιο έντονα. Όπως αναφέρθηκε, το ΚΚΕ, ολοένα και περισσότερο στρατολογεί δυναμικό από αυτά τα στρώματα, και ως εκ τούτου καθορίζουν την φυσιογνωμία του και την στάση του απέναντι στο συμποσιασμό και το αλκοόλ. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το ΚΚΕ δεν παρέμενε εχθρικό απέναντι στον αλκοολισμό ως παθογένεια. Το πιθανότερο είναι ότι ο αλκοολισμός διαχωριζόταν ρητά από την γενικευμένη χρήση του αλκοόλ, σε αντίθεση με τους αρχειομαρξιστές που ταύτιζαν αυτά τα δύο και προσέδιδαν μια έντονη ηθική διάσταση.     




Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Ο τελευταίος σοσιαλδημοκράτης





του Σπύρου Μαρκέτου
Στον ιστορικό και δημόσιο διανοούμενο Τόνυ Τζαντ, που πέθανε πρόσφατα, ταίριαζαν οι χαρακτηρισμοί με τους οποίους ο ίδιος περιγράφει το ίνδαλμά του, τον Άρθουρ Καίσλερ: πνευματώδης και διασκεδαστικός, γενναίος και αντισυμβατικός, μανιακός αντικομμουνιστής, όχι ιδιαίτερα δημοφιλής αλλά για τους φίλους του πολύτιμος, ξεσήκωνε θύελλες στο πέρασμά του –“αλλά ακριβώς γι’ αυτό υπάρχουν οι διανοούμενοι”- έβλεπε πολλά πράγματα σωστά και τα έβλεπε πριν από πολλούς άλλους. Μάλιστα, όπως λέει για τον Καίσλερ, αλλά θα μπορούσε να μιλά και για τον εαυτό του, “πίσω από τις κρίσεις οργής και τους καυγάδες, πέρα από τη βιαιότητα και τη θηρευτική σεξουαλικότητα, τις εκκεντρικότητες και την πολυπραγμοσύνη, μοιάζει να υπήρχε ένα σταθερό ρεύμα ηθικής μέριμνας και πολιτικής οξυδέρκειας που χάρισε στα καλύτερα γραπτά του μια λάμψη καθόλου πρόσκαιρη”.[1] Πουθενά δεν υποστηρίζει πάντως ότι ο Καίσλερ, που ανάμεσα στις πολλές του ασχολίες έγραψε και βιβλία με ιστορικές φιλοδοξίες, ήταν μεγάλος ιστορικός.

Όπως ο Καίσλερ, έτσι και ο Τζαντ ήταν ασυνήθιστα γενναίος για διανοούμενος, τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στις πολιτικές του τοποθετήσεις. Αντιμετώπισε την άσχημη αρώστια του με κουράγιο, τόνισε εύγλωττα την ευθύνη που έχουν οι άνθρωποι του πνεύματος για τη διαμόρφωση της δημόσιας κουλτούρας, υπερασπίστηκε την αξία της ισότητας, διέγνωσε έγκαιρα την παγίωση της ανισότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έδωσε απεγνωσμένες μάχες ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, κατακεραύνωσε τον αμερικανικό μιλιταρισμό, και στηλίτευσε την αυταρχική και αντιδημοκρατική ροπή των σύγχρονων κρατών που αυτοδικαιολογούνται με αγοραίες καταγγελίες της ‘τρομοκρατίας’. Έδειξε μάλιστα πως η γλώσσα των εξουσιαστών και των ημιδιανοούμενων παπαγάλων τους περί ‘τρομοκρατίας’ δεν είναι απλώς ξύλινη και παραπλανητική, αλλά και μας εμποδίζει να σκεφτούμε την τραγική ύπαρξη, στον κόσμο μας, του κακού –ο Τζαντ ήταν ένας από τους στοχαστές που δεν φοβούνταν να μιλήσουν για καλό και κακό. Ακόμη, χάρισε αξέχαστα παρατσούκλια σε δικαίους και αδίκους (ο Τόνυ Μπλαιρ ήταν “ο πλαστικός νάνος στον αγγλικό Κήπο της Λήθης”)[2] και, τέλος, τιμώντας τις αρχές του εγκατέλειψε την υπόθεση του Ισραήλ, στην οποία είχε στρατευτεί νέος, για να υπερασπιστεί τη δημιουργία ενός ενιαίου και δημοκρατικού κράτους στην Παλαιστίνη.

Τούτη η τελευταία πλευρά της δραστηριότητάς του έγινε η πιο γνωστή στη χώρα μας. Ο Τζαντ, δείχνοντας αληθινό πείσμα, μίλησε με τις σωστές λέξεις για τον γολγοθά των παλαιστίνιων και, βάζοντας στη θέση τους κάποιους γκαιμπελίσκους που ταυτίζουν την κριτική στο Ισραήλ με τον αντισημιτισμό, βοήθησε ν’ ανοίξει στη Δύση και ιδίως στις ΗΠΑ ένα πολύτιμο πεδίο κριτικού λόγου.[3] Η ριζοσπαστική αριστερά ανέδειξε αυτήν ακριβώς την όψη της δράσης του, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το οξυδερκές και παθιασμένο του άρθρο που δημοσίευσε πρόσφατα ο Δρόμος,[4] ενώ στις μεταξύ τους συζητήσεις οι προοδευτικοί ιστορικοί στάθηκαν λίγο περισσότερο στις πραγματικές αδυναμίες του έργου του. Για παράδειγμα, η Νένη Πανουργιά επισήμανε τις ατεκμηρίωτες αναφορές στην ελληνική ιστορία που έχει το πιο φιλόδοξο βιβλίο του, ο Μεταπόλεμος –αλλά γι’ αυτό, αργότερα. Διχασμένο εμφανίστηκε και το αντίπαλο στρατόπεδο. Κάποιος ταλαίπωρος σιωνιστής, που καταφέρνει να είναι συνάμα και φανατικός έλληνας εθνικιστής, τον κάρφωσε ότι δεν έδειξε τον δέοντα σεβασμό στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ενώ αντίθετα ένας παντογνώστης πολιτικός επιστήμονας τον ύμνησε άμετρα και προσπάθησε, δίκην γκρούπη, να δανειστεί λίγη από την αίγλη του διαφημίζοντας κάποια επαγγελματική τους συνεργασία. Με δυο λόγια, ένα κομφούζιο.

Ωστόσο αν αρκετές του ιδέες ηχούν ριζοσπαστικές σήμερα, που κάθε τι το αριστερό καταγγέλλεται σαν αριστερισμός, και αν ο Τζαντ ήταν πράγματι αριστερός με την έννοια ότι πρόβαλλε ανυποχώρητα τις αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, πάντως ριζοσπάστης δεν ήταν. Τού άρεσε να μιλά για την αριστερά σαν συντηρητική δύναμη, σαν ένα γερό φράγμα που θ’ αντισταθεί στην παλίρροια της επερχόμενης ανισότητας, κι έμεινε στρατευμένος, τις τελευταίες δύσκολες δεκαετίες, στη σοσιαλδημοκρατία του καιρού της νιότης του, η οποία ωστόσο στο μεταξύ είχε δύσει. Τούτη η πολιτική του επιλογή ήταν αλληλένδετη με την ανάγνωση που έκανε, ως ιστορικός, του εικοστού αιώνα και των ριζοσπαστικών κινημάτων, και τα αδιέξοδα της πρώτης σίγουρα συνδέονταν με κάποιες πτυχές της δεύτερης. Η σοσιαλιστική αλλ’ αντικομμουνιστική αριστερά –φρούτο αρκετά σπάνιο στη χώρα μας, όπου ο σοσιαλισμός μαζικοποιήθηκε και ρίζωσε κάτω από τη σκέπη της Τρίτης Διεθνούς- ήταν, για τον Τζαντ, το σπίτι του. Όπως περιγράφει ο ίδιος,

Ανατράφηκα μαρξιστής. Σήμερα αυτό δεν είναι κάτι για να το καυχιέσαι, αλλά είχε και τα θετικά του. Γονείς και παπούδες και γιαγιάδες ήταν ποτισμένοι απ’ όλες τις αντιλήψεις κι εν μέρει και από την πίστη που είχε διαμορφώσει το ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα στις καλύτερες ημέρες του. Καθώς η οικογένειά μου προερχόταν από εκείνο τον κλάδο του ανατολικοευρωπαϊκού εβραϊσμού που είχε ασπαστεί τη σοσιαλδημοκρατία και τη Μπουντ (την εβραϊκή εργατική οργάνωση Ρωσίας και Πολωνίας αρχές του εικοστού αιώνα) ήταν μέχρι το μεδούλι αντικομμουνιστική. Στα μάτια της ο μπολσεβικισμός δεν ήταν μόνο δικτατορία, αλλά και παρωδία του μαρξισμού –εξίσου σοβαρή κατηγορία και αυτή. Όταν πια πήγα στο πανεπιστήμιο είχα συστηματικά μπολιαστεί με όλα τα κλασικά κείμενα του δέκατου ένατου αιώνα, κι έτσι είχα αποκτήσει ανοσία απέναντι στον ενθουσιασμό με τον οποίο υποδέχονταν τις μαρξιστικές αποκαλύψεις οι άλλοι πρωτοετείς, με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα, που τις ανακάλυπταν για πρώτη φορά.[5]

Μια τέτοια σύνδεση του αντικομμουνισμού με τη σοσιαλδημοκρατία και τη Μπουντ δεν ηχεί ολότελα πειστική –στο κάτω κάτω, την ίδια προέλευση είχαν και πάρα πολλοί μπολσεβίκοι, ή ο Αβραάμ Μπεναρόγια και οι άλλοι σεφαρδίτες που έστησαν τη Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη κι έπειτα το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας, πρόδρομο του ΚΚΕ. Και σ’ όλο τον κόσμο ένα μεγάλο κομάτι της σοσιαλδημοκρατικής και της μη μαρξιστικής αριστεράς, ιδίως στη βάση της, πάγια έριχνε γέφυρες προς την ΕΣΣΔ και την Τρίτη Διεθνή, και άλλωστε ο σοσιαλισμός δεν είχε διασπαστεί το 1917, αλλά ήδη από το 1914 σε εθνική βάση, όταν οι εθνικές ηγεσίες του υποστήριξαν τη φιλοπόλεμη πολιτική των κρατών τους· μετά απ’ αυτό η Δεύτερη Διεθνής ποτέ δεν ξαναζωντάνεψε, αλλά πήρε την κατιούσα, ώσπου μετατράπηκε πια στις ημέρες μας σε φάρσα, στα χέρια του Παπανδρέου και του ισραηλινού κολλητού του. Χώρια που και κομμουνισμός δεν σήμαινε αναγκαστικά, ούτε τότε ούτε αργότερα, υποστήριξη του Στάλιν.[6] Ο Τζαντ λοιπόν προβάλλει εδώ τη δική του ιδεοληπτική επιλογή σ’ έναν ευρύτερο πολιτικό χώρο, για τον οποίο ο αντικομμουνισμός δεν ήταν αυτονόητος. Και γενικότερα αποφεύγει ν’ αναμετρηθεί με τη νεότερη ριζοσπαστική σκέψη, συμπεριλαμβανομένης της κομμουνιστικής, και όποτε το κάνει διαλέγει μάλλον εύκολους στόχους. Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε παρακάτω.

Προτού γίνει δημόσιος διανοούμενος, ο Τζαντ είχε αναδειχτεί σ’ έναν από τους εξέχοντες ιστορικούς της νεότερης και σύγχρονης Ευρώπης στην Αμερική. Και από εκεί, έγινε γνωστός στην Ευρώπη. Δεν ξέρω με ποιά κριτήρια χαρακτηρίστηκε «ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους ιστορικούς”, και το τελευταίο ιστορικό του έργο, ο Μεταπόλεμος, “το κορυφαίο ίσως βιβλίο για τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία”.[7] Το σίγουρο είναι ότι είχε εμπεριστατωμένη άποψη για τα σημαντικά προβλήματα και την έκφραζε δημόσια, με πάθος, παρρησία και στυλ. Αυτή τον βοήθησε, για παράδειγμα, να δει από τους πρώτους πως η πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ λιγότερο θελκτική από τις διαφημίσεις της.[8] Από την άλλη μεριά, και μολονότι είχε στενή επαφή με τη γαλλική παιδεία, ελάχιστα επηρεάστηκε στη θεματολογία και τη μεθοδολογία του από την επανάσταση των Αννάλ.

Ο Μεταπόλεμος[9] είναι το πιο ώριμο και φιλόδοξό του έργο, από το οποίο προφανώς και ο ίδιος ο Τζαντ θα ήθελε μάλλον να κριθεί, και όπου φαίνεται καλύτερα ο τρόπος που διάβαζε την ιστορία. Έγινε δεκτός με διθυράμβους, γενικά πιο σοβαρούς από αυτόν που μόλις προηγουμένως ακούσαμε, και οι αρετές του είναι πράγματι πολλές. Γραμένος σε άμεσο και προσωπικό ύφος, με ηθικό οίστρο που αντισταθμίζεται πάντως από συναρπαστικές περιγραφές και γερές δόσεις ξερού χιούμορ, διαβάστηκε και διαβάζεται ευχάριστα από ειδικούς και μη, ιδίως από το φιλελεύθερο καλλιεργημένο αγγλοσαξωνικό κοινό στο οποίο πρώτα πρώτα απευθυνόταν και του οποίου τις αντικομμουνιστικές προκαταλήψεις σε μεγάλο βαθμό απηχούσε. Ευρύτατος στη σύλληψή του και στηριγμένος σε εκτενέστατη έρευνα, σαφής στις απόψεις του, γεμάτος καλοδιαλεγμένες εικόνες που αναδεικνύουν με πάθος και ζωντάνια το διανοητικό κλίμα των καιρών που περιγράφει και τις ψυχολογικές τους διεργασίες, είναι οργανωμένος γύρω από κεντρικές ιδέες με τις οποίες μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς, αλλά πάντως τις καταλαβαίνει. Η αδιάκοπη ηθικολογία του συγγραφέα περιστασιακά κουράζει, αλλά είναι φανερό ότι στηρίζει την οργάνωση ολόκληρης της αφήγησης. Αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σ’ ένα από τα δυνατότερα κεφάλαια του βιβλίου, για την αποναζιστικοποίηση στη μεταπολεμική Γερμανία, που οι σκηνές του, ακριβώς επειδή έμμεσα παραπέμπουν στο σήμερα, καρφώνονται στη μνήμη. Αναφέρει τα ερωτηματολόγια για τη δράση των γερμανών επί ναζισμού, που μοιράστηκαν τότε μαζικά από τους Συμμάχους και «αντιμετωπίστηκαν με κοροϊδίες».

Αν κατάφεραν κάτι, ήταν κυρίως να ξεπλύνουν διάφορους ύποπτους, βοηθώντας τους να πάρουν πιστοποιητικά καλού χαρακτήρα (τα λεγόμενα «πιστοποιητικά Περσίλ»). Η επανεκπαίδευση είχε σίγουρα περιορισμένη απήχηση. Ήταν ένα πράγμα να βάζεις τους γερμανούς να παρακολουθούν ντοκυμανταίρ, και τελείως άλλο πράγμα να τους κάνεις να δουν, πόσο μάλλον να σκεφτούν γι’ αυτά που έβλεπαν. Πολλά χρόνια αργότερα, ο συγγραφέας Στέφαν Χέρμλιν περιέγραφε τη σκηνή σ’ ένα σινεμά της Φραγκφούρτης, όπου οι γερμανοί έπρεπε να παρακολουθήσουν ντοκυμανταίρ για το Νταχάου και το Μπούχενβαλντ προτού παραλάβουν τα δελτία σίτισής τους. «Στο μισόφωτο του προβολέα, μπορούσα να δω πως απ’ την αρχή του φιλμ ο περισσότερος κόσμος γύριζε αλλού το πρόσωπό του και δεν κοίταζε την οθόνη προτού τελειώσει το έργο. Σήμερα σκέφτομαι πως αυτό το γυρισμένο αλλού πρόσωπο ήταν η στάση πολλών πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων [...] Ο άτυχος λαός στον οποίο ανήκα ήταν συναισθηματικός και συνάμα πορωμένος. Δεν τον ένοιαζαν τα συγκλονιστικά γεγονότα, δεν ήθελε κανένα γνώθι σαυτόν».[10]

Το πρόβλημα με τους ηθικολόγους είναι ότι συχνά φτιάχνουν μια εικόνα του κόσμου στα μέτρα τους και χρησιμοποιούν διπλά κριτήρια, άλλα για την καλή πλευρά και άλλα για την κακή. Ο Τόνυ Τζαντ, ένας από τους λίγους ιστορικούς που επαναλαμβάνουν κατά κόρον αυτές τις δυο βαρειές λέξεις,[11] δεν είχε αμφιβολίες για το ποιά ήταν η καλή και η κακή πλευρά στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ζωής κατά το μεγαλύτερο μέρος του μεταπολέμου, στον Ψυχρό Πόλεμο. Καλή ήταν η Δύση, κακοί οι σοβιετικοί. Αλλά στον Μεταπόλεμο λάμπουν με την απουσία τους τα περιστατικά που θολώνουν αυτή την εικόνα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ελληνικό Εμφύλιο, στον οποίο δεν αφιερώνεται ούτε μια από τις σχεδόν χίλιες σελίδες του βιβλίου. Μολονότι ήταν ο ένας από τους δυο εμφύλιους της μεταπολεμικής Ευρώπης –ο άλλος, της Γιουγκοσλαβίας, καλύπτει μισό κεφάλαιο- και πολλαπλά σημαντικός για την πορεία της ηπείρου, απλώς ξεχνιέται, όπως άλλωστε και το Δόγμα Τρούμαν, που γεννήθηκε μ’ αφορμή του. Oύτε και αναφέρονται πολιτικά και πολιτισμικά δεδομένα που χωρίς αυτά είναι ακατανόητα τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, όπως η υπονόμευση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών από την ΣΙΑ με το διαβόητο πρόγραμμα Stay Behind. Υπαινικτικά μόνον παρουσιάζεται ο ρόλος των αμερικανικών υπηρεσιών στη χειραγώγηση της ευρωπαϊκής διανόησης, που τόσο αναλυτικά και γλαφυρά περιγράφηκε από την Φράνσες Στόνορ Σώντερς.[12] Ο βρετανοαργεντινός πόλεμος του 1983, για να φέρουμε ένα τελευταίο παράδειγμα, στον οποίο η Μάργκαρετ Θάτσερ λίγο έλειψε να ρίξει πυρηνικά στο Μπουένος Άιρες, δεν πιάνει παραπάνω από μισή γραμμή του βιβλίου. Αν κατά βάθος οι διαφορές μεταξύ ‘ολοκληρωτικής’ Ανατολής και ‘φιλελεύθερης’ Δύσης ήταν μικρότερες απ’ ό,τι φαινόταν στην επιφάνεια, ο Μεταπόλεμος δεν μας αφήνει κάν να υποπτευθούμε τίποτε τέτοιο.[13]

Οι λίγες αναφορές του Τζαντ στην Ελλάδα, ατεκμηρίωτες (δεν αντιστοιχούν στη βιβλιογραφία που δίνεται στο τέλος του βιβλίου) και γεμάτες λάθη, απηχούν τις προκαταλήψεις του και δίνουν την εντύπωση πως η ιστορία μας δεν απουσιάζει τυχαία από την αφήγησή του, αλλά μάλλον επειδή από αρκετές απόψεις την υπονομεύει. Ωστόσο τούτο το πρόβλημα, λυπηρό βέβαια, δεν είναι το κυριότερο. Σε σχέση με την Ελλάδα και γενικά τον ευρωπαϊκό νότο ο Τζαντ πιάνεται αδιάβαστος, αλλά οι σχετικές σελίδες, που προστέθηκαν απλώς επειδή χρειαζόταν να κλείσουν μερικές τρύπες της ιστορίας του, δεν αντιπροσωπεύουν το γενικότερο επίπεδο του έργου του, ούτε από μόνες τους ακυρώνουν τα ευρύτερα επιχειρήματά του. Λίγο λιγότερο ασήμαντες είναι και οι λαθροχειρίες ή αβλεψίες που αναφέραμε αμέσως προηγουμένως. Άλλες είναι, κατά τη γνώμη μου, οι σημαντικότερες ελλείψεις, και πρώτα πρώτα η επιμελημένη του προσπάθεια να μην κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό σ’ ο,τιδήποτε θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι συνδέεται με το φαινόμενο που άλλος κόσμος ονομάζει πάλη των τάξεων, ή σ’ αυτά που θα μπορούσαν ν’ αποκληθούν όρια του καπιταλισμού –οικονομικά, οικολογικά, ιστορικά- και τα οποία κάποιοι μελετητές πιστεύουν ότι πλησιάζουμε επικίνδυνα. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο ακόμη.

Κατά τη γνώμη μου, βασικό πρόβλημα του Μεταπόλεμου, πέρα από τον συμπιληματικό του χαρακτήρα, τη στραβή του δομή και το άνισό του επίπεδο, είναι ότι εστιάζει υπερβολικά στις ιδέες, τους θεσμούς και τις πράξεις των ελίτ κι εντέλει διέπεται από μια ασφυκτικά στενή, και παραδοσιακή και συντηρητική, αντίληψη για το ποιός φτιάχνει την ιστορία. Απουσιάζουν από τη σκέψη του Τζαντ γενικότερα οι λαϊκές τάξεις ως δρων υποκείμενο και ιδίως ως πολιτικό υποκείμενο. Όσο και αν περιλαμβάνει τα υποχρεωτικά πλέον, στις ημέρες μας, κεφάλαια του τύπου «Η Ευρώπη ως τρόπος ζωής’, δεν έχει πουθενά τις διοράσεις που θα πρόσφερε μια αληθινή ‘ιστορία από τα κάτω’. Κι επομένως η αλλαγή παρουσιάζεται σαν κάτι που έρχεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από τα πάνω –το ιστοριογραφικό αντίστοιχο την πολιτικής τοποθέτησης του Τζαντ , που ήταν αριστερή αλλά δεν είχε, και ούτε ήθελε να έχει, σχέση με τα μαζικά κινήματα της εποχής μας.

Υπάρχει ένα ισχυρό ‘εμείς’ στον Τζαντ, μια λέξη που επανέρχεται εκνευριστικά σ’ όλα του τα κείμενα χωρίς να ορίζεται καθαρά, αλλά σίγουρα δεν είναι το ‘εμείς, οι αριστεροί’ ή το ‘εμείς, του τάδε κινήματος’. Κάπου διευκρινίζεται ως “εμείς οι αμερικανοί”,[14] αλλά αυτό δεν μας φωτίζει περισσότερο, και σίγουρα δεν είναι υποκοριστικό του ‘εμείς, ο λαός’. Αλλού, όπως όταν λέει “έχουμε ξεμάθει να σκεφτόμαστε πολιτικά”,[15] είναι σαφές ότι στην πραγματικότητα το ‘εμείς’ είναι ‘εσείς’, ή μάλλον ούτε καν ‘εσείς’, αλλά ‘κάποιοι άλλοι, οι πολλοί, αλλά πάντως ούτε εγώ ούτε σεις’. Θα μπορούσε ωστόσο να φανταστεί κανείς, απ’ όσα γράφει, ότι αυτό που εννοεί είναι ‘εμείς, οι ηθικοί, οι μορφωμένοι, οι υπεύθυνοι’, ή κάπως στενότερα ‘εμείς, οι φιλελεύθεροι σοσιαλδημοκράτες’, ή ενδεχομένως, κάπως ωμότερα, ‘εμείς, οι εύποροι και ισχυροί, αλλά καλοί’. Ίσως τελικά, ‘εμείς, οι ηθικοί, μορφωμένοι, υπεύθυνοι, εύποροι, ισχυροί, καλοί αμερικανοί φιλελεύθεροι σοσιαλδημοκράτες”. Πολύς κόσμος όμως, που αγωνίζεται ενεργά για μια κοινωνία πιο εξισωτική και δημοκρατική, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του σε τέτοιες περιγραφές.

Για τον Τζαντ η ιστορία φτιάχνεται κυρίως από πολιτικούς, επιχειρηματικά και κάθε λογής άλλα στελέχη, και διανοούμενους. Οι ιδέες, τα πρόσωπα, οι θεσμοί είναι πράγματα πολύ πιο σημαντικά από τη δυναμική του καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος και τα λαϊκά κινήματα· εκτίμηση που αποτυπώνεται στη δομή του βιβλίου και την κατανομή της ύλης, και θεωρείται τόσο αυτονόητη ώστε δεν κρίνεται σκόπιμο με οποιονδήποτε τρόπο να δικαιολογηθεί. Οι λαοί πείθονται, σαγηνεύονται, παραπλανούνται, παρασύρονται, παρεκτρέπονται, δεξιώνονται την ποπ κουλτούρα, μεθούν, ξεσπούν, εγκληματούν πού και πού, αλλά γενικά δεν έχουν πολιτική πρωτοβουλία. Ακόμη και από τις ανατολικοευρωπαϊκές εξεγέρσεις, το κοντινότερο στην επανάσταση πράγμα που είδε η ήπειρος μετά τον δικό μας Εμφύλιο, η λαϊκή αυτενέργεια απουσιάζει, τα κινήματα είναι υπόθεση όλων των άλλων εκτός από τους ανώνυμους. Ας πούμε, η πολωνική Αλληλεγγύη φτιάχτηκε από την εκκλησία και τους διανοούμενους –συν την πολιτική λιτότητας που επέβαλε το κομμουνιστικό κόμμα.[16]
Ο λαός, στη σκέψη του συγγραφέα, αντιδρά ή δεν αντιδρα, αλλά σε τελική ανάλυση σπάνια δρα, ακόμη και στα μη αυταρχικά καθεστώτα. Με την έναρξη του δεύτερου Πολέμου του Ιράκ οργανώθηκε στο Λονδίνο η μαζικότερη διαμαρτυρία στην ιστορία της Βρετανίας, με παραπάνω από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές, που δεν μπόρεσε βεβαίως ν’ αποτρέψει την προαποφασισμένη αγγλοαμερικανική επίθεση, αλλά κατά κοινή ομολογία άλλαξε τη δυναμική της. Δεν αναφέρεται καν στον Μεταπόλεμο (όπως άλλωστε ούτε και ο ίδιος ο πόλεμος, με εξαίρεση κάποιες παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις). Παρόμοια, τα ειρηνιστικά κινήματα του 1980, που όχι μόνον επηρέασαν τους σχεδιασμούς των υπερδυνάμεων, αλλα και άνοιξαν χώρο για την ανάπτυξη όλων των αντισυστημικών κινημάτων των επόμενων δεκαετιών, απαξιώνονται χιουμοριστικά μέσα σε λίγες αράδες.[17] O λαός, ό,τι και αν λέει, στην πραγματικότητα θέλει να κυβερνιέται, όπως πολύ καλά αντιλήφθηκε η Μάργκαρετ Θάτσερ.[18]

Υπάρχει κι ένα ευρύτερο πρόβλημα, που βέβαια απαξιώνεται από τους εμπειριστές ιστορικούς, οι οποίοι υπερασπίζονται ως αρετή την ιδιογραφικότητα των γραπτών τους, αλλά κατά κοινή ομολογία στενεύει τους ορίζοντές τους, πράγμα που που είναι για τους ίδιους καλό, για άλλους κακό. Ο Μεταπόλεμος δεν συνέχεται από καμιά στοχασμένη μεθοδολογία ή κάποια γενικότερη θεώρηση της ιστορίας της ηπείρου μας, πόσο μάλλον του νεοτερικού μας κοσμοσυστήματος. Αντίθετα, είναι ένα παστίς από γοητευτικές και καλογραμένες, σίγουρα, προσωπογραφίες και μελέτες περιπτώσεων, αρκετές δημοσιευμένες νωρίτερα αλλού, με διανοητικά ισχνό συνδετικό ιστό, δηλαδή κυρίως τις ηθικές βεβαιότητες και τα σοσιαλδημοκρατικά αξιώματα του συγγραφέα. Βέβαια, όπως έλεγαν και οι παλιοί, στα μεγάλα αρκεί και που προσπάθησε κανείς, και το να γράψεις μια γενική ιστορία της Ευρώπης σίγουρα δεν είναι από τα μικρά. Το αποτέλεσμα θυμίζει ωστόσο μια ιστορία καλού μαθητή ή ευφυούς δημοσιογράφου, και όχι ιστορικού ικανού να βάλει τάξη στο χάος των εμπειρικών δεδομένων, που διακρίνει σχήματα τα οποία δεν μπόρεσαν να δουν οι συγκαιρινοί. Κάποιος εξοικειωμένος με τις δημοσιογραφικές και πολιτικές αναλύσεις των χρόνων που περιγράφονται απολαμβάνει στον Τζαντ τα γυρίσματα της φράσης του, τις έξυπνες συνδέσεις που κάνει και τους αξέχαστους χαρακτηρισμούς προσώπων και καταστάσεων, αλλά δεν συναντά και πολλά καινούρια πράγματα, και πάντως δεν ανακαλύπτει καμιά ιδιαίτερα πρωτότυπη οπτική.
Χωρίς θεωρία είσαι καταδικασμένος να εστιάζεις την προσοχή σου στο προφανές και το επίκαιρο, αφήνοντας να σου διαφύγουν μερικές φορές τα σημαντικότερα. Έτσι, στο έργο του Τζαντ βρίσκουμε μια εμπεριστατωμένη κι εκτενή παρουσίαση των πολιτικών διαδικασιών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και μάλιστα με κριτικές αιχμές κατά του νεοφιλελευθερισμού, του ‘δημοκρατικού ελλείμματος’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ, αλλά καμιά αναφορά στις διαδικασίες που οδήγησαν στην τωρινή παγκόσμια κρίση, οι οποίες βέβαια ήταν από καιρό φανερές σε όσους διέθεταν κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία.
Για να σταθούμε σε μια μόνο χαρακτηριστική περίπτωση, δυο χρόνια προτού εκδοθεί ο Μεταπόλεμος, ένα αριστερό ερευνητικό ίδρυμα εξηγούσε ότι η λεγόμενη ‘απελευθέρωση’ των χρηματοπιστωτικών αγορών και η πολιτική του ‘εύκολου χρήματος’ είχαν φτιάξει μια τεράστια πιστωτική φούσκα που κόντευε να εκραγεί.[19] Και δεν ήταν το μόνο. Αν ο Τζαντ έβλεπε με λιγότερη συγκατάβαση τη ριζοσπαστική αριστερά και τα κινήματα των αδύνατων ίσως να είχε προσέξει τέτοιες κριτικές, και η ιστορία του να μη γερνούσε τόσο γρήγορα –και από κάποιες απόψεις τόσο άσχημα. Αλλά ενώ όλο το σύστημα ζούσε πια με δανεικά χρήματα και χρόνο, οι ‘υπεύθυνοι’ σοσιαλδημοκράτες πίστευαν πως ο καπιταλισμός είχε βρει τρόπο να εξορθολογιστεί και να επιβιώσει μακροπρόθεσμα, κι εξόρκιζαν κάθε ιδέα ριζοσπαστικής αλλαγής. Άλλοι μελετητές πιο ταπεινοί και συστηματικοί, και λιγότερο γοητευμένοι από την ισχύ της μητρόπολης, όπως για παράδειγμα ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν, την ίδια εποχή έβγαζαν πολύ διαφορετικά συμπεράσματα.[20]

Από το ίδιο του το θέμα και αναπόφευκτα -ίσως βέβαια και να μην είναι ολότελα δίκαιο αυτό- ο Μεταπόλεμος μπαίνει δίπλα δίπλα στις πολύ πιο αναλυτικά επεξεργασμένες παρουσιάσεις των ίδιων χρόνων από μεγάλους ιστορικούς όπως ο Έρικ Χόμπσμπαουμ και ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν,[21] με τους οποίους τελικά δεν μπορεί να συγκριθεί, ακόμη και στο ύφος. Έχει αξέχαστους χαρακτηρισμούς και αφορισμούς (“Η μεταπολεμική Βιέννη, σαν και τη μεταπολεμική δυτική Ευρώπη, ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα χτισμένο πάνω σ’ ένα ακατανόμαστο παρελθόν”), αλλά δεν αποφεύγει πάντοτε τους σολοικισμούς, τους πλεονασμούς, το στόμφο και τη λεξιλαγνεία (όλα αυτά μαζεμένα στην ίδια πρόταση: “An irenic, pacific continent had risen, 'Phoenix-like', from the ashes of its murderous—suicidal—past”) και υποκύπτει πότε πότε στον πειρασμό του μεγαλοπρεπούς κλισέ (“Παραμονές της τελικής πτώσης της ευρωπαϊκής ηπείρου στην άβυσσο, οι προοπτικές της έμοιαζαν να έχουν χάσει κάθε ελπίδα”),[22] Mε δυο λόγια, για να σταθώ στην προηγούμενη αντιπαραβολή, δεν πιάνει χαρτωσιά μπροστά στην προκλητική και λιτή διαύγεια του Βαλλερστάιν (ένα παράδειγμα από τον τελευταίο: “το 1989, η χρονιά του τέλους των λεγόμενων κομμουνισμών, στην πραγματικότητα σήμαινε την πτώση του φιλελευθερισμού ως ιδεολογίας. Εξοργιστικό, απαράδεκτο, λέτε; Ακριβώς τώρα, την ώρα που αναβιώνει η πίστη στην ελεύθερη αγορά και στην αξία των ανθρώπινων δικαιωμάτων; Όχι και τόσο!»).[23]

Ο ίδιος ο Τζαντ, θέλοντας ν’ αποκλείσει προκαταβολικά τέτοιες συγκρίσεις, ανατρέχει στον γνωστό αρχιλόχειο στίχο που ανέσυρε ο Μπέρλιν (πολλά μεν οίδ’ αλώπηξ, εχίνος δ’ εν μέγα - πολλά τερτίπια ξέρει η αλεπού, ενώ ο σκαντζόχοιρος ένα μόνο, αλλά μεγάλο): αν ο Βαλλερστάιν είναι σκαντζόχοιρος, αυτός ήταν αλεπού. Ίσως κάποιοι καιροί να ευνοούν τους σκαντζόχοιρους και άλλοι τις αλεπούδες· ίσως το μεγαλείο του Βαλλερστάιν να ήταν ότι έμεινε σκαντζόχοιρος στα χρόνια που βασίλευαν οι αλεπούδες, και η τραγωδία του Τζαντ ότι έμεινε αλεπού σε μια εποχή που θέλει σκαντζόχοιρους. Πάντως ο θεμελιωτής της κοσμοσυστημικής προσέγγισης δεν αναφέρεται ούτε καν στη βιβλιογραφία που δίνει ο Τζαντ, όπως άλλωστε και όλοι οι άλλοι διανοούμενοι της αντικαθεστωτικής αριστεράς, από τον Έντουαρντ Τόμσον και τον Πέρρυ Άντερσον ως τον Τέρρυ Ήγκλετον και τον Σλάβοϊ Ζίζεκ. Παράλειψη βέβαια εκπληκτική για ένα βιβλίο που υποτίθεται ότι εστιάζει, μεταξύ των άλλων, στη διανοητική ιστορία.

Για να επιμείνουμε λίγο περισσότερο στις διαφορές του από τον Βαλλερστάιν, που μας βοηθούν και να δούμε λίγο πιο καθαρά τα τυφλά του σημεία. Ο Βαλλερστάιν έχει γραφή λιγότερο σέξυ, καθώς ελάχιστα ασχολείται με πρόσωπα, και κάπως κουραστικά ανασύρει στην επιφάνεια τις άρρητες προϋποθέσεις της σκέψης του, ώσπου την οργανώνει ιστορικά και συγχρόνως αναλυτικά, σ’ ένα δυναμικό σύστημα που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τον διαχωρισμό μεταξύ ιδιογραφικών και νομοθετικών επιστημών. Από την άλλη μεριά ο Τζαντ, με τα λογικά του άλματα και τις ιδιοσυγκρασιακές επιλογές της θεματολογίας του, δεν διατυπώνει καθαρά τη φιλοσοφία της ιστορίας του, η οποία ωστόσο συχνά αφήνεται έμμεσα να φανεί, και δυστυχώς, παρ’ όλες τις τραγικές της πλευρές, δεν μοιάζει πάντοτε ν’ αποστασιοποιείται αρκετά από μια κοινότοπη πολιτισμική κριτική. Πάρτε για παράδειγμα την εκτίμηση ότι
οι μεγάλες αφηγήσεις του Εθνους, της Ιστορίας και της Προόδου, που χαρακτήριζαν τις πολιτικές οικογένειες του εικοστού αιώνα, μοιάζουν αμετάκλητα χρεωκοπημένες. Κι έτσι περιγράφουμε τώρα τους συλλογικούς μας σκοπούς με όρους αποκλειστικά οικονομικούς –ευμερία, μεγέθυνση, ΑΕΠ, αποτελεσματικότητα, παραγωγή, επιτόκια και χρηματιστηριακές επιδόσεις- σαν όλα αυτά να μην ήταν απλά μέσα για κάποιους κοινωνικούς ή πολιτικούς σκοπούς τους οποίους επιδιώκουμε συλλογικά, αλλά αναγκαίοι κι επαρκείς αυτοσκοποί.[24]

Αφήνοντας κατά μέρους την αμφίβολη εμπειρική τεκμηρίωση της ιδέας για τη χρεωκοπία κάποιων ‘μεγάλων αφηγήσεων’, ακόμη και αν η τελευταία ίσχυε, που δεν το νομίζω, και πάλι δεν εξηγεί πώς και γιατί αυτές αντικαταστάθηκαν από την Οικονομία, που σε τελευταία ανάλυση και αυτή δεν είναι παρά μια άλλη ‘μεγάλη αφήγηση’. Αντίθετα, στις πολύ πιο δουλεμένες περιγραφές της τύχης των ίδιων εννοιών που μας δίνει, για παράδειγμα, ο Βαλλερστάιν, δεν έχουμε απλές εμπειρικές διαπιστώσεις, αλλά και κρίσεις που, αν συναρτηθούν με την ευρύτερη δυναμική του παγκόσμιου συστήματος, επιτρέπουν συγκριτικές αποτιμήσεις και πολύ καλύτερό τους έλεγχο.

Πιο ταιριαστά στο στυλ και στις δυνατότητες του Τζαντ ήταν έργα που δεν φιλοδοξούσαν να δώσουν μια γενική σύνθεση, όπως ο Μεταπόλεμος, αλλά περιορίζονταν στην παρουσίαση επιμέρους πεδίων που κατείχε καλά. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο διαβάζονται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον –στην πραγματικότητα, μονορούφι- οι Επανεκτιμήσεις του,[25] μια σειρά συναρπαστικών δοκιμίων οργανωμένων γύρω από σαφείς θεματικούς άξονες: τα δεινά του κομμουνισμού, η ευθύνη των διανοούμενων, η αμερικανική ηγεμονία, οι τόποι που γνώρισε ο συγγραφέας και οι μνήμες τους. Εδώ θα περιοριστούμε σε λίγες παρατηρήσεις για τον πρώτο απ’ αυτούς, που μας ενδιαφέρει πιο άμεσα.

Τα δεινά του κομμουνισμού απαριθμούνταν αδιάκοπα στο έργο του Τζαντ, και μάλιστα η εξομοίωσή του με τον φασισμό ήταν πάγιο ρητορικό του σχήμα: «Ό,τι και αν λέει ο Χόμπσμπαουμ, που το αρνείται κατηγορηματικά, υπήρχε μια ‘θεμελιώδης συνάφεια’ μεταξύ των άκρων της αριστεράς και της δεξιάς τον εικοστό αιώνα, προφανής σε όλους εκείνους που τα έζησαν».[26] Ως εδώ δεν έχουμε τίποτε το καινούριο. Όταν όμως μαθαίνουμε ότι κυρίως ο Λένιν έφταιγε για τη σημερινή αποβαρβάρωση του καπιταλισμού αρχίζουμε ν’ αναρωτιόμαστε αν είναι πάντοτε στερεή η λογική του συγγραφέα:
«Ο κόσμος μπορεί κάποτε να μετανιώσει [γράφει ο Χόμπσμπαουμ] που, μπροστά στο δίλημμα που έθεσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, δεν διάλεξε τον σοσιαλισμό». Αλλά η Κόκκινη Ρόζα τα έγραφε αυτά πριν από εκατό χρόνια. Ο σοσιαλισμός που ονειρεύτηκε ο Έρικ Χόμπσμπαουμ δεν είναι πια διαθέσιμος, και γι’ αυτό φταίει κυρίως η βάρβαρη δικτατορική παρέκκλισή του, στην οποία ο Χόμπσμπαουμ αφιέρωσε όλη τη ζωή του. Ο κομμουνισμός μίανε και σύλησε τη ριζοσπαστική κληρονομιά. Αν σήμερα έχουμε μπροστά μας έναν κόσμο χωρίς καμιά μεγάλη αφήγηση της κοινωνικής προόδου, χωρίς κανένα πολιτικά εύλογο σχέδιο κοινωνικής δικαιοσύνης, αυτό οφείλεται εν πολλοίς στ’ ότι δηλητηρίασαν το πηγάδι ο Λένιν και οι κληρονόμοι του. [...] Οι αξίες και οι θεσμοί που είχαν σημασία για την αριστερά, από την ισότητα μπροστά στο νόμο ως τη δικαιωματική εξασφάλιση δημόσιων παροχών –και οι οποίοι δέχονται επίθεση σήμερα- δεν όφειλαν τίποτε στον κομμουνισμό. Εβδομήντα χρόνια ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ δεν πρόσφεραν τίποτε στο σύνολο της ανθρώπινης ευημερίας. Τίποτε.[27]

Με δυο λόγια, ο παντοδύναμος Λένιν και οι κακόβουλοι κληρονόμοι του μας έφραξαν το μέλλον. Μας καταδίκασαν στην αγιάτρευτη βαρβαρότητα, έστω και αν πέρασαν δεκαετίες από την πτώση των καθεστώτων τους, και το καλύτερο που απομένει να κάνουμε εμείς σήμερα είναι να διασφαλίσουμε μια σοσιαλδημοκρατική αποβαρβάρωση λάιτ, σώζοντας μια ελαφρά αναιμική ισότητα απέναντι στο νόμο συν κάποιες δημόσιες παροχές. Κάτι μου λέει πως δεν θ’ αργήσουμε ν’ ακούσουμε παρόμοια επιχειρήματα και από τον τρέχοντα πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Αλλά δεν φταίγαν μόνον οι κομμουνιστές. Τα σκάγια του Τζαντ παίρνουν και τον ίδιο τον μαρξισμό:
Ήταν ένα άλμα στηριγμένο στην πίστη, ένα εργαλείο για να ξηλώνεις και ν’ αποκωδικοποιείς το υφάδι της κοινωνικής εμπειρίας. Η ‘επιστήμη’ του βρισκόταν στο να ερμηνεύει όλα τα εξωτερικά πολιτικά ή κοινωνικά δεδομένα σύμφωνα μ’ ένα πρωτόκολλο καχυποψίας: Τα πράγματα δεν είναι τέτοια που μοιάζουν. Αποκαλύπτουν το αληθινό τους νόημα μόνον όταν αποκωδικοποιούνται σύμφωνα με τη γνώση των μυημένων –οπότε γίνονται εντελώς κατανοητά, και τα πάντα βρίσκουν τότε τη θέση τους σ’ ένα τέλειο σχήμα.[28]

Όχι ότι δεν υπήρχε και αυτός ο μαρξισμός, όλοι μας τον γνωρίσαμε, και άλλωστε αντίστοιχα σχηματικές εκδοχές φορτώνεται κάθε σώμα κωδικοποιημένων αντιλήψεων, ιδίως εκείνα που αξιώνουν να είναι ‘ιδεολογικά’ ή ‘επιστημονικά’. Αλλά βέβαια αυτός εδώ δεν ήταν ο μόνος μαρξισμός που κυκλοφορούσε στην πλατεία, και ο Τζαντ όφειλε να ξέρει και τους υπόλοιπους. Πηγαίνοντας ακόμη παραπέρα, χαρακτηρίζει τον μαρξισμό ‘πολιτική θρησκεία’, [29] και διαρκώς χρησιμοποιεί, όταν τον κατακεραυνώνει, τη λέξη ‘πίστη’ και τις παρόμοιες. Για την ακρίβεια, τον θεωρεί κάτι σαν πολιτικό σατανισμό: «οι ριζοσπαστικές ιδεολογίες του εικοστού αιώνα είχαν κάτι που τις έκανε εξαιρετικά θελκτικές, κι επομένως ήταν αληθινά διαβολικές» (η έμφαση του συγγραφέα).[30]
Διαβολική ή όχι, πάντως η μαρξιστική σκέψη χώρεσε πολύ περισσότερα πράγματα, και ιστορικά λειτούργησε ως ιδέα-δύναμη με τρόπους ασύγκριτα πιο πλούσιους από εκείνους που φιλοσοφικά σαρώνει, αποσπώντας τον θαυμασμό του Τζαντ–και, ναι, από κάποιες απόψεις όχι άδικα- ο Λέτσιεκ Κολακόφσκι.[31] Περιλαμβάνει, ας πούμε, για να σταθούμε στο χώρο της ιστορίας, και την πολιτικά κι επιστημονικά ριζοσπαστική σκέψη του Έντουαρντ Τόμσον, με την οποία όμως ο Τζαντ αποφεύγει ν’ αναμετρηθεί πραγματικά, ίσως κι επειδή η τελευταία εστιάζει στην εμπειρία των απλών ανθρώπων μάλλον παρά στη διανόηση. Τού ρίχνεται μάλιστα επειδή τόλμησε «από την ασφάλεια της δροσερής βεράντας του στη μέση της Αγγλίας» να μεμφθεί τον Κολακόφσκι -«γιατί άφησες τις λιγουλάκι δυσάρεστες εμπειρίες σου από την κομμουνιστική Πολωνία να κρύψουν το κοινό μαρξιστικό ιδανικό μας;»- προσθέτοντας ότι όσοι διαβάσουν την απάντηση του τελευταίου δεν θα ξαναπάρουν ποτέ τον Τόμσον στα σοβαρά».[32] Εδώ δεν έχουμε απλώς μια διάφανη υπεκφυγή, αλλά διανοητικό έγκλημα πάθους μέρα μεσημέρι. Με τούτη τη λογική, τίποτε δεν εμποδίζει τον καθένα να πει -«Τέρμα κάθε συζήτηση, είσαστε όλοι κότες! Επειδή το λέω εγώ, κι έχω δίκιο, αφού τα μέρη μου είναι λιγότερο δροσερά από την Αγγλία ή τη Νέα Υόρκη». Και αν οι ιστορικοί εξακολουθούν να παίρνουν τον Τόμσον στα σοβαρά, ίσως αυτό να μην οφείλεται μόνο στο ότι –κακώς- δεν πολυδιαβάζουν Κολακόφσκι.

Το αντικομμουνιστικό μένος του συγγραφέα τον κάνει περιστασιακά να σχετικοποιεί ακόμη και την ηθική, που κατά τα λοιπά αδιάλλακτα πρεσβεύει. Στις Επανεκτιμήσεις αναδημοσιεύει ένα άρθρο που είχε γράψει για να υπερασπιστεί, αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του, το όνομα ενός μακαρθικού καταδότη ο οποίος είχε καρφώσει, μεταξύ άλλων, τον στενότερό του φίλο σαν πράκτορα της Μόσχας. Καρφί και καρφωμένος ήταν γνωστοί διανοούμενοι, και ο δεύτερος ήταν επίσης ανώτερος κρατικός λειτουργός· ακολούθησαν δίκες, καταδίκες και φυλακίσεις που κατέστρεψαν τη ζωή του, αλλά μέχρι να πεθάνει επέμενε πως ήταν αθώος. Ο Τζαντ, αντίθετα, πιστεύει ότι μετά το άνοιγμα των ανατολικοευρωπαϊκών αρχείων βρέθηκαν αποδείξεις ότι ήταν στ’ αλήθεια κατάσκοπος των σοβιετικών. Ίσως να ήταν έτσι τα πράγματα, ίσως να ήταν αλλιώς. Το βέβαιο είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε, ήδη απ’ τον καιρό των διώξεων, εξασφαλίσει τη γενική συμπάθεια, ενώ τον κατήγορο ακόμη και οι αντικομμουνιστές άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν τον έβλεπαν. Άδικο, απαράδεκτο, ανεξήγητο! Ο Τζαντ το αποδίδει κυρίως στο ότι ο καταδότης ήταν τύπος μοναχικός και ατημέλητος, ενώ το θύμα του ψηλό, όμορφο και κοινωνικά πετυχημένο.[33] Δεν αφήνει καν να φανεί πως πέρασε απ’ το μυαλό του το ενδεχόμενο, μια κοινωνία, ακόμη και η αμερικανική των χρόνων του Μακάρθυ, να μην αισθανόταν φλογερό θαυμασμό κι εκτίμηση για κείνους που κατέδιδαν τους φίλους τους.

Τέλος πάντων, όλα αυτά τα πταίσματα του Τζαντ πρέπει να συνεκτιμηθούν με τις αρετές του. Τέτοια ήταν η απερίφραστη, και στους κύκλους του αντιδημοφιλής, επιμονή του στη βασική αριστερή αξία της ισότητας, έστω και αν την ήθελε αδύναμη και όχι ισχυρή. Η έμφασή του στην αναζωογόνηση του κράτους προνοίας επίσης δεν του έφερε φίλους στις ΗΠΑ, όπου πάντως διάλεξε να ζήσει, ενώ εξίσου σόκαρε και η κριτική του στην επιστροφή του αυταρχικού κράτους. Μια καλή αφετηρία για να προσεγγίσουμε την πολιτική του αντίληψη θα ήταν ίσως ένα εκτενές άρθρο του δημοσιευμένο τέλη του 2009, κάτι σαν πνευματική του διαθήκη, όπου ανακεφαλαιώνει τα βασικά μοτίβα της σκέψης του.[34]

Βασική εκτίμηση του «Τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη σοσιαλδημοκρατία» είναι ότι «η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας αντιμετωπίζουν σοβαρές πρακτικές προκλήσεις σήμερα. Δεν τίθεται ζήτημα επιβίωσής τους, αλλά τώρα πια δεν έχουν την ίδια αυτοπεποίθηση που έδειχναν προηγουμένως».[35] Ακόμη χειρότερα, η συζήτηση για το τι είναι καλό και τι κακό έχει υποκατασταθεί από την προκατάληψη του οικονομισμού, που είχε κυριαρχήσει με καταστροφικά αποτελέσματα πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κι επικρατεί ξανά στις ημέρες μας. Προσέξτε το αντιπαθητικό ‘εμείς’ στην παράγραφο που ακολουθεί, ‘εμείς οι ιθύνοντες’ μάλλον παρά ‘εμείς ο λαός’:
Τα τελευταία τριάντα χρόνια σε μεγάλο μέρος του αγγλοσαξωνικού κόσμου (αλλά λιγότερο στην ηπειρωτική Ευρώπη και αλλού), όταν αναρωτιόματε αν υποστηρίζουμε κάποια πρόταση ή πρωτοβουλία, δεν ρωτάμε αν είναι καλή ή κακή. Αντίθετα ρωτάμε, είναι αποτελεσματική; Είναι παραγωγική; Θα βοηθήσει το ΑΕΠ; Θα συμβάλει στην οικονομική μεγέθυνση; Τούτη η κλίση ν’ αποφεύγουμε τα ηθικά ζητήματα, να περιοριζόμαστε σε ζητήματα ζημιάς και κέρδους, σε οικονομικά ζητήματα με τη στενότερη έννοια του όρου, δεν είναι όμως καμιά ενστικτώδης ανθρώπινη κατάσταση. Είναι επίκτητη προτίμηση.[36]

Στη ‘μη πολιτική’ εποχή μας επιπλέουν οι πολιτικοί που σκέφτονται οικονομιστικά, γιατί άλλωστε και όλος ο κόσμος έχει μάθει να σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο, ενώ η χάραξη της οικονομικής πολιτικής ανατίθεται σε ‘μη πολιτικά δρώντα υποκείμενα’ όπως είναι κατά τον Τζαντ οι κεντρικές τράπεζες, οι διεθνείς θεσμοί και οι πολυεθνικές εταιρείες.[37] Οι δημοκρατίες ατροφούν αφού δεν έχουν σημαντικές πολιτικές επιλογές, και συνάμα αναπτύσσεται, όπως έγινε ήδη στη μετασοβιετική κεντρική και ανατολική Ευρώπη, «η πολιτική της ματαίωσης, της λαϊκιστικής δυσφορίας».[38]
Όλα αυτά εν μέρει παρεξηγούν τις πολωτικές κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες των τελευταίων δεκαετιών, κι εν μέρει μεταφράζουν σε ανώδυνη πολιτική γλώσσα την κριτική που ανέπτυξαν το ίδιο διάστημα τα αριστερά κινήματα.  Η εκτίμηση ότι η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας θα επιβιώσουν είναι βέβαια πρόωρη όσο συνεχίζονται οι Πόλεμοι του Χρέους, που μόλις άρχισαν. Η κριτική που ασκεί ο συγγραφέας στον κυρίαρχο οικονομισμό σίγουρα είναι βάσιμη, αλλά οι αιχμές της χάνονται όσο αποστειρώνεται από κάθε αναφορά σ’ αυτό που οι παλιοί σοσιαλδημοκράτες έλεγαν ‘πάλη των τάξεων’. Για να επιπλεύσουν η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας, και να παροπλιστεί ο ‘οικονομισμός’, θα πρέπει πρώτα να κερδηθεί μια τιτάνια σύγκρουση με τη σημερινή αριστοκρατία, δηλαδή τις ιδιωτικές τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες που κάθε άλλο παρά απολιτικές είναι, αλλά κάτι τέτοιο ο Τζαντ αρνείται ακόμη και να το σκεφτεί.

Εντέλει ο συγγραφέας του Μεταπόλεμου περνά για απουσία πολιτικής την πολιτική κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου, που πράγματι ελάχιστα περιορίστηκε από το κράτος τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά ωστόσο αμφισβητείται ήδη ενεργά από τα αντισυστημικά κινήματα, την πολιτικότητα ή και την ίδια την ύπαρξη των οποίων των οποίων ο Τζαντ αρνείται ν’ αναγνωρίσει. Ακριβώς χάρη σ’ αυτά τα κινήματα, που τόσο ελάχιστα τον απασχολούν, και όχι στην εξαντλημένη και ψευδώνυμη πλέον σοσιαλδημοκρατία, το τέλος της πολιτικής δεν ήρθε ακόμη. Και μένουν ζωντανές οι ελπίδες για την αναζωογόνηση της δημοκρατίας, η οποία δεν σημαίνει παθητική υποταγή όλων στο κράτος και τους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά το κράτος του δήμου, δηλαδή των ακτημόνων, δηλαδή εκείνο το πολιτικό καθεστώς που διευκολύνει τους αγώνες των φτωχότερων.

Ο Τζαντ λοιπόν δεν ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο κορυφαίος ιστορικός που φαντάζονται κάποιοι, ούτε ο πάντοτε οξυδερκής πολιτικός στοχαστής που βρήκε το πώς θα ξεπεράσει τα αδιέξοδά της η (συστημική) αριστερά και πώς θα σωθεί το κράτος προνοίας, όπως φανταζόταν ο ίδιος. Το ιστορικό του όραμα αποδείχθηκε κιόλας χωλό, ενώ η πολιτική του πρόταση απευθύνεται σε κάποιες ελίτ που ελάχιστα ενδιαφέρονται να την ακούσουν και μοιάζει να οδεύει στα αζήτητα. Γιατί τότε να τον διαβάζουμε; Ή μάλλον, γιατί τότε τον διαβάζουμε;
Εδώ δεν μπορώ παρά να δώσω μια προσωπική απάντηση. Τον διαβάζω, και μερικές φορές τον ξαναδιαβάζω, πρώτα πρώτα γιατί μ’ αρέσει. Έγραφε ωραία, κατείχε πολλά πεδία που τυχαίνει να μ’ ενδιαφέρουν κι εμένα, και αν οι εξάρσεις του ήταν γενικά προβλέψιμες, πάντως στα θέματα που γνώριζε καλά είχε πάντοτε κάτι πρωτότυπο να πει. Στα παλιότερα βιβλία του, για τους γάλλους διανοούμενους,[39] συχνά ήταν εξοργιστικός, αλλά και άλλο τόσο εύστοχος. Η σκέψη του είχε μέσα της αρκετή τεστοστερόνη, σχεδόν όση και της Αντρέα Ντβόρκιν, για να δώσει μαστοριά στο λόγο του και να τραβήξει την προσοχή. Αν οι ιστορικοί του εικοστού αιώνα πρέπει έτσι και αλλιώς να διαβάσουν τον Μεταπόλεμο, άλλα κομάτια του για όσα έχουν να πουν και στον ειδικό και άλλα απλώς από επαγγελματική υποχρέωση, πάντως πολλές από τις διοράσεις του είναι χρήσιμες για το ευρύτερο κοινό, και ιδίως για κείνο που συνήθως θαυμάζει τα άκακα χρυσόψαρα που κολυμπούν στα ενυδρεία των διάφορων Ρηβιού οφ Μπουκς.

Τελικά νομίζω πως αυτό που με τραβάει στον Τόνυ Τζαντ, ακόμη δυνατότερο από την ευρυμάθεια, το πάθος και τη δουλεμένη του γραφή, αυτό που κάνει μέχρι και την ηθικολογία του να μη μοιάζει τόσο μεγάλο αμάρτημα, είναι ότι ο άνθρωπος αυτός είχε άποψη. Είχε τον δικό του τρόπο να κρίνει και να εκτιμά τα πράγματα, με τον οποίο μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί, αλλά πάντως τον αναγνωρίζει κι εντέλει τον σέβεται. Η όρασή του ήταν ασπρόμαυρη αλλά συνάμα η φωνή του ήταν τόσο ζωντανή, ώστε νομίζω πως ακόμη και μετά από πολύ καιρό, οι άνθρωποι που θα θέλουν να μάθουν πώς ήταν ο δύσκολος εικοστός αιώνας, θα τον διαβάζουν. Προσπερνούσε αδιάφορος τις μόδες της εποχής, ή τουλάχιστον τις περισσότερες· δεν σεβόταν ιερές υποθέσεις και δεν έσκυβε μπροστά στα ιερά τέρατα, ή τουλάχιστον στα περισσότερα· κι εντέλει, παρ’ όλες τις ιδιοτροπίες του, ή ίσως κι εξαιτίας τους, σ’ έκανε πολλές φορές ν’ αναρωτιέσαι, όταν άκουγες κάτι, τι θα έλεγε άραγε γι’ αυτό ο Τόνυ Τζαντ. Κατάφερε δηλαδή να φτιάξει, ακόμη και μέσα στο νου ανθρώπων μ’ αρκετά διαφορετικές αντιλήψεις από τις δικές του, μια κόχη όλη δική του, με κάτοικο έναν αιώνιο Τόνυ Τζαντπάντοτε έτοιμο, μισός κριτής και μισός προφήτης, να ξεσπαθώσει ή να χαϊδέψει. Και αυτό σίγουρα μα σίγουρα δεν είναι από τα μικρά.






[1]  «Αrthur Koestler, The Exemplary Intellectual», στο Tony Judt, Reappraisals. Reflections on the Forgotten Twentieth Century, Penguin, Χάρμοντζουερθ 2008, σ. 42-43. Ο Καίσλερ, μάλλον ξεχασμένος σήμερα, ήταν ένας απογοητευμένος από τον κομμουνισμό δημοσιογράφος που τα έργα του θεωρούνταν σχεδόν υποχρεωτικά αναγνώσματα, για αριστερούς και μη, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη.
[2] «The Gnome in the Garden: Tony Blair and Britain’s ‘Heritage’», στο ίδιο, σ. 224.
[3] Βλ. πρόχειρα τα σχετικά δοκίμια στο ίδιο, σ. 163-177, 268-285, 286-295.
[4] Τόνυ Τζουντ, «Ισραήλ: Η εναλλακτική λύση», Δρόμος της Αριστεράς 28, φ. της 28ης Αυγούστου 2010.
[5] «Elucubrations: The ‘Marxism’ of Louis Althusser», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 106.
[6] Μια ισορροπημένη παρουσιάση της σύνθετης σχέσης της κομμουνιστικής με τη μη κομμουνιστική αριστερά βλ. στο πολύ σημαντικό Geoff Eley, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία. Η ιστορία της αριστεράς στην Ευρώπη, 1850-2000, τ. Α-Β, Σαββάλας, Αθήνα 2010. Ο Τζουντ το αναφέρει στη βιβλιογραφία του Μεταπόλεμου, αλλά δεν συζητά πουθενά τα επιχειρήματά του.
[7] Από κάποιον που δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός, αλλά προφανώς εφεύρε κάποιο ιδιαίτερα ακριβές ιστορικόμετρο: Στάθης N. Kαλυβας, “Διανοούμενοι και προφήτες”, Η Καθημερινή, φ. της 22ας Αυγούστου 2010. Αν κρίνουμε από την εκτίμηση του ίδιου στρατευμένου δεξιού διανοούμενου, πως στον Τζουντ έχουμε “συνύπαρξη της μαχητικότητας με την απουσία πολιτικής στράτευσης”, μάλλον δεν πρόκειται για σοβαρά κριτήρια.
[8] Tony Judt, A Grand Illusion? An Essay on Europe, Hill & Wang, Νέα Υόρκη 1996· και συμπυκνωμένα στο Tony Judt, "Europe: The Grand Illusion", The New York Review of Books, φ. της 11ης Ιουλίου 1996.
[9] Tony Judt, Postwar. A History of Europe Since 1945, Penguin, Νέα Υόρκη 2005.
[10] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 57.
[11] Βλ. και «Hannah Arendt and Evil», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 73-92.
[12] Frances Stonor Saunders The Cultural Cold War: The CIA and the World of Arts and Letters, New Press, Νέα Υόρκη, Λονδίνο 1999, ένα εκπληκτικό βιβλίο που αξίζει να μεταφραστεί και να διαβαστεί απ’ όλους όσοι ενδιαφέρονται για τη διανοητική ιστορία της ηπείρου μας. Για τα μυστικά και παράνομα δίκτυα που οργάνωσε η ΣΙΑ κατά μήκος και πλάτος της Ευρώπης βλ. Daniele Ganser, NATO’s Secret Armies. Opertation Gladio and Terrorism in Western Europe. An Approach to NATO’s Secret Stay-Behind Armies, πρόλογος John Prados, Frank Cass, Λονδίνο 2005· Eric Wilson (επιμ.), Government of the Shadows. Parapolitics and Criminal Sovereignty, Pluto Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2009· και στα ελληνικά, Ντανιέλε Γκάνσερ, Οι μυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ: Η επιχείρηση Gladio και η τρομοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, μετάφραση Κωνσταντίνος Φασούλης, πρόλογος-επιμέλεια Κλεάνθης Γρίβας, Antilogos, Αθήνα 2007· Νίκος Κλείτσικας, Andrea Speranzoni, Φαινόμενα τρομοκρατίας. Ο ελληνικός νεοφασισμός μέσα από τα απόρρητα έγγραφα των Μυστικών Υπηρεσιών, Προσκήνιο, Αθήνα 2003.
[13] Για τις ομοιότητες στα οράματα των δυο στρατοπέδων βλ. Susan Buck-Morss, Dreamworld and Catastrophe. The Passing of Mass Utopia in East and West, MIT Press, Καίμπριτζ Μασσαχουσέτης – Λονδίνο 2000. Για την παρόμοια λειτουργία τους στο πλαίσιο του καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος βλ. Immanuel Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στην Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2009.
[14] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 5-6.
[15]  Στο ίδιο, σ. 11.
[16] T. Judt, Postwar..., ό.π,, κεφάλαιο 19.
[17] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 591. Μια πολύ πιο ζωντανή περιγραφή και οξυδερκή ανάλυσή τους βλ. στα κεφάλαια 23 και 24 του G. Eley, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία..., τ. Β΄, ό.π..
[18] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 541.
[19] New Economics Foundation, Real World Economic Outlook, Λονδίνο 2003.
[20] Βλ. το απαραίτητο I. Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στην Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων, ό.π. -μια γενική εισαγωγή στο έργο του Βαλλερστάιν δημοσιευμένη ένα χρόνο πριν από τον Μεταπόλεμο. Ο Βαλλερστάιν, παρ’ όλο τον ριζοσπαστισμό του και την ενεργή εμπλοκή του στα αντισυστημικά κινήματα, καλείται να δημοσιεύσει στα ίδια περιοδικά της αμερικανικής ελίτ με τον Τζουντ, όπως το Foreign Affairs, και δεν έχει μικρότερη επιστημονική αναγνώριση· διατέλεσε πρόεδρος της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Εταιρείας και της διεθνούς Επιτροπής Γκιουλμπεκιάν για την Αναδόμηση των Κοινωνικών Επιστημών Ωστόσο δεν αναφέρεται ούτε καν στη βιβλιογραφία που δίνει ο Τζουντ.
[21] Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων. Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914-1991, μετάφραση Βασίλης Καπετανγιάννης, Θεμέλιο, Αθήνα 1997· I. Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας, ό.π..
[22] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 3, 5, 6.
[23] Μια εκπληκτική διαπίστωση που θα είχε μπει πολύ στη μύτη του Τζουντ αν είχε καταδεχτεί να την προσέξει, γραμένη προτού κάν κατακαθήσει η σκόνη από την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων: «Η κατάρρευση του φιλελευθερισμού» (1992), στο Immanuel Wallerstein, Η Δύση και οι άλλοι, μετάφραση Ελίνα Φωτεινού, επιστημονική θεώρηση και πρόλογος Σπύρος Μαρκέτος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2010.
[24] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 11.
[25] Tony Judt, Reappraisals. Reflections on the Forgotten Twentieth Century, Penguin, Χάρμοντζουερθ 2008.
[26] «Eric Hobsbawm and the Romance of Communism», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 126.
[27]  Στο ίδιο, σ. 125-126.
[28]  «Αrthur Koestler, The Exemplary Intellectual», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π,, σ. 26.
[29]  «Goodbye to All that? Leszek Kolakowski and the Marxist Legacy», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 134. Βλ. ωστόσο την κατεδάφιση τούτης της πολιτικά διόλου αθώας έννοιας, της ‘πολιτικής θρησκείας’, από έναν κάθε άλλο παρά μαρξιστή ιστορικό στο Peter Gay, Το κόμμα της ανθρωπότητας. Θέσεις για τον Γαλλικό Διαφωτισμό, μετάφραση Θεοχάρης Αναγνωστόπουλος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2009, στο δοκίμιο για την Ουράνια πόλη του Μπαίκερ.
[30] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 17.
[31] Leszek Kolakowski, Main Currents of Marxism,τ. Α΄-Γ΄, Oxford University Press, Οξφόρδη 3 1982· βλ. και το σχετικό δοκίμιο του Τζουντ στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π. σ. 129-146. Κατά τη γνώμη μου, πιο ζυγισμένα από τον Κολακόφσκι είδε τον μαρξισμό ο δυστυχώς ξεχασμένος σήμερα, και πολύ μεγάλος, Τζωρτζ Λιχτχάιμ: George Lichtheim, Marxism, Routledge and Kegan Paul, Λονδίνο 1974. Εστιάζοντας και αυτός στις φιλοσοφικές του όψεις, αλλά μη μένοντας μόνο σ’ αυτές, και χωρίς μάλιστα να τού διαφεύγει η τραγική διάσταση κάθε ανθρώπινης προσπάθειας για την ελευθερία.
[32] «Goodbye to All Τhat? Leszek Kolakowski and the Marxist Legacy», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 136.
[33] «An American Tragedy? The Case of Whittaker Chambers», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 312 κ.ε..
[34] Tony Judt, «What Is Living and What Is Dead in Social Democracy?”, The New York Review of Books, τ. της 17ης Δεκεμβρίου του 2009. Το άρθρο στηρίχτηκε σε μια πρόσφατη διάλεξή του, στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
[35] Tony Judt, «What Is Living and What Is Dead in Social Democracy?”, ό.π..
[36]  Στο ίδιο.
[37] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 11.
[38] Στο ίδιο,  σ. 12.
[39] Tony Judt, Past Imperfect: French Intellectuals, 1944-1956, University of California Press, Μπέρκλεϋ, Λος Άντζελες, Οξφόρδη 1992· και του ίδιου, The Burden of Responsibility: Blum, Camus, Aron, and the French Twentieth Century, University of Chicago Press, Σικάγο 1998. Για τους ιστορικούς της αριστεράς και του εργατικού κινήματος είναι πολύ χρήσιμα και τα πρώτα του έργα, Socialism in Provence 1871-1914: A Study in the Origins of the Modern French Left, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 1979, και  La reconstruction du parti socialiste: 1921-1926, Presses de la Fondation Nationale des Sciences Politiques, Παρίσι 1976.

πόσοι μας διάβασαν: