Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018

Η ίδρυση της ΓΣΕΕ το 1918 και η διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης

εφημερίδα Πριν,
23/12/2018
Κώστας Παλούκης
Τον Νοέμβριο του 1918 ιδρύθηκε η ΓΣΕΕ, από το πρώτο πανελλαδικό εργατικό συνέδριο, που έγινε στον Πειραιά. Το συναίσθημα του συνανήκειν διευρύνεται: από μια κλειστή ιεραρχημένη
επαγγελματική κοινότητα σε μια διευρυμένη εργατική κοινότητα σε πανεθνικό επίπεδο. Ο εργάτης της Κέρκυρας και ο εργάτης της Καβάλας νιώθουν ότι μοιράζονται μια κοινή μοίρα

Ένα από τα κύρια ιστοριογραφικά θέματα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα είναι η διαμόρφωση της εργατικής τάξης. Η συμβολή του Edward P. Thompson έγκειται ότι πρώτος αμφισβήτησε την παραδοσιακή οπτική του Ένγκελς για το «βρετανικό» παράδειγμα. Σύμφωνα με αυτό οι βιομηχανικοί εργάτες νέου τύπου παρέμεναν ακόμα μειοψηφία μέσα στον εργατικό πληθυσμό, ενώ ακόμα μέχρι το 1830 το πρότυπο του «μέσου άνδρα εργάτη» αντιστοιχούσε σε έναν ενήλικα άντρα βαμβακουργό χειροτεχνίτη. Γενικά, σε πολλές βρετανικές πόλεις ο πραγματικός πυρήνας δια μέσου του οποίου εισήλθαν στο εργατικό κίνημα ιδέες, οργάνωση και ηγεσία, δεν αποτελούνταν από βιομηχανικούς εργάτες, αλλά από χειροτεχνίτες όπως υφαντές, υποδηματοποιοί, κατασκευαστές σαμαριών και κατασκευαστές λουριών, βιβλιοπώλες, τυπογράφοι, εργάτες οικοδομών, μικροεπαγγελματίες κλπ. Επίσης, δεν ήταν αιτία των εξεγέρσεων κυρίως η υποβάθμιση της ζωής, εξαιτίας της βιομηχανικής επανάστασης. Η διαμόρφωση της εργατικής τάξης, μια διαδικασία όχι μόνο οικονομική, αλλά εξίσου πολιτική και πολιτισμική, προέκυψε από τη συμμετοχή κυρίως αυτών των στρωμάτων. Ο William E. Sewell προεκτείνει αυτήν την ιδέα και προτείνει ως καθολική αναγνώριση στην σύγχρονη ιστοριογραφία, ότι δηλαδή οι ειδικευμένοι τεχνίτες και όχι οι εργάτες στα νέα βιομηχανικά εργοστάσια κυριάρχησαν στο εργατικό κίνημα κατά τις πρώτες δεκαετίες της εκβιομηχάνισης.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έφτασε κάπως καθυστερημένα. Σε κάθε περίπτωση, δεν ισχύει η άποψη του Γιάνη Κορδάτου ότι «το προλεταριάτο αρχίζει να συγκεντρώνεται και να παίρνει ταξική συνείδηση … σ’ όσες πόλεις κάπνιζαν καμινάδες». Σε αντίθεση με την παραδοσιακή οπτική, όπως αυτή κληροδοτήθηκε από τον Γιάνη Κορδάτο, η συνδικαλιστική δράση δεν αναπτύχθηκε από τις «καπνισμένες καμινάδες» του Πειραιά και το βιομηχανικό προλεταριάτο, αλλά από τα ευρύτερα συντεχνιάζοντα εργατικά στρώματα των μισθωτών ειδικευμένων χειροτεκτόνων που ζούσαν γύρω από αυτά. Με βάση λοιπόν αυτά τα στρώματα ιδρύθηκε στα 1918, η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, η ΓΣΕΕ.
Υψηλή σχετικά η συνδικαλιστική συσπείρωση
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γιάνη Κορδάτου, στην Αθήνα καταγράφονται 33.456 εργάτες εκ των οποίων 4.868 γυναίκες και 1.620 παιδιά. Ταυτόχρονα, οι οργανωμένοι σε κάποιο σωματείο (κυρίως άνδρες, καθώς οι γυναίκες και παιδιά δεν συνδικαλίζονταν) ήταν 8.384, περίπου το 31% του ανδρικού συνόλου. Στον Πειραιά σε σύνολο 30.746 εργατών, εκ των οποίων 3.888 εργάτριες και 854 παιδιά, οι οργανωμένοι άνδρες εργάτες ήταν 12.349. Με άλλα λόγια, συνδικαλισμένοι ήταν το 47,5% των ανδρών εργατών, δηλαδή περίπου το 1/2. Συνολικά, στο λεκανοπέδιο καταγράφονται 64.202 εργάτες, εκ των οποίων οι 8.756 γυναίκες και 2.474 παιδιά. Με άλλα λόγια, συνδικαλισμένοι ήταν το 39,1% του συνολικού ανδρικού πληθυσμού (της εργατικής τάξης). Με άλλα λόγια, η συνδικαλιστική συσπείρωση ήταν πάρα πολύ υψηλή λαμβάνοντας υπόψη το επιχείρημα ότι το ελληνικό προλεταριάτο είχε μικρή σοσιαλιστική παράδοση.
Στην πραγματικότητα, η συσπείρωση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Συγκεκριμένα, για το λεκανοπέδιο η επίσημη στατιστική του κράτους κατέγραφε 36.124 εργάτες, περίπου οι μισοί δηλαδή έναντι των στατιστικών του Κορδάτου. Η συγκεκριμένη όμως στατιστική δεν καταγράφει τους στρατιώτες και ενδεχομένως τους εργάτες σε ανθρακωρυχεία. Συνεπώς, ο βαθμός συνδικαλιστικής συσπείρωσης στους άνδρες εργάτες στην Αθήνα και τον Πειραιά πρέπει να άγγιζε ποσοστά πάνω από 70 ή 80%. Την ίδια εποχή, στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν 29 σωματεία, από τα οποία ενεργά ήταν μόνο τα 15, ενώ αδρανή τα 14. Τα σωματεία αντιστοιχούν σε 5.381 άνδρες εργάτες συνδικαλισμένους σε συνολικό εργατικό πληθυσμό 30.000. Επίσης, πρόκειται για υψηλό επίπεδο συνδικαλιστικής συσπείρωσης.
Το πρώτο πανελλαδικό εργατικό συνέδριο 
Το πρώτο πανελλαδικό εργατικό συνέδριο ξεκίνησε τις εργασίες του την 21 Οκτωβρίου 1918 στην Αθήνα, και μεταφέρθηκε στον Πειραιά την 26η για να ολοκληρώσει τις εργασίες της μέσα σε εφτά ημέρες με την ίδρυση της ΓΣΕΕ. Κατατέθηκαν 252 πληρεξούσια εκ μέρους 200 σωματείων, 10 εργατικών κέντρων και 2 εργατικών ενώσεων. Οι οργανώσεις αυτές προέρχονται από 20 πόλεις και αντιπροσωπεύουν 48 επαγγέλματα, με 60.000 οργανωμένους εργάτες, ενώ υπάρχουν και 100.000 επιπλέον μη οργανωμένοι εργάτες. Τα ταμεία των επαγγελματικών οργανώσεων ανέρχονταν αθροιστικά στο ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών. Η σύγκληση του πρώτου αυτού συνεδρίου συνοδευόταν με την προσπάθεια των διαφόρων εργατικών κλάδων να ιδρύσουν ομοιοεπαγγελματικές ομοσπονδίες. Συγκεκριμένα, η ομοσπονδία καπνεργατών και σιγαροποιών πήρε την πρωτοβουλία για να καλέσει σε αυτό το συνέδριο. Τα σωματεία των τυπογράφων και των συναφών επαγγελμάτων είχαν οργανώσει Συνδιάσκεψη για την ίδρυση Ομοσπονδίας, την ίδια χρονιά ιδρύθηκε η Πανελλαδική Ομοιοεπαγγελματική Ομοσπονδία Μαγείρων, Ζαχαροπλαστών και Υπαλλήλων, τα ναυτικά σωματεία, όπως και οι οικοδομικοί κλάδοι, οι ραπτεργάτες και οι υποδηματεργατικοί κλάδοι. Το ίδιο και οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι. Το κύμα αυτό ίδρυσης ομοσπονδιών συνεχίστηκε μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ. Αν προσθέσει κανείς τους αρτεργάτες, στην πράξη έχει τις βασικές επαγγελματικές κατηγορίες οι οποίες αντιπροσωπεύθηκαν στο Συνέδριο του 1918 και πρωταγωνίστησαν σε αυτή τη διαδικασία. Πρόκειται λοιπόν κυρίως για ριζοσπαστικοποιημένους εργάτες, τεχνίτες των διαφόρων επαγγελμάτων, που στηρίζονται σε συντεχνίες, και όχι βέβαια για βιομηχανικούς εργάτες.
Η ανάδυση του ταξικού εργατικού πόλου 
Στην πράξη, το 1918 κορυφώνεται μια μακρά διαδικασία διαμόρφωσης της εργατικής τάξης κατά την οποία ο ταξικός εργατικός πόλος αναδύεται ως οργανωμένο πολιτικό υποκείμενο. Οι τεχνίτες εργάτες φέροντας ως συστατικό στοιχείο της κουλτούρας και της ιδεολογίας τους την επαγγελματική αλληλεγγύη, τείνουν όλο και πιο πολύ σε πιο καθολικές ταξικές προσλήψεις της υπερβαίνοντας από τη μία τον σκληρό οριζόντιο επαγγελματικό διαχωρισμό και δημιουργώντας από την άλλη κάθετους ενδοεπαγγελματικούς διαχωρισμούς ανάμεσα σε εργάτες και εργοδότες. Με άλλα λόγια, οι υποδηματεργάτες έτειναν ολοένα και πιο πολύ να αισθάνονται πιο μακριά από τους εργοδότες τους ως κάτι σταθερά διαφορετικό και εχθρικό, ενώ σταδιακά άρχισαν να εντάσσουν τους άλλους εργάτες τους κλάδου, π.χ. αρβυλοεργάτες, κλπ, στο κοινό επαγγελματικό αίσθημα της αλληλεγγύης. Για να φτάσουν τελικά όλοι οι διαφορετικοί επαγγελματικοί εργατικοί κλάδοι να ενταχθούν σε μια κοινή υπερεπαγγελματική σωματειακή δομή αλληλεγγύης μόνο εργατών.
Η τομή αυτή είναι σημαντική καθώς την εποχή εκείνη η έννοια του εργάτη σε αυτά τα επαγγέλματα παρέμενε αντικειμενικά ρευστή. Η δουλειά, π.χ. στους υποδηματεργάτες, μοιραζόταν κατ’ αποκοπήν από τους εμπόρους σε μάστορες υποδηματοποιούς οι οποίοι καλούσαν άλλους υποδηματεργάτες «καλφάδες» να εργαστούν σε αυτούς μαζί με τους μαθητές τους. Ο μάστορας υποδηματοποιός που πήρε τη δουλειά σε μια επόμενη φάση ενδεχομένως να απολέσει αυτή τη δυνατότητα και να εργαστεί κάτω από άλλο εργάτη μάστορα, διαδικασία η οποία ήταν απαξιωτική για το κύρος του. Επίσης, θα μπορούσε να εργαστεί ως ελεύθερος εργάτης, δηλαδή να πάρει την κατ’ αποκοπή εργασία από έναν άλλο μάστορα υποδηματοποιό. Με άλλα λόγια, η διακριτή αντικειμενική διάσπαση σε εργοδότες και εργάτες αποτελούσε ζητούμενο παρά δεδομένο σε μια κοινότητα με κοινό το αίσθημα του υποδηματοποιού και κοινό αντίπαλο τον έμπορο υποδημάτων.
Μια άλλη διάσταση που χαρακτήριζε τα επαγγέλματα αυτά και περιόριζε την αλληλεγγύη στο επαγγελματικό επίπεδο ήταν οι οικογενειακοί και εθνοτοπικοί δεσμοί. Για παράδειγμα, οι αρτοποιοί, σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, προέρχονταν από την Ήπειρο. Οικογένειες από τα χωριά της περιφέρειας αυτής έστελναν τα παιδιά τους σε συγγενείς ή συντοπίτες στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη κ.α. Πολλές φορές η αντιπαράθεση για τη διεκδίκηση μιας δουλειάς αποκτούσε μια τέτοια εθνικοτοπική διάσταση, όπως η σύγκρουση στο λιμάνι του Πειραιά ανάμεσα σε κρητικούς και μανιάτες. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στους οικοδόμους, η εγκατάσταση μιας ομάδας μπουλουκιών με κοινή εθνικοτοπική σχέση σε μια πόλη δεν ήταν αυτονόητη καθώς ακολουθούσαν την δουλειά και επέστρεφαν στις πατρίδες τους με το τέλος της. Συνεπώς, με την ίδρυση της ΓΣΕΕ επιτυγχάνεται η διεύρυνση του συναισθήματος του συνανήκειν από μια κλειστή ιεραρχημένη επαγγελματική κοινότητα σε μια διευρυμένη φαντασιακή εργατική κοινότητα σε πανεθνικό επίπεδο, όπου ο εργάτης της Κέρκυρας και ο εργάτης της Καβάλας νιώθουν ότι μοιράζονται μια κοινή μοίρα.
Ο επαγγελματικός χαρακτήρας των ιδρυτικών σωματείων της ΓΣΕΕ εξηγεί ως εκ τούτου τον υψηλό βαθμό συσπείρωσής τους. Οι κλάδοι αυτοί ήταν ήδη μαζικά συγκροτημένοι σε διαταξικές επαγγελματικές συσσωματώσεις, τις συντεχνίες, με βασικό αντίπαλο την ελεύθερη αγορά και τους καταστηματάρχες-εμπόρους. Ως εκ τούτου, έφεραν ήδη στην κουλτούρα τους και την συνδικαλιστική εμπειρία, αλλά και έναν λανθάνοντα αντικαπιταλιστικό λόγο.
Όταν λοιπόν η βενιζελική εργατική νομοθεσία του 1914 υποχρέωσε τον διαχωρισμό εργατικών και εργοδοτικών σωματείων, ουσιαστικά επιταχύνθηκε η διαδικασία αυτονόμησης του εργατικού ταξικού πόλου και δημιουργήθηκαν μαζικά εργατικά σωματεία. Ήδη όμως στο πλαίσιο του βενιζελικού πατερναλιστικού λόγου, οι φιλελεύθεροι κοινωνιστές διανοούμενοι πρωταγωνιστούσαν από το 1910 με την ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, στην συνέχεια με το Εργατικό Κέντρο Βόλου και ύστερα με το Εργατικό Κέντρο Πειραιώς στην καλλιέργεια μιας ταξικής συνείδησης η οποία όμως δεν υπερέβαινε την εθνική ιδεολογία της συνεργασίας των κοινωνικών τάξεων. Η αμφισβήτηση από τα αριστερά της βενιζελικής πολιτικής ριζοσπαστικοποίησε τον λανθάνοντα αντικαπιταλισμό. Καθοριστικοί παράγοντες στάθηκε η επαφή με την Φεντερασιόν. Επίσης, σε καμία περίπτωση, ιδιαίτερα εν μέσω πολέμου, δεν μπορεί να υποτιμηθεί η επίδραση της Οκτωβριανής επανάστασης στα εργατικά στρώματα ενισχύοντας τις τάσεις για πιο καθολικές προσλήψεις της εργατικής τάξης, αλλά και πιο ριζοσπαστικά περιεχόμενα και μορφές δράσεις και οργάνωσης.
Ριζοσπαστικοποίηση, αντικαπιταλισμός και εθνικές συσπειρώσεις 
Οι τάσεις εθνικοθρησκευτικού και συνάμα πολιτικού διαχωρισμού κυριαρχούσαν, καθώς, ας σημειωθεί, ότι ο εθνικός διχασμός είχε ενισχύσει τις τάσεις οριζόντιων διαταξικών κοινωνικών συμμαχιών. Η παρουσία της Φεντερασιόν και του εβραϊκού εργατικού στοιχείου και μάλιστα ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας στην ιδρυτική διαδικασία λίγους μήνες πριν θεωρούνταν πρόβλημα και ανασχετικός παράγοντας στην ενοποίηση. Η Φεντερασιόν εκπροσωπούσε ίσως το πλέον αυθεντικό εργατικό προλεταριάτο των Βαλκανίων καθώς οι φτωχοί εβραίοι εργάτες, σε αντίθεση με τα εργατικά στρώματα των άλλων εθνικοθρησκευτικών ομάδων, είχαν περιορισμένες δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης. Οι εβραίοι εργάτες διαβιούσαν σε αυτήν την κατάσταση αυτή για πολλές δεκαετίες έως και αιώνες, αλλά και αντιμετώπιζαν μια μοναδική για τα δεδομένα των Βαλκανικών πόλεων κοινωνική φτώχια. Οι εβραίοι εργάτες κυρίως ήταν φορτοεκφορτωτές ξηράς και λιμένος και χειρώνακτες εργάτες του ποδαριού, αλλά το κυρίως συνδικαλισμένο τμήμα τους αποτελούταν εξίσου από καπνεργάτες και άλλα χειροτεχνικά επαγγέλματα. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της θεσσαλονικιώτικης εβραϊκής εργατικής τάξης συνεχόταν σε μια κοινή βαθιά ιστορική ταξική συνθήκη και μπορούσε να αλλάξει στο πλαίσιο μόνο με συνολικότερες ανατροπές στο πλαίσιο της αποβιομηχάνισης του ισχνού καπιταλισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο διεθνιστικός, σοσιαλιστικός και αντιπολεμικός προσανατολισμός της Φεντερασιόν ήρθε αμέσως σε σύγκρουση με τα φιλοβενιζελικά συνδικαλισμένα εργατικά στρώματα της Θεσσαλονίκης και της Παλαιάς Ελλάδας, κυρίως του Πειραιά. Η αντιπαράθεση αυτή η οποία ενέχει και αντισημιτικό-εθνικιστικό υπόβαθρο θα είναι εφικτό να ξεπεραστεί στα 1918. Η Φεντερασιόν είχε ήδη καλέσει σε δύο αποτυχημένες εθνικές προσπάθειες πανεργατικού Συνεδρίου. Η αλλαγή αυτή αφορούσε μια αντιφατική συνθήκη κυρίως στο φιλοβενιζελικό στρατόπεδο. Ο αυταρχισμός της βενιζελικής διακυβέρνησης, το κοινό εργατικό αντιπολεμικό συναίσθημα, αλλά και η επιθυμία της ίδιας της κυβέρνησης για την ίδρυση μιας εργατικής συνομοσπονδίας ενίσχυσε την διαδικασία. Η αντιπαράθεση θα επανέλθει στα 1919 με την μορφή τη διάσπασης της ΓΣΕΕ ανάμεσα στη φιλοβενιζελική παράταξη του καθαρού συνδικαλισμού και τη σοσιαλιστική παράταξη του ΣΕΚΕ.
Κλείνοντας αξίζει να σημειωθεί ότι τα συντεχνιάζοντα στρώματα των επαγγελματιών χειροτεχνών θα ριζοσπαστικοποιηθούν και θα πρωταγωνιστήσουν στην ίδρυση της ΓΣΕΕ σε μια περίοδο συγκεντροποίησης του κεφαλαίου εν μέσω πολεμικής περιόδου. Βασική αιτία η απειλή από την διαδικασία της συγκεντροποίησης καθώς διέλυε την παραγωγική αυτονομία, υπονόμευε τη θέση και το κύρος, τα ημερομίσθια, αλλά και τις ιεραρχικές δομές των συντεχνιαζόντων επαγγελμάτων. Η επόμενη κορυφαία στιγμή του ριζοσπαστικοποιημένου κινήματος των εργατών τεχνιτών επαγγελματιών στάθηκε η μεγάλη πολιτική και επαγγελματική απεργία του 1919. Το τέλος του πολέμου και η είσοδος του προσφυγικού πληθυσμού θα ανακόψει αυτή τη διαδικασία συγκεντροποίησης του κεφαλαίου ενισχύοντας την δεκαετία του 1920 τις μικρές επιχειρήσεις και τον λεγόμενο υπερεπαγγελματισμό. Το γεγονός αυτό στην πράξη ενίσχυσε την παρουσία του εργατικού συντεχνιάζοντος συνδικαλισμού των εργατών τεχνιτών. Σε κάθε περίπτωση, η αρχή είχε γίνει.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2018

Η αντιδραστική συνέχεια κράτους και ακροδεξιάς


Κώστας Παλούκης, 
εφημερίδα Πριν, 28.10.2018


Εθνικό ταμπού

Η παρουσία του φασισμού στην Ελλάδα αποτελούσε για δεκαετίες ένα ιδεολογικό ταμπού καθώς κυριαρχούσε ένα δημοκρατικό αφήγημα. Το ελληνικό έθνος θεωρείται από την φύση του δημοκρατικό και αντιστασιακό και ως εκ τούτου αντιφασιστικό. Ενσωματώνονται ως αντιφασιστικές μάχες του λαού τόσο ο ελληνοϊταλικός πόλεμος όσο και η εθνική αντίσταση. Παράλληλα, προβάλλεται ο δημοκρατικός χαρακτήρας του ελληνικού μεσοπολέμου. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός αντιμετωπιζόταν ως μια εξαίρεση στην πανευρωπαϊκής κλίμακας ροπή προς τον φασισμό. Το ίδιο το καθεστώς του Μεταξά «αποφασιστικοποιείται» και παρουσιάζεται σαν μια απλή δικτατορία που δεν είχε στην πραγματικότητα τα τυπικά φασιστικά χαρακτηριστικά. Οι δοσιλογικές οργανώσεις παρουσιάζονταν ως μειοψηφική εξαίρεση απέναντι στην πάνδημη αντιφασιστική ομοθυμία, ενώ οι δραστηριότητες των εμφυλιοπολεμικών και μεταπολεμικών ομαδοποιήσεων υποβαθμίζονται ιδεολογικά πίσω από τον όρο «παρακράτος». Οι ρητορικές της κρίσης μετέβαλλαν αυτές τις προσλήψεις. Η αναπαράσταση της αντιφασιστικής δημοκρατικής κοινωνίας δεν ήταν πια χρήσιμη ούτε νομιμοποιητική για το μνημονιακό καθεστώς. Στο δημόσιο διάλογο επικρατεί ένας ακροδεξιός αυταρχικός λόγος, φοβικός απέναντι στα δημοκρατικά, κοινωνικά και δημόσια αγαθά, βαθιά ρατσιστικός, ομοφοβικός και γενικά αντεπαναστατικός. Η τομή αυτή δεν προκάλεσε μόνο αυτήν την αντίδραση στο παρόν, αλλά αποτράβηξε το δημοκρατικό και προοδευτικό πέπλο, απογύμνωσε το ίδιο το παρελθόν από ιδεοληπτικές αναπαραστάσεις. Γι’ αυτό το λόγο, στην κορύφωση της πρόσφατης πολιτικής κρίσης ιστορικά στοιχεία του παρελθόντος αναδεικνύονταν συχνά πεδίο σύγκρουσης και αντιπαράθεσης των συμβολικών ρητορικών. Ο φασισμός ξαφνικά δεν ήταν ένα φάντασμα, αλλά μια πραγματική απειλή με παρελθόν, παρόν και ενδεχομένως μέλλον. Σε αυτό το κείμενο παρουσιάζονται στοιχεία αυτού του «μαύρου νήματος».

Ο φασισμός στην Ελλάδα προέκυψε κυρίως από μεσαία και ανώτερα αστικά στρώματα

Ο ελληνικός μεσοπόλεμος είχε μια ιδιαιτερότητα, τον «εθνικό διχασμό». Αυτή η ιδιαιτερότητα γέννησε δύο διακριτούς αστικούς πόλους με τη δική τους αριστερά, κέντρο και δεξιά. Ως εκ τούτου, ο ελληνικός μεσοπόλεμος γέννησε δύο φασιστικές γενεαλογίες οι οποίες όμως μπόρεσαν να συντεθούν και ενοποιηθούν κάτω από το μεταξικό καθεστώς. Η πιο σοβαρή περίπτωση προέκυψε από τον βενιζελικό πόλο και ήταν τα «τρία έψιλον», δηλαδή η Εθνική Ένωσις Ελλάς. Δημιουργήθηκε το 1927 στην Θεσσαλονίκη από μικρασιάτες πρόσφυγες. Η ιδεολογία της ήταν ταυτόχρονα αντισημιτική και αντικομμουνιστική συνδυάζοντας αυτά τα δύο σε μια ενιαία πρόσληψη του εσωτερικού εχθρού, κάτι που παραμένει μια κοινή ανάγνωση στο χώρο της άκρας δεξιάς. Ιδρυτής της ΕΕΕ και πρόεδρός της ήταν ο έμπορος Γεώργιος Κοσμίδης, ένας τουρκόφωνος πρόσφυγας, γραμματέας της ο τραπεζικός Δ. Χαριτόπουλος, ενώ τη δράση της προπαγάνδιζε ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Μακεδονία της Θεσσαλονίκης, Νίκος Φαρδής. Η εφημερίδα Μακεδονία αποτελούσε τον βασικό πυλώνα του βενιζελισμού στην Θεσσαλονίκη, με εκδότη τον Ι. Βελλίδη. Με άλλα λόγια, η εμφάνιση του φασισμού στην Ελλάδα προέκυψε σε μεγάλο βαθμό από μεσαία και ανώτερα αστικά στρώματα και με την ξεκάθαρη υποστήριξη του πολιτικού, δημοσιογραφικού και οικονομικού συστήματος. Οι τριεψιλίτες συμμετείχαν σε επίσημες παρελάσεις σε εθνικές εορτές και είχαν αναπτύξει παραστρατιωτική δράση με τους «Χαλυβδόκρανους». Η κρίσιμη περίοδος δράσης τους ήταν η περίοδος 1929-1933. Με την υποστήριξη της εφημερίδας Μακεδονία πρωτοστάτησαν στον εμπρησμό της εβραϊκής συνοικίας Κάμπελ τον Ιούλιο του 1931, ενώ τον Αύγουστο οργάνωσαν πορεία μέχρι τα ελληνοσερβικά σύνορα. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποιήθηκε δίκη με κατηγορούμενους τον Ν. Φαρδή και μέλη της ΕΕΕ, οι οποίοι αθωώθηκαν. Οι τριεψιλίτες, βέβαια, αφού αποδόθηκαν καθαροί στην κοινωνία μετά τη δίκη της Βέροιας, στράφηκαν εναντίον των κομμουνιστών και των εργατικών συνδικάτων, όπως άλλωστε τους παρότρυναν κι οι υπεύθυνοι πολιτικοί ηγέτες.


Στις 17 Αυγούστου 1932 μέλη της οργάνωσης έκαναν ένοπλη επιδρομή στο σωματείο καπνεργατών κι έπειτα οικοδόμων Θεσσαλονίκης τραυματίζοντας σοβαρά τον γραμματέα του Χρ. Παπαδόπουλο και τον οικοδόμο Χ. Σταμπουλίδη, ο οποίος ξεψύχησε την επόμενη μέρα. Στην Καβάλα, την Θεσσαλονίκη και άλλες μακεδονικές πόλεις με έντονη κομμουνιστική δράση, πολύ συχνά εργοδότες και ο ιδιαίτερα βιομήχανοι ενίσχυαν φασιστικές ομάδες. Στην Βέροια, η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στα 1931 προκάλεσε την αντίδραση των βιομηχάνων. Ιδρύθηκε η Εθνική Αντικομμουνιστική Οργάνωση και ο βιομήχανος Λαναράς κάλεσε τον αρχηγό της, πρώην καπετάνιο οπλαρχηγό, στη Νάουσα για να τρομοκρατήσει τους εργάτες. Με την άνοδο του φασισμού στη Γερμανία οι τριεψιλίτες ενθαρρύνθηκαν και ενεργούσαν αλλεπάλληλες επιθέσεις εναντίον εργατών και κομμουνιστών.


Στην Αθήνα, η κατάσταση ήταν εντελώς αντεστραμμένη πολιτικά. Η Εθνική Ένωσις Ελλάς συνδεόταν κυρίως με το αντιβενιζελικό κόμμα. Ο κύριος εκφραστής τους ήταν η εφημερίδα Ελληνική η οποία δημοσίευε τις προκηρύξεις και ενθάρρυνε την αντικομμουνιστική δράση των εθνικιστών. Τον Αύγουστο του 1931 και με αφορμή τον φόνο του αστυνομικού Γυφτοδημόπουλου από τον Μιχάλη Μπεζεντάκο, η εφημερίδα μέσα από τις προκηρύξεις της ΕΕΕ καλούσε στην εφαρμογή του νόμου του Λιντς απέναντι σε κάθε κομμουνιστή. Στην πράξη η επιρροή της οργάνωσης στην Αθήνα ήταν μικρότερη καθώς δραστηριοποιούνταν άλλες μικρότερες φασιστικές ομάδες. Η πιο μεγάλη παρέμβαση έγινε τον Ιούνιο του 1933, τρεις μήνες μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τους αντιβενιζελικούς. Το πρωί της 25ης Ιουνίου κατέφτασαν από τη Θεσσαλονίκη δύο τρένα με περισσότερους από 1.500 χαλυβδόκρανους. Στην Αθήνα τα μέλη της ΕΕΕ κατευθύνθηκαν σε παράταξη στο άγαλμα του Αγνώστου Στρατιώτη. Στην τελετή κατάθεσης στεφάνων παραβρέθηκαν ο υπουργός Εσωτερικών και πρωθυπουργός επί κατοχής Ι. Ράλλης, ο πρόεδρος της Γερουσίας Στ. Γονατάς, ο Μητροπολίτης Βέροιας Πολύκαρπος και άλλοι παράγοντες. Η αστυνομική δύναμη είχε κινητοποιηθεί για την περιφρούρηση της ΕΕΕ. Ωστόσο, για δύο ημέρες το κέντρο της Αθήνας μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, καθώς μέλη του ΚΚΕ και της ΚΟΜΛΕΑ συγκρούονταν με τους τριεψιλίτες και τις αστυνομικές δυνάμεις. Κατά τις συγκρούσεις αυτές σκοτώθηκαν από τα πυρά των χαλυβδόκρανων ο αρχειομαρξιστής Θωμόπουλος και ο κομματικός Ταμπούκης, δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν, ενώ η Αστυνομία συνέλαβε 200 εργάτες. Αργότερα, οι τριεψιλίτες προσπάθησαν να οργανωθούν σε κόμμα και παρότι αυτό οδήγησε στη διάσπασή τους, εξακολουθούμε να τους βρίσκουμε στο πλευρό της χωροφυλακής στην καταστολή της εργατικής εξέγερσης τον Μάη του 1936, στο κάψιμο των «κομμουνιστικών» βιβλίων μπροστά στον Λευκό Πύργο τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ενταγμένους στην ΕΟΝ, κατόπιν ανασυγκροτημένους κι αναβαθμισμένους σε ταγματασφαλίτες στο πλευρό των ναζί κι εντέλει συνεργάτες της αστυνομίας και του στρατού στα χρόνια του Εμφυλίου (παρότι πολλοί απ’ αυτούς ήταν καταδικασμένοι ως δοσίλογοι).
Η συγκρότηση της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ) το Νοέμβριο του 1936 συνιστά ένα από τα βασικά στοιχεία που ανατρέπουν την άποψη ότι το καθεστώς Μεταξά είναι μια καλή δικτατορία, εξαίρεση στο φασιστικό ευρωπαϊκό κανόνα. Με την ΕΟΝ το καθεστώς στόχευε στο να αποκτήσει το μαζικό λαϊκό έρεισµα που στερούνταν. Πρότυπο αγωγής της ΕΟΝ ήταν η «σπαρτιατική» οργάνωση και διαπαιδαγώγηση των νέων. Στα 1939-1940 συμμετείχαν πολλοί νέοι ηλικίας 8 έως 25 ετών. Αναφέρονται 750.000 μέλη το 1939, 1.250.000 το 1940.
Με την ονομασία «Τάγματα Ασφαλείας» είναι γνωστοί οι ένοπλοι σχηματισμοί που συγκροτήθηκαν το 1943-44 από τις γερμανικές αρχές κατοχής για την καταπολέμηση των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σκοπός του εγχειρήματος ήταν η υπόθαλψη του ενδοελληνικού εμφυλίου έτσι ώστε να αυξηθεί η ευστοχία των κατασταλτικών μέτρων εναντίον του ΕΑΜ και, το κυριότερο, «να εξοικονομηθεί γερμανικό αίμα». Τα «ευζωνικά» τάγματα συγκροτήθηκαν με απόφαση της κυβέρνησης Ράλλη. Πολλά τάγματα συγκροτήθηκαν «εθελοντικά», με πρωτοβουλία στελεχών του διαλυμένου ελληνικού στρατού και άλλων «εθνικοφρόνων» τοπικών παραγόντων. Ταυτόχρονα, δρούσαν «εθελοντικές» αντιεαμικές ένοπλες ομάδες που συγκροτήθηκαν αυτόνομα, κυρίως στην Αττική. Τέλος, μονάδες «εθνικιστών» της Βόρειας Ελλάδας συγκροτήθηκαν απευθείας από τους Γερμανούς, έξω από τον έλεγχο της κυβέρνησης Ράλλη. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο «Εθελοντικός Ελληνικός Στρατός» (ΕΕΣ) του συνταγματάρχη Πούλου, ο οποίος χαρακτηρίζεται για τον αμιγώς εθνικοσοσιαλιστικό πολιτικό του λόγο.


Από τα Τάγματα Ασφαλείας στη δολοφονία του Λαμπράκη

Στα Τάγματα Ασφαλείας ή στα άλλα αντικομμουνιστικά αντιεαμικά σώματα στρατολογούνταν κυρίως λούμπεν στοιχεία: άνθρωποι πολύ φτωχοί προκειμένου να επιβιώσουν, εγκληματικοί τύποι για ξεκαθάρισμα προσωπικών διαφορών και ατομικό πλουτισμό, συγγενείς εκείνων που σκοτώθηκαν από τον ΕΛΑΣ. Στην Αθήνα, τα ευζωνικά τάγματα συμμετείχαν ενεργά στα «μπλόκα» του 1944, με σκοπό την κατατρομοκράτηση του πληθυσμού και την καταστροφή της πολιτικής υποδομής του ΕΑΜ, αλλά και στη συγκέντρωση εργατών για αναγκαστική εργασία στα γερμανικά εργοστάσια. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των Ταγμάτων Ασφαλείας υπήρξε η παραδειγματική αγριότητα που επέδειξαν στην πράξη, αγριότητα που ξεπερνούσε συχνά κατά πολύ την αντίστοιχη των γερμανών συναγωνιστών τους. Εκτός από συλλήψεις και φονικά, η παρουσία τους συνεπάγεται την πλήρη αποδιάρθρωση όλων εκείνων των δημιουργικών κοινωνικών πρακτικών που συνόδευαν την ανάπτυξη του ΕΑΜ. Ο Ξενοφών Γιοσμάς, αποκαλούμενος και φον Γιοσμάς λόγω της δοσιλογικής δράσης του, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου που συνδέει τον δοσιλογισμό με τον μεταπολεμικό παρακρατικό μηχανισμό. Το 1943 σε συνεργασία με την γερμανική Μυστική Αστυνομία Στρατού οργάνωσε τις «Αντικομμουνιστικές Ομάδες Ασφαλείας» και στη συνέχεια εντάχθηκε ως Καπετάν Παρμενίων στην «Εθνική Αντικομμουνιστική Οργάνωση Κατερίνης, Πιερίων και Ολύμπου» (ΕΑΟ). Με την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, διέφυγε στην Γερμανία και κατόπιν στην Βιέννη όπου συμμετείχε στην τελευταία κατοχική κυβέρνηση Τσιρονίκου που μεταφέρθηκε εκεί, ως υπουργός Προπαγάνδας. Τον Νοέμβριο του 1945 καταδικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσίλογων ερήμην σε θάνατο ως συνεργάτης των Γερμανών.
Τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν τη στιγμή γένεσης του νέου εμφυλιοπολεμικού σκηνικού. Οι ταγματασφαλίτες ουσιαστικά μετατράπηκαν από φασίστες σε υπερασπιστές της δημοκρατίας απέναντι στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό.
Για πολλές δεκαετίες, η ταυτότητά τους και η μνήμη τους παρέμεινε αυτολογοκριμένη. Ωστόσο, αυτός ο κόσμος αποτέλεσε τη μάζα υποστήριξης του παρακρατικού καθεστώτος της Δεξιάς. Στη Θεσσαλονίκη στελέχωσαν πολύ συγκεκριμένα επαγγέλματα με λούμπεν χαρακτηριστικά, όπως τους φορτοεκφορτωτές. Οργανώσεις με αιχμή τον αντικομμουνισμό και τον φιλομοναρχισμό αλλά και φτωχοί πολίτες που αναζητούσαν διέξοδο στα προβλήματα στέγασης και εργασίας, συντονίζονταν από εκπροσώπους των σωμάτων ασφαλείας και καθοδηγούνταν από άτομα, όπως δοσίλογοι που βρήκαν καταφύγιο από τη μνήμη της προηγούμενης δράσης τους στη συνεργασία με την αστυνομία, εντασσόμενοι στο πλέγμα εξουσίας. Η οργάνωση «Καρφίτσα» ήταν η παρακρατική ομάδα που έδρασε τη δεκαετία του ’60 ως μαχητικό τμήμα της οργάνωσης του Γιοσμά: «Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος». Η δράση του μηχανισμού κορυφώθηκε με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη το 1963.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

O αντι-αλκοολισμός στο σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα του ελληνικού μεσοπολέμου

Κώστας Παλούκης,
Ανακοίνωση στην Ημερίδα
«Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα, 1830-1950», 
Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ
(Σκουφά 45, Κολωνάκι)
Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Το ζήτημα του αντι-αλκοολισμού σε σχέση με την εργατική τάξη έχει απασχολήσει αρκετά την διεθνή βιβλιογραφία της ιστορίας της εργασίας και του εργατικού κινήματος. Ουσιαστικά υπάρχουν δύο συζητήσεις. Η πρώτη αφορά τα εργατικά στρώματα των εργατών χειροτεχνών και γενικότερα την ευρύτερη σχέση τους με τον πολιτισμό της ταβέρνας και η δεύτερη αφορά τα μοντέρνα εργοστασιακά εργατικά στρώματα. Παρά τις διαφοροποιήσεις της, και στις δύο περιπτώσεις, αν και σε διαφορετικές εποχές ή φάσεις ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων, η σχέση του αλκοολισμού με την ένταξη της εργατικής τάξης στον αστικό και εθνικό πολιτισμό στιγματίζεται από την αστική τάξη και συνδέεται με πολιτικές πατερναλισμού και πειθάρχησης. Η επικράτηση νεωτεριστικών αξιών στο νέο ελληνικό κράτος διαμορφώνει μία πρότυπη αναπαράσταση του πολιτισμένου ανθρώπου και ως εκ τούτου τον αντικατοπτρισμό του, δηλαδή του μη πολιτισμένου. Ο διχασμός αυτός λαμβάνει de facto μία ταξική διάσταση εφόσον ο πολιτισμένος άνθρωπος συνδέεται με την μόρφωση, την ηθική και τον διαφωτισμό, χαρακτηριστικά τα οποία αποδίδονται στην ελληνικότητα και εν τέλει σε επαγγέλματα της κοινωνικής ελίτ και άρα στην αστικότητα. Η ένταξη της υγιεινής στις προϋποθέσεις του πολιτισμένου ανθρώπου προσθέτουν ένα ακόμα κριτήριο στην αστικότητα και μάλιστα με πολλαπλές και συνάμα συνδυαστικές με την ηθική προσλήψεις του κινδύνου για την κοινωνία και το έθνος. Συχνά, η πολεμική σύγκρουση βιώνεται ως μια πάλη για τον ίδιο τον πολιτισμό, καθώς τόσο οι άμαχοι όσο και οι πολεμιστές και από τις δύο πλευρές πίστευαν ότι πολεμούσαν για τον ίδιο τον τρόπο της ζωής τους, τον εθνικό τους πολιτισμό και την θρησκεία τους ενάντια στον απολίτιστο και βάρβαρο εχθρό. Εάν μεταφέρουμε τώρα αυτό το σχήμα στην ταξική διαπάλη, τότε  η ταξική πόλωση λαμβάνει έντονα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένη κοινωνική ιδεολογία. Η ίδια η φτώχια ορίζεται εκτός του αστικού πολιτισμικού πλαισίου και οι φτωχοί αντιμετωπίζονται με όρους μορφωτικού, ηθικού και υγιεινιστικού πανικού και με αυτά τα κριτήρια περθωριοποιούνται. Ως εκ τούτου, η αλητοποίηση ανάγεται σε κεντρικό στοιχείο του ηθικού ταξικού πανικού. Επιπλέον την περίοδο του μεσοπολέμου επαναπροσδιορίζονται όλες οι παραπάνω έννοιες της μοντερνικότητας, του αστισμού και του ελληνισμού. Βασικοί παράγοντες η διάδοση της καταναλωτικής κουλτούρας και του star system μέσα από τον κινηματογράφο σε συνδυασμό με την απόλυτη κυριαρχία των καπιταλιστικών αξιών, την συσσώρευση πλούτου, την οικονομική κρίση του 1929 και την ένταση της ταξικής πόλωσης ως συνέπεια όλων αυτών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ηθικός πανικός στο δημόσιο λόγο αποκτά μία διάσταση κριτικής στον καπιταλισμό και της καπιταλιστικής κοινωνίας η οποία αντιμετωπίζεται μέσα από ρητορικές περί εκφυλισμού. Τέλος, κεντρικό ρόλο στην διαμάχη για τον πολιτισμό επιτελεί το μεγάλο ιδεολογικό αντιπρότυπο-απειλή, δηλαδή η απόπειρα οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας στη μετεπαναστατική Ρωσία.
Το βασικό σκεπτικό της παρούσας ανακοίνωσης είναι ότι η εργάτες και οι εργάτριες την εποχή του μεσοπολέμου βιώνουν μέσα στις κοινότητές τους μία μεγάλη πόλωση διαμορφώνοντας δύο ανταγωνιστικές μεταξύ τους μοντερνικές κουλτούρες στις οποίες το ζήτημα του συμποσιασμού λαμβάνει κομβική σημασία. Από τη μία πλευρά αναπτύσσεται μία κουλτούρα ανάδειξης της θετικής σημασίας του αλκοόλ στην εργατική καθημερινότητα και έχει ρίζες στο ρεμπέτικο πολιτισμό, τις λαϊκές υποκουλτούρες του υποκόσμου και τις προσφυγικές γειτονιές. Από την άλλη πλευρά διαμορφώνεται μία κριτική στο συμποσιασμό και τον αλκοολισμό ως εχθρικές πρακτικές για το κύρος και την αξιοπρέπεια του εργάτη και της εργάτριας εσωτερικεύοντας στην εργατική συνείδηση τον κοινωνικό πανικό για τον κίνδυνο της λουμπενοποίησης αντιπροβάλλοντας την αξία και την ηθική της εργασίας. Κύριο  ερευνητικό θέμα τίθεται ο τρόπος με τον οποίο εμπλέκονται οι χειραφετητικές εργατικές ιδέες με τον αντιαλκολισμό. Στην παρούσα ανακοίνωση θα γίνει αναφορά κυρίως στο ΣΕΚΕ, το ΚΚΕ και το αρχειομαρξιστικό ρεύμα ως τα σημαντικότερα μεσοπολεμικά χειραφετητικά σχέδια. Άλλες σοσιαλιστικές ή εργατικές τάσεις παρουσιάζουν εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για την συνδιαπραγμάτευσή τους.
Η σοσιαλιστική παράδοση
Οι πρώτες σοσιαλιστικές ομάδες της Ελλάδας έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Έθεταν ως προγραμματικές αρχές την ηθικοποίηση και το διαφωτισμό της εργατικής τάξης μέσα από μορφωτικά μαθήματα, εκδρομές και μορφωτικούς συλλόγους. Αυτό το σχέδιο παρουσιάζει σίγουρα έναν κοινό παρονομαστή με πρακτικές του αστικού κόσμου και ιδιαίτερα της αστικής φιλανθρωπίας, η οποία υπηρετούσε ένα σχέδιο εκπολιτισμού και ηθικοποίησης της εργατικής τάξης στα πλαίσια του ελληνικού εθνικισμού. Ακόμη περισσότερο, φαίνεται να ταιριάζει με πρακτικές των φιλελεύθερων αστών κοινωνιστών διανοουμένων που πρωταγωνιστούσαν στην ίδρυση αλληλοβοηθητικών ή εργατικών σωματείων, αλλά κυρίως εργατικών κέντρων κατά τη δεκαετία του 1910. Μερικά πρώτα δείγματα αυτής της αντίληψης εντοπίζονται στην Εφημερίδα των Συντεχνιών αρκετά νωρίς. Σύμφωνα με τους αρθρογράφους της, η ελληνική κοινωνία διακρίνεται σε δύο σημαντικούς ταξικούς πόλους. Από τη μία είναι «οι ισχυροί της ημέρας», δηλαδή «οι πλούσιοι» και «οι κεφαλαιούχοι». Από την άλλη είναι «ο μικρός λαός», δηλαδή «αι εργατικαί τάξεις» που αποτελούνται από «τους χειροτεχνίτας και τους χειρώνακτας πληβείους». Βελτίωση της εργατικής τάξης σημαίνει αγώνας «υπέρ παντός, όπερ μέλλει να συντελέση εις την μόρφωσιν, ηθικοποίησιν και προαγωγήν των εργατικών του λαού τάξεων και των συντεχνιών και ηθικών αυτού σωματείων». Καταγγέλλει τα ελαττώματα των εργατών και το πιο σημαντικό από αυτά το «αλκοόλ». Πιστεύει ότι πρέπει να εξεταστούν τα αίτια «άτινα ωθούσι τον δυστυχή εις τα ποτά ταύτα και ευρόντες να ζητήσωμεν την άμεσον άρσιν αυτών». Για την επίτευξη του σκοπού αυτού προτείνεται «η σύστησις εργατικών κέντρων». Σε αυτό το πλαίσιο ιδρύθηκε το Εργατικό Κέντρο Αθηνών στα 1910, ακολούθως το Εργατικό Κέντρο Βόλου, τα οποία ήταν κυρίως μορφωτικές και καλλιτεχνικές λέσχες τεχνιτών, ενώ στο ίδιο περίπου πνεύμα κινούταν η Φεντερασιόν σε μία πιο εργατική κατεύθυνση. Το καταστατικό του δεύτερου μας δίνει μια καλή εικόνα: Σκοπός του σωματείου είναι «να διαπλασθούν οι εργάται και τεχνίται ηθικώς, να αναπτυχθούν πνευματικώς» να απαλλαγούν από το άγχος της επιβίωσης: «πως θα ζήσουν το σπήτι τους, τι θα φάγουν αύριο». Μέσα αυτής της δράσης θα είναι «η αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξις σε κάθε υλική και ηθική ανάγκη», «δια της ιδρύσεως Πανεργατικής Λέσχης, όπου θα περνούν τας ώρας τους οι τεχνίται όχι με κρασί και τυχερά παιχνίδια, αλλά με ωρισμένα αναψυκτικά και το καφέ τους». Εκεί «θα ανταμώνονται και θα αδελφώνονται» οι εργάτες νιώθοντας τη σημασία της «αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας». Θα διδάσκονται μουσική, θα λειτουργεί χορωδία, θα διακινούνται λογοτεχνικά βιβλία και θα οργανώνονται λογοτεχνικά βραδινά, θα διακινούνται σοσιαλιστικά έντυπα.
Βασικός εμπνευστής αυτών των ιδεών στην Παλαιά Ελλάδα είναι ο Πλάτωνας Δρακούλης. Από την ομάδα του θα προκύψει η Σοσιαλιστική Ένωση του Παναγή Δημητράτου. Στα 1916 ο φοιτητής Φραγκίσκος Τζουλάτι, ιταλικής καταγωγής και ανιψιός του Πλάτωνα Δρακούλη, συναντήθηκε με τον φοιτητή Δημοσθένη Λιγδόπουλο και μαζί άλλους συμφοιτητές ίδρυσαν τη Σοσιαλιστική Νεολαία Αθήνας ως νεολαίας της Σοσιαλιστικής Ένωσης. Το άρθρο 2 του καταστατικού της όριζε πως σκοπός της είναι: «να υποδείξη τας αρχάς του Διεθνούς Σοσιαλισμού», «να διοργανώση και εκπαιδεύση τα μέλη της με μαθήματα σοσιαλιστικά, εγκυκλοπαιδικά, φιλολογικά, καλλιτεχνικά, επίσης να βοηθήση την σωματικήν ανάπτυξιν των νέων με γυμναστικάς ασκήσεις, εκδρομάς, παιδιάς κλπ προς σκοπόν να δημιουργηθή νεολαία υγιής στο σώμα και το πνεύμα και ικανή ν’ αναλάβη τον σοσιαλιστικόν αγώνα», «να διαδώσει σοσιαλιστικάς ιδέας μεταξύ των εργατών» και τέλος «να εργασθή δραστηριότατα κατά του αλκοολισμού που αποκτηνώνει την εργατικήν τάξιν». Η οργάνωση αυτή εξελίχθηκε στον κύριο εκφραστή των αντιπολεμικών και διεθνιστών απόψεων της Φεντερασιόν και της Β΄ Διεθνούς στην Αθήνα. Αυτά τα πρόσωπα θα πρωταγωνιστήσουν στην ίδρυση του ΣΕΚΕ και αργότερα θα συγκροτήσουν την αρχειομαρξιστική ομάδα.
Το 1919 το νεοπαγές κόμμα θα κυκλοφορήσει την μπροσούρα Ο Αλκολισμός γραμμένο από τον εβραίο εκδότη της εφημερίδας της Φεντερασιόν Αλβέρτο Αρδίττη. Οι πρώτοι αυτοί ριζοσπάστες σοσιαλιστές, δάσκαλοι, φοιτητές και διανοούμενοι, θεωρούν πως η ηθικοποίηση και η μάχη ενάντια στην αλητοποίηση είναι μία υπόθεση που αφορά τους ίδιους τους εργάτες και ως εκ τούτου τη συνέδεσαν με τη διαδικασία της ταξικής αυτοσυνειδησίας και την σοσιαλιστική ιδέα. Μέσα από αυτό ακριβώς το πρίσμα προσλαμβάνουν το ζήτημα του αλκοολισμού. Συγκεκριμένα, σε αυτό το κείμενο υπογραμμίζεται εισαγωγικά το πρόβλημα, ότι δηλαδή «ο αλκολισμός άρχισε να διαδίδεται τρομαχτικά σ’ όλη την Ελλάδα» καθώς είναι «αρκετές εκατοντάδες οι ταβέρνες που άνοιξαν». Συσυχετίζεται εξαρχής το αίτημα του σοσιαλισμού με «μιάν ανθρωπότητα αξιοπρεπή και όχι ταπεινωμένη, γερή και όχι εκφυλισμένη» καθώς «ο αλκολισμός γίνεται αιτία δυστυχίας και ανηθικότητος». Ο σοσιαλισμός ρητά συνδέεται «με μια ανώτερη ηθική» και το προλεταριάτο έχει ως καθήκον να κατακτήσει το ίδιο μόνο του αυτήν. Η πόση του αλκοόλ συσχετίζεται άμεσα με κοινωνικές αιτίες που προκύπτουν από το οξυμένο κοινωνικό ζήτημα και απαντούν στα προσωπικά του κοινωνικά αδιέξοδα: οι εργάτες απαντούν πως «το σπίρτο μας είναι αναγκαίο. Μας ξαναδίνει τις δυνάμεις που χάνουμε σε μια δουλειά αποχτηνωτική, κουραστική και πολλές φορές καταστρεπτική για την υγεία μας». Στη συνέχεια εξέταζε τις αρνητικές συνέπειες του αλκοόλ στην υγεία και στην φυσική κατάσταση, για να καταλήξει πως «είνε ένας απ’ τους σπουδαιότερους συντελεστάς του εκφυλισμού», ενώ οδηγεί το προλεταριάτο στην ατίμωση συνδέοντας μεταξύ άλλων την εγκληματικότητα με αυτό. Ακόμα, συνέδεε την χρήση αλκοόλ με την παθητικότητα των εργατών, γιατί τους απομακρύνει εργάτες «απ’ τον αγώνα που πρέπει να διεξάγουν για τη χειραφέτησή τους», τους εμποδίζει να χειραφετηθούν «διανοητικώς και ηθικώς» και να οργανωθούν. Καλεί τη νεολαία  να αναλάβει προπαγάνδα ενάντια στον αλκολισμό, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να γίνει «σοβαρή δράση για τη μόρφωση των μαζών». Βέβαια, οι αγωνιστές του ΣΕΚΕ πρέπει πρώτα να δώσουν το παράδειγμα και «να μην πίνουν». Τέλος, αναζητά νομοθετικά μέτρα περιορισμού της νοθείας και του αριθμού των ταβερνών, της απαγόρευσης του αλκοόλ σε παιδιά κάτω των 16 ετών. Ως παραδείγματα χρησιμοποιούνται η Σουηδία και η Νορβηγία, ενώ θέτει και το ζήτημα της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ. Η μπροσούρα αυτή θα λειτουργήσει ως μανιφέστο για τον σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό αντιαλκολισμό στο μεσοπόλεμο και θα επηρεάσει όλα τα ρεύματα.

Οι αρχειομαρξιστές
Η σύνθεση των κομμουνιστικών οργανώσεων κατά την δεκαετία του 1920 γίνεται περισσότερο εργατική. Η οργάνωση των αρχειομαρξιστών με αρχηγό τον Φραγκισκο Τζουλάτι θα εξελιχθεί στον πιο συνεπή εκπρόσωπο των ηθικών και διαφωτιστικών αρχών του σοσιαλισμού, όπως διατυπώνονται στη μπροσούρα, καθώς προέρχεται απευθείας από τον πρώτο αυτό κύκλο των σοσιαλιστών. Στην αρχή θα έχει μια δράση εντός του ΣΕΚΕ και μετά το 1924 εκτός του ΚΚΕ λειτουργώντας μέχρι το 1930 περισσότερο σαν μία επαναστατική εταιρία του 19ου αιώνα και λιγότερο ως ένα κόμμα λενινιστικού τύπου. Στα 1930 έχει φτάσει να έχει 100 μέλη, όταν το ΚΚΕ έχει 1500, να ελέγχει σημαντικά εργατικά σωματεία και να διαθέτει παρατάξεις σχεδόν σε όλα τα επαγγέλματα σε πανελλαδικό επίπεδο. Ωστόσο, εκπροσωπεί κυρίως στρώματα χειροτεχνών εργατών τα οποία χαρακτηρίζουν η συντεχνιακή παράδοση, η σημασία της ανδρικής τιμής και του ανδρικού κύρους στην εργασία, η μικροπατερναλιστική ενδοπαγγελματική ιεραρχική δομή και το πάθος για την γνώση, καθώς συνιστά βασική προϋπόθεση για την επαγγελματική ανέλιξη και γενικότερα την ωριμότητα. Ως εκ τούτου, καλλιεργούν πολύ έντονα το ιδεώδες ηθικής πειθαρχίας και γι’ αυτό το λόγο οι ηθικές εγκλήσεις των σοσιαλιστών και στη συνέχεια κομμουνιστών διανοουμένων βρήκαν απήχηση.
Οι αρχειομαρξιστές ορίζουν την ηθική ως «γέννημα των υποχρεώσεων που γεννιούνται σε κάθε αγωνιστή και ιδιαίτερα στα στελέχη του αγώνα αυτού από τη μελέτη της εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος». Σύμφωνα με τον αρχειομαρξιστή Γιάννη Ποντίκη, οι αρχειομαρξιστές «κατόρθωναν να καταργήσουν κάθε αργόσχολη απασχόληση που θα είχε ως συνέπεια να σταματά την κανονική λειτουργία του εγκεφάλου και γενικώτερα να καταργήσουν κάθε αργόσχολη απασχόληση που θα είχε ως συνέπεια να τους στερήσει πολύτιμο χρόνο». Αυτή η μάχη ουσιαστικά ορίζει τον αρχειομαρξιστικό ηθικό κομμουνισμό. Οι βασικότεροι ρυθμιστικοί κανόνες ήταν η αποχή από το αλκοόλ, το κάπνισμα, τη χαρτοπαιξία και το χασίς. Ο τότε αρχειομαρξιστής Γιάννης Ταμτάκος αναφέρει: Η οργάνωση …, ήταν κατά των χοροδιδασκαλείων, έτσι χορό δεν έμαθα, αφού χώθηκα από 17 χρονών παιδί στη βιοπάλη. Τους καφενόβιους τους κατηγορούσαμε.» Τα μέλη του ΚΚΕ με βάση την αρχειομαρξιστική αναπαράσταση ήταν ανήθικοι γιατί σπαταλούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους σε ασχολίες μη παραγωγικές, όπως η χαρτοπαιξία, τον αλκοολισμό, γεγονός που τους αδρανοποιούσε πολιτικά, αλλά και μπορεί να τους οδηγούσε στην συνεργασία με την αστική τάξη και κατ’ επέκταση τους καθιστούσε σε κύριους εκφραστές της εχθρότητας απέναντι στον αρχειομαρξισμό, καθώς οι αρχειομαρξιστές τους έθιγαν προσωπικά μέσα από την ηθική ρητορική. Πολλές φορές φορές οι ανταποκριτές του Ριζοσπάστη εκμεταλλεύονταν την αδυναμία των αρχειομαρξιστών να κρατήσουν την συνέπεια των λόγων τους: Κάνανε θεωρία στους εργάτες πως δεν πρέπει να πίνουν ρακί και τσιγάρο και τα λεπτά να τα διαθέτουν για κάπου αλλού, αλλά τον καιρό που τον πάψανε από τη δουλιά και ύστερα μέσου του σωματείου έπιασε πάλι, απ’ τον ενθουσιασμό του αγόρασε τσιγάρα, μέθυσε και χόρευε μέσα στο Καφενείο του Κ. Ψωμαρά παρά τις αντίθετες θεωρίες που έκανε στους εργάτες και την αρχειομαρξιστικήν φαρισαϊκήν ηθικήν. Οι αρχειομαρξιστές δεν απαξίωναν απλώς τον «πολιτισμό της ταβέρνας», αλλά γενικά τον αστικό πολιτισμό θεωρώντας το πνεύμα της ταβέρνας αναπόσπαστο τμήμα του. Επίσης, θεωρούσαν ότι όσοι αποχωρούσαν από την οργάνωση ήταν «αναμόρφωτοι», δηλαδή απέτυχαν να «μορφωθούν» και να αποκτήσουν ταξική συνείδηση. Η αρχειομαρξιστική εφημερίδα συχνά κατηγορούσε τα μέλη μίας διάσπασης της οργάνωσης για «Ντόλτσε Βίτα» και για επιφανειακή τήρηση των αρχειομαρξιστικών αρχών, καθώς τον «αρχειομαρξισμό τον πήρανε σαν τύπους, όπως οι παπάδες στη λειτουργία» με δεδομένο ότι «μόλις βρεθήκανε έξω από την Οργάνωση ‘‘ξανασάνανε’’»· ταυτόχρονα, «τόση ήτανε η μανία τους να βγάλουν από πάνω τους τον αρχειομαρξισμό ώστε αμέσως τόρριξαν στα χαρτιά, το πιοτό και στις γυναίκες» και «έγιναν ταχτικοί πελάτες στα Βούρλα». Οι αρχειομαρξιστές αντέταξαν απέναντι στον κίνδυνο της αλητοποίησης τα μορφωτικά και θεωρητικά μαθήματα δημιουργώντας μορφωτικούς νεανικούς συλλόγους, Κόκκινα Σχολεία, οργανώνοντας εκδρομές και περιπάτους. Αποτελεί ίσως την πιο εκτεταμένη έμπρακτη εφαρμογή στο μεσοπόλεμο του αντιαλκολικού μανιφέστου του Αρδίττι.

Το ΚΚΕ
Tο ΚΚΕ εμφάνιζε εντελώς διαφορετικές απόψεις. Θεωρούσε πως «η αστική τάξη έχει μονοπωλήσει την καλοπέραση και τη χαρά» κρατώντας την για τον εαυτό της. Σύμφωνα με το στέλεχος του κόμματος Καίτη Ζεύγου το «κόψιμο» του πιοτού, της χαρτοπαιξίας, των σχέσεων με το άλλο φύλο ήταν εξίσου προϋπόθεση για την ένταξη στο ΚΚΕ και συχνά συνοδεύονταν με την υπόσχεση της απόλυτης αφοσίωσης στο Κόμμα. Οι αιτίες αυτές τις προφύλαξης όμως στην οπτική της Ζέυγου δεν ήταν ηθικές, αλλά συνδέονταν με την προστασία από τον «ταξικό εχθρό». Με το πιοτό μπορεί ο «ταξικός εχτρός» να παρασύρει το μέλος, με τη χαρτοπαιξία το μέλος μπορεί να φτάσει σε «κατάχρηση της περιουσίας του Κόμματος», ενώ ως «μέλος του Κόμματος» δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεται όπως όλοι οι νέοι καθώς η ασφάλεια μπορεί να στείλει «καμία χαφιεδίνα και να μπουν έτσι σε κίνδυνο τα μυστικά του κόμματος». Η Καίτη Ζεύγου παρουσιάζει αντίστοιχα το φαινόμενο της «παραίτησης από τη ζωή» για χάρη του αγώνα να ισχύει εξίσου για τα μέλη του ΚΚΕ. Ωστόσο, από τη παράθεση ενός ανέκδοτου από την ίδια την Ζεύγου στην αφήγησή της προκύπτει πως το πρότυπο αυτό ετίθετο σε αμφισβήτηση. Με άλλα λόγια, ο περιορισμός στο ΚΚΕ δεν ανάγεται σε μία καθολική ηθική αρχή, αλλά σε μία ειδική εξαίρεση λόγω παρανομίας. Γι’ αυτό ίσως το λόγο, δεν ήταν τόσο αυστηρός ή δεν αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της ταυτότητας των μελών του ΚΚΕ και ως εκ τούτου εύκολα τα μέλη του ΚΚΕ δεν τον ακολουθούσαν. Αντιθέτως, στους αρχειομαρξιστές φαίνεται πως ο ηθικός περιορισμός αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας τους και της πολιτικής τους ταυτότητας και κουλτούρας. Στην πράξη, οι κομματικοί λειτουργούσαν περισσότερο μέσα στο πλαίσιο των καθημερινών συνηθειών της εργατικής τάξης, ενώ οι αρχειομαρξιστές συγκρούονταν με αυτές.
Ως ένα βαθμό, αυτή η πολιτισμική διαφορά θα πρέπει να οφείλεται και στις διαφορετικές προελεύσεις της πλειοψηφίας των μελών των δύο οργανώσεων. Οι αρχειομαρξιστές ήταν κυρίως γηγενείς και κατάγονταν από αγροτικά περιβάλλοντα της Παλαιάς Ελλάδας, δηλαδή περιοχών με πολύ υψηλά ιεραρχημένη την ηθική. Αντιθέτως, τα μέλη του ΚΚΕ προέρχονταν κυρίως από προσφυγικούς πληθυσμούς. Στις προσφυγικές συνοικίες το τάβλι, το ούζο και ευρύτερα το αλκοόλ, το χασίς και η χαρτοπαιξία σε συνδυασμό με το σμυρνέικο μουσικό τραγούδι που ταυτίστηκε με το ρεμπέτικο αποτελούσαν καθημερινές συνήθειες των λαϊκών στρωμάτων. Τα καφενεία και οι ταβέρνες, αλλά κυρίως οι συμποσιασμοί αποτέλεσαν τα κέντρα αυτής της λαϊκής κουλτούρας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το αλκοόλ δεν συνιστά κίνδυνο, αλλά απόλαυση και η διασκέδαση για τους άντρες και τις γυναίκες θεωρείται αξία.
Τέλος, το ΚΚΕ, ιδιαίτερα την δεκαετία του 1930 θα συνδέεται ολοένα και πιο πολύ με βιομηχανικά εργατικά στρώματα που ουσιαστικά ταυτίζονται με τους προσφυγικούς πληθυσμούς. Το ιδιαίτερο στοιχείο αυτών των στρωμάτων είναι η νεανική ηλικία και η επίτευξη μιας καλύτερης και πιο σταθερής εργασίας σε σχέση με τις παλαιότερες προσφυγικές γενιές. Το νέο εργατικό τραγούδι που παράγεται διαφέρει πολύ από εκείνο του υποπρολεταριάτου και τα μοντέρνα κέντρα διασκέδασης στις εργατικές γειτονιές απέχουν πολύ από εκείνα της υπόγειας ταβέρνας. Ο συμποσιασμός και το αλκοόλ συνδέονται με τη μοντερνικότητα, με την γυναικεία, αλλά και ανδρική χειραφέτηση από τις ιδεολογικές ηθικές δεσμεύσεις των παλαιότερων γενιών. Ακόμη περισσότερο έρχονται σε ρήξη με τις ρητορικές της βιομηχανικής πειθαρχίας και ηθικής που πλέον καλλιεργούνται από τους μεγαλοβιομήχανους εργοδότες. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, όπου η πολιτική και ευθεία εργοδοτική αμφισβήτηση ήταν εξορισμένη από την καθημερινή δράση, φαίνεται ότι οι πολιτισμικές πρακτικές του συμποσιασμού επένδυσαν στις νέες προσφυγικές εργατικές γειτονιές μια ιδιαίτερη εργατική λαϊκή ταυτότητα η οποία θα εκφραστεί κατά την περίοδο της Κατοχής πολύ πιο έντονα. Όπως αναφέρθηκε, το ΚΚΕ, ολοένα και περισσότερο στρατολογεί δυναμικό από αυτά τα στρώματα, και ως εκ τούτου καθορίζουν την φυσιογνωμία του και την στάση του απέναντι στο συμποσιασμό και το αλκοόλ. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το ΚΚΕ δεν παρέμενε εχθρικό απέναντι στον αλκοολισμό ως παθογένεια. Το πιθανότερο είναι ότι ο αλκοολισμός διαχωριζόταν ρητά από την γενικευμένη χρήση του αλκοόλ, σε αντίθεση με τους αρχειομαρξιστές που ταύτιζαν αυτά τα δύο και προσέδιδαν μια έντονη ηθική διάσταση.     




Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

«Αγνός μπολσεβίκος», «ερυθρός δικτάτωρ» ή «δαιμόνιος εβραίος»: ο Λ. Τρότσκι στον ελληνικό αστικό τύπο την περίοδο 1923-1930 και η επίδρασή του στο ΣΕΚΕ(Κ)



του Κώστα Παλούκη, 
στο περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 8, Ιανουάριος – Μάρτιος 2013,

Εισαγωγή
Παρότι γνωρίζουμε αρκετά πλέον για τη δράση των τροτσκιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα τη μεσοπολεμική περίοδο, αγνοούμε την προϊστορία της εικόνα του προσώπου του Τρότσκι και των ιδεών του τόσο μέσα ελληνικό επαναστατικό κίνημα την κρίσιμη περίοδο 1923-1927 όσο και στον ελληνικό αστικό πολιτικό κόσμο. Στο παρόν κείμενο επιχειρείται μια σύντομη ανασκόπηση του λόγου για τον Λέοντα Τρότσκι και της φιλοτεχνούμενης εικόνας του. Δεν πρόκειται για μια εξαντλητική παρουσίαση των απόψεων όλων των εφημερίδων, αλλά εστιάζουμε κυρίως στην αρθρογραφία μερικών σημαντικών βενιζελικών κυρίως εφημερίδων της εποχής (Εμπρός, Ελεύθερον Βήμα, Μακεδονία). Το πολιτικό χρώμα των εφημερίδων ωστόσο δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σε ένα ενιαίο δημοκρατικό βενιζελικό κοινό, αφού ο βενιζελισμός της Θεσσαλονίκης διαφέρει από τον βενιζελισμό της Αθήνας. Για παράδειγμα ο προσφυγικός βενιζελικός κόσμος της συμπρωτεύουσας θα στελεχώσει την δεκαετία του 1930 την φασιστική ομάδα των 3Ε, ενώ η ίδια εφημερίδα Μακεδονία θα προβάλλει τους έλληνες χαλυβδόκρανους ως μια εν δυνάμει εναλλακτική λύση απέναντι στον κομμουνισμό κάτι που δε γίνεται  από το Ελεύθερο Βήμα. Η εικόνα από αυτή τη μερική έστω παρουσίαση του λόγου για τον Τρότσκι και την διαμάχη με τον Στάλιν καταδεικνύει την καταλυτική σημασία που είχε στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και τα μεσαία και ανώτερα αστικά στρώματα η ρωσική επανάσταση. Δείχνει την μεγάλη προσοχή που επέδειξε ο ελληνικός αστικός τύπος στο σοβιετικό πείραμα και την διαρκή αναμέτρηση με τον σοβιετικό «μύθο». Για τον βαθμό της επίδρασης όμως της ρωσικής επανάστασης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό χρειάζεται μια άλλη πιο διεξοδική έρευνα. Σε πολλές περιπτώσεις συνεξετάζουμε την τοποθέτηση του Ριζοσπάστη απέναντι στα ίδια γεγονότα. Βέβαια, ο Ριζοσπάστης του 1917-1920 δεν αντικατοπτρίζει την επίσημη θέση του ΣΕΚΕ.
Γενικά λοιπόν το πρόσωπο του Λέοντα Τρότσκι υπήρξε αρκετά οικείο στο ελληνικό κοινό. Για αυτό φρόντισε ιδιαίτερα ο ελληνικός αστικός τύπος ήδη από την εποχή της Οκτωβριανής επανάστασης. Η εικόνα που φιλοτεχνείται από τις αστικές εφημερίδες γύρω από το πρόσωπό του κατασκευάζει έναν μύθο για τον ρώσο επαναστάτη, ο οποίος διαπερνά τα εργατικά στρώματα του μεσοπολέμου με διαφορετικές προσλήψεις και αναγνώσεις από τους αρχικούς στόχους των αστικών εφημερίδων. Δηλαδή τα εργατικά στρώματα επαναξιολογούν την εικόνα του θετικά ή αρνητικά ανάλογα με την τοποθέτησή τους απέναντι στην Σοβιετική επανάσταση και τη σχέση τους με το συνδικαλιστικό κίνημα. Ο μύθος αυτός δεν είναι βέβαια η βασική αιτία της ανάδυσης ενός τόσο μαζικού τροτσκιστικού ρεύματος στην Ελλάδα, αλλά σίγουρα είναι μια σημαντική προϋπόθεση.

Ο «μαξιμαλιστής» ηγέτης
 Με πολύ μεγάλη προσοχή οι έλληνες δημοσιογράφοι εμπνεόμενοι από το δέος και το φόβο της επανάστασης και στη συνέχεια του νέου καθεστώτος μεταγράφουν ή δημοσιεύουν αυτούσια από την δυτικοευρωπαϊκή αρθρογραφία και ειδησεογραφία κάθε νέο που αφορά την Σοβιετική Ρωσία, το Μπολσεβίκικο Κόμμα και τους ηγέτες τους. Στην πλειονότητά τους όλες οι εφημερίδες, πάντα εχθρικές απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς, παρουσιάζουν κατά την περίοδο της επανάστασης τον Τρότσκι ως συνηγέτη μαζί με τον Λένιν των «μαξιμαλιστών» κινηματιών[1]. Σε μια αντιστοιχία με τον επίσημο τύπο, ο φιλοβενιζελικός, δημοκρατικός και φιλοαντατικός Ριζοσπάστης της εποχής Πετσόπουλου διάκειται αρχικά μάλλον εχθρικά στην Οκτωβριανή επανάσταση των «μαξιμαλιστών» και στους δύο ηγέτες της, Λένιν και Τρότσκι, οι οποίοι ανέτρεψαν τον σοσιαλδημοκράτη φιλοαγγλογάλλο Κερένσκι εν μέσω του Μεγάλου Πολέμου. Στα 1919 ο Ευάγγελος Παπαναστασίου, στέλεχος του ΣΕΚΕ προερχόμενο από τις ΗΠΑ και μετέπειτα ηγέτης της οργάνωσης Κομμουνιστικής Ένωσης, θα γράψει για πρώτη φορά μια σειρά από άρθρα που παρουσιάζουν με έναν θετικό τρόπο τον Λένιν και τους μπολσεβίκους.[2] Δυστυχώς έχει διασωθεί μόνο ένα φύλλο από την εφημερίδα Εργατικός Αγών – της εφημερίδας που εξέφραζε επίσημα την περίοδο αυτή το ΣΕΚΕ(Κ) – γεγονός που περιορίζει σημαντικά την εικόνα μας πάνω στην κομματική αρθρογραφία.
Η άμεση ανάληψη της ευθύνης των Εξωτερικών Υποθέσεων της νέας επαναστατικής κυβέρνησης τον αναδεικνύουν σε μια κρίσιμη καμπή του Παγκοσμίου Πολέμου σε καθοριστικό παράγοντα όλων των μεγάλων γεγονότων. Ως εκ τούτου, εξελίσσεται πολύ σύντομα στην πλέον αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία μεταξύ των μπολσεβίκων ηγετών, ιδιαίτερα την εποχή του εμφυλίου πολέμου[3]. Χαρακτηριστικά του κυρίαρχου ευρωκεντρικού αντικομμουνιστικού λόγου – όπου εβραϊσμός, κομμουνισμός, γαλλική επανάσταση, γερμανικός απολυταρχισμός συχνά δένονται σε ένα κοινό παρανομαστή – είναι τα σχόλια και οι επιθετικοί προσδιορισμοί που περιγράφουν το προφίλ των ηγετών της επανάστασης και ιδιαίτερα του Τρότσκι, αφού τόσο ο ρόλος του όσο και η καταγωγή του βοηθάνε σε τέτοιου είδους συνεκδοχές[4]. Μετά τη νίκη των μπολσεβίκων, η αρθρογραφία συνεχίζει να αναφέρεται στον Τρότσκι συνήθως ως επιτυχημένου οργανωτή του Κόκκινου Στρατού.[5]
Η εικόνα αυτή που φιλοτεχνείται για το πρόσωπό του λειτουργεί προφανώς θετικά μέσα στους ριζοσπαστικοποιημένους εργάτες και κατ’ επέκταση στους έλληνες κομμουνιστές. Η πίστωση προς το πρόσωπο του Τρότσκι της συνολικής προσπάθειας για τον τερματισμό του πολέμου και την επιβολή της ειρήνης, όσον αφορά την πορεία των συζητήσεων προς την συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ, τον καταξιώνει αναμφισβήτητα ως κύριο εκφραστή της «ντεφαιτιστικής» πολιτικής των Μπολσεβίκων σε όλη την ελληνική «κοινή γνώμη» [6], ενώ στο πρόσωπό του χρεώνεται η διαμόρφωση ενός φιλογερμανικού και αντιαγγλικού-αντιγαλλικού κλίματος στη μετεπαναστατική Ρωσία. Μάλιστα, αναζητούν εναγωνίως να καταδείξουν τα υπόγεια ρεύματα που καθιστούν τη φύση του μπολσεβικισμού και του γερμανικού απολυταρχισμού κοινά μεταξύ τους στοιχεία.[7] Το ελληνικό κοινό και ιδιαίτερα η ελληνική εργατική τάξη είναι έντονα διχασμένοι ακριβώς πάνω στο ίδιο δίλημμα, δηλαδή της ειρήνης ή του πολέμου. Το ίδιο συμβαίνει με τους έλληνες σοσιαλιστές, όπου σταδιακά επικρατεί η νταιφετιστική άποψη, ενώ κάποιοι από αυτούς θα συνεργαστούν με το Κωνσταντινικό στρατόπεδο ακριβώς στο όνομα της ειρήνης. Είναι επόμενο λοιπόν η επιλογή της «μαξιμαλιστικής» ηγεσίας του Τρότσκι να δημιουργεί θετικές ταυτίσεις.
Από το 1920, όταν το ΣΕΚΕ(Κ) προσανατολίζεται προς τη νεοϊδρυμένη Τρίτη Διεθνή και ο Ριζοσπάστης συνδέεται επίσημα με το Κόμμα, ο Λέων Τρότσκι, κυρίως ως πρόσωπο και δευτερευόντως η αρθρογραφία του, καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο στα φύλλα της εφημερίδας. Ως εκ τούτου, πολύ συχνά η κριτική στάση της εφημερίδας και του Κόμματος απέναντι στη Μικρασιατική Εκστρατεία εκφράζεται μέσα από τα ίδια τα λόγια του Ρώσου επαναστάτη. Αυτόν προφανώς τον ρόλο θα είχε το όχι τυχαία επιλεγμένο άρθρο του το οποίο θέτει επί τάπητος στην εναγώνια «ελπίδα προς ειρηνική εξέλιξιν» το δίλημμα: «Διαρκής Πόλεμος ή Επανάσταση»[8]. Βέβαια, ακολουθεί η παρατεταμένη σιωπή του Ριζοσπάστη απέναντι γενικά στο ζήτημα του πολέμου, καθώς μόνο τον Νοέμβριο του ίδιου έτους θα προτάξει το σύνθημα: «Κάτω ο πόλεμος»[9]. Αυτό καταδεικνύει τη σύγχυση στην οποία βρίσκεται το ΣΕΚΕ το χρονικό αυτό διάστημα[10].
Γνωρίζουμε όμως πως η νεολαία του Κόμματος στην Αθήνα και τα μέλη του που πολεμούσαν στο Μέτωπο είχαν αναλάβει σημαντικό προπαγανδιστικό έργο εναντίον του πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Οι ομάδες που πρωταγωνίστησαν σε αυτήν την προπαγανδιστική δράση ήταν η νεολαιίστικη Κομμουνιστική Ένωση του Τζουλάτι στην Αθήνα και ο κύκλος Πουλιόπουλου στη Μικρά Ασία. Είναι γνωστό πως την εποχή εκείνη στο μέτωπο μεταφράζονταν κείμενα και αποφάσεις του Κόμματος των Ρώσων Μπολσεβίκων. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Παντελής Πουλιόπουλος και ο κύκλος του θα ηγηθούν του κινήματος των Παλαιών Πολεμιστών, ενώ οι Αρχειομαρξιστές θα ηγηθούν του κινήματος των Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου. Δηλαδή εξέφρασαν και οι δύο κύκλοι ανθρώπους που πολέμησαν στο μέτωπο και προσέγγισαν την αριστερά ακριβώς επειδή πρωταγωνίστησε ενάντια στον πόλεμο και τις συνέπειές του. Και οι δύο αυτοί κύκλοι διαπαιδαγώγησαν και στιγμάτισαν ιδεολογικά και πολιτικά την πρώτη νέα γενιά ελλήνων κομμουνιστών με το αντιπολεμικό «ντεφαιτιστικό» αίσθημα, τον διεθνισμό, το όραμα της επαναστατικής λύσης. Η κοινή αυτή μήτρα καθόρισε σημαντικά την σχέση τους με τον «μπολσεβικισμό της επανάστασης», τον οποίο ο Τρότσκι αργότερα θέλησε να εκφράσει μέσα από την θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης», σε αντίθεση με τον «μπολσεβικισμό της σοσιαλιστικής οικοδόμησης», που εκφράστηκε εν τοις πράγμασι από τον Στάλιν μέσα από την θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Από αυτούς τους πρώτους κομμουνιστές αναδείχθηκαν σε ένα βάθος χρόνου οι πυρήνες εκείνοι που, αν και με διαφορετικές διαδρομές, θα συγκρουστούν με το «σταλινοποιημένο» ΚΚΕ και ΚΔ, για να συνδεθούν με τον αντιπολιτεύομενο τροτσκισμό.

Ο αντιπολιτευόμενος Τρότσκι στο αστικό τύπο
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα που φιλοτεχνείται στην Ελλάδα για τον Τρότσκι ως διαφωνούντα μέσα στην ΕΣΣΔ και το Μπολσεβίκικο Κόμμα. Ο αστικός ελληνικός τύπος ήδη από το 1922 εν όψει του θανάτου του «δικτάτορος Λένιν» και πολύ πριν ξεσπάσει η σύγκρουση στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ρωσίας διατυπώνει άποψη για τη διαδοχή του. Στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα ο Τρότσκι χαρακτηρίζεται «αυθάδης, εκδικητικός και υπέρ το δέον φιλόδοξος» καταλήγοντας πως ο «μόνος ικανός αντικαταστάτης θα ήτο ο Στάλιν, γραμματεύς του κόμματος»[11]. Ένα χρόνο αργότερα στα 1923, από τη μία εκτιμάται πως ο Τρότσκι θα μπορούσε να ήταν ο καταλληλότερος διάδοχος καθώς είναι ο μόνος που έχει προξενήσει μεγάλη εντύπωση στη Δύση, αλλά το βασικό του μειονέκτημα είναι η εβραϊκή του καταγωγή, πράγμα που του στερεί την άνοδο στο αξίωμα του δικτάτορα. Από την άλλη η άνοδος του «σιωπηλού και οργανωτικού» Στάλιν κρίνεται μάλλον θετικά, με το επιχείρημα πως «η συντηρητικότης και η δεξιότης του κατεδείχθη εις το τελευταίον επεισόδιον μετά της Αγγλίας». [12]
Όταν γίνεται γνωστή η διαμάχη Τρότσκι – Στάλιν και συγκροτείται η αντιπολίτευση μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα, οι αστικές ελληνικές εφημερίδες – αντιγράφοντας πάντοτε τον δυτικοευρωπαϊκό τύπο – δείχνουν τεράστιο ενδιαφέρον και ενημερώνουν το αναγνωστικό τους κοινό συχνά για τις εξελίξεις. Προκαλεί τεράστια εντύπωση το νέο της καθαίρεσης του Τρότσκι από τα αξιώματα στα 1924, αφού θεωρείται ως ο ένας από τους δύο πρωτεργάτες της επανάστασης. Αρθρογράφος του Ελεύθερου Βήματος μεταφέροντας στην Ελλάδα το κλίμα από τον ευρωπαϊκό τύπο συγκρίνει την Ρωσική με την Γαλλική επανάσταση καταλήγοντας στη γενίκευση πως γενικά οι επαναστάσεις καταπίνουν τα παιδιά τους. Προσπαθώντας να περιγράψει αντικειμενικά τις απόψεις των δύο παρατάξεων εκτιμά πως η επικρατούσα σταλινική μερίδα των μπολσεβίκων είναι εκείνη που διαφοροποιείται από την Λενινιστική παράδοση, ενώ η αντιπολίτευση είναι η πιο συνεπεής.[13] Λίγους μήνες αργότερα ο ίδιος αρθογράφος δημοσιεύοντας την απολογία του Τρότσκι υποτιμά την αξία της τριανδρίας Καμένεφ Ζηνόβιεφ Στάλιν υποστηρίζοντας πως ο «δαιμόνιος εβραίος» υπερέχει πολύ από τους διαδόχους του «πνευματικώς» πράγμα που «θα είνε επ’ αγαθώ του ευρωπαϊκού πολιτισμού».[14]
Η εμφάνιση και ο κριτικός λόγος της αντιπολίτευσης επιβεβαιώνει τη δημοσιογραφική προπαγάνδα περί μπολσεβίκικου απολυταρχισμού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονται οι αρθρογράφοι με την αντιπολίτευση. Το Εμπρός μέσα από ένα άρθρο του γάλλου Λ. Μπουργκούε διαβλέπει στη νέα αντιπολίτευση και στον εβραίο τυχοδιώκτη, αλλά και θεμελιωτή του νέου καθεστώτος Τρότσκι τον «αγνό» μπολσεβικισμό που ναι μεν σωστά παρατηρεί ότι η επανάσταση εκτροχιάστηκε από τα οράματα του κομμουνισμού συγκεντρώνοντας γύρω του όλους τους γνωστούς ηγέτες της επανάστασης, αλλά εν τέλει ο ίδιος αυτός ο Τρότσκι εκείνο που ουσιαστικά επιθυμεί είναι να συνεχιστεί το αιματοκύλισμα[15]. Μέσα από τα λόγια του Λόυδ Τζορζ, ο Στάλιν και οι οπαδοί του χαρακτηρίζονται από το Ελεύθερον Βήμα μετριοπαθείς διαλλακτικοί σε αντίθεση με την αντιπολίτευση Τρότσκι-Ζηνόβιεφ.[16] Χαιρετίζεται έτσι η συντηρητική προσαρμογή της Ρωσικής Επανάστασης, ενώ παράλληλα πανηγυρίζεται η έμπρακτη χρεοκοπία του επαναστατικού σοσιαλισμού[17] καθώς επιλέγεται σπό τους επαναστάτες η αναγκαστική καπιταλιστική προσαρμογή για την διευκόλυνση των σοσιαλιστικών πειραματισμών.
Η ελληνική αρθρογραφία ωστόσο της εφημερίδας Ελεύθερον Βήμα παρουσιάζει τον Τρότσκι πιο ρεαλιστή σε αντίθεση μάλλον με την αρθρογραφία που μεταγράφει η ίδια εφημερίδα από το εξωτερικό. Συγκεκριμένα εκτιμά πως τελικά ο Στάλιν επικράτησε όχι επειδή ήταν μόνο πιο επιδέξιος στις μηχανορραφίες, αλλά και επειδή υιοθέτησε της ρεαλιστικές θέσεις του Τρότσκι.[18] Ο πρώτος θεωρείται πως διαθέτει τον κρατικό μηχανισμό και ο δεύτερος τους παλαίμαχους καθώς και τη λαϊκή μάζα. Η βιαιότητα στη μεταξύ τους αντιπαράθεση καταδεικνύει στα μάτια των ελλήνων δημοσιολόγων τον εν γένει βίαιο χαρακτήρα του μπολσεβικισμού σε αντίθεση με τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας[19]. Το Ελεύθερον Βήμα δε θα διστάσει να χρησιμοποιήσει απευθείας αρθρογραφία του Τρότσκι σε ζητήματα που συμφωνεί, όπως για παράδειγμα για την άποψή του τελευταίου να αποδοθούν τα χρέη της τσαρικής Ρωσίας στις ΗΠΑ[20], ενώ γενικά θα χρησιμοποιήσει κατά κόρον τις τροτσκιστικές αποκαλύψεις για ζητήματα που αφορούν την οικονομία και την δημοκρατία, ώστε να καταδεικνύει τη χρεοκοπία του «σοσιαλιστικού παραδείσου»[21].
Αντίθετα, η εφημερίδα Μακεδονία μεταγράφοντας την αρθρογραφία της παρισινής εφημερίδας Χρόνος διαπιστώνει με θλίψη πως η νέα ηγεσία του Στάλιν δε διαφοροποιείται στις βασικές της αρχές από την μπολσεβίκικη πολιτική του Λένιν[22]. Πάντως, και το Ελεύθερον Βήμα μέσα στο 1928 θα αναθεωρήσει τη στάση του απέναντι στον χαρακτηριζόμενο πλέον ορθόδοξο μπολσεβίκο και αδιάλλακτο Τρότσκι χαιρετίζοντας τη δύση του και τη μεσουρανία του Στάλιν ως φορέα της νεορωσικής ορμής και των νέων «δεξιών» βημάτων.[23] Η εξορία όμως του έκπτωτου Τρότσκι καθώς και των δεκάδων διάσημων στη Δύση στελεχών της αντιπολίτευσης, παρότι θα γίνει αντικείμενο πολλών ειρωνικών σχολίων, θα αντιμετωπιστεί από την εφημερίδα με σεβασμό δημοσιεύοντας μάλλον ένα θετικό άρθρο για τους επαναστάτες που διεκδικούσαν περισσότερη δημοκρατία, αλλά μπροστά στον κίνδυνο του «κεφαλαίου» αποφάσισαν να μην προκαλέσουν εξέγερση και να δεχτούν την ήττα τους. [24] Η ίδια εφημερίδα θα δημοσιεύσει αρκετά κείμενα της αντιπολίτευσης.
Σε άλλο άρθρο ένα χρόνο αργότερα στην εφημερίδα Μακεδονία, ο Τρότσκι παρουσιάζεται ως αντικείμενο διωγμού όχι επειδή είναι πιο διαλλακτικός, αλλά επειδή «τρόμαξε» το καθεστώς με τη δημοτικότητά του. Για αυτόν τον λόγο στερείται όλων των αξιωμάτων του, απομονώνεται και εξορίζεται εκτός της Σοβιετικής Ένωσης. Γύρω του συγκεντρώνονται όσοι ασκούν κριτική τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά. Παρά τη λανθάνουσα απαισιοδοξία για το ορατό ενδεχόμενο να νικήσει η σταλινική δικτατορία που διακρίνει τα μεταγραφόμενα σχόλια της γαλλικής εφημερίδας, τα σχόλια που μεταγράφονται από την αγγλική εφημερίδα «Νταίλυ Τελεγκραφ» μάλλον θεωρούν τον Τρότσκι πιο επικίνδυνο. Κοινός παρανομαστής όλων των σχολιαστών είναι ότι ολοένα και περισσότερο ο ρωσικός λαός απομακρύνεται από τους μπολσεβίκους και ότι η οικονομική κατάσταση στη Σοβιετική Ρωσία καθίσταται αδιέξοδη, ενώ ο Στάλιν είναι ένας απόλυτος δικτάτορας.[25] Η δημοσίευση μιας απάντησης του επίσης εξόριστου Κερένσκι τοποθετεί τον Τρότσκι στην «άκρα αριστερά» καθώς στο πρόγραμμά του διεκδικεί την απαλλοτρίωση των κτημάτων των Κουλάκων, ενώ υποστηρίζει τις δημοκρατικές ελευθερίες μόνο για τα μέλη του Κόμματος. Για τον Κερένσκι, ο Στάλιν ως «κεντριστής» είναι θετικός σε «παραχωρήσεις τινάς, φύσεως οικονομικής, ζητηθείσας παρά της μάζης της λαϊκής τάξεως», αλλά βέβαια παραμένει «δικτάτωρ». Κατηγορεί τον Τρότσκι ότι ξεχνάει τις δικές του ευθύνες και καθυστερημένα θυμήθηκε να κατακρίνει τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του νέου καθεστώτος, ενώ σύμφωνα με τον Κερένσκι ο «ακέραιος Λενινισμός» που υπερασπίζεται Τρότσκι φαίνεται πως απορρίπτεται από το ρωσικό λαό.[26]
Πολύ σύντομα η Μακεδονία με πληροφορίες από την αρθρογραφία του Βερολινέζικου τύπου θα δώσει έμφαση στην θέληση του Στάλιν να εξοντώσει όλους τους διαφωνούντες σε βαθμό να μην απομείνει κανένας στο Κόμμα και θα περιγράψει αναλυτικά τις απόψεις και την κριτική του Τρότσκι. Σύμφωνα με αυτές, ο Στάλιν οδηγεί την Σ. Ένωση σε μια βοναπαρτιστικού είδους αντίδραση, επομένως επίκειται μια νέα επανάσταση, επίσης η «δεξιά» τάση του Μπουχάριν είναι και αυτή βοναπαρτιστική, ενώ φέρεται ο Τρότσκι να προσδοκά κάποια κινητοποίηση από μέρους του στρατού. Σε κάθε περίπτωση οι σχολιαστές βλέπουν να αντιμετωπίζει η Ρωσία το χάος και την αναρχία και να βαδίζει προς έναν νέο εμφύλιο. [27] Μάλιστα, ήταν τέτοια η πεποίθηση στην Ευρώπη ότι θα ξεσπάσει ρωσικός εμφύλιος που στις αρχές του 1928 κυκλοφόρησε η ανεπιβεβαίωτη πληροφορία πως στρατεύματα της Ρωσικής αντιπολίτευσης κινούνται από τη Νότια Ρωσία – όπου υποτίθεται πως ο Τρότσκι διατηρούσε φιλικές δυνάμεις – ενάντια στη Μόσχα[28].
Όταν στα 1929 ο Τρότσκι εξορίζεται στην Κωνσταντινούπολη, ο δυτικοευρωπαϊκός αστικός κόσμος συνεχίζει να τον θεωρεί επικίνδυνο και για αυτό καμία χώρα δε διατίθεται να του δώσει άσυλο[29]. Ο Κερένσκι διατυπώνει ευθαρσώς αυτόν τον φόβο: «Εάν επιτραπή εις τον Τρότσκυ να δύναται να κυκλοφορή ελευθέρως εν Ευρώπη, τις οίδε εάν δεν θα παραστώμεν τινά εις την γέννησιν μιας 4ης Διεθνούς». Βέβαια, ο Τρότσκι διαψεύδει πως σχεδιάζει τη δημιουργία μιας νέας Διεθνούς.[30] Αλλού βέβαια ο Κερένσκι εκδηλώνοντας την συμπάθειά του στον Στάλιν θα υποστηρίξει πως ο Τρότσκι είναι μια «φιγούρα σβυσμένη για πάντα, ένα πρόσωπο πεθαμένο πολιτικώς» καθώς του έλειψε το θάρρος και αφού δεν πάλεψε για την εξουσία όταν μπορούσε[31].
Ήδη από την πρώτη εξορία του Τρότσκι στα ρωσοκινεζικά σύνορα το 1928, η σχετική αρθρογραφία εστιάζει έντονα στο ίδιο το πρόσωπο, δηλαδή την προσωπική ιστορία του, την οικογενειακή του κατάσταση και την καθημερινή ζωή του εξόριστου επαναστάτη[32]. Άρθρο του Ρολάν ντε Μαρές από τον Παρισινό Χρόνο στην εφημερίδα Μακεδονία χαρακτηρίζει τον Τρότσκι εγωιστή και φιλόδοξο, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει πως δίχως αυτόν δεν θα ήταν δυνατό να είχαν επικρατήσει ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι[33]. Το Εμπρός παρουσιάζει την διάδοχο του Ολλανδικού Θρόνου να είναι θαυμάστριά του[34], ενώ η σχετική αρθρογραφία εκτιμά πως «αυξάνει η δύναμις του Τρότσκυ» και πως συνεχίζει να κατέχει εξέχουσα θέση μεταξύ όλων των ηγετών της μεταπολεμικής Ρωσίας. Με θετικό τρόπο του αναγνωρίζεται ότι απέκρουσε κάθε πρόταση ανακωχής σε αντίθεση με τους άλλους ηγέτες της αντιπολίτευσης – οι οποίοι έτσι φαντάζουν υποχωρητικοί –, απέναντι σε έναν πραγματικό επαναστάτη που «ούτε η απειλή του θανάτου και η μόνωσις της εξορίας και οι ελώδεις πυρετοί κατώρθωσαν να δαμάσουν το θάρρος του». Ο Στάλιν – που χαρακτηρίζεται δικτάτορας – αποτυγχάνει να κερδίσει με την εξορία στο Τουρκμενιστάν την σιωπή του αντιπάλου του, ενώ ο ίδιος ο Τρότσκι έχει επιστρέψει από αυτή «σκληρότερος». Ο αρθρογράφος παρατηρεί άνοδο της επιρροής της τροτσκιστικής αντιπολίτευσης και διαπιστώνει σκληρό πόλεμο μεταξύ των δύο στρατοπέδων[35]. Σε επόμενα άρθρα με αναφορά στον βίο του, η εφημερίδα ουσιαστικά πλέκει το εγκώμιο ενός μεγάλου επαναστάτη που έχασε την εξουσία του[36]. Στο ίδιο κλίμα, το Ελεύθερον Βήμα δημοσιεύει άρθρο του ίδιου του Τρότσκι που περιγράφει τις συνθήκες της εξορίας του[37]. Αργότερα βέβαια θα δημοσιεύσει άρθρο του Ουίνστον Τσόρτσιλ άκρως ειρωνικό και απαξιωτικό για τον εξόριστο επαναστάτη[38].
Θα έλεγε κανείς πως μεταξύ των εφημερίδων, παρότι όλες είναι σαφώς αντικομουνιστικές, υπάρχει μια διαφοροποίηση ως προς το πρόσωπο του του ρώσου επαναστάτη. Η μεν Μακεδονία τείνει να είναι εντελώς εχθρική, ενώ στο Εμπρός και το Ελεύθερον Βήμα λανθάνει ένας θαυμασμός με εξαιρέσεις.[39] Αντιστρόφως ανάλογα, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει μέσα σε μια δεύτερη και συγκριτική ανάγνωση των κειμένων πως η Μακεδονία δείχνει μια λανθάνουσα συμπάθεια και το Εμπρός μια λανθάνουσα αντιπάθεια στον μέχρι χθες αδιάφορο και άγνωστο Στάλιν. Το Ελεύθερον Βήμα κατά ένα τρόπο υπερασπίζεται το δεξιό πρόσωπο του αντιπαθητικού όμως νικητή Στάλιν. Επίσης, πολύ συχνά – κυρίως στο Ελεύθερο Βήμα – παρατηρεί κανείς μια θετική υπέρ του Τρότσκι διαφοροποίηση στα σχόλια των ελλήνων αρθρογράφων σε σχέση με το συνήθως αρνητικό περιεχόμενο των άρθρων που προέρχονται από τις ευρωπαϊκές εφημερίδες.
Η εικόνα που φιλοτεχνείται, λοιπόν, από τον επίσημο ελληνικό τύπο της εποχής, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συγκλίνει σε κάποια βασικά στοιχεία. Ο Λέων Τρότσκι συνιστά μια διάσημη, δυνατή και ικανή προσωπικότητα, είναι ένας μεγάλος επαναστάτης, ο πραγματικός ηγέτης των νικητών μπολσεβίκων. Προκαλεί έκπληξη η απομόνωσή του, ενώ σε κάποιους φαντάζει γοητευτικός ακριβώς επειδή είναι ηττημένος. Παρότι διαφοροποιείται από τον «δικτάτορα» Στάλιν, φέρεται να εκφράζει τον αυθεντικό λενινισμό και ως εκ τούτου παραμένει εν τέλει ένας μεγάλος εχθρός. Μόνο για λίγο καιρό το Ελεύθερο Βήμα διέβλεπε σε αυτόν «δεξιά» απόκλιση. Δεν ξεχνούν πως είναι και ο ίδιος – μαζί με αυτόν και οι οπαδοί του – ένας εν δυνάμει δικτάτορας και για αυτό ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συνολικά, οι πολλάκις δημοσιευμένες φωτογραφίες και σκίτσα με το πρόσωπό του και οι αναφορές σε αυτόν, καθιστούν σε κάθε περίπτωση τον Λέοντα Νταβίνοβιτς Μπροστάιν την πιο αναγνωρισμένη φυσιογνωμία των Ρώσων μπολσεβίκων στην Ελλάδα μετά τον Λένιν.

Η επίδραση της πρώτης ρωσικής αντιπολίτευσης μέσα στο ΣΕΚΕ(Κ)
Είναι φανερό πως το κύρος του Τρότσκι διατηρείται πολύ μεγάλο συνολικά στο ελληνικό κοινό κατά την δεκαετία του 1920. Αν και αιρετικός συνεχίζει να φοβίζει και ταυτόχρονα να γοητεύει  τον αστικό τύπο, ενώ αυτό ακριβώς το στοιχείο του τον καθιστά τελικά ιδιαίτερα προσφιλή σε όλους τους έλληνες σοσιαλιστές και κομμουνιστές. Εξάλλου οι πληροφορίες από τον επίσημο τύπο για τις απόψεις της ρωσικής τροτσκιστικής αντιπολίτευσης αποτελούν καθ' όλη αυτήν την περίοδο τη μοναδική πηγή ενημέρωσης ακόμα και για τα μέλη του ΚΚΕ[40]. Ο νέος ηγετικός συνασπισμός μέσα στο Κόμμα ύστερα από την αποχώρηση των σοσιαλδημοκρατών χαρακτηρίζεται από έναν «λανθάνοντα» φιλοτροτσκισμό. Η ηγεσία του Κόμματος εκείνης της περιόδου ίσως όχι τυχαία αποτελείται: στα τέλη του 1923 από τον Θωμά Αποστολίδη, στις αρχές του 1924 από την τριανδρία Θωμά Αποστολίδη, Γιάννη Κορδάτου, Σεραφείμ Μάξιμου και μετά το Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο από τον ίδιο τον Π. Πουλιόπουλο, δηλαδή πρόσωπα που σύντομα θα στιγματιστούν ως «τροτσκιστές». Ο Κορδάτος στο αμέσως επόμενο Συνέδριο θα διαγραφεί με αυτήν την κατηγορία, ενώ με την ίδια θα διαγραφούν τρία χρόνια αργότερα οι Πουλιόπουλος – Μάξιμος. Τέλος, ο Αποστολίδης αποστασιοποιημένος και ο ίδιος από το ΚΚΕ θα ηγηθεί, αν και αρκετά πιο μετά, μιας άλλης «τροτσκίζουσας» οργάνωσης. Οι διαφωνούντες σοσιαλδημοκράτες του 1923 επιδιώκουν την οικειοποίησή του απέναντι στη νέα κομματική ηγεσία, ενώ οι τότε ηγέτες του Κόμματος προσπαθούν να μην αποκοπούν από τον θρύλο του. Προφανώς υποχρεώθηκαν να διαχωριστούν και να υποταχθούν στην Κομμουνιστική Διεθνή, αλλά πάντως δεν κράτησε για πολύ.
Συγκεκριμένα, παρατηρώντας τα κομματικά έντυπα διαπιστώνει κανείς ότι ακριβώς εκείνη την περίοδο που επισημοποιείται και γνωστοποιείται στο διεθνές κοινό η διαφωνία του Τρότσκι, ο Ριζοσπάστης και η Κομμουνιστική Επιθεώρηση κατακλύζονται από άρθρα του τα οποία πραγματεύονται μια ευρεία γκάμα οικονομικών, πολιτικών, πολιτισμικών και ηθικών ζητημάτων της κομμουνιστικής προοπτικής. Μάλιστα, φαίνεται πως ο Ριζοσπάστης προετοιμάζει θετικά το έδαφος για τη δημοσίευση της πρώτης αντιπολιτευτικής επιστολής του Τρότσκι η οποία δημοσιεύεται στην εφημ. Πράβδα στις 2 Δεκεμβρίου 1923, ενώ η δημοσίευση τελικά θα γίνει στον Ριζοσπάστη στα μέσα Φεβρουαρίου του 1924 – τρεις μήνες μετά την Πράβδα – και θα γνωστοποιήσει επίσημα στους έλληνες κομμουνιστές την ύπαρξη κρίσης μέσα στην ΕΣΣΔ. Ως εκ τούτου, βάσιμα μπορεί κανείς να υποθέσει πως η νέα ηγεσία ή κομμάτι της νέας ηγεσίας του υπό μπολσεβικοποίηση τότε ΣΕΚΕ(Κ) δείχνει με αυτόν τον τρόπο την συμπάθεια προς το πρόσωπό του.
Μετά τη δημοσίευση αυτή ακολουθεί μια σιωπή στην εφημερίδα γύρω από το πρόσωπο του Τρότσκι. Θα διακοπεί μόνο στα μέσα Μαΐου 1924 από ένα άρθρο του Παντελή Πουλιόπουλου υπογεγραμμένο με το όνομα Π. Σαρκάτος, έχοντας ως τίτλο «Ξαναμιλεί ο Τρότσκυ, ‘‘Η κατάστασις εξακολουθεί να παραμένη επαναστατική’’» και με υπότιτλο σε παρένθεση «για κάποιους παλιούς τροτσκυστές». Σε αυτό, ο ανερχόμενος νέος ηγέτης του ΚΚΕ θα «προστατεύσει» τον μπολσεβίκο επαναστάτη από την προσπάθεια του Γεώργιου Γεωργιάδη – μόλις πρόσφατα τότε αποστασιοποιημένου από το ΣΕΚΕ(Κ) και στιγματισμένου αρνητικά ως σοσιαλδημοκράτη από τους κομμουνιστές της εποχής – να οικειοποιηθεί την ρωσική αντιπολίτευση στην Ελλάδα και να παρουσιαστεί ως εκφραστής της. Στο κείμενο αυτό του Πουλιόπουλου ο Τρότσκι φέρεται να υποστηρίζει την επαναστατική προοπτική στη Γερμανία και επομένως να διασώζεται από τον σοσιαλδημοκρατικό στιγματισμό και την ταύτιση με τον «δεξιό», όπως τον χαρακτηρίζει, Γ. Γεωργιάδη[41]. Το άρθρο αυτό του Τρότσκι για την Γερμανία στο οποίο αναφέρεται ο Πουλιόπουλος δημοσιεύεται στο επόμενο τεύχος της ΚΟΜΕΠ, ενώ μέσα στο ίδιο τεύχος βρίσκεται και ένα κείμενο του Πουλιόπουλου - Σαρκάτου εναντίον του Γεωργιάδη με τίτλο «Ελληνικός μενσεβικισμός». Συνεπώς, η κατά έναν τρόπο οικειοποίηση του Τρότσκι από τον Πουλιόπουλο εντάσσεται στην γενικότερη επίθεση που έχει αναλάβει ο ίδιος εναντίον της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Ο Τρότσκι, έστω και διαφωνών, οφείλει να είναι επαναστάτης και να εντάσσεται μέσα στην μπολσεβίκικη παράδοση. Την ίδια εποχή εκδίδεται από τις κομματικές εκδόσεις το έργο του Σοβιέτ και Ιμπεριαλισμός και μέχρι τα τέλη του 1924 δημοσιεύονται στον Ριζοσπάστη τρία ακόμα άρθρα του. Ταυτόχρονα, όλη αυτήν την περίοδο μικρά μονόστηλα συνεχώς «υπερασπίζουν» τον Τρότσκι από την «εκμετάλλευση» της διαφωνίας που λαμβάνει χώρα από τον επίσημο τύπο. Η περίοδος αυτή χάριτος απέναντι στον διαφωνούντα μπολσεβίκο ηγέτη θα διακοπεί απότομα στα τέλη του 1924 με μια σειρά άρθρων του Ζηνόβιεφ με τίτλο «Που μας οδηγεί τώρα ο Τροτσκισμός». Η αρθρογραφία αυτή ολοκληρώνεται στις αρχές του 1925, οπότε και σταματά οποιαδήποτε αναφορά σε αυτόν. Η ηγεσία του ΣΕΚΕ φαίνεται να ακολουθεί πια τον Ζηνόβιεφ.[42]
Την ίδια περίοδο οι Αρχειομαρξιστές είχαν εκδηλώσει τη συμπάθειά τους προς τον Τρότσκι. Συγκεκριμένα το 1924 κυκλοφόρησαν ορισμένα κεφάλαια γραφομηχανημένα του "Ευρώπη και Αμερική[43]. Σύμφωνα με τον Λουκά Καρλιάφτη στην Δεύτερη Συνδιάσκεψη του Αρχείου στις αρχές του 1925, συζητήθηκε ο "προσανατολισμός της οργάνωσης στον Τρότσκι ". Επίσης, βασισμένος στην κριτική του Τρότσκι ο Τζουλάτι διατύπωσε μάλιστα και την θέση του για την αναγκαιότητα ίδρυσης νέου Κόμματος και μιας νέας Διεθνούς. Σε καμία περίπτωση όμως δεν έγινε η προσπάθεια για επεξεργασία κάποιου κειμένου, ούτε λήφθηκε κάποια συγκεκριμένη απόφαση που θα μεταφέρονταν στη βάση ούτε επιδιώχθηκε κάποια διασύνδεση. Ένα άρθρο στο Ριζοσπάστη της εποχής από τον πρόσφατα αποχωρήσαντα από την αρχειομαρξιστική οργάνωση Λευτέρη Αποστόλου επιβεβαιώνει πως ήδη από το 1925 οι Αρχειομαρξιστές "προσπαθούν να παρουσιάσουν την οργάνωσή τους ως εμπνεόμενη από τις αρχές του Τρότσκυ". Μάλιστα, ο Αποστόλου επιχειρεί να αποσυνδέσει τον Τρότσκι από τους Αρχείους κατηγορώντας τους πως "επιχειρούν να διαφθείρουν ακόμη και αυτόν τον τροτσκισμό".  Θεωρεί πρόσφατη της στροφή προς τον Τρότσκι και την συνδέει με την προσπάθεια να επιδείξουν διεθνή ιδεολογική επαφή σε μια περίοδο που το Αρχείο περνάει κρίση, καθώς υπάρχουν πολλές αποχωρήσεις, όπως η δική του. [44]
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως τα δεδομένα αυτά εμφανίζουν πολύ λογική και φυσική τη δυνατότητα να επικρατήσει τελικά στο ΚΚΕ ο Τροτσκισμός. Τελικά, η υποταγή στο επαναστατικό κέντρο θα αποδειχτεί πιο ισχυρή, αλλά δε θα εμποδίσει να εμφανιστεί την επόμενη δεκαετία στην Ελλάδα ένα μαζικό αντιπολιτευτικό τροτσκιστικό ρεύμα. Αν ο Σπάρτακος του Πουλιόπουλου και του Μάξιμου δεν καταφέρουν να κατακτήσουν μια σχετική μαζικότητα, οι Αρχειομαρξιστές του Γιωτόπουλου και του Βιτσώρη θα το πετύχουν σε ένα μεγάλο βαθμό. Για τους τελευταίους που επιθυμούν να διαχωριστούν από το ΚΚΕ, το φιλοτεχνημένο προφίλ του Τρότσκι από τον επίσημο τύπο μπορεί να ταιριάξει και να αντιστοιχηθεί με το προφίλ που οι ίδιοι θα επιθυμούσαν να διαμορφώσουν.
 




[1] «Η Ρωσική τραγωδία, πως κατέρρευσεν η εξουσία του Κερένσκυ, τι συνέβαινε με τον Κορνίλοφ και Καλέντιν», εφημ. Εμπρός, 22/12/1917, «Η γερμανική αντιπροσωπεία
[2]  Παπαναστασίου Ευάγγελος, «Ο Λένιν και αι ιδέαι του», Ριζοσπάστης, 21/5/1919
[3] «Το χαώδες της ρωσσικής καταστάσεως», εφημ. Εμπρός, 3/8/1919, «Άγριος  πόλεμος περί την Πετρούπολιν, οι μπολσεβίκοι επιτίθενται – οι Λέττωνες κατά του Γιουντένιτς», εφημ. Εμπρός, 27/10/1919,
[4] Για παράδειγμα η εφημερίδα Εμπρός προβλέπει πως «το έργον του Τρότσκυ του εμπλέου μικρόσωμου  αυτού Εβραίου, ο οποίος ωνειροπώλησε  να καταστή ο Ναπολέων του προλεταριάτου, είνε όλως καταδικασμένον».   «Η ιδέα του μπολσεβικισμού, μάχεται εις το μέτωπον, χτυπά εις τα μετόπισθεν», εφημ. Εμπρός, 3/8/1919,
[5] «Τι εστί μπολσεβιβκισμός, πως τον είδε , τον έζησε και τον περιγράφει ο Σαντούλ, άγνωσται σελίδαι ενός μεγάλου δράματος», εφημ. Εμπρός, 30/6/1920,
[6] «Τελευταία ώρα, αι δηλώσεις του Τρότσκυ περί των μυστικών συνθηκών», εφημ. Εμπρός, 4/11/1917, «Πως επεκράτησεν η γνώμη του Τρότσκυ»,  εφημ. Εμπρός, 6/2/1918, «Ο Τρότσκυ θέλειν στρατόν», εφημ. Εμπρός, 23/7/1918 κ.α.
[7] «Η Γερμανική αντιπροσωπεία εν Πετρουπόλει, πως την υπεδέχθησαν – χαρακτηριστικά επεισόδια», εφημ. Εμπρός, 12/1/198, «Που έγκειται ο κίνδυνος του μπολσεβικισμού – δηλώσεις ενός επίση
[8]  Τρότσκυ Λ., «Ο προορισμός των επαναστατών μαρξιστών», εφημ. Ριζοσπάστης, 9/2/1920.
[9]  Κάτω ο πόλεμος», Ριζοσπάστης, 10/11/1920.
[10] Παλούκης Κ., «Από το ΣΕΚΕ στο ΚΚΕ. Το ζήτημα της "μπολσεβικοποίησης" στο ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα1918-1924 (Μέρος Α), Ουτοπία, Τεύχος 73, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2007
[11] «Ο διάδοχος του Λένιν», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 17/7/1922
[12] «Χωρίς τον δικτάτορα», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 20/8/1923
[13] Κουτσινάς Φ. Ιππόκριτος, «Η έκπτωσις του Λέοντος Τρότσκυ», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 22/12/1924
[14] Κουτσινάς Φ. Ιππόκριτος, «Η Απολογία του Τρότσκυ», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 16/2/1925
[15]   «Που βαδίζει η Ρωσία, η μονομαχία Στάλιν – Τρότσκυ», εφημ. Εμπρός, 25/11/1927,
[16] Λόυδ Τζορτζ, «Τα τελευταία γεγονότα», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 21/6/1927
[17] «Πως χρεωκοπεί ο μπολσεβικισμός», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 11/7/1925
[18] Λύχνος Γερ., «Αι Ρωσσικαί μεταβολαί, ο θρίαμβος του Στάλιν», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 21/1/1926
[19] «Τι γίνεται σήμερον εις την Ρωσσίαν», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 20/9/1927
[20] Τρότσκι Λ., «Η Σοβιετική Ρωσσία και τα τσαρικά χρέη», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 17/10/1927 και Τρότσκι Λ., «Η πρόοδος της επιστήμης και η εκμετάλλευσις της από την στρατοκρατίαν. Το ραδιόφωνον εις την Ρωσσίαν», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 29/12/1927
[21] «Τι καταγγέλει ο Τρότσκυ, τι απαγορεύει ο Στάλιν, ο ‘μπολσεβίκικος παράδεισος’», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 17/11/1927, «Η εσωτερική κατάστασις εις το Σοβιετικόν κράτος», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 17/11/1
[22]  «Καμίαν εξέλιξιν εις τον κομμουνισμόν, η απειλή του Στάλιν δι’ όλν τον κόσμον», εφημ. Μακεδονία, 29/12/1927
[23]  [άτιτλο], εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 8/2/1928
[24] Πάτρικ Λάουρα, «Το αλληλοφάγωμα των μπολσεβίκων, Η εξορία του Τρότσκυ και άλλων επιφανών αντιπολιτευομένων, απεστάλησαν εις τας ερήμους της Σιβηρίας και της Κίνας, ο αντίκτυπος μεταξύ των μπολσεβίκων», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 11/3/1928
[25] «Η εσωτερική κρίσις της Σοβιετικής Ρωσίας, ο Στάλιν τρομοκρατεί ως απόλυτος δικτάτωρ, αι λαϊκαί μάζαι κατά του καθεστώτος», εφημ. Μακεδονία, 6/2/1929
[26] «Η διχόνοια μεταξύ των δύο επιτρόπων, Μια απάντησις του Κερένσκι προς τον Τρότσκυ,πως ο Στάλιν έγινε κυρίαρχος των πάντων, βαίνομεν προς μιαν Τέταρτην Διεθνής, η επίδρασις εκ της εξορίας του Τρότσκυ», εφημ. Μακεδονία, 29/3/1929
[27] «Ο Τρότσκυ μένει εις την Ρωσσίαν, φόβοι αλληλοσπαραγμού μεταξύ των κομμουνιστών, λίαν προσεχής θεωρείται η επανάστασις»,  εφημ. Μακεδονία, 10/2/1929
[28]  «Επανάστασιν εις τη Νότιαν Ρωσσίαν, στρατός κατά της Μόσχας»,  εφημ. Εμπρός, 1/2/1928
[29] Η Γαλλία φέρεται να αρνείται να του παραχωρήσει άσυλο για επίσκεψη επειδή είναι «βεβαρυμένος»,  εφημ. Εμπρός, 9/3/1929) ενώ αντίθετα η επίσημη ανακοίνωση της Γερμανίας δηλώνει την άρνηση να παραχωρήσει άσυλο για να αποφύγει ενδεχόμενες αντισοβιετικές ενέργειές του που θα περιπλέξουν τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις,   «Η Γερμανία αρνείται να φιλοξενήση τον Τρότσκυ»,  εφημ. Εμπρός, 7/2/1929,
[30] «Η διχόνοια μεταξύ των δύο επιτρόπων, Μια απάντησις του Κερένσκι προς τον Τρότσκυ,πως ο Στάλιν έγινε κυρίαρχος των πάντων, βαίνομεν προς μιαν Τέταρτην Διεθνής, η επίδρασις εκ της εξορίας του Τρότσκυ», εφημ. Μακεδονία, 29/3/1929
[31] «Η Ρωσσική τραγωδία εξακολουθεί, το πρόβλημα της εγκαταστάσεως του Τρότσκι, ο Κερένσκι για τον πρώην δικτάτορα»,  εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 13/3/1929
[32] «Η πάλη μεταξύ των Ρώσσων δικτατόρων, Πως ζη ο Τρότσκυ εις την εξορίαν του, ο σύντροφος του Λένιν εχθρός του καθεστώτος – μια συνομιλία με τον εξόριστον – τα Σοβιέτ ενδιαφέρονται για την υγεία του – πολύωροι περίπατοι σε ερημικά μέρη – συγγράφει την Ιστορία της Επαναστάσεως»,  εφημ. Εμπρός, 23/8/1928, «Αι ασχολίαι του Τρότσκυ», εφημ. Ελεύθερον Βήμα 17/10/1929
[33] «Νέοι χαρακτηρισμοί δια τον Λέων Τρότσκυ, υπήρξε μέγας εγωιστής, άνευ αυτού δεν ήτο δυνατόν να επικρατήση ο Λένιν και να νικήση ο Μπολσεβικισμός», εφημ. Μακεδονία, 4/5/1929
[34] «Αι σύγχροναι πριγκίπισσαι, Τζουλιάνα φοιτήτρια, διάδοχος του Ολλανδικού Θρόνου, θαυμάζει τον Τρότσκυ», εφημ. Εμπρός, 9/10/1928
[35]   «Ο Τρότσκυ παραμένει το φόβητρον του Στάλιν», εφημ. Εμπρός, 2/3/1929
[36]   «Ο Τρότσκυ και η δράσις του, πως από αρχιεπαναστάτης κατέληξε στην εξορίαν» , εφημ. Εμπρός, 8/3/1929
[37]   Τρότσκι Λ. «Ο Τρότσκυ λύει το μυστήριον της εξορίας του», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 2/3/1929
[38] Τσόρτσιλ Ουίνστον, «Ο Τρότσκυ εξόριστος, ο απήνης κομμουνιστής που ικετεύει τας καπιταλιστικάς κυβερνήσεις», εφημ. Ελεύθερον Βήμα,28/12/1929
[39] Η αμφιθυμία αυτή του Εμπρός απέναντι στον Τρότσκι αποκαλύπτεται εναργέστερα σε άρθρο στο οποίο ενυπάρχουν ταυτόχρονα από τη μία ο λανθάνων θαυμασμός, η υφέρπουσα συμπάθεια απέναντι σε έναν αντικαθεστωτικό των Σοβιέτ («όσον όμως και αν είνε εξόριστος, όσον όμως και αν είνε εχθρός των σημερινών κυριάρχων της Μόσχας») και από την άλλη το δέος και ο φόβος, η αίσθηση της επικινδυνότητάς του («είνε πάντοτε μία ισχυρά φυσιογνωμία και ένας φοβερός μπολσεβίκος, ο οποίος γνωρίζει καλλίτερα παντός άλλου να προπαγανδίζει» ), αλλά και η αντικομουνιστική ιδεοληψία (αλλά και το σπουδαιότερον να ζη ως μεγιστάν). Για να καταλήξει ο αρθρογράφος να διερωτάται «ποιοι ηλίθιοι πληρώνουν για να τρώγη ο κ. Τρότσκυ».   «Εις μεγιστάν», εφημ. Εμπρός, 5/5/1929
[40]   Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης, 1/2/1927
[41]  Σαρκάτος Π. (Πουλιόπουλος Π.), «Ξαναμιλεί ο Τρότσκυ, ‘‘Η κατάστασις εξακολουθεί να παραμένη επαναστατική’’, για κάποιους παλιούς τροτσκυστές», Ριζοσπάστης, 19/5/1924
[42] Κώστας Παλούκης,  Η Αριστερή Αντιπολίτευση στο ΚΚΕ (ομάδα "Σπάρτακος"): 1927-1934, μεταπτυχιακή εργασία, 2002
[43]   Καστρίτης Κ. (Καρλιάφτης Λ.), Ιστορία του Μπολσεβισκισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος Δ', 1925 – 1927: ή νόθα «μπολσεβικοποίηση» του ΚΚΕ,Εργατική Πρωτοπορεία, σ. 177
[44] Αποστόλου Λ., "Ο αντιδραστικός ρόλος της οργάνωσης του Αρχείου", Ριζοσπάστης, 21/5/1925. 

πόσοι μας διάβασαν: