Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Μια προκήρυξη της ΚΟΜΛΕΑ για τις συνέπειες της εγκατάλειψης του "χρυσού κανόνα" στα 1932

Είκοσι μέρες μετά την εγκατάλειψη του «χρυσού κανόνα» τον Μάιο του 1932 ύστερα από τις αποτυχημένες προσπάθειες της κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου η ΚΟΜΛΕΑ κυκλοφορεί σχετική προκήρυξη με την οποία περιγράφει την δεινή οικονομική κατάταση που αντιμετωπίζει πλέον η εργατική τάξη στην Ελλάδα, την πρόθεση της κυβέρνησης Βενιζέλου να ρίξει και άλλα βάρη, ενώ παράλληλα, και παρά τη διάθεση των εργατών να αγωνιστούν «πλάι πλάι», οι εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις παραμένουν διασπασμένες μαχόμενες η μία την άλλη. Την ώρα που τμήματα των εργατών αρχίζουν να οργανώνουν απεργίες η ΚΟΜΛΕΑ αισθάνεται ότι καμία συνδικαλιστική οργάνωση δεν είναι σε θέση να ηγηθεί από μόνη της σε αυτό το αναγκαίο απεργιακό κύμα που έρχεται ή πρέπει να έρθει. Για αυτό προτείνει το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο. Η ΚΟΜΛΕΑ προτείνει μια διαδικασία ενοποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος που θα ξεκινά από την βάση. Σε κάθε πόλη τα τοπικά σωματεία θα διοργανώνουν ένα κοινό συμβούλιο που θα εκλέξει αντιπροσώπους σε ένα ενιαίο πανελλαδικό ενωτικό συνέδριο, ενώ μια επιτροπή θα αναλάβει να προετοιμάσει αυτό συνέδριο. Αυτά τα συμβούλια θα αναλάβουν να οργανώσουν και να ηγηθούν του απεργιακού ξεσπάσματος. Θεωρώ ότι με τον δικό της τρόπο αυτή η προκήρυξη είναι εξαιρετικά επίκαιρη γιατί μας επιτρέπει να συγκρίνουμε τους δρόμους που αναζητά η κομμουνιστική αριστερά του τότε και του σήμερα.


Κώστας Παλούκης







«ΚΟΜΛΕΑ Προκήρυξη», Πάλη των Τάξεων, 17/5/1932


Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Η κοινωνία χρειάζεται ένα μεγαλύτερο και διαφορετικό δημόσιο τομέα

Κείμενα: Γιάννης Ελαφρός, Γιώργος Κρεασίδης
Άραγε πότε λέει την αλήθεια η κυβέρνηση για τους δημοσίους υπαλλήλους; Όταν ο Παπανδρέου δικαιολογεί τα Μνημόνια και το Μεσοπρόθεσμο ως αναγκαία για να πληρωθούν οι μισθοί του δημοσίου μαζί με τις συντάξεις, οπότε αφού αξίζει να καταστραφεί η χώρα για τους μισθούς τους, μάλλον είναι απαραίτητοι για όλους μας; Ή όταν ο Πάγκαλος τους εγκαλεί γιατί κάνουν απεργίες και κλείνουν τους δρόμους υπερασπιζόμενοι τα 1.000 ευρώ που αδίκως παίρνουν;
Πόσοι είναι τελικά οι δημόσιοι υπάλληλοι; Είναι στα αλήθεια 1 εκατομμύριο όπως επιμένει να λέει ο Λοβέρδος, ένα χρόνο μετά την πολυδάπανη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων που τους έβγαλε 700.000;
Και γιατί δεν μπορεί να υπολογιστεί ο μυστηριώδης αριθμός με την αξιοποίηση των στοιχείων μισθοδοσίας από τις δημόσιες υπηρεσίες;
Η υπόθεση δεν είναι απλή, καθώς η προπαγάνδα για τους δημοσίους υπαλλήλους είναι βασικός πυλώνας στην ιδεολογική επίθεση που έχει εξαπολύσει η κυβέρνηση της οικονομικής φρίκης για να κερδίσει αν όχι την αποδοχή της εργαζόμενης πλειοψηφίας, τουλάχιστον τη διάσπασή της και την ανοχή κάποιων κομματιών της.
Προσανατολίζοντας τη συζήτηση στο δημοσιοϋπαλληλικό μισθό που γονάτισε την οικονομία, μένουν απ’ έξω οι πραγματικές αιτίες της χρεοκοπίας. Ποιοι τοκογλυφικοί μηχανισμοί το γιγάντωσαν, πώς η διαπλοκή επέβαλλε επιλογές επιζήμιες σε βαθμό εγκλήματος για τα δημόσια οικονομικά, πού πήγαν τα λεφτά. Η Ζήμενς, τα υποβρύχια που γέρνουν, τα άχρηστα ολυμπιακά έργα, τα «δομημένα ομόλογα» μένουν στο απυρόβλητο και οι ένοχοι επαναλαμβάνουν «μαζί τα φάγαμε».
Από κοντά πλασάρεται και η ανάγκη να κλείσουν δημόσιες υπηρεσίες για λόγους οικονομίας. Κλείνουν σχολεία και νοσοκομεία που εξυπηρετούν ”ανελαστικές” ανάγκες, αλλά ακριβοπληρωμένοι σύμβουλοι, παρασύμβουλοι και πολυπληθή υπουργικά γραφεία μένουν ακλόνητα
Βασική πλευρά αυτής επίθεσης, αφορά τις εργασιακές σχέσεις, με το βάρος να πέφτει στον ιδιωτικό τομέα. Δεν είναι τυχαίο αυτό που στο Σύμφωνο για το Ευρώ του περασμένου Μαρτίου προβλέπεται «µέριµνα ώστε οι µισθολογικές συµφωνίες στον δηµόσιο τοµέα να στηρίζουν τις προσπάθειες που καταβάλλονται στον ιδιωτικό τοµέα ως προς την ανταγωνιστικότητα (λαµβανοµένης υπόψη της σηµαντικής ψυχολογικής επίδρασης των µισθών του δηµόσιου τοµέα)».
Μια άλλη πλευρά αφορά την προσπάθεια εμπέδωσης της άποψης «ότι το δημόσιο δεν δουλεύει» που είναι κρίσιμη ιδεολογική προϋπόθεση για την αποδοχή των ιδιωτικοποίησεων. Έτσι συγκαλύπτεται η πραγματικότητα που λέει ότι οι ιδιωτικές αστικές συγκοινωνίες της Θεσσαλονίκης κάνουν το βίο αβίωτο σε εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους του νομού με καθημερινή ταλαιπωρία και ακριβό εισιτήριο.
Πόσοι επιτέλους είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι;
Ακούμε συχνά πως στην Ελλάδα δουλεύουν πάρα πολλοί στο δημόσιο, περίπου ένα εκατομμύριο, κάτι που υποτίθεται δεν συμβαίνει πουθενά στον κόσμο. Πρόκειται για έναν από τους ισχυρούς πολιτικούς μύθους που στην εποχή του Μνημονίου έχει γίνει σημαία για την κυβέρνηση, τα δημοσιογραφικά «παπαγαλάκια» της και τους ενσωματωμένους στο «στρατό» ΕΕ και ΔΝΤ επιστήμονες. Στην πραγματικότητα από πουθενά δεν προκύπτει πως υπάρχουν ένα εκατομμύριο δημόσιοι υπάλληλοι.
Η απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων που πραγματοποιήθηκε το 2010 δεν έδειξε κάτι τέτοιο. Εκεί καταγράφηκαν 768.009 άτομα. Και πάλι όμως ο αριθμός αυτός δεν αντιστοιχεί με τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους. Αν αφαιρέσουμε τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, συμβασιούχους έργου, τους αιρετούς και κάποιες άλλες κατηγορίες μένουν 625.738 μόνιμοι υπάλληλοι, δικαστικοί και δημόσιοι λειτουργοί. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται περίπου 160.000 ένστολοι του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας καθώς και 13.000 παπάδες. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σύνολο των 768.009 υπαλλήλων της απογραφής οι 470.981 βρίσκονται σε ηλικίες άνω των 40.
Το παράξενο δεν είναι ότι προέκυψε ο συγκεκριμένος αριθμός, αλλά ότι ήταν ήδη… γνωστός, καθώς στο τότε ισχύοντα προϋπολογισμό καταγράφονται μισθοδοτούμενοι 511.913 μόνιμοι υπάλληλοι (χωρίς ένστολους και ιερείς), ενώ ανάλογα είναι τα νούμερα στην έκθεση του υπυργείου εσωτερικών για το τέλος του 2009. Η καθόλου αθώα αυτή αναζήτηση μιας γνωστής απάντησης δεν είναι παρά ένα επικοινωνιακό, προπαγανδιστικό τέχνασμα για να απαξιωθούν εξαρχής οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα. Όταν η κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν ξέρει πόσοι δουλεύουν στο δημόσιο, το μήνυμα που στέλνει είναι πως έγινε χαμός με το ρουσφέτι και οι προσλήψεις από το παράθυρο. Άρα η μείωση των αποδοχών γίνεται επειδή δεν αξίζουν, ενώ το χτύπημα των εργασιακών δικαιωμάτων γίνεται μήπως δουλέψουν λίγο και η απόλυση που μεθοδεύεται είναι για να φύγει το περίσσευμα.
Το ΠΑΣΟΚ επενδύει σε τέτοιο βαθμό σε αυτού του είδους την προπαγάνδα ώστε εάν προχωρήσει στο δημοψήφισμα παρωδία που προετοιμάζει θα βάλει σε κεντρική θέση το ερώτημα για την κατάργηση της διάταξης του Συντάγματος που προβλέπει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Καθόλου τυχαία πρωταγωνιστούν στην αναπαραγωγή του «ενός εκατομμυρίου» αυτοί που έχουν αφήσει τη σφραγίδα τους στη χρεοκοπία και στην ισοπέδωση των κοινωνικών δικαιωμάτων και του βιοτικού επιπέδου. Το περίφημο «ένα εκατομμύριο» στηλιτεύεται από το ΕΒΕΑ του γνωστού Μίχαλου που επικαλείται «μελέτη» μιας (!) σελίδας, μέχρι το Λοβέρδο που διέλυσε τη δημόσια υγεία και κοινωνική ασφάλιση ή τον Πάγκαλο, το απολίθωμα της εποχής Σημίτη που θα μείνει στην ιστορία για τα Ίμια, τον Οτσαλάν και την κουμπαριά με τον Κόκκαλη.
Μικρότερο και από τη Βρετανία το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων
Αν συγκρίνει κανείς το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με το σύνολο των εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα με άλλες χώρες της Ευρώπης θα δει ότι παρά τα θρυλούμενα η χώρα μας δεν είναι μια εξαίρεση με έναν υπερτροφικό στρατό δημοσίων υπαλλήλων. Στα πλαίσια της Έκθεσης Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πραγματοποιήθηκε μια ενδιαφέρουσα επιστημονική έρευνα για το δημόσιο τομέα στην Ευρώπη την οποία έφερε στο προσκήνιο ο «Ιός» της «Ελευθεροτυπίας» (19/9/2010). Η έρευνα που επιμελήθηκαν ερευνητές από τα πανεπιστήμια Στρασβούργου και Μαγδεμβούργου καθώς και από το Αυστριακό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών δείχνει με βάση συγκεκριμένα στοιχεία ότι σε ένα κατάλογο ευρωπαϊκών 17 χωρών η Ελλάδα με το 11,4% βρίσκεται στη 14η θέση. Προηγούνται όπως θα περίμενε κανείς χώρες σαν τη Σουηδία με 30% και τη Δανία με 29%, αλλά ακόμη και η Μεγάλη Βρετανία της θατσερικής λαίλαπας έχει μεγαλύτερο ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων φτάνοντας το 17,8%.
Μερικοί αναρωτιούνται μήπως ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων ακόμα και αν δεν είναι υπερβολικός, είναι μεγάλος για τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Η κυβερνητική προπαγάνδα επιμένει πως τα δάνεια της Τρόικας πηγαίνουν σε μισθούς και συντάξεις, ενώ αυτή ήταν και η δικαιολογία του Καρατζαφέρη όταν εντάχθηκε στους πρόθυμους του ΔΝΤ. Όμως το 2010 οι μισθοί του δημοσίου ήταν 19 δισ. (από 25,5 το 2009), όταν τα τοκοχρεολύσια που πληρώθηκαν 41,4 δισ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2000 ― πριν το ευρώ και τη διεύρυνση της ΕΕ στην ανατολική Ευρώπη― οι μισθοί του ελληνικού δημοσίου αντιστοιχούσαν στο 9,3% του ΑΕΠ, κάτω δηλαδή από το μέσο όρο της ΕΕ που ήταν 10%. Ακόμα και το σημερινό κράτος της φοροασυλίας του κεφαλαίου θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες του, αν έλειπε η εξυπηρέτηση του χρέους.
Ποιο δημόσιο τομέα χρειαζόμαστε
Πέρα από το γεγονός ότι η αυτή η φιλολογία είναι αναξιόπιστη, όσο αναξιόπιστοι είναι οι ένοχοι της χρεοκοπίας, υπάρχει μια διάσταση που έχει απήχηση στην κοινωνία. Αυτή που θεωρεί πως η απειλή της απόλυσης, η μισθολογική πίεση και η αξιολόγηση μαζί με το ποινολόγιο θα κάνουν το δημόσιο έστω και με τη φοβέρα να δουλέψει για τον πολίτη. Αν μελετήσει κανείς ποια είναι τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, θα προσέξει ότι υπάρχουν πολλά που είναι ανοιχτά σε κάθε ερμηνεία. Τι σημαίνει για παράδειγμα «αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας» ή «η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς με σκόπιμη χρήση με γνώσει ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις»; Κάπως έτσι ασκήθηκε δίωξη για τέσσερα παραπτώματα στον Νίκο Αγγελάρα τον αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συμβουλίου αφού αυτός διαπίστωσε παρατυπίες στην υπόθεση της προμήθειας του χαρτιού για τα σχολικά βιβλία που άφησε τους μαθητές χωρίς βιβλία για πρώτη φορά από το 1946. Όταν το διοικητικό συμβούλιο της ΕΛΜΕ Ευρυτανίας κατήγγειλε τον προϊστάμενο γιατί ανέθεσε τη μισθοδοσία των καθηγητών σε ιδιώτη, αυτός απλά ξεμπέρδεψε καλώντας τους συνδικαλιστές σε έγγραφη απολογία. Ο βουλευτής Γεωργιάδης του ΛΑΟΣ ζήτησε πέρσι την απόλυση του συνδικαλιστή εκπαιδευτικού Π. Αντωνόπουλου, μέλους του ΔΣ της ΟΛΜΕ σήμερα, λόγω της κινηματικής του δράσης, κάτι που για τον ακροδεξιό βουλευτή, τον καθιστά «καθοδηγητή των κουκουλοφόρων». Η εξάρτηση των αποδοχών από ένα αυστηρό σύστημα πειθαρχικού ελέγχου δεν σημαίνει εξυπηρέτηση του πολίτη, αλλά υποταγή του υπαλλήλου.
Αυτό που χρειάζεται η κοινωνία είναι ένας δημόσιος τομέας που θα μεγαλώσει και θα αλλάξει. Που θα καλύψει όλες τις κενές θέσεις που προκύπτουν από τις κοινωνικές ανάγκες και θα τις καλύψει με μόνιμες προσλήψεις.
Αλλαγή προσανατολισμού λοιπόν καταρχήν από το δημόσιο που είναι υπερτροφικό στις δυνάμεις καταστολής και στα υπουργικά γραφεία, αλλά καχεκτικό στα σχολεία, την υγεία, τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων.
Μαζικές προσλήψεις στη συνέχεια με μόνιμο προσωπικό για να μπει τέρμα στο μηχανισμό των συμβασιούχων και το δουλεμπόριο των ΜΚΟ. Οι προσωρινά εργαζόμενοι πότε εδώ και πότε εκεί δεν μπορούν να αποδώσουν στη θέση τους, αλλά και να εμπεδώσουν μια λογική κοινωνικής προσφοράς. Ειδικά όταν οφείλουν τη θέση τους στο βουλευτή ή στο διαπλεκόμενο. Έτσι γεννιέται το δημόσιο της λούφας.
Αυτές οι μαζικές οι προσλήψεις θα είναι ανάσα μέσα στην ασφυξία που δημιουργεί η έκρηξη της ανεργίας και έτσι η κοινωνία θα μπορέσει να αξιοποιήσει το επιστημονικό και εργατικό που προορίζεται από το Μνημόνιο να γεράσει σε δουλειές του ποδαριού.
Παράλληλα, θα σημάνουν μια σημαντική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και του εισοδήματος των εργαζομένων, με την αναζωογόνηση των κοινωνικά αναγκαίων υπηρεσιών που σήμερα βρίσκονται σε οριακό σημείο. Τα σχολεία ανοίξανε χωρίς βιβλία, αλλά και χωρίς εκπαιδευτικούς, στα νοσοκομεία και τα κέντρα υγείας η έλλειψη προσωπικού παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις, οι υπηρεσίες καθαριότητας των δήμων διαλύονται κ.ο.κ. Η κρίση οδηγεί άμεσα στην επιβάρυνση του χτυπημένου λαϊκού εισοδήματος και προοπτικά στην παροχή των υπηρεσιών μόνο στους έχοντες.
Συμφέρει στον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα το τσεκούρι στο δημόσιο;
Τα έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές τους τελευταίους μήνες: «Να περιοριστεί το δημόσιο με κάθε τρόπο, για να ανασάνουν οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα», ενώ αυτό που εννοούν είναι σκέτο ο «ιδιωτικός τομέας», δηλαδή οι μεγάλες επιχειρήσεις. «Απολύονται δεκάδες χιλιάδες ιδιωτικοί υπάλληλοι, γιατί να μην απολυθούν και δημόσιοι;», λες και το ζητούμενο είναι να αποκτήσουμε ισότητα στις απολύσεις…
Αλλά το βασικό ερώτημα παραμένει: Θα βελτιωθεί η κατάσταση για τον εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα, για τον αυτοαπασχολούμενο, για τον άνεργο, από την άγρια συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, που επιχειρεί η κυβέρνηση; Ας μην προσπεράσουμε την απάντηση ως αυτονόητη. Απεναντίας, εκατομμύρια εργάτες και εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα βλέπουν (και συχνά δικαιολογημένα) το δημόσιο ως εχθρικό πεδίο. Η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, ειδικά εκείνων που απευθύνονται στην εργατική τάξη (π.χ. ΙΚΑ), η ταλαιπωρία, η διαφθορά, η αδιαφορία και οι ρουσφετολογικές τοποθετήσεις σημαντικού μέρους των δημοσίων υπαλλήλων, αποτελούν μέρος της πραγματικότητας που η Αριστερά δεν μπορεί να αγνοεί. Το σημερινό δημόσιο δεν είναι πραγματικά δημόσιο, είναι κρατικός καπιταλιστικός τομέας, όπου έχουν ενσωματωθεί –με στρεβλωμένο και κουτσουρεμένο τρόπο- κοινωνικές κατακτήσεις και δικαιώματα (π.χ. παιδεία, υγεία), ενώ βεβαίως υπάρχει και ο σκληρός κατασταλτικός πυρήνας του αστικού κράτους.
Ο ανυποχώρητος αγώνας που πρέπει να δώσουμε σήμερα για την υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων στο δημόσιο, για την ανατροπή της επίθεσης, την αποτροπή των περικοπών και του ξεπουλήματος στο κεφάλαιο, για εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση και λειτουργία υπό εργατικό κοινωνικό έλεγχο όλων των ΔΕΚΟ και των υποδομών, γίνεται από τη σκοπιά της ολοκληρωμένης υλοποίησης των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και αναγκών, από ένα πραγματικό δημόσιο τομέα σε μια άλλη κοινωνία εργατικής δημοκρατίας.
Για να δούμε λοιπόν, θα κερδίσει κάτι ο εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα από το τσεκούρι στο δημόσιο;
Η κυβέρνηση λέει ότι θα εξοικονομήσει λεφτά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ίσως ανακοπούν οι περικοπές στον ιδιωτικό τομέα, η αδίστακτη φοροεπιδρομή κλπ. Ωραίο κόλπο για τον κοινωνικό αυτοματισμό εναντίον των δημοσίων, αλλά πως να πιάσει όταν ακριβώς την ίδια ώρα που εξαγγέλλει «εργασιακή εφεδρεία», απολύσεις και κλεισίματα στο δημόσιο, προχωρά στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων στον ιδιωτικό τομέα (μέσω επιχειρησιακών) και στο τρομερό χαράτσι στα ακίνητα; Όσα λεφτά εξοικονομήσουν από το δημόσιο θα πάνε στους τραπεζο-κρατικούς τοκογλύφους (ξένους και ντόπιους), των οποίων …τρώγοντας ανοίγει η όρεξη και ζητούν περισσότερα.
Ο εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα χάνει από την επίθεση στο δημόσιο. Καταρχήν, θα υποβαθμισθούν παραπέρα οι δημόσιες υπηρεσίες (εκπαίδευση, υγεία, πρόνοια, καθαριότητα κλπ.), που σήμερα τις έχει μεγαλύτερη ανάγκη. Όλο και περισσότεροι προσφεύγουν στα δημόσια νοσοκομεία, εγκαταλείπουν τα ιδιωτικά σχολεία και τους ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς για να πάνε στα δημόσια, έχουν ανάγκη από προνοιακές δομές. Όλα αυτά πάνε για κατάρρευση, χωρίς βιβλία, καθηγητές, νοσηλευτές, γιατρούς.
Δεύτερο, το κενό που θα δημιουργηθεί θα τρέξουν να το καλύψουν οι εταιρείες και ειδικά τα μονοπώλια. Μεγαθήρια στην υγεία (εκεί που δεν μπορείς να πεις δεν πάω στον γιατρό, ακόμα και στον ιδιώτη, το παιδί μου ή τον γονιό μου), στην πρόνοια (με κύριο όχημα τις ΜΚΟ βεβαίως), στην εκπαίδευση, στα σκουπίδια (με αύξηση των τελών). Οι «μανιακοί της ιδιωτικοποίησης» που κυβερνούν παραδίδουν στον ιδιωτικό τομέα και σειρά ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους, αναζητώντας διαρκώς νέα πεδία κερδοφορίας για τις εταιρείες. Είχαν δώσει στους ιδιώτες τον έλεγχο των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας των …ιδιωτών (λαμπρά), τώρα έδωσαν τον «έλεγχο» των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για έργα, το Κτηματολόγιο κλπ. Σαν να βάλεις τη Ζίμενς να ελέγχει τις προμήθειες του δημοσίου. Το έκανε πληρώνοντας μίζα, τώρα θα την πληρώνουμε και από πάνω… Το ίδιο κάνουν και με την ΕΡΤ, την οποία συρρικνώνουν, για να πάρουν ανάσα τα χρεοκοπημένα ιδιωτικά κανάλια.
Τρίτο, όποια αντεργατική ρύθμιση περνά στο δημόσιο, μετά έρχεται ακόμα χειρότερη στον ιδιωτικό τομέα. Τους πρώτους μήνες του 2010 ξεκίνησαν με τις περικοπές δώρων και επιδομάτων στο δημόσιο. Πολλοί εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα αδιαφόρησαν, κάποιοι (όχι λίγοι) είπαν «καλά να πάθουν». Μετά από μερικούς μήνες η οικονομική φρίκη επεκτάθηκε στον ιδιωτικό τομέα, με ακόμα πιο άγριες περικοπές.
Τέταρτο, το δημόσιο είναι σχεδόν ο μόνος εργασιακός χώρος, που στοιχειωδώς εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία (ειδικά σήμερα που η ασυδοσία των αφεντικών έχει αποχαλινωθεί). Οι όποιες κατακτήσεις των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούσαν ένα θετικό παράδειγμα για τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Τώρα, το κεφάλαιο θέλει να τα διαλύσει όλα.
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι που οι εκπρόσωποι και τα ΜΜΕ του κεφαλαίου βγάζουν φλύκταινες φωνάζοντας να τσακιστεί το «τέρας του ελληνικού δημοσίου». Δεν εννοούν βεβαίως ούτε περικοπές στις στρατιές της αστυνομίας, ούτε στους υπαλλήλους του κράτους της κάθε Μίζενς, ούτε βεβαίως στις παροχές προς το κεφάλαιο. Γιατί να μην ξεχνάμε, η πλέον «κρατικοδίαιτη κοινωνική ομάδα» είναι οι κεφαλαιοκράτες. Πέρα από τις επιδοτήσεις που παίρνουν, οι φόροι που πληρώνουν είναι κοντά στην κατώτερη κλίμακα: Για παράδειγμα, το πραγματικό ποσοστό φορολόγησης του κεφαλαίου το 2007 δεν ξεπέρασε το 15,9%, έναντι 19,9% το 2000. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη (από τότε μειώθηκε κι άλλο), όπου το 2007 ήταν 28,7%. Όσο για τις τράπεζες αυτές φορολογούνται ακόμα χαμηλότερα: 17%! Να ποιοι «λυμαίνονται το κράτος».
δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ (18.09.2011)


Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

«Γιατί πρέπει να εφαρμοστεί ο νέος νόμος για τα ΑΕΙ» (Θεός φυλάξοι!)



άρθρο των Δ. Δαμίγος, Επικ. Καθηγητής ΕΜΠ, Δ. Καλιαμπάκος, Καθηγητής ΕΜΠ

Τα ελληνικά πανεπιστήμια, δεδομένης της θέσης της χώρας μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και της κρατικής επιχορήγησης, είναι καλά πανεπιστήμια. Για την ακρίβεια, είναι πολύ καλύτερα από αυτό που επιτρέπει η διεθνής θέση της χώρας και η πολιτειακή συμβολή στη λειτουργία τους
Τα ελληνικά πανεπιστήμια, δεδομένης της θέσης της χώρας μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και της κρατικής επιχορήγησης, είναι καλά πανεπιστήμια. Για την ακρίβεια, είναι πολύ καλύτερα από αυτό που επιτρέπει η διεθνής θέση της χώρας και η πολιτειακή συμβολή στη λειτουργία τους
 Τις τελευταίες ημέρες αναπτύσσεται με συστηματικό τρόπο η προπαγάνδα του Υπουργείου για την ανάγκη εισαγωγής του νέου νόμου για τα πανεπιστήμια, η οποία αναπαράγεται με εκκωφαντικό τρόπο από τα ΜΜΕ, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να ακουστεί καμιά φωνή κριτικής. Κύριος στόχος αυτής της προπαγάνδας δεν είναι τα πανεπιστήμια. Στα πανεπιστήμια, παρά τη δύσκολη συγκυρία, με ταχύτατους ρυθμούς γίνονται κατανοητές οι συντριπτικές επιπτώσεις του επικείμενου νόμου, πράγμα που γεννάει μεν φόβο αλλά και διάθεση για ένα αποφασιστικό αγώνα.
Η κυβέρνηση έχει προ πολλού εγκαταλείψει το σενάριο να οικοδομήσει συμμαχίες δια της πειθούς μέσα στα πανεπιστήμια. Μέθοδός της θα είναι μόνο η καταστολή. Το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Επομένως, κύριος στόχος της προπαγάνδας αυτής είναι η κοινωνία. Γιατί, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, εκεί θα παιχτεί η μάχη τελικά. Στη συμμαχία με την κοινωνία. Η διείσδυση, όμως, τη επιχειρηματολογίας του Υπουργείου στα πανεπιστήμια μπορεί να επιδράσει στην αποφασιστικότητα με την οποία θα δοθεί η μάχη και μέσα στα πανεπιστήμια, πράγμα καθοριστικής σημασίας. Επομένως η αποτελεσματική αντιμετώπισή της είναι ζωτικής σημασίας.  
Αλλά, ας δούμε τα κεντρικά επιχειρήματα της κυβερνητικής προπαγάνδας ένα προς ένα…
«Το μοντέλο διοίκησης που προτείνεται εφαρμόζεται στα καλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Εδώ θα καταστρέψει το σύμπαν;»
Είναι ψευδές ότι προτείνεται ένα επιτυχημένο σύστημα. Πρόκειται για συρραφή κακοαντιγραμμένων στοιχείων δομής κάποιων ξένων συστημάτων με ένα μοναδικό στόχο. Την επιβολή ενός αυταρχικού μοντέλου, που θα εξοντώσει μιας δια παντός την ενοχλητική φωνή φοιτητών και πανεπιστημιακών. Αλλά ας αφήσουμε, το κεφαλαιώδες ζήτημα των δικαιωμάτων, προς το παρόν, απέξω. Και ας δεχθούμε καταχρηστικά ότι εφαρμόζεται κατά γράμμα το αγγλοσαξωνικό σύστημα.
Το σύστημα αυτό διοίκησης παράγει και καλά και κακά πανεπιστήμια. Γνωρίζουν ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν περίπου 5800 ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και, συνεπώς, μόνο το 1,7% εξ αυτών περίπου, σύμφωνα με τις δικές τους λίστες αξιολόγησης, φαίνεται να τα «καταφέρνει» καλά; Άρα κάθε άλλο παρά ένα σύστημα διοίκησης από μόνο του μπορεί να μεταμορφώσει ως δια μαγείας, τα ελληνικά πανεπιστήμια σε κέντρα διεθνούς βεληνεκούς. Τι μας λέει το Υπουργείο; Ότι μειώνοντας την κρατική επιδότηση στα πανεπιστήμια περισσότερο από 50%, αλλά εισάγοντας το «βούρδουλα» στη διοίκησή τους, θα κάνει τα ελληνικά ΑΕΙ …Harvard; Παρεμπιπτόντως, το Harvard είχε το 2009 συνολικά έσοδα 3,8 δισ. USD (περισσότερο δηλαδή από όσο όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια μαζί!) και τα κληροδοτήματά του ανέρχονταν σε 26,1 δισ. USD. Όταν σε εποχές «παχιών αγελάδων» οι κατά κεφαλήν δαπάνες ανά φοιτητή στην Ελλάδα ήταν υψηλότερες μόνο από χώρες όπως η Λετονία και η Ρουμανία και χαμηλότερες από αυτές του Μεξικού (το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του οποίου είναι περίπου το μισό από αυτό της Ελλάδας), είναι δυνατόν να υπάρξει αναβάθμιση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη χώρα με δραματική μείωση των δαπανών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση; Το ξέρουν, πολύ καλά, ότι δεν γίνεται.
Αλλά και πάλι αυτή η εξιδανίκευση του αγγλοσαξωνικού συστήματος έχει βάση;  Μήπως πρέπει να θυμίσουμε, για παράδειγμα, την ιστορία με το σκάνδαλο σε αγγλικά πανεπιστήμια που αποκαλύφθηκε από τον “Observer” με τίτλο «’Degrees for sale’ at UK universities»[1], σύμφωνα με το οποίο μέλη ΔΕΠ βρετανικών πανεπιστημίων «παροτρύνονταν» από τους «από πάνω» να είναι ελαστικοί στη βαθμολόγηση φοιτητών που αποτύγχαναν στις εξετάσεις, επειδή θα υπήρχε μείωση στα έσοδα των Ιδρυμάτων; Δηλαδή, ακριβώς εξαιτίας του συστήματος διοίκησης και λειτουργίας.
Επίσης, καλό είναι η ελληνική κοινωνία να κατανοήσει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο είναι αλληλένδετο με τα δίδακτρα. Στις Η.Π.Α. ένας φοιτητής για σπουδές μηχανικού 5-ετούς φοίτησης, σε δημόσιο πανεπιστήμιο, θα χρεωθεί με 50.000 USD κατά μέσο όρο. Στην Αγγλία, τα δίδακτρα ανέρχονται σε 3.000 GBP περίπου το χρόνο, ενώ από το 2012 αναμένεται να αυξηθούν σε 6.000 έως 9.000 GBP, σπρώχνοντας χιλιάδες φοιτητές στην απόγνωση και στην έξοδο από τα πανεπιστήμια. Ή στα δάνεια… Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Πανεπιστημίων του Ηνωμένου Βασιλείου[2], το 2006 – 2007 είχαν πάρει φοιτητικό δάνειο πληρωμής διδάκτρων το 80-82% των νεοεισερχόμενων Άγγλων φοιτητών. Οι προβλέψεις για το 2008 και 2009 ήταν ανοδικές. Στις Η.Π.Α., τον Ιούνιο του 2010, το συνολικό χρέος των Αμερικανών φοιτητών και αποφοίτων ανερχόταν σε 833 δισ. USD!
Αυτό είναι το «όνειρο» για την ελληνική οικογένεια;
«Η κοινωνία ξέρει ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι σε μαύρα χάλια. Κάθε αλλαγή μόνο σε καλό μπορεί να βγάλει»
Σίγουρα είναι ένα από τα πιο αγαπημένα στερεότυπα των ΜΜΕ, το οποίο επαναλαμβάνεται πια ως αξίωμα (την ίδια στιγμή που παρουσιάζουν σχεδόν καθημερινά ρεπορτάζ με πρωτιές ελληνικών ερευνητικών ομάδων, ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών κ.λπ. – παράνοια δηλαδή…).
Αλλά είναι αυτό που πιστεύει, πράγματι, η ελληνική κοινωνία; Η μέση ελληνική οικογένεια «ματώνει» από το κόστος των φροντιστηρίων για να επιτύχουν τα παιδιά της στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Με κόστος που πολλές φορές είναι μεγαλύτερο από το να έστελναν τα παιδιά στο εξωτερικό. Η τάση να φεύγουν τα παιδιά στο εξωτερικό, χωρίς να προσπαθήσουν καν να εισαχθούν σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, για να γλιτώσουν και τη βαρβαρότητα των πανελλαδικών εξετάσεων, είναι ακόμη εξαιρετικά μειοψηφική στην ελληνική κοινωνία, ακόμη και στις οικογένειες που έχουν οικονομική άνεση. Τα καλύτερα μυαλά της ελληνικής κοινωνίας σπουδάζουν στην Ελλάδα. Υπάρχει καλύτερηψήφος εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας στο ελληνικό πανεπιστήμιο από αυτή τη στάση;
Και κάτι ακόμη, που πρέπει να συνειδητοποιήσει η ελληνική κοινωνία. Όταν τα ΜΜΕ συστηματικά και με χυδαίο τρόπο, όχι απλά απαξιώνουν, αλλά καθυβρίζουν τα ελληνικά πανεπιστήμια, καθυβρίζουν όχι μόνο τους καθηγητές αλλά και τους φοιτητές, δηλαδή τα παιδιά της ελληνικής κοινωνίας. Ποιο είναι το κύριο πρόβλημα των πανεπιστημίων, για την ελληνική κοινωνία; Τα «πτυχία χωρίς αντίκρισμα». Φταίνε άραγε γι αυτό οι «βολεμένοι καθηγητές» ή «οι τεμπέληδες φοιτητές»; Ή η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, η κρίση και η πολιτική της κυβέρνησης που επιδεινώνει το πρόβλημα; Μήπως ευθύνονται π.χ. τα πτυχία των πολυτεχνικών σχολών, για το γεγονός ότι η ανεργία των μηχανικών από το 3% που βρισκόταν πριν λίγα μόλις χρόνια εκτινάχθηκε στο 40% σήμερα;
Ας αφήσουμε στην άκρη και τις περίφημες «λίστες αξιολόγησης», οι οποίες έχουν καταντήσει «λίστες διαφήμισης» και ας μπούμε όμως στην ουσία. Ούτε θα ασχοληθούμε, για εντυπωσιασμό με (υπαρκτές και αξιέπαινες) ξεχωριστές περιπτώσεις ερευνητικών ομάδων. Θα ασχοληθούμε με το μέσο όρο. Τα ελληνικά πανεπιστήμια, δεδομένης της θέσης της χώρας μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και της κρατικής επιχορήγησης, είναι καλά πανεπιστήμια. Για την ακρίβεια, είναι πολύ καλύτερα από αυτό που επιτρέπει η διεθνής θέση της χώρας και η πολιτειακή συμβολή στη λειτουργία τους.
Ας δώσουμε ένα μόνο στοιχείο (υπάρχουν πολλά), από το προσφιλές στο Υπουργείο πεδίο των δημοσιεύσεων, που τείνει –λανθασμένα – να γίνει και το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης της ποιότητας της εκπαίδευσης και της έρευνας.  Πρόσφατη μελέτη του ΕΚΤ[3] αποδεικνύει ότι οι ελληνικές δημοσιεύσεις (το 80,8% των οποίων πραγματοποιήθηκαν με τη συμμετοχή των Πανεπιστημίων) ακολουθούν συνεχή ανοδική πορεία την περίοδο 1993-2008, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να παρουσιάζει έναν από τους μεγαλύτερους ρυθμούς αύξησης μεταξύ των 27 χωρών μελών της Ε.Ε. και των 30 χωρών μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Μάλιστα, το 2007, η Ελλάδα κατατάχθηκε 17η μεταξύ των χωρών μελών του ΟΟΣΑ, βελτιώνοντας σημαντικά τη θέση της σε σχέση με το 1993, και ξεπέρασε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ιταλία και η Ισπανία.
Αντί, λοιπόν να λοιδορούμε και να ταπεινώνουμε τους πανεπιστημιακούς δασκάλους, οι οποίοι με πενιχρούς πόρους και μέσα υπερβάλλουν εαυτόν για να ανταποκριθούν στην εκπαίδευση και την έρευνα (κατακρίνοντας, προφανώς, με δριμύτητα τις περιπτώσεις  εκείνες που δίνουν λαβή για τη συκοφάντηση των υπολοίπων), και τους φοιτητές, τα παιδιά της ελληνικής οικογένειας που βιώνουν σήμερα μια άνευ προηγουμένου αγωνία για το μέλλον τους, θα πρέπει να σταθούμε δίπλα τους, στηρίζοντάς τους στον αγώνα τους, κωφεύοντας στην υστερική επίθεση κυβέρνησης και ΜΜΕ.
«Η πολλή δημοκρατία ξεχαρβάλωσε τα πανεπιστήμια. Ώρα να μαζευτούν.»
Πρόκειται για άρρητο επιχείρημα, το οποίο όμως είναι εξόφθαλμα ορατό στη βασική επιλογή αντικατάστασης του συμμετοχικού και δημοκρατικού συστήματος διοίκησης από ένα άλλο, αυταρχικό. Πρώτα απ’ όλα δε λέγεται συχνά «φόρα παρτίδα», γιατί φαντάζεται κανείς που μπορεί να οδηγήσει η θέση, ότι «η δημοκρατία δεν είναι αποτελεσματική μέθοδος διοίκησης». Ανατριχίλες… Αλλά ας το αφήσουμε και αυτό προς το παρόν στην άκρη – που δεν αφήνεται γιατί αφορά τα δικαιώματα χιλιάδων ανθρώπων – και ας δούμε τι πραγματικά ισχύει. Αυτό που συμβαίνει είναι το ακριβώς αντίθετο του επιχειρήματος: η δημοκρατία και η συμμετοχή έδωσε τη δυνατότητα στα ελληνικά πανεπιστήμια να είναι πάνω από το μέσο όρο που επιτρέπει η ελληνική πραγματικότητα. Κι αυτό πρέπει να το καταλάβει καλά η ελληνική κοινωνία.
Για ποιο λόγο υπάρχουν χιλιάδες νέοι συνάδελφοι που παλεύουν για το καλύτερο σε δύσκολες συνθήκες, με ελάχιστους πόρους και αναιμικούς μισθούς; Το κάνουν για την ικανοποίηση που η δημιουργία προσφέρει. Και που η δημοκρατία και η συμμετοχική διοίκηση επιτρέπει να αναπτυχθεί. Η κατάργηση του αυταρχικού συστήματος της έδρας απελευθέρωσε χιλιάδες νέους επιστήμονες, παιδιά της μέσης ελληνικής οικογένειας πολλές φορές, ακόμη και της εργατικής τάξης, και όχι αποκλειστικά «γόνους καλών οικογενειών» όπως προηγούμενα, δίνοντας τη δυνατότητα και σε αυτούς να δημιουργήσουν και στα ελληνικά πανεπιστήμια να «ανθίσουν». Αυτούς δηλαδή που, κυρίως, εξοντώνει το νέο, πιο αυταρχικό από την έδρα σύστημα. Να το πούμε πιο απλά: με το «βούρδουλα» δεν δημιουργείς. Το μόνο που θα προωθηθεί είναι η διαπλοκή και η διαφθορά.
Και κάτι ακόμη. Η ελληνική κοινωνία πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η αξιοκρατία μέσα στα πανεπιστήμια βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση με την αξιοκρατία για να μπει κάποιος στο πανεπιστήμιο, με την έννοια της προστασίας των άξιων κάθε κοινωνικού στρώματος από οικονομικούς, πολιτικούς ή άλλους περιορισμούς. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα συμβεί στα παιδιά που δεν έχουν «μέσο», όταν η επιλογή των φοιτητών μετά το προπαρασκευαστικό έτος θα είναι στα χέρια των Σχολών, τις οποίες θα διαφεντεύει, πρακτικά μονοπρόσωπα και ανεξέλεγκτα, ένας διορισμένος κοσμήτορας. Το ρουσφέτι θα πάει σύννεφο…
«Ο μόνος που αντιδρά στα πανεπιστήμια είναι μια μειοψηφία που αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε αλλαγή»
Κατ’ αρχήν, ας ξεκαθαρίσουμε τα της «μειοψηφίας». Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου έχει προκαλέσει μια καθολική διαφωνία και αντίσταση, χωρίς προηγούμενο, στο πανεπιστήμιο. Το σύνολο των κοινωνικών ομάδων (φοιτητές, καθηγητές, εργαζόμενοι) αντιτίθεται στο νομοσχέδιο, τόσο μέσω των συλλογικών τους οργάνων όσο και μέσω άλλων μορφών (Σύνοδος Πρυτάνεων, στάση παρατάξεων κλπ.).
Πάμε τώρα στην «αντίδραση στην αλλαγή». Ένα τέτοιο επιχείρημα στηρίζεται τεχνηέντως  στο «αξίωμα» ότι «κάθε αλλαγή ταυτίζεται με τη βελτίωση, με την πρόοδο». Προφανώς και δεν είναι έτσι, πολύ περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την εύηχη λέξη αλλαγή για να περάσει μια οπισθοδρομική και σκοταδιστική μεταρρύθμιση, που μετατρέπει τα πανεπιστήμια σε εταιρείες παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών, για «λίγους και εκλεκτούς». Η ελληνική κοινωνία πρέπει να θυμηθεί ότι η κυβέρνηση κραδαίνει τα λάβαρα της «αλλαγής ενάντια σε αντιδραστικές μειοψηφίες», κάθε φορά που ξεριζώνει θεμελιώδη δικαιώματα από κλάδους εργαζομένων. Κι αυτό το κάνει εκ περιτροπής, μέχρι που σταδιακά καταργούνται θεμελιώδη δικαιώματα από το σύνολο της κοινωνίας. Είναι δυνατόν να «απολαμβάνουμε» την τραγωδία του άλλου, γιατί δήθεν δεν μας αφορά, ουσιαστικά επιταχύνοντας τη στιγμή που θα βρεθούμε εμείς, κατασπαραζόμενοι, στο κέντρο της αρένας – έχοντας όλους τους άλλους τριγύρω να χειροκροτούν ανόητα; Είναι δυνατόν, το φτηνό αυτό κόλπο να πιάσει ξανά;
«Οι φωνακλάδες ενσπείρουν τον πανικό. Τα πτυχία είναι στο χέρι των σχολών να ρυθμίσουν τη διάρκειά τους. Εμείς λέμε 3 χρόνια. Αλλά αν θέλουν μπορούν να τα κάνουν 4 ή 5 ή όσα χρόνια θέλουν»
Ψευδές. Πρώτον, γιατί τα ακαδημαϊκά συλλογικά όργανα θα έχουν μόνο γνωμοδοτικό χαρακτήρα. Οι ουσιαστικές αποφάσεις θα λαμβάνονται από το Συμβούλιο του Ιδρύματος, σε συνεργασία με το διορισμένο Πρύτανη και τους, επίσης, διορισμένους Κοσμήτορες.
Δεύτερον, η κυβέρνηση κρατάει αυστηρά στα χέρια της το χαρτί της δομής των σπουδών, δηλαδή τους τρεις κύκλους σπουδών. Ο πρώτος κύκλος θα είναι ένας μαζικός, προς το παρόν ημι-δωρεάν κύκλος, χαμηλού επιπέδου. Ο δεύτερος, που θα οδηγεί σε περισσότερα δικαιώματα και δεξιότητες, τον ονομάζει μεταπτυχιακό και αφήνει ορθάνοιχτες τις πόρτες (για την ακρίβεια δεν αφήνει καμιά άλλη δυνατότητα στα πανεπιστήμια) για δίδακτρα.  Και λέει: αν θέλετε να παρατείνετε εσείς τον υποχρεωτικό πρώτο κύκλο για περισσότερα χρόνια, κάντε το αλλά με δικά σας έξοδα και χωρίς αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα, δηλαδή κακό του κεφαλιού σας. Γι αυτό και επίμονα δεν αναγνωρίζει π.χ. το 5ετές πτυχίο του Πολυτεχνείου ως master. Γιατί στην πράξη τα πανεπιστήμιαζητούν σπουδές και επαγγελματικά δικαιώματα, δωρεάν και σε ένα κύκλο. Και αυτό η κυβέρνηση δεν το θέλει με τίποτε. 
Η μάχη που ξεκινάει στα πανεπιστήμια θα είναι σκληρή. Οι προηγούμενες μεταρρυθμίσεις που επιδιώχθηκαν ήταν στην ίδια κατεύθυνση (με πιο πρόσφατη, το νόμο Γιαννάκου). Στόχευαν σε ακόμη λιγότερη δημοκρατία μέσα στο πανεπιστήμιο, σε ακόμη πιο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο. Όμως, ο νόμος αυτός τα φέρνει όλα και μονομιάς. Για αυτό πρέπει να δοθεί ένας αγώνας «ή ταν ή επί τας» για το Δημόσιο Πανεπιστήμιο.  Αν  ο αγώνας αυτός μπορέσει να συνδεθεί με άλλα ρεύματα αντίστασης που αναπτύσσονται αυτή τη στιγμή σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, τότε θα λάβουμε ανέλπιστη βοήθεια για την αντιμετώπιση του νόμου αλλά και θα προσφέρουμε ανέλπιστη βοήθεια για την ανατροπή της αδιέξοδης κατάστασης που όλοι βιώνουμε.

[1]     Bright, M., ‘Degrees for sale’ at UK universities, Observer, August 2004 (διαθέσιμο στη διεύθυνσηhttp://www.guardian.co.uk/uk/2004/aug/01/universityfunding.highereducation)
[2]     Universities UK (2009). Variable tuition fees in England: assessing their impact on students and higher education institutions, A fourth report, pp. 19-20. Διαθέσιμο στη διεύθυνσηhttp://www.universitiesuk.ac.uk/Publications/Documents/VariableTuitionFees_FourthReport.pdf
[3]     Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (2010). Ελληνικές επιστημονικές δημοσιεύσεις 1993-2008 –  Βιβλιομετρική ανάλυση ελληνικών δημοσιεύσεων σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Διαθέσιμη στη διεύθυνσηhttp://www.ekt.gr/metrics/GreekScientificPublications_EKT.pdf

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Ο σύνδεσμος Ελλήνων βιομηχάνων απέναντι στο ερώτημα της ένταξης της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ., 1974-1979 : από τη μεταπολίτευση στην υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης

Η διπλωματική εργασία του Χρήστου Τσάκα  στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα της Νεώτερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης προσπαθεί να εξετάση την δημόσια τοποθέτηση του ΣΕΒ απέναντι στην προοπτική ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ από την πτώση της Χούντας μέχρι την υπογραφή της προσχώρησης το 1979. Το κεντρικό ερώτημα αφορά την ευρωπαϊκή προοπτική του ελληνικού καπιταλισμού. Πρόκειται για ένα πολύ επίκαιρο ερώτημα. διαβάστε εδώ

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Εργασιακές σχέσεις και συνδικαλιστικό κίνημα μετά τη Μεταπολίτευση : η εργατική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, 1981-1985 /

Μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για το συνδικαλιστικό κίνημα, το ΠΑΣΟΚ και τη μεταπολίτευση, από τον Στέφανο Βαμιεδάκη. Δείτε εδώ


Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ, 1981-1985                                                                                                                                   

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Η Πρωτοεκβιομηχάνιση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, 1700-1880: η περίπτωση των χωριών του Πηλίου

Η ανάπτυξη της βιοτεχνικής παραγωγής στα χωριά του Πηλίου στα μέσα του 18ου αιώνα δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά συνδέεται με τις διαδικασίες πρωτο-εκβιομηχάνισης στον Οθωμανικό κοινωνικό σχηματισμό και ιδιαίτερα στην βαλκανική περιφέρεια από το 1700 και έπειτα. Συγκεκριμένα η «απογείωση» της μανουφακτούρικης βιοτεχνίας που παρατηρείται την περίοδο αυτή και ιδίως στο θεσσαλικό χώρο μπορεί να ειδωθεί ως συνέπεια δύο διαφορετικών, αλλά άλληλοεπιδρούμενων παραγόντων. Αυτοί είναι πρώτον, η σταδιακή ενσωμάτωση του Οθωμανικού κοινωνικού σχηματισμού και της παραγωγικής του βάσης στην αναπτυσσόμενη και διευρυνόμενη καπιταλιστική αγορά, η οποία εκείνη την εποχή, θα λέγαμε, αρχίζει να συγκροτείται ως παγκόσμια. Δεύτερον, είναι η πορεία των κοινωνικών ισορροπιών της ταξικής πάλης που δομούνται σε κάθε ιστορική φάση μέσα στο εσωτερικό της οθωμανικής κοινωνίας συγκροτώντας μια συγκεκριμένη μορφή ιστορικού κράτους, σε αυτή την περίπτωση εκείνης του οθωμανικού κράτους, και τις μεταλλάξεις που επιφέρουν αυτές οι αλλαγές στις ταξικές ισορροπίες του κοινωνικού ιστού που αντανακλώνται κάθε φορά στο ιστορικό κράτος, στον χαρακτήρα του παραγωγικού συστήματος και τελικά στον ίδιο το χαρακτήρα του κοινωνικού σχηματισμού. Δείτε εδώ.

Η Πρωτοεκβιομηχάνιση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, 1700-1880: η περίπτωση των χωριών του Πηλίου                                                            

Αφοί Παπαστράτος (1900 – 1940) από την περιφέρεια στο κέντρο

Η προβληματική μιας μελέτης που αφορά τα καπνά, την οικογένεια Παπαστράτος και την περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας, δηλαδή τρεις γιγάντιες σε σημασία και κοινωνικό μέγεθος «ιστορίες», αναμφισβήτητα δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια μεταπτυχιακή εργασία. Ούτε, τελικά, είναι αυτός ο στόχος μας. Θα είμαστε ικανοποιημένοι εάν συγκροτώντας μια προβληματική πάνω σε ζητήματα που ανακύπτουν από αυτήν την υπαρκτή σχέση καταφέρουμε να αναδείξουμε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο τέτοιο που θα μας επιτρέπει να διαμορφώσουμε μια πληρέστερη εικόνα της ελληνικής κοινωνίας της περιόδου 1900 – 1940. Δείτε εδώ.

Αφοί Παπαστράτος (1900 – 1940) από την περιφέρεια στο κέντρο                                                                                                                                   

Σάββατο 24 Απριλίου 2010

O Αλέξανδρος Κοριζής

O Αλέξανδρος Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 1941) υπήρξε σημαντικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας κατά τον μεσοπόλεμο και πρωθυπουργός της χώρας μετά τον θάνατο του Μεταξά. Αυτοκτόνησε λίγες μέρες πριν την κατάρρευση του μετώπου και τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Γεννήθηκε στον Πόρο όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών (1901-1905). Παρότι γόνος σημαίνουσας πολιτικής οικογένειας της περιοχής της Τροιζηνίας (ο πατέρας του Γεώργιος υπήρξε δήμαρχος Πόρου και βουλευτής Τροιζηνίας, όπως και ο παππούς του Σταμάτιος και ο προπάππους του Γεώργιος), δεν επέλεξε πολιτική καριέρα. Το 1903 διορίστηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας. Υπηρέτησε κυρίως στην υπηρεσία Επιθεωρήσεως και Οργανώσεως της Τράπεζας. Συμμετείχε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός (απόφοιτος της σχολής Έφεδρων αξιωματικών) στους Βαλκανικούς Πολέμους. Προβιβάστηκε σε έφεδρο υπολοχαγό και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος (1914) και τα αναμνηστικά μετάλλια των Βαλκανικών πολέμων. Μετά τους βαλκανικούς, η καριέρα του ακολουθεί ανοδική πορεία στην Τράπεζα καταλαμβάνοντας πολύ σημαντικά πόστα (Διευθυντής του Τμήματος Επιθεωρήσεως (1914), Τμηματάρχης (1917), Γενικός Επιθεωρητής (1919), οργανικός διευθυντής (1921). Την περίοδο 1919-1920 ανέλαβε ίδρυσε και οργάνωσε το υποκατάστημα Σμύρνης της Τράπεζας, ενώ παράλληλα χρημάτισε οικονομικός σύμβουλος του Ύπατου Αρμοστή της Σμύρνης. Κατά τα επόμενα χρόνια συνέβαλε στην ίδρυση και διοίκηση του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού, της Αγροτικής Τράπεζας. Το 1928 ανέλαβε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας, ενώ το 1939 ανέλαβε διοικητής της. Παράλληλα την περίοδο 1917-1941 ήταν πρόεδρος του ΔΣ του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Ο Κοριζής ανήκε σε εκείνη την διοικητική ελίτ των τεχνοκρατών στελεχών που αναδείχτηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου σε καθοριστικό παράγοντα για την παρεμβατική πλέον πολιτική του κράτους στην οικονομία και την κοινωνία εκφράζοντας τις εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις για τη δημιουργία ενός μόνιμου τεχνοκρατικού στελεχιακού προσωπικού που θα διαμεσολαβεί μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας. Όχι τυχαία, λοιπόν, ταυτίστηκε με το Βενιζελικό μπλοκ και τους Φιλελεύθερους, αν και γενικά απείχε από την ενεργό πολιτική δράση. Μόνο το 1933 συμμετείχε ως Υπουργός Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως στην ολιγοήμερη κυβέρνηση του στρατηγού Αλέξανδρου Οθωναίου, μετά την αυθημερόν καταστολή του πραξικοπήματος του Ν. Πλαστήρα. Την δύσκολη περίοδο για την πορεία και την κατάσταση της χώρα επιλέχθηκε από τον Γεώργιο Β΄ ως αντικαταστάτης του του Μεταξά στην πρωθυπουργία μετά τον θάνατο του τελευταίου. Έτσι ανέλαβε όλες τις θέσεις του δικτάτορα, δηλαδή την προεδρία της Κυβερνήσεως και του Υπουργικού Συμβουλίου και ταυτόχρονα το Υπουργείο Εξωτερικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας. Η τοποθέτησή του σε όλα αυτά τα κρίσιμα χαρτοφυλάκιο μέσα σε αυτές τις περιστάσεις μάλλον υποδηλώνουν την διάθεση του βασιλιά να ελέγχει πλήρως την κυβέρνηση μέσα από ένα πρόσωπο απόλυτης πολιτικής εμπιστοσύνης. Ο Αλέξανδρος Κοριζής ήταν ταυτισμένος πολιτικά με την Βρετανία, γεγονός που εκτιμήθηκε από τον Γεώργιο μάλλον ως σημαντικό προσόν, ενώ ήταν περισσότερο τεχνοκράτης – διαχειριστής και λιγότερο πολιτικός. Την ίδια στιγμή ήταν ένα πρόσωπο εκτός κυβέρνησης Μεταξά και ως εκ τούτου μη στιγματισμένο από το φασιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος. Παράλληλα έχαιρε κοινής εκτίμησης και αναγνώρισης από όλο τον αστικό πολιτικό κόσμο. Μπορούσε δηλαδή να εκφράσει το κλίμα της Εθνικής Ενότητας που απαιτούσαν οι συνθήκες. Ως υπουργός διατήρησε το ίδιο υπουργικό συμβούλιο. Ο ελληνικός στρατός αντιμετώπισε με επιτυχία την Εαρινή αντεπίθεση του ιταλικού στρατεύματος τον Μάρτιο του 1941, ενώ ανοιγόταν μπροστά ο κίνδυνος της γερμανικής εισβολής, γεγονός που ενέτεινε τις διπλωματικές διεργασίες. Ο Κοριζής δεν κατάφερε να πείσει τους Βρετανούς να αποστείλουν σημαντικό αριθμό στρατευμάτων για την υπεράσπιση της Ελλάδας. Παρόλαυτά αρνήθηκε το τελεσίγραφο του γερμανού πρεσβευτή κόμη Βίκτορ του Έρμπαχ – Σένμπεροχ όταν τον επισκέφτηκε στην οικία του στις 6 Απριλίου 1941. Έτσι η Ελλάδα δέχτηκε την επίθεση του γερμανικού στρατού στα μακεδονικά σύνορα, την ώρα που ο ελληνικός στρατός μαχόταν στα βουνά της Ηπείρου. Η αντίσταση στο οχυρό Ρούπελ φαινόταν ότι πολύ σύντομα θα καμπτόταν. Στον ελληνικό πολιτικό κόσμο και ιδιαίτερα στους αξιωματικούς του στρατεύματος υπήρχε μια πολύ ισχυρή φιλογερμανική μερίδα η οποία κυριαρχούταν από ένα μείγμα φόβου και θαυμασμού απέναντι στην γερμανική στρατιωτική μηχανή. Αυτή η αντίληψη διαχώριζε τους Ιταλούς από τους Γερμανούς, εστίαζε περισσότερο ιδεολογικά απέναντι στον ιταλικό εχθρό και επιζητούσε συνδιαλλαγή με τους Γερμανούς. Επίσης, συνολικά ο αστικός κόσμος έβλεπε με μεγαλύτερη φοβία την επέκταση των Βουλγάρων στη Μακεδονία και ιδιαίτερα τον κίνδυνο να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη από τον Βουλγαρικό στρατό. Ο Κοριζής βρέθηκε ως εκ τούτου πιεσμένος από τη μία από τους ανώτερους αξιωματικούς που πίεζαν για συνθηκολόγηση και από την άλλη από τον Γεώργιο και την βρετανική πολιτική και ως ένα βαθμό το λαϊκό αίσθημα που πίεζαν για συνέχιση της αντίστασης σε πιο χαμηλά σημεία της ελληνικής ενδοχώρας τη στιγμή μάλιστα που ο ελληνικός στρατός παρέμενε νικητής στην Ήπειρο. Ταυτόχρονα, ο κίνδυνος να εγκλωβιστεί ο στρατός στην Ήπειρο ή να εγκαταλειφτεί στη μοίρα του, όπως και έγινε, ήταν μεγάλος. Καθώς λοιπόν ο εφιάλτης των αδιεξόδων κορυφωνόταν και η κρίση γενικευόταν αποφασίστηκε η αποχώρηση της βασιλικής οικογένειας, της κυβέρνησης και του χρυσού. Θα παρέμενε ο αρχιστράτηγος Παπάγος να συντονίσει την αντίσταση σε άλλα σημεία της ενδοχώρας. Στις 18 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή συνήλθε το Υπουργικό Συμβούλιο σε δραματική συνεδρίαση στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετάνια», όπου ήταν εγκατεστημένα τα γραφεία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Μετά το τέλος της συνεδρίασης ο πρωθυπουργός κλήθηκε σε ιδιαίτερη συζήτηση από τον βασιλιά. Εκεί ο βασιλιάς (με τα εξής λόγια -- Κύριε πρωθυπουργέ. Δεν ελέγχετε την κατάσταση. Διέφυγε από τας χείρας σας η εξουσία!)
χρέωσε στον Κοριζή την ευθύνη της κατάρρευσης του μετώπου, της κίνησης των αξιωματικών με τον Τσολάκογλου για συνθηκολόγηση, την εγκατάλειψη του στρατεύματος. Ο Αλέξανδρος Κοριζής συντετριμμένος αποχώρησε βιαστικά κατευθυνόμενος προς το σπίτι του. Εκεί αποσύρθηκε στο δωμάτιό του και αυτοκτόνησε με δυο σφαίρες στην καρδιακή χώρα. Ο Γεώργιος που αντιλήφθηκε ότι η συζήτηση θα είχε ίσως κάποια δυσάρεστη εξέλιξη απέστειλε τον διάδοχο Παύλο. Μόλις έφτασε όμως στην οικία και ενώ συνομιλούσε με τη σύζυγο του πρωθυπουργού, ακούστηκε ο πυροβολισμός. Η κηδεία έγινε από τον μητροπολιτικό ναό της Αθήνας με κάθε θρησκευτική και πολιτική μεγαλοπρέπεια, παρουσία της βασιλικής οικογένειας και των κυβερνητικών αρχών. Τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Ο Αλέξανδρος Κοριζής μη όντας πολιτικός δε διέθετε ούτε την εμπειρία και ούτε τις ψυχικές αντοχές να διαχειρίζεται τις λεπτές ισορροπίες, να λαμβάνει σημαντικές πολιτικές αποφάσεις, να δέχεται τις συνέπειες αυτών, να ελίσσεται, να πιέζει, να διαπραγματεύεται. Ταυτόχρονα διακατεχόμενος έντονα από πατριωτικά αισθήματα έφερε με μεγάλη ευθύνη το βάρος των δύσκολων καταστάσεων και βίωσε πολύ έντονα και με τραγικό τρόπο στο πρόσωπό του τα αδιέξοδα της χώρας. Παραμένοντας συναισθηματικός φαίνεται πως δεν άντεξε την επιλογή του βασιλιά να τον αντιμετωπίσει ως αναλώσιμο και να του φορτώσει όλες τις ευθύνες, ώστε ο θρόνος να παρουσιαστεί άμεμπτος, ενώ ουσιαστικά ο Κοριζής εφάρμοζε την πολιτική του Γεωργίου.
Η αυτοκτονία του Κοριζή – ή μάλλον καλύτερα η πίστωση της ήττας σε εκείνον και η κατά αυτόν τον τρόπο εξώθησή του στην αυτοκτονία – θα πρέπει να συγκριθεί ως ένα βαθμό με την εκτέλεση των Έξι στο Γουδί από τους Βενιζελικούς, οπότε χρεώθηκαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα και μόνο η αντιβενιζελική παράταξη την ήττα στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Η ευθύνη φέρεται κυρίως από την αγγλική κυβέρνηση η οποία δεν στήριξε και τελικά αδιαφόρησε για την κατάληξη της Ελλάδας οπότε και δεν απέστειλε στον απαιτούμενο όγκο στρατευμάτων, την ύπαρξη μιας πέμπτης φάλαγγας γερμανόφιλων μέσα στο ελληνικό στράτευμα, που οδήγησε στην άμεση συνθηκολόγηση και βέβαια από την αδυναμία του Γεωργίου Β΄ να ελέγξει τις ισορροπίες και να πιέσει την Αγγλική κυβέρνηση.
Ο Κοριζής ως οικονομολόγος είχε γράψει πολύ σημαντικές εκθέσεις και μελέτες για μια σειρά ζητήματα, όπως για το καπνικό. Ο ίδιος, όπως και οι περισσότεροι οικονομολόγοι της εποχής του, διέβλεπε το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας σε μια εκσυγχρονισμένη ανάπτυξη της γεωργίας, που θα απέτρεπε την όξυνση των ταξικών συγκρούσεων που επιφέρει αναγκαστικά η ανάπτυξη της βιομηχανίας. Θεωρούσε ότι ταίριαζε περισσότερο στη φύση και τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Ο Εμμανουήλ Τσουδερός (Ρέθυμνο, 1882 ...

Ο Εμμανουήλ Τσουδερός (Ρέθυμνο, 1882 – Αθήνα, 1956) ήταν νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της ελληνικής κυβέρνησης στην Αίγυπτο στα χρόνια της Κατοχής (1941–1944). Ο Εμμανουήλ Τσουδερός ήταν γόνος επιφανούς κρητικής οικογένειας που κατάγεται από την βυζαντινή οικογένεια των Καλλέργηδων. Με μεγάλη παρουσία στην σύγχρονη ιστορία του νησιού μέλη της διακρίθηκαν στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Κρήτης, στην κρητική πολιτική σκηνή και στις επιστήμες. Ο πατέρας του Ιωάννης Τσουδερός συμμετείχε στην Επανάσταση του 1878 και σε όλα τα κρίσιμα πολιτικά θέματα της κρητικής ιστορίας. Ο Εμμανουήλ Τσουδερός σπούδασε  νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι και το Λονδίνο. Το 1905 εμπλέκεται στο κίνημα του Θερίσου. Από το Ρέθυμνο ο πατέρας του Ιωάννης με ψηφίσματα συμπαράστασης στήριξε τον Ελ. Βενιζέλο απέναντι στον Ύπατο Αρμοστή Πρίγκιπα Γεώργιο. Με αυτόν τον τρόπο συνέβαλε στην εγκαθίδρυση ενός αστικού δημοκρατικού καθεστώτος προτάσσοντας ένα μεγαλόπνοο αναπτυξιακό εκσυγχρονιστικό σχέδιο για την Κρήτη που θα την έβγαζε από την Οθωμανική εποχή και θα την ενέτασσε στον Ευρωπαϊκό κόσμο. Αυτό το σχέδιο προσέβλεπε σε μια σταδιακή ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα με τη σύμφωνη γνώμη της Βρετανίας και των μεγάλων Δυνάμεων. Σε αυτήν την πολιτική μερίδα εντάχθηκε και ο Εμμανουήλ ως συνεχιστής του πατέρα του. Εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής στην Κρητική Βουλή με το κόμμα του Βενιζέλου το 1906 μέχρι το 1912 με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Την περίοδο 1911-12 υπήρξε αντιπρόσωπος της κρητικής Βουλής στην Ελληνική Βουλή. Το 1912 ανέλαβε επίτροπος Δημοσίας Ασφαλείας και Δημοσίων Έργων στην Διοικητική Επιτροπή Κρήτης.  Το 1915 εκλέχθηκε φια πρώτη φορά βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων συνεχίζοντας να στηρίζει τον Βενιζελισμό και επανεκλέχθηκε με το ίδιο κόμμα το 1920. Στην Κρήτη δημιουργήθηκε κατά την περίοδο του Θερίσου μια δυναμική στον αστικό κόσμο με αίτημα τον εκσυγχρονισμό. Αυτή η δυναμική με των Βενιζέλο και τον Τσουδερό στενό του σύμμαχο θα περάσει και στην Ελλάδα, καθώς απουσίαζε στο ελληνικό κράτος ένα κόμμα με αντίστοιχο ριζοσπαστικό σχέδιο. Το 1918 συμμετείχε ως τεχνικός σύμβουλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού. Από το 1918 και για μια δεκαετία ο Εμμανουήλ Τσουδερός εκπροσώπησε την Ελλάδα επανειλημμένως σε διεθνείς συναντήσεις, συνέδρια, συνδιασκέψεις, διασυμμαχικές επιτροπές, οικονομικές και δημοσιονομικές επιτροπές, ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας, της κυβέρνησης, της Βουλής, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας και άλλων οικονομικών οργανισμών.

Το 1924 εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ρεθύμνης στην Δ΄ Συντακτική Συνέλευση. Στη συνέχεια ανέλαβε το Υπουργείο Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Βενιζέλου και την ίδια χρονιά ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Καφαντάρη, στη συνέχεια Παπαναστασίου και μετά Θ. Σοφούλη. Την ίδια χρονιά αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στην Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών. Το 1925 διορίσθηκε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας. Από την θέση αυτή, το 1927 πρότεινε και διαπραγματεύθηκε με τους εκπροσώπους της Κοινωνίας των Εθνών την δημιουργία της Τραπέζης της Ελλάδος. Αναλαμβάνει υποδιοικητής της νεοσύστατης Τράπεζας της Ελλάδας το 1928. Το 1931, σε μια δύσκολη στιγμή για την ελληνική οικονομία, ο Τσουδερός ανέλαβε την διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος. Σε αυτήν τη θέση παρέμεινε μέχρι το 1939. Τότε ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Μανιαδάκης παρουσίασε στον δικτάτορα μια κομματιασμένη επιστολή του Εμμ. Τσουδερού. Από το περιεχόμενο της επιστολής θεμελιώθηκε κατηγορητήριο συνωμοσίας εναντίον του καθεστώτος, με συνέπεια ο Τσουδερός να υποβάλλει την παραίτησή του.  Από αυτήν τη θέση συνέβαλε σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, σε μια οικονομική περίοδο πολύ κρίσιμη, όπως μετά την κρίση του 1929. Στις 21 Απριλίου του 1941, και ενώ οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την μισή Ελλάδα, ο Τσουδερός αποδέχθηκε πρόταση του βασιλιά Γεωργίου να αναλάβει την πρωθυπουργία της χώρας σε αντικατάσταση του Αλεξάνδρου Κορυζή, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει τρεις ημέρες νωρίτερα. Ο Τσουδερός επεδίωξε η σύνθεση της κυβέρνησης να είναι αντιπροσωπευτική των κομμάτων, αλλά μετά από παρέμβαση των Βρετανών, ο Τσουδερός να σχηματίσει φιλομεταξική κυβέρνηση. Στη σύνθεσή της περιλήφθηκαν τα πιο εκτεθειμένα υπέρ του Μεταξικού καθεστώτος στοιχεία: Ο ναύαρχος Σακελλαρίου, ο Μανιαδάκης, ο Κοτζιάς, ο Νικολούδης και ο Δημητράτος! Στις 23 Απριλίου, η κυβέρνηση Τσουδερού μεταφέρθηκε στην Κρήτη. Φεύγοντας άφησε πίσω της κυβερνητικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον Κ. Μανιαδάκη που απέτρεψε την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Έτσι, πολλοί φυλακισμένοι και εξόριστοι παραδόθηκαν στον κατακτητή και Κρητικοί που ήθελαν να μεταβούν στο νησί τους ώστε να πολεμήσουν, εμποδίστηκαν. Έναν μήνα αργότερα η κυβέρνηση Τσουδερού μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο, στην Αλεξάνδρεια. Την ίδια κατεύθυνση, προς την Αίγυπτο, είχαν επίσης ακολουθήσει όσα τμήματα του στρατού και του στόλου είχαν διασωθεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Εκεί αποτέλεσε τον αναγνωρισμένο και επίσημο φορέα της ελληνικής πολιτείας στους συμμάχους. Και σήμερα η επίσημη πολιτεία αναγνωρίζει την πολιτική συνέχεια της από αυτήν την κυβέρνηση. Το 1942, ο Τσουδερός μαζί με τον βασιλιά Γεώργιο, διατύπωσε υπόμνημα προς την κυβέρνηση της Βρετανίας ορίζοντας την Κύπρο ως μεταπολεμική διεκδίκηση της Ελλάδας για τις θυσίες της κατά τον πόλεμο. Το 1943 ξεκινάνε οι συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα καθορισθεί η μεταπολεμική εξουσία. Στο εσωτερικό της Ελλάδας, οι συγκρούσεις μεταξύ Ε.Α.Μ. και Ε.Δ.Ε.Σ., αποτελούσαν πλέον συνηθισμένο φαινόμενο. Την ίδια περίοδο, εκδηλώθηκε η επιθυμία του Ε.Α.Μ. να μεταβεί στο Κάιρο αντιπροσωπεία του για διαπραγματεύσεις. Στη συνάντηση του Καΐρου, οι αντιπρόσωποι αναφέρθηκαν αρχικά σε στρατιωτικά ζητήματα, ενώ αμέσως μετά έθιξαν το επίμαχο ζήτημα: ο βασιλιάς δεν έπρεπε να επιστρέψει στη χώρα, αν δεν διεξαγόταν δημοψήφισμα σχετικά με το πολιτειακό. Αν και αρχικά οι συνομιλίες έδειχναν ν να καταλήγουν σε μια ταύτιση απόψεων, η ελληνική αντιπροσωπεία επέστρεψε από το Κάιρο άπραχτη. Το Ε.Α.Μ., κατόπιν της αποτυχίας αυτής, πείστηκε πως οι Βρετανοί θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν τον Γεώργιο στη χώρα, άνευ δημοψηφίσματος, χρησιμοποιώντας τον Ε.Δ.Ε.Σ. και την Ε.Κ.Κ.Α. παρόλα αυτά, στις 18 Μαρτίου του 1944, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστή και ως «Κυβέρνηση του Βουνού», έκανε γνωστή την ύπαρξή της και λίγες ημέρες αργότερα ζήτησε την παραίτηση της εξόριστης κυβέρνησης Τσουδερού και τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας με βάση την ΠΕΕΑ. Η είδηση για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής Κυβέρνησης στην ελεύθερη Ελλάδα, έφτασε γρήγορα στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα την εκδήλωση φίλο- Ε.Α.Μικού κινήματος στις ένοπλες δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί, με αίτημα την συνεργασία της εξόριστης Κυβέρνησης με την Π.Ε.Ε.Α. Ο Τσουδερός — αντικομμουνιστής ο ίδιος αλλά και υπό την πίεση των Βρετανών που δεν διέβλεπαν με φιλικό μάτι μία ελληνική κυβέρνηση που δεν θα ήλεγχαν οι ίδιοι — δεν δέχθηκε να παραιτηθεί. Έτσι, ακολούθησε το κίνημα των εξόριστων ελλήνων στρατιωτών (Απρίλιος 1944). Ο βασιλιάς ζήτησε από τους βρετανούς να αφοπλίσουν την ελληνική ταξιαρχία της Μέσης Ανατολής. Έχοντας χάσει τον βασιλιά έλληνες στρατιωτικοί, σε συνεργασία με τους Βρετανούς, κατέστειλαν βίαια το κίνημα των ελλήνων στρατιωτών. Μια ανταρσία κατεστάλη στο καταδρομικό «Ιέραξ» και πέντε ναύτες καταδικάστηκαν σε θάνατο. Τον Τσουδερό διαδέχτηκε ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, ο Τσουδερός χρημάτισε αντιπρόεδρος και υπουργός Συντονισμού στην πρώτη κυβέρνηση Σοφούλη (22 Νοεμβρίου 1945 – 4 Απριλίου 1946) και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Παπάγου (19 Νοεμβρίου 1952 – 6 Οκτωβρίου 1955. Ο παλαίμαχος Εμμανουήλ Τσουδερός πέθανε στην Αθήνα τον επόμενο χρόνο. Ο γιος του, Ιωάννης (Γιάννης) Τσουδερός, ο οποίος απεβίωσε το 1997, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση με ομάδα αμερικανοβρετανών δολιοφθορέων που κατέπεσαν με αλεξίπτωτα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Η κόρη του Βιργινία Τσουδερού υπήρξε πολιτικός της ΕΔΗΚ και της ΝΔ. Το γραφείο που χρησιμοποίησε ο Εμμανουήλ Τσουδερός ως πρωθυπουργός στην Κρήτη φυλάσσεται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης στο Ηράκλειο. Το αρχείο του από το 1948 έως το 1954 φυλάσσεται στην Γεννάδιο Βιβλιοθήκη.

πόσοι μας διάβασαν: