Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρυσή Αυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρυσή Αυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Ο φασισμός ως ιστορικό παρελθόν και παρούσα απειλή


Διασωματειακή Επιτροπή Τρικάλων: 18.10.2013 Αντιφασιστική εκδήλωση - συζήτηση

18 Οκτώβρη 1944 – 18 Οκτώβρη 2013. Εξήντα εννέα χρόνια μετά την απελευθέρωση των Τρικάλων από τους Γερμανούς ναζιστές και την ήττα του φασισμού και του ναζισμού, γινόμαστε μάρτυρες σχεδόν παντού στην Ευρώπη της ανόδου της ακροδεξιάς. Πιο ανησυχητικό ακόμη, είναι ότι βλέπουμε να εμφανίζονται και να αναπτύσσονται στα δεξιά αυτής της άκρας δεξιάς, δυνάμεις  καθαρά νεοναζιστικές που, σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα, επιδιώκουν να ριζώσουν στην κοινωνία. Δυνάμεις, που θέλουν να συγκροτήσουν κινήματα ρατσιστικά και εξαιρετικά βίαια με διακηρυγμένο στόχο την καταστροφή κάθε συνδικαλιστικής, πολιτικής και πολιτιστικής οργάνωσης των εργαζομένων,  τη συντριβή κάθε αντίστασης των πολιτών, την άρνηση του δικαιώματος στη διαφορετικότητα και την –ακόμα και φυσική- εξόντωση των «διαφορετικών» και των αδύναμων.
 Η Διασωματειακή Επιτροπή εκπροσώπων Τρικαλινών φορέων, εργαζομένων και κοινωνικών κινημάτων ανοίγει διάλογο με την κοινωνία και ξεκινά με το θέμα της διαχρονικής απειλής του φασισμού.
Την Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου, ημέρα απελευθέρωσης των Τρικάλων από τους Γερμανούς, συζητούμε με την κοινωνία για την απειλή του φασισμού. Με δεδομένη την κοινωνική κρίση και τα κοινωνικά ερείπια που αυτή προκαλεί, την αποφασιστικότητα και επιθετικότητα της άρχουσας τάξης, τη σημασία των ιστορικών διακυβεύσεων, η αντιφασιστική πάλη συνιστά στρατηγική επιλογή, που απαιτεί οργάνωση, σοβαρότητα, αγωνιστική επένδυση.
Στις 8 το βράδυ της Παρασκευής, στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Τρικκαίων η Διασωματειακή Επιτροπή των Τρικάλων ξεκινά κύκλο δημόσιας πρό(σ)κλησης σε διάλογο, με θέμα «Ο φασισμός ως ιστορικό παρελθόν και παρούσα απειλή» και ομιλητές τον Μανώλη Γλέζο αντιστασιακό – πολιτικό της αριστεράς, τον Σπύρο Μαρκέτο, καθηγητή πολιτικών επιστημών στο ΑΠΘ και τον Κώστα Παλούκη, ιστορικό.
Διασωματειακή Επιτροπή εκπροσώπων Τρικαλινών
φορέων, εργαζομένων και κοινωνικών κινημάτων

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Η εύφλεκτη κοινωνική ύλη και η ναζιστική έκρηξη




*Συνέντευξη με τον ιστορικό Χρήστο Χατζηιωσήφ

Πώς εξηγείται η ξαφνική –δημοσκοπική – έκρηξη της Χρυσής Αυγής; Ποιο είναι το υπόστρωμα που την ευνόησε και πώς μπορεί το φαινόμενο της ενίσχυσης της ναζιστικής επιρροής να αντιμετωπιστεί στη ρίζα του; Η συζήτηση με τον ιστορικό Χ. Χατζηιωσήφ δεν περιορίζεται σε μια αναζήτηση αναλογιών σε προηγούμενες περιόδους, αναμετριέται με τα σημερινά ερωτήματα και επιχειρεί σύγχρονες απαντήσεις.
Τη συνέντευξη πήραν
οι Παύλος Κλαυδιανός και
Στάθης Κουτρουβίδης

Πώς βλέπετε τις τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής;
Με δέος. Αν ήμουν πολιτικός θα οχυρωνόμουν πίσω από μια διατύπωση του τύπου  «έχω πλήρη εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη». Δεν είμαι όμως πολιτικός και καθώς κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι δεν έχουμε μια δικαστική υπόθεση, αλλά μια πολιτική, επιτρέψτε μου να ανησυχώ. Γνωρίζουμε την αφορμή, αλλά όχι τα βαθύτερα κίνητρα της απότομης μεταβολής στη στάση της κυβέρνησης απέναντι στη ΧΑ. Από αυτά θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό  η έκβαση της υπόθεσης.  Θα πρόσθετα, και από την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών χειρισμών, όμως δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να διακρίνω έναν τομέα όπου αυτοί υπήρξαν επιτυχείς. Οπωσδήποτε, διαπιστώνουμε ότι  βρισκόμαστε σε μια φάση μεγάλης πολιτικής και θεσμικής  ρευστότητας. Αποκαλύπτεται ότι η ΧΑ είχε διεισδύσει στην Αστυνομία, την ΕΥΠ και άλλους κρίσιμους τομείς της κρατικής μηχανής.
Αποτελεί, λοιπόν, η ΧΑ έναν πραγματικό κίνδυνο για τη δημοκρατία;
Αναμφισβήτητα ναι, αλλά όχι επειδή θα μπορούσε αυτή τη στιγμή να καταλάβει την εξουσία και να εγκαθιδρύσει ένα φασιστικό καθεστώς. Ως προς αυτό της λείπουν πολλές αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις. Ας μείνουμε στις πρώτες. Δεν φαίνεται να έχει αποκαταστήσει προγραμματικές συγκλίσεις με ισχυρά εγχώρια οικονομικά συμφέροντα και ξένα κέντρα εξουσίας. Οι θρυλούμενες σχέσεις με κάποιους εφοπλιστές ίσως να υπάρχουν, αλλά δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν προγραμματικές συγκλίσεις με συλλογικούς εκπροσώπους οικονομικών συμφερόντων. Είναι επίσης πιθανό σοβαρές ξένες υπηρεσίες να είχαν άμεση γνώση μέσω εσωτερικής πληροφόρησης για τη  δράση της. Θα με εξέπληττε, όμως, αν αυτές οι σχέσεις είχαν προχωρήσει περισσότερο. Αυτή τη στιγμή οι ναζιστικές μεταμφιέσεις της παραμένουν ένα φοκλόρ, φονικό βέβαια, αλλά φολκλόρ. Ο κίνδυνος σήμερα έγκειται περισσότερο στο ότι η ΧΑ συμβάλλει στη διάλυση των πάντων, θεσμών και κοινωνίας, από την οποία δεν ξέρουμε τι θα προκύψει. Πιο επικίνδυνοι από την ίδια τη ΧΑ είναι οι διάφοροι μαθητευόμενοι μάγοι στον πολιτικό κόσμο και τα ΜΜΕ, που νομίζουν ότι μπορούν να τη χειραγωγήσουν.
Πώς εξηγείται, όμως, η αναμφισβήτητη λαϊκή υποστήριξη προς τη ΧΑ, όπως εκφράσθηκε στις εκλογές του 2012 και μέχρι πρόσφατα και στις δημοσκοπήσεις;
Για την ανάπτυξη της ΧΑ θα σας παρέπεμπα στις πολύ καλές δημοσιογραφικές έρευνες, με πλούσια τεκμηρίωση, σωστές ιστορικές πραγματείες, όπως είναι το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρά. Αυτό που θα μπορούσα να προσθέσω από τη μεριά μου, είναι ότι την ξαφνική μαζικοποίηση παρόμοιων κινημάτων δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε μόνο με το τι συνέβη την εποχή της ανόδου τους ή εκείνης που προηγήθηκε άμεσα από αυτήν. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με την κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης 1929 – 1933 ή μόνο με  ό,τι συνέβη στο Μεσοπόλεμο. Θα πρέπει να λάβει κανένας υπόψη του τις συνθήκες μέσα στις οποίες συντελέσθηκε η εκβιομηχάνιση και η αστικοποίηση της Γερμανίας από το 1870 και μετά. Ο αστικός πληθυσμός τριπλασιάσθηκε μέχρι το 1914 με την εισροή αγροτών στις πόλεις που ακόμα και όταν είχαν ενταχθεί στην παραγωγή ή είχαν επιτύχει την κοινωνική τους άνοδο, παρέμεναν αποκλεισμένοι πολιτισμικά και ψυχολογικά από τις κυρίαρχες εκφράσεις στο δημόσιο χώρο. Η οικονομική πολιτική μετά το 1929, με τη μετωπική επίθεση εναντίων τους και την αποτυχία του  λόγου που  συνόδευε αυτή την πολιτική να  πείσει, νομιμοποίησε αισθήματα και στάσεις που προηγουμένως δεν τολμούσαν να εκδηλωθούν ανοικτά και στις οποίες οι Ναζί πρόσφεραν ψυχολογική αντιστάθμιση, κοινωνική προοπτική και ένα πολιτικό πλαίσιο.
Αντίστοιχα, στη σημερινή Ελλάδα  η  διόγκωση της εκλογικής βάσης της ΧΑ δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την κρίση και τις μνημονιακές πολιτικές. Αυτές υπήρξαν ο πυροκροτητής. Η εύφλεκτη ύλη είχε όμως σωρευθεί από δεκαετίες.  Μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες  ήταν ουσιαστικά αποκλεισμένο από την καταναλωτική πανδαισία και ακόμα μεγαλύτερο δεν μπορούσε να επικοινωνήσει  με τους κυρίαρχους καθημερινούς και όχι μόνο ιδεολογικούς λόγους. Η τηλεόραση κυρίως, και δευτερευόντως διάφορα γυαλιστερά έντυπα, αντιστάθμιζαν τις κάθε τύπου υλικές και ηθικές στερήσεις αυτών των στρωμάτων  συντηρώντας τον ουσιαστικό πολιτισμικό αποκλεισμό τους.
Αυτή η αλλοτρίωση «δικαιώθηκε», όταν με την κρίση διασπάσθηκαν, απογυμνώθηκαν ή κατέρρευσαν οι προηγούμενοι κυρίαρχοι λόγοι. Οι μέχρι τώρα αποκλεισμένοι αισθάνθηκαν δικαιωμένοι και η ΧΑ ήταν ένας χώρος που τους επέτρεπε να δηλώνουν την απόρριψη των κυρίαρχων ιδεολογικών δομών, χωρίς ταυτόχρονα να αισθάνονται ότι διακινδυνεύουν την ανατροπή του οικονομικού συστήματος. Η συμμετοχή τους σε αυτό ως καταναλωτές αποτελεί για αυτούς απαγορευμένο μεν, αλλά επιθυμητό καρπό. Θα εξαρτηθεί από την πολιτική και τη στάση των άλλων πολιτικών κομμάτων και κοινωνικών οργανώσεων, αν αυτή η κατηγορία συμπολιτών μας διευρυνθεί ή συρρικνωθεί σε ένα ασήμαντο αριθμητικά σκληρό πυρήνα, για τον οποίο ο λόγος και η πράξη της ΧΑ ανταποκρίνεται πλήρως στην ενστικτώδη αντίληψη που έχουν για τον κόσμο και τη ζωή.
Ανεξάρτητα από την ύπαρξη οργανωμένων πολιτικών εκφράσεων, σε όλες τις εποχές υπάρχει αυτός ο εν υπνώσει σκληρός φασιστικός πυρήνας. Οι άνθρωποι αυτοί μεταφράζουν με τους δικούς τους πολιτισμικούς κώδικες τον κυρίαρχο κοινωνικό δαρβινισμό με το λόγο περί ανταγωνιστικότητας, αριστείας, ατομισμού κλπ. Τα παιδιά μαθαίνουν από την πιο μικρή ηλικία, μέσα από τους συνεχείς διαγωνισμούς που υποβάλλονται στο σχολείο, ότι η ζωή είναι ένας αγώνας όλων εναντίον όλων, ότι επιβιώνει «ο άριστος» και οι υπόλοιποι εκπίπτουν. Πρόκειται για μια παραφθορά της παλιάς δημοκρατικής αριστείας, που προσπαθούσε να δώσει ίσες δυνατότητες στην εκκίνηση σε όλους και επιβράβευε τους πρώτους ανάμεσα στους ίσους. Οι του σκληρού πυρήνα της ΧΑ  αριστεύουν στον τσαμπουκά της γειτονιάς, στο μόνο περιβάλλον που το μπορούν. Είναι τραγικό ότι και εκτός ΧΑ, η λεκτική βία, η ειρωνεία με χυδαία υπονοούμενα, με λίγα λόγια η λαϊκότροπη μαγκιά και ο τσαμπουκάς έχουν καθιερωθεί ακριβώς στους χώρους, οι οποίοι μονίμως « καταδικάζουν τη βία από όπου και αν προέρχεται».
Ο πυροκροτητής που λέτε, κρίση και μνημόνιο, υπάρχει και σε άλλες  ευρωπαϊκές χώρες, γιατί όμως δεν έχουμε και εκεί, στην Πορτογαλία για παράδειγμα, έξαρση του φασισμού;
Δεν γνωρίζω ακριβώς τι συμβαίνει στην Πορτογαλία, αλλά διαπιστώνουμε ότι η αντιδημοκρατική δεξιά γνωρίζει άνθιση σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο στις χώρες του Νότου που πλήττονται  περισσότερο από τις πολιτικές της λεγόμενης λιτότητας. Στη Γαλλία το Εθνικό Μέτωπο τείνει να αναδειχθεί στην πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση, στην εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης  βρισκόμενη Νορβηγία το αντίστοιχο κόμμα θα συμμετάσχει στην κυβέρνηση, όπως είχε συμβεί πριν από λίγα χρόνια στην Αυστρία, και σε πολλές χώρες, όπως στην Ισπανία, οι φασιστικές και ακροδεξιές τάσεις παραμένουν ακόμα ενσωματωμένες στις εκεί γαλάζιες πολυκατοικίες. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες επίσης, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της κρίσης, περιγράφεται, όταν δεν παραβιάζεται το σύνταγμα, όπως γίνεται και στην Ελλάδα. Από την άποψη αυτή η Ιταλία των Μόντι, Λέτα και Ναπολιτάνο αποτελεί ένα εργαστήριο μετάλλαξης σύγχρονων συνταγμάτων.
Παρά κάποιες αρχικές αμφιταλαντεύσεις η κυβέρνηση ούτε και τώρα φαίνεται να έχει εγκαταλείψει τη θεωρία των δύο άκρων που αποσταθεροποιούν, όπως λέει, τη δημοκρατία. Εσείς έχετε υποστηρίξει όμως ότι δεν υπάρχουν ομοιότητες με την περίοδο της Βαϊμάρης.
Υποστηρίζω ότι οι ομοιότητες δεν είναι εκεί που τις αναζητούν.  Η δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν έπεσε από την πίεση των «άκρων»,  αλλά επειδή μετά από μια μακρά περίοδο υπονόμευσης του συντάγματος, προκειμένου να καμφθούν οι αντιδράσεις σε μια πολιτική περιορισμού των εισοδημάτων και των δικαιωμάτων, κυρίως των μισθωτών, η εξουσία παραδόθηκε από τους πολιτικούς εκπροσώπους του άρχοντος κοινωνικού συνασπισμού νομότυπα στους Ναζί με την φρούδα, όπως αποδείχθηκε, ελπίδα ότι  συμμετέχοντας στην εξουσία θα λογικεύονταν.
Ανάλογη οικονομική πολιτική με υποβάθμιση του κοινοβουλίου εφαρμόζεται σήμερα στην Ελλάδα, ανάλογες απόπειρες έγιναν για να ενσωματωθεί η άκρα δεξιά του ΛΑΟΣ  τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, ενώ πρόσφατα εκφράσθηκαν δημόσια ελπίδες από τους εργολαβικούς υποστηρικτές της σημερινής πολιτικής ότι θα λογικευθεί η ΧΑ ή έστω κάποια μερίδα της.
Εδώ βρίσκονται οι πραγματικές ομοιότητες. Παρά το λόγο περί συνταγματικού τόξου, φαίνεται ότι η σχέση ανάμεσα στη ΧΑ και τα συστημικά κόμματα και ό,τι αυτά εκφράζουν δεν είναι σταθερά αρνητική, αλλά τουλάχιστον διαλεκτική, αν δεν είναι συμπληρωματική. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ πολλοί πολιτικοί της κυβερνητικής παράταξης εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την εξίσωση ΧΑ = ΣΥΡΙΖΑ = δύο άκρα, και αυτό αναμφισβήτητα τους τιμά, εκείνοι που ο ισπανός φιλόσοφος Ουναμούνο είχε χαρακτηρίσει τους «πραιτωριανούς της αστικής τάξης», οι σχολιαστές στα ΜΜΕ, εξακολουθούν οι περισσότεροι απροκάλυπτα και μερικοί συγκεκαλυμμένα να χρησιμοποιούν τη θεωρία των δύο άκρων για να επιτεθούν στην ουσία μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα στο δρόμο του μετασχηματισμού του σε ενιαίο κόμμα. Ταυτόχρονα, κρατά με μικρή αυξητική τάση το εκλογικό του ποσοστό. Πώς θα κάνει τα επόμενα βήματα;
Αναμφισβήτητα, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί σήμερα τη μεγάλη ελπίδα για σημαντική μερίδα των πολιτών. Η σταθερότητα του εκλογικού του ποσοστού θα μπορούσε όμως να εκληφθεί και ως στασιμότητα, δεδομένου του βαθέματος της κρίσης. Δεν είμαι αυτός που θα προτείνει το πώς θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ τα επόμενα βήματα, αλλά θεωρώ ότι θα βοηθούσε γενικά την κοινωνία η ύπαρξη κάποιων συγκεκριμένων, ρεαλιστικών στόχων, που θα ήταν κατανοητοί από όλους και θα τους κινητοποιούσαν. Αλλά για την έξοδό μας από το τέλμα δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα από τις προτάσεις των πολιτικών κομμάτων. Οι προγραμματικές ελλείψεις των κομμάτων αντικατοπτρίζουν εν πολλοίς αδυναμίες της κοινωνίας. Αρνούμαστε σήμερα να  αποδεχθούμε ότι αυτό που γνωρίζαμε έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και ότι, για να έρθει το νέο, χρειάζονται θυσίες και συμμετοχή. Χρειάζεται επίσης και αμφισβήτηση πολλών παλαιών βεβαιοτήτων και τρόπων δράσης. Ειδάλλως θα υφιστάμεθα θυσίες και εξευτελισμούς χωρίς τέλος.
Και ένα νέο παραγωγικό μοντέλο θα απαιτήσει θυσίες
Μετά τρία χρόνια μνημονιακής πολιτικής  η συντελούμενη αποδιάρθρωση κάθε δημόσιου «εργαλείου» της όποιας παραγωγικής βάσης περιορίζει ένα εναλλακτικό σχέδιο, π.χ. από τον ΣΥΡΙΖΑ, να εφαρμοσθεί. Από την άλλη, αυτό επιβάλλει και επιτρέπει μια ριζοσπαστική στάση ή σωστότερα δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας νέων θεσμών. Ποιό από τα δύο ισχύει κατά τη γνώμη σου;
Αυτό που οπωσδήποτε αληθεύει από τα διάφορα που λέγονται για τη σημερινή οικονομία της χώρας και εκεί που συμπίπτουν οι απόψεις, είναι ότι «χρειάζεται αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου». Αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου προϋποθέτει επενδύσεις και οι επενδύσεις συνήθως προϋποθέτουν και συνοδεύονται από μείωση της κατανάλωσης. Αυτοί που υποστηρίζουν τη σημερινή πολιτική, ελπίζουν ότι με τη μείωση της κατανάλωσης, μέσω της μείωσης των μισθών και των συντάξεων  και της έκπτωσης της αγοραίας αξίας της γης και των κτηρίων θα προσελκυσθούν κεφάλαια, δηλαδή επενδύσεις από το εξωτερικό που θα υλοποιήσουν την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.  Σε παλαιότερες εποχές το ξένο κεφάλαιο  αντιμετωπιζόταν σαν «ο από μηχανής θεός», που θα απάλλασσε τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης από το να συμβάλουν μέσω της φορολογίας στην εσωτερική συσσώρευση. Σήμερα όλη η χώρα υφίσταται αφαίμαξη οικονομικών και ανθρώπινων  πόρων, χρηματοδοτεί τη συσσώρευση που γίνεται αλλού.
Βέβαια επωφελείται και μια μικρή μερίδα συμπατριωτών μας, οι οποίοι δεν δρουν ως σουμπετεριανοί επιχειρηματίες, αλλά σαν ραντιέρηδες, σύγχρονοι Γκιουλμπεκιάν του 5%, ανίκανοι να δημιουργήσουν και γι’ αυτό πρόθυμοι να συμμετέχουν ως μεσάζοντες, χάρις στις διασυνδέσεις τους με την πολιτική, σε κάθε τύπου ιδιωτικοποίηση ή παραχώρηση αποκλειστικού προνομίου εκμετάλλευσης. Δέστε το παράδειγμα του ΟΠΑΠ όπου η ιδιωτικοποίηση και η επένδυση χρηματοδοτούμενη από εξωτερικό δανεισμό γίνεται από την πρώτη στιγμή και απροκάλυπτα μηχανισμός μεταφοράς πόρων εκτός της χώρας. Δεν θα μείνει η εξαίρεση. Αυτή η γιγαντιαία ανακατανομή εισοδημάτων και περιουσίας στο εσωτερικό και το εξωτερικό δεν μπορεί να γίνει με συναίνεση, αλλά επιβάλλεται με καταναγκασμό που  συνεπάγεται περιορισμό της δημοκρατίας.
Έχω την εντύπωση ότι ορισμένα μέτρα, όπως η διαθεσιμότητα ίσον απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων, τα οποία δεν έχουν θετικό οικονομικό αποτέλεσμα δεν οφείλονται μόνο στην προσπάθεια να ικανοποιηθούν ιδεοληψίες περί σπάταλου κράτους κλπ. στο εσωτερικό και το εξωτερικό, αλλά αποσκοπεί να τσακίσει το φρόνημα των πολιτών.  Οι εμπνευστές αυτής της πολιτικής στο εξωτερικό γνωρίζουν ότι με αυτή την πολιτική δεν πρόκειται να επιτευχθεί καμιά αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου στην Ελλάδα, αλλά μόνο η υποβάθμισή του στο επίπεδο που βρισκόταν προ πεντηκονταετίας. Επιμένουν όμως, γιατί η αφαίμαξη σε ανθρώπους και σε πόρους στηρίζει την αναδιάρθρωση του δικού τους παραγωγικού μοντέλου. Όταν αυτή έχει προχωρήσει, δεν θα διστάσουν να επιρρίψουν την ευθύνη για την κοινωνική εξαθλίωση που συνέβαλαν να επέλθει στην Ελλάδα, στα σημερινά τους εγχώρια εκτελεστικά όργανα, τους έλληνες πολιτικούς, οι οποίοι γι’ αυτούς παραμένουν αναλώσιμοι.
Μια αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με άλλους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δεν απαλλάσσεται από τους καταναγκασμούς της συσσώρευσης. Και σε αυτήν την περίπτωση θα υπάρξει μείωση της κατανάλωσης, αλλά τουλάχιστον με την ελπίδα ότι θα βελτιωθεί η απόδοση της οικονομίας και ότι οι πολίτες θα απολαύσουν κάποτε τους κόπους των θυσιών τους και, κυρίως, ότι συμμετέχοντας δημοκρατικά θα έχουν ανακτήσει την αξιοπρέπειά τους. Χρειάζεται λοιπόν και σε αυτή την περίπτωση να εξασφαλισθεί η συναίνεση. Για να γίνει αυτό με δημοκρατικά μέσα χρειάζεται να προσδιορισθούν οι στόχοι και τα μέσα για την υλοποίησή τους.
Στα μέσα περιλαμβάνονται σαφείς πολιτικές συμμαχίες. Αυτό δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα από κανέναν και αυτό δεν οφείλεται στην κατάρρευση των δημόσιων εργαλείων, αλλά στο ότι η Αριστερά  αιφνιδιάστηκε και αυτή από την κρίση. Σε αυτές τις συνθήκες, με αυτές τις προγραμματικές ελλείψεις, φοβάμαι ότι να μιλάμε για νέους ή εναλλακτικούς θεσμούς δεν έχει μεγάλο νόημα, για να το πω ευγενικά.
Από την Εποχή στις 6/10/2013

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Πράξη Πέμπτη…

του Νίκου Αστρουλάκη


Το κείμενο πραγματεύεται την άνοδο του ακραίου εθνικισμού και την συσπείρωση του σε πολιτική έκφραση μέσα στα σπλάχνα του ελληνικού αστικού κράτους την περίοδο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ριζοσπαστικοποίησης.
Πράξη Πέμπτη… 


















Το οικονομικό κατεστημένο ξέρει πολύ καλύτερα από τον καθένα ότι η απορρύθμιση της οικονομίας, η εκτόξευση της κοινωνικής ανισότητας και της ανεργίας, η αποσύνθεση των λεγόμενων μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, η φτωχοποίηση έως και εξαθλίωση των μισθωτών, και η εξάλειψη κάθε κοινωνικής προστασίας φέρνει με μαθηματική ακρίβεια κοινωνική αντίδραση. H κοινωνική αντίδραση αυτή, θα πρέπει να τιθασευτεί ή ακόμα πιο έξυπνα να λειτουργήσει ως δύναμη για περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.
Η συνταγή που χρησιμοποιείται είναι ιστορικά δοκιμασμένη: ΑΚΡΑΙΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ. Ο ακραίος εθνικισμός έχει πολιτικό πρόσημο – εθνικιστική ακροδεξιά – και ιδεολογική ταυτότητα – την Κρατική εναντίωση στο ταξικό.
Πιο συγκεκριμένα, ο εθνικισμός είναι ιδεολογία και έκφραση πολιτικής στάσης ταυτόχρονα. Συντηρείται στο ψυγείο της αστικής ιδεολογίας μέσω των θεσμών – Οικογένεια, Θρησκεία, Παιδεία, Στρατός, Αστυνομία κ.λπ.
Θα μας βοηθούσε να έχουμε υπόψη ότι το «έθνος-κράτος» παραπέμπει στην γεωγραφική περιοχή και κοινωνικό σώμα, η άρχουσα τάξη του οποίου ασκεί την ιδεολογική και πολιτική εξουσία και ταυτόχρονα νέμεται το μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου προϊόντος μέσω της κοινωνικά νομιμοποιημένης ανισοκατανομής του παραγόμενου πλούτου.
Για αυτό, σε περιόδους που η οικονομική ελίτ, και η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία που εκπροσωπεί την ιδεολογία και τα συμφέροντα της προαναφερθείσας, «κινδυνεύει» από την κοινωνική από-νομιμοποίηση, η απάντηση είναι ο ακραίος εθνικισμός. Αρχικά, ο ακραίος εθνικισμός επιδιώκει την ιδεολογική μετατόπιση του δημόσιου λόγου από το υπαρκτό κοινωνικά πεδίο της διευρυνόμενης ανισοκατανομής του προϊόντος στα αφαιρετικά εθνικιστικά ιδεώδη της καθαρότητας της ελληνικής φυλής και την υπεράσπιση των συμβολισμών και συμβόλων, καταγράφοντας οτιδήποτε ταξικό ως αντεθνικό.
Η εθνικιστική ιδεολογία συγκροτείται γύρω από την ιδέα του Κράτους ως υπέρ-θεσμού εξουσίας και όχι των πολιτικών κόμματων και του κοινοβουλευτισμού (τους πουλημένους πολιτικάντηδες σύμφωνα με την εθνικιστική ρητορική). Το Κράτος ως υπέρ-θεσμός εξουσίας και έκφραση της συλλογικότητας του έθνους θα πρέπει να αναλάβει την κατάσταση απέναντι στην εθνική απειλή (Νέα Τάξη Πραγμάτων, Μνημόνιο, Μέρκελ, μετανάστες, διαδηλώσεις εργαζομένων, κοινωνικά κινήματα, κ.λπ).
Κάτω από αυτό το ιδεολόγημα, οι ταξικές σχέσεις ανισότητας και εξαθλίωσης μπαίνουν σε γύψο. Ο γύψος όπως στην ιατρική έτσι και στην πολιτική σταθεροποιεί μια κατάσταση. Δηλαδή, διαφυλάττει παγιωμένες κοινωνικές σχέσεις και ιεραρχίες εξουσίας. Όταν μάλιστα οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, οι μέχρι πρότινος αστικοί θεσμοί νομιμοποίησης (εκλογές, αντιπροσώπευση) χρειάζονται πολιτικό και ενίοτε στρατιωτικό γύψο για να συνεχίσουν να λειτουργούν προς όφελος των συμφερόντων της οικονομικής ελίτ και των παγιωμένων παραγωγικών σχέσεων.
Ιδεολογικός εμπνευστής του εθνικισμού είναι το αστικό Κράτος, φορέας όμως του εθνικισμού είναι η ίδια η κοινωνία. Ο λαός αισθάνεται την έννοια του «εθνικού» κυρίως μέσα από άυλα στοιχεία όπως η γλώσσα, η θρησκεία, οι κοινές παραδόσεις, τα έθιμα, τα σύμβολα (σημαία). Tο «εθνικό» αποκωδικοποιείται από την κοινωνία ως συλλογικό. Ωστόσο, μέσω της διαμόρφωσης συγκεκριμένης εθνικής συνείδησης, η άρχουσα τάξη καταφέρνει την κοινή συνύπαρξη συχνά αντιθετικών κοινωνικών συμφερόντων ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους.
Το πολίτευμα της οικονομίας της αγοράς είναι η αστική δημοκρατία. Ωστόσο όταν κάτι μπορεί να διαταράξει το κοινωνικό συμβόλαιο της ανισοκατανομής του πλούτου και οι μηχανισμοί κοινωνικής πειθαρχίας αποσταθεροποιούνται, ο ακραίος εθνικισμός αποτελεί συστημική λύση. Στον υπαρκτό «κίνδυνο» της πατριωτικής αριστεράς – τον κοινωνικό προσδιορισμό δηλαδή του «εθνικού» στην βάση των συμφερόντων του λαού και όχι της άρχουσας τάξης – η κυρίαρχη αστική ιδεολογία στρέφεται προς την εθνικιστική ακροδεξιά.
Τα κεντρώα ή κεντροδεξιά κόμματα που διατηρούν ακόμα την πολιτική εξουσία κάνουν στροφή από το μετριοπαθές κέντρο στον ακραίο δεξιό χώρο και συντάσσονται ιδεολογικά με τις θέσεις και πρακτικές του ακραίου εθνικισμού. Ο δημόσιος λόγος γίνεται πολεμικός, μισαλλόδοξος και φοβικός ως προς ο,τιδήποτε ταξικό και τελικά αποπροσανατολιστικός. Κοινωνικές ομάδες στοχοποιούνται ενώ πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες περιορίζονται. Σε πρώτη φάση, «η μπάλα πάει στην εξέδρα» και ο δημόσιος λόγος μετατοπίζεται από το βασικό κοινωνικό ζήτημα της ανισοκατανομής του πλούτου και της κοινωνικής εξαθλίωσης σε επιμέρους ζητήματα εθνικιστικής προτεραιότητας. Σε αυτή την προσπάθεια, τα συστημικά ΜΜΕ συχνά ανακαλύπτουν τον εχθρό του έθνους, είτε στο πρόσωπο του μετανάστη, είτε στην εξωτερική απειλή της Νέας Τάξης Πραγμάτων, της παγκοσμιοποίησης των αγορών κ.λπ. Εντέχνως, η εγχώρια οικονομική ελίτ βγαίνει από το κάδρο της εθνικιστικής οργής.
Η ακροδεξιά ιδεολογική στροφή του συντηρητικού χώρου και του κέντρου (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ όπως σχηματοποιούνταν πολιτικά οι χώροι αυτοί μέχρι και πρόσφατα), καθώς επίσης η σύμπραξη τμήματος της Αριστεράς (ΔΗΜΑΡ) με τη νεοφιλελεύθερη μνημονιακή πολιτική σε συνδυασμό με την εμπέδωση ενός ακραίου εθνικιστικού και σε πολλές περιπτώσεις φασιστικού δημόσιου λόγου όξυνε την τάση σε τμήματα του πληθυσμού προς τους αυθεντικούς εκφραστές της φασιστικής ιδεολογίας και πρακτικής. Πιο ξεκάθαρα, η επιλογή της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής πολιτικής από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ με κάθε κοινωνικό τίμημα, αλλά και η επιμονή στην λαϊκίστικη και ανιστόρητη προσέγγιση της θεωρίας των δυο ακρών μετατόπισε ένα μέρος της λαϊκή βάσης των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ προς τον ακροδεξιό εθνικισμό.
Αυτή την τάση σχηματοποίησε σε πολιτική έκφραση η πιο χυδαία μορφή του ακραίου εθνικισμού: Ο Νεοναζισμός.
Η άνοδος του ακραίου εθνικισμού τύπου Ναζί στην Ελλάδα έχει συντελεστεί σε πράξεις. Ως «πράξη» εδώ ορίζουμε την ιστορική και ιδεολογική συνύπαρξη παραγόντων και γεγονότων.
Πράξη Πρώτη: Παρακρατική δράση
Στην Ελλάδα, η νεοφιλελεύθερη επιδρομή δεν ξεκίνησε το 2009 αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Για την ιστορία, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κήρυξε ευθέως την ιδεολογική πολεμική στο εργατικό κίνημα και το συλλογικό, όπως εκφραζόταν από το δημόσιο χαρακτήρα κοινωνικά αναγκαίων αγαθών, χρησιμοποιώντας κοινή φρασεολογία και πρακτικές όπως αυτές της Θάτσερ και του Ρέιγκαν. Αυτό που ακολούθησε ήταν ο αστικός εκσυγχρονισμός των κυβερνήσεων Σημίτη και η επανίδρυση του αστικού κράτους των κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή. Εθνικιστικά και χουντικά μορφώματα δεν σταμάτησαν να υπάρχουν στην διάρκεια της μεταπολίτευσης (ΕΠΕΝ για παράδειγμα) ωστόσο η ενεργή πολιτική δραστηριοποίηση του Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή ως πολιτικό κόμμα πραγματώνεται τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής τόσο σε εθνικές εκλογές όσο σε ευρωεκλογές ήταν πολύ μικρά (πολύ κάτω από την μονάδα), αλλά η παρακρατική δράση του σκληρού πυρήνα των μελών της είναι πλέον διαπιστωμένη από τον τύπο για όλη την αναφερθείσα περίοδο. Υποθέτω ότι τα κόμματα της εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) γνώριζαν την παρακρατική δράση αλλά ο εμφανής στρατηγικός στόχος της περιόδου ήταν η πάταξη της τρομοκρατίας και όχι του παρακράτους. Η ψήφιση αντιτρομοκρατικών νόμων εκφράζει της αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου απέναντι στην κοινωνική αντίδραση. Μια απόδειξη μπορεί να είναι ότι οι νόμοι αυτοί συνήθως ψηφίζονται μετά την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης για την οποία ψηφίζονται. Επίσης, μετά από κάθε κοινωνική αντίδραση στην Κρατική βία (βλέπε δολοφονία Γρηγορόπουλου από αστυνομικό όργανο) το νομικό πλαίσιο αυστηροποιείται και η κρατική καταστολή ενισχύεται (προσλήψεις αστυνομικών, υλικοτεχνική υποδομή κατασταλτικών μέσων, σύσταση ειδικών κατασταλτικών μονάδων κ.λπ). Πιο γενικά, στην έλευση του νεοφιλελευθερισμού (από το 1990 και έπειτα), το κοινωνικό κράτος αποδυναμώνεται ενώ στον αντίποδα η κρατική καταστολή ενδυναμώνεται υπέρμετρα. Οι παρακρατικοί μηχανισμοί κρίνονται αναγκαίοι για την αποτελεσματικότητα της κρατικής καταστολής πάνω στην λαϊκή αντίδραση για αυτό και ενισχύονται ως ένα βασικό οργανωσιακό συστατικό της εφαρμοσμένης κατασταλτικής πολιτικής στο όνομα της νομιμότητας (τάξη και ασφάλεια απέναντι στην κοινωνική ανατρεπτικότητα). Η Χρυσή Αυγή είχε παρακρατικό ρόλο όλη την προαναφερθείσα περίοδο.
Πράξη Δεύτερη: Αστικά κοινοβουλευτική νομιμοποίηση και ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση
Με τις εκλογές του 2012 έρχεται η κοινοβουλευτική νομιμοποίηση σε ένα κόμμα που τα κόμματα της αστικής συμμαχίας γνώριζαν ότι είναι νεοναζιστικό με παρακρατική δράση όλη την προηγουμένη περίοδο. Ωστόσο, η οικονομική ελίτ στην βάση της νεοφιλελεύθερης λογικής δεν ενδιαφέρεται αν αυτοί που θα συνδράμουν στην δουλειά είναι νεοναζί, αρκεί να «γίνει η δουλειά σωστά». Η θεωρία των δυο άκρων, έρχεται να νομιμοποίησει κοινωνικά την «αντισυστημική» (πογκρόμ εναντίων μεταναστών και άλλων κοινωνικών ομάδων) δράση της Χρυσής Αυγής. Οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της αστικής συμμαχίας μπορούν πλέον να επιλέξουν μεταξύ «αντισυστημικών» αλλά νόμιμων εθνικιστών από την μια μεριά και «μπαχαλάκηδων» από την άλλη (ορολογία ΜΜΕ). Τα μικροαστικά στρώματα δύσκολα θα στήριζαν με την ψήφο τους μια νεοναζιστική οργάνωση. Ενώ θα μπορούσαν να ψηφίσουν μαζικά ένα νόμιμο εθνικιστικό κόμμα. Γι αυτό η πολιτική που ακολουθείται από τα συστημικά ΜΜΕ είναι η παρουσίαση της Χρυσής Αυγής όπως ακριβώς αυτοαποκαλείται: ως εθνικιστικό κίνημα, και όχι ως νέο-ναζιστικό μόρφωμα όπως όλοι γνωρίζουν ότι είναι. Ακόμα βαθύτερα, στο συλλογικό υποσυνείδητο είναι εδραιωμένη η εθνική αντίσταση μέσω του «στρατιωτικού-κρατικού» ως έκφραση του «εθνικού» (για παράδειγμα Δικτατορία Μεταξά). Η πατριωτική εθνική αντίσταση επιμελώς παραμελείται. Ο ρόλος του ΕΑΜ για παράδειγμα δεν τονίζεται στην εθνική ιστορική παιδεία. Το αστικό κατεστημένο γνωρίζει ότι τα μικροαστικά στρώματα που είναι η δεξαμενή των ψηφοφόρων των κομμάτων εξουσίας έχουν στερεοτυπικές γνώσεις απέναντι στην ιστορία, γι αυτό τονίζεται ο εθνικιστικός χαρακτήρας και καπηλεύoνται τα εθνικά σύμβολα. Στην περιοδο της κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης της Χρυσής Αυγής τα ναζιστικά σύμβολα ερμηνεύονται ως αρχαιοελληνικά, οι αγκυλωτοί σταυροί βάφονται στο χρώμα της γαλανόλευκης, ο εθνικός ύμνος αντικαθιστά τα ναζιστικά εμβατήρια και ούτω καθεξής. Η ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής περνά τόσο μέσα από το αστικό κοινοβούλιο όσο και από την συνειρμική ιστορική ταύτιση με το «εθνικό».
Πράξη Τρίτη: Εθνικιστικός «ακτιβισμός»
Η διαφοροποίηση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής από άλλες ακροδεξιές οργανώσεις ή κόμματα (ΛΑ.Ο.Σ. του Καρατζαφέρη για παράδειγμα) εδράζεται κυρίως στο στοιχείο της εφαρμοσμένης δράσης. Αυτή η δράση βασίζεται σε ένα φυλετικό αλλά και πολιτικό ρατσισμό. Οι μετανάστες όπως και οι άνθρωποι με κινηματική κοινωνική δράση ενάντια στην Κρατική αυθαιρεσία βαπτίζονται ως εχθροί του έθνους. Τα εργατικά συνδικάτα στην λογική του νεοφιλελευθερισμού είναι πουλημένα, και γενικότερα οτιδήποτε πολιτικό με ταξική αναφορά μεταφράζεται ως επικίνδυνο και αντεθνικό. Σύμφωνα με την εθνικιστική συλλογιστική, η ναζιστική οργάνωση έχει ως χρέος να προστατέψει το έθνος αφού οι πουλημένοι πολιτικάντηδες των αστικών κομμάτων δεν το κάνουν.  Αφότου στο λαϊκό κίνημα συμμετέχουν άνθρωποι και ομάδες με αναφορά στο ταξικό παράγοντα, μοιραία τα μέλη της ναζιστικής οργάνωσης οδηγούνται να ταχθούν με τις δυνάμεις κρατικής καταστολής ενάντια στους εχθρούς του έθνους. Η ακροδεξιά κυβέρνηση κλείνει συχνά πυκνά το μάτι σε αυτή την συμμαχία καταστολής εναντίων των κοινωνικών κινημάτων. Εν τω μεταξύ, τα πογκρόμ εναντίων των μεταναστών ενισχύονται τουλάχιστον με την ανοχή από τις κατασταλτικές αρχές. Επιπλέον, η κοινωνική ανοχή στην «ακτιβιστική» δράση της Χρυσής Αυγής κτίζεται από τα ΜΜΕ, προβάλλοντας επισταμένα την στερεοτυπική εικόνα του μετανάστη που βιάζει, ληστεύει, δολοφονεί. Τα ρατσιστικά πογκρόμ λειτουργούν ως πεδίο ζύμωσης των νεοναζιστών. Μέσω των δολοφονικών επιθέσεων εναντίων μεταναστών συντελείται η στρατικοποίηση των μελών της νεοναζιστικής συμμορίας ενάντια στον εχθρό στο πεδίο του δρόμου. Η δράση αυτή μετατρέπει τα απλά μελή σε οργανωμένα τάγματα εφόδου που διψάνε για αίμα «υπανθρώπων» και εχθρών του έθνους (σύμφωνα με την ρατσιστική ρητορεία) έτοιμα να χρησιμοποιηθούν εναντίον ευρύτερων λαϊκών κινημάτων όταν χρειαστεί. Η εφαρμοσμένη βία αποθρασύνει τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής, τα μέλη των οποίων αντιλαμβάνονται ότι οι αξιόποινες πράξεις παραμένουν ατιμώρητες από τους κρατικούς θεσμούς όταν είναι για «εθνικό» σκοπό. Από την άλλη πλευρά, η οικονομική ελίτ γνωρίζει ότι στην κοινωνική σύγκρουση θα χρειαστεί τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής ως βοηθητικό κατασταλτικό μηχανισμό με στρατευμένη δράση εναντία στο κοινωνικό κίνημα γι αυτό παραμερίζει τις ανθρωπιστικές της ευαισθησίες και η αστική δικαιοσύνη συχνά εξαντλεί τα περιθώρια ανοχής στον «ακτιβισμό» της Χρυσής Αυγής.
Πράξη Τέταρτη: Αστική νομιμότητα
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από την Χρυσή Αυγή είναι ένα γεγονός καμπή. Σημειολογικά, η Χρυσή Αυγή υπερβαίνει τα αφεντικά της. Στην συνείδηση των οργανωμένων μελών της αλλά και μέρους των ψηφοφόρων της η Χρυσή Αυγή υποκαθιστά το Κράτος. Για αρκετό διάστημα, οι επίσημες Κρατικές κατασταλτικές αρχές κοιτούσαν τους δολοφόνους της Χρυσής Αυγής άπρακτοι ουσιαστικά. Συνολικά, η Κρατική καταστολή ως έκφραση της νομιμότητας είχε αποδυναμωθεί στα μάτια της κοινωνίας. Όταν ένα νόμιμο πολιτικό κόμμα μπορεί να δολοφονεί πολίτες μπροστά στα μάτια της αστυνομίας, ο ρόλος του Κράτους ως εγγυητή της νομιμότητας ακυρώνεται. Οι νεοναζί σπεύδουν να αναγνωρίσουν το συγκεκριμένο έγκλημα, ως ένα τυχαίο γεγονός από ένα παράφρονα, ξεκινώντας ταυτόχρονα την γνωστή καμπάνια για την ατιμώρητη βία της Αριστεράς. Παρενθετικά, η ρητορεία αυτή συνεχίζεται από την κυβέρνηση στην βάση του «καταδικάζουμε την βία από όπου και αν προέρχεται», συμψηφίζοντας τις ρατσιστικές και πολιτικές δολοφονίες των νεοναζί με την κινηματική κοινωνική αντίδραση ενάντια στην νεοφιλελεύθερη πολιτική. Παρά ταύτα, την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, το αστικό Κράτος είχε δυο επιλογές: Να εναρμονιστεί για μια ακόμη φορά (ηθικά και νομικά) με τους νεοναζί ή να εφαρμόσει την αστική νομιμότητα. Εκτιμώ ότι η ευθεία ταύτιση με τους νεοναζί, αυτή την ιστορική περίοδο μέσα στο υπερεθνικό πλαίσιο της ΕΕ και λοιπών διεθνών οργανισμών, κρίθηκε ως καταστροφική για τους αστικούς θεσμούς και την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Σημαντικό είναι ότι η ελληνική κοινωνία δε θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την ηθική δικαίωση της Χρυσής Αυγής και την ταύτιση του αστικού Κράτους με τους δολοφόνους νεοναζί. Η αρχική στάση των συστημικών ΜΜΕ κατέγραψε την αμφισημία των αστικών επιλογών. Για να μη ξεχνάμε, αρχικά η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποδόθηκε σε ατύχημα σε καυγά για το ποδόσφαιρο ή στην χειρότερη περίπτωση σε ακούσιο κτύπημα από μεμονωμένο άτομο (ούτε καν μέλος) που τύγχανε να σχετίζεται με την Χρυσή Αυγή. Αλλά ίσως πιο σημαντικό είναι ότι ο φάκελος με την εγκληματική και παρακρατική δράση της Χρυσής Αυγής ήταν γνωστά στην αστική δικαιοσύνη που κάτω από την πίεση των ιστορικών περιστάσεων αναλαμβάνει δράση για την αποκατάσταση της αστικής νομιμότητας. Μένει να δούμε πόσο βαθιά θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο αποκαλύπτοντας τις σχέσεις του Κράτους με τους νεοναζί ή θα παραμείνει στην επιφάνεια της επικοινωνιακής προβολής της εγκληματικής δράσης των νεοναζί ως αποκομμένη από την κρατική καταστολή.
Πράξη Πέμπτη: Δεν έχει παιχτεί ακόμα
Ωστόσο, ο λαός δεν θα πρέπει να εφησυχάζεται από τις υποσχέσεις νομιμότητας των κομμάτων της αστικής συμμαχίας. Για άλλη μια φορά, οι ψυχές των δολοφονηθέντων από την Χρυσή Αυγή θα χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα για ενίσχυση και αυστηροποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών. Για την ιστορία απλά θυμίζουμε ότι την δεκαετία του 1980 σημαίνον πρόσωπο και υπουργός της σημερινής κυβέρνησης, ο Μάκης Βορίδης, είχε διαδεχτεί ως Γενικός Γραμματέας της Νεολαίας ΕΠΕΝ τον Νίκο Μιχαλολιάκο (της Χρυσής Αυγής). Επίσης θυμίζουμε ότι τα μέλη της Χρυσής Αυγής είχαν κατέλθει στις Δημοτικές και Νομαρχιακές Εκλογές του 2002 με την παράταξη του Γιώργου Καρατζαφέρη «Με Καθαρή Καρδία» (η Χρυσή Αυγή δεν είχε κατεβάσει δικό της συνδυασμό στις εν λόγω εκλογές). Ακόμα σήμερα γνωρίζουμε ότι ο αρχηγός και μέλη της Χρυσής Αυγής αμείβονταν από κρατικά κονδύλια για παροχή υπηρεσιών στην ΕΥΠ και Αστυνομία. Ο καιρός και η (ακροδεξιά) μοίρα το έφερε, το πολιτικό προσωπικό (όπως για παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Μάκης Βορίδης, και λοιποί) που είχε αγαστές σχέσεις με την ναζιστική Χρυσή Αυγή όλα τα προηγούμενα χρόνια να βρίσκεται σήμερα στην κορυφή της κυβερνητικής διαχείρισης της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.
Πέρα όμως από τα πρόσωπα, το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι όσο συνεχίζεται η νεοφιλελεύθερη πολιτική, οι εμπνευστές και εκφραστές του ακραίου εθνικισμού, θα είναι εκεί, έτοιμοι να εναντιωθούν σε κάθε κοινωνική αντίδραση με δολοφονίες και πογκρόμ, και κυρίως με την κατάχρηση του νομικού δικαιώματος της Κρατικής βίας. Αν και είναι παράδοξο, όσο οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές επεκτείνονται, η κοινωνική αντίδραση θα στρέφεται όλο και περισσότερο στην ακραία εθνικιστική ρητορεία και πρακτική, και η επίκληση στην Κρατική καταστολή απέναντι στην κοινωνική αντίδραση θα παρουσιάζεται ως «αντισυστημική» απάντηση στην νεοφιλελεύθερη πολιτική.
Για αυτό, η κοινωνική απάντηση θα πρέπει να συντονιστεί όχι μόνο απέναντι στην νεοναζιστική δράση της Χρυσής Αυγής αλλά απέναντι στην νεοφιλελεύθερη πολιτική, βασιζόμενη στο τετράπτυχο (1) δημοκρατία, (2) δικαιοσύνη, (3) κοινωνικό κράτος πρόνοιας και αλληλεγγύη, (4) αξιοπρεπής εργασία και συντάξεις για όλους. Η επανατοποθέτηση στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου της πατριωτικής και κοινωνικής χειραφέτησης (πατριωτική ανεξαρτησία με κοινωνική ισότητα, εξάλειψη της ανεργίας, της φτώχειας, της εξαθλίωσης, δημόσια υγεία και παιδεία για όλους, δουλειά και στέγη για όλους) και η κοινωνική απομόνωση της ακροδεξιάς ατζέντας (εγκληματικότητα, λαθρομετανάστευση, μισαλλοδοξία, ρατσισμός, εθνικιστική συνομωσιολογία) θα οδηγούσε στην ενωτική και μαζική κινητοποίηση της κοινωνίας. Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος από την σύνταξη των κοινωνικών κινημάτων με την λογική του «συνταγματικού τόξου» απέναντι στο νεοναζισμό, να αποκωδικοποιηθεί από μια μερίδα πολιτών, ως συστημική ταύτιση της αριστεράς με τα κόμματα της αστικής συμμαχίας. Η αριστερά ενωμένη θα πρέπει να καταστήσει σαφές στον λαό την δικιά της πρόταση εξουσίας, προγραμματικά και κινηματικά. Το κοινωνικό αίτημα για «από-φασιστικοποίηση» του Κράτους θα μπορέσει να συντελεστεί με επιτυχία με την κυβέρνηση της Αριστεράς σε συνδυασμό με την έμπρακτη μεταβολή της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής προς όφελος της κοινωνίας. Η σύλληψη της ηγεσίας της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής δεν σημαίνει και αλλαγή του πρόσημου της επίσημης Κρατικής καταστολής στην λογική της ακραίας εθνικιστικής ρητορείας και πρακτικής. Η ανατροπή της σημερινής ακροδεξιάς κυβέρνησης και πολιτικής θα ήταν ένα ξεκίνημα για την δημοκρατική χειραφέτηση της ελληνικής κοινωνίας.
πηγη: http://www.candianews.gr

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Πως γίνεται κάποιος φασίστας



Η μετατροπή ενός ανθρώπου σε φασίστα δεν είναι μια απλή διαδικασία. Συνήθως παίρνει χρόνο. Ακολουθεί σχεδόν πάντα μια πατέντα, μια διαδικασία στην οποία αφού μπουν τα θεμέλια χτίζεις τα πατώματα μέχρι που φτάνεις στην κορυφή. Ορισμένες φορές η διαδικασία είναι τέτοια που δεν την καταλαβαίνει ούτε ο εμπλεκόμενος. Δεν λέει δηλαδή αύριο θα γίνω φασίστας, ούτε έχει μια ημερομηνία σταθμό την οποία γιορτάζει ως τα γενέθλια της φασιστικής του ζωής. Η μετατροπή ενός ανθρωπάκου-κάμπιας σε ναζιστική-πεταλούδα είναι μια σύνθετη διαδικασία την οποία σας παρουσιάζουμε:
Στάδιο πρώτο: Τα θεμέλια
Κάποτε σε μικρή ηλικία, όταν είσαι εντελώς εύπλαστος, διαβάζεις στα βιβλία της ιστορίας του δημοτικού για τις μάχες που έδιναν οι πρόγονοί σου. Λυρικές αναπαραστάσεις του τρόπου με τον οποίο αν και πάντα λιγότεροι κατάφερναν να εξουδετερώνουν όλους τους πανίσχυρους εχθρούς τους, τους Πέρσες, τους Τούρκους, τους Ιταλούς τους Γερμανούς. Ενδιάμεσα σου παραβάλλονται οι ενδείξεις της πολιτισμικής σου ανωτερότητας. Φωτογραφίες από κίονες, ναούς και αμφορείς που επιβεβαιώνουν αυτό που έχεις ακούσει και στο σπίτι σου: «όταν εμείς χτίζαμε παρθενώνες οι άλλοι τρώγαν βελανίδια». Κάπου εκεί αρχίζεις να ερωτοτροπείς με έναν παιδικό εθνικισμό. Βλέπεις τον εαυτό σου σαν τον επόμενο Καραϊσκάκη ή Κολοκοτρώνη, και δηλώνεις περήφανος για την καταγωγή σου και πρόθυμος να θυσιαστείς για την πατρίδα σου. Έχεις μάθει απ’ έξω όλες τις βασικές εκκλησιαστικές προσευχές κι ας μην καταλαβαίνεις τι λένε. Σταυροκοπιέσαι κάθε φορά που περνάς έξω από εκκλησία, ίσως να παρακολουθείς και το κατηχητικό, και για κάποιο λόγο πιστεύεις πως υπάρχει ένας θεός που προστατεύει την Ελλάδα σαν την δική του πατρίδα. Άλλωστε η εκκλησία έπαιζε πάντα καθοριστικό ρόλο στη μόρφωσή σου και ιδιαίτερα στην ιστοριογραφία της χώρας μας, η οποία παρά την ύπαρξη πολλών κατ’ όνομα αριστερών καθηγητών, διανοούμενων και ερευνητών δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από τον χαρακτήρα της γεγονοτολογικής παράθεσης πολεμικών συγκρούσεων. Ιδιαίτερα όταν η αριστερή αντίστιξη στην εθνικιστικού τύπου ιστοριογραφία είναι η …Ρεπούση τα πράγματα δυσκολεύουν.
Στάδιο Δεύτερο: Η εφηβεία
Στην εφηβεία έχεις ήδη κατασταλάξει στην ομάδα που υποστηρίζεις με φανατισμό. Θέλεις να βλέπεις κρεμασμένα στα περίπτερα πρωτοσέλιδα που μιλάνε για την οπαδική σου μαγκιά και την ανωτερότητα σου από τους άλλους. Η αυξημένη σου λίμπιντο δεν κατευνάζεται με χειροπρακτικές μεθόδους, χρειάζεσαι κι άλλο. Βρίσκεις εκτόνωση στην βία με τους συμμαθητές σου. Γουστάρεις να ακούς ιστορίες από «πεσίματα» με κράνη, καδρόνια και μαχαίρια απέναντι στους «άλλους». Τα παιδιά από τον Σύνδεσμο είναι καλοί μάγκες, και η παρέα μαζί τους σε κάνει μάγκα κι εσένα. Με την ομάδα και την γκόμενα να σου τρώνε πολύ χρόνο από τη ζωή σου δεν έχεις κουράγιο να ασχοληθείς με τα πολιτικά. Άλλωστε όλοι κλέφτες και ψεύτες είναι, όπως είπε και ο μπαμπάς βλέποντας ειδήσεις χτες το βράδυ.
Στάδιο τρίτο: Η ενηλικίωση
Αφού είδες κι αποείδες να τελειώσεις το σχολείο πρέπει να δεις τι θα κάνεις στη ζωή σου. Ως άτομο διατηρείς ακέραιες τις βάσεις της μαζικής κουλτούρας που συνήθισες να καταναλώνεις. Η τηλεόραση είναι το αγαπημένο σου μέλος της οικογένειας, το διαδίκτυο βοηθάει για όλα τα άλλα και πράγματα όπως οι τέχνες και τα βιβλία δεν είναι για σένα. Γελάς ακόμα με τα ανέκδοτα για τους Αλβανούς που «κλέβουν την παράσταση» και για τους μαύρους που είναι μαύροι και όχι εσύ ρατσιστής. Μπορεί να είπες και στον κολλητό σου που έκατσε πολλές ώρες κάτω από τον ήλιο ότι έγινε σκούρος σαν «Πάκι». Αλλά ρατσιστής δεν είσαι.
Στάδιο τέταρτο: Η εργασία
Πήγες για δουλειά κι εσύ κάποια στιγμή όπως όλοι. Κακοπληρωμένος κι ανασφάλιστος, αλλά δεν πειράζει. Πρέπει να είσαι εργατικός. Έτσι λένε όλοι. Άλλωστε η εργατικότητα είναι ένα παράσημο που πρέπει ο άνδρας να διαθέτει. Είναι πιο σημαντικό κι από την αξιοπρέπεια. Το αφεντικό είναι καλό, αφού σου χτυπάει καμιά φορά την πλάτη φιλικά. Ενδιαφέρεται αυθεντικά για σένα και σου είπε ότι θα σε κάνει κάποια μέρα υπεύθυνο, αρκεί να συνεχίσεις να δουλεύεις σκληρά. Κάποτε είδες έναν περίεργο τύπο, μάλλον συνδικαλιστή, να σου λέει ότι πρέπει να πας στην απεργία. Δεν άφησες την πρόκληση αναπάντητη: «που να πάω στην απεργία; και το μεροκάματο που θα χάσω;» κι ύστερα γύρισες το κεφάλι και συμφώνησες με τον παλιότερο που σου είπε ότι οι συνδικαλιστές είναι ξεπουλημένοι που ζούνε μέσα στη χλιδή. Άλλωστε η Αριστερά πέθανε. Είδαμε τον κομμουνισμό που μόλις έπεσε γέμισαν τα κωλόμπαρα της Ελλάδας μας. Πουτάνες θα τις κάνουν τις μάνες μας;
Στάδιο πέμπτο: Η κρίση
Όλα κυλούν καλά. Συνεχίζεις να ψηφίζεις το κόμμα που σου υπέδειξε αυτός που σε έβαλε στη δουλειά. Συνεχίζεις να αδιαφορείς για την πολιτική και να κοιτάς την πάρτη σου. Όταν κάθεσαι στο μετρό ή στο λεωφορείο παρακαλάς να μην κάτσει στην άδεια θέση δίπλα σου εκείνος ο σκουρόχρωμος που βρωμάει. Κάποια στιγμή παρατηρείς ότι είναι πολλοί. «Πως την κατάντησαν έτσι την Ελλάδα;». Με ξένους δεν κάνεις παρέα. Εντάξει δεν είναι όλοι κλέφτες, υπάρχουν και ορισμένοι νοικοκυραίοι που σέβονται την χώρα μας, αλλά όχι και να σηκώσουν τη σημαία τα αριστούχα παιδιά τους. Άλλωστε το «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ» που τραγούδησες μεθυσμένος από εθνική υπερηφάνεια το 2004 το πιστεύεις ακόμα.
Έρχεται η κρίση και το αφεντικό σου, γεμάτο αληθινό πόνο, σου ανακοινώνει ότι δεν μπορεί να σε κρατήσει άλλο στη δουλειά γιατί δεν βγαίνει. Τα κέρδη του μειώθηκαν και αν μπορούσε να σε κρατήσει θα το έκανε, όμως τα πράγματα ζόρισαν. Αν αλλάξει κάτι θα σε ειδοποιήσει, όμως τώρα θα προτιμήσει να κρατήσει τους δύο Πακιστανούς που τους έχει να δουλεύουν με 300 ευρώ το μήνα, ανασφάλιστους και παράνομους. Του λες ευχαριστώ που σου έδωσε την ευκαιρία να δουλέψεις και τον αποχαιρετάς.
Κάτι αρχίζει να σαλεύει. Εσύ που τόσα χρόνια εργαζόσουν ακατάπαυστα και ήξερες τη δουλειά να πετιέσαι έξω από δυο ξυπόλητους βρωμιάρηδες; Αυτοί φταίνε. Τι δουλειά έχουν εδώ; Να πάνε στη χώρα τους. Εμείς δεν αντέχουμε άλλους. Αν μπορούσαμε να τους ταϊσουμε θα το κάναμε ευχαρίστως, αλλά όχι τώρα. Πρέπει να φύγουν. Όμως ποιος θα τους διώξει; Ένα γαμάτο blog που διάβασες προχτές έγραφε ότι όλοι οι πολιτικοί είναι προδότες και έχουν ξεπουλήσει με μυστικές συμφωνίες την χώρα. Πείθεσαι ότι αυτοί οι λαθρομετανάστες δεν ήρθαν από μόνοι τους. Τους έφεραν κάτι μεγάλα κεφάλια, που κατά σύμπτωση είναι Εβραίοι, για να καταστρέψουν την χώρα σου. Βλέπεις το κόμπλεξ αυτών που έτρωγαν τα βαλανίδια είναι μεγάλο και γι’ αυτό θέλουν να μας καταστρέψουν.
Κάτι πρέπει να γίνει όμως. Οι πολιτικοί δεν μπορούν να το κάνουν γιατί είναι όλοι πουλημένοι. Οι λογαριασμοί τρέχουν και από τον ΟΑΕΔ δεν είχες κανένα νέο. Και εκείνος ο δημοτικός σύμβουλος που σου έλεγε ότι θα σε βολέψει κάπου δεν απαντά στα τηλέφωνα. Ο χρόνος πιέζει. Οι ξένοι ηγέτες μας κοροϊδεύουν. Ποιος θα δώσει τη λύση; Τους χρειάζεται ένα μάθημα. Ένα Γουδί. Ένας Παπαδόπουλος. Αυτός τουλάχιστον δεν έκλεβε.
Το βραδάκι κάθεσαι να δεις ειδήσεις. Βρίζεις την Τρέμη και τον Πρετεντέρη όταν σου λένε ότι πρέπει να πληρώσεις το χαράτσι. Όταν σου λένε ότι πρέπει να απελαθούν οι λαθρομετανάστες κατά σύμπτωση συμφωνείς μαζί τους. Δεν θέλεις να ακούσεις τίποτα άλλο. Πρέπει να γίνει κάτι. Τώρα. Δεν σε νοιάζει ποιος και πως θα το κάνει. Αρκεί να γίνει. Να φύγει ο βρωμιάρης που σου πήρε τη δουλειά. Να πάει στον αγύριστο. Κάπου στο youtube πήρε το μάτι σου έναν τύπο με ξυρισμένο κεφάλι να υπόσχεται κρεμάλα στους προδότες και δουλειά στους Έλληνες. Αυτό είναι. Μόνο αυτοί μπορούν να μας σώσουν!
Ναι αλλά αυτοί είναι νοσταλγοί του Χίτλερ που κατέκαψε την Ελλάδα, που βίασε και σκότωσε τους προγόνους σου. Λεπτομέρειες. Τώρα έχουμε κρίση, δεν έχουμε την πολυτέλεια να ασχολούμαστε με την ιστορία. Άλλωστε δεν είδαμε προκοπή από τους δημοκράτες. Γιατί να μη δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό;
Στάδιο έκτο: Το πέρασμα στη δράση
Στις πρώτες εκλογές δειλά-δειλά ψήφισες Χρυσή Αυγή. Μιλώντας με τους φίλους σου επέμενες ότι δεν συμφωνείς μαζί τους, αλλά δεν ήξερες τι άλλο να ψηφίσεις. Η Παπαρήγα είναι βολεμένη, ο Τσίπρας έφερε τους μετανάστες και ο Καμμένος ήταν για χρόνια στην ΝΔ. Σε δημόσιες συζητήσεις αποκύρηττες τη βία, αλλά ήθελες να φάει ένα χαστούκι ο Πάγκαλος. Έκοψες και την καλημέρα που έλεγες με τον για χρόνια Αλβανό γείτονά σου και κρυφοχάρηκες όταν έμαθες ότι απολύθηκε κι αυτός και μάλλον θα πάει Αυστραλία. «Δεν είμαι ρατσιστής. Αυτοί με έκαναν» επαναλαμβάνεις μονότονα, ίσως από τύψεις. Απολάμβανες το χαστούκι του Ηλία στην Κανέλλη. Καλά της έκανε!
Ο Χρυσαυγίτης της γειτονιάς είναι καλό παιδί. Βοηθάει τις γριούλες, φροντίζει για την ασφάλειά μας και μας ενημερώνει για τα πολιτικά πράγματα. Πολύ θα ήθελες κι εσύ να του μοιάζεις. Να μοιράζεσαι κι εσύ τη σοφία του και τις απέραντες γνώσεις του για την Αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο φέρονταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι στους εχθρούς και τους προδότες. Ενδίδεις στις παραινέσεις του να κατέβεις κι εσύ σε μια συγκέντρωση που θα γίνει για λίγους φίλους. Εκεί θα μας μιλήσει ένας συναγωνιστής που ξέρει πολλά γιατί ήταν στους καταδρομείς και είδε από μέσα τι παίζεται. Πηγαίνεις από συγκέντρωση σε συγκέντρωση και ξαφνικά νιώθεις πιο δυνατός. Το πνεύμα σου έχει γαλουχηθεί από τις ιστορίες που ακούς. Ένα δεύτερο σχολείο. Εκεί συναντάς και κάτι παλιόφιλους από το Σύνδεσμο. Τότε που την πέφτατε μαζί σε κάνα πιτσιρίκι για να του πάρετε το κασκόλ της αντίπαλης ομάδας. Νιώθεις το σώμα σου να δυναμώνει κάθε φορά που φοράς το ραμμένο από Πακιστανούς, μαύρο μπλουζάκι που σου χάρισε ο νέος σου φίλος για ενθύμιο. Στις δεύτερες εκλογές είσαι πια σίγουρος για την επιλογή σου. Χρυσή Αυγή και τα μυαλά (;) στα κάγκελα. Να μάθουν αυτοί οι αριστεροί και οι προδότες. Αγαπημένη σου φράση το «αν γουστάρεις τους λαθρομετανάστες να τους πάρεις σπίτι σου».
Ο υπαρχηγός του υπαρχηγού του πυρηνάρχη κρίνει ότι είσαι έτοιμος για το επόμενο στάδιο. Βία αυτοί, βία κι εμείς. Πρέπει όμως να είσαι πειθαρχημένος. Με στρατιωτικό τρόπο. Τον εξοπλισμό σου τον παίρνεις από τους συναγωνιστές. Τώρα το λοστάρι που κρατάς είναι η προέκταση του ανδρισμού σου. Θα τους γαμήσεις όλους. Δεν σε σταματάει τίποτα. Ακούς με προσοχή τους εμπειρότερους και δεν παρεκκλίνεις από τις εντολές τους. Αν πετύχεις όμως κανέναν αλλοδαπό κοντά στη γειτονιά σου μπορεί να πάρεις την πρωτοβουλία να του δώσεις και καμιά κλωτσιά.
Στάδιο έβδομο: Η ολοκλήρωση
Αγαπάς την χώρα σου παθολογικά. Εκνευρίζεσαι όταν βλέπεις να την ξεπουλάνε στους ξένους, μισείς όποιον την επιβουλεύεται. Πιστεύεις ότι είσαι πατριώτης. Εθνικιστής πατριώτης. Γιατί να το κρύψεις άλλωστε. Είσαι εθνικιστής περήφανος και αγέρωχος. Καταβροχθίζεις τα βιβλία που σου έδωσαν να διαβάσεις και αρχίζεις να παίρνεις μέρος ενεργά στις συζητήσεις. Είσαι πια σίγουρος για κάποια πράγματα: Ο Χίτλερ ήταν φιλέλληνας, το ολοκαύτωμα δεν υπήρξε, κι αν ακόμα υπήρξε καλώς έγινε, οι κομμουνιστές είναι εβραίοι και μπολσεβίκοι, οι δημοκράτες πουλημένοι και βολεμένοι και μόνο ο Στρατός μπορεί να δώσει τη λύση. Αν όλα αυτά σε κάνουν φασίστα, τότε ναι είσαι φασίστας. Με κάθε ευκαιρία προσπαθείς να ανοίξεις πολιτική συζήτηση με φίλους, γνωστούς και άγνωστους. Να τους εντυπωσιάσεις με τις αποκαλύψεις που τόσο γρήγορα έμαθες, να τους διαφωτίσεις για το τι ήταν πραγματικά τα SS, ποιος ήταν ο Γκέμπελς και πόσο φιλέλλην ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ. Δεν δέχεσαι αντιρρήσεις. Αν κάποιος πάει να σου πει κάτι περνάς αμέσως στην αντεπίθεση: «Ερχόμαστε και θα σας λιώσουμε». Σκέφτεσαι σοβαρά να ξυρίσεις το κεφάλι σου. Στη γυναίκα σου θα πεις ότι το κάνεις για λόγους οικονομίας, το σαμπουάν ακρίβυνε και ο κουρέας χρεώνει 10 ευρώ το απλό κούρεμα. Μόλις μαζέψεις λίγα χρήματα θα πας να κάνεις δύο τατουάζ. Το ένα θα γράφει οπωσδήποτε «Η ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ» κι ας μη θυμάσαι τι ακριβώς σημαίνει. Το άλλο θα είναι ένα τέλειο σχέδιο που ζωγράφισε ένας συναγωνιστής. Θα βγαίνουν κάτι φλόγες μέσα από ένα φοίνικα και γύρω-γύρω θα έχει κάτι «αρχαιοελληνικά» σχέδια.
Η ολοκλήρωση έρχεται όταν πείθεις έναν φίλο σου να βρει κι αυτός τη λύτρωση. Να βαφτιστεί μέσα στα άγια νερά της λευκής αδελφότητας, να μεταμορφωθεί σε ακούραστο πολεμιστή της πατρίδας και του έθνους. Να ακολουθήσει την δική σου εξέλιξη.
Και κάπως έτσι γίνεται ο άνθρωπος φασίστας…

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Μεταναστευτικό ζήτημα και νέος φασισμός: η μόνη απάντηση είναι η ανατροπή του "μαύρου μπλοκ" τροϊκανών, Καμμένου και Χρυσής Αυγής



Το μεταναστευτικό ζήτημα σήμερα και η ανάδυση του μαύρου φασιστικού μετώπου μνημονιακών δυνάμεων και εθνικιστών

Α. Η πρώτη φάση: οι «ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες»

Την δεκαετία του 1990 η είσοδος των παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα ήταν απότοκο της τεράστιας ανθρωπιστικής κρίσης που προκάλεσε στους πληθυσμούς του πρώην Ανατολικού Μπλοκ η κατάρρευση του «[Αν]-Ύπαρκτου Σοσιαλισμού».
Τότε εμφανίστηκε στην Ελλάδα το φαινόμενο του «κοινωνικού ρατσισμού» ενδεδυμένου με τον μανδύα του «εθνοφυλετικού ρατσισμού». Παρότι στην ελληνική κοινωνία η εγκληματικότητα παρέμενε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα και οι «παράνομοι μετανάστες» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά οι σύγχρονοι κλεφτοκοτάδες σε μια ευημερούσα κοινωνία, το ρεύμα του εθνοφυλετικού ρατσισμού κυριάρχησε στιγματίζοντας αρνητικά έναν ολόκληρο λαό, τους Αλβανούς. Η ανάδυση του «εθνοφυλετικού ρατισμού» δεν ήταν απλά ένας διάχυτος ιδεολογικός φόβος, αλλά ο υλικός φόβος του «εκμεταλλευτή-αφεντικού-θύτη» απέναντι στον «εκμεταλλευόμενο-εργάτη-θύμα», καθώς υπήρξε μαζική διαταξική συμμετοχή του ελληνικού πληθυσμού σε  μια  εκμεταλλευτική σχέση σε βάρος των παράνομων μεταναστών. Συνεπώς, εύκολα ο «κοινωνικός ρατσισμός» έλαβε τον χαρακτήρα εθνικού χαρακτήρα και εθνικού ζητήματος, ενώ η αντιπαράθεση ανάμεσα στους εργοδότες και εργάτες έλαβε μορφή εθνικής αντίθεσης. Συγκεκριμένα η διατήρηση και η αναπαραγωγή της υποτελούς θέσης του αλβανού εργάτη μέσω της ταπείνωσης, της εξατομίκευσης, της απαξίωσης, της τρομοκράτησης, της εκφόβισης, του κοιθνωνικού διαχρισμού και αποκλεισμού αποτελούσε κύριο και βασικό μέλημα της εθνικής ρατσιστικής ιδεολογίας εκφράζοντας ακριβώς τα υλικά συμφέροντα των ελλήνων εργοδοτών. Σε αυτήν την κατεύθυνση η κρατική δικαστική, αστυνομική βία, οι κρατικές μεταναστευτικές πολιτικές ασκήθηκαν με αποκλειστικό κριτήριο την διατήρηση των μεταναστών καθυποταγμένων, αλλά και η διάχυτη καθημερινή βία ελλήνων πολιτών σε βάρος των μεταναστών που έφτανε πολλές φορές στην δολοφονία ή και την εκτέλεση. Η μεταναστευτική βία κυρίως αφορούσε αντιδράσεις των μεταναστών στον αποκλεισμό και την ταπείνωση.  Τέλος, η μετανάστευση των Αλβανών Μεταναστών συνοδεύθηκε από την ιδεολογία του εθνικού αλυτρωτισμού περί Βορειοηπειρωτών. Ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να συνδεθούν η πτώση των εκμεταλλευτικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης με την ιδεολογία περί "απελευθέρωσης" σκλαβωμένης μειονότητας.

Η είσοδος των μεταναστών και το μεταναστευτικό ζήτημα αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα στην δημιουργία μιας νέας και κομβικής υλικής και ιδεολογικής διάστασης ανάμεσα σε έλληνες και ξένους εργάτες, αφού οι πρώτοι αποκτούσαν τον ρόλο και την θέση του «αφεντικού» σε πάρα πολλές περιπτώσεις και μέσω αυτής μετείχαν της ρατσιστικής ιδεολογίας. Η συμβολή του μεταναστευτικού ζητήματος στηνη αποδιάρθρωση του εργατικού κινήματος έχει λίγο μελετηθεί. Πολύ λίγο επέδρασε η είσοδος του πρώτου κύματος των μεταναστών στην διεύρυνση της ανεργίας, αφού η ανεργία ήταν απότοκο της συνολικότερης αναδιάρθρωσης και αποδιάρθρωσης της ελληνικής παραγωγής που προκάλεσε η είσοδος στην ΕΕ και το Ευρώ. Όμως συνέβαλε καθοριστικά στην ιδεολογική εμφάνιση της μετανάστευσης σαν «αποδοπομπαίου τράγου» και απόδωσης όλης της ευθύνης στους μετανάστες. Σε κάθε περίπτωση όμως η είσοδος των μεταναστών και η σαφής αντιμεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους και των ελλήνων πολιτών συμβάλλοντας στην διάσπαση της εργατικής τάξης, την πτώση των ημερομισθίων και την εξαφάνιση του συνδικαλισμού στον χώρο εργασίας του ιδιωτικού τομέα.

Ωστόσο οι ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες είχαν κάποια πλεονεκτήματα. Πρώτον η επιστροφή στις πατρογονικές εστίες ήταν κάτι σχετικά εύκολο, όπως και η επάνοδος στην Ελλάδα σε περίπτωση επαναπροώθησης. Δεύτερον έφεραν κοινές πολιτισμικές και πολλές φορές κοινές θρησκευτικές παραδόσεις με τους Έλληνες, συνεπώς ήταν πολύ κοκτά στην ελληνική κοινωνία από πριν. Τρίτον δεν είχαν διαφορετικό χρώμα, ώστε να εγείρουν πιο άγρια ρατσιστικά ένστικτα. Τέταρτον η ατομική γενικά στάση επέτρεψε την ατομική και άρα πιο εύκολη ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία. Ας μην ξεχνάμε πως κατά χιλιάδες Αλβανοί μετανάστες υιοθετούσαν χριστιανικά ονόματα, δήλωναν βορειοηπειρώτες κλπ. Πέμπτον τα ανθρωπιστικά αισθήματα του ελληνικού λαού δεν είχαν ακόμη αλλοτριωθεί, έτσι πολλές φορές ο «μεταναστευτικός ρατσισμός» ήταν μια ιδεολογία που εξαιρούσε τους μετανάστες της «δικής μας πολυκατοικίας». Έκτον η περίοδος της Σημιτικής ισχυρής Ελλάδας έδινε δουλειές σε όλους. Έβδομον και πολύ σημαντικό, πολλοί μετανάστες έφευγαν από την Ελλάδα για άλλες χώρες της ΕΕ. Έτσι, σχετικά πολύ σύντομα, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες είχαν καταφέρει να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξε κόστος για αυτούς.

Οι μετανάστες, από τα πρώτα μαζικά κύματα των αρχών της δεκαετίας του ΄90, έγιναν η «καύσιμη ύλη» της «ανάπτυξης» της κάλυψης των στόχων της ΟΝΕ, πλήρωσαν κυριολεκτικά με το αίμα τους το «θαύμα της Ολυμπιάδας». Έγιναν «δώρο» σε μικρούς και μεσαίους εργοδότες, σαν αντίβαρο στις δυσκολίες της περιόδου, στήριξαν την καπιταλιστική ανάπτυξη στην ύπαιθρο, σαν φτηνοί εργάτες γης. Αποτέλεσαν και αποτελούν το αντίβαρο στο ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας, όταν παρέχουν υπηρεσίες φύλαξης παιδιών και καθαριότητας σπιτιών, τόσο σε τμήματα της αστικής τάξης αλλά και σε κομμάτια των μεσαίων στρωμάτων και της εργατικής τάξης (ιδιαίτερα μετά την εν τοις πράγμασι κατάργηση του 8ώρου, οι μετανάστες δίνουν τη δυνατότητα να δουλεύουν οι εργαζόμενοι 12ωρα για την «ανάπτυξη της επιχείρησης»). Είναι οι νοικάρηδες που συμβάλλουν στο εισόδημα των παραπάνω και οι πελάτες γενικώς ή οι αιμοδότες των ταμείων. Ταυτόχρονα είναι αυτοί που τους στερείται η κοινωνική ζωή, στα παιδιά τους μια ζωή όπως αυτή των συνομιλητών τους, αυτοί με όχι ίσα πολιτικά, συνδικαλιστικά, δημοκρατικά, κοινωνικά δικαιώματα. Άλλωστε, η Ελλάδα είναι πρωτοπόρα ήδη από το 1991 στις αντιμεταναστευτικές πολιτικές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ελληνικές κυβερνήσεις όχι μόνο προωθούν με ζήλο τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές της Ε.Ε., αλλά ότι έχουν ψηφίσει αυτοτελώς σωρεία νόμων και ρυθμίσεων, έτσι ώστε να έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα ισχυρό αντιμεταναστευτικό νομικό οπλοστάσιο.



Β. Η διαμόρφωση της «μαύρης άλλης Ελλάδας»

Η λαθρομετανάστευση έφερε μια σειρά από νέες μορφές εκμετάλλευσης και παραοικονομίας: trafficking, εμπόριο λευκής σαρκός, εμπόριο μεταναστών, εμπόριο όπλων, εμπόριο ναρκωτικών, εμπόριο τσιγάρων. Η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ανατολική Ευρώπη και του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα με την παράλληλη κυριάρχηση των αξιών του ελεύθερου, ανταγωνιστικού και αμοραλιστικού καπιταλισμού δημιουργούσε στο περιθώριο της επίσημης οικονομίας, μια βάρβαρη μαύρη οικονομία. Οι μηχανισμοί της μαφίας, της νύχτας, του παρεμπορίου διογκώθηκαν δημιουργώντας μια «άλλη Ελλάδα», όπου οι κανόνες του παιχνιδιού της ελεύθερης αγοράς γίνονταν ακόμα πιο βίαιοι και ανεξέλεγκτοι.

Η τριτογενοποίηση της παραγωγής, δηλαδή η αποβιομηχανοποίηση και η απαγροτοποίηση προς όφελος των υπηρεσιών, ενίσχυσε αυτές τις τάσεις. Παραγωγικές δομές με στοιχειώδη εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, με δεδομένη και θεσμοποιημένη την ταξική ισορροπία σε ένα σχετικά θετικό ισοζύγιο για τους εργάτες εγκαταλείπονται από το κεφάλαιο για την επένδυση σε τομείς χωρίς παραδόσεις εργατικού κινήματος και χωρίς αρχές. Ταυτόχρονα, η απουσία ενός απελευθερωτικού και χειραφετητικού οράματος στα ελληνικά και μεταναστευτικά εργατικά στρώματα ωθούσε όσα τμήματα έχαναν το τραίνο της ανάπτυξης και της ενσωμάτωσης στον κοινωνικό κορμό σε ατομικές λύσεις μεγαλύτερης και πιο οξυμμένης καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Η κρίση της ελεύθερης οικονομίας έφερνε τις υλικές προϋποθέσεις όχι για αμφισβήτησή της, αλλά ακόμα μεγαλύτερη και χωρίς αρχές ελεύθερη οικονομία με όρους μαφίας.

Ένας νεαρός εργάτης έλληνας, αλλά και μετανάστης που αδυνατούσε να βρει καλή εργασία, στρεφόταν σε εργασία σε μπαρ, κλαμπ νύχτας ή εντασσόταν πιο στενά με τα κυκλώματα της νύχτας, εύκολα γινόταν «μπράβος». Αλλά ακόμα και εάν δεν εντασσόταν ο ίδιος, μετείχε συλλογικά πολιτισμικά σε αυτό το κλίμα της «ελληναράδικης» διασκέδασης. Παράλληλα, ένα αμερικάνικο κινηματογραφικό ρεύμα που γοητευόταν από την μαφία ανέδειξε τον κόσμο της μαφίας σε μια πολύ αξιόπιστη και ελκυστική εναλλακτική λύση στον κυρίαρχο κόσμο, καθώς ενείχε στοιχεία αντικρατικής εξέγερσης. Επίσης, το ρεύμα των γυμναστηρίων και της δημιουργίας δυνατού σώματος έδειχνε τον δρόμο σε πολλούς νέους άνεργους. Ο ελληναράδικος εθνικισμός ήταν σε κάθε περίπτωση ο ιδεολογικός φορέας και εκφραστής αυτού του διαδεομένου πολιτισμού της νύχτας που άγγιζε μαζικά πλειοψηφικά ρεύματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Και σε κάθε περίπτωση ήταν «ρατσιστικός» και αντιδραστικός.   

Όμως ακόμη πιο στενά στον κόσμο της νύχτας η σχέση εκμεταλλευτή/εκμεταλλευόμενου γινόταν πιο άμεση, πιο εγκλωβισμένη, πιο βίαιη, πιο σκληρή, πιο ιεραρχική και πιο δομική. Το αντικείμενο της εκμετάλλευσης ήταν οι μετανάστες συνεπώς οι προϋποθέσεις επέτρεπαν άμεσα την ανάπτυξη και την κυριάρχηση ενός σκληρού εκμεταλλευτικού και βάρβαρου ρατσισμού. Εάν το ευρύ κλίμα του «ελληναράδικου πολιτισμού της νύσχτας» ευνοούσε έναν συντηρητισμό και ρατσισμό που εδραζόταν σε διαχυμένες εκμεταλλευτικές σχέσεις, ο στενός εκμεταλλευτικός πυρήνας της νύχτας διαμόρφωνε τον σκληρό κόσμο της άκρας δεξιάς. Γενικά εξάλλου η ρατσιστική ιδεολογία επίσης νομιμοποίησε τον επανεξοπλισμό της επαρχίας, αλλά και της πόλης, νομιμοποίησε ηθικά την άσκηση βίας σε βάρος των μεταναστών και γενικά έφερε τον κύκλο του αίματος και της βίας στο προσκήνιο.

Μια σημαντική παράμετρος στην πρώτη φάση της μετανάστευσης ήταν λοιπόν η αποκρυστάλλωση του «ελληναράδικου πατριωτικού χώρου» και η ανάδυση της ελληνικής άκρας δεξιάς αποκρυσταλλώνοντας όλες τις μέχρι τότε πατριωτικές ιδέες σε έναν καθαρό ανορθολογικό εθνικισμό, τον «εθνοφυλετικό ρατσισμό». Από τη μία διαχέονται εθνικοφυλετικές ανορθολογικές θεωρίες και ένας δεξιός πολιτισμός και από την άλλη συγκροτούνται ένοπλες μονάδες βίας. Μέχρι την περίοδο της κρίσης του 2010 η άκρα δεξιά του ΛΑΟΣ θα εκφράσει πολιτικά το πρώτο πολιτισμικό κυρίως ρεύμα, ενώ κατά την διάρκεια της κρίσης σημαντικές ανατροπές θα φέρουν τον σκληρό πυρήνα της ένοπλης βίας σε πιο ηγεμονικές θέσεις με την ανάδυση της Χρυσής Αυγής.

Τέλος, καθοριστικό στοιχείο στην διαμόρφωση της άλλης Ελλάδας είναι η διασύνδεση του κόσμου της νύχτας με τον πολιτικό, αστυνομικό και δικαστικό κόσμο και συγκεκριμένα με το πολιτικό προσωπικό της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, ενώ βέβαια στον ΛΑΟΣ συνιστά πιο οργανικό κομμάτι. Η παραοικονομία οικοδομείται στην Ελλάδα γύρω από το κράτος και την διοίκηση, ενώ ευνοείται με την απουσία διώξεων. Παράλληλα, το κράτος συμβάλλει στην τρομοκρατία και την πειθάρχιση των μεταναστών θυμάτων τόσο θεσμικά όσο και με την αστυνομία να λαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Η εμπλοκή τμημάτων της αστυνομίας με την μαύρη οικονομία μαζικοποιείται σε όλα τα επίπεδα: πρώην αστυνομικοί γίνονται μπράβοι, νυν αστυνομικοί χρηματίζονται και μετέχουν στις «εργασίες και όλοι μαζί στοχοποιούν τους μετανάστες. Έτσι ολοκληρώνεται το πλέγμα της «άλλης Ελλάδας».

Αυτό όμως το πλέγμα δεν είναι καινούργιο. Μπορεί να ανανεώνεται σε προσωπικό και να συνδέεται με τμήματα του ΠΑΣΟΚ, αλλά έχει άμεση και στενή καταγωγή με την παραοικονομία και το παρακράτος της εποχής της δεξιάς, τις δεξιές παρακρατικές ομάδες, όλο αυτόν τον συφερτό που αναδείχτηκε σε νέα αστική τάξη μέσα από την Κατοχή και τον εμφύλιο. Στη Θεσσαλονίκη μάλιστα λαμβάνει ιδιαίτερο χαρακτήρα καθώς στηρίζεται στην εξαφάνιση και την οικειοποίηση των περιοουσιών της εβραϊκής κοινότητας.


Γ. Η δεύτερη φάση: οι «άλλοι μετανάστες»

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αρχίζουν να έρχονται και να μπαίνουν παράνομα στα ελληνικά σύνορα εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, προερχόμενοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία από χώρες που έχουν δεχθεί στρατιωτικές επεμβάσεις, βρίσκονται υπό κατοχή, σπαράσσονται από εμφύλιους πολέμους και τυραννικά καθεστώτα ή από χώρες όπου διώκονται για τις απόψεις τους. Στην πλειονότητά τους επιθυμούν να φύγουν από την Ελλάδα, αλλά παραμένουν εγκλωβισμένοι εξαιτίας του Κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ της ΕΕ. Ζουν χωρίς δικαιώματα, κάτω από απαράδεκτες και απάνθρωπες συνθήκες στην Πάτρα, στην Ηγουμενίτσα, στο κέντρο και σε συνοικίες της Αθήνας.

Οι παράνομοι μετανάστες αμέσως μόλις φθάσουν στην πρωτεύουσα γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από κυκλώματα που τους διακινούν χωρίς να υπολογίζουν ότι είναι άνθρωποι. Τους νοικιάζουν άθλιες γκαρσονιέρες προς πέντε ευρώ την ώρα, τους αναγκάζουν να διακινούν παράνομα εμπορεύματα, αλλά και ναρκωτικά, ενώ ορισμένοι από αυτούς εντάσσονται αναγκαστικά στα κυκλώματα των 800 παράνομων οίκων ανοχής που λειτουργούν στην περιοχή της Πατησίων. Διαμορφώνονται τα φρικιαστικά γκέτο, τα οποία ολοένα εξαπλώνονται σαν κακοφορμισμένη πληγή, καθώς καταλαμβάνουν τις έως χθες «καθαρές» συνοικίες, ανακυκλώνοντας την εξαθλίωση των μεταναστών, αλλά δημιουργώντας και πραγματικό πρόβλημα στους κατοίκους. Ταυτόχρονα δημιουργούν τις προϋποθέσεις διεύρυνσης της εγκληματικότητας, όχι μόνο γιατί κλέβουν για να φάνε. Πακιστανοί, Αφγανοί, Ινδοί, άραβες, αφρικανοί συνιστούν το νέο αντικείμενο του ρατσισμού και οικονομικής εκμετάλλευσης τόσο από τους έλληνες όσο και από τους ίδιους τους παλιούς νόμιμους μετανάστες οικοδομώντας νέα ιεραρχικά δίκτυα και δίκτυα παραοικονομίας. Μάλιστα, οι ζώνες της παραοικονομίας αποκτούν «εθνικό χρώμα», καθώς κάθε εθνότητα αναλαμβάνει ένα κομμάτι της.

Δεν είναι όμως μόνο η παραοικονομία και η εκμετάλλευση στα κέντρα της Αθήνας. Ένα μεγάλο κομμάτι αυτών των μεταναστών προωθείται σε νέου τύπου βιομηχανίες και βιοτεχνίες στα αστικά κέντρα ή σε αγροτικές επιχειρήσεις στην αγροτική ύπαιθρο, όπου εργάζονται με πραγματικούς δουλοκτητικούς όρους. Η Μανωλάδα είναι η πιο γνωστή περίπτωση, αλλά υπάρχουν και μεγάλες γνωστές βιομηχανίες τροφίμων, ρούχων και άλλων προϊόντων, στην Κρήτη και στην Αττική οι οποίες διατηρούν έγκλειστους μετανάστες κυρίως από την Ινδία και γειτονικές ασιατικές χώρες.

Η ποιοτική διαφορά αυτού του είδους της μετανάστευσης είναι ότι γίνονται αντικείμενο δουλοκτητικού εμπορίου και κατά την διαδικασία της εισόδου, αλλά και στην εργασία τους. Κυριαρχεί το στοιχείο του «εγκλωβισμού» και της αποσιώπησης της εκμετάλλευσης. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί πολύ εύκολα να «χαθούν» στη μεταφορά και την διακίνηση είτε επειδή βούλιαξε το πλοίο είτε επειδή τους πυροβόλησαν στα σύνορα είτε επειδή βιαιοπράγησαν πάνω τους οι δουλοκτήτες τους. Πολλοί σκοτώνονταν ακόμα και από το κύκλωμα που εκμεταλλευόταν την κατάθεση των χαρτιών τους για άσυλο ή για πράσινη κάρτα. Μπορούν να «χαθούν» εξίσου εύκολα στην εργασία ή να «χαθούν» από τους μπράβους που τους φυλάνε. 

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν η μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας και της ΕΕ έρχεται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του κεφαλαίου για φτηνό και άγρια εκμεταλλεύσιμο εργατικό δυναμικό ώστε οι εργαζόμενοι αυτοί μετανάστες χωρίς κατ’ ουσία δικαιώματα να προσφέρουν πολλαπλάσιο κέρδος. Οι μετανάστες αυτοί εντάσσονται τόσο στην νόμιμη όσο και στην μαύρη οικονομία με τους ίδιους μαύρους όρους βαρβαρότητας κάνοντας τους δύο χώρους της οικονομίας να «συγκλίνουν». Το δυναμικό το οποίο αναλαμβάνει την εμπορία-διακίνηση, εκμετάλλευση και υποταγή προέρχεται από τον κόσμο της μαφίας και διευρύνεται σημαντικά τόσο αριθμητικά όσο και μέσα στην ίδια την παραγωγή. Το καθεστώς στέρησης στοιχειωδών εργατικών δικαιωμάτων που ίσχυε γενικά για όλους τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα αντικαθίσταται με καθεστώς άγριου φασισμού στις νέες βιοτεχνίες και βιομηχανίες. Αυτό ονομάζεται σήμερα «κινεζοποίηση» και αποτελεί την πιο βάρβαρη και εκμεταλλευτική φάση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, την απόλυτη και χωρίς κανέναν φραγμό εκμετάλλευση του ανθρώπου από την «ελεύθερη αγορά», δηλαδή το κεφάλαιο.

Οι δικηγόροι, μαφιόζοι, ιδιοκτήτες μπαρ κλπ μαζί και «μπράβοι» που αναλαμβάνουν αυτόν τον ρόλο υιοθετούν τον πιο αμιγώς φασιστικό λόγο, αλλά και βάρβαρες και φασιστικές πρακτικές. Το κράτος τόσο ως πολιτικό σύστημα όσο και ως διοίκηση όσο και σαν τηρητής του νόμου και της τάξης ανοιχτά συμβάλλει μέσω των δικαστικών, διοικητικών και αστυνομικών αρχών σε αυτό το παιχνίδι. Ο ρατσιστικός λόγος που αναπτύσσουν όλοι αυτοί, αλλά και οι πρακτικές εξώθησης που υιοθετεί το ελληνικό κράτος, ουσιαστικά δεν αποσκοπούν στην εκδίωξη των μεταναστών, αλλά στην κατατρομοκράτησή τους, την καθυπόταξή τους, την απομόνωσή τους και την χωρίς έλεγχο υπερκμετάλλευσή τους.  

Οι νέες φασιστικές δυνάμεις: η Χρυσή Αυγή
Α. Από το ΛΑΟΣ στην Χρυσή Αυγή: η «μαύρη άλλη Ελλάδα» έρχεται στην επιφάνεια μαζί με την μνημονιακή πολιτική

Εάν το ΛΑΟΣ εξέφραζε έναν «ελληναράδικο» ακροδεξιό λόγο με στοιχεία καρικατούρας και λάιφ στάιλ πολιτιστικών στοιχείων, παρέμενε ωστόσο ως ένα μεγάλο βαθμό μακριά από την πράξη. Στελέχη του ΛΑΟΣ μαζί με ομάδες της Χρυσής Αυγής είχαν παρακρατική στρατιωτικού τύπου δράση. Στελέχη του ΛΑΟΣ συνελλήφθησαν στον Αγ. Παντελεήμονα και την Ομόνοια ενώ το ίδιο το κόμμα προσπάθησε να είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την ανεμπόδιστη δράση της ακροδεξιάς. Συνέβαλε στην αποκατάσταση του ροπαλοφόρου Βορίδη, ενώ πρωταγωνιστούσε στην υπεράσπιση των βασανιστών αστυνομικών της Ομόνοιας. Οι ρατσιστικές του κορώνες ωστόσο δεν αποτέλεσαν συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, όπως της Χρυσής Αυγής ή ακόμα και του Καμμένου, αλλά παρέμεναν ως η καθαρή έκφραση του κυρίαρχου ρατσιστικού λόγου. Η υποχώρηση του ΛΑΟΣ προφανώς συνδέεται με την μνημονιακή πολιτική του στάση και γι’ αυτό καταρρέει για να αναδειχθούν στη θέση του τόσο οι Ανεξάρτητοι Έλληνες όσο και η Χρυσή Αυγή.

Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες διαφέρουν ποιοτικά από το ΛΑΟΣ γιατί ακριβώς διαθέτουν ένα πολιτικό σχέδιο για την μετανάστευση. Υπόσχεται μια Νέα Μεταναστευτική Πολιτική στην οποία ουσιαστικά συγκεκριμενοποιεί σε σαφές σχέδιο όλα τα αντιδραστικά αιτήματα της δεξιάς ρατσιστικής αντιμεταναστευτικής ρητορείας. Π.χ. «Ενεργοποίηση Προγράμματος ολικής απέλασης λαθρομεταναστών» «Καθορισμός μέγιστου ποσοστού μεταναστών επί του συνολικού πληθυσμού το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το 2,5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας και με την προϋπόθεση ότι αυτό είναι οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμο». «Έλεγχος αν και για πόσο χρόνο έκαστος μετανάστης είναι οικονομικά ενεργός, αν εργάζεται νόμιμα, αν έχει οικογένεια ή παιδιά, αν καταβάλει εισφορές ο εργοδότης του και ο ίδιος, αν έχει τραπεζικό λογαριασμό και εν γένει έλεγχος της οικονομικής και κοινωνικής συνεισφοράς του στο παραγόμενο προϊόν της χώρας, καθώς και του επιπέδου κατανόησης της γλώσσας και γνώσης της ιστορίας και του πολιτισμού της χώρας». Σαφής ρατσιστική διάκριση των μεταναστών σε λευκούς και μη λευκούς καθώς δίνει «προτεραιότητα στους μετανάστες από Ευρωπαϊκή Ένωση, Βόρεια Αμερική και Ωκεανία» και «εν συνεχεία προτεραιότητα σε μετανάστες από λοιπή Ευρώπη, Λατινική Αμερική και κατόπιν όλοι οι λοιποί». Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες ωστόσο δεν εμπλέκονται άμεσα με την «μαύρη οικονομία», αλλά κυρίως εκφράζουν τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης για ένα εθνικό σχέδιο οργανωμένης εκμετάλλευσης της εργασίας προς όφελος της.

To ποιο σημαντικό στοιχείο των καιρών είναι ωστόσο είναι η άνοδος της Χρυσής Αυγής. Η οργάνωση αναπτύσσεται σαν ο μηχανισμός «μπράβων» και εκβιαστών που διεκδικεί και αναλαμβάνει τον διεκπεραιωτικό ρόλο προς όφελος της ελληνικής αστικής τάξης. Διεκδικεί ανοιχτά την μετατροπή της σε φασισιστική ομάδα κρούσης που θα προστατεύει τους έλληνες από τους μετανάστες. Αυτόν ακριβώς τον ρόλο ούτως ή αλλιώς έχει αναλάβει σαν πολιτικό και ακτιβίστικο κομμάτι της μαφιόζικης αστικής τάξης, αλλά πλέον διεκδικεί να φύγει από το περιθώριο της νύχτας και να ανέλθει στην επιφάνεια ή χειρότερα και ουσιαστικά να διευρύνει τους νόμους της νύχτας στην κοινωνία. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να κάνει πράξη και το έχει εφαρμόσει στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Με κέντρο το μπαρ του τοπικού αρχηγού – ο οποίος συνελήφθη κατηγορούμενος για τον θάνατο και τον εκβιασμό ενός επιχειρηματία – και διάφορους «αγαναχτισμένους πολίτες» έχει επιβάλλει το νόμο του τρόμου και της βίας σε όλους τους μετανάστες, αλλά και σε όσους διαφωνούν μαζί τους. Πρόκειται για μια ζώνη φασισμού στο κέντρο της Αθήνας. Και σε άλλες περιοχές της περιφέρειας οι αρχηγοί της Χρυσής Αυγής είναι ιδιοκτήτες μπαρ και καφετέριας με σημαντική εμπλοκή στον κόσμο της νύχτας.

Η περίοδος του Μνημονίου έφερε στην επιφάνεια την «μαύρη άλλη Ελλάδα» με έναν διαφορετικό τρόπο. Επιχειρηματίες μικροί ή μεγάλοι, εγκλωβισμένοι σε χρέη προς τοκογλύφους ή άλλους επιχειρηματίες, γίνονται θύματα εκβιασμών, απειλών, τρμαπουκισμών και ή δολοφονούνται ή εξωθούνται στην αυτοκτονία αφού δημιουργηθεί γύρω τους ένας ασφυκτικός κλοιός. Μαυραγορίτες που φύτρωσαν σε κάθε γειτονιά, μπράβοι, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, ματατζήδες, εκβιαστές - τοκογλύφοι, μαστρωποί, έμποροι ναρκωτικών, επιχειρηματίες, έμποροι «λευκής σαρκός» και μεταναστών, άνθρωποι της πιάτσας άμεσα συνδεδεμένοι όχι μόνο με την οικονομία της νύχτας, αλλά όπως αποδείχθηκε πολύ πρόσφατα με τις συλλήψεις των εκβιαστών της Θεσσαλονίκης, βρίσκονται στενά συνδεδεμένοι με τα τρία μνημονιακά κόμματα, αλλά και την μαύρη «οικονομία της αγοράς». Το κύκλωμα λοιπόν της «μαύρης Ελλάδας» αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο αφού καλείται να διαμεσολαβήσει ή και να επιβληθεί πάνω στην «υγειή» επιχειρηματικότητα και να ηγεμονεύσει με υλικούς όρους στην οικονομία. Λογικό λοιπόν είναι να διεκδικεί να ηγεμονεύσει και στην κοινωνία. Η Χρυσή Αυγή είναι ο πολιτικός φορέας αυτού του εγχειρήματος κυριαρχίας της πιο βάβρβαρης εκδοχής της ελεύθερης αγροάς και εκφασισμού της κοινωνίας.

Β. Ο φασιστικός χαρακτήρας της Χρυσής Αυγής
Η πολιτική φυσιογνωμία της Χρυσής Αυγής, αν και μεταπολιτευτικό φαινόμενο, έχει τις ρίζες της στην μετεμφυλιακό κόσμο της φασιστικής παρακρατικής δεξιάς. Ο αρχηγός τους Μιχαλολιάκος εντάχθηκε σε ηλικία 16 ετών, το 1973, στο εθνικιστικό κόμμα της 4ης Αυγούστου που είχε ιδρύσει από το 1969 ο θεωρητικός του νεοφασισμού στην Ελλάδα, Κώστας Πλεύρης. Ο Ν. Μιχαλολιάκος συνελήφθη το 1976 για επίθεση κατά δημοσιογράφων που κάλυπταν την κηδεία του δολοφονημένου από την «17 Νοέμβρη», βασανιστή της χούντας Ευ. Μάλλιου. Κατατάχθηκε στις ειδικές δυνάμεις του στρατού μετά το τέλος των σπουδών του και όπως αναφέρει ο ίδιος στο βιογραφικό του, «καθαιρέθηκε από δόκιμος ανθυπολοχαγός για πολιτικούς λόγους από το μεταπολιτευτικό καθεστώς». Εχει συλληφθεί το 1978 και καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση ως μέλος ακροδεξιάς εξτρεμιστικής οργάνωσης για κατοχή όπλων και εκρηκτικών. Η έκδοση του περιοδικού της Χρυσής Αυγής ξεκίνησε από τον Ν. Μιχαλολιάκο το 1980 και σταμάτησε το 1984 οπότε και αναλαμβάνει την ηγεσία της νεολαίας της ΕΠΕΝ έπειτα από εντολή του πραξικοπηματία Γ. Παπαδόπουλου, όπως παραδέχεται με περηφάνια και ο ίδιος. Το Εθνικό Λαϊκό Κίνημα - Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε το 1985 αλλά ενεργοποιείται το 1993 συμμετέχοντας στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία. Ο Νίκος Μιχαλολιάκος, όπως αποκαλύπτει έγγραφο της Κρατικής, τότε, Υπηρεσίας Πληροφοριών που είδε το φως της δημοσιότητας το 1981. Η κωδική ονομασία του Ν. Μιχαλολιάκου ως συνεργάτη της ΚΥΠ είναι «ΑΣΤΥΑΝΑΞ» ενώ η μηνιαία αμοιβή του ανέρχεται σε 120.000 δραχμές. (βλ. http://tomakrypodari.gr/politiki/evropi/107-anadimosiefsi-xrysi-avgi-parontes-sta-rantevoy-ton-neonazi)

Η ιδεολογική φυσιογνωμία της είναι ο νεοναζισμός και πιάνει απευθείας το νήμα από τους ταγματασφαλίτες και τους γερμανοτσολιάδες της Κατοχής. Υποστηρίζει  πως η ευθύνη για τις σφαγές των Γερμανών βαρύνει τους κομμουνιστές, πως οι κομμουνιστές του ΕΛΑΣ σκότωναν τους έλληνες δεξιούς των Ταγμάτων Ασφαλείας, ενώ όλα τα έντυπα της Οργάνωσης αναφέρονται σαφώς στον Χίτλερ, στα οράματα των ΝΑΖΙ και στους επιγόνους του ναζισμού. Ο ίδιος ο Μιχαλολιάκος δηλώνει πως θα πολεμούσε στο πλευρό της Γερμανίας και ότι η ήττα του εθνικοσοσιαλισμού ήταν η μεγαλύτερη ήττα της Ευρώπης. Η Χρυσή Αυγή σήμερα έχει στενή επαφή με το γερμανικό κόμμα των ΝΑΖΙ και των άλλων νεοναζιστικών κομμάτων. Χρησιμοποιούν ανοιχτά τα ναζιστικά εμβλήματα, όπως η σβάστικα, τον ναζιστικό χαιρετισμό και αναφέρονται σε αυτά. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί οι απόψεις των χρυσαυγιτών για τον εμφύλιο πόλεμο, οι οποίες κατάγοντες απευθείας από τον ελληνικό «μοναρχοφασισμό», βρίσκονται σε απόλυτη συνάφεια με τις αναθεωρητικές ιστοριογραφικές προσλήψεις σημαινόντων ελλήνων ιστορικών οι οποίοι επιχειρούν από την πλευρά της καθεστωτικής νεοφιλελεύθερης δεξιάς να στιγματίσουν την αριστερά. Άλλες πλευρές της νεοναζιστικής φυσιογνωμίας της Χρυσής Αυγής είναι ο παγανισμός.

Όλα αυτά τα στοιχεία εμπόδιζαν την Χρυσή Αυγή να διευρύνει το ακροατήριό της και την επιρροή της σε πιο μαζικά δεξιά ακροατήρια, που δύσκολα θα αποδέχονταν τον χιτλερισμό και ακόμα πιο δύσκολα τον παγανισμό, αλλά εν μέρει και τον δολοφονικό χαρακτήρα της. Τα τελευταία χρόνια η Χρυσή Αυγή, χωρίς να αρνείται αποκρύβει την νεοναζιστική φυσιογνωμία της. Δηλώνει απλά ελληνικό εθνικιστικό κόμμα, ενώ πρόσφατα έχει αλλάξει συνολικά στάση απέναντι στην ορθοδοξία με αποτέλεσμα πρόσφατα ιερείς να εγκαινιάσουν τα νέα γραφεία της. Το βίντεο αυτό σχεδιασμένα κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο για να συσκοτίσει το παγανιστικό παρελθόν της. «Η ιδεολογία μας», αναφέρει ένας ηγέτης της, «ο λαϊκός εθνικισμός δεν επιζητεί να διασώσει τίποτα από τα υπάρχοντα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα που οδηγούν το έθνος μας στην παρακμή. Οι δεξιές και αριστερές λύσεις που δήθεν πολεμούν η μία την άλλη, είναι θέατρο δύο συνεταίρων». Ωστόσο στόχος είναι η διαμόρφωση ενός μαζικού εθνικιστικού κινήματος με λαϊκή αναφορά. Αυτό την διαφοροποιεί από τον ΛΑΟΣ και από τον Καμμένο τα οποία παρουσιάζονται σαν «αστικά» κόμματα και δε χρησιμοποιούν ταξικό λόγο.

Ο εθνικισμός της, σε αντίθεση με τον εθνικισμό του λεγόμενου πατριωτικού χώρου που είναι κατά βάση αντιγερμανικός, είναι κατά βάση και με συνέπεια αντιτουρκικός, αντι-αλβανικός και αντι-σκοπιανός ακόμη και σήμερα. Από το 1996 και την κρίση στα Ίμια η Χρυσή Αυγή επιχειρεί να δημιουργήσει μια δεξιά επέτειο ανάλογη της 17Ν. Έτσι δημιουργεί την «μεγάλη πορεία μνήμης για τους νεκρούς Ήρωες του Ελληνισμού» και τν ταυτίζει  «με την επέτειο της κρίσης των Ιμίων στην οποία συμμετέχουν χιλιάδες έλληνες. Η υποβάθμιση του εθνικιστικού αντιγερμανισμού προφανώς συσχετίζεται με την γενικότερη λατρεία του γερμανικού έθνους.

Κεντρικός πολιτικός στόχος της Χρυσής Αυγής είναι η βίαιη δράση μέσω δολοφονικών ομάδων κρούσης στον δρόμο ενάντια σε μετανάστες και κομμουνιστές. Πρώτα και κύρια η Χρυσή Αυγή είναι μια δολοφονική και χουλιγκάνικη συμμορία που πρωταγωνιστεί σε μαχαιρώματα, ξυλοδαρμούς σε έλληνες κομμουνιστές με κορυφαία επίθεση τον Ιούνη του 1998 στο μέλος του ΝΑΡ Δημήτρη Κουσουρή. Επιθέσεις σε μέλη του ΣΕΚ και άλλων αριστερών σημειώνονται όλη την επόμενη δεκαετία και μέχρι σήμερα. Τα τελευταία χρόνια με συγκεκριμένο σχέδιο, όπως ο ίδιος ο Μιχαλολιάκος διατυπώνει δημόσια και ρητά, επιχειρούν να μαζικοποιήσουν την βία στον δρόμο και να αποκτήσουν χαρακτηριστικά φασιστικής πολιτοφυλακής που θα προστατεύει τους έλληνες από τους μετανάστες και τους αριστερούς προστάτες τους. Η δράση τους στο κέντρο της Αθήνας είναι υποδειγματικός τρόπος εκφασισμού μιας τοπικής κοινωνίας. Σε άλλο σημείο έχουμε περιγράψει τον ουσιαστικό ρόλο που έχει αυτή η δράση όχι για να εκδιώξει τους μετανάστες, αλλά για να τους καθυποτάξει αφού οι ίδιοι οι χρυσαυγίτες είναι οι μπράβοι της μαφίας που τους εκμεταλλεύεται. Όμως με την δράση τους αυτή και με την υποστήριξη του κράτους και της αστυνομίας έχουν καταφέρει να φαίνονται ότι επιλύουν ένα πραγματικό πρόβλημα στην περιοχή, δηλαδή τις ζώνες διευρυμένης εγκληματικότητας, παραβατικότητας και παρανομίας που εκ των πραγμάτων προκαλεί η παράνομη μετανάστευση, παρότι οι ίδιοι είναι παράγοντες δημιουργίας της.

Οι Χρυσαυγίτες διαμορφώνουν και ακολουθούν μια ρητορική λατρείας της δύναμης και της αψήφησης του κινδύνου και του θανάτου ως στοιχείο εξέγερσης και σκληρότητας απέναντι στον «μαλθακισμό».  Ουσιαστικά, υμνούν την παραβίαση των political correctness νορμών όπως αυτές καθορίζονται είτε από τον αστικό εξευγενισμό είτε από τον αριστερό ανθρωπισμό. Ριζοσπαστικοποιώντας το συντηρητικό και βαθειά αντιδραστικό «ελληναράδικο life style», την κουλτούρα του μίσους απέναντι στην γνώση, όπως αυτή εργαλειοποιείται στο εντατικοποιημένο σχολικό σύστημα, προσφέροντατον ανδρισμό καταφέρνουν να διεισδύουν με μεγάλη ευκολία στον μαθητικό κόσμο. Παρουσιάζονται σαν αντικαθεστωτικοί, σαν θύματα και εχθροί της Νέας Τάξης, της παγκοσμιοποίησης, του κράτους της δεξιάς και της αριστεράς. Ταυτόχρονα, θεωρητικοποιούν σε εθνικιστική κατεύθυνση τις υπαρκτές τάσεις εθνοτικής διαφοροποίησης που παρατηρούνται σε πολλά σχολεία. Προσπαθούν να οικειοποιηθούν και να ενσωματώσουν την μαθητική τάση για εξέγερση και ταυτόχρονα να διαμορφώσουν μια αντιδραστική δεξιά λαϊκότητα με βάση το μίσος για την μόρφωση. Καθοριστικό στοιχείο στην προσπάθεια διείσδυσης στη νεολαία, αλλά και έκφρασης του ελληναράδικου οπαδισμού είναι η επαφή με τον χουλιγκανισμό.  

Σε κάθε περίπτωση ο αντιπλουτοκρατικός λόγος της Χρυσής Αυγής δεν είναι ούτε αντικαπιταλιστικός ούτε αντικαθεστωτικός. Ο φασισμός ιστορικά δεν διαμόρφωσε ποτέ μη εκμεταλλευτικά καθεστώτα. Αντίθετα, υπήρξε το όργανο και το εργαλείο των αφεντικών στο πνίξιμο των απεργιών και την καταστολή του εργατικού κινήματος. Υπήρξε η εμπροσθοφυλακή της εξόντωσης της απειλητικής αριστεράς και ο μηχανισμός εγκατάστασης ενός βάρβαρου, άγριου, βίαιου και δολοφονικού οικονομικού καθεστώτος. Ο Χίτλερ ήταν αυτός που πρώτος έστειλε τους άνεργους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και καθιέρωσε την υποχρεωτική εργασία υπέρ του κράτους. Ήταν αυτός που εξόντωσε όχι μόνο τους εβραίους, αλλά τους σοσιαλδημοκράτες, τους κομμουνιστές, τους συνεπείς δημοκράτες, τους ιερείς, τα ΑΜΕΑ. 

Γ. Ο καθεστωτικός αντιμνημονιακός λόγος της Χρυσής Αυγής
Εδώ και δύο χρόνια η Χρυσή Αυγή αναπτύσσει μια ρητορική και μια δράση δήθεν αντίθεσης στη μνημονιακή πολιτική, ενώ επιχειρεί την πολιτική διεύρυνση και ανάδειξη της οργάνωσης σε πολιτικό κόμμα και να παρουσιαστεί σαν «ένα νόμιμο πολιτικό κίνημα». Σταθμός σε αυτήν την προσπάθεια είναι η εκλογή του Μιχαλολιάκου στο δημοτικό συμβούλιο του δήμου της Αθήνας. «Μετά τη μεγάλη Νίκη μας στο δήμο Αθηναίων και την ανάληψη δημοσίου αξιώματος από τον Αρχηγό της Χρυσής Αυγής», αναφέρουν οι ίδιοι, «ξεκίνησε στην ουσία η μεγάλη πολιτική μάχη. Όλος ο ελληνικός λαός κατανόησε πως το Κίνημά μας σύντομα θα παίξει πρωτεύοντα ρόλο στα δημόσια πράγματα της χώρας. Κατέρρευσε η προπαγάνδα δεκαετιών που ταύτιζε την Χρυσή Αυγή με το περιθώριο. Τσακίστηκε η λογική της χαμένης ψήφου». Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσει μια ρητορική υπέρ της ελληνικής εργατικής τάξης εναντίον της γερμανικής κατοχής, των μεταναστών και των προδοτών πολιτικών. Αναφέρονται στις μειώσεις σε μισθούς, περικοπές σε συντάξεις, τα χαράτσια και τα άλλα μέτρα και τα συνδέουν με την μνημονιακή πολιτική.

Προσπαθούν να απολογηθούν χωρίς να απαρνηθούν τις πρακτικές της βίας αντιστρέφοντας τη σχέση θύματος και θύτη: «Βία είναι ο ρατσισμός κατά των Ελλήνων», ενώ υιοθετούν μια ταξική ρητορική υποστηρίζοντας ότι «Βία είναι να δουλεύεις 12 ώρες για 500 ευρώ και να σιωπάς για να μην απολυθείς, να μην τολμάς να γυρίσεις μόνος σου σπίτι το βράδυ,να έχεις φτύσει αίμα για να σπουδάσεις και να είσαι άνεργος, να βλέπεις τα σκάνδαλα και κανείς να μην τιμωρείται. Βία είναι να σε απειλούν οι τράπεζες για το στεγαστικό δάνειο και να πληρώνεις χαράτσι για ένα σπίτι που θα αποκτήσεις σε 30 χρόνια, να σε ληστεύουν και ο αστυνομικός να λέει "πάλι καλά που δε σε σκότωσαν"». Συνδέουν το μεταναστευτικό ζήτημα κυρίως με το εθνικό, καθώς «αφ’ ενός κινδυνεύει άμεσα από διάβρωση ο κοινωνικός ιστός του Ελληνικού Λαού και αφ’ ετέρου, το και σπουδαιότερο, κινδυνεύει μακροπρόθεσμα η ίδια η φυλετική ομοιογένειά του και ο εθνολογικός του χαρακτήρας.» Αλλά επιχειρούν να αποδώσουν, αν και χαμηλότερη ιεράρχιση, εθνικοκοινωνικό περιεχόμενο, καθώς «οι άμεσες οικονομικές συνέπειες της λαθρομετανάστευσης είναι το μικρότερο κακό, που όμως δημιουργεί άμεσα τεράστιο πρόβλημα για την οικονομική υπόσταση του Λαού μας, ιδιαίτερα υπό την παρούσα οικονομική συγκυρία». 

Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να οικειοποιηθούν την εργατική εμπειρία, να παρουσιαστούν και να παρουσιαστούν σαν αντικαθεστωτικοί και αντικαπιταλιστές γράφοντας ότι «ο καπιταλισμός είναι η δυστυχία μας».  Χαρακτηριστική περίπτωση απόπειρας ταύτισης με το εργατικό κίνημα και πολιτικού ανοίγματος στο μαχητικό του τμήμα είναι οι δηλώσεις αλληλεγγύης προς τους Χαλυβουργούς. Με συγκεκριμένο σχέδιο προπαθούν να αποκτήσουν ερείσματα «στις λεγόμενες λαϊκές συνοικίες, στους φτωχούς, υπερήφανους και αξιοπρεπείς Έλληνες του μόχθου» με παρεμβάσεις και μοιράσματα εφημερίδων. Οι ίδιοι γράφουν πως από το κέντρο της Αθήνας έχουν καταφέρει να μέσα σε ένα χρόνο να επκεταθούν σε ολόκληρη την Ελλάδα, ώστε «οι πιο μάχιμοι πυρήνες του Κινήματός μας δρουν αυτή τη στιγμή σε άλλοτε «κόκκινες συνοικίες» όπως η Νίκαια, το Πέραμα, η Καισαριανή.» Μάλιστα υπερηφανεύονται πως αλώνουν τα άλλοτε κάστρα της αριστεράς.

Η ταξικότητά τους βέβαια προασκρούει στον εθνικισμό τους και στον βαθύ καθστωτικό τους ρόλο. Από την άλλη λοιπόν γράφουν πως: “πιστεύουμε ότι οι εργάτες όχι μόνον έχουν Πατρίδα, αλλά αποτελούν την σπονδυλική στήλη του Έθνους μαζί με όλους τους Έλληνες χωρίς ταξικές διαφορές! Για εμάς δεν υπάρχουν τάξεις, υπάρχει πάνω απ’ όλα το Έθνος”. Και βέβαια πολιτική συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η εργοδοτική τους στάση. Συγκεκριμένα εργοδοτική, αντιαπεργιακή είναι η στάση τους στην ΕΘΕΛ, αλλά κυρίως στον απεργιακό αγώνα της Χαλυβουργίας, αφού πρωταγωνιστούν στην λειτουργία του εργοστασίου στον Βόλο και στηρίζουν τον ιδιοκτήτη Μάνεση.

Καταγγέλλουν τα απεργιακά καλέσματα του συνδικαλιστικού κινήματος, δεν έκαναν και τίποτα ως τώρα για τα 4ωρα, τα stage, τη “μαύρη εργασία”, ενώ απουσίαζαν όλο το καλοκαίρι από τις μάχες που δόθηκαν στο Σύνταγμα. «η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ δεν έχει θέση σε τέτοιες “ιμάμ μπαϊλντί” συγκεντρώσεις, όπου υπάρχουν από σημαίες με την ημισέληνο και άνθρωποι που τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο και δίπλα τους κάποιοι άλλοι να τους γιουχάρουν... Όλα τα έχουν φροντίσει οι εξουσιαστές μας… Ακόμη και τις αντιδράσεις, τις υποτίθεται αυθόρμητες και λαϊκές, να τις κατευθύνουν και να τις ελέγχουν!». Συγκεκριμένα, όπως σημειώνει η Χριστίνα Ζιάκα, γράφουν «πως οι απεργίες είναι “αντεθνικές” και πως δημιουργούν “μίσος” μεταξύ ομοεθνών... Πως αυτό ακριβώς είναι το κυρίαρχο, ότι είμαστε ομοεθνείς, με το ίδιο αίμα και από την ίδια φυλή. Πως δεν είμαστε εργάτες και εργοδότες, καταπιεστές και καταπιεζόμενοι, φτωχοί και πλούσιοι. Και να κάτσουμε στα αυγά μας γιατί «εξυπηρετούμε τον διχασμό που επιδιώκει το σύστημα»... Και τελικά «πλήττουμε» τους εαυτούς μας... Έχουν το θράσος να μας λένε πως πρόκειται για «κακοστημένο θέατρο» και πως αυτοί θα μείνουν μακριά από τις «παγίδες»...».

Είναι προφανές πως ο αντιαπεργιακός, αντιδημοκρατικός, αυταρχικός, φασιστικός χαρακτήρας τους δεν συνάδει με τίποτα ακόμα και με τις πιο εθνικοπατριωτικές, αλλά δημοκρατικής αναφοράς, αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν στο κίνημα της πλατείας Συντάγματος. Η Χρυσή Αυγή το αντιλήφθηκε αυτό  «χαρακτηρίζοντας το κίνημα ως «ελεγχόμενο», «μιντιο-δημιούργητο», και καταγγέλλοντας τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων των συνελεύσεων ως «συμμετοχικούς αυνανισμούς», ήθελε να επιφυλάξει για τον εαυτό της το ρόλο των μοναδικών «ανυπότακτων Ελλήνων». (βλ. Χριστίνα Ζιάκα: Χρυσή Αυγή: ο φασισμός από την ανυπαρξία στο προσκήνιο σε συνθήκες κρίσης) Ο λαός στο Σύνταγμα ταύτιζε τη σημερινή χρηματιστική δικτατορία με την χουντική δικτατορία και ζητούσε περισσότερη δημοκρατία. Ένα μαζικό λαϊκό κίνημα δε θα μπορούσε να διεκδικεί εν τέλει περισσότερη δημοκρατία, αφού διεκδικεί πολιτικό «των από κάτω» στο σύστημα λήψεως των αποφάσεων. Οι παραδόσεις και η φυσιογνωμία της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί να χωράει σε ένα τέτοιο κίνημα. 

Ο βίαιος αντικομμουνισμός αποτελεί ένα σαφές και ξεκάθαρο στίγμα. Έχει γίνει ήδη αναφορά σε βίαιες και δολοφονικές επιθέσεις. Πρόσφατα ωστόσο χρυσαυγίτες και μέλη της ΔΡΑΣΙΣ ΚΕΣ επιτέθηκαν σε φοιτητές της ΕΑΑΚ και γενικές συνελεύσεις στην Πανεπιστημιούπολη στου Ζωγράφου. Στην ανακοίνωσή της η Χρυσή Αυγή αρνιόταν τη συμμετοχή της, συνιστούσε στα μέλη της ηρεμία και δήλωνε ότι έχει σχέδιο. Η Χρυσή Αυγή επιχειρεί σε αυτήν την εκλογική μάχη να εισέλθει και να επιδείξει ένα πιο ήπιο προφίλ.  

Στις εκλογές συμμετέχουν πιστεύοντας ότι οι ίδιοι έχουν καθορίσει την πολιτική αντζέντα, ιδιαίτερα στο ζήτημα της λαθρομετανάστευσης. Ζητάνε λοιπόν την ψήφο για να απαλλάξουν «την Ελλάδα από τη μάστιγα των εγκληματιών λαθρομεταναστών». «Για να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα εγκλήματα των πολιτικών που καταλήστεψαν τη χώρα». Για να καταπολεμηθεί η «ανεργία και τη φτώχεια που έφεραν οι διεθνείς τοκογλύφοι και τα ντόπια τσιράκια τους. Για να αποκτήσει ο λαός μας τη χαμένη του τιμή και αξιοπρέπεια». Για να αφυπνιστεί «το έθνος μας από την αποχαύνωση της νεοταξικής προπαγάνδας κατά τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής ληστοκρατίας». Στόχος είναι μια «Ελλάδα περήφανη, ανεξάρτητη που θα ανήκει μόνο στους Ελληνες».

Αλλά και ο αντιμνημονιακός τους λόγος στην πράξη δεν είναι τίποτε άλλο παρά καθεστωτικός. Χαρακτηριστική περίπτωση η στάση τους απέναντι στο Ευρώ. Οι ίδιοι δηλώνουν πως «η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ήταν αντίθετη στην ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ, η οποία κατέστρεψε κάθε ίχνος της ήδη πληγωμένης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας, βιοτεχνίας και γενικά της εθνικής παραγωγής!» και πως «ιδεολογικά» πιστεύουν σε ένα «εθνικό κράτος και σε ένα εθνικό νόμισμα. Γιατί αυτό αποτελεί βασικό συστατικό ενός ελευθέρου Έθνους!». Ωστόσο, από την άλλη δηλώνουν πως «δεν θέλουμε να φύγουμε από το ευρώ γιατί κανείς δεν μας το χάρισε και το πληρώσαμε όλοι αρκετά ακριβά». Με αυτόν τον τρόπο θέτουν το ζήτημα της απουσίας σχεδίου «παραγωγικής ανασυγκρότησης» (που γενικά παρουσιάζεται από την μλ και ρεφορμιστική αριστερά και την πατριωτική δεξιά) και απαντούν πως «με την κατάσταση που υπάρχει στην Ελληνική οικονομία και με ανύπαρκτη ελληνική παραγωγή» δεν πρέπει «να επιστρέψουμε σε ένα νόμισμα χωρίς αντίκρισμα».

Οι απαντήσεις που παρουσιάζουν στο ζήτημα του χρέους και της κρίσης σε καμία περίπτωση δε θίγουν θεμελιώδη ζητήματα του αστισμού. Π.χ. δεν αναφέρονται καν στην διαγραφή των χρεών, ούτε παρουσιάζουν κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Δε θέτουν καν ανατροπή του μνημονίου. Υποστηρίζουν τον «λογιστικό έλεγχο του δημοσίου χρέους και όλων των δανειακών συμβάσεων από το 1974 μέχρι σήμερα» και καταγγέλλουν «το παράνομο και επαχθές χρέος». Δηλαδή δε διαφωνούν με την αποπληρωμή του υπόλοιπου χρέους και με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή νέα μνημόνια. Ζητούν την «ανακήρυξη της Ελληνικής ΑΟΖ10 και έναρξη γεωτρήσεων σε όλες τις περιοχές με επιβεβαιωμένα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου» και «την εθνικοποίηση των ενεργειακών μας κοιτασμάτων και των τραπεζών και επένδυση των εσόδων στον τομέα της εθνικής παραγωγής, με στόχο να ξαναγίνει η χώρα αυτάρκης.» Για την επίτευξη αυτών των στόχων ζητούν «κάθαρση του πολιτικού μας συστήματος από τους υπηρέτες ξένων συμφερόντων. Απαιτείται ΕΘΝΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ που θα υπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την Πατρίδα και τον Ελληνικό Λαό». (βλ. Χριστίνα Ζιάκα: Χρυσή Αυγή: ο φασισμός από την ανυπαρξία στο προσκήνιο σε συνθήκες κρίσης)


Οι νέες φασιστικές πολιτικές του ολοκληρωτικού καπιταλισμού: Μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί

Α. Η «άλλη μαύρη Ελλάδα» στο προσκήνιο
Από τη μία το αντιμνημονιακό πρόγραμμα του Καμμένου των Ανεξαρτήτων Ελλήνων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εξορθολογισμένο «μνημόνιο» χωρίς το μνημόνιο και όπως θα το ήθελε να το εφαρμόσει ανεξάρτητη η ελληνική αστική τάξη και συγκεκριμένα εκείνη η μερίδα που θίγεται από την υφεσιακή πολιτική του μνημονίου. Για αυτό το λόγο δεν έρχεται σε σύγκρουση με βασικές εμμονές του αστισμού, όπως είναι το Ευρώ και η ΕΕ. Το κράτος του Καμμένου είναι μια σύγχρονη εκδοχή ενός κοινοβουλευτικού στρατοκρατικού «κράτους στρατηγείου» με στόχο την ενίσχυση της «παραγωγικής» ελληνικής αστικής τάξης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό πλέγμα. 
Σε αυτήν την κατεύθυνση δεν αναζητά συμμαχίες με τα εργατικά στρώματα και με τον λαό, αλλά με τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας: ένστολοι, εκκλησία, δικαστικοί, επιχειρηματίες, «εθνικιστές διανοούμενοι της δεξιάς», ιδιοκτήτες βυτιοφόρων και ταξί. Αυτά τα στρώματα αποτελώντας την κοινωνική βάση του λεγόμενου "πατριωτικού χώρου" μέχρι τώρα ενσωματώνονταν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στα δύο μεγάλα κόμματα. Η πολιτισμική και ιδεολογική κρίση πάνω στην οποία εδραζόταν το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα από το 1996 και έπειτα ριζοσπαστικοποίησε και διαμόρφωσε ιδεολογικά τον χώρο αυτό, ενώ το πιο δυναμικό κομμάτι ως έναν βαθμό εκφραζόταν από το ΛΑΟΣ. Η κρίση νομιμοποίησης του αστικού δικομματικού πολιτικού συστήματος απελευθέρωσε τις δυνάμεις αυτές και τις ώθησε να διεκδικήσουν περισσότερο αυτόνομο πολιτικό και ιδεολογικό ρόλο κάτω από έναν αμιγώς εθνικιστικό, αντιγερμανικό και αντιμεταναστευτικό λόγο. Οι ένστολοι εν υπηρεσία συνιστούν ένα δυναμικό πάνω από 150.000 ανθρώπους και ότι μαζί με τις οικογένειές τους μπορεί να φτάνουν τις 400.000, ο αριθμός των 10.000 ιερέων με τις οικογένειές τους μπορεί να φτάνουν τις 40.000, οι απόστρατοι αξιωματικοί οι οποίο τελευταία ριζοσπαστικοποιούνται και δραστηριοποιούνται έντονα σε κάθε περίπτωση μαζί με τις οικογένειές τους θα φτάνουν στον αριθμό των 400000 ανθρώπων. Εάν προσθέσουμε θεολόγους, δικαστικούς, οδηγούς ταξί και βυτιοφόρων κλπ, μπορούμε να υπολογίσουμε έναν αριθμό πολύ μεγαλύτερο της τάξης του 1.000.000 ανθρώπων οι οποίοι εμφορούνται εν γένει από εθνικιστικά αισθήματα και τοποθετούνται εξαρχής εχθρικά σε οποιαδήποτε εμβάθυνση της δημοκρατίας. Είναι γενικά ένας αυθαίρετος υπολογισμός, καθώς ένα μεγάλο μέρος διατηρεί δημοκρατικά αντανακλαστικά και αυτό επιβεβαιώνεται από την προσωπική εμπειρία του καθενός. Ωστόσο ένα άλλο σαφές εμπειρικό δεδομένο είναι πως στην πλειονότητά τους οι πολίτες αυτών των κατηγοριών εγκαταλείπουν το δικομματικό σύστημα πολύ πιο εύκολα προς την άκρα δεξιά. Δεν είναι τυχαία η σύμπραξη της Ένωσης Αποστράτων με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, η εγνωσμένη σχέση των ΜΑΤ με την Χρυσή Αυγή και ο εγνωσμένος φασιστικός χαρακτήρας της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αττικής. Η σχέση της πλειονότητας των οδηγών και ιδιοκτητών ταξί και των οδηγών βυτιοφόρων με την λαϊκή δεξιά είναι επίσης εγνωσμένη τόσο εμπειρικά, αλλά κυρίως πιστοποιείται από δεξιό και ακροδεξιό χαρακτήρα των σωματείων τους, παρότι υπάρχει ένα μεγάλο μειοψηφικό κομμάτι με δημοκρατικές αναφορές. Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι αυθαίρετοι αριθμοί μπορούν να μας καταδείξουν ότι υπάρχει μια διακριτή βάση που πολιτισμικά, ιδεολογικά, υλικά τοποθετείται στην λαϊκή δεξιά και ριζοσπαστικοποιείται προς τα δεξιά και ακουμπάνε την Χρυσή Αυγή. 

Με λίγα λόγια αναφερόμαστε στις κλασσικές κοινωνικές συμμαχίες που στηρίζουν μια νεοφιλελεύθερη Χούντα, όπως εκείνη του Πινοσέτ. Μια τέτοια προσέγγιση μας βοηθάει να κατανοήσουμε πως η αυτονομία του εθνικού ζητήματος από το δημοκρατικό και κοινωνικό ζήτημα στην κατεύθυνση ενός πλατιού εθνικού και πατριωτικού αντιμνημονιακού μετώπου όχι μόνο δεν είναι η λύση του προβλήματος της φτωτοχοποίησης και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, αλλά το αντίθετο είναι δυνατόν να οδηγήσει στα ίδια αποτελέσματα για την πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού. Οποιαδήποτε ρητορική στείρου πατριωτικού αντιγερμανισμού, εθνικής περηφάνειας και ανάτασης και εθνικής ανεξαρτησίας από τη νέα κατοχή με σκοπό να δημιουργηθεί ένα Νέο εθνικοανεξαρτησιακό ΕΑΜ με μόνο στόχο την εθνική ελευθερία είναι μια εξίσου επικίνδυνη αντεργατική, αντιλαϊκή πολιτική πρόταση. Από την άλλη το αντιμνημονιακό πρόγραμμα της Χρυσής Αυγής επίσης δεν θίγει τον πυρήνα της μνημονιακής πολιτικής, παρά τα αντιπλουτοκρατικά και εργατικά στοιχεία της. Μάλιστα θα έλεγε κανείς πως ταιριάζει εξαιρετικά με το πολιτικό σχέδιο του Καμμένου. Η κριτική τους προς το κράτος είναι ότι είναι λιγότερο αυταρχικό απέναντι στις αντιμνημονιακές αντιστάσεις, απέναντι στην αριστερά και τους μετανάστες.

Το κοινωνικό ζήτημα στην χρυσαυγίτικη ρητορική παραμένει δευτερεύον τόσο σε σχέση με το μνημόνιο, όσο και σε σχέση τελικά με τους μετανάστες. Η μετανάστευση είναι μια εθνοφυλετική απειλή και είναι το κεντρικότερο ζήτημα κυρίως από αυτήν την άποψη. Με αυτόν τον τρόπο η Χρυσή Αυγή δεν απειλεί την μνημονιακή πολιτική, αλλά η ίδια και ο μαύρος συφερτός πάνω στον οποίο στηρίζεται, δηλαδή ο κόσμος της μαφίας και των εκβιαστών, ο κόσμος της παραοικονομίας, διεκδικεί μια καλύτερη θέση στον γενικότερο οικονομικό καταμερισμό, δηλαδή μια οικονομική και πολιτική νομιμοποίηση. Ως αντάλλαγμα στην συμμαχία με την τροϊκανή πολιτική προσφέρει τον βίαιο εξανδραποδισμό των χειραφετητικών κινημάτων και την επιβολή στον δρόμο της αντιμεταναστευτικής πολιτικής. Είναι δηλαδή ο πολιτικός στρατός της τρόικας και η μοναδική δύναμη που μπορεί να προσφέρει μια είδους κοινωνική συμμαχία με την τροϊκανή πολιτική έχοντας ως προμετωπίδα το μεταναστευτικό ζήτημα.

Από την άλλη είναι εντυπωσιακή η προβολή που χρήζει αυτός ο χώρος, μάλιστα όταν άλλες δυνάμεις της αριστεράς λοιδωρούνται και υπολείπονται σε προβολή. Ιδιαίτερα μάλιστα οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς (ΑΝΤΑΡΣΥΑ), αλλά ακόμη και μνημονιακές δυνάμεις. Προφανώς οι διασυνδέσεις με τα ΜΜΕ ή διάφοροι εκβιασμοί να ανοίγουν τις πόρτες και να καθορίζουν την στάση πολλών. Όμως το ζήτημα της ανόδου της Χρυσής Αυγής είναι πιο πολιτικό. Την ώρα που βυθίζεται κάθε έννοια κοινωνικού κράτους και γενιούναι οι νέες αντιστάσεις και τα νέα κινήματα  η «μαφία των εκβιαστών της τρόικας» έχοντας χάσει κάθε λαϊκό κοινωνικό έρεισμα βρίσκει για κοινωνική συμμαχία τη «μαφία των εκβιαστών της νύχτας» και μαζί με μιλιταριστές οικοδομεί το νέο παρακράτος και φτιάχνει τη νέα άκρα δεξιά για να αναδυθεί από τα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ιστορίας το νέο πρόσωπο του φασισμού.

Ο νέος εσμός Καμίνη, Παπαδήμου, Καψή, Χρυσοχοϊδη, Διαμαντοπούλου, Βορίδη, Γεωργιάδη γίνονται συνοδοιπόροι με τον χρυσαυγίτη Μιχαλολιάκο και τις κάθε λογής ακροδεξιές παραφυάδες για εμπροσθοφυλακή. Κοινοί τους εχθροί: η αριστερά, το εργατικό κίνημα, οι μετανάστες, οι δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις. Κοινό τους όνειρο: η βαρβαρότητα, η βία και ο κοινωνικός ολοκληρωτισμός, δηλαδή ο νέος φασισμός. Και όμως δε ζούμε ούτε στη δεκαετία του 1930 ούτε στην μετεμφυλιακή Ελλάδα της «καρφίτσας», ζούμε στην Ελλάδα της τρόικας (ΕΕ, ΔΝΤ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ).

Β. Η μετανάστευση στην αντζέντα: το φάντασμα του Χίτλερ πλανιέται στην Ελλάδα
Ας επανέλθουμε όμως στο καθεαυτό μεταναστευτικό ζήτημα, όπως ήρθε πρόσφατα στο προσκήνιο.  Η εισήγηση Χρυσοχοϊδη για την δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους μετανάστες αναμφισβήτητα αποτελεί ό,τι πιο φριχτό έχει ακουστεί τον τελευταίο καιρό.  Για πολλές μέρες η επικαιρότητα μονοπωλείται από απειλές για στρατόπεδα συγκέντρωσης, πραξικοπήματα, αστυνομικά μέτρα και στρατιωτικούς νόμους. «Το σχέδιο ωστόσο, όπως γράφει ο «mediaoasis», «που κρύβεται πίσω από την αναγγελία αυτών των ανίερων σχεδίων ένα μήνα πριν τις εκλογές πέρα από την τρομοκράτηση των ψηφοφόρων είναι βαθύτερο». Είναι ουσιαστικά να μετατοπιστεί η αντζέντα της συζήτησης από ένα πεδίο ευνοϊκό στην αριστερά, που είναι η κρίση, σε ένα πεδίο που είναι ευνοϊκό για την δεξιά (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ, Καμμένος, Χρυσή Αυγή), ώστε να ενισχυθούν εκλογικά είτε οι αμιγώς μνημονιακές δυνάμεις είτε οι «αντιμνημονιακές».

Σε αυτό το παιχνίδι η δημοσκοπική άνοδος της Χρυσής Αυγής και γενικά ο λόγος περί αυτής παίζει το ρόλο που έπαιξε στις ευρωεκλογές η δημοσκοπική άνοδος του ΛΑΟΣ, αλλά και παράλληλα των Οικολόγων Πρασίνων. Τότε ο Κ. Καραμανλής λίγο πριν τις πρόωρες εκλογές εξαγγέλλει εκατοντάδες επιχειρήσεις-σκούπα και τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών. Η Χρυσή Αυγή αποκαλύπτει έτσι τον ρόλο της σαν Χρυσής Εφεδρείας του μνημονιακού καθεστώτος. Αν αλλάξεις τον Καρατζαφέρη με τη Χρυσή Αυγή και τους Οικολόγους Πράσινους με τη ΔΗΜΑΡ είναι σαν να μην άλλαξε μια μέρα για κάποια πράγματα. Φυσικά από τότε τα πάντα άλλαξαν για τους εργαζόμενους. (βλ. Στρατόπεδα συγκέντρωσης:Βαθύτερος στόχος η αλλαγή της προεκλογικής ατζέντας, http://mao.gr/2012/03/27/agend/)  Και γι’ αυτό η αυτοκτονία του  Δημήτρη Χριστούλα ήταν αρκετή για να επαναφέρει την αντζέντα στα πραγματικά της θέματα.

Ωστόσο το ζήτημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης είναι ένα σοβαρό ζήτημα. Πρώτα πρώτα είναι ένα κομμάτι της ίδια της Ευρωπαϊκής πολιτικής και απορρέει από το περιβόητο «Δουβλίνο 2». Συγκεκριμένα, ο «Κανονισμός Δουβλίνο 2» προβλέπει ότι ο μετανάστης που μπαίνει στην Ευρώπη είναι υποχρεωμένος να κάνει τα χαρτιά στην πρώτη χώρα που τον υποδέχεται. Αν τον πιάσουν αλλού, τον στέλνουν στην αρχή της διαδρομής, όπως στο επιτραπέζιο «φιδάκι». Δεδομένου ότι έρχονται πεζοί ή δια θαλάσσης, οι περισσότεροι εισέρχονται στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, το 90% των ξένων που εισέρχονται παρανόμως στην Ευρώπη μπαίνουν από την Ελλάδα. Συνεπώς, αδυνατούν να προχωρήσουν στην υπόλοιπη Ευρώπη και εάν το πετύχουν και τους συλλάβουν τους επιστρέφουν στην Ελλάδα. Ωστόσο η μετανάστευση είναι ένα διεθνές πρόβλημα και μάλιστα ένα πρόβλημα που προκύπτει από την πολεμική και ιμπεριαλιστική δράση των Δυτικοευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Όμως η «λύση» που κατευθύνει η αντιρατσιστική και προοδευτική Ευρώπη δε συνάδει καθόλου με τις αρχές του «ανθρωπισμού». Αντίθετα, ενισχύει τις τάσεις βάρβαρης επίλυσης του προβλήματος. Κάτι το οποίο είναι λογικό, αφού δε ζούμε στην εποχή της «Κοινωνικής Ευρώπης», αλλά στην εποχή της «Ευρώπης του Ολοκληρωτικού Καπιταλισμού».

Ήταν απόφαση της ΕΕ να δημιουργηθούν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών στα όρια της ΕΕ (Ελλάδα, Β. Αφρική, Ουκρανία κ.λ.π) και από κει να ελέγχεται η είσοδος στην ΕΕ.  Συγκεκριμένα στα πλαίσια του κανονισμού του Δουβλίνου 2, στον Εβρο, τη μεγαλύτερη πύλη λαθρομεταναστών της Ευρώπης, φυλάσσουν εδώ και αρκετό καιρό 200 άνδρες της Frontex, του οργανισμού δηλαδή που είναι αρμόδιος για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ενωσης. Ταυτόχρονα δημιουργούνται στρατόπεδα συγκέντρωσης τα οποία ονομάζονται κέντρα υποδοχής, ενώ προωθείται η οικοδόμηση ενός τείχους στον Έβρο. Την ίδια στιγμή το πολιτικό άσυλο έχει σχεδόν καταργηθεί. Το 2008, στην ΕΕ έγιναν συνολικά 240.000 αιτήσεις ασύλου από μετανάστες προερχόμενους κυρίως από το Ιράκ (12%), τη Ρωσία (9%) και τη Σομαλία (6%). Εξετάστηκαν συνολικά 193.690 περιπτώσεις αιτήσεων ασύλου, εκ των οποίων απορρίφθηκε ποσοστό 73% (141.730 αιτήσεις).


Συνεπώς, το ζήτημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης είναι λογικό να εμφανίζεται σαν ένα επόμενο βήμα της σύγχρονης γοργά φασιστικοποιημένης ευρωπαϊκής αστικής τάξης. Κατά την άποψή μου είναι αδύνατον το ελληνικό κράτος να εφαρμόσει σε αυτήν την οικονομική κατάσταση που βρίσκεται ένα τόσο τεράστιο οικονομικό σχέδιο. Οι απειλές για τα στρατόπεδα, εκτός ότι αλλάζουν την αντζέντα και γίνονατι προεκλογικό παιχνίδι, διαμορφώνουν συναινέσεις και ιδεολογικές αποκρυσταλλώσεις σε πλατεία λαϊκά στρώματα. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι εφαρμόζοιυν το παιχνίδι της κατατρομοκράτησης και της πειθάρχησης των μεταναστών, ώστε να παραμένουν καθυποταγμένοι στους μαφιόζικους μηχανισμούς της παραοικονομίας. Στην περίπτωση ωστόσο που επιχειρήσουν να εφαρμόσουν ένα τέτοιο σχέδιο θα γίνει με όρους οικονομικής εκμετάλλευσης των μεταναστών. Δηλαδή τα στρατόπεδα συγκέντρωσης θα μεταμορφωθούν σε στρατόπεδα εργασίας από τα οποία αγρότες και επιχειρηματίες θα «νοικιάζουν» με χρηματικό αντίτιμο φτηνά εργατικά χέρια. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση δεν είναι μόνο η Χρυσή Αυγή που κάνει το φάντασμα του Χίτλερ να πλανιέται πάνω από την Ελλάδα, αλλά ο Χρυσοχοϊδης, ο Σαμαράς, ο Παπαδήμος και η τροϊκανή πολιτική σε ένα ενιαίο νέοφασιστικό μπλοκ.   

Αναζητώντας λύσεις στο μεταναστευτικό ζήτημα απέναντι στον «μνημονιακό» φασισμό και βάρβαρο ολοκληρωτικό καπιταλισμό

Α. Εργατικός ανθρωπισμός, νέο εργατικό διεθνιστικό κίνημα με βάση την ταξική συνείδηση, για την διαμόρφωση του νέου «έθνους των εργαζομένων»
Το μεταναστευτικό ζήτημα πρώτα από όλα είναι μια ανθρωπιστική κρίση. και έτσι θα πρέπει στα πρώτα βήματα μιας εγργατικής μεταναστευτικής πολιτικής να αντιμετωπιστεί. Η πολιτεία οφείλει να αναλάβει την προσωρινή φιλοξενία των μεταναστών σε χώρους που είναι κατάλληλοι γι’ αυτό. Εγκαταλελειμμένα ξενοδοχεία ή εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις κατασκηνώσεων και θα αναλάβει την σίτηση. Το ίδιο θα πρέπει να κάνει και για όλους τους έλληνες και νόμιμους μετανάστες έχουν πρόβλημα στέγασης. Είναι βασική προϋπόθεση για να μην πεθάνουμε όλοι μαζί στον δρόμο ή να μην αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλο. Να φύγει από την αστυνομία η αρμοδιότητα εξέτασης των αιτημάτων ασύλου και να δοθεί σε όλους η δυνατότητα αίτησης ασύλου, ιδιαίτερα σε όλους όσους είναι πολιτικοί πρόσφυγες.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να ανατραπεί το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη μετανάστευση και το Άσυλο, γιατί οδηγεί στην απαγόρευση γενικευμένων νομιμοποιήσεων και στη συνεχιζόμενη ομηρία των μεταναστών, καθώς και στην επιλεκτική μετανάστευση, που αφορά μικρό μόνο αριθμό μεταναστών με επαγγελματικές δεξιότητες και ειδίκευση. Γιατί ενισχύει την «Ευρώπη – φρούριο» με περιπολίες και δημιουργία παραρτημάτων σε χώρες της Μεσογείου και στην Ελλάδα, ενθαρρύνει τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης σε χώρες της Βόρειας Αφρικής, τις άτυπες επαναπροωθήσεις και τις απελάσεις, προωθεί το ηλεκτρονικό φακέλωμα και την πολύπλευρη ενίσχυση της Συνθήκης Σέγκεν. Να καταργηθεί το απαράδεκτο Σύμφωνο Μετανάστευσης της ΕΕ, η Συνθήκη Σένγκεν και ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ. Να δοθούν ταξιδιωτικά έγγραφα και δικαίωμα μετακίνησης στην ΕΕ σε όσους μετανάστες το επιθυμούν. Ταυτόχρονα, άμεση επιστροφή των ελληνικών στρατευμάτων από όλες τις χώρες, όπου ασκούν καθήκοντα στρατού κατοχής. Άμεση μεγάλη περικοπή των εξοπλιστικών δαπανών. Διάθεση των κερδισμένων κονδυλίων για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών στον τόπο μας. Η Ελλάδα να θέσει ζήτημα ευθύνης των αναπτυγμένων κρατών που προκαλούν με τις ιμπεριαλιστικές τους επεμβάσεις την φτώχια στις διάφορες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Να αποχωρήσουν και να αναλάβουν το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος της ανασυγκρότησης των χωρών αυτών με συνθήκες αποζημιώσεων και όχι με συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης.

Μια τέτοια κατεύθυνση δεν μπορεί να την επιβάλει μια κυβέρνηση δεμένη πισθάγκωνα από ούτε ταυτισμένη με το διεθνές χρηματοπιστωτικό πλέγμα και τα πολυεθνικά πολυκλαδικά μονοπώλια και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς (ΝΑΤΟ, ΕΕ, κλπ). Μια τέτοια κυβέρνηση δεν είναι δυνατόν να εκφράζει ούτε να αποτελείται από άμεσους εκπροσώπους ή πολιτικούς εκπροσώπους του ελληνικού τραπεζιτικού και βάρβαρου βιομηχανικού κεφαλαίου, οι οποίοι έχουν πολλαπλό συμφέρον από την εκμετάλλευση των μεταναστών. Δεν μπορεί δηλαδή να εκφράζεται από τα κόμματα του μνημονίου ή του δήθεν «πατριωτικού αντιμνημονίου».

Η πολιτεία να προχωρήσει στην άμεση νομιμοποίηση όλων των μεταναστών χωρίς όρους και προϋποθέσεις, ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος παρανομία – εξαθλίωση – παρανομία. Να απλοποιηθεί και να διευρυνθεί χρονικά η απόκτηση άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, χωρίς τα απαράδεκτα χαράτσια που βαρύνουν τους μετανάστες. Με αυτόν τον τρόπο και οι μετανάστες ελαφραίνουν, σπάνε μηχανισμοί παρακρατικοί και κρατικοί που εκμεταλλεύονται τους μετανάστες και οι οποίοι ουσιαστικά δημιουργούν τους όρους εξαθλίωσης αυτών των ανθρώπων. Γενικότερα όμως χρειάζεται η πολιτεία να πατάξει την ελληνική μαφία και το οικονομικό σύστημα των εκβιαστών, δηλαδή να διαλύσει το σύστημα που ανατροφοδοτεί την παράνομη μετανάστευση. Να στρέψει τους δικαστικούς και αστυνομικούς μηχανισμούς στην αναζήτηση των «εμπόρων» των μεταναστών, των εμπόρων των γυναικών, των εμπόρων των ναρκωτικών, των όπλων και όλου γενικά του παρεμπορίου.

Δηλαδή η ελληνική πολιτεία να μην κυνηγάει «τον τελευταίο τροχό της αμάξη»ς, δηλαδή τους μετανάστες, αλλά τους κύριους υπεύθυνους για αυτήν την κατάσταση. Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί φυσικά να αποτελείται από πολιτικούς και πολιτικά κόμματα οι οποίοι εμπλέκονται στενά με τα κυκλώματα διαφθοράς, παραοικονομίας και μαφίας, δηλαδή της πιο βάρβαρης μερίδας του ελληνικού κεφαλαίου. Το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, το ΛΑΟΣ, και βέβαια η Χρυσή Αυγή αποδεδειγμένα εμπλέκονται σε τέτοια κυκλωματα (βλ. συλλήψεις στην Θεσσαλονίκη, ο αρχηγός της μαφίας ήταν ο υπαρχηγός του μελλοντικού πρωθυπουργού Βενιζέλου).

Να δοθεί ελεύθερα το δικαίωμα επιλογής της ελληνικής ιθαγένειας, χωρίς απώλεια της ιθαγένειας της χώρας προέλευσης. Δικαίωμα ιθαγένειας σε όλα τα παιδιά των μεταναστών τα οποία έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα. Να δοθούν πολιτικά δικαιώματα και δικαίωμα ψήφου. Να υπάρξει κατοχύρωση όλων των κοινωνικών, πολιτικών, πολιτιστικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων για όλους τους μετανάστες. Λατρευτικοί χώροι και κοιμητήρια. Βοήθεια στην εκπαίδευση, με τάξεις υποδοχής για μαθητές και ενήλικες, προγράμματα εκμάθησης της μητρικής γλώσσας κλπ. Το ελληνικό έθνος διαμορφώθηκε από πολλούς και διαφορετικούς πολιτισμούς και πολλές και διαφορετικές εθνότητες. Αυτό που τους ένωνε ήταν η κοινή μοίρα στο άμεσο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Αρβανίτες, Βλάχοι, Τσάκωνες, Σλαβομακεδόνες μαζί με έλληνες με έντονη τοπική συνείδηση και ελληνικές γλώσσες εντελώς διαφορετικές (Κρήτες, Πόντιοι, Μικρασιάτες, Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιοι, Επτανήσιοι) συναποτέλεσαν και συνδιαμόρφωσαν το ελληνικό έθνος. Κριτήριο δεν ήταν ούτε η γλώσσα και πολλές φορές ούτε η θρησκεία, αλλά η επιθυμία να αποτελούν μια ενιαία πολιτική κοινότητα. Οι έλληνες μετανάστες σε Γερμανία, Αυστραλία, ΗΠΑ κλπ έγιναν δέκτες τέτοιων ευνοϊκών ρυθμίσεων και ενσωματώθηκαν στα νέα τους έθνη. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και εμείς χωρίς φόβο και πάθος και όχι κάτω από τη λογική των πολυπολιτισμικών κοινωνιών που αρνούνται την ενιαιοποίηση και διατηρούν τις πολιτισμικές διαφορές ανοιχτές. Συνεπώς οφείλουμε να διαμορφώσουμε εκείνα τα πολιτισμικά και πολιτικά κριτήρια που θα διαμορφώσουν το νέο ελληνικό έθνος.

Οι μετανάστες χρησιμοποιούνται από το κεφάλαιο για αυτήν την συμπίεση των εργασιακών κεκτημένων. Συνεπώς, το σχέδιο οι έλληνες εργάτες να παίζουν τρομοκρατικό ρόλο απέναντι στους μετανάστες, όπως θέλουν οι φασίστες, όχι μόνο δεν ευνοεί τα συμφέροντα των εργαζομένων, αλλά ενισχύει το «παιχνίδι» των αφεντικών. Θα πρέπει να γίνει σαφές, ότι πέρα από το ανθρωπιστικό κομμάτι, είναι προς το συμφέρον των ελλήνων εργαζομένων και λαϊκών στρωμάτων να συμπορευτούν και να ενοποιηθούν με τους μετανάστες κάτω από μια ενιαία εργατική πολιτική ενάντια σε κεφάλαιο, τρόικα, κυβερνήσεις, ΕΕ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, φασιτικές ομάδες.

Σε αυτήν την κατεύθυνση το εργατικό κίνημα και η αριστερά θα πρέπει να λειτουργήσουν ως μοχλός ενοποίησης του «έθνους των εργαζομένων» αυτής της χώρας απέναντι στα συμφέροντα του «έθνους των εκμεταλλευτών» και φυσικά των πολιτικών τους εκπροσώπων. Στο πολιτιστικό κομμάτι οφείλει να διαμορφώσει ένα ανοιχτό πεδίο συνάντησης και όσμωσης των πολιτισμών με βάθος και διάρκεια σφυρηλατώντας την ενιαία εργατική συνείδηση σε βάρος των εθνικών και εθνικιστικών συνειδήσεων. Για παράδειγμα θα μπορούσαν τα πρωτοβάθμια σωματεία να πάρουν την πρωτοβουλία για την διενέργεια όχι «αντιρατσιστικού» φεστιβάλ, αλλά εργατικού μεταναστευτικού φεστιβάλ. Στο προγραμματικό κομμάτι σημαίνει ενσωμάτωση στα πλαίσια της ενιαίας εργατικής πλατφόρμας για τα δικαιώματα και τις ανάγκες τόσο των γενικών όσο και των ειδικών δικαιωμάτων των μεταναστών. Στην πράξη σημαίνει την διαμόρφωση ενός νέου εργατικού κινήματος που θα αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από μετανάστες. Το Αριστερό και εργατικό κίνημα θα πρέπει να επιστρέψει στα εργοστάσια και τους χώρους δουλειάς και να στρατεύσει τη νέα εργατική βάρδια στα σωματεία. Να δώσει εργατικές και οικονομικές μάχες. Να συνδέσει το μεταναστευτικό ζήτημα με τους εργατικούς πολιτικούς αγώνες ενάντια στην τρόικα. Η αριστερά υπήρξε σε όλες τις χώρες υποδοχής μεταναστών το βασικό όχημα «ενσωμάτωσης» διαμορφώνοντας νέες κοινωνικές και πολιτισμικές εθνικές συνθέσεις. Στις ΗΠΑ ο εξαμερικανισμός σε μεγάλο βαθμό πέρασε την δεκαετία του 1930 μέσα από τις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος, γιατί ακριβώς η εμμονή σε εθνοτικούς διαχωρισμούς αναπαρήγαγε την εργατική διάσπαση.

Και από αυτήν την πλευρά είναι συνεπώς μεγάλη ανάγκη η διαμόρφωση ενός νέου κομμουνιστικού φορέας στην κατεύθυνση συγκρότησης ενός νέου εργατικού κομμουνιστικού κόμματος που θα επαναθεμελιώνει το χειραφετητικό όραμα της απελευθέρωσης από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ενός νέου κομμουνιστικού Κόμματος που θα ενοποιεί το εργατικό υποκείμενο και θα θέτει άμεσους και στρατηγικούς πολιτικούς και οικονομικούς στόχους.


Β. Ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής και νέα εργατική πολιτική «παραγωγικής ανασυγκρότησης με βάση τις ανάγκες της εργαζόμενης πλειοψηφίας και τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο

Η τρόικα, η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ τρομοκρατούν τον λαό με το δίλημμα «Ευρώ ή χάος». Πιο γνωστός τρομοκράτης βέβαια είναι  ο Μπάμπης Παπαδημητρίου στον Σκάι που σχεδόν παρουσιάζει την εκτός ΕΕ πολιτική σαν τις 7 πληγές του Φαρώ. Παρουσιάζουν μια Ελλάδα χωρίς καμία παραγωγική συγκρότηση, χωρίς επάρκεια και υποστηρίζουν πως οποιαδήποτε άλλη πολιτική θα φέρει πείνα. Σε αυτό το πλαίσιο βέβαια οι μετανάστες παρουσιάζονται σαν περίσσευμα που πρέπει να πεταχθεί. Σε μια περίοδο κατά την οποία το χρέος της Ελλάδας μετατρέπεται σε όχημα της πιο βάρβαβαρης αντεργατικής πολιτικής δεν είναι δυνατόν να μπορούμε να συζητάμε για λύση του κοινωνικού ζητήματος μέρος του οποίου είναι και το μεταναστευτικό εντός Ευρώ και ΕΕ. Είναι προφανές ότι είναι αδύνατον σε αυτήν την Ευρώπη με αυτές τις συνθήκες και αυτούς τους συσχετισμούς δύναμης να υπάρξει μια «φιλολαϊκή μεταρρύθμιση της ΕΕ».

Προϋπόθεση για οποιαδήποτε άλλη πολιτική φιλο-λαϊκή, φιλεργατική φιλομεταναστευτική κατεύθυνση είναι η ανατροπή και συνολικά της επίθεσης που από κοινού εξαπολύουν εργοδότες-ΣΕΒ-κεφάλαιο-τράπεζες, με τους οργανισμούς τους ΕΕ και ΔΝΤ και το πολιτικό τους προσωπικό ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ και όλο το αστικό μπλοκ εξουσίας. Συνεπώς η έξοδος από την ΟΝΕ και την ΕΕ, η εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση με εργατικό έλεγχο, οι αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις και η διεκδίκηση όλων όσων μας πήραν και μας χρωστάνε είναι βασικές θέσεις ενός τέτοιου προγράμματος, που επιδιώκουμε να γίνει υπόθεση των ίδιων των αγώνων, να επιβληθεί με την δύναμη της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Συγκεκριμένα σήμερα είναι αστείο να υποστηρίζει κανείς σοβαρά ότι για την ανεργία φταίνε οι μετανάστες. Είναι ξεκάθαρο ότι οι ελλείψεις θέσεων εργασίας είναι αποτέλεσμα της υφεσιακής πολιτικής του μνημονίου και της αντιδραστικής και αντεργατικής αναδιάρθρωσης της παραγωγής της ελληνικής οικονομίας υπέρ των δυνάμεων του κεφαλαίου, όπως εφαρμόζονται από τις ελληνικές κυβερνήσεις, την τρόικα και την ΕΕ. Διαλύονται τα ενδιάμεσα στρώματα των μικρών και μεσαίων ελευθεροεπαγγελματιών και όλα τα παραγωγικά πεδία στα οποία υπήρχαν καλοί συσχετισμοί για τις δυνάμεις της εργασίας. Η παραγωγή δεν εξαφανίζεται στην Ελλάδα, αλλά επανασυστήνεται όχι μόνο σε περιορισμένο εύρος, αλλά και με δυσμενείς όρους για τους νέους εργαζόμενους. Συνεπώς, η λύση στο πρόβλημα της κρίσης και της παραγωγικής αποδιάρθρωσης στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι η έξοδος και η απαγόρευση της μετανάστευσης ούτε η δημιουργία «στρατοπέδων συγκέντρωσης».

Πρώτον γιατί δεν είναι δυνατόν να φτιάξουμε κλειστά φρούρια και να ζούμε στον φόβο. Δεύτερον, γιατί μια τέτοια ολοκληρωτική και φασιστική λύση θα επιδράσει και στο υπάρχον ελληνικό αστικό κοινοβουλευτικό δημοκρατικό σύστημα με αρνητικές συνέπειες για όλους μας. Δεν είναι δυνατόν μια «φασιστική» λύση να παραμείνει «φασιστική» μόνο σε ένα πεδίο. Εκ των παγμάτων θα διευρυνθεί και σε άλλους τομείς της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας και του πολιτισμού. Ένα επόμενο βήμα είναι να βάλουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης τους αστέγους, μετά τους συνταξιούχους, τους ανέργους κλπ. Ένα τέτοιο καθεστώς θα είναι αμιγώς φασιστικό, ακόμη και εάν έχει την τυπική αστικοδημοκρατική δομή.

Αντίθετα, χρειάζεται ένα άλλο σχέδιο εσωτερικής εργατικής και οικονομικής πολιτικής πολιτικής. Ένα σχέδιο «παραγωγικής ανασυγκρότησης» το οποίο θα ξαναβάλει τη παραγωγική μηχανή να δουλέψει, αλλά όχι προς όφελος του κέρδους και των συμφερόντων του κεφαλαίου. Δηλαδή θα λειτουργεί με βάση τις ανάγκες της εργαζόμενης πλειοψηφίας, των κοινωνικών αναγκών και τις αρχές της εργατικής δημοκρατίας. Και δεν είναι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στον 21ο αιώνα, δεν είναι δηλαδή μια «κομμουνιστική ουτοπία». Συγκεκριμένα, στην Αργεντινή της κρίσης υπήρξαν εκατοντάδες παραδείγματα εργατικής λειτουργίας εργοστασίων ως άμεση και πρακτική απάντηση των ίδιων των εργαζομένων στην υφεσιακή πολιτική του ΔΝΤ και της διάλυσης του παραγωγικού ιστού. Συνεπώς, το σχέδιο αυτό θα «κοινωνικοποιεί» όσα εργοστάσια είναι κλειστά και εγκαταλελειμμένα και θα τα παραδίδει σε εργαζόμενους να τα λειτουργούν με την στήριξη της πολιτείας. Ενδεχομένως μερίδιο της ευθύνης της διαχείρισης να έχουν τοπικές κοινωνίες.

Το ίδιο ισχύει και για την αγροτική παραγωγή. Εκατομμύρια στρέματα γης παραμένουν ακαλλιέργητα όχι μόνο λόγω της ύφεσης, αλλά κυρίως λόγω των πολιτικών της ΕΕ, ώστε να συγκεντροποιηθεί η παραγωγή σε λίγους επιχειρηματίες αγρότες διαλύοντας τον ανεξάρτητο αγρότη. Χρειάζεται ένα σχέδιο της πολιτείας για χρηματοδότηση των ήδη ανέργων αγροτών, ώστε μέσω συνεταιριστικών δομών, να αρχίσουμε να παράγουμε και να καλύψουμε ως χώρα όλες τις βασικές διατροφικές ανάγκες. Σε ένα τέτοιο σχέδιο όχι μόνο δε θα περισσεύουν εργατικά χέρια, αλλά θα υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Η πολιτεία θα προσφέρει την δυνατότητα σε όλους τους μετανάστες να καλύψουν αυτά τα κενά και να δημιουργηθούν νέες συνθήκες επανοίκισης της επαρχίας. Ούτε αυτό συνιστά μια «κομμουνιστική ουτοπία». Στην γειτονική Ιταλία δήμαρχος έφερε μετανάστες σε εγκαταλελειμμένα χωριά και παραχώρησε εγκαταλελειμμένες εκτάσεις προκαλώντας έκρηξη ανάπτυξης στην περιοχή. Οι ίδιοι μετανάστες θα εργάζονται συνεταιριζόμενοι χωρίς να τους εκμεταλλεύεται κανένας. Αρχικά θα νοικιάζουν σπίτια και χωράφια. Στη συνέχεια όμως η πολιτεία είναι δυνατόν να εκπονήσει σχέδιο οικοδόμησης αγροτικών κατοικιών και αναδιανομής της γης αποζημιώνοντας τους πρώην ιδιοκτήτες που έχουν εγκαταλείψει την ύπαιθρο.

Όμως η Αργεντινή εκτός από παράδειγμα προς μίμηση είναι και διδακτικό παράδειγμα προς αποφυγή. Στην Αργεντινή της εποχής της κρίσης πέθαιναν οι άνθρωποι από την πείνα, όταν η χώρα ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός κρέατος στον κόσμο. Σήμερα η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που δεν παράγει, παρά την σοβαρή παραγωγική αποδιάρθρωση. Αντίθετα για παράδειγμα το τμήμα της βιομηχανίας τροφίμων συνιστά το πιο δυναμικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Συνεπώς, δεν φτάνει να επαναλειτουργήσουν και να κοινωνικοποιηθούν κλειστές βιομηχανικές μονάδες, αλλά και σε περίπτωση έντασης της φτώχειας και των ελλείψεων τροφίμων να χρειαστεί να κοινωνικοποιηθούν και να περάσουν υπό εργατικό έλεγχο βασικές βιομηχανικές μονάδες παραγωγής τροφίμων, ώστε να μην πεθάνει ο κόσμος από την πείνα. Ενδεχομένως αυτό να συνιστά και το πιο σημαντικό πολιτικό και ιδεολογικό διακύβευμα στη συζήτηση για μια άλλη πολιτική πέρα από αυτής της μνημονιακής.

Γ. Με όραμα μια νέα εργατική δημοκρατία, μια νέα σοσιαλιστική Ελλάδα, με αντικαπιταλιστικές νίκες για την κομμουνιστική επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση

Συνοψίζοντας επαναλαμβάνουμε ότι η ανάδυση του νέου φασισμού δεν ταυτίζεται με την Χρυσή Αυγή, αλλά με το σύνολο της μνημονιακής πολιτικής, αλλά και της πατριωτικής αντιμνημονιακής. Η αντιμεταστευτική πολιτική τους αποτελεί την πιο βάρβαρη και η πιο άγρια έκφανση της μνημονιακής αντεργατικής και αντιλαϊκής πολιτικής αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόσωπο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Οι δυνάμεις μνημονίου/πατριωτικού αντιμνημονίου αποτελούν ένα νέο αντιδραστικό μέτωπο, μια νέα αντιδραστική μαύρη κοινωνική συμμαχία των δυνάμεων του νόμιμου κεφαλαίου με τις δυνάμεις του μαφιόζικου κεφαλαίου σε βαθμό που ολοένα και περισσότερο να ατονούν οι διαχωριστικές γραμμές φέρνοντας στην επιφάνεια την «άλλη μαύρη Ελλάδα».

Η απάντηση σε αυτό το μέτωπο είναι πρωτίστως ιδεολογική. Η αριστερά οφείλει να αντιπροτάξει τις αρχές του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, των δημοκρατικών δικαιωμάτων και της ισότητας. Στην πράξη πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Καλλιθέας όπου καθηγητές, δάσκαλοι, γονείς και μαθητές έφτιαξαν μια Επιτροπή η οποία ανέλαβε να παρουσιάσει το φαινόμενο του φασισμού μέσα από διαλέξεις, πορείες και κινηματογραφικές προβολές στον μαθητικό κόσμο. Σε αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να δραστηριοποιηθεί και όλο το αριστερό δυναμικό των κοινωνικών επιστημών και ιδιαίτερα οι ιστορικοί. Περιοδικά, έντυπα και blogs να παράγουν πολιτικές και ιδεολγοικές θέσεις απέναντι στο φασιστικό μέτωπο.

Σε αυτήν την προσπάθεια θα ήταν λάθος να υποστηρίζεται η δημιουργία ενός πλατείου αντιφασιστικού μετώπου μαζί με δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα τις συνδικαλιστικές και αυτοδιοικητικές εκείνες δυνάμεις που στηρίζουν την μνημονιακή πολιτική. Αντίθετα ένα αντιμνημονιακός πολιτικός αντιφασιστικός λόγος που θα απαντά και στην ουσία του μεταναστευτικού ζητήματος μπορεί να ενεργοποιεί τα όποια δημοκρατικά αντανακλαστικά.

Σε κάθε περίπτωση η αντιπαράθεση με τις δυνάμεις των φασιστών δε θα πρέπει να αποκτά τα χαρακτηριστικά πολέμου μεταξύ συμμοριών. Απέναντι στα φασιστικά χτυπήματα θα πρέπει να οργανώνονται πορείες, συγκεντρώσεις και ενημερώσεις. Η περίπτωση του Ζωγράφου είναι ένα καλό τέτοιο παράδειγμα. Θα πρέπει όμως η αριστερά να είναι σε θέση να δώσει άμεσες απαντήσεις στο μεταναστευτικό ζήτημα. Στις περιοχές με πραγματικό πρόβλημα, οι αριστεροί κάτοικοι οφείλουν να οργανώσουν συζητήσεις και επιτροπές με κατοίκους έλληνες και μετανάστες και να διεκδικήσουν ουσιαστική και ανθρωπιστική επίλυση του ζητήματος. Στο βαθμό που χρειαστεί να υπάρξουν ομάδες περιφρούρησης των περιουσιών των κατοίκων, να φτιαχτούν μεικτές πολιτοφυλακές χωρίς τους χρυσαυγίτες και τους φασίστες με λογικές προστασίας και των ίδιων των μεταναστών. Να αποσαφηνιστεί ότι ο εχθρός είναι οι ίδιοι οι χρυσαυγίτες και η μαύρη οικονομία, η μαφία που τους στηρίζει.

Ο ίδιος ο καπιταλισμός σήμερα αδυνατεί να παρουσιάσει μια «σοσιαλδημοκρατική» αστική λύση σε όλα τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα και ως εκ τούτου και στο μεταναστευτικό. Εάν κάτι έχει πεθάνει, είναι οι ενδιάμεσες λύσεις. Το δίλημμα καπιταλιστική βαρβαρότητα ή σοσιαλισμός με κομμουνιστική προοπτική είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Η μόνη ρεαλιστική και βιώσιμη λύση στην έξοδο από την κρίση μπορεί να έρθει μόνο μέσα από ένα αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής στην καρδιά του οποίου θα βρίσκεται η αντικαπιταλιστική και επαναστατική αροιστερά.


Η αριστερά αυτή οφείλει να διαμορφώσει και να προσπαθήσει να εφαρμόσει ένα ρεαλιστικό αγωνιστικό πρόγραμμα οικοδόμησης μιας άλλης οικονομίας και κοινωνίας με επίκεντρο την άλλη παραγωγή. Δηλαδή να επαναστατικοποιήσει τις διαλυμένες και αποσαθρωμένες παραγωγικές δομές και να διεκδικήσει να λειτουργήσουν οι υπάρχουσες κάτω από κοινωνικό έλεγχο. Να οικοδομήσει μια άλλη εργατική δημοκρατία από κάτω, να φτιάξει από τα κάτω μια άλλη «λευκή Ελλάδα» ως αντίπαλο δέος στην «μαύρη Ελλάδα». Να επιλύσει τα επιστιστικά ζητήματα στην πράξη, όπως έκανε και το ΕΑΜ, αλλά και να απαντήσει στα πολιτικά ζητήματα. Να φτιάξει «ζώνες ελεύθερης Ελλάδας» με τον ίδιο τρόπο που οι άλλοι φτιάχνουν ζώνες μαύρης εκμετάλλευεσης. Αυτή η ελεύθερη Ελλάδα θα διεκδικήσει την ηγεμονία και θα την κατακτήσει είτε εκλογικά καταλαμβάνοντας τον αστικό μηχανισμό είτε οικοδομώντας μια άλλη αντίπαλη εργατική δημοκρατική εξουσία. Αλλά σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα στην πρώτη, αυτό απλά θα σημάνει το πρώτο βήμα για την ολοκλήρωση της επανάστασης. Η έξοδος από την ΕΕ θα είναι το πιο βαρύ αντικαπιταλιστικό χτύπημα στον μαύρο συνασπισμό εξουσίας.

Σε αυτήν την πορεία το όραμα για έναν νέο σοσιαλισμό και για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι το τιμόνι που μας οδηγεί στην ελευθερία.

πόσοι μας διάβασαν: