Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 19ος αι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 19ος αι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Η ιστορία από τη σκοπιά της εργατικής τάξης


Κώστας Παλούκης, εφημερίδα Πριν, 27/4/2019
Πάνω από μισό αιώνα μετά την πρώτη έκδοσή του κυκλοφόρησε στα ελληνικά το πολύ σημαντικό έργο του Τόμσον, Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης. Ο συγγραφέας επιδιώκει να δικαιώσει αλλά και να διασώσει το φτωχό εργάτη και τεχνίτη από την περιφρόνηση των μεταγενέστερων.
Με καθυστέρηση δεκαετιών κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς το βιβλίο του Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον (Edward Palmer Thomson) The making of english working class, με τον τίτλο Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης. Πρόκειται για ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία στην παγκόσμια ιστοριογραφία και ιδιαίτερα στην ιστοριογραφία του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος και της θεωρίας των κοινωνικών τάξεων. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 και με αναθεωρημένη έκδοση το 1968. Σίγουρα πρόκειται για ένα δύσκολο μεταφραστικό έργο, καθώς το ύφος αναγνωρίζεται ως εξαιρετικά λογοτεχνίζον, με πολλές μεταφορές, αλλά και δύσκολη γλώσσα καθώς χρησιμοποιούνται έννοιες της παλαιάς Αγγλίας. Γι’ αυτό το λόγο, ενώ η κυκλοφορία του είχε διακηρυχθεί εδώ και πολλά χρόνια, κυκλοφόρησε μόλις τώρα προκαλώντας μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό σε εκατοντάδες κοινωνικούς επιστήμονες που ανέμεναν να το διαβάσουν στα ελληνικά.
Ο Thompson μετέχοντας ενεργά στον κύκλο των ιστορικών που ήταν μέλη του ΚΚ Ηνωμένου Βασιλείου, μαζί με τον Χομπσμπάουμ και άλλους αποστασιοποιήθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα μετά τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί το πρότυπο του ακαδημαϊκού μελετητή που συνδέεται με τον κοινωνικό του περίγυρο, διαμορφώνει έντονη ακτιβιστική δράση και δεν αποξενώνεται στο όνομα της έρευνας. Καινοτομεί, συνθέτοντας μία εναλλακτική παρουσίαση της ιστορίας της αγγλικής εργατικής τάξης, όπου επίκεντρο του ενδιαφέροντος του δεν είναι οι πολιτικές διεργασίες των συνδικαλιστών και βουλευτών, αλλά οι ίδιοι οι εργάτες. Επιδιώκει να δικαιώσει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον πρόλογο του έργου του, αλλά και να διασώσει το φτωχό εργάτη και τεχνίτη από την περιφρόνηση των μεταγενέστερων. Με αυτήν την οπτική, αλλάζει εντελώς η πρόσληψη του παρελθόντος. Το παρόν δεν ορίζεται από εκείνους που νίκησαν στο παρελθόν, αλλά και από τους ηττημένους ανατρέποντας για πρώτη φορά μια θεμελιωμένη αντίληψη στην κοινωνική ιστορία, σύμφωνα με την οποία άξιο ιστορικής μνήμης και διερεύνησης είναι εκείνη η ιστορική δυνατότητα, δυναμική ή ρεύμα που σε κάθε ιστορική περίοδο επικράτησε.
Η διαμόρφωση της εργατικής τάξης ήταν μια διαδικασία όχι μόνο οικονομική, αλλά εξίσου πολιτική και πολιτισμική, που προέκυψε από τη συμμετοχή στρωμάτων χειροτεχνών και όχι κυρίως από βιομηχανικούς εργάτες
Η πιο σημαντική συμβολή όμως του Τόμσον αφορά φυσικά την ίδια την συζήτηση για τη διαμόρφωση της εργατικής τάξης. Οι ιστορικοί δεν μελετούν μια εκ των προτέρων δεδομένη, υπαρκτή και αντικειμενικά συγκροτημένη εργατική τάξη, αλλά εστιάζουν στη διαδικασία της διαμόρφωσης, δηλαδή για παράδειγμα με ποιον τρόπο φτάσαμε από τις μεσαιωνικές συντεχνίες στα σύγχρονα συνδικάτα ή από τους μεσαιωνικούς τεχνίτες στους σύγχρονους εργάτες, πως λειτούργησε η αγροτική έξοδος, πως φτιάχτηκε το εργοστασιακό σύστημα. Επίκεντρο σε αυτήν την έρευνα δεν είναι απλά και μόνο οι στατιστικές και οι εξωτερικοί παρατηρητές, αλλά και οι ίδιοι οι εργάτες με τη δική τους εμπειρία, λόγο, πρακτικές και κουλτούρες. Γενικά, σε πολλές βρετανικές πόλεις ο πραγματικός πυρήνας δια μέσου του οποίου εισήλθαν στο εργατικό κίνημα ιδέες, οργάνωση και ηγεσία, δεν αποτελούταν από βιομηχανικούς εργάτες, αλλά από χειροτεχνίτες όπως υφαντές, υποδηματοποιοί, κατασκευαστές σαμαριών και κατασκευαστές λουριών, βιβλιοπώλες, τυπογράφοι, εργάτες οικοδομών, μικροεπαγγελματίες κλπ., ενώ δεν ήταν τόσο η υποβάθμιση της ζωής εξαιτίας της βιομηχανικής επανάστασης η αιτία των εξεγέρσεων, όσο οι απόψεις αυτών των στρωμάτων. Η διαμόρφωση της εργατικής τάξης, μια διαδικασία όχι μόνο οικονομική, αλλά εξίσου πολιτική και πολιτισμική, προέκυψε από τη συμμετοχή κυρίως αυτών των στρωμάτων. Ταυτόχρονα, η βιομηχανική επανάσταση η οποία χρονικά συμπίπτει με την πολιτική αντεπανάσταση που ακολούθησε την ανολοκλήρωτη επανάσταση των γιακωβίνων και έφερε την επικράτηση ανορθολογικών ιδεών, οδήγησε σε μια ανεπανάληπτη εκατόμβη νεκρών, καθώς υποβαθμίστηκε με πρωτόγνωρο τρόπο η ποιότητα και η διάρκεια ζωής των νέων βιομηχανικών εργατών και εργατριών.
Τέλος, μια άλλη σημαντική πλευρά είναι η ιδέα περί εθιμικής οικονομίας η οποία αντιπαραβάλλεται με την πολιτική οικονομία. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, οι τιμές των προϊόντων στις προβιομηχανικές κοινωνίες καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από μια εθιμική αντίληψη σχετικά με την αξία που πρέπει να έχει μια εργασία με κύρος ή χωρίς κύρος ή από εθιμικές παραδόσεις, παρά από την ελεύθερη αγορά.
ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ
Η αντικειμενική συγκρότηση της τάξης και η εσωτερική εμπειρία
Ανυπόστατες οι προσπάθειες απομαρξιστικοποίησης του Τόμσον
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Τόμσον εμφανίστηκαν μελέτες που επιχειρούσαν να περιγράψουν την διαδικασία διαμόρφωσης της εργατικής τάξης για κάθε χώρα ή και περιοχή μιας χώρας ή για κάποιο επάγγελμα. Στην Ελλάδα, η συζήτηση αυτή εμφανίστηκε κάπως καθυστερημένα, ωστόσο γράφτηκαν κάποιες εμβληματικές μελέτες ή και άρθρα. Η αρθρογραφία του Σεραφείμ Σεφεριάδη και η διατριβή του γραμμένη στα αγγλικά μεταφέρουν αυτήν την συζήτηση στην Ελλάδα προκαλώντας έναν έντονο ιστοριογραφικό διάλογο. Ακολουθεί το βιβλίο του Αντώνη Λιάκου Εργασία και Πολιτική στο Μεσοπόλεμο, αλλά κυρίως το βιβλίο του Κώστα Φουντανόπουλου για την Ιστορία της εργατικής τάξης της Θεσσαλονίκης, ενώ τέλος η δουλειά της Δήμητρα Λαμπροπούλου για τους Οικοδόμους θέτει την έμφυλη διάσταση.
Βέβαια, μια κατηγορία ιστορικών οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι αντικειμενική συγκρότηση της εργατικής τάξης δεν υφίσταται, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτή είναι και μια θέση του ίδιου του Τόμσον. Ωστόσο, είναι σαφές πως σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο, παρότι στην εισαγωγή τονίζει την σημασία της εμπειρίας. Αντίθετα, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο φαίνεται μάλλον να γλιστράει από την αντικειμενική εξωτερική παρατήρηση στην εσωτερική εμπειρία της τάξης. Οι ιστορικοί αυτοί καλό θα ήταν να κρατήσουν, αν θέλουν, την άποψη αυτή, για τον εαυτό τους και να μη βιάζονται να απομαρξιστικοποιήσουν τον Τόμσον. Σε κάθε περίπτωση, η μετάφραση του βιβλίου μάς δίνει τη δυνατότητα να ξαναδιαβάσουμε, ίσως πιο καθαρά, τον ιστορικό και να διαλευκάνουμε πολλές από τις διαμεσολαβημένες αναγνώσεις του κειμένου του.

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

·«Το νέο κράτος: η σύγκρουση για την εξουσία» στο «Ιωάννης Καποδίστριας: Πραγματιστής ή τύραννος;»,

Κώστας Παλούκης,
στο Βασιλική Λάζου επιμ.,
«Ιωάννης Καποδίστριας: Πραγματιστής ή τύραννος;»,
περ. HOTDOC HISTORY,
Κυριακή 13/11/2017
Σήμερα ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι ενταγμένος στο εθνικό πάνθεον. Η πρόσληψή του ωστόσο δεν στερείται ιδεολογίας. Σε γενικές αρχές το βίαιο τέλος της προσπάθειάς του συσχετίζεται με θεωρίες ανολοκλήρωτου μετασχηματισμού της Ελλάδας σε σύγχρονο δυτικό κράτος.  Πολύ πρόσφατα η οικονομική κρίση και η αμφισβήτηση των κοινοβουλευτικών δομών αντιπροσώπευσης προσέδωσαν στο πρόσωπο του Καποδίστρια νέα δυναμική. Το πληγωμένο έθνος έβλεπε στη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη το συμβολισμό της προδοσίας των πολιτικών η οποία φαίνεται να ακολουθεί την Ελλάδα ως προπατορικό αμάρτημα. Για τους φορείς της νεοφιλελεύθερης κριτικής, ο Καποδίστριας αποτελούσε την τρανή απόδειξη της ιστορικής χρεωκοπίας του “λαϊκισμού” και εν γένει της δομικής ανικανότητας του ελληνικού λαού να αυτοκυβερνηθεί. Για τους ακροδεξιούς, ο Καποδίστριας αποτελούσε την επιβεβαίωση της ιστορικής αποτυχίας των φιλελεύθερων δημοκρατικών δομών. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Καποδίστριας συνδέθηκε με τη γοητεία του αυταρχικού κράτους ως λύση στην κρίση του κοινοβουλευτισμού.
Τέλος, ο θετικός συμβολισμός του Καποδίστρια συνεπήρε ένα ευρύ δημοκρατικό κοινό. Το κοινό αυτό αποδέχεται τον αυταρχισμό ως ένα αναγκαίο κακό για την συγκρότηση κράτους σε δύσκολες στιγμές, όπως μετά την ελληνική επανάσταση. Επίσης, θεωρεί ότι ο Καποδίστριας δρούσε υπέρ των λαϊκών συμφερόντων και ιδιαίτερα υπέρ της αγροτικής τάξης έναντι των προυχόντων, δηλαδή στους εκπροσώπους του αγγλικού κόμματος. Στην περίπτωση αυτή επανέρχεται κάπως στο προσκήνιο η λανθάνουσα συμπάθεια προς τον ρωσισμό. Εξάλλου ο “κοινωνικός Καποδίστριας“ -- σύμφωνα με την ωραία διατύπωση των Χριστίνας Κουλούρη και Χρίστου Λούκου -- υπήρξε το ιδεολογικό σχήμα με το οποίο αποκαταστάθηκε στις αριστερές συνειδήσεις ήδη από τη δεκαετία του 1950.   
Σε όλες αυτές τις θετικές αναπαραστάσεις του Καποδίστρια η δολοφονία του λειτουργεί ως ένα τραύμα. Η δικαιολόγηση ή ακόμα χειρότερα η συμφωνία με την πολιτική λογική των εχθρών του -- και ιδιαίτερα των δολοφόνων του -- ενοχλεί.
Η Κουλούρη και Λούκος έχουν από τα 1996 εντοπίσει αυτή την ιδεολογική λειτουργία του προσώπου του Καποδίστρια στη νεοελληνική ιστορία. Σε ένα εξαιρετικό βιβλίο, “Τα πρόσωπα του Καποδίστρια “, περιγράφουν την πορεία όλων αυτών των αναπαραστάσεων, από την καταγγελία του ως προδότη και εχθρού του έθνους μέχρι τη σημερινή ενσωμάτωση, συναίνεση και επικαιροποίησή του. Από την άλλη, η κυρίαρχη ιστοριογραφία παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη αναπαράσταση του κυβερνήτη και προσλαμβάνει τα κίνητρά του έξω από την πολιτική και ως άδολα υπέρ του έθνους. Ανάλογα υποβαθμίζει τα κίνητρα της αντιπολίτευσης ως μη πολιτικά και ταπεινά που καταλήγουν να γίνονται αντεθνικά. Έτσι, διαμορφώνει την εικόνα μιας ελληνικής επανάστασης χωρίς ιδεολογίας και πολιτικού οράματος, ένα είδος φατριών και προσωπικοτήτων παθιασμένων αποκλειστικά και μόνο για την εξουσία.
Ο Χρήστος Λούκος με το βιβλίο “Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1928-1931 “ εξισορροπεί ανάμεσα στους παράγοντες κινητοποίησης των υποκειμένων. Ανάμεσα σε αυτούς αναγνωρίζει την ύπαρξη ιδεολογίας και πολιτικές αρχές, τόσο στην διακυβέρνηση όσο και στην αντιπολίτευση του Καποδίστρια. Η τομή βέβαια αποτελεί το βιβλίο του Gunnar Herring “Πολιτικά Κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936” το οποίο αρνείται τα κόμματα ως πελατειακά σύνολα χωρίς αρχές και τονίζει το στοιχείο του πολιτικού προγράμματος και στα τρία κόμματα. Προτείνεται λοιπόν το αναποδογύρισμα της α-πολιτικής πρόσληψης των κομμάτων, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης της εποχής του Καποδίστρια, δηλαδή αντιπροτάσσεται η πολιτικοποίηση της ελληνικής επανάστασης.

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας της ελληνικής επανάστασης
Ένα βασικό ιδεολογικό στερεότυπο για την ελληνική επανάσταση είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να υποδεκτεί ένα δυτικότροπο σύστημα διακυβέρνησης λόγω της ιστορικής της καθυστέρησης κάτω από τη σκλαβιά των οθωμανών. Οι συνταγματικοί κανόνες εισήχθηκαν από το εξωτερικό και ερμηνεύονται ως ιδέες των μορφωμένων ελίτ. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Herring οι μορφές κρατικής οργάνωσης της πρώτης περιόδου της ελληνικής επανάστασης ήταν εντελώς αντίθετα περισσότερο προσαρμοσμένες στην παραδοσιακή αυτοδιοίκηση. Μόνο κατά τη διαμόρφωση του συντάγματος της Επιδαύρου λήφθηκαν υπόψιν δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Όμως ακόμα και οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν για να ορίσουν τους νέους θεσμούς, παρότι υποτίθεται ότι αντανακλούν τη γαλλική επανάσταση και τα ιταλικά συντάγματα, στην πράξη περιγράφουν διαφορετικά πολιτικά όργανα, όπως προέκυψαν από την ελληνική συνθήκη. Συγκεκριμένα, η ιδιομορφία της εξισορρόποησης μεταξύ του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού, μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας, μεταξύ των ατάκτων και της κυβέρνησης των πολιτικών δεν εξηγείται με τον ισχυρισμό περί αποδοχής ξένων ρυθμίσεων, αλλά με το σεβασμό των ελληνικών δεδομένων.
Ωστόσο, τα συντάγματα δεν κινούνταν εντελώς σε ιδεολογικό κενό. Οι ιδέες του φυσικού δικαίου, οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, της ισότητας και της ελευθερίας είχαν γίνει αποδεκτές από πολύ νωρίς. Είχαν αναπτυχθεί από επαναστάτες και διαφωτιστές, όπως ο Ρήγας Φεραίος, είχαν συνδεθεί με ντόπιες παραδόσεις και είχαν διαδοθεί μέσω της Φιλικής Εταιρίας. Αυτοί που ήθελαν να ανατρέψουν τον οθωμανικό ζυγό βρήκαν σε αυτό το λεξιλόγιο τους όρους που ταίριαζαν σε αυτό που ήθελαν να κάνουν. Ο όρος “σύνταμα” ηχούσε ξένος, ωστόσο ήταν γνωστό τι σήμαινε, τι ήταν ένας θεμελιώδης νόμος, γιατί νόμοι υπήρξαν τόσο στην οθωμανική όσο και στην ενετική επικράτεια. Ο Μακρυγιάννης, μέλος του γαλλικού κόμματος, εξέφρασε εύγλωττα αυτή τη σχέση του λαϊκού κόσμου με το όραμα για ένα νεωτερικό κράτος: “ήθελα σύνταμα δια την πατρίδα μου, να κυβερνηθή με νόμους κι’ όχι με το ‘‘έτζι θέλω””. Η ιδέα της ισότητας βρήκε ανταπόκριση σε μια κοινωνία με όραμα τη μικρή ιδιοκτησία. Πρόκειται για επαναστατικά συντάγματα γιατί εκφράζονταν στόχοι και συμφέροντα όσων δεν αποδέχονταν την κυριαρχία του σουλτάνου και επεδίωκαν μια άλλου τύπου νομιμοποίηση.
Τέλος, έγιναν σεβαστά πολλά στοιχεία της παράδοσης που δεν υπήρχαν στα δυτικά συντάγματα,όπως η σχέση του κράτους με την ορθόδοξη εκκλησία. Επίσης, μέχρι την ψήφιση νέου κώδικα δικαίου, θα ίσχυε το δίκαιο των βυζαντινών αυτοκρατόρων με βάση τον κώδικα του Αρμενόπουλου. Έγινε όμως δεκτό το γαλλικό εμπορικό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση το Σύνταγμα της Τροιζήνας υπήρξε το πιο ριζοσπαστικό σύνταγμα της ελληνικής επανάστασης και το πιο ριζοσπαστικό της εποχής. Και αυτό δεν ήταν προϊόν επιβολής, αλλά αποτέλεσμα της ριζοσπαστικοποίησης. Όσοι εμπλέχτηκαν στην επανάσταση, μπορεί να εισήλθαν σε αυτή για διάφορους λόγους, αλλά η ίδια η επαναστατική διαδικασία τους μετασχημάτισε, τους ιδεολογικοποίησε και τους πολιτικοποίησε καθώς έφερε μπροστά τους πιο καθαρά το οραματικό ερώτημα: τι κοινωνία θα φτιαχτεί τώρα. (Herring, σ. 130-141)

 Η συγκρότηση των πολιτικών κομμάτων: φατρίες πρακτόρων ή κόμματα με ιδεολογία;
Οι ονομασίες των πολιτικών κομμάτων δόθηκαν αρχικά από τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Ωστόσο, η ερμηνεία ότι επρόκειτο απλά για πρακτορεία των τριών δυνάμεων που συγκέντρωναν τις πελατείες τους δεν μπορεί να εξηγήσει τις βαθιές ιδεολογικές αντιθέσεις που χώριζαν αυτά τα τρία κόμμα και οι οποίες δεν βασίζονταν σε επιθυμίες και υποβολές των τριών δυνάμεων, αλλά αντίθετα γίνονταν κατανοητές μόνο από την πλευρά των ελληνικών προβλημάτων. (Herring, σ.142-143). Από αυτό το πρίσμα κατατέθηκαν τόσο οι προτάσεις για μελλοντικό βασιλιά, αλλά και για τον τρόπο διακυβέρνησης που εν τέλει δίχασε τους επαναστατημένους έλληνες.
 Το αγγλικό κόμμα ακολούθησαν εκτός από άρχοντες, στρατιωτικοί και “δυτικοί”, δηλαδή σπουδαγμένοι σε δυτικοευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Οι επιφανέστεροι εκπρόσωποί δεν είχαν σχέσεις που θα μπορούσαν να περιγραφούν με την έννοια της πελατειακής ένωσης, ενώ όσοι από τους αγγλόφιλους πολιτικούς είχαν, αυτή άρχισε να διαλύεται. Αντίστοιχα, στο ρωσικό κόμμα, η ύπαρξη μεμονωμένων πελατειακών ενώσεων δεν θα πρέπει να υπερεκτιμηθεί καθώς το κόμμα και χωρίς αυτές δεν θα ήταν σημαντικά πιο αδύναμο. Στο γαλλικό κόμμα διαπιστώνεται η μέγιστη διάρκεια των πελατειακών δομών. Ωστόσο,και πάλι σύμφωνα με τον Herring όλα αυτά δεν δίνουν απάντηση στο αποφασιστικής σημασίας ερώτημα για ποιό λόγο η μεγάλη πλειονότητα των οπαδών του γαλλικού κόμματος βρισκόταν σε αυτό και όχι σε κάποιο άλλο πολιτικό στρατόπεδο, καθώς επίσης υπήρχαν σχέσεις συγγένειας με πρόσωπα από τα άλλα κόμματα. (Herring, σ.105-7, 119)
Ο Herring θεωρεί πως η διακυβέρνηση Καποδίστρια λειτούργησε καθοριστικά στην πολιτικοποίηση των κομμάτων καθώς η πόλωση μεταξύ του κυβερνώντος ρωσικού κόμματος και των άλλων δύο επέτρεψε να παρουσιαστούν με οξύτητα αντιτιθέμενα πολιτικά αιτήματα και προγράμματα. Τα θέματα ήταν καθεαυτό πολιτικά καθώς αφορούσαν το σύνταγμα και τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής, τη σχέση μεταξύ κράτους και εκκλησίας, την οργάνωση του στρατού, την αυτοδιοίκηση, την οικοδόμηση της της δημόσιας διοίκησης και του εκπαιδευτικού συστήματος και γενικά τον εκκοινοβουλευτισμό του καθεστώτος. (Herring, σ.120)

Η έλευση του Καποδίστρια: από τη δημοκρατία στη δικτατορία
Το νέο Σύνταγμα της Τροιζήνας καθόριζε τέλεια τη διάκριση των εξουσιών, κατοχύρωνε τις ελευθερίες των πολιτών, ενώ παραχωρούσε στον κυβερνήτη μόνο αναβλητικό βέτο στις αποφάσεις της βουλής και δεν μπορούσε να διαλύσει τη βουλή. Ο ακριβής προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων του κυβερνήτη αντανακλούσε στην κομματική, αλλά και ιδεολογική δυσπιστία προς κάθε υπέρμετρη αύξηση της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Ιμπραήμ έλεγχε ένα μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, ενώ σε όλη τη Στερεά οι οθωμανοί είχαν επιβάλει την εξουσία τους. Στιςεπαναστατημένες περιοχές συνωστίζονταν πρόσφυγες και ο τρόπος διαβίωσης των περισσοτέρων ήταν άθλιος. Η κυβερνητική μηχανή είχε παραλύσει.  Η κατάσταση λοιπόν στην οποία βρέθηκε η επανάσταση το 1827 προέκρινε τη λύση μιας ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας και γι’αυτό προωθήθηκε εν τέλει το προεδρικό μοντέλο. (Λούκος, σ.18-129)
Ο Καποδίστριας ήρθε με την στήριξη του ρωσικού αλλά και του γαλλικού κόμματος. Ο αγροτικός πληθυσμός που κυρίως στήριζε το πρώτο προσέβλεπε στην ισχυρή εκείνη προσωπικότητα που θα τον προστάτευε από το μουσουλμανικό εχθρό και από την αυθαιρεσία του έλληνα προκρίτου και οπλαρχηγού. Τους στόχους της ρωσικής φατρίας στήριξε το γαλλικό κόμμα το οποίο εκπροσωπούσε κυρίως ρουμελιώτες. Η γαλλική φατρία αντιτασσόταν στο αγγλικό σχέδιο περιορισμού του νέου κράτους μόνο στην Πελοπόννησο, ενώ επιθυμούσε να περιορίσει την την επιρροή του αγγλικού κόμματος. Η αντίδραση της αγγλικής παράταξης οφειλόταν τόσο σε κομματικά όσο και σε ιδεολογικά αίτια καθώς φοβόντουσαν τον παραμερισμό τους και την άνοδο του Κολοκοτρώνη, αλλάκυρίως μία αυταρχική διακυβέρνηση. Η αγγλική φατρία υποχώρησε μόνο όταν συναίνεσε ο αγγλικός παράγοντας.  
Ο κυβερνήτης εξανάγκασε τη Βουλή, πριν διαλυθεί, να εγκρίνει, παραβιάζοντας το ψηφισθέν σύνταγμα, προσωρινό σύστημα διακυβέρνησης που άφηνε ουσιαστικά σε αυτόν τον έλεγχο της κρατικής μηχανής. Συγκρότησε το Πανελλήνιο, ένα γνωμοδοτικόσώμα, στο οποίο διόρισε κορυφαίους πολιτικούς και στρατιωτικούς του αγώνα. Υποσχέθηκε ως αντάλλαγμα να καλέσει σε νέα εθνοσυνέλευση το 1828, κάτι το οποίο όμως δεν έκανε. Τα πρώτα χρηματικά βοηθήματα της Ρωσίας και της Γαλλίας και η έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου τον Απρίλιο του 1928 ενίσχυσαν την θέση του. (Λούκος, σ.34)
Ο Ιωάννης Καποδίστριας καταγόταν από την αριστοκρατία της Κέρκυρας και είχε υπηρετήσει τον τσάρο ως υπουργός των εξωτερικών, η παιδεία του όμως ήταν δυτική και δεν έμεινε ανεπηρέαστος στις νέες πραγματικότητες μετά τη γαλλική επανάσταση. Θεωρούσε όμως ότι οι έλληνες ήταν διεφθαρμένοι από την τουρκική κυριαρχία και ειχαν ανάγκη μακρόχρονης εκπαίδευσης, προτού μπορέσουν να συμμετάσχουν μέσω συνταγματικών οργάνων στη νομοθεσία και τη διαμόρφωση πολιτικής βούλησης. Εν τέλει, οραματιζόταν ένα ακομματιστο κράτος με φωτισμένη διοίκηση ... μια πλατιά εξισωμένη μάζα μικροϊδιοκτητών που θα οδηγείτο υπό την πατερναλιστική εξουσία του στην πολιτική ωριμότητα. (Hering, σ.110)
Η διακυβέρνησή του αρχικά βασίστηκε σε εξέχουσες προσωπικότητες, αλλά στη συνέχεια εμπιστευόταν ολοένα και περισσότερο ανθρώπους δευτέρας διαλογής.  Από τη μία εξουδετέρωσε το καθολικό εκλογικό δικαίωμα με την έμμεση εκλογή των βουλευτών. Από την άλλη όμως έλαβε τα πρώτα μέτρα για την αποκατάσταση ακτημόνων με την παραχώρηση κτιρίων, εργαστηρίων, μύλων, φούρνων και εθνικών γαιών. Προσπάθησε επίσης να προστατευτούν οι κοινωνικά αδύναμοι, οφειλέτες, γυναίκες και νόθα. Οι πελοποννήσιοι άρχοντες απώλεσαν την εκμίσθωση φόρων για να χρηματοδοτούν τις πελατειακές τους ενώσεις. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί πως με αυτόν τον τρόπο αποδυναμώθηκε η φατρία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη.
Στην πράξη για να διοικήσει το κράτος και να πολεμήσει τα κόμματα, ο Καποδίστριας έφτιαξε ένα δικό του κυβερνητικό κόμμα. Τόσο στην έδρα της κυβέρνησης όσο και γύρω από τους διορισμένους δημογέροντες τους διοικητές ή έκτακτους επιτρόπυς σχηματίστηλαν ομάδες κυβερνητικών κάθε κοινωνικής προέλευσης που ταύτιζαν την ιδεολογία και κυρίως τα συμφέροντά τους με το καθεστώς Καποδίστρια. Ανάμεσά τους βρήκε πλήθος εμπίστων που σε μεσαίες και κατώτερες θέσεις ή και χωρίς επίσημη αρμοδιότητα, διέτρεχαν ολόκληρη τη χώρα ως πληροφοριοδότες και κατάσκοποι. Κατάφερε να κερδίσει ένα ευρύ και σχετικά πειθαρχημένο στρώμα οπαδών που διαπερνούσε τις πελατειακές δομές και έφτανε και κάτω από το επίπεδο των ηγετικών ομάδων. 
Για πρώτη φορά λοιπόν διαμορφώθηκε μια πολιτική παράταξη που είχε εθνικό χαρακτήρα, οι οπαδοί της δεν προέρχονταν από ένα μόνο διαμέρισμα της χώρας ή ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες. Το κόμμα αυτό ονομαζόταν επίσης των Ναππαίων. Αποτέλεσε τη ραχοκαλιά των αντισυνταγματικών, αν και βέβαια δεν αρνούνταν την ύπαρξη ενός συνταγματικού χάρτη, αλλά προωθούσαν την ιδέα ενός λιγότερο δημοκρατικού και περισσότερο ηγεμονικού συντάγματος γύρω από την αρχή του Καποδίστρια. Το ακολουθούσαν όσοι είχαν υποφέρει από το χάος του εμφυλίου πολέμου, μικροαγρότες και απλός “κοσμάκης” σε χωριά και κωμοπόλεις, ακτήμονες πληβείοι, ιδιοκτήτες και ενοικιαστές μικρών εκτάσεων και όσοι είχαν διοριστεί στο δημόσιο μαζί με μία ομάδα εξτρεμιστών μοναχών. Πάνω από αυτούς είχε συγκροτηθεί μια ελιτ νεόπλουτων οι οποίοι είχαν αποκτήσει χρήματα μέσω της επαφής τους με το κράτος και ιδιαίτερα μέσω της διαφθοράς και των εργολαβιών. Στην πράξη, η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν αφοσιωμένη στον Καποδίστρια. (Λούκος, σ. 122-125, 134-137. Herring, 110-114, 220-228) Χαρακτηριστηριστικό κείμενο κριτικής στη διαφθορά του καποδιστριακού καθεστώτος είναι ένα ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου με τίτλο “Ο επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί Ι. Καποδίστρια” στο οποίο σατιρίζει τον προκλητικό πλουτισμό των φιλικών στην κυβέρνηση εργολάβων.
  Σε ορισμένα μέρη ο ρωσόφιλος προσανατολισμός βασιζόταν σε ισχυρές παραδόσεις και συμφέροντα, όπως το εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα. Οι οπαδοί του ωστόσο προσέβλεπαν στη Ρωσία όχι μόνο τον ιδεώδη συνέταιρο για μια μακροπρόθεσμη εξωτερική πολιτική, αλλά ακόμη περισσότερο έβλεπαν την ίδια τη Ρωσία ως το ιδεώδες πρότυπο για την οργάνωση του νέου κράτους. Εξάλλου, η Ρωσία ήταν η μοναδική ορθόδοξος δύναμη. Μαζί της αισθάνονταν συνδεδεμένοι ολόκληρη η εκλησία και ο λαός με βάση μια σειρά θρύλους, μύθους, κείμενα και ελπίδες. Για το ρωσικό κόμμα θεμέλιο της κοινωνικής τάξης υπήρξε η θρησκεία και από αυτήν προέκυπταν η πολιτική ηθική και η νομιμότητα της εξουσίας. Ταυτιζόταν με την αμυντική στάση απέναντι στο διαφωτισμό και κινδυνολογούσαν υπέρ της πίστης απέναντι στους διάφορους ιεραπόστολους. Ουσιαστικά, ήταν ο ιδεολογικός κληρονόμος του πατριαρχικού συντηρητισμού των προεπαναστατικών ετών.  Βέβαια, ο Καποδίστριας δεν υπήρξε τυφλό όργανο της Ρωσίας, αλλά όπου υπήρξε προσέγγιση οφειλόταν κυρίως σε ομοιότητα νοοτροπίας και ταυτότητα συμφερόντων. Από την άλλη, για την Ρωσία η παρουσία του Καποδίστρια λειτουργούσε ως εγγύηση ότι δεν θα επικρατούσαν οι φιλελεύθεροι θεσμοί και η ισχυρή του κεντρική εξουσία θα περιόριζε τις επαναστατικές διαθέσεις μέσα στον ελληνικό λαό. (Λούκος, σ. 39-40)
Στην πράξη ο κυβερνήτης Καποδίστριας εφάρμοσε τις αρχές της πεφωτισμένης δεσποτείας που εκκινούνταν εξίσου από την ρωσική αυτοκρατορική ορθόδοξη παράδοση και κυρίως από το πρότυπο των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Συνδύαζε όμως αρχές του βοναπαρτισμού, δηλαδή στοιχεία ενός μετεπαναστατικού αυταρχικού καθεστώτος που βασιζόταν στην αγροτική μικροϊδιοκτησία. Εν τέλει, η τομή ήταν η ίδια η επανάσταση, ο δημοκρατικός και κοινωνικός χαρακτήρας της.

Οι συνταγματικοί: Το γαλλικό και το αγγλικό κόμμα
Απέναντι στο ρωσικό κόμμα ορθώθηκαν δύο άλλα πολιτικά σχέδια που κινούνταν στο πλαίσιο της συνταγματικής κοινοβουλευτικής μοναρχίας, αλλά με ανοιχτό το ερώτημα για ένα προεδρικό σύνταγμα τύπου ΗΠΑ.
Το Γαλλικό κόμμα, με ηγέτη τον Ιωάννη Κωλέττη, γεννήθηκε ανάμεσα στους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας. Στην Ύδρα συνδεόταν με τα χαμηλά στρώματα που εναντιώνονταν στους Κουντουριώτες και γι αυτό ο Λάζαρος Κουντουριώτης τους χαρακτήριζε “Αβράκωτους”. Ένα βασικό στοιχείο του ήταν ο πολεμικός ενθουσιασμός χωρίς κατανόηση για το διπλωματικό παιχνίδι. Τα μέλη του προσδοκούσαν δικαίωση για τους αγωνιστές. Σε αντίθεση με το αγγλικό κόμμα, στο γαλλικό ήταν ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη για απελευθέρωση των αλύτρωτων εδαφών με μικρές ή και μεγαλύτερες πολεμικές ενέργειες. Για τον Κωλέττη η επιδίωξη της προόδου της χώρας σήμαινε να καταστεί οργανωμένη, ισχυρή και εκτεταμένη. Το ελληνικό κράτος δε θα ήταν παρά η βάση επιχειρήσεων, ένας ανταρτοπόλεμος διαρκείας στην παραμεθόριο και λιγότερο μια ειρηνευμένη κοινωνία. Γι’ αυτό αργότερα θα ταυτιστεί με τη Μεγάλη Ιδέα. Φυσικό σύμμαχο σε αυτήν την πορεία θεωρούσε τη Γαλλία. Η Γαλλία ταυτιζόταν τόσο με τη γαλλική επανάσταση, τις φιλελεύθερες ιδέες και το ρομαντικό γιακωβίνικο ρομαντισμό όσο και με το Μεγάλο Ναπολέοντα. Βέβαια, η Γαλλία δεν άφησε ποτέ καμία αμφιβολία ότι θα στήριζε τις πολεμικές περιπέτειες της Ελλάδας. Ωστόσο, ήταν η μοναδική δύναμη που είχε στείλει στρατιωτικό σώμα το οποίο αποτελούταν από ρομαντικούς φιλελεύθερους.
Το γαλλικό κόμμα υποστήριξε την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια και αρχικά τις αντικοινοβουλευτικές του πρακτικές. Έβλεπε πολιτική ταύτιση στην ένταξη της Στερεάς στο νέο κράτος και εν γένει στη συνέχιση του πολέμου, όπως προοιώνιζε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος. Τέλος, δεν φαίνεται να ενοχλούταν πολύ από μια διακυβέρνηση που ενδεχομένως να θύμιζε Ναπολέοντα. Αντίθετα, οι ρουμελιώτες αποδέχτηκαν τις προσπάθειες για εθνικοποίηση του στρατού. (Herring, σ. 208-220)
Το Αγγλικό κόμμα με ηγέτη τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο θεωρούσε ότι το νέο ελληνικό κράτος μπορούσε να υπάρξει και να διευρυνθεί μόνο στο πλευρό της Αγγλίας. Ωστόσο, αυτό ήταν ένα μακρόπνοο σχέδιο καθώς σήμαινε καταρχήν ρεαλισμό. Για το αγγλικό κόμμα βασικές αρχές μίας νόμιμης εξουσίας ήταν το κοινοβουλευτικό αντιπροσωπευτικό σύστημα και η διάκριση των εξουσιών, στις οποίες οι οπαδοί του είχαν σταθεί πιστοί καθόλη τη διάρκειατης επανάστασης. Τα συντάγματα που υποστήριζαν δεν αντιστοιχούσαν όμως στο αγγλικό πρότυπο, καθώς η λαϊκή κυριαρχία και το καθολικό δικαίωμα ήταν αρχές που είχαν αναπτυχθεί σεελληνικό έδαφος. Τέλος, ήταν διατεθειμένοι, όπως φάνηκε αργότερα στην περίπτωση του Όθωνα, να υποχωρήσουν προσωρινά από θεμελιώδεις θέσεις τους υπέρ ενός μονάρχη. Από αυτήν την άποψη, θα πρέπει να χαρακτηριστούν μετριοπαθείς συνταγματικοί.
Γενικά, το αγγλικό κόμμα εισήγαγε ένα νέο πολιτικό ύφος που οι αγρότες και οι οπλαρχηγοί το περιφρονούσαν: ο συμβιβασμός, η μετριοπάθεια, η τακτική του διπλωμάτη, η πνευματική εκλέπτυνση. Στο εκκλησιαστικό ζήτημα υποστήριζε το αυτοκέφαλο της ελλαδικής εκκλησίας. Το Αγγλικό κόμμα συνδεόταν απευθείας με το διαφωτιστικό πνεύμα του 18ου αιώνα και το κλίμα των συγκρούσεων των διαφωτιστών με την Εκκλησία. (Herring, σ.196-208) Από αυτήν την άποψη ήταν ο πιο βασικός εχθρός της κυβέρνησης Καποδίστρια.

Η συνταγματική αντιπολίτευση
Οι αντιπολιτευόμενοι κατηγορούσαν τον Καποδίστρια ως τύραννο και δικτάτορα και είχαν ως βασικό πολιτικό αίτημα το σύνταγμα. Η αναβολή της εθνοσυνέλευσης και η αυστηρότερη συμπεριφορά του κράτους απέναντι στους πολίτες προκάλεσαν αντιδράσεις. Καθιερώθηκαν διαβατήρια για τη μετακίνηση των κατοίκων από επαρχία σε επαρχία, παραβιάστηκαν επιστολές, με τη βία υποχρεώθηκαν οι ευπορώτεροι να γίνουν μέτοχοι στην Εθνική Τράπεζα, ένα είδος αναγκαστικού δανείου. Ορισμένοι δοικητές δεν σεβάστηκαν θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα. Ο διορισμός νέων λογίων που ελάχιστα είχαν προσφέρει στον αγώνα προκάλεσαν την αγανάκτηση όσων θυσίασαν τα πάντα πολεμώντας τους οθωμανους. Η καχυποψία του Ι. Καποδίστρια που την ενθάρρυνε με τις υπερβολές του ο αδελφός του Βιάρος και η δυσαρέσκειά του που δειχνόταν προκλητικά με τρόπο προσβλητικό απέναντι στους αγωνιστές και πολλούς άλλους έλληνες ενίσχυαν την αντιπολίτευση με νέους οπαδούς. Ακόμη περισσότερο δημιουργήθηκε μία κάστα ευνοημένων που κέρδιζε από τη διαφθορά και τη διαπλοκή με το νέο καθεστώς.
Τα κυβερνητικά μέτρα έπλητταν περισσότερο τους προκρίτους της Πελοποννήσου. Ο σημαντικότερος πυρήνας της αντιπολίτευσης ήταν οι πελοποννήσιοι πρόκριτοι Ανδρέας Ζαΐμης, αδελφοί Δεληγιανναίου, οι Λόντοι, κ.α. πρόκριτοι. Βρίσκονταν σε συνεργασία με τους Αλ. Μαυροκορδάτο, Σπ. Τρικούπη, Κ. Ζωγράφο Α.Μιαούλη, Θ. Φαρμακίδη και άλλους λόγιους και πολιτικούς. Οι Μαυρομιχαλαίοι από ένθερμοι οπαδοί σύντομα εξελίχθηκαν σε αμείλικτους εχθρούς του Καποδίστρια. Οι Κουντουριώτες κράτησαν εξ αρχής επιφυλακτική στάση και ο εκπρόσωπός τους στη Βουλή ήταν ο μοναδικός που καταψήφισε τον Καποδίστρια. Οι ερμουπολίτες έμποροί στην αρχή αποδέχτηκαν με θετικό τρόπο την πολεμική ειρήνευση, αλλά δυσαρεστήθηκαν όταν ζητήθηκε να καταθέσουν υψηλά ποσά στην υπό συγκρότηση Εθνική Τράπεζα. (Λούκος, σ. 275-316)
Η απαγόρευση της κυκλοφορίας του αντικυβερνητικού τύπου έστρεψε τους αντιπολιτευόμενους στην εφημερίδα Le Courier de Smyrne την οποία τροφοδοτούσαν τακτικά με ειδήσεις και ανώνυμα ή ψευδώνυμα άρθρα. Κυκολοφορούσε μυστικά στην Ελλάδα, ενώ στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία έδινε διαφορετική εικόνα από εκείνη της κυβέρνησης. Στο Πανελλήνιο οι αντιπολιτευόμενοι είχαν κερδίσει την πλειοψηφία και ο Καποδίστριας προσέθεσε 8 νέα μέλη για να αλλάξει την πλειοψηφία. Ταυτόχρονα, ενίσχυσε τον ρόλο του Κολοκοτρώνη, ενώ προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Κωλέττη.
Η Αγγλία ήταν η πιο επιφυλακτική δύναμη απέναντι στον καποδίστρια και μετά το 1928 έγινε πιο σαφής η δυσαρέσκεια επιτρέποντας την ανάδειξη της φιλοαγγλικής αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση θεωρούσε ταυτόσημη με προδοσία κάθε μορφή συνεργασίας με την Αγγλία καθώς επεδίωκε τον περιορισμό των ελληνικών συνόρων. Το αγγλικό κόμμα μετέθετε το πρόβλημα αυτό στην αντιαγγλική πολιτική του Καποδίστρια. (Λούκος, σ. 50-120)
Τελικά, η Δ ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους υπήρξε μια νίκη του κυβερνήτη. Η απουσία σημαντικών στελεχών της αντιπολίτευσης αδυνάτισε την παραμικρή αντίσταση. Η Μάνη και η Ύδρα συγκέντρωναν όλες τις προϋποθέσεις για να αποτελέσουν εστίες αντικυβερνητικού αγώνα. Η σύλληψη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ενέτεινε τις αντικυβερνητικές ενέργειες των συγγενών του. Η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την κατάσταση προώθησε ρουμελιώτικα στρατεύματα στην περιοχή. Με δυσκολία μπόρεσε να επιβιώσει στους μήνες που παρεμβλήθηκαν από την αναγγελία της εκλογής Λεοπόλδου μέχρι την παραίτησή του. Ωστόσο, η έγκαιρη πληρωμή του στρατού αποσόβησε το σημαντικότερο κίνδυνο.

Η δολοφονία του Καποδίστρια: η Ιουλιανή επανάσταση στην Ελλάδα
Τα ευρωπαϊκά γεγονότα, ιδιαίτερα η επανάσταση του Ιουλίου στη Γαλλία  και στην Πολωνία φαίνεται ότι είχαν τρομάξει τον Καποδίστρια και είχαν ξυπνήσει τις πιο συντηρητικές τάσεις του. Οι οικονομικές δυσκολίες στο εσωτερικό ενέτειναν την δυσαρέσκεια. Ταυτόχρονα, ένα κλίμα φιλελευθρισμού δημιουργήθηκε με τα επαναστατικά κινήματα που ακολούθησαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατά των απολυταρχικών κυβερνήσεων και η ιδιαίτερα η επέμβαση των ρώσων για την κατάπνιξη των πολωνών. Ο Κοραής είχε εκδώσει τον Οκτώβριο του 1830 το “Διάλογο δύο γκραικών”. Με αυτό καλούσε τους έλληνες να ζητήσουν την βοήθεια της επαναστατημένης Γαλλίας για να κατοχυρώσουν την αβασίλευτο συνταγματική πολιτεία. Όλα αυτά επηρέασαν τους γάλλους στρατιωτικούς, αλλά τους οπαδούς του γαλλικού κόμματος. Πιο έντονη υπήρξε η κινητοποίηση στην Ύδρα όπου άρχισαν να συγκεντρώνονται όλα τα διωκόμενα στελέχη της αντιπολίτευσης με στόχο τη μετατόπιση της νέας γαλλικής κυβέρνησης, στόχος που δεν επετεύχθη. Ωστόσο, η εξέγερση φαίνεται πως διερυνόταν κυρίως στα νησιά αποκτώντας χαρακτηριστικά εμφύλιας σύγκρουσης τόσο στη θάλασσα όσο και τη στεριά. Τα πλοία των εξεγερμένων με τον Μιαούλη κάποια στιγμή συγκρούστηκαν με ρωσικά πλοία. Τέλος, η Καλαμάτα εξελισσόταν σε καταφύγιο όλων των συνταγματικών.
Η ένταξη του Κωλέττη στην αντικυβερνητική παράταξη ενίσχυσε την αντιπολίτευση. Αρχικά ο ίδιος απέφευγε να συνεργαστεί με την αντιπολίτευση στην Ύδρα, συγχρόνως όμως υπερασπιζόταν στη γερουσία τους φιλελεύθερους θεσμούς και ασκούσε ήπια κριτική. Εγκατέλειψε όμως τον παθητικό ρόλο όταν προκηρύχθηκε η νέα εθνοσυνέλευση. Σύμφωνα με την αντιπολιτευτική εφημερίδα Απόλλων στην Ελλάδα του 1931 συγκρούονταν μόνο δύο δυνάμεις, οι συνταγματικοί που εκπροσωπούσαν όλο το έθνος και οι καποδιστριακοί, τύραννοι, ετερέχθονες και ξενόδουλοι. Η αποτυχία των αντιπολιτευόμενων να προκαλέσουν μια γενικευμένη εξέγερση φαίνεται ότι ευνόησε επιλογές τερορίστικου χαρακτήρα και οδήγησε στη δολοφονία. Η κυβέρνηση φαινόταν πως άρχιζε να ενδυναμώνεται και να ετοιμάζεται να καταπνίξει την εξέγερση. (Λούκος, σ. 317-319, 366-375)
Από αυτήν την άποψη δεν είναι τα ιδιοτελή συμφέροντα και η μανιάτικη εκδίκηση που έφερε τους Μαυρομιχαλαίους στη θέση του δολοφόνου, αλλά το γενικευμένο περιρρέον πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα. Ο θάνατος του Καποδίστρια ήταν ο μόνος δρόμος για την επικράτηση των συνταγματικών και οι μόνοι που ήταν ικανοί για αυτό ήταν οι μανιάτες. Ο πολιτικός χαρακτήρας της πράξης τους αποτυπώνεται εύγλωττα στο ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου με τίτλο “Μονόλογο ενός των δύο τυραννοκτόνων Μαυρομιχαλαίων. Ο Μαυρομιχάλης παρουσιάζεται σαν νέος τυραννοκτόνος, μιμητής του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα και η πράξη του ένας ηθικός καθαρμός. Ο πλάνος Καποδίστριας παραβίασε νόμους και όρκους και η τιμωρία του ήταν δίκαιη προϊόν “της οργής του Έθνους όλου”. Ταυτόχρονα, βέβαια ποίημα του Αριστ. Κουβαρά τους χαρακτήριζε πατροκτόνους και δολοφόνους. (Κουλούρη-Λούκος, σ.19)

Συνταγματική κοινοβουλευτική Δημοκρατία: ένα διαρκές πολιτικό αίτημα
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το γαλλικό κόμμα βρέθηκε επικεφαλής της αντιπολίτευσης κατά των υπολειμμάτων του καθεστώτος. Το ζήτημα του συντάγματος παρέμενε το κύριο αντικείμενο των διενέξων μεταξύ των κομμάτων.
Η Ε΄ Εθνοσυνέλευση στην οποία επικρατούσε το ρωσικό κόμμα εξέλεξε στις τον Μάρτιο 1832 τον Αυγουστίνο Καποδίστρια ως νέο κυβερνήτη για το διάστημα μέχρι την άφιξη του μονάρχη Όθωνα. Οι Συνταγματικοί της Δ ΄ Εθνοσυνέλευσης από την άλλη είχαν εκλέξει νέα κυβερνητική επιτροπή αποτελούμενη από τους Γ.Κουντουριώτη, Ι.Κωλέττη και Α.Ζαΐμη. Εν τω μεταξύ η Ε΄ Εθνοσυνέλευση επεξεργάστηκε το αποκαλούμενο “ηγεμονικό”  Σύνταγμα.
Όλοι ήταν ένθερμοι οπαδοί της έλευσης του Όθωνα. Αντιλαμβάνονταν την ανάγκη να κληθεί ο βασιλιάς ώστε να τερματιστούν η εσωτερική αστάθεια και οι εμφύλιοι, αλλά και να δωθεί μία νέα διεθνή αναγνώριση στη χώρα. Οι οπαδοί του Γαλλικού κόμματος αναρτουσαν σημαίες με το σύνθημα “Ζήτω το Σύνταγμα! Ζήτω ο Όθων βασιλεύς της Ελλάδος”. Ο επόμενος γύρος της ελληνικης επανάστασης θα δοθεί στις 3 Σεπτέμβρη 1843, ενώ φυσικά ο πιο σημαντικός σταθμός θα είναι η έξωση του Όθωνα τον Οκτώβρη του 1862 που θα καταλήξει στο σύνταγμα του 1864.

Χριστίνα Κουλούρη και Χρήστος Λούκος, Τα πρόσωπα του Καποδίστρια, Πορεία, 1996.
Χρήστος Λούκος, Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1928-1931, Θεμέλιο, 1988.
Gunnar Herring,Πολιτικά Κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, ΜΙΕΤ, 2008.


Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Πλωτίνος Ροδοκανάκης – Ένας Έλληνας Αναρχικός 2

του Τέος Ρόμβος





ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ – ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ

Στα 1861 ένας Έλληνας σοσιαλιστής, ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης, ταξιδεύει από την Ευρώπη στο Νέο Κόσμο. Έχει σπουδάσει ιατρική στη Βιέννη και στο Βερολίνο, φιλοσοφία στο Παρίσι και είναι γαλουχημένος με τις φιλοσοφικές ιδέες και τις πολιτικές θεωρίες της εποχής.

Επηρεασμένος από τον Σαιν Σιμόν, τον Πιερ Ζοζέφ Προυντόν και τον Κάρολο Φουριέ φτάνει στο Μεξικό με σκοπό να εφαρμόσει τις ιδέες του Σοσιαλισμού για τις οποίες αγωνίστηκε με συνέπεια επί 25 χρόνια. Στη χώρα αυτή ο Έλληνας σοσιαλιστής μπόλιασε ιδέες που αλλού δύσκολα γίνονταν κατανοητές. Την ίδια εποχή, η ιδέα και μόνο ότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή αντιμετωπιζόταν στην Ευρώπη, με ιερή αγανάκτηση και αποτροπιασμό, αντίθετα από το Μεξικό όπου από αιώνες ίσχυε στους Ινδιάνους η λογική της κοινοτικής γης (Calpuli) την οποία είχαν σφετεριστεί οι μεγαλοκτηματίες. Το «Γη και Ελευθερία», σύνθημα των εξεγέρσεων που ξέσπασαν τις μέρες εκείνες, έμελλε να γίνει το σύμβολο της κατοπινής επανάστασης του Ζαπάτα.

Ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης παρέμεινε σε όλη του τη ζωή αγωνιστής, συνεπής στις ιδέες του κι έγινε γνωστός ως ο ιδρυτής του μεξικάνικου αναρχισμού και μια από τις σημαντικότερες μορφές του πρώιμου εργατικού κινήματος. Με το έργο του επηρέασε σημαντικά το αγροτικό και το εργατικό κίνημα συντελώντας στην προώθηση μερικών από τους σημαντικότερους κοινωνικούς στόχους του. Οι ιδέες και η δράση του, όπως ήταν φυσικό, σε μια συντηρητική κοινωνία και σε μια εποχή έντονων πολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων στο Μεξικό, συνάντησαν πολλές αντιδράσεις. Εκείνος, όμως, ήταν πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των φτωχών και κατατρεγμένων κάνοντας πολεμική στους ισχυρούς αντιπάλους του, που μάχονταν τις πολιτικές του ιδέες, όπως αποδεικνύει η πληθώρα των άρθρων που δημοσίευσε στις εφημερίδες της εποχής.

Το όνομα του Πλωτίνου Ροδοκανάκη θα φωτίζει το όραμα για Ισότητα και Δικαιοσύνη των ξεχασμένων της μεξικανικής γης, δίπλα σ’ εκείνο του Εμιλιάνο Ζαπάτα, που παραμένει ο θρυλικός ήρωας των απόκληρων του Μεξικού και που στο όνομά του εξεγείρονται ακόμα και σήμερα οι καταπιεσμένοι.

Πλωτίνος Ροδοκανάκης – Ένας Έλληνας Αναρχικός, Βιογραφία, Ηλέκτρα, Α΄ έκδοση 2005, Β΄ έκδοση 2008, σελ. 234



Χειροποίητο εξώφυλλο φωτοτυπημένης έκδοσης του Πλωτίνου Ροδοκανάκη που κυκλοφόρησε στις καταλήψεις της Πάτρας φιλοτεχνημένο από τον Billo Redbeard.


Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο ή και να το κατεβάσετε σε μορφή pdf εδώ

ή παρακάτω:

ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ



πηγή:http://romvos.wordpress.com/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1/plotinos-rodokanakis/ 

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας της επανάστασης του 1821



του Κώστα Παλούκη, Νομική, 20/3/2012
Ο χαρακτηρισμός της φυσιογνωμίας μιας επανάστασης είναι βέβαια αναγκαίος και ως προς τα πολιτικά-ιδεολογικά, αλλά και ως προς τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του. Οι πολλαπλές αναγνώσεις του 1821 είτε προκρίνουν τη λατρεία των στρατιωτικών αρχηγών είτε των πολιτικών και των κοτζαμπάσιδων συνήθως εμμένουν αποκλειστικά στην εθνική ή κοινωνική πλευρά της επανάστασης. Πολλές φορές η επανάσταση φαντάζει σαν μια διαδικασία σύγκρουσης πελατειακών και συγγενικών συσσωματώσεων χωρίς αρχές με σκοπό αποκλειστικά την εξουσία και το κέρδος, ή σαν ένα διπλωματικό παιχνίδι των ξένων δυνάμεων και των υποτελών τους ξενικών κομμάτων ή σε πιο πρόσαφατες αναγνώσεις σαν μια ατελείωτη εκατόμβη νεκρών. Αυτό συνήθως συμβαίνει διότι το 21 προσφέρεται κυρίως για ιδεολογικοποίηση των πολιτικών αντιλήψεων και πρακτικών όλων των ρευμάτων και των κομμάτων σε κάθε συγκυρία. Ωστόσο παρά τις πολλές διαφοροποιήσεις οι αναγνώσεις του 1821 διατηρούν έναν κοινό τόπο, δηλαδή την υποτίμηση του δημοκρατικού και ριζοσπαστικού χαρακτήρα της επανάστασης.  
Ο μαρξιστικός λόγος στην Ελλάδα εμφανίστηκε επανερμηνεύοντας την ελληνική επανάσταση, όπως π.χ. Το Κοινωνικό Ζήτημα του Γ. Σκληρού, ή ακόμη περισσότερο Η κοινωνική σημασία της επανάστασης του 1821 του Γ. Κορδάτου. Και οι δύο, παρότι σχηματοποιούμε τις απόψεις τους, εστίαζαν στον αστικό χαρακτήρα της επανάστασης με την έννοια ότι η επανάσταση πραγματοποιήθηκε από μια ελληνική αστική τάξη. Αν και θεωρούν πως οι αστοί τελικά ηττήθηκαν στην επανάσταση από τους κοντζαμπάσιδες, ωστόσο και οι δύο αναγνωρίζουν ότι μέχρι το 1880 επιτεύχθηκε σταδιακά η ολοκλήρωση του αστικού μετασχηματισμού του νέου ελληνικού κράτους. Μια τέτοια αναγνώριση έθετε ως επιταγή για την αριστερά το επόμενο βήμα, δηλαδή την μετάβαση στον σοσιαλισμό. Όταν όμως το κομμουνιστικό κίνημα άλλαξε στρατηγικό προσανατολισμό στα μέσα της δεκαετίας του 1930, άλλαξε και τον τρόπο πρόσληψης του 1821: δεν είναι οι αστοί πλέον, αλλά ο λαός με τους λαοπρόβλητους στρατιωτικούς ηγέτες που έκανε την επανάσταση όχι μόνο ενάντια στους οθωμανούς, αλλά και ενάντια στους αστούς και τους προδότες κοντζαμπάσιδες. Αυτή η ανάγνωση πιστεύει πως ο αστικός δημοκρατικός χαρακτήρας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στην Ελλάδα, συνεπώς θεωρήθηκε καθήκον του προλεταριάτου να οργανώσει μια αστικοδημοκρατική επανάσταση που θα μετατραπεί αμέσως σε σοσιαλιστική. Κύριος ιδεολογικός εκφραστής του σχήματος αυτού ήταν ο Γιάννης Ζεύγος.
Και τα δύο αυτά γενικά σχήματα ενέχουν σοβαρές αδυναμίες – κυρίως το δεύτερο – αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν πολλά χρήσιμα θετικά στοιχεία. Αυτό το οποίο απουσιάζει γενικά από τις περισσότερες επίσημες ή αριστερές αναγνώσεις του 1821 είναι η συστηματική παρακολούθηση του λόγου των ίδιων των υποκειμένων με βάση τις διατυπωμένες αρχές και θέσεις τους. Εδώ θα προσπαθήσω να παρουσιάσω πλευρές του πολιτικού, ριζοσπαστικού και δημοκρατικού χαρακτήρα της επανάστασης.
Με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης ενσωματώνεται ως κατακτημένη και βρίσκεται πράγματι με όρους ομηρείας, αλλά εσωτερικά άθικτη η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μαλιστα, τα πολυδιασπασμένα τμήματα της Αυτοκρατορίας επανενοποιούνται και θα έλεγε κανείς πως η αυτοκρατορία επανασυστήνεται ως κατακτημένο μιλλέτ κάτω από την πατριαρχική πλέον και όχι αυτοκρατορική μήτρα. Μέχρι τον 17ο αιώνα η οποιαδήποτε ιδέα «απελευθέρωσης»  από τον Σουλτάνο αφορά την ανασύσταση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όχι μέσα από μια επανάσταση, αλλά μέσα από μια κατάκτηση από έναν άλλο ομόδοξο βασιλιά. Αυτή ήταν η πολιτική ουσία του μύθου για το ξανθό γένος. Ουσιαστικά δηλαδή ευαγγελίζεται την ίδρυση ενός βασιλείου τύπου Παλαιού Καθεστώτος. Συνεπώς, η διατήρηση και η αναθέρμανση του μύθου βρίσκεται σε εντελώς άλλη κατεύθυνση από εκείνη της εθνικής και αστικής-δημοκρατικής επανάστασης που θα καταλήξει σε ένα κοσμικό εθνικό και αστικο δημοκρατικό κράτος. Ωστόσο είναι μια υπαρκτή ιδεολογία η οποία πράγματι διατηρεί με λανθάνοντα τρόπο στους ορθόδοξους την ελπίδα ενός είδους «απελευθέρωσης».
Ωστόσο μέσα στα πλαίσια της φαντασιακής ρωμαιόρθοδοξης κοινότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εμφανίζονται νέες ιδεολογικές τάσεις οι οποίες σταδιακά δημιουργούν έναν κοσμικό πόλο στο εσωτερικό της και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εκκοσμίκευση και εθνικοποίηση του αμιγώς θρησκευτικού χαρακτήρα της. Συγκεκριμένα, αναπτύσσεται από τα τέλη του 17ου αιώνα και σε όλο τον 18ο αιώνα στα πλαίσια ανάπτυξης ενός ισχνού καπιταλισμού μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μια ρωμαιορθόδοξη κοσμική εμπορική αστική τάξη, αλλά και μια ρωμαιορθόδοξη βιοτεχνική αστική τάξη. Ταυτόχρονα, στα ηγετικά κλιμάκια διαμορφώνεται μια τάξη ρωμαιορθόδοξων διανοουμένων Φαναριωτών κρατικών αξιωματούχων η οποία βρίσκεται σε αντίθεση με την ιερατική ελίτ και ως εκ τούτου με το αμιγώς θρησκευτικό πρόσημο στην ρωμαίικη ταυτότητα. Σε αυτούς τους νέους φορείς η συνείδηση του Ρωμιού αποκτά έναν νέο κοσμικό χαρακτήρα, ενώ συγκροτείται και προοωθείται ένα πολιτικό σχέδιο ανασύστασης του ρωμαϊκού βασιλείου με τα χαρακτηριστικά της «πεφωτισμένης δεσποτείας», αν και πάντα βέβαια με την υποστήριξη των Ρώσων.
Η πιο σημαντική τομή όμως έρχεται στα τέλη του 18ου αιώνα. Τότε μια νέα ριζοσπαστική μεσαία ελίτ διανοουμένων εμπνευσμένων από τον γαλλικό διαφωτισμό, την γαλλική επανάσταση και το διαφωτιστικό αρχαιοελληνικό ιδεώδες υιοθετεί ένα επαναστατικό αστικό δημοκρατικό σχέδιο για όλη την ρωμαίικη χριστιανική κοινότητα. Συνδέει όμως την τελευταία με την Αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα με την αμεσοδημοκρατική κλασσική Αθήνα. Έτσι όχι μόνο την εκκοσμικεύει, αλλά και την ελληνοποιεί. Το σχέδιο αυτό αποτυπώνεται στα κείμενα του ελληνικού διαφωτισμού και συγκεκριμένα στο σχέδιο του Ρήγα για μια ελληνική δημοκρατία στην οποία όμως θα μετέχουν «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί». Ο διανοούμενος όμως ο οποίος θα καθορίσει κομβικά αυτό το σχέδιο θα είναι ο Αδαμάντιος Κοραής.
Τα νέα αυτά ριζοσπαστικά στρώματα έρχονται σε ιδεολογική αντίθεση με την προηγούμενη φαναριώτικη ελίτ η οποία συντηρητικοποιείται και συμμαχεί ανοιχτά με το εκκλησιαστικό και οθωμανικό εξουσιαστικό σύστημα. Η διαμάχη ανάμεσα στους διαφωτιστές και τους πατριαρχικούς είναι βαθειά πολιτική και ιδεολογική, αλλά και συνειδησιακή, καθώς ένας νέος κοσμικός πόλος με αστικά δημοκρατικά χαρακτηριστικά πιέζει για μια συνολική επανανοηματοδότηση της ρωμαιο-ορθόδοξης φαντασιακής κοινότητας. Η τοποθέτηση των αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων απέναντι σε αυτήν την διαμάχη είναι αντιφατική. Για παράδειγμα στην περίπτωση της Σμύρνης μάλλον τα συντεχνιάζοντα εργατικά στρώματα τοποθετούνται εχθρικά στην ιδέα του δημοκρατικού διαφωτισμού, καθώς ταυτίζεται με τα σχέδια της σμυρναίικης ελληνικής αστικής τάξης για την αποδιάρθρωση του βιοτεχνικού συντεχνιακού συστήματος. Γι΄αυτό η εξέγερση των κατώτερων εργατικών στρωμάτων στα 1819 είναι αντιδιαφωτιστική, φιλορθόδοξη και αντι-αστική. Υπερασπίζεται τις αξίες και ως εκ τούτου το μοντέλο του Παλαιού Καθεστώτος.
Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας από μεσαία αστικά στρώματα στην Οδησσό σηματοδοτεί μια νέα προσπάθεια μπολιάσματος των ελληνικών εθνικών αστικών δημοκρατικών ιδεωδών σε ηγετικές, αλλά και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες της ρωμαιορθόδοξης κοινότητας. Μέχρι το 1820 η Εταιρεία αποκτά μια θεαματική μαζικοποίηση διαδίδοντας το επαναστατικό μήνυμα και διαμορφώνοντας ελληνικές επαναστατικές συνειδήσεις σε εμπόρους, προεστούς, αρματολούς, άνεργους από τους ναπολεόντιους πολέμους στρατιωτικούς, σε κατώτερα εκκλησιαστικά στρώματα και σε λίγους επισκόπους. Δημιουργείται μια κοινωνική συμμαχία που μιλά για επανάσταση και οραματίζεται ένα φιλελεύθερο ελληνικό εθνικό κράτος. Σε αυτήν την προσπάθεια σημειώνεται ένας συμβιβασμός ανάμεσα σε ένα επαναστατικό μοντέλο τύπου γαλλικής επανάστασης και ένα παραδοσιακό μοντέλο «απελευθέρωσης» από τον ρώσο ορθόδοξο μονάρχη, καθώς η δεύτερη εκδοχή προσαρμόζεται σε ένα σενάριο όπου ξεσπά πρώτα η επανάσταση και στη συνέχεια επεμβαίνει η Ρωσία. Το μήνυμα της επανάστασης αρχικά γίνεται ενθουσιωδώς δεκτό από το περισσότερο θιγόμενο οικονομικά τμήμα, τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους της νότιας Βαλκανικής. Τελικά, πείθονται και οι προεστοί και η επανάσταση, ενώ ξεκινά στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τελικά επικρατεί στα 1821-4 στην Στερεά Ελλάδα, νησιά και Πελοπόννησο. Σε αυτό βέβαια κατραλυτικό ρόλο έπαιξε ο πόλεμος των Οθωμανών με τον Αλή Πασά.    
Μετά τις πρώτες επιτυχίες, την απελευθέρωση πολλών περιοχών και πόλεων, τις μαζικές σφαγές χιλιάδων τούρκων και τον εγκλεισμό της τουρκικής ηγεσίας στην Τριπολιτσά τίθεται επειγόντως το ζήτημα της διακυβέρνησης. Όσα σχέδια πολιτικής οργάνωσης των επαναστατημένων κατατίθενται, έχουν έναν κοινό παρανομαστή, την συγκρότηση αντιπροσωπευτικών δομών. Ταυτόχρονα, η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας εκφράζοντας τα αστικά κοινοβουλευτικά ιδεώση εισέρχονται και υποκαθιστούν ή πλευρίζουν και συνυπάρχουν με την έννοια ενός θρησκευτικού πολέμου που εκφράζει το ιδεώδες ενός ορθόδοξου μονάρχη.
Στην Πελοπόννησο δημιουργείται εξαρχής ένα τεταμένο κλίμα ανάμεσα σε προεστούς και στρατιωτικούς της Φιλικής Εταιρείας. Ήδη πριν την άφιξη του Υψηλάντη οι πελοποννήσιοι είχα φτιάξει δικά τους κυβερνητικά όργανα. Στις 26 Μαΐου 1821 34 πελοποννήσιοι αντιπρόσωποι στην πλειονότητα δεύτερης τάξης άρχοντες, αλλά και ιερωμενοι και στρατιωτικοί σχήματισαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Αρχιστράτηγος ορίστηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο οποίος μαζί με τα μέλη της θα διοικούσε σύμφωνα με τις αρχές της αρμονίας και της ευταξίας. Πρόκειται για ένα ολογαρχικό πολιτικό σύστημα το οποίο επιβεβαιώνει την πολιτική και οικονομική κυριαρχία των μωραιτών αρχόντων. Απέναντι σε αυτό ο υψηλάντης συγκρότησε μια δική του καγκελαρία συσπειρώνοντας τους στρατιωτικούς με αρχηγό τον Κολοκοτρώνη. Η διάσταση μεταξύ τους έλαβε τον χαρακτήρα έντασης όταν ο Υψηλάντης διεκδίκησε να έχει αυτός την ηγεσία αντί της γερουσίας.
Ήδη από την αρχή της επανάστασης φάνηκε ότι οι παραδοσιακές πελατειακές δομές στην Πελοπόννησο διαταράχτηκαν και ότι οι αντάρτες αντιπαρατέθηκαν σαν αυτόνομη δύναμη απέναντι στους κοντζαμπάσιδες, δηλαδή τους επικεφαλής των πελατειακών ενώσεων. Ο Κολοκοτρώνης διαμαρτύρεται ότι οι άρχοντες της Πελοποννήσου ήθελαν να ελέγξουν το στράτευμα «όχι δια να πολεμήσουν, αλλά δια να υπερασπισθούν τα πλούτη των και κοντά εις τούτο σφετερίζονται και όλα της πατρίδος τα δικαιώματα». Μάλιστα κυκλοφορούσαν εκατέροθεν φήμες για εκτελέσεις των αντιπάλων. Από την άλλη ο Κανέλλος Δεληγιάννης χαρακτήριζε τους οπαδούς της Φιλικής που περιέβαλλαν τον κούφιο και ανόητο Υψηλάντη σαν «τυχοδιώκτες, φυγάδες, εξόριστους, απάτριδες, αναρχικούς καταστροφείς της πατρίδας. Πολλοί διέδιδαν ότι ο Υψηλάντης είχε έρθει για να απελεθερώσει τον λαό όχι μόνο από τους Τούρκους, αλλά και από τους χειρότερους συνεργάτες τους, δηλαδή τους κοντζαμπάσιδες. Πράγματι η αντίθεση μεταξύ αρχόντων και στρατιωτικών αποκτούσε μια κοινωνική διάσταση, καθώς οι εκδηλώσεις υπέρ του Υψηλάντη προέρχονταν από ένοπλους από αγροτικό περιβάλλον όπου βάραινε η ακτημοσύνη. Η ελπίδα ότι η εξέγερση θα οδηγούσε σε διανομή της γης των μουσουλμάνων και ο φόβος ότι οι γιαοκτήμονες θα την αγόραζαν δυναμίτιζαν αυτήν την ένταση. Υπάρχουν πολλές δηλώσεις αρχόντων μέσα από τις οποίες ηχεί ο δικός τους φόβος απέναντι στα κατώτερα στρώματα.
Η αντιπαράθεση αυτή εκφράστηκε με δύο διαφορετικά πολιτικά σχέδια. Το σχέδιο των προεστών προέβλεπε ότι ο λαός των πόλεων και των χωριών κάθε επαρχίας θα εξέλεγε τα αξιώτερα μέλη που με τη σειρά  τους θα όριζαν τους εφόρους των περιφερειών . Από αυτούς ο αξιώτερος θα εκπροσωπούσε την ιδιαίτερη πατρίδα του στην Πελοποννησιακή Γερουσία. Με λίγα λόγια θα σε κάθε επίπεδο θα εκλεγόταν ένας άρχοντας ως αξιώτερος και έτσι θα σταθεροποιούταν το υπάρχον σύστημα. Η Πελοποννησιακή Γερουσία μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και με πρόεδρο τον Υψηλάντη θα συγκυβερνούσαν. Κατά το σχέδιο του Υψηλάντη για ένα Γενικό Καταστατικό Χάρτη θα εκλέγονταν εκλέκτορες μόνο από τους προεστώτες των πόλεων και αυτοί θα εξέλεγαν πέντε εφόρους σε κάθε περιφέρεια. Οι τέσσερις θα διοικούσαν την περιφέρεια και ο πέμπτος θα αντιπροσώπευε την περιφέρεια σε ένα εθνικό κοινοβούλιο το οποίο θα ήταν ταυτόχρονα εκτελεστικό, βουλευτικό και δικαστικό σώμα. Η επιμονή του να στηρίζεται το νέο σύστημα στην εκλογική βάση των πόλεων και όχι της υπαίθρου εκτόπιζε εκ των πραγμάτων τους γαιοκτήμονες, ενώ το όραμά του ήταν πανεθνικό. Γενικά ο Υψηλάντης απαιτούσε να συγκεντρώσει στα χέρια του την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και να στηριχτεί γενικά στο αστεακό στοιχείο. Οι γαιοκτήμονες απέναντι σε αυτές τις βοναπαρτιστικές τάσεις προέβαλαν αντίσταση απαιτώντας ένα συλλογικό αυτοδιοικούμενο όργανο υιοθετώντας τα αστικοδημοκρατικά ιδεώδη. Η διάσταση βοναπαρτισμός έναντι αστικοδημοκρατικών δομών αποτελούσε το κύριο πολιτικό διακύβευμα σε όλη την πορεία της επανάστασης.
Η συνέλευση της Δυτικής Ελλάδας που συνήλθε από τις 4 έως τις 9 Νοέμβρη 1821 στο Μεσολόγγι ενέκρινε σύνταγμα που προέβλεπε ως κυβερνητικό όργανο γερουσία με μονοετή θητεία, την οποία θα εξέλεγαν οι έφοροι των πόλεων και των περιφερειών καθώς και οι στρατιωτικοί. Οι έφοροι θα εκλέγονταν από τους προεστώτες και αυτοί με τη σειρά τους  στα χωριά από τους γηραιότερους και τους επιφανείς πολίτες. Ωστόσο την πρώτη γερουσία διόρισε η ίδια η περιφερειακή συνέλευση. Η συνέλευση της Ανατολικής Στερεάς που συνήλθε στα Σάλωνα (Άμφισσα) από τις 15 έως τις 20 Νοεμβρίου 1821 ενέκρινε ένα πολύ λεπτομερές σύνταγμα που είχε συντάξει ο Θεόδωρος Νέγρης, σύμφωνα με το οποίο η ίδια η συνέλευση θα εξέλεγε την περιφερειακή διοίκηση της Ανατολικής Στεράς, τον Άρειο Πάγο, με επίσης μονετή θητεία. Και τα δύο συντάγματα έκαναν λόγο για μελλοντικό Εθνικό κοινοβούλιο και δεν άφηναν αμφιβολία για την υποταγή των στρατιωτικών στα εκλεγμένα πολιτικά όργανα. Οι διενέξεις μεταξύ στρατιωτικών και των τοπικών κυβερνήσεων δεν απέκτησαν στην κεντρική Ελλάδα ποτέ ούτε την έκταση ούτε την ένταση που έλαβαν στην Πελοπόννησο.
Στην Ύδρα έλαβε χώρα μια μοναδική περίπτωση έντονης κοινωνικής πόλωσης ανάμεσα από τη μία στους εφοπλιστές και εμπόρους και από την άλλη τους ανέργους κατά πλειονότητα ναύτες. Οι τελευταίοι πίεζαν για γρήγορη και ενεργητική παρέμβαση στον πόλεμο τηςε ανεξαρτησίας. Ο πλοίαρχος Αντώνιος Οικονόμος βασισμένος στους ναύτες ανέτρεψε προσωρινά το παραδοσιακό σύστημα της τοπικής αυτοδιοικητικής αντιπροσώπευσης και κατέκτησε την εξουσία. Ωστόσο οι προεστώτες του νησιού κατάφεραν με μια αντεπίθεση να παλινορθώσουν το παλαιό σύστημα. Και σε άλλα νησιά προέκυψαν παρόμοια γεγονότα τα οποία όμως δεν πήραν ανάλογη έκταση.
Η Α΄ Εθνοσυνέλευση συγκροτήθηκε στην Πιάδα της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου έως 15 Ιανουαρίου) και αποτελούταν από 59 βουλευτές οι οποίοι στην πλειονότητά τους δεν ήταν εκλεγμένοι, αλλά είχαν αποσταλεί από τις περιφερειακές κυβερνήσεις. Η Εθνοσυνέλευση βρισκόταν υπό την κυρίαρχη επιρροή των αρχόντων. Στον Υψηλάντη δεν δόθηκε κανένα αξίωμα και έτσι στη θέση του αναδείχθηκε ο πιο μετριοπαθής Κολοκοτρώνης ο οποίος κατόρθωσε να ενώσει το κόμμα των στρατιωτικών υπό την ηγεσία του, αλλά και να γίνει αποδεκτός από τους Πελοποννήσιους ως αρχιστράτηγος.
Η ψήφιση του εκλογικού νόμου εν όψει της Β΄ Εθνοσυνέλευσης θα κάνει ένα ακόμη μεγαλύτερο βήμα προς τον εκδημοκρατισμό. Οι εκλογές για τους αντιπροσώπους έγιναν με το πρωτόγνωρο διεθνώς σύστημα του δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας, παρότι οι αντιπρόσωποι εκλέγονταν σε δύο στάδια. Οι κάτοικοι των εκλογικών περιφερειών (χωριά) εξέλεγαν έναν αριθμό εκλεκτόρων ανάλογα με τον αριθμό οικογενειών. Αυτοί οι εκλέκτορες εξέλεγαν τους αντιπροσώπους και συγκεκριμέναν έναν για κάθε επαρχία. Είναι βέβαιο ότι το σύστημα λειτούργησε υπέρ των αρχόντων, αλλά το γεγονός ότι αναγνωριζόταν η μειοψηφία και μάλιστα αποτελούσε προϋπόθεση η συνυπογραφή της για την αναγνώριση του αποτελέσματος έδινε τεράστια σημασία στην διατήρηση της νομιμότητας της διαδικασίας. Σε πολλές περιπτώσεις ενδεχομένως να υπήρχαν πολώσεις ανάμεσα σε διαφορετικά πρόσωπα. Όχι τυχαία λοιπόν στην Β΄ Εθνοσυνέλευση που συνήλθε στις από τις 29 Μαΐου έως τις 18 Απριλίου η αντιπροσώπευση των στρατιωτικών ήταν πιο πολυάριθμη. Στο νέο σύνταγμα πάντως οι φιλελεύθερες απόψεις επικράτησαν. Το Βουλευτικό ενισχύθηκε έναντι του Εκτελεστικού ενώ διευρύνθηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι αντιπρόσωποι χωρίστηκαν αμέσως σε δύο στρατόπεδα οδηγώντας στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο. Οι διενέξεις αφορούσαν το ζήτημα της πρωτοκαθεδρίαςε των αρχόντων και κυρίως της απαίτησης της κεντρικής κυβέρνησης να στρατολογεί με δική της απόφαση και να διευθύνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η άλλη διάσταση της αντιπαράθεσης αφορούσε την πώληση της έγγειας ιδιοκτησίας των εκδιωχθέντων ή φονευθέντων Τούρκων. Το ζήτημα αυτό παρακάμφθηκε με πρωτοβουλία των στρατιωτικών. Και τα δύο στρατόπεδα συμφώνησαν στην διάλυση των περιφερειακών κυβερνήσεων. Το σημαντικότερο ωστόσο πολιτικό πρόβλημα ήταν η πραγματική ενοποίηση των περιφερειών σε ένα ενιαίο πολιτικό κράτος. Η διάσταση ανάμεσα σε ένα υπερτοπικό κράτος και σε ένα περιφερειακό σύστημα ήταν η κύρια πραγματική αντιπαράθεση. Από τη μία υπέρ ενός υπερτοπικού κράτους τοποθετούνταν οι έλληνες της διασποράς και εναντίον του οι ντόπιοι. Σημαντική πλευρά σε αυτήν την αντιπαράθεση ήταν η ισοδύναμη κατανομή των βαρών, αλλά και των κερδών από τις λείες σε όλες τις περιοχές. Η νέα οξυμμένη σύγκρουση με τη δημιουργία δύο βουλευτικών και δύο εκτελεστικών οργάνων θα πρέπει να ειδωθεί κάτω από αυτό το πρίσμα, παρότι στον έναν πόλο κυριαρχούσαν οι στρατιωτικοί και στον άλλο οι πολιτικοί, γιατί οι διαφορετικές πολιτικές στάσεις διέλυσαν παραδοσιακούς δεσμούς και παλαιές πελατειακές ενώσεις.
Μια ενδιαφέρουσα ταξική πλευρά στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο ήταν η δράση της Μυστικής Αδελφότητας. Ήταν έναν μυστικός σύνδεσμος που είχε δημιουργηθεί στην Τριπολιτσά και σε αυτόν ανήκαν τεχνίτες και πιθανόν επαγγελματίες των πόλεων. Εξεγέρθηκαν εναντίον του Εκτελεστικού των Στρατιωτικών πιέζοντας για περιορισμό της φορολογίας. Τελικά οι στρατιωτικοί κατέστειλαν την εξέγερση μεταφέροντας αγροτικούς πληθυσμούς στις πόλεις. Ωστόσο φαίνεται πως οι στρατιωτικοί είχαν απωλέσει την κοινωνική τους γείωση, ενώ ταυτόχρονα το Εκτελεστικό των πολιτικών πέτυχε την επίσημη αναγνώρισή του στο εξωτερικό με την σύναψη των δανείων.
Στον δεύτερο εμφύλιο που ακολούθησε η ιδέα του συγκεντρωτικού κράτους επικράτησε της αρχικά διακρινόμενης ομοσπονδιακής δομής του υπό διαμόρφωση κοινού των ελλήνων. Οι εντάσεις ωστόσο μεταξύ των περιοχών, δηλαδή οι τοπικότητες, παρέμειναν και επιδρούσαν ανασχετικά στη διαδικασία της ολοκλήρωσης και στη διαμόρφωση εθνικών κομμάτων. Τελικά, όμως επιτυγχάνονται κομματικές αποκρυσταλλώσεις γύρω από τα τρία κόμματα: το Αγγλικό, το Ρωσικό και το Γαλλικό.
Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει τα τρία κόμματα να είναι αποτέλεσμα της παρέμβασης των ξένων πρεσβειών και των διπλωματικών παιχνιδιών και ως εκ τούτου οι ηγέτες τους προσδοκώντας την βοήθεια  από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις παρέμεναν πιστά προσκολλημμένοι σε αυτές. Ο Gunnar Hering δίνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση σε αυτούς τους μύθους ανανεώνοντας ουσιαστικά την ιστοριογραφία. Ο γερμανός ιστορικός τονίζει και αποδεικνύει με όλο του το έργο πως στην συγκρότηση των τριών κομμάτων οι παραδεδομένες ή νέες πελατειακές δομές που αναπτύχθηκαν αρχικά είτε διαλύθηκαν ή μειώθηκε η σημασία τους για τις πολιτικές αποφάσεις. Αλλά ακόμη και εάν τα τρία κόμματα είχαν αναπτυχθεί έως έναν βαθμό πάνω στις δομές των φατριών και των πελατειακών ενώσεων, διατύπωσαν συμφέροντα και πολιτικές απόψεις που θα είχαν αναπτυχθεί και δίχως αυτήν την βάση. Συνεπώς, οι τρεις παρατάξεις ήταν κατά βάση κόμματα αρχών. Το Ρωσικό Κόμμα επεδίωκε ένα ορθόδοξο μοναρχικό κράτος, το Γαλλικό Κόμμα εκφράζοντας τους στρατιωτικούς ένα λαϊκό συνταγματικό πολίτευμα, ενώ το Αγγλικό ένα συγκεντρωτικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα.
Η Γ' Εθνική Συνέλευση συνήλθε σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου αρχικά το 1825 και συνεχίστηκε το 1827 αφού εξέλεξε ομόφωνα τον Ιωάννη Καποδίστρια ως "Κυβερνήτη της Ελλάδας" για επταετή θητεία, ψήφισε και το "Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος". Η Συνέλευση ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και αστικές φιλελεύθερες ιδέες. Διατύπωνε για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας κατοχύρωνε την προστασία της ιδιοκτησίας εμπεριέχει την αρτιότερη- πληρέστερη διατύπωση των διατάξεων για την προστασία των ατομικών ελευθεριών κλπ Το Σύνταγμα αυτό αποτελείτο από 150 άρθρα και θεωρείται από τα πιο φιλελεύθερα και ριζοσπαστικά της εποχής. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας προσπάθησε να συνδυάσει την ανάγκη ισχυρής κεντρικής εξουσίας με την ύπαρξη αστικών δημοκρατικών δομών, η ισχύς του όμως ανεστάλη λίγο μετά την άφιξη στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Ιανουάριο του 1828. 
Aν ανατρέξουμε στα τρία επαναστατικά Συντάγματα, αλλά και στα προηγούμενα τοπικά συντάγματα, διαπιστώνουμε ότι κατοχυρώνουν σε διαφορετικό βαθμό το καθένα και με πορεία ριζοσπαστικοποίησης τις βασικές ατομικές ελευθερίες. Η ελευθερία του προσώπου και η απαγόρευση της δουλείας, η θρησκευτική ελευθερία παρά την θεσμοθέτηση της ορθοδοξίας ως επίσημου δόγματος, της ελευθερίας του τύπου κατοχυρώνονται μαζί με τις έννοιες της κυριαρχίας του λαού, του ελληνικού έθνους, του πολίτη, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. 
Ο δημοκρατικός και απελευθερωτικός χαρακτήρας της επανάστασης δεν είναι όμως απλά μια μεταγραφή των πολιτειακών δομών σε μια καθυστερημένη πολιτικά και ανώριμη κοινωνία που επιβάλλεται από τους μορφωμένους αστούς διανοούμενους στους αγροίκους αγρότες και βοσκούς ραγιάδες, όπως για παράδειγμα υποστηρίζουν οι σημερινοί εκσυγχρονιστές τύπου Βερέμη. Αντίθετα, είναι μια συνειδητή ριζοσπαστική ιδεολογία διάχυτη σε όλους τους επαναστατημένους, ακόμα και στους κλεφταρματωλούς. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σε επιστολή του προς τον Αδαμάντιο Κοραή λέει : «ο αγών μας είναι υπέρ της Χριστιανικής πίστεως και υπέρ των ανθρωπίνων δικαίων».
Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως της πρωτοπορίας των επαναστατικών Συνταγμάτων διεθνώς είναι η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας, η οποία αποτέλεσε σταθερή πολιτική επιλογή καθ’ όλη της διάρκεια της επαναστατικής περιόδου και έως την έλευση των Βαυαρών. Οι ιδεολογικές και θεσμικές της ρίζες θα πρέπει να αναζητηθούν στο δημοκρατικό σύστημα οργάνωσης των κοινοτήτων το οποίο προϋπήρχε και λειτουργούσε, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη δημοκρατία. Η «πάνδημος» εκλογή επικρατούσε κυρίως σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, αν και σε ορισμένες πόλεις το εκλογικό σώμα ήταν πολύ στενό και αποτελούταν από τους ισχυρούς οικογενειάρχες. Ολιγαρχικό ήταν συνήθως ήταν το σύστημα αντιπροσώπευσης σε δεύτερο βαθμό, δηλαδή σε επαρχιακό επίπεδο. Βέβαια πέρα από την τυπική διάσταση ενός συστήματος εκλογής, ελέγχεται κατά πόσο και πάντοτε η «πάνδημος» εκλογή ήταν πάντοτε ελεύθερη.
Η πάνδημη λαϊκή στράτευση εναντίον του εχθρού, δηλαδή η μαζική συμμετοχή του λαού στον αγώνα, η ριζοσπαστικοπίηση και η πολιτικοποίησή του ενεργοποίησε αυτήν την παράδοση της καθολικής συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες, ώστε να είναι αδύνατον η εξαίρεση του λαϊκού παράγοντα από τα επαναστατικά συντάγματα και το νέο πολιτειακό μοντέλο. Επιλπέον αυτή η παράδοση ενσωματώθηκε στις ριζοσπαστικές ιδέες που κυριάρχησαν στην επαναστατημένη Ελλάδα με την επίδραση του ελληνικού διαφωτισμού και της γαλλικής επανάστασης. Με άλλα λόγια η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας για άντρες θεωρήθηκε περίπου ως αυτονόητη συνέπεια και φυσιολογικό επακόλουθο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.  Οι ιδέες του φυσικού δικαίου, οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, της ισότητας και της ελευθερίας δεν αντιγράφτηκαν λοιπόν από χάρτινα πρότυπα. Είχαν γίνει αποδεκτές πολύ πιο πριν, είχαν αναπτυχθεί από επαναστάτες και διαφωτιστές και είχαν συνδεθεί με ντόπιες παραδόσεις. 
Συγκεκριμένα τα Συντάγματα εξέφρασαν την εξισορρόπηση μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού, μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας, μεταξύ των ατάκτων και της κυβέρνησης των πολιτικών. Αποκρυσταλλώθηκαν κάτω από τον φόβο των αρχόντων για την αυτονομία των εξεγερμένων λαϊκών στρωμάτων, αλλά και την πίεση των λαϊκών στρωμάτων για ενεργό ρόλο και εκπροσώπηση των συμφερόντων τους. Οι έλληνες πειραματίζονταν σε μεγάλο βαθμό, έκαναν συμβιβασμούς και γνώριζαν ότι δεν είχαν βρει την οριστική λύση.  Η εκσυγχρονιστική και βαθειά απαξιωτική υπόθεση ότι οι ρυθμίσεις που προέβλεπαν τα συντάγματα δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν επειδή ενείχαν ξένα στοιχεία είναι αστήριχτη και σαθρό ιδεολόγημα.
Ο ιστορικός της επανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης αρνείται με επιμονή ότι οι προεστώτες ήθελαν να εφαρμόσουν ένα ολιγαρχικό σύστημα. Η επικράτηση των πολιτικών έναντι των στρατιωτικών έγινε με όπλο τις δημοκρατικές αρχές. Μπορεί από τη μία στις συγκρούσεις του Υψηλάντη με τους προεστώτες να διαμορφωνόταν ένας βοναπαρτιστικός πόλος βασισμένος στην λαϊκή υποστήριξη με κατεύθυνση τη διαμόρφωση αυταρχικών μορφών εξουσίας, αλλά από την άλλη οι προεστώτες όχι μόνο είχαν συμφέρον, αλλά μπορούσαν να αντιληφθούν ως αναγκαία μια αποτελεσματική και ταυτόχρονα συλλογική κεντρική διοίκηση που θα ενσωμάτωνε μέσω των αντιπροσωπευτικών δομών και των πελατειακών δικτύων τις λαϊκές διεκδικήσεις κυρίως βέβαια των αγροτικών στρωμάτων που κυριαρχούσαν παραγωγικά και αριθμητικά. Έτσι, αναπτύχθηκε η κοινωνική και υλική βάση για μια κοινοβουλευτική αγροτική δημοκρατία με βάση την καθολική ψηφοφορία. Πρόκειται μάλλον για ένα εξαιρετικά πρωτότυπο αστικό δημοκρατικό μοντέλο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που δε συναντάται στην Ευρώπη ούτε στην Ανατολή.
Η ελληνική επανάσταση ήταν εθνική με την έννοια της συμμαχίας διαφορετικών κατεκτημένων κοινωνικών τάξεων εναντίον των οθωμανών. Είχε αστικά κοινωνικά χαρακτηριστικά εξαιτίας της συμμετοχής των αστικών, στρατιωτικών και γαιοκτημονικών στρωμάτων, αλλά ενείχε και αγροτικά κοινωνικά χαρακτηριστικά εξαιτίας της συμμετοχής των αγροτικών στρωμάτων. Η ελληνική επανάσταση δεν είχε πληβειακό «εργατικό» χαρακτήρα, αφού δεν υπήρχαν μεγάλα αστικά και βιοτεχνικά κέντρα στην περιοχή, και ως εκ τούτου δεν εμφανίστηκε μια πιο ριζοσπαστική και πληβειακή πτέρυγα που θα έθετε πειροσσότερα λαϊκοδημοκρατικά αιτήματα, όπως ήταν το κίνημα των ξεβράκωτων στο Παρίσι. Εκτός όμως από εθνική είναι αστική δημοκρατική με όχι με την έννοια ότι πραγματοποιήθηκε από μία αστική τάξη, αλλά με την έννοια ότι αντιπαρατίθεται στην οθωμανική απολυταρχία και εγκαθιδρύει ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.
Η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε έναν πολιτικό σεισμό μέσα σε μια Ευρώπη βαθειά συντηρητική και αντιδραστική. Το κίνημα του φιλελληνισμού δεν ήταν παρά η ανάταση των φιλελεύθερων ιδεών και η διεθνιστική αλληλεγγύη όλων των ριζοσπαστών και επαναστατών της Ευρώπης. Πιάνοντας το νήμα από την γαλλική επανάσταση το επέστρεψε στην Ευρώπη, καθώς ακολουθεί στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο μια νέα σειρά εξεγέρσεων και επαναστάσεων. Όλο τον 19ο αιώνα τα εθνικά, επαναστατικά, διεθνιστικά και ριζοσπάστικά κινήματα προσέβλεπαν στην Ελλάδα. Οι ιταλοί επαναστάτες ενσωμάτωναν στα δικά τους σχέδια μια νέα ελληνική ή βαλκανική επανάσταση που θα αποτελείωνε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για παράδειγμα στις κρητικές εξεγέρσεις πάντα προσέτρεχαν ξένοι αλληλέγγυοι επαναστάτες. Στο σημείο αυτό λοιπόν θα πρέπει να αναφερθούμε στην Μεγάλη Ιδέα η οποία κυριαρχούσε σε όλο το πολιτικό σύμπαν της Ελλάδας. Ακόμη και εάν υπήρχε ένας κοινός παρανομαστής, δηλαδή η απελευθέρωση των ελλήνων, η διαδικασία, δηλαδή το μέσο, ήταν μια ουσιώδης διαφορά που διέκρινε τα επαναστατικά και ριζοσπαστικά ρεύματα από τα αντιδραστικά. Οι μεν φαντασιώνονταν μια φιλελεύθερη διεθνιστική παμβαλκανική επανάσταση, οι δε έναν ιμπεριαλιστικό επεκτατικό πόλεμο ή ακόμη χειρότερα μια εσωτερική κατάκτηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όλο τον 19ο αιώνα το βασικό διακύβευμα μέσα στην ελληνική κοινωνία ήταν η ολοκλήρωση των αιτημάτων της επανάστασης. Η δολοφονία του Καποδίστρια ήταν αποτέλεσμα ενός αγώνα ενάντια σε έναν τύραννο που κατήργησε την κατεκτημένη δημοκρατία. Η αντεπανάσταση που επιβλήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις μέσω της Βαυαροκρατίας ανατράπηκε το 1843, αν και μόνο εν μέρει, με κεντρικό σύνθημα «Σύνταγμα». Από το 1844 η Ελλάδα έχει ωστόσο κοινοβούλιο με δικαίωμα καθολικής ψηφοφορίας για τους άντρες. Η έξωση του Όθωνα και η Οκτωβριανή επανάσταση του 1862 είναι η τομή εκείνη που πιάνει ξανά το νήμα του 21. Ολοκληρώνει σε μεγάλο βαθμό τα δημοκρατικά αιτήματα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επίλυση των κοινωνικών αιτημάτων του 1821, δηλαδή την διανομή της γης στους αγρότες που πραγματοποιείται το 1870.
Το σύνταγμα του 1864 είναι το πραγματικό παιδί του 1821 και αποτελούσε την μεγαλύτερη πολιτειακή πρωτοπορεία κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα σε μια εποχή που η υπόλοιπη Ευρώπη δεν είχε τόση δημοκρατία. Την δεκαετία 1864-1874 ο βασιλιάς Γεώργιος σχεδιάζει στηριγμένος σε μια χρηματιστική αστική τάξη την εγκατάσταση δικτατορίας, ενώ καταφέρνει βασιλιάς διαρκώς την υπέρβασή του με συνταγματικές εκτροπές. Ο Τρικούπης επιχειρεί να υπερβεί το Σύνταγμα μέσω του δικομματισμού και να περιορίσει πολλά από τα δημοκρατικά στοιχεία του. Ο αστικός εκσυγχρονισμός στάθηκε ο μεγαλύτερος εχθρός της συνταγματικής δημοκρατίας και της καθολικής ψηφοφορίας, καθώς τον εμπόδιζε να εμβαθύνει τις καπιταλιστικές σχέσεις. Οι πελατειακές σχέσεις δε που κατηγορούνται από σύμπασα την φιλελεύθερη κεντροαριστερά και κεντροδεξιά, ας τις πούμε καλύτερα πολιτικές συναλλαγές, ήταν, απόντων σωματείων και συνδικάτων, τότε περισσότερο ένας δημοκρατικός κοινοβουλευτικός μηχανισμός αντιπροσώπευσης και έκφρασης των κατώτερων αγροτικών στρωμάτων. Εναντίον στο πρωθυπουργικοκεντρικό μοντέλο του Τρικούπη των ισχυρών κυβερνήσεων και πειθαρχημένων κομματικών ομάδων στάθηκε ο Θεόδωρος Δεληγιάννης και πολλοί ριζοσπάστες και φιλελεύθεροι πολιτικοί.
Ολοκληρώνοντας σημειώνουμε πως η επανάσταση του 1821 έθεσε την Ελλάδα στο κέντρο της Ευρώπης. Το Ανατολικό Ζήτημα ήταν το μεγαλύτερο ζήτημα του 19ου αιώνα και η επίλυσή τους, δηλαδή οι Βαλκανικοί πόλεμοι προετοίμασαν τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά και αργότερα μια νίκη του εαμικού κινήματος ενδεχομένως να άνοιγε διαφορετικούς δρόμους στην επανάσταση στην Ευρώπη μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε τον ψυχρό πόλεμο. Σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι στο διεθνές επίκεντρο. Αυτή τη φορά μέσω ενός πρωτόγνωρου αντιδραστικού πειράματος σε βάρος του εργαζόμενου λαού. Τα μνημόνια της ΕΕ, του ΔΝΤ και της εγχώριας αστικής τάξης απειλούν ή καταργούν όλες εκείνες τις αστικές δημοκρατικές και λαϊκές κατακτήσεις για τις οποίες πάλεψαν και ως ένα μικρό βαθμό πέτυχαν οι πρόγονοί μας σε όλη την ελληνική ιστορία από 1821, από το 1843, από το 1862, από το 1909, τον μεσοπόλεμο, από το ΕΑΜ, τον εμφύλιο μέχρι το 114, το Πολυτεχνείο και τη μεταπολίτευση.  Όλοι οι Ευρωπαίοι καπιταλιστές καταλαβαίνουν πολύ καλά πως η στάση του ελληνικού λαού καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την επιτυχία ή όχι αυτού του βάρβαρου σχεδίου για να το εφαρμόσουν σε όλη την Ήπειρο. Η αναπτυσσόμενη ελληνική αντίσταση που ήδη εμπνέει και αφυπνίζει τους ευρωπαϊκούς λαούς, πιάνει με τη σειρά της το νήμα των ελληνικών εξεγερτικών παραδόσεων. Μια νέα ελληνική επανάσταση, μια αντικαπιταλιστική επανάσταση μπορεί να είναι η ταφόπλακα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Η ευθύνη μας ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μεγάλη… Ενδεχομένως η μεθαυριανή εορτή της 25ης Μαρτίου να είναι, κάτω από τη σκιά της επανάστασης του 1821, ένας νέος μεγάλος σταθμός αυτής της μακράς αντίστασης.


πόσοι μας διάβασαν: