Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Στα σχολεία μειώνεται η γνώση, οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί αλλά δεν μειώνονται οι ώρες διδασκαλίας των Θρησκευτικών


Οι περικοπές, η κοινωνία δούλων πάνε χέρι χέρι με τον Ανορθολογισμό, την Χειραγώγηση και Καθυπόταξη
ΩΡΙΜΟ ΑΙΤΗΜΑ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ-ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
Η είδηση είναι ενδεικτική των σχεδιασμών της μνημονιακής και ταξικής κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και της κοινωνίας που οικοδομούν:
Καμία αλλαγή δεν πρόκειται να συμβεί στη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, σύμφωνα με ενημέρωση που έκανε ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος προς τα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. «Η διδασκαλία, η διδακτέα ύλη και οι ώρες του μαθήματος, σύμφωνα με το ωρολόγιο πρόγραμμα θα παραμείνουν ως έχουν» αναφέρεται χαρακτηριστικά στο ανακοινωθέν της Ι.Συνόδου αργά σήμερα το βράδυ. Ο Αρχιεπίσκοπος είπε στους συνοδικούς Μητροπολίτες πως τον ενημέρωσε προσωπικά ο υπουργός Παιδείας.

Για να διαμορφώσουμε μια συνολικότερη εικόνα των αλλαγών που δρομολογούνται και των ιεραρχήσεων που θέτει το αστικό κράτος και η Εκκλησία αναδημοσιεύουμε δύο πολύ ενδιαφέροντα κείμενα:

Διώχνουν τα παιδιά από το σχολείο της εκπαιδευτικής συντάκτριας, Πικίας Στεφανάκου

Με τη διαδικασία του επείγοντος φέρνει η κυβέρνηση στη Βουλή το νομοσχέδιο για το νέο Γενικό και Τεχνολογικό Λύκειο, το οποίο θα εφαρμόσει από φέτος, καθώς, όπως ομολογεί στην Έκθεση Αξιολόγησης Συνεπειών Ρυθμίσεων, το θεωρεί εργαλείο «για την εξοικονόμηση πόρων του κρατικού προϋπολογισμού». Κι αυτό επειδή, όπως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, επιτυγχάνεται ο εξορθολογισμός του ωρολόγιου προγράμματος (προφανώς από λάθος αναφέρεται ως ανορθολογισμός) και η διαχείριση του προσωπικού.
Στόχος της κυβέρνησης είναι η θεσμοθέτηση ενός φθηνού Λυκείου με λιγότερους εκπαιδευτικούς, που θα διατίθενται σε διάφορα σχολεία προκειμένου να συμπληρώνουν ωράριο, μέχρι να κριθούν πλεονάζοντες και να δουν την πόρτα εξόδου, καθώς πολύ σύντομα το νέο σχολείο θα... ξεμείνει από παιδιά. Το νομοσχέδιο, που για αντιπερισπασμό κατατέθηκε χθες το απόγευμα, φτιάχνει ένα Λύκειο για ακόμα πιο λίγους σε σχέση με το αρχικό σχέδιο, αφού η ολιγοήμερη διαβούλευση έφερε σκληρότερες ρυθμίσεις για την προαγωγή και την απόλυση των μαθητών.
Εξεταστικό κέντρο. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, οι μαθητές θα εξετάζονται σε πανελλαδικού τύπου εξετάσεις σε 39 μαθήματα (14 στην Α' Λυκείου, 17 στη Β' Λυκείου και 8 στη Γ' Λυκείου). Στη συνέχεια και αφού λάβουν απολυτήριο θα προσέρχονται σε πανελλαδικές εξετάσεις σε 4 μαθήματα. Δηλαδή, σύνολο εξεταζόμενων μαθημάτων 43.
Οι εξετάσεις θα είναι σαφώς δυσκολότερες, αφού το 50% της εξεταστέας ύλης για την προαγωγή και την απόλυση των μαθητών θα λαμβάνεται υποχρεωτικά από τράπεζα θεμάτων. Στα θέματα αυτά θα διαγωνίζονται όλοι οι μαθητές, ανεξάρτητα από το αν φοιτούν στο Λύκειο Περάματος και προσέρχονται στις εξετάσεις χωρίς την επιπλέον προετοιμασία ή αν φοιτούν στο πανάκριβο ιδιωτικό και έχουν προσλάβει στρατιές «ιδιαιτεράδων».
Πιο δύσκολη η προαγωγή. Το τρίτο χτύπημα που δίνεται στους μαθητές, ειδικά των «πίσω» θρανίων, είναι ότι δυσκολεύει η προαγωγή και η απόλυσή τους, επειδή εισάγονται σκληρότατες ρυθμίσεις για το ποιοι μαθητές θεωρούνται προακτέοι και ποιοι μένουν στην ίδια τάξη. Πρώτον, ανεβαίνει από το 9,5 στο 10 ο μέσος όρος που απαιτείται για να προαχθεί ο μαθητής στην επόμενη τάξη.
Δεύτερη προϋπόθεση είναι να έχει τουλάχιστον 10 στα Μαθηματικά και στη Νέα Ελληνικά και τουλάχιστον 8 σε καθένα από τα υπόλοιπα μαθήματα. Δεδομένου ότι στη Γ' Λυκείου δεν διδάσκονται τα Μαθηματικά ως μάθημα γενικής παιδείας, οι μαθητές για να λάβουν απολυτήριο θα πρέπει να έχουν 10 στα Νέα Ελληνικά και σε κάθε ένα από 3 μαθήματα της επιλεγείσας ομάδας προσανατολισμού και τουλάχιστον 8 σε καθένα από τα υπόλοιπα μαθήματα. Εάν ο μαθητής δεν πληροί και τις δύο προϋποθέσεις, επαναλαμβάνει τη φοίτηση. Όταν δεν πληροί τη δεύτερη προϋπόθεση, παραπέμπεται σε επανεξέταση, χωρίς να διευκρινίζεται ο αριθμός των μαθημάτων στα οποία μπορεί να έχει κάτω από τη βάση.
Μπορεί τα παραπάνω να φαίνονται απλά, αλλά, όπως δείχνει η εμπειρία των πανελλαδικών, η επίτευξη του 10 σε αρκετά μαθήματα, δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση σε πανελλαδικού χαρακτήρα εξετάσεις. Μία ματιά στους πίνακες με τις βαθμολογικές επιδόσεις των μαθητών μπορεί να το βεβαιώσει. Επομένως οδεύουμε για στρατιές ολόκληρες μαθητών που είτε δεν θα προάγονται είτε θα μπαίνουν στην κατηγορία του μετεξεταστέου, αγωνιώντας για το αν θα πιάσουν το «10» για να περάσουν ή να πάρουν απολυτήριο. Την εποχή Αρσένη, ένας ασύλληπτος αριθμός σχολείων σε όλη την επικράτεια είχαν περισσότερους απορριπτέους από ό,τι προακτέους.
Κατά ένα μεγάλο μέρος οι ρυθμίσεις αυτές επεκτείνονται και στο Επαγγελματικό Λύκειο, κάτι που δεν υπήρχε στο αρχικό σχέδιο. Και μάλιστα για την πιο αδύνατη ομάδα μαθητών καταργεί και τον θεσμό των μετεξεταστέων. Αναλυτικότερα το νομοσχέδιο προβλέπει πανελλαδικού τύπου εξετάσεις με τα μισά θέματα από τράπεζα, σε όλα τα μαθήματα γενικής παιδείας και στις τρεις τάξεις. Απαραίτητη προϋπόθεση για την προαγωγή των μαθητών είναι η επίτευξη βαθμολογίας τουλάχιστον 10. Όταν ο μαθητής δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή, επαναλαμβάνει τη φοίτηση!

Σε συνθήκες βαθιάς κρίσης και ανέχειας, η κυβέρνηση προωθεί ένα Λύκειο -Γενικό ή Τεχνολογικό, δεν έχει σημασία- που απογοητεύει και διώχνει τους μαθητές. Είναι σαφές ότι η επιλογή που κάνουν είναι να μειώσουν τον αριθμό των μαθητών στη λυκειακή βαθμίδα και διά αυτής της μείωσης να απαλλαγούν και από ένα μεγάλο μέρος των εκπαιδευτικών. Άλλωστε έχει ήδη διατυπωθεί ο στόχος για τη δημιουργία ενός μητροπολιτικού Λυκείου που θα λειτουργεί στην έδρα κάθε νομού για εκείνους τους μαθητές που μπορούν να σηκώσουν ψυχολογικά και οικονομικά τον άθλο της φοίτησης και απόλυσης από το Λύκειο.
Άτυπες μορφές κατάρτισης. Από το νομοσχέδιο γίνεται σαφές ότι, μετά την υποχρεωτική γυμνασιακή εκπαίδευση, θέλουν να κατευθύνουν χιλιάδες μαθητές σε άτυπες μορφές κατάρτισης, που λειτουργούν έξω από το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα, π.χ. σε Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΕΚ). Χαρακτηριστικό της πρόθεσης αυτής είναι το γεγονός ότι το νομοσχέδιο καταργεί όλες τις ΕΠΑΣ (περίπου 102), οι οποίες ήταν μέρος του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και εγγράφονταν σε αυτές απόφοιτοι του Γυμνασίου. Το ποιοι ευνοούνται απ' αυτές τις ρυθμίσεις είναι γνωστό.
Το νομοσχέδιο για την αναδιάρθρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των επιχειρηματικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στον χώρο της μη τυπικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.
Υπενθυμίζεται ότι με το νομοσχέδιο προσμετρώνται οι βαθμοί όλων των τάξεων του Λυκείου για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με διαφορετικό συντελεστή. Ως έχει παρέμεινε η ρύθμιση ότι τα γραπτά των μαθητών στις προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις θα βαθμολογούνται από τον οικείο καθηγητή. Η ρύθμιση αυτή ανοίγει πόρτες και παράθυρα για συναλλαγές και πιέσεις, υπονομεύοντας το αδιάβλητο της βαθμολόγησης, ειδικά μετά τις ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών οι οποίοι υπηρετούν σε ιδιωτικά σχολεία.
Παράλληλα ο καθορισμός της εξεταστέας ύλης στις πανελλαδικές εξετάσεις φεύγει από τα χέρια του υπουργείου Παιδείας και περνάει στην αρμοδιότητα του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων που συγκροτείται με το νομοσχέδιο. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, θα υπάρχει πλέον θεματικός προσδιορισμός της ύλης, κάτι που ακυρώνει το σχολικό εγχειρίδιο, ενώ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η ύλη να αφορά όλες τις τάξεις του Λυκείου.
Τέλος, το νομοσχέδιο καθιερώνει, προς ευχαρίστηση των εργοδοτών, τον θεσμό της εννεάμηνης μαθητείας, ως τέταρτο προαιρετικό έτος. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της κυβέρνησης, το νομοσχέδιο θα εισαχθεί τη Δευτέρα στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, την Πέμπτη θα περάσει από δεύτερη ανάγνωση και μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου θα έχει ψηφιστεί. Δεδομένου όμως ότι τα σχολεία ανοίγουν στις 11, θα προβλεφθεί η ισχύς του νέου Λυκείου να είναι από την ημέρα ψήφισής του και όχι από την ημέρα δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως!     ΠΗΓΗ: Εφημερίδα  Η ΑΥΓΗ
Το «νέο Λύκειο» είναι λύκειο για λίγους
Ένα νέο εργαλείο για την ικανοποίηση των μνημονιακών υποχρεώσεων φαίνεται να βρήκε η κυβέρνηση στον χώρο της Παιδείας. Δεξαμενή δωρεάν εργατικών χεριών χωρίς δικαίωμα ελπίδας σε ένα καλύτερο αύριο. Δεξαμενή σωρείας καθηγητών χωρίς εκπαιδευτικό αντικείμενο που ατενίζουν την κινητικότητα. «Ένα λύκειο μόνο για έχοντες την δυνατότητα», όπως αποφαίνεται στο tvxs.gr και ο δημοσιογράφος Χρήστος Κάτσικας. Του Νίκου Μίχου

Το σχέδιο για το νέο λύκειο και τις πανελλήνιες εξετάσεις, που θα παρουσιαστεί για δημόσια διαβούλευση την Παρασκευή, περιλαμβάνει αλλαγές όπως μείωση των εξεταζόμενων μαθημάτων, ουσιαστικά την καθιέρωση εθνικών εξετάσεων και στις τρεις χρονιές του Λυκείου, προαιρετική μαθητεία για τους μαθητές των ΕΠΑΛ σε συνεργασία με τον ΟΑΕΔ. Εφόσον ψηφιστεί θα τεθεί σε εφαρμογή από το σχολικό έτος που θα ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο.

Μείωση της Παιδείας
«Το νέο λύκειο και το νέο τεχνικό λύκειο εάν ξύσουμε τις αλλαγές που γίνονται - και τις βλέπουμε πανομοιότυπες τα 20 τελευταία χρόνια αναπνέοντας ακόμη τα αποκαΐδια τους - λέει ένα πράγμα: λύκειο για λιγότερους. Αριστοκρατικό λύκειο. Λύκειο που στέλνει ένα μήνυμα: Υπό αυτές τις συνθήκες όποιος δεν έχει τις μορφωτικές, κοινωνικές και οικονομικές προδιαγαρφές από το σπίτι καλύτερα να μην έρθει γιατί θα απογοητευθεί και θα χάσει την τάξη του», σχολιάζει ο Χρ. Κάτσικας.

Ουσιαστικά το νέο λύκειο έχει 4 πανελλήνιες εξετάσεις. Μία στο τέλος κάθε τάξης και μετά την 3η λυκείου άλλη μια πανελλήνια εξέταση για την εισαγωγή σε κάποιο ΑΕΙ ή ΤΕΙ. «Όσοι ξέρουν το εκπαιδευτικό σύστημα αντιλαμβάνονται πως όταν υπάρχουν 4 κρίσιμες εξεταστικές περίοδοι στις οποίες συμμετέχουν μαθητές από το Πέραμα μέχρι το Κολωνάκι και από την Ορεστειάδα μέχρι τον Έβρο, τότε το 25%-30% αυτών θα αποτύχει και θα συντριβεί ενσωματώνοντας από πολύ νωρίς μια ήττα. Αυτοί είναι κυρίως όσοι δεν έχουν τα οικονομικά εφόδια από το σπίτι», αναφέρει ο δημοσιογράφος.
Αυτό που θέλει το Υπουργείο Παιδείας να πετύχει, σύμφωνα με τον κ. Κάτσικα, είναι ένας στόχος διακηρυγμένος στα κείμενα της ΕΕ και του ΟΟΣΑ που λέει ότι «στην Ελλάδα οι 210.000 μαθητές που φοιτούν στο γενικό λύκειο είναι πάρα πολλοί και να κατέβουν σταδιακά στους μισούς. Δεν υπάρχει λόγος ούτε τόσοι να φοιτούν στο Γενικό Λύκειο ούτε τόσοι να διεκδικούν θέσεις σε πανεπιστημιακές σχολές σε μια περίοδο που το πτυχίο σκοντάφτει στην αγορά εργασίας».
«Δηλαδή η Ε.Ε. και το υπουργείο Παιδείας θεωρούν ότι το οικονομικό στάτους μιας οικογένειας θα πρέπει να αντιστοιχίζεται απόλυτα με το εκπαιδευτικό στάτους του παιδιού. Εάν οι γονείς είναι απολυμένοι δεν μπορεί το παιδί να πάει στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει να συντριβεί νωρίς, να ακολουθήσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειας», εξηγεί στο tvxs.gr ο Χρήστος Κάτσικας και συμπληρώνει:
«Εάν υπάρχουν πολλοί πτυχιούχοι σε μια κοινωνία ανέργων αυτό αποτελεί βόμβα στα θεμέλια του συστήματος. Αλλά τι κοινωνία είναι αυτή που η πιο σπουδαγμένη γενιά έρχεται αντιμέτωπη με το δίλημμα να φύγει στο εξωτερικό ή να μείνει μέχρι τα 30 με τους γονείς της, γιατί δεν υπάρχει δουλειά για αυτή; Αυτό το ερώτημα μπορεί να γίνει βόμβα σε ένα σύστημα που θέλει την φτώχεια και την ανεργία να διατηρούνται για πολλά χρόνια ακόμη».
-Τι αλλαγές προβλέπονται στα Επαγγελματικά Λύκεια;
Αντί για επαγγελματική εκπαίδευση θα έχουμε ένα άλλο σύστημα. Θα είναι ένα σχολείο που το πρόγραμμά του θα το φτιάχνουν οι επιχειρήσεις οι οποίες θα παίρνουν ως απλήρωτο εργατικό δυναμικό μαθητές μέσω της μαθητείας.
Το σχέδιο λέει στην ουσία στα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων ότι θα παίρνετε μια κατάρτιση και θα πηγαίνετε τις μισές μέρες σε μια επιχείρηση να κάνετε μαθητεία. Μαθητεία σημαίνει για τις επιχειρήσεις απλήρωτη ζωντανή εργασία που θα προσφέρετε από τα άγουρά σας χρόνια.
Είναι δίκαιο ένα παιδί σε αυτή την ηλικία αντί για παιδεία να παίρνει μια κατάρτιση και να οδηγείται με 9 ευρώ την ημέρα για ένα διάστημα Α σε αυτού του είδους την μαθητεία/εργασία; Υπάρχει επιχείρηση που θα κρατήσει εργαζόμενους όταν θα έχει την ευκαιρία για φρέσκο κρέας το οποίο δεν θα πληρώνει δεκάρα χάρη στα προγράμματα του ΕΣΠΑ και θα το ανανεώνει κάθε φορά και θα το έχει στην δούλεψή της;
Έτσι περιγράφουν την επαγγελματική εκπαίδευση στο Υπουργείο Παιδείας. Θα προσφέρουν δωρεάν στις επιχειρήσεις 18ρηδες και θα μπορούν έτσι να γίνουν απολύσεις καθώς οι θέσεις θα καλυφθούν από την μαθητεία. Επίσης, λένε ότι θα συνηθίζουν οι νέοι ότι αυτοί είναι οι όροι εργασίας και οι μισθοί.
Καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση
«Το καλύτερο λίπασμα του φροντιστηρίου είναι οι εξετάσεις. Όσα περισσότερα μαθήματα και εξετάσεις τόσο κερδίζουν τα φροντιστήρια», εξηγεί ο Χρήστος Κάτσικας πιστεύοντας ότι το νέο σύστημα δεν θα μειώσει την λειτουργία των φροντιστηρίων και των ιδιαίτερων μαθημάτων. Αναφέρει μάλιστα ότι όταν το 1999-2000, επί υπουργίας Αρσένη, τα μαθήματα των Πανελληνίων Εξετάσεων είχαν γίνει 14 και στην 2α και στην 3η Λυκείου, τότε τα φροντιστήρια είχαν εκτοξευτεί.
«Η εκπαίδευση θα είναι μόνο για έχοντες. Το ίδιο είναι ένας μαθητής στην Δραπετσώνα που μπορεί να μείνει ένα μήνα χωρίς καθηγητή, το ίδιο ένας του Κολλεγίου Αθηνών; Μπορούν να ανταποκριθούν στα ίδια θέματα;», αναρωτιέται.
Με το νέο σχέδιο για την Παιδεία δημιουργείται ο Εθνικός Οργανισμός Εξετάσεων. Αυτός για τον δημοσιογράφο είναι «μια μεγαλεπίβολη ονομασία. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο σε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια να μετονομάζονται ήδη υπάρχοντες θεσμοί. Τώρα έχουμε την Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων. Το ίδιο θα είναι ο Οργανισμός που θα αποτελείται από καθηγητές και Πανεπιστημιακούς. Αλλά επειδή θα φτιαχτεί και μια τράπεζα θεμάτων είναι πιθανό να υπάρχουν μια σειρά εκπαιδευτικών, όλων των ειδικοτήτων, που θα προσφέρουν θέματα σε αυτή την τράπεζα από όπου θα μπορεί κάποιος να αντλήσει για να εξετάσει τους μαθητές».

Άνοιγμα στην κινητικότητα
«Υπάρχει όμως και ένα άλλο θέμα που αφορά τους καθηγητές», προσθέτει ο κ. Κάτσικας. Αναφέρεται στις αλλαγές που προωθεί το Υπουργείο Παιδείας στο ωράριο Γυμνασίων και Λυκείων.
«Πριν από 3 ημέρες ακριβώς έγιναν αλλαγές του ωραρίου στο γυμνάσιο. Το Υπουργείο έσβησε το μάθημα της Τεχνολογίας με αποτέλεσμα 1300 τεχνολόγοι καθηγητές να μάθουν ότι δεν έχουν τον Σεπτέμβριο αντικείμενο να διδάξουν. Το ίδιο έγινε και με το μάθημα των καλλιτεχνικών και της μουσικής. Μείωσε επίσης το ωράριο στο μάθημα των νεοελληνικών και της ιστορίας. Όλα αυτά τα πράγματα δημιουργούν ομάδες καθηγητών που θα είναι τα επόμενα θύματα της κινητικότητας, της διαθεσιμότητας και εν τέλει της απόλυσης», εξηγεί, σχολιάζοντας ότι με τις μνημονιακές πολιτικές έχει «φαγωθεί με μια κουταλιά» ότι κατακτήθηκε τον προηγούμενο αιώνα.
- Άρα δεν έχουμε βελτίωση της Παιδείας αλλά μνημονιακή υποχρέωση;
Θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι ο ίδιος αυτός πολιτικός κόσμος που οδηγεί μια χώρα στην λεηλασία φτιάχνει μια όαση την εκπαίδευση. Στα ίδια χνάρια την οδηγεί. 
ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΤΗΛ. ΕΠΙΚ. 6932955437

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Το Νέο Λύκειο και η εργαλειοποίηση της γνώσης


του Κώστα Παλούκη
Η Άννα Διαμαντοπούλου έφυγε, αλλά το έργο της έμεινε. Αδιαμφισβήτητα το πιο αντιδραστικό σε όλη την πρόσφατη ιστορία του εκπαιδευτικού συστήματος. Κατάργηση Πανεπιστημιακού Ασύλου, Αντιδραστικοποίηση του θεσμικού συστήματος των ΑΕΙ-ΤΕΙ, διάλυση της Α΄Βάθμιας και Β΄Βάθμιας εκπαίδευσης, καθυστέρηση των σχολικών εγχειριδίων. Η ίδια αυτοχαρακτηρίζεται σαν ταλιμπάν και δεν έχουμε κανέναν λόγο να διαφωνούμε. Ο φανατισμός και η αυτοθυσία με την οποία υπηρέτησε την προσαρμογή υλική και ιδεολογική της ελληνικής εκπαίδευσης στη μνημονιακή στρατηγική, δηλαδή στην απόλυτη κυριαρχίας της αγοράς και των αξιών της στην εκπαίδευση, είναι πρωτόγνωρος. Η βαθειά προσωπική της απαξίωση για τα ελληνικά εκπαιδευτικά πράγματα ταυτίστηκε απόλυτα με την μνημονιακή ιδεολογία της βαθειάς απαξίωσης για την μεταπολιτευτική δημοκρατία και τα όποια στοιχεία λαϊκής κουριαρχίας ενυπήρχαν σε αυτήν.

Συγκεκριμένα όμως με την Διαμαντοπούλου στην ηγεσία του πρώην Υπουργείου Παιδείας ολοκληρώνεται μια πορεία μετάλλαξης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η γνώση εργαλειοποιείται. Παύει για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση να είναι δημόσιο κοινωνικό και συλλογικό αγαθό που αποσκοπεί στην διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου δημοκρατικού πολίτη ικανού να μετέχει στα δημόσια κοινά πράγματα. Αντίστοιχα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση παύει να είναι ένα αγαθό που αποσκοπεί στην βελτίωση της κοινωνίας. Η γνώση αποπολιτικοποιείται, γίνεται εργαλειακή, αποσυλλογικοποιείται, τεχνοκρατοποιείται, παύει να είναι δημοκρατική στην ουσία της, παύει να στρατεύεται σε συλλογικα ιδανικά είτε αυτό ήταν το έθνος είτε η τάξη είτε η κοινωνία. Συγκεκριμένα, ως αγαθό εξατομικεύεται και μετατρέπεται σε ατομικό εργαλείο προσόντων για την ατομική βελτίωση με αποκλειστικό σκοπό την εύρεση εργασίας. Για αυτό το λόγο η ποιότητα της γνώσης ποσοτικοποιείται και αριθμοποιείται. Βαθμοί, εξετάσεις, ατομικός φάκελος προσόντων, πιστωτικές μονάδες, κύκλοι σπουδών υποκαθιστούν κάθε ποιοτικό σύστημα αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου.


Κάτω από αυτό το πρίσμα η Διαμαντοπούλου εισάγει απροκάλυπτα πλέον τη λογική της αριστείας ως γενικό κριτήριο. Άριστος νοείται ο πειθαρχημένος μαθητής σε μια τέτοια εξατομικευμένη και αντιδραστικοποιημένη γνώση. Ο «επιστημονισμός», δηλαδή η λατρεία της επιστημονικής γνώσης ως αυταξία και τελικά ως εργαλείο για την ατομική καριέρα, γίνεται κυρίαρχο αξιακό σύστημα. Είναι προφανές λοιπόν ότι η απαξίωση του ελληνικού πανεπιστημίου και του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι καθαρά πολιτική-ιδεολογική και συνάδει ταυτόχρονα με την αντιδραστική ταξική πολιτική σε όλους τους τομείς: οικονομία, λαϊκά και δημοκρατικά δικαιώματα, εργατικά δικαιώματα, δικαιώματα της νεολαίας.


Μέχρι τώρα όλες οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις παρά τον αντιδραστικό και εξεταστοκεντρικό ή εντατικό χαρακτήρα που είχαν προσπαθούσαν να διαφυλάξουν, τουλάχτον τύποις, τον καθολικό χαρακτήρα της γνώσης. Μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι στην μεταρρύθμιση Αρσένη η διεύρυνση των εξετάσεων έγινε με αυτό ακριβώς το επιχείρημα, δηλαδή την ανάδειξη όλων των μαθημάτων επειδή είχαν απαξιωθεί υπέρ των μαθημάτων της δέσμης. Ίσως ήταν το μοναδικό θετικό σε όλο αυτό το σχέδιο, τουλάχιστον από την πλευρά των προθέσεων. Όμως τελικά επικρατεί η συνολική ακύρωση του ρόλου και συνεπώς του χαρακτήρα του Γενικού Λυκείου ως παιδαγωγικού οργανισμού διαμόρφωσης πολιτών με γενικές γνώσεις. Έχει οριστικά μετατραπεί σε έναν προθάλαμο του Πανεπιστημίου, χωρίς κανέναν αυτόνομο δικό του ρόλο. Με το σχέδιο για το Νέο Λύκειο όμως η Διαμαντοπούλου για πρώτη φορά, σε αντίθεση με τις μέχρι τώρα άλλες μεταρρυθμίσεις, αποδέχεται αυτό το δεδομένο και αντί να αντιπαλέψει αυτήν την «έκπτωση» του Λυκείου την θεσμοποιεί και προσαρμόζει το Λύκειο σε αυτή το δεδομένη ήττα. Δεν την παρουσιάζει όμως ως ήττα, αλλά σαν «εκσυγχρονισμό». Στην πράξη επιχειρεί να προσαρμόσει το δημόσιο σχολείο στις λογικές του ιδιωτικού σχολείου και των φροντιστηρίων, εκεί όπου η παραπαιδεία και η επμπορευματικοποίηση της γνώσης έχουν διαλύσει και αποδομήσει της έννοιας του Λυκείου ως ενός παιδαγωγικού οργανισμού γενικής γνώσης και παιδείας που παράγει καθολικούς ανθρώπους με ανθρωπιστικές αξίες.


Η ενίσχυση του εξεταστικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης που ξεκίνησε το 1991 από τις κυβερνήσεις Μητσοτάκη συνεχίστηκε από όλες τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ. Εξετάσεις σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Διαγωνίσματα, τέστ, τρίμηνα, εξάμηνα, δίμηνα, μηνιαία, γενικά πάσης φύσεως διαγωνίσματα και εξετάσεις. Σε αυτό η μεταρρύθμιση Αρσένη έκανε ποιοτικό αντιδραστικό άλμα, καθώς έθεσε ως προϋπόθεση για το Απολυτήριο και την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση την επιτυχία στις εξετάσεις σε Β΄ και Γ΄ Λυκείου. Η άμεση συνέπεια αυτής επιλογής είναι η εμπέδωση του βαθμοθηρικού κλίματος σε όλους τους μαθητές, γονείς και καθηγητές.  Ο ανταγωνισμός μεταξύ μαθητών και γονιών για τις βαθμοθηρικές επιδόσεις υποκαθιστά το άγχος για την πραγματική εμπέδωση της γνώσης, αλλά και του σχολείου ως παιδαγωγικού μηχανισμού. Στόχος δεν είναι τα παιδιά να πάνε «σχολειό για να γίνουν άνθρωποι», αλλά να πάρουν καλούς βαθμούς. Τελεία!


Η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία, παρά την υιοθέτηση ενός λόγου από το Υπουργείο και τα Ινστιτούτα του για περισσότερο μαθητοκεντρικές προσεγγίσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία, τελικά αλλοτριώνεται και γι’ αυτό απαξιώνεται. Αποξενώνεται από τον πραγματικό στόχο και στην πράξη είναι αδύνατον να εφαρμοστεί οποιαδήποτε σοβαρή εκπαιδευτική καινοτομία. Στην αποδιάρθρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας συμβάλλουν βέβαια και άλλοι παράγοντες: το μισθολογικό των εκπαιδευτικών, ο μεγάλος αριθμός μαθητών ανά τάξη, η απουσία τεχνικών μέσων, η μεγάλη ηλικία των εκπαιδευτικών, η απουσία σοβαρού συστήματος επανακατάρτισης των εκπαιδευτικών, η αυστηροποίηση των ορίων και ο κεντρικός χαρακτήρας της υποχρεωτικής διδακτικέας ύλης, η κατάσταση των σχολικών κτιρίων, η απουσία συλλογικού και προσαρμοσμένου στην κάθε περίπτωση σχεδιασμού κ.α.


Το πιο σημαντικό προϊόν όμως του εξεταστικού χαρακτήρα του δημόσιου σχολείου ήταν η κυριαρχία του θεσμού του φροντιστηρίου και του ιδιαίτερου. Ουσιαστικά, η δημιουργία ενός παράλληλου εκπαιδευτικού συστήματος, της παραπαιδείας. Το «φροντιστήριο» δεν είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο στην ελληνική εκπαιδευτική διαδικασία. Αντιθέτως, Από τον 19ο αιώνα και σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Ήταν όμως περιορισμένο και αφορούσε μόνο όσους επιθυμούσαν να επιτύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα πανεπιστήμια. Με το σύστημα των δεσμών άρχισε να διευρύνεται. Αρχικά με τη μορφή ιδιαίτερου και στη συνέχεια με την μαζική ίδρυση ιδιωτικών φροντιστηριακών μονάδων. Κατά την δεκαετία του 1970 το «φροντιστήριο» αφορούσε μόνο το μάθημα της έκθεσης ή τα δύσκολα μαθήματα της κάθε δέσμης, π.χ. στην Γ΄Δέσμη αφορούσε τα αρχαία, αφού ιστορία και λατινικά λογίζονταν ως εύκολα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όμως καθιερώθηκε σε όλα τα μαθήματα δέσμης. Αρχικά ήταν υποστηρικτικό στο διδακτικό έργο του σχολείου, αλλά στα τέλη της δεκαετίας του 1990 το είχε πλήρες υποκαταστήσει. Οι μαθητές έδιναν προτεραιότητα πλέον μόνο και αποκλειστικά στο φροντιστήριο και όχι στο σχολείο. Ήταν μια μεγάλη ήττα του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και μια ιδιωτικοποίηση από το παράθυρο. 


Ήδη όμως είχε ηττηθεί το δημόσιο σχολείο από τα φροντιστήρια αλλού, αφού η κυριαρχία του φορντιστηριακού θεσμού ξεκίνησε από το πεδίο των ξένων γλωσσών. Από την δεκαετία του 1970 θεωρούταν σχεδόν αυτονόητο για όλα τα παιδιά ότι θα μάθαιναν τα αγγλικά από τα φροντιστήρια, ενώ η πιστοποίηση δινόταν από βρετανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 80 το φαινόμενο διευρύνθηκε και κυριάρχησε και στις άλλες γλώσσες, κυρίως γαλλικά και γερμανικά. Το δημόσιο σχολείο λειτούργησε προσπάθησε αποτυχημένα να συναγωνιστεί τα φροντιστήρια, αλλά μάλλον απέτυχε. Το αποτέλεσμα ήταν βέβαια να έχει εμπεδωθεί στις συνειδήσεις των γονέων και των μαθητών ο άλλος δρόμος σαν πιο αξιόπιστος.


Σταδιακά το φροντιστήριο για τα υπόλοιπα μαθήματα άρχισε να επεκτείνεται και στις άλλες τάξεις. Πάλι πρώτα με τη μορφή του ιδιαίτερου και στη συνέχεια με τη μορφή του φροντιστηρίου. Σημαντική τομή σε αυτό ήταν η καθιέρωση των αρχαίων στο γυμνάσιο. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 το φροντιστήριο και το ιδιαίτερο είχε αγγίξει και τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Παρότι απαγορεύεται από το νόμο, επιτρέπεται όμως με τη μορφή προετοιμασίας των μαθητών για το σχολείο. Αυτή είναι μια άλλη λειτουργία που αποκτά σύντομα το φροντιστήριο. Οι γονείς είτε κουρασμένοι από την εργασία είτε απόντες τα απογεύματα παραχωρούσαν την ευθύνη της μελέτης και ταυτόχρονα του baby sitting σε καθηγητές και δασκάλους. Αυτήν την πορεία ανάσχεσε λιγάκι ο θεσμός του ολοήμερου σχολείου.


Σημαντικός και ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας της γενίκευσης του φροντιστηρίου ήταν η αδιοριστία των πτυχιούχων των καθηγητικών σχολών. Χιλιάδες πτυχιούχοι καθηγητικών σχολών παρέμεναν εκτός του επίσημου εκπαιδευτικού μηχανισμού. Έτσι η τεράστια προσφορά επέτρεψε και την ζήτηση σε μια κοινωνία σχετικής ευμάρειας των 2/3. Εδώ τα νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα περιορίζονται στην επανάληψη του μοτίβου της υπερπαραγωγής πτυχιούχων από τα ελληνικά ΑΕΙ. Όμως το επιχείρημα αυτό είναι σαθρό. Πρώτον γιατί οι ανάγκες των σχολείων στην Ελλάδα για προσωπικό είναι μεγάλες και δεν καλύπτονται. Δεύτερον γιατί υπάρχουν τεράστιες ανάγκες για σχολεία ελλήνων μεταναστών στο εξωτερικό που δεν καλύπτονται. Τρίτον γιατί θα μπορούσε να υπάρχει ένα σύστημα επανακατάρτισης των εκπαιδευτικών από τους δεκάδες διδάκτορες που υπάρχουν σε κάθε γνωστικό τομέα. Τέταρτον γιατί οι πτυχιούχοι θα μπορούσαν να μην εργάζονται μόνο στην εκπαίδευση. Π.χ. εάν υπήρχε ένα σοβαρό σχέδιο υποστήριξης του πολιτισμού στην ελλάδα με ανασκαφές, αρχαιολογικά μουσεία, ιστορικά μουσεία ή σοβαρά ερευνητικά προγράμματα το σύνολο σχεδόν των πτυχιούχων των Ιστορικών Αρχαιολογικών Τμημάτων θα κάλυπτε άλλους πολύ ζωτικούς για την κοινωνία και την οικονομία τομείς. Μάλιστα, οι πτυχιούχοι αυτοί θα ήταν και περισσότερο ευχαριστημένοι. Το ίδιο θα ισχύει για τους χημικούς εάν π.χ. υπήρχε σοβαρή βιομηχανία στην Ελλάδα. Συνεπώς, το πρόβλημα της αδιοριστίας, δηλαδή η μαζική στροφή προς την παραπαιδεία ως αναγκαίο κακό, προκύπτει από την παραλυτική οικονομική πολιτική του σύγχρονου ολοκήρωτικού καπιταλισμού και τα αποτελέσματα της μακράς λιτότητας και της παρατεταμένης ύφεσης.


Η κυριάρχηση του φροντιστηρίου την τελευταία δεκαετία ως παράλληλο σύστημα εκπαίδευσης επέφερε πολλαπλές συνέπειες στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύτημα. Έγινε αναφορά στην ακύρωση του ρόλου του λυκείου. Η δεύτερη είναι η εμπορευματικοποίηση της γνώσης και ως εκ τούτου η τυποποίησή της και η τεχνοκρατική και χειριστική αποδόμησή της. Η γνώση είναι ένα προϊόν το οποίο τα φροντιστήρια πουλάνε ως εμπόρευμα. Σκοπός είναι ο βαθμός στο σχολείο, στο διαγώνισμα, η επιτυχία στις εξετάσεις. Αναμφισβήτητα το φροντιστήριο είναι ο βασικός υπεύθυνος για την παπαγαλία. Διότι δεν είναι δυνατόν να μπορέσει ένας ιδιωτικός εκπαιδευτικός φορέας να πιστοποιήσει το σωστό ή το λάθος παρά μόνο με βάση την ακριβή πιστότητα. Για την εμπέδωσή του, το κείμενο μετατρέπεται σε «μπούλετ», σε «σος» και «αντι-σος», σε ο,τιδήποτε άλλο εκτός από κείμενο με λογική που υπηρετεί ένα αξιακό σύστημα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η σημασία της παρεχόμενης γνώσης για την διαμόρφωση ενός ώριμου πολίτη, ενός καθολικού ανθρώπου, ικανού να μετέχει στα κοινά και στην εργασία ακούγεται μόνο σαν αστείο. Έτσι η γνώση αποϊδεολογικοποιείται και εργαλιοποιείται, χάνει τον παιδαγωγικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό στόχο της.


Η συνέπεια της εργαλειοποίησης της γνώσης, αλλά και της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας στους μαθητές επιφέρει τεράστιες αρνητικές συνέπειες.  Η γνώση γίνεται εχθρική για τους μαθητές, καταπιεστική, μισητή. Το ίδιο το σχολείο μετατρέπεται ένα κάτεργο, σε φυλακή, σε βασανιστήριο. Ο ελεύθερος χρόνος των μαθητών εξαφανίζεται, καθώς πρωί βράδυ ζούνε μέσα σε μια διδακτική αίθουσα ή έχουν κάποιον να τους ελέγχει, εξετάζει, διορθώνει, συνετίζει, επαναφέρει στην τάξη, προσπαθεί να τους ανοίξει το κεφάλι και τα τους χώσει μια γνώση μέσα για την οποία δεν έχουν πειστεί ότι αξίζει οι ίδιοι να παλέψουν. Ταυτόχρονα, άγχος, βάρη, πίεση, ενδεχομένως οικογενειακά προβλήματα, οικονομικά προβλήματα, ευαισθησίες της εφηβείας, μαθησιακές δυσκολίες – που όχι τυχαία κυριαρχούν ως συμπτώματα – ταξικοί φραγμοί και άλλα πολλά διαλύουν τους μαθητές στην πιο όμορφη και γλυκειά ηλικία, σε μια περίοδο διαμόρφωσης της ταυτότητάς. Όλα αυτά τραυματίζουν πολλούς μαθητές ή ακόμη τους πετάνε έξω από το σύστημα. Η διάκριση σε καλούς και μη καλούς μαθητές εντείνεται με τεράστιο κόστος τόσο για τους καλούς όσο και για τους κακούς.


Οι μαθητές όχι μόνο δεν κατανοούν και δε νιώθουν το ανθρωπιστικό περιεχόμενο της γνώσης, ώστε να επιδρά στο αξιακό τους σύστημα, αλλά αντίθετα η εργαλειακότητα της γνώσης τους καθιστά επιρρεπείς σε ένα είδους αυταρχικής αντιγνώσης. Για παράδειγμα η προσπάθεια εμπεδωσης μιας μη ρατσιστικής συμπεριφοράς δε θα μπορούσε παρά να βιώνεται σαν εχθρική σε ένα τέτοιο καταπιεστικό πλαίσιο. Αλλά και στις περιπτώσεις που δε διαμορφώνεται μια αντι-ανθρωπιστική ιδεολογία, το αξιακό σύστημα του ανταγωνισμού μέσα στο οποίο λειτουργεί ο μαθητής δεν του επιτρέπει να κατανοήσει την ανθρωπιστική γνώση και να την υιοθετήσει. Απλώς είναι ένα εργαλείο για την ατομική του επιτυχία.


Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί μια διαφορά στο εσωτερικό των φροντιστηρίων, ανάμεσα στα «καλά» και στα «κακά», τα «μεγάλα» και τα «μικρά». Τα μεγάλα φροντιστήρια έχουν την ανάγκη να προβάλλονται ως πετυχημένες επιχειρήσεις και φυσικά οι μαθητές τους πρέπει να είναι πάντα οι κορυφαίοι. Φέρουν την πιο αντιδραστική και φιλελεύθερη ιδεολογία για την γνώση και την επιβάλλουν ως κυρίαρχο πρότυπο. Συνήθως την τυποποιούν και εργαλειοποιούν περισσότερο από όλους. Μετατρέπουν τον ανταγωνισμό, την πρωτιά, σε ιδεώδες, την εκπαίδευση σε προωταθλητισμό. Καθιστούν τα συνεχή τεστ και τα διαγωνίσματα κυρίαρχη αξία και σταθμό σε κάθε βήμα. Διαχωρίζουν τους μαθητές σε καλούς και κακούς για να προσαρμόζονται και να γίνονται πιο ευέλικτα. Γίνονται μια βιομηχανία παραγωγής «επιτυχημένων». Ουσιαστικά, όμως μια βιομηχανία καταστροφής της γνώσης, της μαθησιακής διαδικασίας και φυσικά των ίδιων των μαθητών. Ταυτόχρονα, είναι συνήθως κακοπληρωτές των εργαζομένων εκπαιδευτικών, με υπερβολικές απαιτήσεις και με φτηνά ημερομίσθια. Ανάμεσα στους εργαζόμενους καθηγητές κυριαρχεί το άγχος του δικού τους ανταγωνισμού ώστε να έχουν πάντα τις επαρκείς ώρες. Αντίθετα τα μικρά φροντιστήρια είναι πιο ανθρώπινα. Οι ιδιοκτήτες είναι πιο κοντά στην θέση των εργαζομένων εκπαιδευτικών, αφού την επομένη μέρα είναι δυνατόν να βρεθούν σε χειρότερη μοίρα από αυτούς. Είναι πιο κοντά στους μαθητές και τα δικά τους προβλήματα. Συνήθως, υπάρχουν σχέσεις εντοπιότητας, γειτονίας, ακόμα και συγγένειας, φιλίας κλπ. Το στοιχείο της εμπορευματοποίησης της γνώσης δεν γίνεται τόσο ηγεμονικό.


Στον ανταγωνισμό όμως μεγάλων και μικρών φροντιστηρίων κυριαρχούν τα δεύτερα. Πρώτον γιατί καταφέρνουν πιο χαμηλά δίδακτρα και δεύτερον διότι καταφέρνουν να εντυπώνουν στις συνειδήσεις των γονιών και των μαθητών τις δικές τους αξίες σαν πρότυπες, μοντέρνες, αλλά και αποτελεσματικές. Εδώ οι ευθύνες των γονιών είναι τεράστιες, αφού προκρίνουν αυτό το μοντέλο «εκπαίδευσης» με κριτήριο την «επιτυχία» αδιαφορώντας για τις συνέπειες στην ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα των παιδιών τους, αφού η νίκη είναι αυτοσκοπός. Γιατί το αυστηρό, «αριστοκρατικό», «πρωταθλητικό», εντατικοποιημένο πλαίσιο αυτών των φροντιστηρίων επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την ήδη δύσκολη προσπάθεια των μαθητών και βέβαια προκαλούν ακόμη μεγαλύτερο μίσος για την διαδικασία της γνώσης.


Όσοι μαθητές αδυνατούν να ακολουθήσουν το ποτάμι της εισόδου στο Πανεπιστήμιο, αφού έχουν αποδεκτεί την ιδεολογία της εργαλειοποιημένης γνώσης, αδυνατούν να καταλάβουν γιατί εν τέλει τους είναι χρήσιμο το σχολείο. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη καταστροφή και η πιο τραγική συνέπεια. Κανένας μαθητής δεν μπορεί να καταλάβει γιατί του είναι χρήσιμη η Αντιγόνη ή ο νόμος της Βαρύτητας, εφόσον θα εργαστεί ως μαραγκός, ως υπάλληλος σε κατάστημα κλπ. Δε βλέπει νόημα να χάνει τον χρόνο και τη ζωή του, να κοπιάζει τόσο πολύ για μια τόσο άχρηστη γι’ αυτόν δεξιότητα.


Σε αυτήν την ουσιώδη ακύρωση της γνώσης καταλυτικό ρόλο έχει παίξει βέβαια η αποπολιτικοποίηση του μαθητικού σώματος. Η στράτευση των μαθητών σε πολιτικές οργανώσεις και η ένταξή τους στο πολιτικό γίγνεσθαι καθιστούσε την αναζήτηση της γνώσης έναν σκοπό υποταγμένο στην βλετίωση της κοινωνίας. Οι μαθητές συμμετείχαν στην διαδικασία της εκπαιδευτικής διαδικασίας είτε αποδεχόμενοι είτε κυρίως στεκόμενοι κριτικά στην κυρίαρχη γνώση. Το σύμπτωμα αυτό είναι βεβαίως συνέπεια της υποχώρησης της αριστεράς και του εκβαρβαρισμού των αξιακών προτύπων του συστήματος, αλλά και του κυρίαρχουν λάιφ στάιλ.


Συγκεκριμένα κομβικό ρόλο έχει παίξει η πολιτισμική ηγεμονία του αξιακού συστήματος της διασκέδασης σαν αυτοσκοπού. Το αξιακό αυτό σύστημα της «αμάθειας» φορτίζεται σαν λαϊκότροπο, εξεγερσιακό και επαναστατικό και τίθεται ενάντια στο «φλώρικο» και «φυτουλιάρικο» αξιακό σύστημα του αγώνα για την είσοδο στο Πανεπιστήμιο. Το ιδεολογικό υπόστρωμα όμως αυτής της εξέγερσης είναι το ίδιο με την υποταγή στον αγώνα για την είσοδο στο Πανεπιστήμιο, αφού δεν διεκδικεί μία άλλου τύπου εκπαιδευτική διαδικασία. Αντίθετα, ο λαϊκότροπος χαρακτήρας της προσιδιάζει περισσότερο στον φασιστικό αντιδιανοουμενισμό. Με έναν μαγικό τρόπο τελικά αρκετοί μαθητές γίνονται φορείς μιας ιδεολογίας και αυτή είναι το αξιακό σύστημα της άκρας δεξιάς. Γιατί ακριβώς τίθεται σε αντιπαράθεση με το ανθρωπιστικό στοιχείο του σχολικού συστήματος, αλλά και της διεκδηκητικής αριστεράς που οραματίζεται μια άλλη σχέση με τη γνώση.


Προφανώς οι μαθητές εκείνοι οι οποίοι πρώτοι τίθενται εκτός εκπαιδευτικού συτήματος είναι τα παιδιά των εργατών και των αγροτών. Πρώτα και κύρια γιατί βιώνουν πιο έντονα τους ταξικούς φραγμούς και τα πραγματικά υλικά εμπόδια να ακολουθήσουν το βαρύ και δύσκολο τραίνο της σχολικής παιδείας και των ανταγωνιστικών στόχων που θέτει. Όμως πολλές φορές δεν φέρουν εκείνο το πολιτισμικό κεφάλαιο που καταξιώνει την γνώση σαν σημαντική αξία τόσο για την διαμόρφωσή τους όσο και για την εύρεση εργασίας που θα επιβεβαιώνει την κοινωνική θέση των γονιών τους και θα αναπαραγάγει τους ίδιους στο ίδιο επίπεδο κοινωνικής θέσης. Για αυτό είναι επιρρεπείς στην άρνηση μιας γνώσης άχρηστης στην εργασία τους, αφού δεν τους ενδιαφέρει η είσοδος στο πανεπιστήμιο. Για αυτό είναι επιρρεπείς σε ένα φασιστοειδές αξιακό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι φασιστικές οργανώσεις στρατολογούν μαζικά στις εργατικές και λαϊκές περιοχές.    


Σε ένα τέτοιο εκπαιδευτικό πλαίσιο η κατάληψη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εξέγερση των φυλακισμένων. Μια διαδικασία η οποία λειτουργεί απελευθερωτικά, ένα προσωρινό επαναστατικό διάλειμμα, για να επέλθει η ισορροπία. Ίσως η μοναδική διαδικασία ωρίμανσης της εφηβικής νεολαίας. Η δεκαετία του 1990 και του 2000 είναι η εποχή της «απολίτικης» κατάληψης. Χωρίς αιτήματα, χωρίς σκοπό, απλά να σταματήσει το σχολείο για μια ανάσα! Τίποτε πιο φυσιολογικό και πιο παιδαγωγικό. Με την κατάληψη οι μαθητές έρχονται σε αντίθεση τόσο με το σχολικό – εκπαιδευτικό ασφυκτικό πλαίσιο όσο και με το οικογενειακό ασφυκτικό πλαίσιο. Οι ίδιοι κάνουν ένα άλμα προς την ωριμότητα καθώς γίνονται κύριοι του χώρου τους, δηλαδή του εαυτού τους. Από ήρεμα και μαλθακά παιδιά αγριεύουν. Αντιμετωπίζουν κινδύνους και μαθαίνουν να τους διαχειρίζονται. Σε αυτήν την διαδικασία έρχονται οι μαθητές αντιμέτωποι με το εξής δίλημμα: αγαπάμε ή μισούμε το σχολείο. Δεν είναι τυχαίο ίσως ότι στα Τεχνικά Λύκεια σημειώνονται συνήθως οι μεγάλες ζημιές, ενώ στα Γενικά κυριαρχεί το κριτήριο της διαφύλαξης του χώρου τόσο από τους κακούς έξω όσο και από τους ίδιους. Επίσης, μεγάλες καταστροφές σημειώνονται σε περιπτώσεις έντονης αυταρχικής συμπεριφοράς από τη μεριά του διευθυντή. Οι καταλήψεις λοιπόν θα πρέπει να ιδωθούν τόσο από εκπαιδευτικούς όσο και από γονείς όχι ως κάτι εχθρικό, αλλά σα λογική και ενδεχομένως αναγκαία συνέπεια της υπάρχουσας κατάστασης. Και με αυτό το κριτήριο να στέκονται δίπλα σους μαθητές, κοντά, αλλά και μακριά. Ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης και διάλυσης του σχολείου η πολιτικοποίηση των καταλήψεων και η δημιουργία μαθητικού κινήματος ενάντια στο Νέο Λύκειο είναι αναγκαία στο μέτωπο εργασίας-παιδείας-υγείας ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές της κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ.  


Μεγάλη συμβολή στην ακύρωση του καθολικού και διαφωτιστικού χαρακτήρα του λυκείου έχουν τα ιδιωτικά λύκεια. Συγκεκριμένα αυθαίρετα και συνειδητά καταργούν και μετασχηματίζουν πλήρως το ωρολόγιο πρόγραμμα των μαθημάτων. Τα δευτερεύοντα μαθήματα μόνο τύποις διδάσκονται, ενώ αντικαθιστώνται από τα βασικά μαθήματα, δηλαδή τα αρχαία, τα μαθηματικά, την νέα ελληνική γλώσσα, τη φυσική και όσα μαθήματα σχετίζονται με τις πανελλήνιες εξετάσεις. Το Υπουργείο Παιδείας βέβαια κάνει τα τυφλά μάτια σε αυτήν την καταστροφική αυθαιρεσία, ενώ μια τέτοια πολιτική βέβαια εκφράζει πλήρως το άγχος των γονιών και των μαθητών ενόψει της μεγάλης μάχης για το Πανεπιστήμιο. Το Ιδιωτικό Σολείο φροντιστηριοποιείται και η ίδια η έννοια του σχολείου καταργείται. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά μεγάλα φροντιστήρια μετατρέπονται σε ιδιωτικά σχολεία, χωρίς φυσικά να σχολικοποιούνται. Οι μαθητές και οι γονείς βλέπουν εξαιρετικά θετικά αυτήν την εξέλιξη, καθώς γλιτώνουν χρόνο, κόπο και χρήμα. Το άχρηστο σχολείο με την άχρηστη γνώση καταργείται και στην θέση του βάζουμε ένα μεγάλο φροντιστήριο. Τι καλύτερο!


Εδώ είναι που έρχεται και παρεμβαίνει ο νόμος της Διαμαντοπούλου. Για να ανταγωνιστεί τα ιδιωτικά φροντιστηριοποιημένα σχολεία, αλλά και τα σχολεία μετατρέπει το λύκειο σε ένα τέτοιο φροντιστήριο. Το Λύκειο γράφει η πρόταση για το Νέο Λύκειο «είναι κατά βάση  μια βαθμίδα που προσφέρει γενικές και αποσπασματικού χαρακτήρα γνώσεις, έχει λιγοστά μαθήματα εξειδίκευσης και ακόμα λιγότερα μαθήματα επιλογής»,ενώ «οι μαθητές αναλώνονται πολύ στην αφομοίωση πολλών κατακερματισμένων πληροφοριών που εντάσσονται σε πολλά γνωστικά πεδία». Δηλαδή καταργεί τα μονόωρα μαθήματα και δημιουργεί τομείς εξειδίκευσης, ενώ οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν περισσότερες διδακτικές ώρες στα μαθήματα εμβάνθυνσης. Αλλού σημειώνεται το εξής: «Ανάμεσα στα μαθήματα επιλογής που ο μαθητής μπορεί να διαλέξει υπάρχουν μαθήματα εμβάθυνσης σε βασικά γνωστικά αντικείμενα που συνήθως είναι ιδιαίτερης σημασίας για την εισαγωγή των  μαθητών  στην  ανώτατη  εκπαίδευση. Με  τον  τρόπο αυτό οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα της επιπλέον διδασκαλίας εντός του σχολείου των μαθημάτων αυξημένης για αυτούς βαρύτητας, ανάλογα με τις επιλογές τους για τις περαιτέρω σπουδές τους».




Το Νέο Λύκειο της Διαμαντοπούλου είναι ένα μη Λύκειο. Σε συνδυασμό με όλες τις άλλες συνέπειες της μνημονιακής πολιτικής γίνεται σαφές, ότι παρά τις διακηρύξεις το σχλείο του μνημονίου καταργείται από κάθε πλευρά. Η αντίσταση σε αυτό το Νέο Σχολείο της εργαλειοποιημένης γνώσης και ουσιαστικά της αμάθειας βέβαια είναι μια σημαντική πτυχή του αντιμνημονιακού αγώνα ενάτια σε ΕΕ, ΔΝΤ και ελληνικές κυβερνήσεις των τραπεζιτώνκαι των ΜΜΕ. Χρειάζεται βέβαια σοβαρά να περιγράψουμε και να αντιπροτείνουμε όχι μόνο επί της αρχής, αλλά και την πράξη ένα άλλο σχολείο. Η αντικατάσταση της ταλιμπάν του μνημονίου από επιστολογράφο της Αμερικανικής Πρεσβείας λίγα μας υπόσχεται για την ανάσχεση της πορείας της ελληνικής παιδείας. 

πόσοι μας διάβασαν: