Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Να αντιστρέψουμε την ιεράρχηση: με την στρατηγική στο τιμόνι και την τακτική στις ταχύτητες, με την αντικαπιταλιστική αριστερά της ρήξης και της ανατροπής


Κώστας Παλούκης

Την περίοδο της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 ακούσαμε πολλές θεωρίες συνωμοσίας. Η τότε γραμματέα του ΚΚΕ θεωρούσε ύποπτο πως στάλθηκαν τόσα πολλά μηνύματα μέσα σε ένα βράδυ προσκαλώντας σε πορείες και διαδηλώσεις. Μια σωστή συγκέντρωση θα πρέπει να  προσκαλείται μόνο από οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις. Όμως δεν ήταν η μοναδική. Την ίδια εποχή οι ταξιτζήδες, συνήθης φωνή του καφενειακού συντηρητισμού, μιλούσαν για τα σχέδια διαφόρων κέντρων που υπονόμευαν την Ελλάδα, για περίεργους μηχανισμούς και μυστικές υπηρεσίες, για τον ρόλο των μεταναστών.
Την ίδια ακριβώς συγκυρία διακινήθηκε και ένα email που περιείχε τη συνέντευξη του Φραντσέζο Κοσσίγκα, πρώην προέδρου της ιταλικής δημοκρατίας. Σε αυτό παρουσιαζόταν ο τρόπος σκέψης του «βαθέος κράτους». Ο Κοσσίγκα θεωρούσε ότι την περίοδο μιας εξέγερσης η κυβέρνηση θα πρέπει να αφήσει τους διαδηλωτές «να κάνουν ο,τι θέλουν». Πρότεινε λοιπόν προς τις κυβερνήσεις τα εξής: «Αποσύρετε την αστυνομία από τους δρόμους και τα πανεπιστήμια, διαβρώστε το κίνημα βάζοντας προβοκάτορες έτοιμους για τα πάντα, και αφήστε τους διαδηλωτές για καμμιά βδομάδα, να σπάνε καταστήματα, να καίνε αυτοκίνητα και να δημιουργούν χαμό στους δρόμους.» Σύντομα τα αποτελέσματα θα είναι θετικά για το κράτος γιατί: «Τότε, με την κοινή γνώμη στο πλευρό σας, ο ήχος των σειρήνων των ασθενοφόρων θα πνίξει τις σειρήνες της αστυνομίας και των καραμπινιέρων».
Υποτίθεται ότι η κυβέρνηση Καραμανλή ακολούθησε αυτό το μοντέλο καταστολής. Η εξέγερση δεν ήταν παρά μια αυταπάτη, μια αυτό-κοροϊδία των εξεγερμένων, οι οποίοι σαν ανεγκέφαλος όχλος δεν μπορούσε να καταλάβει τον ρόλο που οι κυβερνώντες τους έβαζαν μέσα στην σκακιέρα της πολιτικής. Οι δημοσιογράφοι, οι έμπειροι πολιτικοί της αριστεράς και της δεξιάς όμως ήταν σε θέσει να το καταλάβουν. Στην πράξη δηλαδή η εξέγερση του ‘08 ήταν ένα σχέδιο της κυβέρνησης να εκθέσει το κίνημα, να γεννήσει την αντεπανάσταση και να βαθύνει τις αυταρχικές δομές.
Απέναντι σε αυτήν την ανάλυση προέκυψαν δύο αντιδράσεις, αντιδιαμετρικά αντίθετες. Η πρώτη, πιο τίμια και πιο επαναστατική, θεωρούσε ότι η αριστερά έπρεπε να συμμετάσχει στο κίνημα, ωστόσο να διαχωριστεί από τα αντικατασταλτικά χαρακτηριστικά του και τα περίεργα αντιμπατσικά συνθήματα και να το μπολιάσει με πολιτικά, αντικυβερνητικά και εργατικά αιτήματα, να την μετατρέψει σε κάτι άλλο. Αυτή η αριστερά στην πράξη πίστευε στη δύναμη και στην αυτενέργεια των από κάτω, αλλά επιθυμούσε να εξελίξει την εξέγερση και από επικίνδυνη για τον λαό και ωφέλιμη για την εξουσία να την μετατρέψει σε ωφέλιμη για γον λαό και επικίνδυνη για την εξουσία.
Η δεύτερη, φοβική, μικροαστική και ουσιαστικά αντιδραστική, θεωρούσε ότι οι συσχετισμοί δεν υπάρχουν για μια πιο οργανωμένη παρέμβαση. Έπρεπε λοιπόν οι οργανωμένες και πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς να καταγγείλουν και να διαχωριστούν από το κίνημα. Στην περίπτωση που καταλάβαιναν πως μια καταγγελία τους εξέθετε και δεν μπορούσαν να καταγγείλουν το κίνημα, προσπάθησαν να το νουθετήσουν, να διαχωριστούν οι ίδιοι με την απουσία τους ή να το εμποδίσουν να εκφραστεί, να φτάσει σύντομα στο τέλος του γιατί ήταν επικίνδυνο. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η πολιτικοποίηση του κινήματος ήταν ακόμη πιο επικίνδυνη, γιατί π.χ. το αίτημα να ανατραπεί η κυβέρνηση με μαθηματική ακρίβεια θα έφερνε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία με αποτέλεσμα η εξέγερση να υπηρετεί τα σχέδια του ΠΑΣΟΚ. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια ήταν χρεωκοπημένη.  Όχι λοιπόν πορείες στην Αθήνα και στις γειτονιές, όχι πολιτικά αιτήματα, εδώ και τώρα υπονόμευση. Στην καλύτερη δυνατή περίπτωση απομονωμένες συγκεντρώσεις χωρίς αναρχικούς και περίεργους τύπους που θα έληγαν με ευχαριστίες στους παριστάμενους διαδηλωτές και σε νέο κάλεσμα για τους νέους αγώνες που θα έρθουν στο μέλλον!
Αυτή η αριστερά αποδείκνυε στην πράξη ότι ο γραφειοκρατισμός των ηγεσιών ή οι μεγάλες προσωπικότητες ήταν βαθειά αντιδραστικοί. Ουσιαστικά, αισθάνονταν ότι κατείχαν θεσμικούς ρόλους είτε ως συλλογικές ηγεσίες είτε ως προσωπικότητες και ως εκ τούτου ήταν εκτεθειμένοι απέναντι στο κράτος για καταστάσεις και γεγονότα που δεν μπορούσαν να ελέγξουν ή πίστευαν ότι δεν είχαν τα εργαλεία να ελέγξουν. Το κυρίαρχο κλίμα του «μεγάλου φόβου» που τα ΜΜΕ καλλιεργούσαν τους είχε κατακλύσει και τους είχε αντιδραστικοποιήσει. Η υποταγή στους συσχετισμούς τους υπέταξε στην αστική νομιμότητα και αμέσως τους έθεσε στο αστικό στρατόπεδο, παρά την κομμουνιστική ρητορική τους.
Το 2008 έδειξε τα όρια της αριστεράς, καθεστωτικής και μη. Από τη μία οι επαγγελματίες αριστεροί ηγέτες (ΚΚΕ, ηγεσία του ΣΥΝ) και οι χομπίστες μικροαστοί «μικρο-ηγέτες» που ταυτίστηκαν με την αντίδραση και επέδειξαν χυδαίο καθεστωτικό προσωπείο και από την άλλη οι ηγεσίες με επαναστατικά αντανακλαστικά, αλλά κυρίως ο κόσμος της αριστεράς και της εξέγερσης (δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ευρύτερα της τότε αντικαπιταλιστικής αριστεράς που σήμερα διαλύονται στον ΣΥΡΙΖΑ, δυνάμεις της αναρχίας). Την στάση όλων αυτών απέναντι στην εξέγερση του 2008 μπορεί κανείς σήμερα να διαβάσει στις επιλογές απέναντι στην κρίση που έδωσε η καθεστωτική αριστερά, αλλά και άλλες καθεστωτικές λογικές.
Η εξέγερση του 2008 ακόμα και σήμερα είναι ένα κριτήριο που διακρίνει την αριστερά ακόμη και σήμερα από μια άλλη πλευρά όμως. Από τη μία η αριστερά που προωθεί την αγωνιστική αυτό-οργάνωση και ταυτόχρονα την ρήξη και την ανατροπή και από την άλλη η αριστερά που είτε προωθεί μόνο την αγωνιστική αυτό-οργάνωση είτε προωθεί μόνο την ρήξη και την ανατροπή. Όσοι προωθούν μόνο την αγωνιστική αυτοοργάνωση εύκολα υποκύπτουν στον αριστερό κυβερνητισμός (αναρχισμός, κυρίως ο «αναρχοσυνασπισμός», δηλαδή «πολιτισμικός αναρχισμό», ΣΥΡΙΖΑ, ρεφορμιστική ηγεσία και πρώην αντικαπιταλιστικές αυτοδιαλυόμενες συνιστώσες).
Όσοι προωθούν την ρήξη και την ανατροπή μόνο φραστικά, εύκολα υποκύπτουν στον «κομματικό ή παραταξιακό σεχταρισμό» μέσω της «υπερεπαναστατικής φρασεολογίας» (ΚΚΕ, διάφοροι μικροπαράγοντες χομπίστες της αριστεράς). Κάθε μέσο λαϊκής αυτοοργάνωσης κατανοείται σαν ανταγωνιστικό στο κόμμα και τις παρατάξεις του. Από τη στιγμή που θεωρείται ως δεδομένο πως οι συσχετισμοί είναι αρνητικοί, ενώ παράλληλα δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στο υποκείμενο, αλλά και στις κομματικές και παραταξιακές δυνάμεις, η μόνη λύση είναι ο διαχωρισμός και η απομόνωση. Το άρθρο τάδε σε ένα καταστατικό ενός συλλόγου ή ενός συνεταιρισμού, η φράση τάδε σε ένα πολιτικό κείμενο, ή απουσία της διαρκούς επανάληψης συγκεκριμένων σωστών κατά τα άλλα φράσεων είναι τεράστιοι κίνδυνοι που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. Η κομματική ή παραταξιακή δουλειά συνεπώς είναι ο πολιτικός και ιδεολογικός διαχωρισμός από κάθε τι που είναι μη «καθαρό» και η ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση μέσω της κομματικής ή παραταξιακής προπαγάνδας.
Εάν η πρώτη φιλοκυβερνητική άποψη είναι μια σοβαρή μικροαστική αντίληψη που οδηγεί στον ρεφορμισμό, η δεύτερη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικροαστικός φόβος, ακόμη πιο επικίνδυνος και πιο αντιδραστικός γιατί κρύβεται κάτω από το «υπερεπαναστατικό προσωπείο». Συγκεκριμένα, μάλιστα η εμπειρία της σχέσης ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει πως τελικά ο μικροαστικός φόβος για να μην ενισχυθεί ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ενίσχηση του ΣΥΡΙΖΑ.   
Ας επιστρέψουμε εκεί που ξεκινήσαμε. Στην δημόσια συζήτηση για την εξέγερση της Τουρκίας ξαναμπαίνει πάλι το επιχείρημα του Κοσσίγκα  Ο κόσμος που διαδηλώνει είναι αφελής και εν τέλει παίζει τον ύποπτο ρόλο διαφόρων κέντρων που έχουν ως στόχο την οικονομία της Τουρκίας και την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Ερντογάν. Ταυτόχρονα, είναι εμφάνες πως το κίνημα αυτό προς το παρόν ευνοεί την κεμαλική αντιπολίτευς. Με λίγα λόγια η συζήτηση για τον αυθόρμητο ρόλο ενός κινήματος και τη σχέση της αριστεράς με αυτό επανέρχεται σήμερα με αφορμή την εξέγερση στην Τουρκία. Τι πρέπει να κάνει η αριστερά να μείνει έξω και να καταγγείλει ή να μπει μέσα και να βάλει πολιτικά αιτήματα; Το αίτημα για ανατροπή της κυβέρνησης Ερντογάν ποιόν ενισχύει;
Εκεί η αριστερά όλων των εκδοχών ρεφορμιστική και επαναστατική, κομμουνιστική και ευρωκομμουνιστική, βρίσκεται παρούσα και δίνει τη δική της μάχη μέσα στο αναπτυσσόμενο κίνημα. Αυτό συμβαίνει γιατί το αυταρχικό και αντιδραστικό καθεστώς της Τουρκίας δεν επέτρεπε την εμφάνιση μιας καθεστωτικής αριστεράς ούτε την ανάδυση του φαινομένου της «αριστερής δράσης ως χόμπι». Ακόμα και το πιο ρεφορμιστικό κομμάτι, ακόμα και ο πιο μεταρρυθμιστής δημοκρατικός πολίτης κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να χάσει τη δουλειά του και να βρεθεί στη φυλακή, να τραυματιστεί, να βασανιστεί. Η αριστερά αυτή καταλαβαίνει πως η ανατροπή μιας αντιδραστικής κυβέρνησης (Ερντογάν) από ένα λαϊκό κίνημα, ακόμα και εάν έρθει στη θέση της μια άλλη νέα αντιδραστική κυβέρνηση (Κεμαλικοί) είναι μια σημαντική παρακαταθήκη για τα λαϊκά-ταξικά συμφέροντα και συνολικά για την υπόθεση της απελευθέρωσης. Η νέα κυβέρνηση θα είναι υπόλογη στο λαό με διαφορετικό τρόπο. Οι συσχετισμοί θα έχουν ανατραπεί και ένα νέο ποτάμι θα έχει ξεκινήσει να ρέει αναζητώντας τη θάλασσα ενός νέου κόσμου. Η επαναστατική και κομμουνιστική αριστερά της Τουρκίας στο σύνολό της ιεράρχησε διαφορετικά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Αντέστρεψε την ιεράρχηση και έθεσε το στρατηγικό στόχο στο τιμόνι και την τακτική στις ταχύτητες. Venceremos!!!!  


Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ημερίδα για το 1922: Στις ρίζες μας είναι η Επανάσταση και ο Διεθνισμός

από την Εργατική Αλληλεγγύη

Με επιτυχία έγινε η ημερίδα για τα 90 χρόνια από το 1922 που οργάνωσε το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου - τελικά στο Πολυτεχνείο και όχι στη Νομική όπως αρχικά ήταν προγραμματισμένο - η Ομάδα Ιστορικού προβληματισμού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Η ημερίδα έγινε σε δύο κύκλους συζητήσεων. Στον πρώτο κύκλο με θέμα «Μικρά Ασία: ο άγνωστος πόλεμος για το εκπαιδευτικό σύστημα Ελλάδας και Τουρκίας», ομιλητές ήταν ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, εκπαιδευτικός, ο Κώστας Παλούκης, ιστορικός και ο Μπουλέντ Κεπενέκ – εκπαιδευτικός, καθηγητής τούρκικης φιλολογίας σε γυμνάσιο. Στο δεύτερο κύκλο με θέμα το «Εργατικό κίνημα, Αριστερά σε Ελλάδα και Τουρκία και ο πόλεμος στη Μικρά Ασία», ομιλητές ήταν ο Θανάσης Καμπαγιάννης, ιστορικός, ο Τάσος Κωστόπουλος, ιστορικός, δημοσιογράφος και ο Φώτης Μπενλίσοϊ, ιστορικός, διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου.
Στην πρώτη συζήτηση ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η μικρασιατική εκστρατεία στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια, πώς αποσπάται από το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο και το ρόλο του ιμπεριαλισμού, πώς αποσιωπάται η εξήγηση και η σημασία της ήττας του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, ο ρόλος του ΣΕΚΕ και συνολικότερα του εργατικού κινήματος.
Ο Μπουλέντ Κεπενέκ ανέλυσε πως η εικόνα του “εχθρού έλληνα” έχει χρησιμοποιηθεί από το τουρκικό εκπαιδευτικό σύστημα για να ενισχύσει τον τούρκικο εθνικισμό, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι το γεγονός της κατοχής της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα προκειμένου να δείξει ότι είναι μια υπαρκτή απειλή. Περιέγραψε πώς τα τελευταία χρόνια αυτή η εικόνα έχει αρχίσει να ξεθωριάζει καθώς το ρόλο του “εχθρού” στην εθνικιστική προπαγάνδα έχουν πάρει οι Κούρδοι και ο αντι-κουρδικός εθνικισμός.
Τόνισε επίσης ότι ο εθνικισμός που καλλιεργείται δεν καθορίζει την καθημερινότητα των πολιτών στην Τουρκία ούτε την αμοιβαία συμπάθεια και συνύπαρξη, προσθέτοντας ότι οι αγώνες του λαού στην Ελλάδα ενάντια στην τρόικα και τη ΔΝΤ εμπνέουν το λαό στην Τουρκία.
Ο Κώστας Παλούκης άνοιξε το θέμα για το σχολικό εγχειρίδιο της 6ης Δημοτικού της Μ. Ρεπούση και της επίθεσης που δέχτηκε από την εθνικιστική πλευρά, η οποία αξιοποίησε τα στρογγυλέματα και τις αντιφάσεις του “εκσυγχρονιστικού” λόγου για την οικοδόμηση του έθνους.
Το δεύτερο κύκλο άνοιξε με την εισήγησή του ο Τάσος Κωστόπουλος, παραθέτοντας μια σειρά από ιστορικά στοιχεία και τεκμήρια πάνω στα γεγονότα που αποσιωπά η εθνική αφήγηση για το 1922, βάζοντας ταυτόχρονα το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκε η μικρασιατική εκστρατεία: Της εφόδου του ελληνικού καπιταλισμού της Ελλάδας “των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών” στηριγμένη στο ψέμα της “απελευθέρωσης ελληνικών πληθυσμών” στα πλαίσια της συνολικής ιμπεριαλιστικής εκστρατείας στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την καθοδήγηση και προς εξυπηρέτηση του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Επέμβαση

Ο Φώτης Μπενλίσοϊ μίλησε για τις ρίζες του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος στην Οθωμανική Τουρκία και τη στήριξη των μπολσεβίκων στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα όταν ξέσπασε η ιμπεριαλιστική επέμβαση. Με μια σειρά παραδειγμάτων έδειξε πως η ρώσικη επανάσταση επηρέασε τις μάζες στην Τουρκία, την ίδια στιγμή που ο Κεμάλ έσπευδε να αποκεφαλίσει και να διαλύσει το νεοσύστατο κομμουνιστικό κόμμα για να το αντικαταστήσει με ένα άλλο που να εξυπηρετεί τα ιδεώδη της τουρκικής άρχουσας τάξης και του νεοσύστατου κράτους της.
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης ανέλυσε παραθέτοντας γνωστές και άγνωστες ιστορίες από τα πρώτα βήματα και τη στάση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς στην Ελλάδα απέναντι στον πόλεμο, καταλήγοντας ότι “στις ρίζες της Αριστεράς, όσο αποσιωπημένη και αν είναι η ιστορία αυτή από την ίδια, βρέθηκαν: πρώτον, η οργάνωση εργατικών απεργιών σε καιρό πολέμου που τον διεξάγει η δικιά μας άρχουσα τάξη, δεύτερον, η υποστήριξη εξεγέρσεων στις οποίες σπάνε δυστυχώς τζαμαρίες και βιτρίνες και, τρίτον, η αντιπολεμική προπαγάνδα στο μέτωπο επί ποινή προδοσίας της πατρίδας. Στις ρίζες της Αριστεράς στην Ελλάδα βρίσκεται δηλαδή η επανάσταση και ο διεθνισμός”.
Τις εισηγήσεις ακολούθησαν ερωτήσεις και τοποθετήσεις, ενώ από το Συντονιστικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ο Σ. Αλεξίου κάλεσε όλους τους συμμετέχοντες να δώσουν τη μάχη της επιτυχίας της γενικής απεργίας στις 26 Σεπτέμβρη.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

90 χρόνια από το τέλος του πολέμου στη Μικρά Ασία και την καταστροφή που αυτός επέφερε στους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας


Η Ομάδα Ιστορικού προβληματισμού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διοργανώνει στις 22 Σεπτέμβρη ημερίδα, σε δύο κύκλους συζητήσεων, με την αφορμή της συμπλήρωσης 90 χρόνων από το τέλος του πολέμου στη Μικρά Ασία και την καταστροφή που αυτός επέφερε στους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Η ημερίδα θα γίνει στη Νομική Σχολή (Ακαδημίας 45, 10672 Αθήνα) και ξεκινά στις 17:30.
1ος κύκλος: « Μικρά Ασία: ο άγνωστος  πόλεμος για το εκπαιδευτικό σύστημα Ελλάδας και Τουρκίας» Ομιλητές:


  • Αλέξανδρος Κατσιγιάννης - εκπαιδευτικός
  • Κώστας Παλούκης - ιστορικός
  • Bulent Kepenek – εκπαιδευτικός, καθηγητής τούρκικης φιλολογίας σε γυμνάσιο
2ος κύκλος: «Εργατικό κίνημα, Αριστερά σε Ελλάδα και Τουρκία και ο πόλεμος στη Μικρά Ασία» Ομιλητές:

  • Θανάσης Καμπαγιάννης - ιστορικός
  • Τάσος Κωστόπουλος - ιστορικός, δημοσιογράφος
  • Φώτης Μπενλίσοϊ - ιστορικός, διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             
Επιδιώκουμε η ημερίδα να αποτελέσει κορύφωση ενός εποικοδομητικού διαλόγου. Για το άνοιγμά του καταθέτουμε ένα αρχικό κείμενο με βασικές σκέψεις:

Η «Μικρασιατική Καταστροφή» υπήρξε το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της ανασύστασης ενός ελληνικού κράτους, στα απροσδιόριστα σύνορα της πάλαι ποτέ «βυζαντινής αυτοκρατορίας». Πιο συγκεκριμένα υπήρξε το τέλος του πιο μεγάλου εκσυγχρονιστικού σχεδίου που επιχείρησε να εκτελέσει ποτέ η ελληνική αστική τάξη, δηλαδή την «Ελλάδα των 2 Ηπείρων και των 5 Θαλασσών», την ανάδειξή της σε μια μεγάλη περιφερειακή ιμπεριαλιστική δύναμη και την αναβάθμισή της στην διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Συνεπώς, δεν είναι μόνο οι σημερινοί «νάνοι» πολιτικοί, όπως ο Σημίτης, ο Καραμανλής, ο Γ. Παπανδρέου και ο Σαμαράς, που αποτυγχάνουν στις πλάτες και τις ζωές του λαού αυτής της χώρας, καθώς πολύ καταστροφικότερα αποτελέσματα κατάφεραν εκείνοι οι πιο εμπνευσμένοι και μεγάλοι έλληνες αστοί πολιτικοί, όπως ο Βενιζέλος ή ο Γούναρης, και βέβαια ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ΙΒ΄.  οι φλόγες και οι καπνοί που για 7 ολόκληρες ημέρες σκέπαζαν τον ουρανό της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922 δεν ενταφίασαν απλά τα ιμπεριαλιστικά όνειρα της ελληνικής αστικής τάξης, αλλά κυρίως κατέστρεψαν τις ζωές 1.200.000 ελλήνων μικρασιατών και ποντίων που κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, των χιλιάδων νεκρών που έμειναν πίσω και τους μη καταμετρημένους χιλιάδες πρόσφυγες που πέθαναν από τις κακουχίες των πρώτων ημερών της προσφυγιάς. Έθεσαν σε δοκιμασία ολόκληρη την ελληνική κοινωνία που μέσα έπρεπε να δεχτεί και τελικά να ενσωματώσει προσφυγικό πληθυσμό λίγο μεγαλύτερο από το 1/5 του ντόπιου πληθυσμού.
Η ευθύνη βαραίνει την ελληνική αστική τάξη. Για να εξυπηρετήσει τις επιδιώξεις της επωμίστηκε το ρόλο του χωροφύλακα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και πλήρωσε την ύβρη που επέδειξε πάνω στον τουρκικό πληθυσμό και την ουσιαστική αδιαφορία για τον ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό. Όταν το 1919 ο ελληνικός στρατός ανέλαβε την διοίκηση στην περιοχή της Σμύρνης με επίσημο ρόλο την αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε ως κύριο ζητούμενο την επίδειξη της αποικιακής ικανότητας των ελληνικών αρχών: «να διοικήσωμεν με ανωτερότητα αλλοφύλλους». Αποστέλλοντας ως Ύπατο Αρμοστή τον Αριστείδη Στεργιάδη, μια προσωπικότητα αμφιλεγόμενη σύμφωνα με την εθνικιστική ιστοριογραφία, απλά επέκτεινε στα μικρασιατικά παράλια το αυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλει στην Αθήνα. Εκεί ο ελληνικός στρατός έπρεπε από τη μία να αποκαθιστά και να διαφυλάσσει την τάξη για λογαριασμό των συμμάχων και ταυτόχρονα να δημιουργεί τις υλικές προϋποθέσεις μιας πιο μακροπρόθεσμης κατάκτησης. Τα δύο αυτά καθήκοντα απλά οδήγησαν σε μια ατελείωτη αλυσίδα από αγριότητες και ανθρώπινες τραγωδίες.
Όταν μετά το 1920 ανέλαβαν την διακυβέρνηση της χώρας οι αντιβενιζελικοί με ρητή εκλογική εντολή την κατάπαυση του πολέμου, πούλησαν πολύ γρήγορα και εύκολα το λαϊκό αυτό αίσθημα που τους ανέδειξε στην εξουσία. Διεκδικώντας για τον εαυτό τους τις δάφνες του αντιπάλου θέλησαν να αποδείξουν πως μπορούν να εκφράσουν καλύτερα τα συμφέροντα του μεγάλου ελληνικού κεφαλαίου. Έτσι κήρυξαν πόλεμο «σκληρό μέχρι εξοντώσεως του ενός εκ των δύο αντιπάλων» με σκοπό να εφαρμόσουν τα ανέφικτα σχέδια όλων των κατακτημένων περιοχών που επεκτείνονταν κατά πολύ από τη ζώνη που προέβλεπε η συνθήκη των Σεβρών.
Πολύ σύντομα λοιπόν ο ελληνικός εθνικιστικός ιμπεριαλιστικός φανατισμός προκάλεσε μια μεγάλη εξέγερση του ντόπιου τουρκικού πληθυσμού απέναντι στους κατακτητές ενισχύοντας τον τουρκικό εθνικό στρατό του Κεμάλ Ατατούρκ. Οι προπολεμικές τουρκικές θηριωδίες σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού όχι απλά συνεχίστηκαν αντίστοιχα από τον κεμαλικό στρατό, αλλά βρήκαν και μεγάλη νομιμοποίηση και απήχηση μέσα στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Απέναντι σε αυτόν τον ενθουσιώδη εθνικιστικό στρατό ο ελληνικός στρατός βρέθηκε γερασμένος, δυσκίνητος και στατικός. Οι επιτελικές ανικανότητες και η διάθεση του στρατεύματος να εφαρμοστεί η υπόσχεση για τερματισμό του πολέμου δεν μπορούσαν να αντικατασταθούν παρά μόνο με το ξύπνημα του «μαρμαρωμένου βασιλιά», θαύμα το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε. Παράλληλα, στο διπλωματικό επίπεδο πολύ εύκολα οι «σύμμαχοι» της Αντάντ εγκατέλειψαν την Ελλάδα η οποία παρέμενε μόνη της. Θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει δεκάδες περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις μεγαλύτερων ή μικρότερων "προδοσιών", παραλείψεων, αστοχιών από τη μεριά της αντιβενιζελικής ηγεσίας με βάση τα εθνικά, διπλωματικά και στρατιωτικά κριτήρια, με κορύφωση την διαταγή της απαγόρευσης εξόδου από την Ανατολή όλων των Ελλήνων και την παράδοσή τους στο έλεος του εχθρού, τη στιγμή μάλιστα που αποφάσισαν την στρατιωτική εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας (Ιούλιος 1922).
Η ευθύνη λοιπόν της μικρασιατικής καταστροφής βάραινε την ίδια την ελληνική αστική τάξη και την καθιστούσε υπόλογη απέναντι στους πρόσφυγες, αλλά και τους υπόλοιπους έλληνες. Για να επιλύσει το προσφυγικό ζήτημα που εμφανιζόταν πλέον ως η οξυμμένη πλευρά του κοινωνικού ζητήματος, αναγκάστηκε να υιοθετήσει πρόωρα σε σχέση με άλλες χώρες δομές του κοινωνικού κράτους ώστε να ενσωματώσει τον προσφυγικό πληθυσμό. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα, εποχή διάλυσης του κοινωνικού κράτους, το ίδιο το κράτος στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του προκαλεί αναπροσαρμογή του εθνικού αφηγήματος θίγοντας ακριβώς αυτή τη μνήμη της «καταστροφής», όπως για παράδειγμα έγινε με τη φράση «συνωστισμός». Ο βασικός εκφραστής αυτής της αναθεωρητικής προσπάθειας στηρίζει σήμερα την κυβέρνηση της Τρόικας Εσωτερικού μαζί με τους ακραίους δεξιούς και φασίστες πρώην πολιτευτές του ΛΑΟΣ οι οποίοι υποτίθεται ότι υπεράσπιζαν την «εθνική μνήμη».
Όλα αυτά τα 90 χρόνια απασχολεί το δικαιολογημένο ερώτημα για τη δυνατότητα αποφυγής της μικρασιατικής καταστροφής. Οι απολογητές του βενιζελισμού επιρρίπτουν τις ευθύνες στους αντιβενιζελικούς σαν να μην πολεμούσαν στο μέτωπο οι βενιζελικοί αξιωματικοί, ενώ πολύ όψιμα οι απολογητές του αντιβενιζελισμού επιχειρούν έναν προκλητικό αναθεωρητισμό για τις ευθύνες των Έξι εκτελεσθέντων στο Γουδί ως υπευθύνων για την καταστροφή: Δ. Γούναρη, Π. Πρωτοπαπαδάκη, Ν. Στράτο, Ν. Θεοτόκη, Γ. Μπαλτατζή και αρχιστράτηγο Γ. Χατζηανέστη.
Ίσως την καλύτερη απάντηση θα μπορούσαμε να βρούμε στα κείμενα και τις θέσεις των ελλήνων και βαλκάνιων σοσιαλιστών της εποχής εκείνης. Το Ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ στα 1918 τοποθετήθηκε σε όλα τα πολεμικά ζητήματα υποστηρίζοντας «γενική ειρήνη άνευ προσαρτήσεων και αποζημιώσεων επί τη βάσει του δικαιώματος των λαών να διαθέτουν ελευθέρως τα καθ’εαυτούς» και την άμεσο εκκένωση «των κατειλημμένων υπό των διαφόρων στρατών χωρών». Ζητούσε τη συμμετοχή της Σοβιετικής Ρωσίας στις διαπραγματεύσεις και συμμετοχή αντιπροσώπων των εργατικών τάξεων σε αυτές. Για τα Βαλκανικά ζητήματα αγωνιζόταν για τη δημιουργία Βαλκανικής Δημοκρατικής Ομοσπονδίας και στα πλαίσια αυτά πρότεινε «την παροχήν πλήρους ελευθερίας εις τους πληθυσμούς των νήσων Κύπρου, Ίμβρου, Λήμνου, Τενέδου, Σαμοθράκης και της Β. Ηπείρου να καθορίσουν την τύχην των». Επίσης, πρότεινε «πλήρες δικαίωμα παλιννοστήσεως και αποζημιώσεως δια τους βία εκδιωχθέντας διαφόρους προσφυγικούς πληθυσμούς των βαλκανικών χωρών και της Μικράς Ασίας ανεξαρτήτως φυλής…». Το πιο σημαντικό αίτημα όμως αφορούσε τη μετατροπή του τουρκικού κράτους «εις μίαν Ομοσπονδίαν αποτελουμένην εξ αυτονόμων βιλαετίων δημοκρατικώς οργανωμένων ώστε αι εθνικότητες της Ανατολής να λάβουν αυτόνομον βίον και ούτω να εισέλθουν εις την Βαλκναικήν Δημοκρατικήν Ομοσπονδίαν». Επίσης, οι έλληνες σοσιαλιστές καλούσαν την ελληνική κυβέρνηση να εγκαταλείψει το άρμα του δυτικού ιμπεριαλισμού που πρόδιδε τόσο εύκολα τους συμμάχους τους και να ζητήσει την στήριξη της επαναστατημένης τότε και όχι ακόμα γραφειοκρατικοποιημένης Ρωσίας, όπως ακριβώς είχε πράξει ο Κεμάλ.
Τέλος, οι διεθνιστές κομμουνιστές έδιναν καθημερινά τη μάχη στο μέτωπο ενάντια στον εθνικισμό και τον μιλιταρισμό και απαιτούσαν τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Το ΣΕΚΕ (Κομμουνιστικό) είχε το θάρρος να αντιπαραταχθεί στον πόλεμο και την εθνικιστική υστερία ακόμα και τις στιγμές της –εφήμερης τελικά- δόξας του. Αποκάλεσε την Συνθήκη των Σεβρών «Η ειρήνη την οποία πανηγυρίζουν είναι εκείνη που καθιερώνει την ιδικήν μας δυστυχία και την ιδικήν των κυριαρχίαν. Είναι ειρήνη μεταξύ των αστικών τάξεων των κυρίων μας, εναντίον των εργαζομένων τάξεων των δούλων. Η πατρίς, της οποίας ιδιοποιούνται το όνομα, η πατρίς των, για την οποία μας έστειλαν να πολεμήσουμε, δεν είναι παρά η γεωγραφική εκείνη έκτασις επί της οποίας απλώνεται η εκμεταλλευσίς των. Το μεγάλωμά της δια το οποίον πανηγυρίζουν είναι η επέκτασις των ορίων της εκμεταλλεύσεώς των, και της προσοδοφόρου τοποθετήσεως των κεφαλαίων των...».
Αυτή η στάση δεν ήταν μόνο φραστική. Τα μέλη του πρωτοστάτησαν στους εργατικούς αγώνες και στις απεργίες της περιόδου, που ξεσπούσαν παρά την τρομερή πίεση στους εργάτες να βάλουν πλάτη, να δώσουν αίμα και ιδρώτα για τις φιλοδοξίες του ελληνικού καπιταλισμού και τα συμφέροντα των ιμπεριαλιτών. Είναι ενδεικτικό ότι η κυβέρνηση Γούναρη αποφάσισε να τιμωρήσει εκατοντάδες απεργούς σιδηροδρομικούς τον Φλεβάρη του 1921 επιστράτευοντάς τους και στέλνοντάς τους στη Μικρά Ασία. Εκεί πολλοί από αυτούς συνδέθηκαν με τους «ομίλους» των κομμουνιστών φαντάρων που έκαναν αντιμιλιταριστική, επαναστατική προπαγάνδα στους συναδέλφους τους και αποκάλυπταν τον πραγματικό χαρακτήρα του πολέμου.
Αλλωστε, τον ίδιο μήνα, ο Ευ. Ευαγγέλου, γραμματέας της ΓΣΕΕ (και μέλος του ΣΕΚΕ) υπεράσπιζε στον Ριζοσπάστη την απεργία των υφαντουργών του «Ρετσίνα» στον Πειραιά, προβάλλοντας το αίτημα για «επίταξη» (δηλαδή κρατικοποίηση του εργοστασίου) χωρίς αποζημίωση για το αφεντικό, συνδέοντας τη διεθνιστική, αντιπολεμική πολιτική με το ταξικό συμφέρον και ανάγκες των εργατριών. Μιας και ο πελάτης της επιχείρησης ήταν ο στρατός (δηλαδή το κράτος) και οι δε καταναλωτές των προϊόντων «διατελούν υπό επίταξιν […] πολεμούντες εις άγνωστα εδάφη διά την μεγάλην πατρίδα του κ. Ρετσίνα και των λοιπών μεγαλοβιομηχάνων, οι οποίοι αύριον θα επεκτείνουν τας εργασίας των εις τα διά του αίματος των αδελφών των δυστυχισμένων αυτών εργατριών καταλαμβανόμενα μέρη. Αλλά το κράτος εννοεί να αναμιχθή, δεν εννοεί να θίξει την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας». Η σημερινή αντικαπιταλιστική και επαναστατική αριστερά έχει πολλά να διδαχθεί από τις ταξικές μάχες και τα πολιτικά προχωρήματα εκείνης της «πρώτης σταδιοδρομίας του ελληνικού προλεταριάτου».
H στάση και οι αγώνες των διεθνιστών κομμουνιστών εκείνης της περιόδου έδειχναν το δρόμο για να αποφευχθεί η σφαγή και η τραγωδία: οι αρχές της ειρήνης, του αλληλοσεβασμού, της δημοκρατίας και του διεθνισμού ήταν η μόνη δυνατή άλλη λύση. Αυτή όμως δεν μπορούσαν να την επιβάλουν οι εθνικιστές και αστοί ιμπεριαλιστές πολιτικοί που ενδιαφέρονταν για ομοιογενή εθνικά κράτη ελεγχόμενα απολύτως από τις αστικές τάξεις τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας. «Ομοιογενή εθνικά κράτη» σήμαινε εθνοκαθαρίσεις, βιαιοπραγίες, δολοφονίες, πολέμους, καταστροφές, προσφυγιά τόσο για τους έλληνες όσο και για τους τούρκους. Οι μόνοι που μπορούσαν να την επιβάλουν ήταν οι ίδιοι οι λαοί ακολουθώντας το παράδειγμα του επαναστατημένου ρωσικού λαού.
Η ελληνική αστική τάξη « τιμά» τα 90 χρόνια από τη «Μικρασιατική Καταστροφή» διαμορφώνοντας το «κατάλληλο» σκηνικό, μια  σύγχρονη μεγάλη Κοινωνική Καταστροφή. Φτώχια, ανεργία,  αυτοκτονίες και  δολοφονικές φασιστικές επιθέσεις φέρνει ο Σεπτέμβρης του 2012 στην μνημονιακή Ελλάδα της ΕΕ και του ΔΝΤ, της κυβερνώσας Τρόικας Εσωτερικού(ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ)                                                
Η μόνη δυνατή επίλυση της κρίσης και της αναίρεσης της Κοινωνικής Καταστροφής δεν είναι δυνατόν να επέλθει μέσα από τα σχέδια των αστικών πολιτικών κομμάτων που προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν την κρίση και τις συνέπειές της στη ζωή του εργαζόμενου λαού. Η πάλη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή είναι η μόνη επιλογή για τους εργαζόμενους και τους νέους, ντόπιους και ξένους
πηγή: http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Να σταματήσουν τώρα τα πογκρόμ της αστυνομίας και των φασιστών ενάντια σε μετανάστες και πρόσφυγες


Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καταγγέλλει τις «επιχειρήσεις-σκούπα» εναντίον μεταναστών και προσφύγων, τις συλλήψεις και τον εγκλεισμό σε σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η κυβέρνηση Σαμαρά την ίδια ώρα που ξέρει να λέει μόνο «ναι» στους εκβιασμούς της Τρόικας σπεύδει τώρα να «επιδείξει πυγμή» απέναντι στους μετανάστες. Ουσιαστικά, υιοθετεί πλήρως την ατζέντα της νεοναζιστικής «Χρυσής Αυγής», ελπίζοντας η εικόνα «νόμου και τάξης» να καλύψει την πραγματικότητα της κοινωνικής καταστροφής που έχουν οδηγήσει τα εξοντωτικά μέτρα λιτότητας. Την ίδια ώρα τα καθεστωτικά ΜΜΕ σπεύδουν να διαδώσουν το ρατσιστικό δηλητήριο και να δικαιώσουν την επίδειξη αυταρχισμού.
Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ παλεύουμε για μια ριζικά διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος της μετανάστευσης. Ξέρουμε καλά ότι τη λύση δεν τη δίνουν τα κλειστά σύνορα και οι φράχτες, αλλά ο αγώνας ενάντια στους πολέμους, την εξαθλίωση και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, ενάντια σε ό,τι υποχρεώνει τους ανθρώπους να αναζητήσουν την τύχη τους μακριά από την πατρίδα τους. Ότι ένα μέρος των μεταναστών στην Ελλάδα, είναι εγκλωβισμένοι εδώ εξαιτίας της στρουθοκαμηλικής πολιτικής της ΕΕ και της συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ. Ότι την εγκληματικότητα τη γεννά η φτώχεια και η εξαθλίωση και όχι η εθνικότητα. Ότι ήταν οι Έλληνες λαθροεργοδότες και λαθροϊδιοκτήτες που πλούτισαν από την εκμετάλλευση των μεταναστών. Ότι η νομιμοποίηση και το να έχουν χαρτιά όλοι οι μετανάστες, είναι ο μόνος τρόπος για σπάσει ο φαύλος κύκλος της παρανομίας και της υπερεκμετάλλευσης.
Για μας οι μετανάστες και οι πρόσφυγες είναι τα θύματα και όχι το πρόβλημα. Είναι οι συνάδελφοι στην εργασία και οι σύντροφοι στον αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση των Μνημονίων και του ρατσισμού, ενάντια στις φασιστικές συμμορίες και την κρατική καταστολή. Ντόπιοι και μετανάστες μπορούμε να οικοδομήσουμε τους όρους για μια ζωή πραγματικά αξιοβίωτη.
  • Να σταματήσουν τώρα τα πογκρόμ της αστυνομίας και των φασιστών ενάντια σε μετανάστες και πρόσφυγες
  • Να σταματήσουν τα σχέδια για στρατόπεδα συγκέντρωσης
  • Νομιμοποίηση όλων των μεταναστών τώρα!
     

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Για το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μάη

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μάη σηματοδοτεί πρώτα από όλα την εκκωφαντική καταδίκη των πολιτικών των Μνημονίων και της Τρόικας και τον καταποντισμό των κομμάτων της συγκυβέρνησης, το τέλος των απειλών ότι «αν δεν ψηφίσουμε αυτούς που πρέπει» θα μας διώξουν από το ευρώ και την ΕΕ.

Παρά την -ως τελευταία στιγμή- στήριξη που παραχώρησαν όλα τα ΜΜΕ στα κόμματα του μαύρου μετώπου, είναι εκκωφαντική η απόρριψη της λιτότητας, της κοινωνικής καταστροφής, της μειωμένης λαϊκής κυριαρχίας από τον εργαζόμενο λαό!
Οποιαδήποτε σκέψη ή προσπάθεια για διαμόρφωση κυβέρνησης που να εφαρμόσει τέτοιες πολιτικές ισοδυναμεί με πραξικόπημα ενάντια στη βούληση του λαού!
Οι εκλογές ανέδειξαν μια μεγάλη στροφή του λαού προς την Αριστερά, δείχνοντας ότι μεγάλο τμήμα του λαού στρέφει τις ελπίδες του στην Αριστερά. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην δικαίωση των πολιτικών των ηγεσιών της, αλλά προσδοκία για μια σύγκρουση με την πολιτική των Μνημονίων, της Τρόικας και της ΕΕ, για να έρθει πραγματικά ο λαός στο τιμόνι. Τα κόμματα και τα μέτωπα της Αριστεράς θα κριθούν το επόμενο διάστημα από το αν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε αυτή την ελπίδα, αλλά και στις παρακαταθήκες των μεγάλων αγώνες που προηγήθηκαν, εκεί όπου ακριβώς γεννήθηκε η ελπίδα. Πρώτα και κύρια λοιπόν θα κριθεί όλη η Αριστερά από το αν θα στηρίξει την ενωτική πάλη των εργαζόμενων για την οριστική απεμπλοκή από το Μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση, τις πολιτικές του κεφαλαίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αποτελούν βρόχο στο λαιμό του εργαζόμενου λαού ή αν η δύναμή της θα σπαταληθεί σε αδιέξοδες λογικές κυβερνητικής διαχείρισης της σημερινής κατάστασης, που θα σπείρει απογοητεύσεις, ή στην εμμονή της άρνησης για μετωπική ανατρεπτική κοινή δράση στους αγώνες, που τόσο έχει κοστίσει στο λαϊκό κίνημα.
Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η αντιμνημονιακή διάθεση και η οργή του λαού ενίσχυσε επίσης τους «Ανεξάρτητους Έλληνες» του κ. Καμμένου, κόμμα με επιθετικές αστικές θέσεις που καμία σχέση δεν έχουν με τα λαϊκά συμφέροντα. Ακόμη πιο θλιβερό το ποσοστό της φασιστικής ακροδεξιάς συμμορίας Χρυσής Αυγής. Η ενίσχυση αυτή αποτυπώνει και την προσπάθεια δυνάμεων του συστήματος να σπρώξουν την οργή του λαού σε ρατσιστικές και ακροδεξιές διεξόδους, τις οποίες θα χρησιμοποιήσουν την επόμενη μέρα για να χτυπήσουν την Αριστερά και το λαϊκό κίνημα. Η ίδια η συγκυβέρνηση του μαύρου μετώπου τους άνοιξε το δρόμο με τις πολιτικές καταστολής και ρατσισμού. Πιστεύουμε ότι ο ελληνικός λαός θα γυρίσει τελικά την πλάτη του στους νοσταλγούς του ναζισμού, κατανοώντας πόσο βαθιά φιλοσυστημική ψήφος είναι, θα συναντηθεί με την μνήμη και την παράδοση του συλλογικού αγώνα ενάντια στο φασισμό.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατάφερε μια σημαντική καταγραφή, με υπερτριπλασιασμό του ποσοστού και των ψήφων της σε πανελλαδική κλίμακα (σε σχέση με τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές). Δώσαμε τη μάχη των εκλογών με εκατοντάδες εκδηλώσεις σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας, όπου παρουσιάστηκε η πολιτική πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για έναν άλλο δρόμο, έξω από το χρέος, το Μνημόνιο, το ευρώ και την ΕΕ. Η πρόταση αυτή έγινε αντικείμενο συζήτησης με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές, κάτι που αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη και καταγράφηκε σε σημαντικό βαθμό και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι το αποτέλεσμα ήταν χαμηλότερο των προσδοκιών των αγωνιστών που έδωσαν τη μάχη, δείχνει ότι έχουμε ακόμη δρόμο να διανύσουμε ώστε το εύρος, η ποιότητα και το βάθος των πολιτικών δεσμών που οικοδομήθηκαν με τον κόσμο του αγώνα να είναι αντίστοιχες αυτών που απαιτούν η οξύτητα της πολιτικής διαπάλης και τα διλήμματα που θέτουν οι πολιτικές συνθήκες. Το χτεσινό αποτέλεσμα, όμως, αναδεικνύει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε ένα υπαρκτό ρεύμα εντός της κοινωνίας και της Αριστεράς.
Ο αγώνας για την Αριστερά της νικηφόρας ανατροπής συνεχίζεται. Ο αγώνας για την αποδέσμευση του λαού από τα Μνημόνια, το χρέος, το ΔΝΤ και την ΕΕ συνεχίζεται αμείωτος από αύριο στους δρόμους.
Όπως το γνωρίζαμε από την αρχή, η σημαντικότερη μάχη θα δοθεί εκεί που είναι η πραγματική δύναμη του λαού: στα σωματεία, στις συνελεύσεις, στους εργατικούς αγώνες για την υπεράσπιση της συλλογικής σύμβασης, της υγείας, της παιδείας. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συνεχίσει αποφασιστικά, όπως το έκανε και πριν τις εκλογές στο κάλεσμα για τη δημιουργία ενός αγωνιστικού πλατιού Μετώπου ρήξης και ανατροπής της επίθεσης. Επιμένουμε στο ανοιχτό και συντροφικό κάλεσμα για συσπείρωση, συμπόρευση και συνεργασία προς όλες και όλους τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές, τις συλλογικότητες και τα ρεύματα, που δύο χρόνια τώρα έδωσαν την μάχη με το σκοτάδι του Μνημονίου, της Τρόικας της Ευρωχούντας, που θέλουν να δυναμώσει  το ανατρεπτικό, ταξικό εργατικό κίνημα, για να ανατρέψουμε κάθε απόπειρα εφαρμογής της ίδιας αντιδραστικής πολιτικής κεφαλαίου-ΕΕ- ΔΝΤ!

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ευχαριστεί τα χιλιάδες μέλη, τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές, τις φίλες και τους φίλους που με αυταπάρνηση έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό και σε αυτή τη μάχη. Η συντροφικότητα, η συλλογικότητα, η πλατιά απεύθυνση, οι σχέσεις που οικοδομήθηκαν με χιλιάδες αγωνιστές σε όλη τη χώρα αποτέλεσε την πιο πολύτιμη εμπειρία, μέσα από την οποία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τις συλλογικές της διαδικασίες θα μπορέσει να πλουτίσει, να κάνει νέα βήματα για να ανταποκριθεί καλύτερα στις απαιτήσεις των μεγάλων αγώνων που μας περιμένουν, με την πολιτική και οργανωτική της ενδυνάμωση και το βάθεμα της δημοκρατίας στο εσωτερικό της.

Οι δρόμοι γράφουν τη δική τους ιστορία, από σήμερα και πάλι ανταρσία…

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Λαϊκή ανταρσία στις κάλπες, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στη Βουλή!






Kώστας Μάρκου
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρίσκεται πολύ κοντά στην είσοδό της στη Βουλή! Αυτό δείχνουν όλες οι «μυστικές» δημοσκοπήσεις, οι οποίες έφτασαν στα χέρια δημοσιογραφικών επιτελείων μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων, την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή, σύμφωνα με απολύτως αξιόπιστες πληροφορίες του Πριν, σε συνδυασμό με μια «λαϊκή ανταρσία» στις κάλπες, η οποία οδηγεί ΝΔ και ΠΑΣΟΚ σε μεγάλη πτώση. Με βάση αυτές τις δημοσκοπήσεις, την περασμένη εβδομάδα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε αποσπάσει ήδη ποσοστά της τάξης του 2,4 - 2,8% στην απόφαση ψήφου, ενώ παρέμενε, μέχρι προχθές, ένα ακόμη υψηλότατο ποσοστό αναποφάσιστων της τάξης του 15%, που θα κριθεί πάνω στην κάλπη και από το οποίο, πάλι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διεκδικούσε ένα πρόσθετο 3% με 4% επί των αναποφάσιστων. Επαναλαμβάνουμε, ότι όλα τα παραπάνω δεν στηρίζονται απλά στη γενική εμπειρική μας εκτίμηση, η οποία απλώς επιβεβαιώνεται. Φαίνεται, όμως, ότι η ανοδική τάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποκρυβόταν εδώ και καιρό.
Η τάση αυτή είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να ανατραπεί, εκτός πολύ σημαντικού «γεγονότος» με χαρακτήρα γενικευμένης προβοκάτσιας, κάτι που πρέπει να θεωρείται πολύ δύσκολο. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η είσοδος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη Βουλή είναι ένας απολύτως ρεαλιστικός στόχος, ο οποίος εξαρτάται πλέον μόνο από τη γεμάτη αυταπάρνηση, ακούραστη και χωρίς όρια δουλειά των μελών και φίλων της!
Από αυτή τη σκοπιά, το επιχείρημα της «χαμένης ψήφου» στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έθεσαν σε εφαρμογή αριστερά και δεξιά επιτελεία, δεν έχει πλέον καμία ισχύ. Αντίθετα, ακριβώς η ψήφος όλων των ταλαντευόμενων προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά ακόμη και η ψήφος ήδη καταληγμένων που γνωρίζουν και συμφωνούν με το πρόγραμμά της, αλλά είχαν επηρεαστεί από τη θεωρία της «εκλογικής χρησιμότητας», πρέπει να σταθμιστεί με βάση τα νέα δεδομένα.  
Ακόμη και αγωνιστές και γενικότερα πολίτες, οι οποίοι δεν συμφωνούν με κάθε λεπτομέρεια του προγράμματός της, αλλά θέλουν να τιμωρήσουν τα «μνημονιακά» κόμματα και θέλουν να δυσκολέψουν το σχηματισμό «μνημονιακής» κυβέρνησης, θα εξυπηρετήσουν αυτό το στόχο τους πολύ καλύτερα και με πολύ πιο χρήσιμο για το λαό τρόπο, εάν ψηφίσουν ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη στείλουν στη Βουλή. Γιατί ψηφίζοντας ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμβάλουν στο να αφαιρεθούν οκτώ έδρες κυρίως από τη ΝΔ, η οποία, παρά τη μεγάλη πτώση που προβλέπουν οι δημοσκοπήσεις, θα είναι πρώτο κόμμα.
Οι τάσεις δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα είναι τρίτο κόμμα εάν όχι δεύτερο, το ΚΚΕ σε στασιμότητα αλλά μπορεί να έχει ακόμη και μείωση των ποσοστών του, ωστόσο θα κινηθεί σε υψηλά ποσοστά, ενώ τα άλλα ψηφοδέλτια της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς δεν καταγράφονται δυστυχώς στα «κρυφά» γκάλοπ.
Η γενική τάση των εκλογών έχει ήδη κριθεί, μένουν όμως κρίσιμες «λεπτομέρειες» στην τελική διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος, που θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Στις λεπτομέρειες κρύβονται οι «διάβολοι» της Βουλής. Η γενική τάση είναι η διπλή κατάρρευση του δικομματισμού, ο οποίος πασχίζει να ξεπεράσει το 40%, ενώ δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μαζί ΝΔ και ΠΑΣΟΚ θα προσεγγίσουν το 45%. Την εκτίμηση αυτή συμμερίζεται, για παράδειγμα, και το Έθνος της Πέμπτης, στο οποίο σημειωνόταν: «Πολλαπλασιάζονται αντί να μειώνονται, όσο πλησιάζει η ώρα της κάλπης, οι ‘’γκρίζες ζώνες’’ για τα δύο μεγάλα κόμματα, γεγονός που αποτυπώνεται πλήρως σε όλα τα ‘’κρυφά γκάλοπ’’ που διενεργούνται για λογαριασμό της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στο ‘’παρά πέντε’’ της αναμέτρησης». Και προσθέτει: «Αυτήν τη στιγμή το άθροισμα των ποσοστών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αρκετά κάτω από το 50%, γεγονός που θα προκαλέσει -εάν παραμείνει- πολλά και ποικίλα προβλήματα την επόμενη μέρα των εκλογών». Και συνεχίζει: «Σύμφωνα με τις έρευνες, παρά την πολιτική πόλωση, την προβολή σοβαρών διλημμάτων που θέτουν οι κ. Βενιζέλος και Σαμαράς, τα λεγόμενα μικρότερα κόμματα της Αριστεράς αλλά και της Δεξιάς, κάθε άλλο παρά έχουν πληγεί». Για να καταλήξει το κύριο άρθρο της εφημερίδας: «Εάν η εικόνα αυτή δεν μεταβληθεί μέσα στις τρεις ημέρες που υπολείπονται για τις εκλογές, τότε το τοπίο την επόμενη ημέρα θα είναι τελείως διαφορετικό. Θα πρόκειται για την κατάρρευση ουσιαστικά του δικομματισμού στην Ελλάδα, κάτι που δεν συνέβη ποτέ από το 1974 έως και σήμερα».
Αυτή η τάση έχει πλέον παγιωθεί και δεν αλλάζει. Όλες οι «μυστικές» δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι δεν φτάνουν με τίποτα το πολυπόθητο 50%, εκτός απροόπτου, όπως προαναφέραμε. Ωστόσο, εάν μείνουν έξω από τη Βουλή πολλά «μικρά» κόμματα, θα μπορέσουν, παρόλα αυτά, να ξεπεράσουν μαζί τις 150 έδρες. Και φαίνεται ότι η γενική κατάρρευση του δικομματισμού οδηγεί στο να διεκδικούν την είσοδο στη Βουλή περισσότερα από τα δέκα κόμματα που εμφάνιζαν οι δημοσκοπήσεις μέχρι τώρα. Αλλά επειδή τα μνημόνια έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα από το λαό, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ θα χρειαστούν αριστερά και δεξιά δεκανίκια για να συγκυβερνήσουν.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η αποφασιστική αναμέτρηση για την ανατροπή ή όχι και στην πράξη της αντιδραστικής πολιτικής και της σαρωτικής επέλασης του κεφαλαίου, δεν θα γίνει στο κοινοβούλιο. Ωστόσο, κάθε σώφρων άνθρωπος, πολύ περισσότερο οι αγωνιστές της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, καταλαβαίνουν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα παίξει προωθητικό ή ανασταλτικό ρόλο στη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Και ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη Βουλή σημαίνει, πολύ απλά, μεγαλύτερη δύναμη στο πρόγραμμά της, συμβολή στη γενική άνοδο της οργάνωσης, της αποφασιστικότητας και της προοπτικής του λαϊκού κινήματος και των αγώνων του, στα επαναστατικά γεγονότα που πλησιάζουν με ταχύτητα μεγαλύτερη, μετά από τον εκλογικό τεκτονικό σεισμό που αναμένεται.
προδημοσίευση άρθρου στο ΠΡΙΝ 6/5/2012

Σύντομη Περιγραφή: 

Kώστας Μάρκου
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρίσκεται πολύ κοντά στην είσοδό της στη Βουλή! Αυτό δείχνουν όλες οι «μυστικές» δημοσκοπήσεις, οι οποίες, σύμφωνα με απολύτως αξιόπιστες πληροφορίες του Πριν, σε συνδυασμό με μια «λαϊκή ανταρσία» στις κάλπες. Την περασμένη εβδομάδα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε αποσπάσει ήδη ποσοστά της τάξης του 2,4 - 2,8% στην απόφαση ψήφου, ενώ παρέμενε, μέχρι προχθές, ένα ακόμη υψηλότατο ποσοστό αναποφάσιστων της τάξης του 15%, που θα κριθεί πάνω στην κάλπη και από το οποίο, πάλι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις,

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

γιατί στηρίζω ΑΝΤΑΡΣΥΑ….




Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η μόνη αριστερή δύναμη η οποία η ίδια, αλλά και οι συνιστώσες της από την αρχή της κρίσης σήκωσαν το γάντι της αναμέτρησης με όλα τα κεντρικά ερωτήματα:

ανέλυσε την κρίση και έδωσες τις μόνες σοβαρές και ρεαλιστικές απαντήσεις απέναντι στην μνημονιακή πολιτική τρόικας, ΕΕ, ΔΝΤ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ
·        ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΕ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ!
·        ΑΝΥΠΑΚΟΗ, ΡΗΞΗ, ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ, ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ, ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

η ευρώπη φτιάχτηκε όχι για να στηρίζει τους εργάτες, αλλά τα αφεντικά. Από την εποχή της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη οι μισθοί έπεφταν, οι αγροί έμεναν ακαλλιέργητοι και τα εργοστάσια κλείνανε. Οι φτωχοί γίνονταν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Έξω από την ΕΕ δε θα πεινάσουμε, μέσα στην ΕΕ πεινάμε.
Ο Ευρωπαϊσμός είναι η πιο αντιδραστική ιδεολογία σήμερα. Είναι ο ευρωπαϊκός εθνικισμός. Στην πλειοψηφία των εργατών καλλιεργεί την αυταπάτη ότι είναι ανώτεροι από τους λαούς των εθνών που είναι έξω από την ΕΕ και τους προσδένει σε μια ιμπεριαλιστική και αντεργατική πολιτική, για να μην γίνουν σαν εκείνους που είναι έξω από την ΕΕ. Στην τρομοκρατία τους δε μασάμε:απαντάμε έξω από την ΕΕ

·        ΠΑΥΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ
·        ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΤΩΡΑ!
δε χρωστάμε τίποτε στους τραπεζίτες καλύτερα να χρεωκοπήσουν αυτοί παρά να πεθάνει ο λαός

·        ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ, ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ, ΤΙΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΥΚΕΤΑ!
·        ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ, ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,
·        ΣΤΑΘΕΡΗ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!
με αφορμή την μνημονιακή πολιτική καταστρέφουν εργατικα δικαίωματα και εργατικές και δημοκρατικές κατακτήσεις, οδηγούν στην εξαθλίωση και την φτώχια, και όλα αυτά προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου και των τραπεζιτών

·        ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, ΜΕ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΕΛΕΓΧΟ,
·        ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ
είναι η μόνη απάντηση που μπορεί να ξαναβάλει μπροστά την παραγωγική μηχανή της Ελλάδας. Η πολιτεία να δώσει σε συνεταιρισμούς τα κλειστά εργοστάσια, αλλά και να φτιάξει καινούργια με δημόσιο-εργατικό έλεγχο, και να φτιάξει αγροτικούς συνεταιρισμούς. Εκεί να δουλέψουν άνεργοι, φτωχοί και μετανάστες. Η Ελλάδα είναι πολύ πλούσια χώρα μπορούμε να ζήσουμε όλοι αξιοπρεπώς.
Σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα μπορούμε να ξανασηκώσουμε κεφάλι ως χώρα και ως εργαζόμενοι

·         ΟΧΙ ΣΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ - ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
·         ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ!
η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αγωνίζεται για μια άλλη δημοκρατία που θα είναι η δημοκρατία των εργατών, των φτωχών και των αγροτών, θα βασίζεται στην εμπειρία των λαϊκών συνελεύσεων. Αυτή η δημοκρατία είναι το αντίπαλο δέος στην «δημοκρατία» που είναι στην πράξη «δικτατορία των αγορών῾

·        ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΙΝΗΜΑ
·        ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωταγωνίστησε στην δημιουργία του Συντονιστικού των Πρωτοβάθμιων Σωματείων κόντρα στην λογική του ξεπουλημένου και εργοδοτικού συνδικαλισμού ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ. Το Συντονιστικό ήταν αυτό που έδωσε τη μεγάλη μάχη σε όλους τους εργατικούς αγώνες (νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια, Μετρό, λεωφορεία, ΟΣΕ, ΔΕΗ, ΟΤΑ κλπ) συσπειρώνοντας τα πιο μαχητικά τμήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

·        ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΑΖΙΚΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΤΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε φοβήθηκε το αυθόρμητο κίνημα του λαού τον Ιούνη του 2011. Αντίθετα, συμμετείχε με σεβασμό στην αυτονομία και χωρίς διάθεση για καπέλωμα και αποτέλεσε έναν σαφή εργατικό και αντικαπιταλιστικό πόλο. Συγκεκριμένα συνέβαλε να συγκροτηθεί η Επιτροπή ΔΕΝ Χρωστάμε, Δεν Πουλαμε, Δεν πληρώνουμε, ενώ μέλη της έδρασαν καθοριστικά στις συνελεύσεις της πλατείας Συντάγματος

·         ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ,
·         ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΣΤΕΓΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ!
Η μετανάστευση από πρόβλημα μπορεί να γίνει ωφέλιμη και για την κοινωνία και της οικονομίας. Δεν φταίνε οι μετανάστες που κελίνουν τα εργοστάσια και όλες οι επιχειρήσεις. Αντίθετα, μετανάστες και άνεργοι μπορούν να αποτελέσουν την πιο δημιουργική δύναμη για μια άλλη οικονομία και χώρα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δίνει τη μάχη για το μεταναστευτικό από εργατική και διεθνιστική πλευρά.
θεωρούμε ότι η πραγματοποίηση των προγραμματικών μας στόχων πρέπει να γίνει με

·         ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΡΗΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ!
·         ΑΠΕΡΓΙΕΣ ΚΑΙ ΑΓΩΝΕΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ, ΠΑΛΛΑΪΚΟΣ ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ!
·         ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ!

η αριστερά;οφείλει από τη μία να διακόψει με τον ευρωπαϊσμό και την διαχειριστική λογική (ΣΥΡΙΖΑ)
και από την άλλη με τον σεχταρισμό και την ακινησία (ΚΚΕ)
αλλά καόμη και με τις διαφορές μεας μπορούμε να είμαστε μαζί σε αγώνες και μέτωπα με στόχο τη ΝΙΚΗ


η επιτυχία των προγραμματικών στόχων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ρεαλιστικοί στο παρόν, αλλά ανοίγουν ακόμα περισσότερο μια πόρτα, κάνουν ένα μεγάλο βήμα στην μάχη για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για την πραγματική απελεύθέρωση των εργατών και του ίδιου του ανθρώπου από τον καπιταλισμό

πέρα από την αριστερά που ταυτίζεται με τον ηττημένο και απαξιωμένο στα μάτια όλου του κόσμου ανύπαρκτου σοσιιαλισμού (ΚΚΕ)
πέρα από την αριστερά που οραματίζεται μια νέα σοσιαλδημοκρατία στη θέση της παλιάς ηττημένης (ΣΥΡΙΖΑ)

ξαναθεμελιώνοπυμε το όραμα της ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ και της ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ

·         Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΕΙ Η ΝΙΟΤΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΘΑ ΜΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΕΙ

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αγωνίζεται να μπει στην βουλή και είναι σημαντικό:
για να μπορεί να δώσει μαζί με τον λαό τους αγώνες που έρχονται από καλύτερες θέσεις μέσα και έξω από την βουλή
για να προωθηθεί το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα
για να γίνει βήμα όλων των μαχητικών εργαζομένων


νίκη σε αυτές τις εκλογές είναι:
 να ηττηθεί το μαύρο μέτωπο της τροίκας και να μην μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ –ΝΔ
να πάρει συνολικά η αριστερά όλων των αποχρώσεων όσο το δυνατόν ποιο υψηλά ποσοστά
να μπει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην βουλή
να μην μπει η Χρυσή Αυγή


Κώστας Παλούκης

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας της επανάστασης του 1821



του Κώστα Παλούκη, Νομική, 20/3/2012
Ο χαρακτηρισμός της φυσιογνωμίας μιας επανάστασης είναι βέβαια αναγκαίος και ως προς τα πολιτικά-ιδεολογικά, αλλά και ως προς τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του. Οι πολλαπλές αναγνώσεις του 1821 είτε προκρίνουν τη λατρεία των στρατιωτικών αρχηγών είτε των πολιτικών και των κοτζαμπάσιδων συνήθως εμμένουν αποκλειστικά στην εθνική ή κοινωνική πλευρά της επανάστασης. Πολλές φορές η επανάσταση φαντάζει σαν μια διαδικασία σύγκρουσης πελατειακών και συγγενικών συσσωματώσεων χωρίς αρχές με σκοπό αποκλειστικά την εξουσία και το κέρδος, ή σαν ένα διπλωματικό παιχνίδι των ξένων δυνάμεων και των υποτελών τους ξενικών κομμάτων ή σε πιο πρόσαφατες αναγνώσεις σαν μια ατελείωτη εκατόμβη νεκρών. Αυτό συνήθως συμβαίνει διότι το 21 προσφέρεται κυρίως για ιδεολογικοποίηση των πολιτικών αντιλήψεων και πρακτικών όλων των ρευμάτων και των κομμάτων σε κάθε συγκυρία. Ωστόσο παρά τις πολλές διαφοροποιήσεις οι αναγνώσεις του 1821 διατηρούν έναν κοινό τόπο, δηλαδή την υποτίμηση του δημοκρατικού και ριζοσπαστικού χαρακτήρα της επανάστασης.  
Ο μαρξιστικός λόγος στην Ελλάδα εμφανίστηκε επανερμηνεύοντας την ελληνική επανάσταση, όπως π.χ. Το Κοινωνικό Ζήτημα του Γ. Σκληρού, ή ακόμη περισσότερο Η κοινωνική σημασία της επανάστασης του 1821 του Γ. Κορδάτου. Και οι δύο, παρότι σχηματοποιούμε τις απόψεις τους, εστίαζαν στον αστικό χαρακτήρα της επανάστασης με την έννοια ότι η επανάσταση πραγματοποιήθηκε από μια ελληνική αστική τάξη. Αν και θεωρούν πως οι αστοί τελικά ηττήθηκαν στην επανάσταση από τους κοντζαμπάσιδες, ωστόσο και οι δύο αναγνωρίζουν ότι μέχρι το 1880 επιτεύχθηκε σταδιακά η ολοκλήρωση του αστικού μετασχηματισμού του νέου ελληνικού κράτους. Μια τέτοια αναγνώριση έθετε ως επιταγή για την αριστερά το επόμενο βήμα, δηλαδή την μετάβαση στον σοσιαλισμό. Όταν όμως το κομμουνιστικό κίνημα άλλαξε στρατηγικό προσανατολισμό στα μέσα της δεκαετίας του 1930, άλλαξε και τον τρόπο πρόσληψης του 1821: δεν είναι οι αστοί πλέον, αλλά ο λαός με τους λαοπρόβλητους στρατιωτικούς ηγέτες που έκανε την επανάσταση όχι μόνο ενάντια στους οθωμανούς, αλλά και ενάντια στους αστούς και τους προδότες κοντζαμπάσιδες. Αυτή η ανάγνωση πιστεύει πως ο αστικός δημοκρατικός χαρακτήρας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στην Ελλάδα, συνεπώς θεωρήθηκε καθήκον του προλεταριάτου να οργανώσει μια αστικοδημοκρατική επανάσταση που θα μετατραπεί αμέσως σε σοσιαλιστική. Κύριος ιδεολογικός εκφραστής του σχήματος αυτού ήταν ο Γιάννης Ζεύγος.
Και τα δύο αυτά γενικά σχήματα ενέχουν σοβαρές αδυναμίες – κυρίως το δεύτερο – αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν πολλά χρήσιμα θετικά στοιχεία. Αυτό το οποίο απουσιάζει γενικά από τις περισσότερες επίσημες ή αριστερές αναγνώσεις του 1821 είναι η συστηματική παρακολούθηση του λόγου των ίδιων των υποκειμένων με βάση τις διατυπωμένες αρχές και θέσεις τους. Εδώ θα προσπαθήσω να παρουσιάσω πλευρές του πολιτικού, ριζοσπαστικού και δημοκρατικού χαρακτήρα της επανάστασης.
Με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης ενσωματώνεται ως κατακτημένη και βρίσκεται πράγματι με όρους ομηρείας, αλλά εσωτερικά άθικτη η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μαλιστα, τα πολυδιασπασμένα τμήματα της Αυτοκρατορίας επανενοποιούνται και θα έλεγε κανείς πως η αυτοκρατορία επανασυστήνεται ως κατακτημένο μιλλέτ κάτω από την πατριαρχική πλέον και όχι αυτοκρατορική μήτρα. Μέχρι τον 17ο αιώνα η οποιαδήποτε ιδέα «απελευθέρωσης»  από τον Σουλτάνο αφορά την ανασύσταση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όχι μέσα από μια επανάσταση, αλλά μέσα από μια κατάκτηση από έναν άλλο ομόδοξο βασιλιά. Αυτή ήταν η πολιτική ουσία του μύθου για το ξανθό γένος. Ουσιαστικά δηλαδή ευαγγελίζεται την ίδρυση ενός βασιλείου τύπου Παλαιού Καθεστώτος. Συνεπώς, η διατήρηση και η αναθέρμανση του μύθου βρίσκεται σε εντελώς άλλη κατεύθυνση από εκείνη της εθνικής και αστικής-δημοκρατικής επανάστασης που θα καταλήξει σε ένα κοσμικό εθνικό και αστικο δημοκρατικό κράτος. Ωστόσο είναι μια υπαρκτή ιδεολογία η οποία πράγματι διατηρεί με λανθάνοντα τρόπο στους ορθόδοξους την ελπίδα ενός είδους «απελευθέρωσης».
Ωστόσο μέσα στα πλαίσια της φαντασιακής ρωμαιόρθοδοξης κοινότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εμφανίζονται νέες ιδεολογικές τάσεις οι οποίες σταδιακά δημιουργούν έναν κοσμικό πόλο στο εσωτερικό της και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εκκοσμίκευση και εθνικοποίηση του αμιγώς θρησκευτικού χαρακτήρα της. Συγκεκριμένα, αναπτύσσεται από τα τέλη του 17ου αιώνα και σε όλο τον 18ο αιώνα στα πλαίσια ανάπτυξης ενός ισχνού καπιταλισμού μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μια ρωμαιορθόδοξη κοσμική εμπορική αστική τάξη, αλλά και μια ρωμαιορθόδοξη βιοτεχνική αστική τάξη. Ταυτόχρονα, στα ηγετικά κλιμάκια διαμορφώνεται μια τάξη ρωμαιορθόδοξων διανοουμένων Φαναριωτών κρατικών αξιωματούχων η οποία βρίσκεται σε αντίθεση με την ιερατική ελίτ και ως εκ τούτου με το αμιγώς θρησκευτικό πρόσημο στην ρωμαίικη ταυτότητα. Σε αυτούς τους νέους φορείς η συνείδηση του Ρωμιού αποκτά έναν νέο κοσμικό χαρακτήρα, ενώ συγκροτείται και προοωθείται ένα πολιτικό σχέδιο ανασύστασης του ρωμαϊκού βασιλείου με τα χαρακτηριστικά της «πεφωτισμένης δεσποτείας», αν και πάντα βέβαια με την υποστήριξη των Ρώσων.
Η πιο σημαντική τομή όμως έρχεται στα τέλη του 18ου αιώνα. Τότε μια νέα ριζοσπαστική μεσαία ελίτ διανοουμένων εμπνευσμένων από τον γαλλικό διαφωτισμό, την γαλλική επανάσταση και το διαφωτιστικό αρχαιοελληνικό ιδεώδες υιοθετεί ένα επαναστατικό αστικό δημοκρατικό σχέδιο για όλη την ρωμαίικη χριστιανική κοινότητα. Συνδέει όμως την τελευταία με την Αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα με την αμεσοδημοκρατική κλασσική Αθήνα. Έτσι όχι μόνο την εκκοσμικεύει, αλλά και την ελληνοποιεί. Το σχέδιο αυτό αποτυπώνεται στα κείμενα του ελληνικού διαφωτισμού και συγκεκριμένα στο σχέδιο του Ρήγα για μια ελληνική δημοκρατία στην οποία όμως θα μετέχουν «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί». Ο διανοούμενος όμως ο οποίος θα καθορίσει κομβικά αυτό το σχέδιο θα είναι ο Αδαμάντιος Κοραής.
Τα νέα αυτά ριζοσπαστικά στρώματα έρχονται σε ιδεολογική αντίθεση με την προηγούμενη φαναριώτικη ελίτ η οποία συντηρητικοποιείται και συμμαχεί ανοιχτά με το εκκλησιαστικό και οθωμανικό εξουσιαστικό σύστημα. Η διαμάχη ανάμεσα στους διαφωτιστές και τους πατριαρχικούς είναι βαθειά πολιτική και ιδεολογική, αλλά και συνειδησιακή, καθώς ένας νέος κοσμικός πόλος με αστικά δημοκρατικά χαρακτηριστικά πιέζει για μια συνολική επανανοηματοδότηση της ρωμαιο-ορθόδοξης φαντασιακής κοινότητας. Η τοποθέτηση των αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων απέναντι σε αυτήν την διαμάχη είναι αντιφατική. Για παράδειγμα στην περίπτωση της Σμύρνης μάλλον τα συντεχνιάζοντα εργατικά στρώματα τοποθετούνται εχθρικά στην ιδέα του δημοκρατικού διαφωτισμού, καθώς ταυτίζεται με τα σχέδια της σμυρναίικης ελληνικής αστικής τάξης για την αποδιάρθρωση του βιοτεχνικού συντεχνιακού συστήματος. Γι΄αυτό η εξέγερση των κατώτερων εργατικών στρωμάτων στα 1819 είναι αντιδιαφωτιστική, φιλορθόδοξη και αντι-αστική. Υπερασπίζεται τις αξίες και ως εκ τούτου το μοντέλο του Παλαιού Καθεστώτος.
Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας από μεσαία αστικά στρώματα στην Οδησσό σηματοδοτεί μια νέα προσπάθεια μπολιάσματος των ελληνικών εθνικών αστικών δημοκρατικών ιδεωδών σε ηγετικές, αλλά και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες της ρωμαιορθόδοξης κοινότητας. Μέχρι το 1820 η Εταιρεία αποκτά μια θεαματική μαζικοποίηση διαδίδοντας το επαναστατικό μήνυμα και διαμορφώνοντας ελληνικές επαναστατικές συνειδήσεις σε εμπόρους, προεστούς, αρματολούς, άνεργους από τους ναπολεόντιους πολέμους στρατιωτικούς, σε κατώτερα εκκλησιαστικά στρώματα και σε λίγους επισκόπους. Δημιουργείται μια κοινωνική συμμαχία που μιλά για επανάσταση και οραματίζεται ένα φιλελεύθερο ελληνικό εθνικό κράτος. Σε αυτήν την προσπάθεια σημειώνεται ένας συμβιβασμός ανάμεσα σε ένα επαναστατικό μοντέλο τύπου γαλλικής επανάστασης και ένα παραδοσιακό μοντέλο «απελευθέρωσης» από τον ρώσο ορθόδοξο μονάρχη, καθώς η δεύτερη εκδοχή προσαρμόζεται σε ένα σενάριο όπου ξεσπά πρώτα η επανάσταση και στη συνέχεια επεμβαίνει η Ρωσία. Το μήνυμα της επανάστασης αρχικά γίνεται ενθουσιωδώς δεκτό από το περισσότερο θιγόμενο οικονομικά τμήμα, τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους της νότιας Βαλκανικής. Τελικά, πείθονται και οι προεστοί και η επανάσταση, ενώ ξεκινά στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τελικά επικρατεί στα 1821-4 στην Στερεά Ελλάδα, νησιά και Πελοπόννησο. Σε αυτό βέβαια κατραλυτικό ρόλο έπαιξε ο πόλεμος των Οθωμανών με τον Αλή Πασά.    
Μετά τις πρώτες επιτυχίες, την απελευθέρωση πολλών περιοχών και πόλεων, τις μαζικές σφαγές χιλιάδων τούρκων και τον εγκλεισμό της τουρκικής ηγεσίας στην Τριπολιτσά τίθεται επειγόντως το ζήτημα της διακυβέρνησης. Όσα σχέδια πολιτικής οργάνωσης των επαναστατημένων κατατίθενται, έχουν έναν κοινό παρανομαστή, την συγκρότηση αντιπροσωπευτικών δομών. Ταυτόχρονα, η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας εκφράζοντας τα αστικά κοινοβουλευτικά ιδεώση εισέρχονται και υποκαθιστούν ή πλευρίζουν και συνυπάρχουν με την έννοια ενός θρησκευτικού πολέμου που εκφράζει το ιδεώδες ενός ορθόδοξου μονάρχη.
Στην Πελοπόννησο δημιουργείται εξαρχής ένα τεταμένο κλίμα ανάμεσα σε προεστούς και στρατιωτικούς της Φιλικής Εταιρείας. Ήδη πριν την άφιξη του Υψηλάντη οι πελοποννήσιοι είχα φτιάξει δικά τους κυβερνητικά όργανα. Στις 26 Μαΐου 1821 34 πελοποννήσιοι αντιπρόσωποι στην πλειονότητα δεύτερης τάξης άρχοντες, αλλά και ιερωμενοι και στρατιωτικοί σχήματισαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Αρχιστράτηγος ορίστηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο οποίος μαζί με τα μέλη της θα διοικούσε σύμφωνα με τις αρχές της αρμονίας και της ευταξίας. Πρόκειται για ένα ολογαρχικό πολιτικό σύστημα το οποίο επιβεβαιώνει την πολιτική και οικονομική κυριαρχία των μωραιτών αρχόντων. Απέναντι σε αυτό ο υψηλάντης συγκρότησε μια δική του καγκελαρία συσπειρώνοντας τους στρατιωτικούς με αρχηγό τον Κολοκοτρώνη. Η διάσταση μεταξύ τους έλαβε τον χαρακτήρα έντασης όταν ο Υψηλάντης διεκδίκησε να έχει αυτός την ηγεσία αντί της γερουσίας.
Ήδη από την αρχή της επανάστασης φάνηκε ότι οι παραδοσιακές πελατειακές δομές στην Πελοπόννησο διαταράχτηκαν και ότι οι αντάρτες αντιπαρατέθηκαν σαν αυτόνομη δύναμη απέναντι στους κοντζαμπάσιδες, δηλαδή τους επικεφαλής των πελατειακών ενώσεων. Ο Κολοκοτρώνης διαμαρτύρεται ότι οι άρχοντες της Πελοποννήσου ήθελαν να ελέγξουν το στράτευμα «όχι δια να πολεμήσουν, αλλά δια να υπερασπισθούν τα πλούτη των και κοντά εις τούτο σφετερίζονται και όλα της πατρίδος τα δικαιώματα». Μάλιστα κυκλοφορούσαν εκατέροθεν φήμες για εκτελέσεις των αντιπάλων. Από την άλλη ο Κανέλλος Δεληγιάννης χαρακτήριζε τους οπαδούς της Φιλικής που περιέβαλλαν τον κούφιο και ανόητο Υψηλάντη σαν «τυχοδιώκτες, φυγάδες, εξόριστους, απάτριδες, αναρχικούς καταστροφείς της πατρίδας. Πολλοί διέδιδαν ότι ο Υψηλάντης είχε έρθει για να απελεθερώσει τον λαό όχι μόνο από τους Τούρκους, αλλά και από τους χειρότερους συνεργάτες τους, δηλαδή τους κοντζαμπάσιδες. Πράγματι η αντίθεση μεταξύ αρχόντων και στρατιωτικών αποκτούσε μια κοινωνική διάσταση, καθώς οι εκδηλώσεις υπέρ του Υψηλάντη προέρχονταν από ένοπλους από αγροτικό περιβάλλον όπου βάραινε η ακτημοσύνη. Η ελπίδα ότι η εξέγερση θα οδηγούσε σε διανομή της γης των μουσουλμάνων και ο φόβος ότι οι γιαοκτήμονες θα την αγόραζαν δυναμίτιζαν αυτήν την ένταση. Υπάρχουν πολλές δηλώσεις αρχόντων μέσα από τις οποίες ηχεί ο δικός τους φόβος απέναντι στα κατώτερα στρώματα.
Η αντιπαράθεση αυτή εκφράστηκε με δύο διαφορετικά πολιτικά σχέδια. Το σχέδιο των προεστών προέβλεπε ότι ο λαός των πόλεων και των χωριών κάθε επαρχίας θα εξέλεγε τα αξιώτερα μέλη που με τη σειρά  τους θα όριζαν τους εφόρους των περιφερειών . Από αυτούς ο αξιώτερος θα εκπροσωπούσε την ιδιαίτερη πατρίδα του στην Πελοποννησιακή Γερουσία. Με λίγα λόγια θα σε κάθε επίπεδο θα εκλεγόταν ένας άρχοντας ως αξιώτερος και έτσι θα σταθεροποιούταν το υπάρχον σύστημα. Η Πελοποννησιακή Γερουσία μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και με πρόεδρο τον Υψηλάντη θα συγκυβερνούσαν. Κατά το σχέδιο του Υψηλάντη για ένα Γενικό Καταστατικό Χάρτη θα εκλέγονταν εκλέκτορες μόνο από τους προεστώτες των πόλεων και αυτοί θα εξέλεγαν πέντε εφόρους σε κάθε περιφέρεια. Οι τέσσερις θα διοικούσαν την περιφέρεια και ο πέμπτος θα αντιπροσώπευε την περιφέρεια σε ένα εθνικό κοινοβούλιο το οποίο θα ήταν ταυτόχρονα εκτελεστικό, βουλευτικό και δικαστικό σώμα. Η επιμονή του να στηρίζεται το νέο σύστημα στην εκλογική βάση των πόλεων και όχι της υπαίθρου εκτόπιζε εκ των πραγμάτων τους γαιοκτήμονες, ενώ το όραμά του ήταν πανεθνικό. Γενικά ο Υψηλάντης απαιτούσε να συγκεντρώσει στα χέρια του την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και να στηριχτεί γενικά στο αστεακό στοιχείο. Οι γαιοκτήμονες απέναντι σε αυτές τις βοναπαρτιστικές τάσεις προέβαλαν αντίσταση απαιτώντας ένα συλλογικό αυτοδιοικούμενο όργανο υιοθετώντας τα αστικοδημοκρατικά ιδεώδη. Η διάσταση βοναπαρτισμός έναντι αστικοδημοκρατικών δομών αποτελούσε το κύριο πολιτικό διακύβευμα σε όλη την πορεία της επανάστασης.
Η συνέλευση της Δυτικής Ελλάδας που συνήλθε από τις 4 έως τις 9 Νοέμβρη 1821 στο Μεσολόγγι ενέκρινε σύνταγμα που προέβλεπε ως κυβερνητικό όργανο γερουσία με μονοετή θητεία, την οποία θα εξέλεγαν οι έφοροι των πόλεων και των περιφερειών καθώς και οι στρατιωτικοί. Οι έφοροι θα εκλέγονταν από τους προεστώτες και αυτοί με τη σειρά τους  στα χωριά από τους γηραιότερους και τους επιφανείς πολίτες. Ωστόσο την πρώτη γερουσία διόρισε η ίδια η περιφερειακή συνέλευση. Η συνέλευση της Ανατολικής Στερεάς που συνήλθε στα Σάλωνα (Άμφισσα) από τις 15 έως τις 20 Νοεμβρίου 1821 ενέκρινε ένα πολύ λεπτομερές σύνταγμα που είχε συντάξει ο Θεόδωρος Νέγρης, σύμφωνα με το οποίο η ίδια η συνέλευση θα εξέλεγε την περιφερειακή διοίκηση της Ανατολικής Στεράς, τον Άρειο Πάγο, με επίσης μονετή θητεία. Και τα δύο συντάγματα έκαναν λόγο για μελλοντικό Εθνικό κοινοβούλιο και δεν άφηναν αμφιβολία για την υποταγή των στρατιωτικών στα εκλεγμένα πολιτικά όργανα. Οι διενέξεις μεταξύ στρατιωτικών και των τοπικών κυβερνήσεων δεν απέκτησαν στην κεντρική Ελλάδα ποτέ ούτε την έκταση ούτε την ένταση που έλαβαν στην Πελοπόννησο.
Στην Ύδρα έλαβε χώρα μια μοναδική περίπτωση έντονης κοινωνικής πόλωσης ανάμεσα από τη μία στους εφοπλιστές και εμπόρους και από την άλλη τους ανέργους κατά πλειονότητα ναύτες. Οι τελευταίοι πίεζαν για γρήγορη και ενεργητική παρέμβαση στον πόλεμο τηςε ανεξαρτησίας. Ο πλοίαρχος Αντώνιος Οικονόμος βασισμένος στους ναύτες ανέτρεψε προσωρινά το παραδοσιακό σύστημα της τοπικής αυτοδιοικητικής αντιπροσώπευσης και κατέκτησε την εξουσία. Ωστόσο οι προεστώτες του νησιού κατάφεραν με μια αντεπίθεση να παλινορθώσουν το παλαιό σύστημα. Και σε άλλα νησιά προέκυψαν παρόμοια γεγονότα τα οποία όμως δεν πήραν ανάλογη έκταση.
Η Α΄ Εθνοσυνέλευση συγκροτήθηκε στην Πιάδα της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου έως 15 Ιανουαρίου) και αποτελούταν από 59 βουλευτές οι οποίοι στην πλειονότητά τους δεν ήταν εκλεγμένοι, αλλά είχαν αποσταλεί από τις περιφερειακές κυβερνήσεις. Η Εθνοσυνέλευση βρισκόταν υπό την κυρίαρχη επιρροή των αρχόντων. Στον Υψηλάντη δεν δόθηκε κανένα αξίωμα και έτσι στη θέση του αναδείχθηκε ο πιο μετριοπαθής Κολοκοτρώνης ο οποίος κατόρθωσε να ενώσει το κόμμα των στρατιωτικών υπό την ηγεσία του, αλλά και να γίνει αποδεκτός από τους Πελοποννήσιους ως αρχιστράτηγος.
Η ψήφιση του εκλογικού νόμου εν όψει της Β΄ Εθνοσυνέλευσης θα κάνει ένα ακόμη μεγαλύτερο βήμα προς τον εκδημοκρατισμό. Οι εκλογές για τους αντιπροσώπους έγιναν με το πρωτόγνωρο διεθνώς σύστημα του δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας, παρότι οι αντιπρόσωποι εκλέγονταν σε δύο στάδια. Οι κάτοικοι των εκλογικών περιφερειών (χωριά) εξέλεγαν έναν αριθμό εκλεκτόρων ανάλογα με τον αριθμό οικογενειών. Αυτοί οι εκλέκτορες εξέλεγαν τους αντιπροσώπους και συγκεκριμέναν έναν για κάθε επαρχία. Είναι βέβαιο ότι το σύστημα λειτούργησε υπέρ των αρχόντων, αλλά το γεγονός ότι αναγνωριζόταν η μειοψηφία και μάλιστα αποτελούσε προϋπόθεση η συνυπογραφή της για την αναγνώριση του αποτελέσματος έδινε τεράστια σημασία στην διατήρηση της νομιμότητας της διαδικασίας. Σε πολλές περιπτώσεις ενδεχομένως να υπήρχαν πολώσεις ανάμεσα σε διαφορετικά πρόσωπα. Όχι τυχαία λοιπόν στην Β΄ Εθνοσυνέλευση που συνήλθε στις από τις 29 Μαΐου έως τις 18 Απριλίου η αντιπροσώπευση των στρατιωτικών ήταν πιο πολυάριθμη. Στο νέο σύνταγμα πάντως οι φιλελεύθερες απόψεις επικράτησαν. Το Βουλευτικό ενισχύθηκε έναντι του Εκτελεστικού ενώ διευρύνθηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι αντιπρόσωποι χωρίστηκαν αμέσως σε δύο στρατόπεδα οδηγώντας στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο. Οι διενέξεις αφορούσαν το ζήτημα της πρωτοκαθεδρίαςε των αρχόντων και κυρίως της απαίτησης της κεντρικής κυβέρνησης να στρατολογεί με δική της απόφαση και να διευθύνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η άλλη διάσταση της αντιπαράθεσης αφορούσε την πώληση της έγγειας ιδιοκτησίας των εκδιωχθέντων ή φονευθέντων Τούρκων. Το ζήτημα αυτό παρακάμφθηκε με πρωτοβουλία των στρατιωτικών. Και τα δύο στρατόπεδα συμφώνησαν στην διάλυση των περιφερειακών κυβερνήσεων. Το σημαντικότερο ωστόσο πολιτικό πρόβλημα ήταν η πραγματική ενοποίηση των περιφερειών σε ένα ενιαίο πολιτικό κράτος. Η διάσταση ανάμεσα σε ένα υπερτοπικό κράτος και σε ένα περιφερειακό σύστημα ήταν η κύρια πραγματική αντιπαράθεση. Από τη μία υπέρ ενός υπερτοπικού κράτους τοποθετούνταν οι έλληνες της διασποράς και εναντίον του οι ντόπιοι. Σημαντική πλευρά σε αυτήν την αντιπαράθεση ήταν η ισοδύναμη κατανομή των βαρών, αλλά και των κερδών από τις λείες σε όλες τις περιοχές. Η νέα οξυμμένη σύγκρουση με τη δημιουργία δύο βουλευτικών και δύο εκτελεστικών οργάνων θα πρέπει να ειδωθεί κάτω από αυτό το πρίσμα, παρότι στον έναν πόλο κυριαρχούσαν οι στρατιωτικοί και στον άλλο οι πολιτικοί, γιατί οι διαφορετικές πολιτικές στάσεις διέλυσαν παραδοσιακούς δεσμούς και παλαιές πελατειακές ενώσεις.
Μια ενδιαφέρουσα ταξική πλευρά στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο ήταν η δράση της Μυστικής Αδελφότητας. Ήταν έναν μυστικός σύνδεσμος που είχε δημιουργηθεί στην Τριπολιτσά και σε αυτόν ανήκαν τεχνίτες και πιθανόν επαγγελματίες των πόλεων. Εξεγέρθηκαν εναντίον του Εκτελεστικού των Στρατιωτικών πιέζοντας για περιορισμό της φορολογίας. Τελικά οι στρατιωτικοί κατέστειλαν την εξέγερση μεταφέροντας αγροτικούς πληθυσμούς στις πόλεις. Ωστόσο φαίνεται πως οι στρατιωτικοί είχαν απωλέσει την κοινωνική τους γείωση, ενώ ταυτόχρονα το Εκτελεστικό των πολιτικών πέτυχε την επίσημη αναγνώρισή του στο εξωτερικό με την σύναψη των δανείων.
Στον δεύτερο εμφύλιο που ακολούθησε η ιδέα του συγκεντρωτικού κράτους επικράτησε της αρχικά διακρινόμενης ομοσπονδιακής δομής του υπό διαμόρφωση κοινού των ελλήνων. Οι εντάσεις ωστόσο μεταξύ των περιοχών, δηλαδή οι τοπικότητες, παρέμειναν και επιδρούσαν ανασχετικά στη διαδικασία της ολοκλήρωσης και στη διαμόρφωση εθνικών κομμάτων. Τελικά, όμως επιτυγχάνονται κομματικές αποκρυσταλλώσεις γύρω από τα τρία κόμματα: το Αγγλικό, το Ρωσικό και το Γαλλικό.
Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει τα τρία κόμματα να είναι αποτέλεσμα της παρέμβασης των ξένων πρεσβειών και των διπλωματικών παιχνιδιών και ως εκ τούτου οι ηγέτες τους προσδοκώντας την βοήθεια  από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις παρέμεναν πιστά προσκολλημμένοι σε αυτές. Ο Gunnar Hering δίνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση σε αυτούς τους μύθους ανανεώνοντας ουσιαστικά την ιστοριογραφία. Ο γερμανός ιστορικός τονίζει και αποδεικνύει με όλο του το έργο πως στην συγκρότηση των τριών κομμάτων οι παραδεδομένες ή νέες πελατειακές δομές που αναπτύχθηκαν αρχικά είτε διαλύθηκαν ή μειώθηκε η σημασία τους για τις πολιτικές αποφάσεις. Αλλά ακόμη και εάν τα τρία κόμματα είχαν αναπτυχθεί έως έναν βαθμό πάνω στις δομές των φατριών και των πελατειακών ενώσεων, διατύπωσαν συμφέροντα και πολιτικές απόψεις που θα είχαν αναπτυχθεί και δίχως αυτήν την βάση. Συνεπώς, οι τρεις παρατάξεις ήταν κατά βάση κόμματα αρχών. Το Ρωσικό Κόμμα επεδίωκε ένα ορθόδοξο μοναρχικό κράτος, το Γαλλικό Κόμμα εκφράζοντας τους στρατιωτικούς ένα λαϊκό συνταγματικό πολίτευμα, ενώ το Αγγλικό ένα συγκεντρωτικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα.
Η Γ' Εθνική Συνέλευση συνήλθε σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου αρχικά το 1825 και συνεχίστηκε το 1827 αφού εξέλεξε ομόφωνα τον Ιωάννη Καποδίστρια ως "Κυβερνήτη της Ελλάδας" για επταετή θητεία, ψήφισε και το "Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος". Η Συνέλευση ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και αστικές φιλελεύθερες ιδέες. Διατύπωνε για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας κατοχύρωνε την προστασία της ιδιοκτησίας εμπεριέχει την αρτιότερη- πληρέστερη διατύπωση των διατάξεων για την προστασία των ατομικών ελευθεριών κλπ Το Σύνταγμα αυτό αποτελείτο από 150 άρθρα και θεωρείται από τα πιο φιλελεύθερα και ριζοσπαστικά της εποχής. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας προσπάθησε να συνδυάσει την ανάγκη ισχυρής κεντρικής εξουσίας με την ύπαρξη αστικών δημοκρατικών δομών, η ισχύς του όμως ανεστάλη λίγο μετά την άφιξη στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Ιανουάριο του 1828. 
Aν ανατρέξουμε στα τρία επαναστατικά Συντάγματα, αλλά και στα προηγούμενα τοπικά συντάγματα, διαπιστώνουμε ότι κατοχυρώνουν σε διαφορετικό βαθμό το καθένα και με πορεία ριζοσπαστικοποίησης τις βασικές ατομικές ελευθερίες. Η ελευθερία του προσώπου και η απαγόρευση της δουλείας, η θρησκευτική ελευθερία παρά την θεσμοθέτηση της ορθοδοξίας ως επίσημου δόγματος, της ελευθερίας του τύπου κατοχυρώνονται μαζί με τις έννοιες της κυριαρχίας του λαού, του ελληνικού έθνους, του πολίτη, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. 
Ο δημοκρατικός και απελευθερωτικός χαρακτήρας της επανάστασης δεν είναι όμως απλά μια μεταγραφή των πολιτειακών δομών σε μια καθυστερημένη πολιτικά και ανώριμη κοινωνία που επιβάλλεται από τους μορφωμένους αστούς διανοούμενους στους αγροίκους αγρότες και βοσκούς ραγιάδες, όπως για παράδειγμα υποστηρίζουν οι σημερινοί εκσυγχρονιστές τύπου Βερέμη. Αντίθετα, είναι μια συνειδητή ριζοσπαστική ιδεολογία διάχυτη σε όλους τους επαναστατημένους, ακόμα και στους κλεφταρματωλούς. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σε επιστολή του προς τον Αδαμάντιο Κοραή λέει : «ο αγών μας είναι υπέρ της Χριστιανικής πίστεως και υπέρ των ανθρωπίνων δικαίων».
Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως της πρωτοπορίας των επαναστατικών Συνταγμάτων διεθνώς είναι η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας, η οποία αποτέλεσε σταθερή πολιτική επιλογή καθ’ όλη της διάρκεια της επαναστατικής περιόδου και έως την έλευση των Βαυαρών. Οι ιδεολογικές και θεσμικές της ρίζες θα πρέπει να αναζητηθούν στο δημοκρατικό σύστημα οργάνωσης των κοινοτήτων το οποίο προϋπήρχε και λειτουργούσε, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη δημοκρατία. Η «πάνδημος» εκλογή επικρατούσε κυρίως σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, αν και σε ορισμένες πόλεις το εκλογικό σώμα ήταν πολύ στενό και αποτελούταν από τους ισχυρούς οικογενειάρχες. Ολιγαρχικό ήταν συνήθως ήταν το σύστημα αντιπροσώπευσης σε δεύτερο βαθμό, δηλαδή σε επαρχιακό επίπεδο. Βέβαια πέρα από την τυπική διάσταση ενός συστήματος εκλογής, ελέγχεται κατά πόσο και πάντοτε η «πάνδημος» εκλογή ήταν πάντοτε ελεύθερη.
Η πάνδημη λαϊκή στράτευση εναντίον του εχθρού, δηλαδή η μαζική συμμετοχή του λαού στον αγώνα, η ριζοσπαστικοπίηση και η πολιτικοποίησή του ενεργοποίησε αυτήν την παράδοση της καθολικής συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες, ώστε να είναι αδύνατον η εξαίρεση του λαϊκού παράγοντα από τα επαναστατικά συντάγματα και το νέο πολιτειακό μοντέλο. Επιλπέον αυτή η παράδοση ενσωματώθηκε στις ριζοσπαστικές ιδέες που κυριάρχησαν στην επαναστατημένη Ελλάδα με την επίδραση του ελληνικού διαφωτισμού και της γαλλικής επανάστασης. Με άλλα λόγια η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας για άντρες θεωρήθηκε περίπου ως αυτονόητη συνέπεια και φυσιολογικό επακόλουθο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.  Οι ιδέες του φυσικού δικαίου, οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, της ισότητας και της ελευθερίας δεν αντιγράφτηκαν λοιπόν από χάρτινα πρότυπα. Είχαν γίνει αποδεκτές πολύ πιο πριν, είχαν αναπτυχθεί από επαναστάτες και διαφωτιστές και είχαν συνδεθεί με ντόπιες παραδόσεις. 
Συγκεκριμένα τα Συντάγματα εξέφρασαν την εξισορρόπηση μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού, μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας, μεταξύ των ατάκτων και της κυβέρνησης των πολιτικών. Αποκρυσταλλώθηκαν κάτω από τον φόβο των αρχόντων για την αυτονομία των εξεγερμένων λαϊκών στρωμάτων, αλλά και την πίεση των λαϊκών στρωμάτων για ενεργό ρόλο και εκπροσώπηση των συμφερόντων τους. Οι έλληνες πειραματίζονταν σε μεγάλο βαθμό, έκαναν συμβιβασμούς και γνώριζαν ότι δεν είχαν βρει την οριστική λύση.  Η εκσυγχρονιστική και βαθειά απαξιωτική υπόθεση ότι οι ρυθμίσεις που προέβλεπαν τα συντάγματα δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν επειδή ενείχαν ξένα στοιχεία είναι αστήριχτη και σαθρό ιδεολόγημα.
Ο ιστορικός της επανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης αρνείται με επιμονή ότι οι προεστώτες ήθελαν να εφαρμόσουν ένα ολιγαρχικό σύστημα. Η επικράτηση των πολιτικών έναντι των στρατιωτικών έγινε με όπλο τις δημοκρατικές αρχές. Μπορεί από τη μία στις συγκρούσεις του Υψηλάντη με τους προεστώτες να διαμορφωνόταν ένας βοναπαρτιστικός πόλος βασισμένος στην λαϊκή υποστήριξη με κατεύθυνση τη διαμόρφωση αυταρχικών μορφών εξουσίας, αλλά από την άλλη οι προεστώτες όχι μόνο είχαν συμφέρον, αλλά μπορούσαν να αντιληφθούν ως αναγκαία μια αποτελεσματική και ταυτόχρονα συλλογική κεντρική διοίκηση που θα ενσωμάτωνε μέσω των αντιπροσωπευτικών δομών και των πελατειακών δικτύων τις λαϊκές διεκδικήσεις κυρίως βέβαια των αγροτικών στρωμάτων που κυριαρχούσαν παραγωγικά και αριθμητικά. Έτσι, αναπτύχθηκε η κοινωνική και υλική βάση για μια κοινοβουλευτική αγροτική δημοκρατία με βάση την καθολική ψηφοφορία. Πρόκειται μάλλον για ένα εξαιρετικά πρωτότυπο αστικό δημοκρατικό μοντέλο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που δε συναντάται στην Ευρώπη ούτε στην Ανατολή.
Η ελληνική επανάσταση ήταν εθνική με την έννοια της συμμαχίας διαφορετικών κατεκτημένων κοινωνικών τάξεων εναντίον των οθωμανών. Είχε αστικά κοινωνικά χαρακτηριστικά εξαιτίας της συμμετοχής των αστικών, στρατιωτικών και γαιοκτημονικών στρωμάτων, αλλά ενείχε και αγροτικά κοινωνικά χαρακτηριστικά εξαιτίας της συμμετοχής των αγροτικών στρωμάτων. Η ελληνική επανάσταση δεν είχε πληβειακό «εργατικό» χαρακτήρα, αφού δεν υπήρχαν μεγάλα αστικά και βιοτεχνικά κέντρα στην περιοχή, και ως εκ τούτου δεν εμφανίστηκε μια πιο ριζοσπαστική και πληβειακή πτέρυγα που θα έθετε πειροσσότερα λαϊκοδημοκρατικά αιτήματα, όπως ήταν το κίνημα των ξεβράκωτων στο Παρίσι. Εκτός όμως από εθνική είναι αστική δημοκρατική με όχι με την έννοια ότι πραγματοποιήθηκε από μία αστική τάξη, αλλά με την έννοια ότι αντιπαρατίθεται στην οθωμανική απολυταρχία και εγκαθιδρύει ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.
Η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε έναν πολιτικό σεισμό μέσα σε μια Ευρώπη βαθειά συντηρητική και αντιδραστική. Το κίνημα του φιλελληνισμού δεν ήταν παρά η ανάταση των φιλελεύθερων ιδεών και η διεθνιστική αλληλεγγύη όλων των ριζοσπαστών και επαναστατών της Ευρώπης. Πιάνοντας το νήμα από την γαλλική επανάσταση το επέστρεψε στην Ευρώπη, καθώς ακολουθεί στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο μια νέα σειρά εξεγέρσεων και επαναστάσεων. Όλο τον 19ο αιώνα τα εθνικά, επαναστατικά, διεθνιστικά και ριζοσπάστικά κινήματα προσέβλεπαν στην Ελλάδα. Οι ιταλοί επαναστάτες ενσωμάτωναν στα δικά τους σχέδια μια νέα ελληνική ή βαλκανική επανάσταση που θα αποτελείωνε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για παράδειγμα στις κρητικές εξεγέρσεις πάντα προσέτρεχαν ξένοι αλληλέγγυοι επαναστάτες. Στο σημείο αυτό λοιπόν θα πρέπει να αναφερθούμε στην Μεγάλη Ιδέα η οποία κυριαρχούσε σε όλο το πολιτικό σύμπαν της Ελλάδας. Ακόμη και εάν υπήρχε ένας κοινός παρανομαστής, δηλαδή η απελευθέρωση των ελλήνων, η διαδικασία, δηλαδή το μέσο, ήταν μια ουσιώδης διαφορά που διέκρινε τα επαναστατικά και ριζοσπαστικά ρεύματα από τα αντιδραστικά. Οι μεν φαντασιώνονταν μια φιλελεύθερη διεθνιστική παμβαλκανική επανάσταση, οι δε έναν ιμπεριαλιστικό επεκτατικό πόλεμο ή ακόμη χειρότερα μια εσωτερική κατάκτηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όλο τον 19ο αιώνα το βασικό διακύβευμα μέσα στην ελληνική κοινωνία ήταν η ολοκλήρωση των αιτημάτων της επανάστασης. Η δολοφονία του Καποδίστρια ήταν αποτέλεσμα ενός αγώνα ενάντια σε έναν τύραννο που κατήργησε την κατεκτημένη δημοκρατία. Η αντεπανάσταση που επιβλήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις μέσω της Βαυαροκρατίας ανατράπηκε το 1843, αν και μόνο εν μέρει, με κεντρικό σύνθημα «Σύνταγμα». Από το 1844 η Ελλάδα έχει ωστόσο κοινοβούλιο με δικαίωμα καθολικής ψηφοφορίας για τους άντρες. Η έξωση του Όθωνα και η Οκτωβριανή επανάσταση του 1862 είναι η τομή εκείνη που πιάνει ξανά το νήμα του 21. Ολοκληρώνει σε μεγάλο βαθμό τα δημοκρατικά αιτήματα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επίλυση των κοινωνικών αιτημάτων του 1821, δηλαδή την διανομή της γης στους αγρότες που πραγματοποιείται το 1870.
Το σύνταγμα του 1864 είναι το πραγματικό παιδί του 1821 και αποτελούσε την μεγαλύτερη πολιτειακή πρωτοπορεία κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα σε μια εποχή που η υπόλοιπη Ευρώπη δεν είχε τόση δημοκρατία. Την δεκαετία 1864-1874 ο βασιλιάς Γεώργιος σχεδιάζει στηριγμένος σε μια χρηματιστική αστική τάξη την εγκατάσταση δικτατορίας, ενώ καταφέρνει βασιλιάς διαρκώς την υπέρβασή του με συνταγματικές εκτροπές. Ο Τρικούπης επιχειρεί να υπερβεί το Σύνταγμα μέσω του δικομματισμού και να περιορίσει πολλά από τα δημοκρατικά στοιχεία του. Ο αστικός εκσυγχρονισμός στάθηκε ο μεγαλύτερος εχθρός της συνταγματικής δημοκρατίας και της καθολικής ψηφοφορίας, καθώς τον εμπόδιζε να εμβαθύνει τις καπιταλιστικές σχέσεις. Οι πελατειακές σχέσεις δε που κατηγορούνται από σύμπασα την φιλελεύθερη κεντροαριστερά και κεντροδεξιά, ας τις πούμε καλύτερα πολιτικές συναλλαγές, ήταν, απόντων σωματείων και συνδικάτων, τότε περισσότερο ένας δημοκρατικός κοινοβουλευτικός μηχανισμός αντιπροσώπευσης και έκφρασης των κατώτερων αγροτικών στρωμάτων. Εναντίον στο πρωθυπουργικοκεντρικό μοντέλο του Τρικούπη των ισχυρών κυβερνήσεων και πειθαρχημένων κομματικών ομάδων στάθηκε ο Θεόδωρος Δεληγιάννης και πολλοί ριζοσπάστες και φιλελεύθεροι πολιτικοί.
Ολοκληρώνοντας σημειώνουμε πως η επανάσταση του 1821 έθεσε την Ελλάδα στο κέντρο της Ευρώπης. Το Ανατολικό Ζήτημα ήταν το μεγαλύτερο ζήτημα του 19ου αιώνα και η επίλυσή τους, δηλαδή οι Βαλκανικοί πόλεμοι προετοίμασαν τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά και αργότερα μια νίκη του εαμικού κινήματος ενδεχομένως να άνοιγε διαφορετικούς δρόμους στην επανάσταση στην Ευρώπη μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε τον ψυχρό πόλεμο. Σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι στο διεθνές επίκεντρο. Αυτή τη φορά μέσω ενός πρωτόγνωρου αντιδραστικού πειράματος σε βάρος του εργαζόμενου λαού. Τα μνημόνια της ΕΕ, του ΔΝΤ και της εγχώριας αστικής τάξης απειλούν ή καταργούν όλες εκείνες τις αστικές δημοκρατικές και λαϊκές κατακτήσεις για τις οποίες πάλεψαν και ως ένα μικρό βαθμό πέτυχαν οι πρόγονοί μας σε όλη την ελληνική ιστορία από 1821, από το 1843, από το 1862, από το 1909, τον μεσοπόλεμο, από το ΕΑΜ, τον εμφύλιο μέχρι το 114, το Πολυτεχνείο και τη μεταπολίτευση.  Όλοι οι Ευρωπαίοι καπιταλιστές καταλαβαίνουν πολύ καλά πως η στάση του ελληνικού λαού καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την επιτυχία ή όχι αυτού του βάρβαρου σχεδίου για να το εφαρμόσουν σε όλη την Ήπειρο. Η αναπτυσσόμενη ελληνική αντίσταση που ήδη εμπνέει και αφυπνίζει τους ευρωπαϊκούς λαούς, πιάνει με τη σειρά της το νήμα των ελληνικών εξεγερτικών παραδόσεων. Μια νέα ελληνική επανάσταση, μια αντικαπιταλιστική επανάσταση μπορεί να είναι η ταφόπλακα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Η ευθύνη μας ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μεγάλη… Ενδεχομένως η μεθαυριανή εορτή της 25ης Μαρτίου να είναι, κάτω από τη σκιά της επανάστασης του 1821, ένας νέος μεγάλος σταθμός αυτής της μακράς αντίστασης.


πόσοι μας διάβασαν: