Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Η απώλεια της εργασίας ως μορφή θρήνου


του Δημήτρη Α. Κατσορίδα

1. Εισαγωγή. Η έννοια της κατάθλιψης

Πολλές φορές, μιλώντας για την ανεργία αναφερόμαστε μόνο σε αριθμούς, προσπαθώντας να δείξουμε πόσο αυξήθηκε, σε ποιες κατηγορίες, σε ποιες ηλικίες, σε ποιους κλάδους κλπ. Έτσι, παραβλέπουμε, πολλές φορές, ότι πίσω από τους αριθμούς και τα στατιστικά στοιχεία υπάρχουν ανθρώπινες ζωές, οι οποίες βιώνουν, εξαιτίας της ανεργίας, συγκεκριμένα ψυχο-κοινωνικά προβλήματα.

Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε την ανεργία με ψυχολογικούς όρους, προκειμένου να προσεγγίσουμε το πρόβλημα από αυτή την οπτική γωνία.

Είναι γνωστό ότι αυτό που λέμε «ψυχή του ανθρώπου», αποτελείται από τέσσερα στοιχεία: το λογικό, το συναίσθημα, τη βούληση και το ασυνείδητο. Αν αυτά τα στοιχεία προσπαθήσουμε να τα εφαρμόσουμε σε επίπεδο κοινωνίας, και συγκεκριμένα στις σημερινές συνθήκες οικονομικής κρίσης και υψηλής ανεργίας, θα παρατηρήσουμε ότι η κοινωνία αντιδρά, βάζοντας πιο πολύ σε ενέργεια το συναίσθημα. Όμως, ένα από τα στοιχεία του συναισθήματος είναι η γκρίνια, η οποία ναι μεν μπορεί να πάρει πολλές μορφές, αλλά δεν αναιρεί αυτό που πραγματικά είναι: θρήνος και οδυρμός.

Στο ερώτημα: «ανατροπή ή κατάθλιψη;», παρατηρούμε ότι η κοινωνία βιώνει την κατάθλιψη.

Τι είναι, όμως, η κατάθλιψη;

Κατάθλιψη είναι η δυσάρεστη συναισθηματική διάθεση του ατόμου που συνοψίζεται σε μια κατάσταση παθολογικής απαισιοδοξίας και θλίψης και συνοδεύεται από σημαντική μείωση του αισθήματος προσωπικής αξίας και από αισθήματα μελαγχολίας και απογοήτευσης, τα οποία ένας άνθρωπος δεν μπορεί να διαχειριστεί ή να ξεπεράσει για κάποιο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η καθημερινή του λειτουργία. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν υπάρχει μία και μόνον αιτία και ότι η κατάθλιψη οφείλεται στην αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων (βιολογικών και ψυχοκοινωνικών).[1] Μάλιστα, η κατάθλιψη έχει ορισμένα βασικά συμπτώματα, τα κυριότερα από τα οποία είναι τα ακόλουθα:
1) Ελάττωση των ενδιαφερόντων ή της ευχαρίστησης, καθώς επίσης μείωση της ικανοποίησης από δραστηριότητες και γενικά απόσυρση σχεδόν από όλα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε μέρα. Π.χ. μια μητέρα έχασε το ενδιαφέρον της να φροντίσει το μικρό της παιδί, να καθαρίσει το σπίτι της, να βγει έξω να ψωνίσει με μια φίλη της, να ντυθεί όμορφα, πράγματα που πριν την ευχαριστούσαν πολύ.
2) Καταθλιπτική Διάθεση, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε ημέρα (π.χ. ο καταθλιπτικός κλαίει συχνά και φαίνεται πολύ στεναχωρημένος).
3) Απαισιοδοξία για το μέλλον και αισθήματα απελπισίας και αβοηθητότητας. Χρωματίζει το μέλλον με μαύρα χρώματα και πιστεύει ότι πολύ δύσκολα θα αλλάξει η κατάσταση της ζωής του.
4) Απώλεια των δυνάμεων και της ενεργητικότητας. Ο ασθενής με κατάθλιψη νιώθει σαν να τον έχουν εγκαταλείψει οι δυνάμεις του, αισθάνεται κουρασμένος όλη την ώρα και γι' αυτό πολλές φορές κάθεται και δεν κάνει τίποτα. Μερικοί ασθενείς μπορεί από την άλλη να εμφανίζουν έντονη ανησυχία και άγχος, σαν κάτι κακό να πρόκειται να συμβεί.
5) Αδυναμία συγκέντρωσης, σκέψης, μνήμης ή λήψης αποφάσεων. Ο ασθενής με κατάθλιψη δεν μπορεί να συγκεντρωθεί εύκολα. Το μυαλό του φαίνεται να είναι απασχολημένο με άλλες ιδέες και σκέψεις.
6) Αίσθημα ενοχής και αυτομομφής. Ο ασθενής με κατάθλιψη τυπικά πιστεύει ότι φταίει ο ίδιος για την τροπή που έχει πάρει η ζωή του και ότι όλα είναι δικό του λάθος. Νιώθει ότι η κατάσταση που περνάει είναι σαν ένα είδος τιμωρίας για πράγματα που έκανε στο παρελθόν. Μπορεί να νιώθει ότι δεν αξίζει τίποτε ως άνθρωπος ή ότι είναι ένα μηδενικό.
7) Σκέψεις αυτοκαταστροφής (τάσεις αυτοκτονίας). Μερικές φορές ο ασθενής νιώθει τόσο απελπισμένος και αβοήθητος που μπαίνουν στο μυαλό του ιδέες αυτοκτονίας. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι αυξημένος σε ασθενείς με σοβαρή κατάθλιψη.
8) Γενικά σωματικά συμπτώματα. Πολλοί ασθενείς με κατάθλιψη αναφέρουν μια ποικιλία από σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκεφάλους, πόνους στο σώμα, προβλήματα στο γαστρεντερικό σύστημα κ.λπ.
Πάντως, δεν είναι ανάγκη να έχει κανείς όλα τα συμπτώματα για να θεωρηθεί ότι πάσχει από κατάθλιψη. Οι ειδικοί θεωρούν ότι πέντε ή περισσότερα από αυτά φτάνουν για να γίνει η διάγνωση ή ακόμη ότι ένα επαναλαμβανόμενο σοκ μπορεί να οδηγήσει σε καταθλιπτικά συμπτώματα.

2. Η απώλεια και ο θρήνος

Για να επανέλθουμε, σε ό,τι αφορά τον ρόλο του συναισθήματος, μπορούμε να πούμε, ως γενική αρχή, ότι τα συναισθήματα που βιώνει η κοινωνία μπορούν να πάρουν τη μορφή της οργής, αλλά χωρίς κοινωνικό όραμα χειραφέτησης το πιο πιθανό είναι ότι θα ηττηθεί, εντείνοντας ακόμη περαιτέρω την απώλεια και τον θρήνο.

Είναι γεγονός ότι πρώτος ο Φρόιντ μίλησε για την απώλεια και τον θρήνο και τον ρόλο τους στην κατάθλιψη. Σύμφωνα με τη φροϊδική θεώρηση, η κατάθλιψη αποτελεί έκφραση οργής προς τον εαυτό μας, εξαιτίας, για παράδειγμα, ενός αντικειμένου που έχει χαθεί.[2]  Μάλιστα, η κατάθλιψη συχνά συνδέεται με γεγονότα ζωής που για το άτομο σηματοδοτούν, έμμεσα ή άμεσα, την αίσθηση της απώλειας.

Εδώ τίθεται ένα καινούργιο ερώτημα: τι είναι η απώλεια;

Στον καθημερινό μας λόγο, την απώλεια, τη συνδέουμε με τη στέρηση για κάτι που είχαμε και με την αποτυχία να το κρατήσουμε ή να αποκτήσουμε κάτι. Κατά συνέπεια, η απώλεια κάποιου πράγματος μας βάζει σε μια διαδικασία θρήνου, ο οποίος έχει συγκεκριμένη λειτουργία με συναισθήματα θυμού, κυνικής διάθεσης, ενοχών και, τέλος, αποδοχής του γεγονότος.

Ο λόγος που τα αναφέρουμε όλα αυτά είναι για να δείξουμε ότι και η απώλεια της εργασίας δεν είναι τίποτε άλλο από μια μορφή θρήνου. Συγκεκριμένα, διάφορες έρευνες έχουν δείξει τις διάχυτες επιπτώσεις της απώλειας της εργασίας στην ψυχοκοινωνική λειτουργία του ατόμου, όπως δείχνει η μειωμένη αίσθηση αξίας και αυτοεκτίμησης, καθώς επίσης τα αυξημένα επίπεδα κατάθλιψης, απομόνωσης, άγχους, θυμού, διαπροσωπικής βίας, τάσεων για αυτοκτονία κλπ.[3] Και, όπως κάθε απώλεια έτσι και η απώλεια της εργασίας απαιτεί βίωση του θρήνου, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί και χρόνο για να αντεπεξέλθει κάποιος στα συγκεχυμένα συναισθήματα που συνδέονται με την απώλεια της εργασίας.[4]

Σύμφωνα με τη ψυχανάλυση, «όταν το άτομο έρχεται σε επαφή με την απώλεια του αντικειμένου, ξυπνά μέσα του η ανάγκη για συμβολισμό και για δημιουργία συμβόλων. Άρα λοιπόν το σύμβολο γίνεται υποκατάστατο του χαμένου αντικειμένου.
[…] Το σύμβολο υποκαθιστώντας το χαμένο αντικείμενο χρησιμοποιείται για να εκφράσει την επιθυμία, τον φόβο, την οδύνη και την αναπόφευκτη μοίρα για καταστροφή μέσω θανάτου».[5]

Όμως, σε αντίθεση με την απώλεια που οφείλεται σε θάνατο, ένα επιπρόσθετο πρόβλημα που βιώνει ένας άνεργος είναι ότι δεν υπάρχει μια ανάλογη τελετουργία ή συμβολισμός (όπως είναι, για παράδειγμα, η τελετή του θανάτου, το μνημόσυνο κλπ.), που να μπορεί να αναγνωρίζει την αντίστοιχη απώλεια της εργασίας και να παρέχει μια κοινωνικά αποδεκτή περίοδο θρήνου και προσαρμογής σε αυτήν την κατάσταση που βιώνει.[6] Έτσι, λοιπόν, λόγω της οικονομικής κρίσης, χάνοντας πολλά από αυτά που είχαμε στη ζωή μας, νιώθουμε θυμό, φόβο, αγωνία. «Ψάχνουμε για καινούργια σύμβολα, για νέες αξίες και ταυτόχρονα θέλουμε να αγκιστρωθούμε σε ό,τι είναι γνώριμο, ασφαλές και οικείο». Τελικά, κατά πώς φαίνεται, μόνο η κινητοποίηση, η δημιουργικότητα και «η προσπάθεια του ατόμου να χτίσει μια διαφορετική εμπειρία σε σχέση με το αγαπημένο μα και απολεσθέν αντικείμενο και με το χαμένο κομμάτι του εαυτού του»[7] είναι οι κινητήριες δυνάμεις, οι οποίες λειτουργούν ρυθμιστικά και επανορθωτικά.
   

3. Από την ασθένεια στα στοιχεία σθένους

Σήμερα, ζούμε σε μια ψυχολογική αβεβαιότητα, οικονομική, πολιτική, κοινωνική, περιβαλλοντική και πολιτιστική.

Σίγουρα, η κρίση πυροδοτεί όλες τις τάσεις της εξατομίκευσης, σε συνθήκες όπου, όπως επισημαίνει ο Σ. Μιχαήλ, «…προάσπιση του ατομικού συμφέροντος και εξατομίκευση ταυτίζονται».[8]
Σίγουρα, η ασθένεια που μολύνει περισσότερο κόσμο είναι η μαζική κοινωνική κατάθλιψη, επειδή ο καπιταλισμός παράγει μια βαθιά ανασφάλεια και στεναχώρια, η οποία εμφανίζεται ως κατάθλιψη.
Σίγουρα, η κοινωνία βιώνει την επίθεση στο βιοτικό της επίπεδο και την αύξηση της ανεργίας ως απώλεια όλων των προηγούμενων σχέσεων και κατακτήσεων. Και η απώλεια, όπως αναφέραμε παραπάνω, μας βάζει σε μια διαδικασία θρήνου, με όλα τα χαρακτηριστικά που αυτός έχει (συναισθήματα θυμού, άγχους, ενοχών, κυνικής διάθεσης, οργής προς τον εαυτό μας, μειωμένης αίσθησης αυτοεκτίμησης, τάσεις για απομόνωση). Όμως, μαζί με τον θρήνο έρχεται, στο τέλος, και η αποδοχή της απώλειας, η οποία αποτελεί την πορεία προς τη διαδικασία της λύτρωσης.

Σίγουρα, η κρίση δείχνει μια κοινωνία που ασθενεί. Και όπως γνωρίζουμε, ασθένεια σημαίνει έλλειψη σθένους.

Από την άλλη μεριά, επειδή η κρίση συνθλίβει τις ανθρώπινες ζωές και αφήνει κοινωνικά ερείπια, εντούτοις μέσα στην επεκτεινόμενη κοινωνική έρημο, αρχίζουν και αναπτύσσονται, μαζί με τη συσσώρευση της λαϊκής οργής και του θυμού, τα σπέρματα μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης, καθώς και νέων κοινωνικών σχέσεων, μέσα από μορφές αυτο-οργάνωσης και κοινωνικής αλληλεγγύης. Δηλαδή, ο ασθενής οργανισμός αρχίζει να αντιδρά, με διαφόρους ηχηρούς τρόπους, δείχνοντας στοιχεία σθένους, και άρα δύναμης, προκειμένου να διεκδικήσει ένα καλύτερο επίπεδο υγείας. Και αυτό μπορεί να συμβεί, μόνο, αν φωτισθεί η ασθένεια, μόνο αν η ασθένεια γίνει πορεία προς την αυτογνωσία, επειδή η ασθένεια δίνει πάντα στον άνθρωπο τη δυνατότητα να λυτρωθεί.[9] Στο κοινωνικό επίπεδο, μας βοηθάει να αμφισβητήσουμε τις μέχρι τώρα εικόνες, τις απόψεις, τις ιδέες και τις πρακτικές μας.

Με πιο απλά λόγια, η κρίση δεν είναι μόνο καταστροφή, αλλά είναι και μετάβαση. Μπορεί να γίνει αφορμή για συνειδητοποιήσεις και προβληματισμούς που πριν δεν ήταν εφικτοί και να αποτελέσει το έναυσμα μιας δημιουργικής επιθυμίας για αλλαγή και συνεργασία, καθώς επίσης να προσφέρει νέες δημιουργικές ιδέες και τρόπους για την υλοποίησή τους. Γι’ αυτό, βλέπουμε να ξεσπούν συνεχώς αγώνες από διαφορετικά, κάθε φορά, κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες μισθωτών. Φοιτητές, ταξιτζήδες, φορτηγατζήδες, εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στη ΔΕΗ, στα λιμάνια, στα εργοστάσια και αλλού, προσπαθούν να κρατήσουν τα κεκτημένα τους και να εμποδίσουν τη βίαιη αναδιάρθρωση της ζωής τους και των παιδιών τους. Γι’ αυτό βλέπουμε την κοινωνία να αντιδρά με διάφορες μορφές και τρόπους (μορφές αλληλεγγύης, κοινωνικά παντοπωλεία, κοινωνικά ιατρεία, λαϊκά φροντιστήρια, κοινωνικά ωδεία, αυτο-διαχειριζόμενοι χώροι κλπ.).

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι αγώνες χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα και χαμηλή προσπάθεια να συνδεθούν με άλλα αγωνιζόμενα τμήματα της κοινωνίας, καθώς επίσης και από έλλειψη προοπτικής.

Συμπερασματικά, η οικονομική κρίση, μόνο εν δυνάμει και σε τελική ανάλυση, μπορεί να συμβάλει στη μεταστροφή της κοινωνικής συνείδησης σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, με την έννοια ότι η κρίση, εκτός από αυτο-διορθωτικός μηχανισμός αυτοσυντήρησης της κεφαλαιακής σχέσης, ενσωματώνει τη δυνατότητα της βίαιης ανατροπής του κεφαλαίου, σύμφωνα με τον Μαρξ.[10] Αλλά, αυτό είναι μια δυνατότητα, η οποία προϋποθέτει να συντρέχουν και άλλοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι καταρχήν, η επιθυμία να θέλει η ίδια η κοινωνία να χειραφετηθεί, επειδή η επιθυμία για αλλαγή καθώς και η επιθυμία για συνεργασία είναι βασικοί βοηθητικοί παράγοντες για τη χειραφέτηση και κατά δεύτερον, χρειάζεται να δοθεί έμφαση και στο βίωμα. Κι αυτό επειδή η κίνηση και η συνείδηση της κοινωνίας δεν ακολουθούν ποτέ μια ευθύγραμμη πορεία.


4. «Όλοι μαζί». «Κανείς μόνος του στην κρίση»

Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να τεθούν κάποια ερωτήματα προς προβληματισμό: 1) Η επανάσταση της καθημερινής ζωής μπορεί να γίνει βιωματική; Εν συνεχεία, μπορούμε να τη μεταφέρουμε στην καθημερινή μας εμπειρία;
2) Μπορούμε να αλλάξουμε τους όρους των σχέσεών μας με την κεντρική εξουσία, αλλάζοντας τους τρόπους αντιπαράθεσης μαζί της και να τη χτυπήσουμε στο αδύνατο σημείο της, το οποίο είναι η δημιουργία μορφών αλληλεγγύης, κοινοτισμού, εναλλακτικών μορφών στην υγεία, την εκπαίδευση, την ενέργεια, τις καλλιέργειες κλπ.;
3) Μπορούμε να αναδείξουμε το τοπικό και την άμεση δημοκρατία;
4) Μπορούμε να αυτό-διαχειριστούμε τις επιχειρήσεις που κλείνουν;
5) Μπορούμε να δημιουργήσουμε μορφές αντι-εξουσίας και ενός διαφορετικού πολιτισμού;
6) Μπορούμε ως προς το συγκεκριμένο και καθημερινό να προτείνουμε και να κάνουμε κάτι στην πράξη;
7) Μπορούμε να θέσουμε στόχους πιο ταπεινούς, αλλά σε σταθερές βάσεις, δημιουργώντας συνεχώς ρωγμές; Για παράδειγμα, η ανεργία σε συνθήκες κρίσης είναι ο βασικότερος τρόπος εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Άρα, είναι ζήτημα στρατηγικής σημασίας για τις δυνάμεις της εργασίας. Υπό αυτήν την έννοια, το ζήτημα της κατανομής του χρόνου εργασίας και άρα η τιμή, δηλαδή ο βασικός μισθός, αποτελούν βασικά αιτήματα συσπείρωσης και διεκδίκησης.

Μια πρώτη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι, κατ' αρχάς, να ξεπεραστεί η νοοτροπία του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».
Η δημιουργία των όρων συνείδησης και αλληλεγγύης, η οποία λέει ότι «κανείς μόνος του στην κρίση», προβάλλοντας ουσιαστικά το αίτημα «όλοι μαζί», συμβάλλουν στην ανάδειξη νέων κοινωνικών αξιών, που τόσο πολύ έχουν λείψει από τη ζωή μας. Διότι, «…η δυσκολία, ο πόνος αφορούν όλο και περισσότερους και προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία να απευθυνθούμε στους ανθρώπους γύρω μας. Είναι ευκαιρία να συναντηθούμε…».[11] Κατά συνέπεια, η αναγνώριση των δυνατοτήτων μας και η μετατροπή τους σε μορφές αλληλεγγύης και εφευρετικότητας, η σύναψη στενών σχέσεων με τους συνανθρώπους μας, η επαφή με την τέχνη και τον πολιτισμό, η διατήρηση του ερωτισμού, οι νέες μορφές κοινωνικής οικονομίας και τα διάφορα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης είναι ό,τι έχουμε, ώστε να υπάρχει εκ νέου αναγέννηση και δημιουργία.
Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μεγάλη οργή και θυμός, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει φόβος και ανασφάλεια που εντείνουν τις ιδιωτικές επιλογές απομόνωσης και κάνουν τους ανθρώπους πιο ευάλωτους στις επιθέσεις των κρατούντων. «Φτωχαίνω, έχασα τη δουλειά μου… δεν έχω να πληρώσω χαράτσια και λογαριασμούς, ακούω πόσο άσχημα είναι τα πράγματα και πόσο χειροτερεύουν… Τι μπορώ να κάνω; Για τον καθένα αυτό είναι διαφορετικό κι έχει να κάνει με τα θέλω του, τις δυνατότητές του, τις αξίες του, το προσωπικό νόημα στη ζωή… Μπορεί να είναι από το να αναζητήσει μια άλλη δουλειά, να αλλάξει τρόπο ζωής, να επιλέξει από πού ενημερώνεται, τι συζητάει και με ποιους, μέχρι το να πάει να ζήσει σε έναν άλλο τόπο, να μεταναστεύσει, να μάθει να ζει με λιγότερα, να αναζητήσει άλλους ανθρώπους που περνούν το ίδιο με εκείνον, να διεκδικήσει, να βγει στον δρόμο, να συναντήσει κόσμο… να κάνει κάτι…».[12]
Αν, λοιπόν, το βασικό στοιχείο ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε κατάθλιψη είναι η θέληση και η διάθεσή του να κινητοποιηθεί, δηλαδή η θέληση να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα, να αναθεωρήσει διαπροσωπικά ζητήματα, να ανακατασκευάσει την αίσθηση εαυτού, να ενημερώνεται για τα συναισθήματα των άλλων, καθώς επίσης η επιθυμία του για αλλαγή, το αίσθημα ευθύνης και η επιθυμία για συνεργασία,[13] τότε κάτι ανάλογο είναι απαραίτητο να συμβεί σε επίπεδο κοινωνικού σώματος, ώστε να ξεπεραστεί η μαζική κοινωνική κατάθλιψη. Αντίθετα, η απόπειρά μας να αντισταθούμε στην αλλαγή και να μη συμμετέχουμε συνειδητά σ’ αυτή, ώστε να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας, προκαλεί μεγάλο πόνο και δυστυχία, επειδή ακριβώς βασίζεται στην επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, η οποία όμως έχει παρέλθει. Και αυτό συμβαίνει επειδή η αντίστασή μας στην αλλαγή οφείλεται στον φόβο και την αβεβαιότητα που τη συνοδεύει. «Όταν φοβόμαστε την φτώχια, στην ουσία φοβόμαστε την οικονομική αλλαγή στη ζωή μας σε σχέση με αυτό που ξέραμε ή πιστεύαμε ότι είμαστε ικανοί να αποκτήσουμε. Όταν φοβόμαστε ότι δεν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας τα βασικά, στην ουσία φοβόμαστε την ντροπή που νιώθουμε ή θα νιώσουμε γιατί δεν καταφέραμε να κάνουμε το καλύτερο ως γονείς και ούτω καθ’ εξής. Στην ουσία όμως, οι άνθρωποι γενικά κάθε μέρα κάνουν το καλύτερο που μπορούν βάσει της γνώσης και της αντίληψής τους. Κάθε μέρα σηκωνόμαστε από τα κρεβάτια μας και παλεύουμε ο καθένας με τον τρόπο του. Στο τέλος της ημέρας, όλοι κάνουμε τον απολογισμό μας είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι. Δρούμε πάντα στο επίπεδο που μπορέσαμε να τιθασεύσουμε τις όποιες ανασφάλειες και τους φόβους μας».[14] Όμως, όταν φοβόμαστε, εμποδίζουμε την πραγματική αλλαγή, η οποία προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι νέο και καλύτερο που ποτέ δεν είχαμε πριν.

Κατά συνέπεια, η επίγνωση του φόβου και γενικά του προβλήματος «είναι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή. Όταν εντοπίσουμε το πρώτο αυτό βήμα, μπορούμε να προχωρήσουμε στο δεύτερο που είναι η ‘’επιθυμία να αλλάξουμε’’ και μετά στο τρίτο που είναι η ‘’πίστη’’ ότι η αλλαγή μπορεί να επέλθει», κάνοντας έτσι την επιλογή να γίνουμε μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Από εμάς εξαρτάται[15] Γι’ αυτό ακριβώς μιλάμε για συνειδητή επιθυμία για αλλαγή και άρα δημιουργικότητα, ως μια προσπάθεια του ατόμου να χτίσει μια νέα και διαφορετική εμπειρία σε σχέση με αυτό που έχει απολέσει.
Ήδη, κοινωνικοί φορείς και συλλογικότητες, σε όλη την Ελλάδα, αυτο-οργανώνονται, αναλαμβάνουν δράσεις σε διάφορα επίπεδα και συνδέονται μεταξύ τους, καθώς και με άλλους κοινωνικούς αγώνες, όπως του εργατικού κινήματος. Νέες μορφές δράσης ξεπηδούν σε πολλές περιοχές: από ανταλλακτικά παζάρια και συλλογικές κουζίνες, μέχρι κοινωνικά στέκια, κοινωνικά ιατρεία, λαϊκά φροντιστήρια και αυτο-διαχειριζόμενοι χώροι εργασίας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια κοινωνική οικονομία της αλληλεγγύης, από τα κάτω, με σκοπό το σπάσιμο του απομονωτισμού, της μελαγχολίας και της απαισιοδοξίας.
Αυτά όλα είναι αναγκαία να επεκταθούν και να ενισχυθούν.
Τέλος, η δημιουργία Συμβουλευτικών Κέντρων Κοινωνικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης Εργαζομένων και Ανέργων, καθώς επίσης και η δημιουργία κινήσεων και επιτροπών κατά της ανεργίας και της εργασιακής επισφάλειας, είναι βασικοί παράγοντες που θα στηρίξουν και θα διεκδικήσουν για τα μέλη της κοινωνίας που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.[16]


[1] Από την αλληλεπίδραση αυτών των παραγόντων διαταράσσεται η βιοχημεία του εγκεφάλου. Μία τέτοια διαταραχή είναι η μείωση των αποθεμάτων ορισμένων νευροδιαβιβαστών, όπως είναι η σεροτονίνη και η νοραδρεναλίνη. Οι νευροδιαβιβαστές είναι χημικές ουσίες που χρησιμοποιούν τα κύτταρα  για να επικοινωνούν μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, η ανεπάρκεια ορισμένων νευροδιαβιβαστών έχει ως αποτέλεσμα την «προβληματική» επικοινωνία μεταξύ των κυττάρων του εγκεφάλου.

[2] Ι.Μ. Μιχόπουλος – Γ.Μ. Ζέρβας, «Ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις της κατάθλιψης», περιοδικό Ψυχιατρική, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009, τόμος 20, τεύχος 3, σελ. 212.
[3] Για περισσότερα δες Δ. Κατσορίδας – Γ. Λεχουρίτης, «Οι Κοινωνικές και Ψυχολογικές Επιπτώσεις της Ανεργίας». Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εγκέφαλος, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010, τόμος 47, τεύχος 4, καθώς και στο περιοδικό Ενημέρωση (μηνιαία έκδοση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), Δεκέμβριος 2010, τεύχος 178.
[4] R.A. Neimeyer, Ν’ αγαπάς και να χάνεις. Αντιμετωπίζοντας την απώλεια, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2006, σελ. 58.
[5] Νόρα Κοντοστεργίου, «Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια. Όψεις της δημιουργίας και της καταστροφής», περιοδικό BIOnews, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2011, τεύχος 97.
[6] R.A. Neimeyer, Ν’ αγαπάς και να χάνεις…, ό.π., σελ. 58-59.
[7] Νόρα Κοντοστεργίου, «Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια…», ό.π.
[8] Σ. Μιχαήλ, «Grece Generale!», εφημερίδα Νέα Προοπτική, 21-1-2012, φύλλο 518.
[9] Γ. Κουνατιάδης, «Ο λόγος της ασθένειας», περιοδικό Ομοιοπαθητικά Νέα, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2011, τεύχος 22.
[10] Σ’ αυτό το σημείο, η εν λόγω παρατήρηση οφείλεται στον Σάββα Μιχαήλ, ο οποίος την έκανε στο άρθρο των Γ. Οικονομάκη, Μάνιας Μαρκάκη, Α. Αναστασιάδη και Γ. Παπαλεξίου, «ΗΠΑ – Ελλάδα: Όψεις της καπιταλιστικής κρίσης», περιοδικό Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2010, τρίτη περίοδος, Νο 1, σελ. 19-42. Επίσης, βλέπε και στο Κ. Μαρξ, Grundrisse, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1990, σελ. 575-576.

[11] Α. Σαμπαζιώτης, «Στο κλουβί της συλλογικής μας ‘’νεύρωσης’’», εφ. Ελευθεροτυπία (ένθετο: «υγεία & διατροφή»), 17-12-2011.
[12] Α. Σαμπαζιώτης, «Στο κλουβί της συλλογικής μας ‘’νεύρωσης’’», ό.π.
[13] Ι.Μ. Μιχόπουλος – Γ.Μ. Ζέρβας, ό.π., σελ. 217.
[14] Ξένια Ιωαννίδου, «Η αναγνώριση του φόβου», Holistic Life, Μάρτιος-Απρίλιος 2012, τεύχος 48.
[15] Ξένια Ιωαννίδου, ό.π.
[16] Δες Δ. Κατσορίδας – Γ. Λεχουρίτης, «Οι Κοινωνικές και Ψυχολογικές Επιπτώσεις της Ανεργίας», ό.π.


Ο Δημήτρης Κατσορίδας είναι υποψήφιος διδάκτωρ στo Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Το εν λόγω κείμενο αποτέλεσε εισήγηση σε Επιστημονικό Συνέδριο, που διοργάνωσε το ΤΕΙ Μεσολογγίου (Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας), στις 10 και 11 Νοεμβρίου 2011, με γενικό τίτλο: «Η Ευρώπη και η Ελλάδα μετά την εκδήλωση της κρίσης». Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ενημέρωση» (μηνιαία έκδοση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), Απρίλιος 2012, τεύχος 193. 

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Χρήστος Καρακέπελης «Άνθρωποι, καύσιμα στη μηχανή του πλούτου» – Συνέντευξη στην Βίκυ Στρατάκη, από το ΜΟΝΟ #3




Photos: Σεμίρα Μανωλάκη & Γιάννης Λάσκαρης
Η Πρώτη Ύλη το ντοκιμαντέρ του Χρήστου Καρακέπελη που μιλά για όλη το παρασκήνιο και την εξαθλίωση πίσω από τους scrappers – τους συλλέκτες μετάλλων που όλοι καθημερινά κάνουμε πως δεν βλέπουμε – είναι εξαιρετικό. Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη για το ντοκιμαντέρ και οι απαντήσεις του φανερώνουν έναν βαθιά σκεπτόμενο δημιουργό και κυρίως έναν ευαίσθητο άνθρωπο.
- Ξέροντας ότι η ιδέα και η αρχή των γυρισμάτων για την Πρώτη Υλη πάει κάποια χρόνια πίσω, τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο θέμα σε μια εποχή που ακόμη δεν είχε την εξάπλωση και την ορατότητα στην πόλη που έχει σήμερα λόγω και της κρίσης;
Για να έχει ορατότητα το βλέμμα πρέπει πρώτα να έχει ορατότητα η ψυχή. Αν έχει ορατότητα η ψυχή σου, θα βρεθεί ο τρόπος να αποκτήσει ορατότητα και το βλέμμα σου. Τα τακτικά μου περάσματα από την περιοχή του Ταύρου έβαλαν αυτούς τους ανθρώπους και τις διαδρομές τους μέσα στην καθημερινότητά μου. Όντας άνεργος, ένιωθα κι εγώ στο περιθώριο της ζωής, ανύπαρκτος όπως κι εκείνοι. Δεν είχαν τίποτα άλλο πέρα από το σώμα τους. Ήταν απόλυτα εκτεθειμένοι στην κάθε μέρα. Προσεύχονταν στην Τύχη όπως κι εγώ. Τα εφήμερα συναπαντήματα με τα τρίκυκλα, η σκληρή δουλειά που έβλεπα, το ένα σουβλάκι που έβγαινε σαν ανταμοιβή στο τέλος της μέρας τους, καλλιέργησαν ένα συναίσθημα αλληλεγγύης μαζί τους και ταυτόχρονα έφεραν στην επιφάνεια την αρχετυπική αξία της χειρωνακτικής δουλειάς που γνωρίζω από παιδί μιας και ο πατέρας μου ήταν αγρότης. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Μόνο από τις αισθήσεις και τα συναισθήματα.
- Βλέπουμε στην ταινία τους scrappersμε τρίκυκλα. Σήμερα κυριαρχούν σε πολλές περιοχές τα καροτσάκια σουπερμάρκετ ακόμα και γυναίκες με καροτσάκια μωρών. Τι σημαίνει αυτός ο πολλαπλασιασμός, ακόμα περισσότερη εκμετάλλευση και μηδενικό μεροκάματο;
Ο Μπέκετ λέει πως η ποσότητα των δακρύων δυστυχίας και ευτυχίας είναι σταθερή σε αυτόν τον κόσμο. Όσο περισσότεροι τώρα σπαράζουν, τόσο λιγότεροι γελούν περισσότερο από ποτέ.
Οι απελπισμένοι άνθρωποι είναι το καλύτερο καύσιμο στη μηχανή του πλούτου. Είναι πάμφθηνο, δεν ρυπαίνει, με την έννοια ότι δεν έχει τη δύναμη να στιγματίσει το σύστημα, είναι ανεξάντλητο. Το κράτος έχει διαλυθεί. H εξαθλίωση των ανθρώπων μεταφράζεται αυτή την ώρα σε ακόμα μεγαλύτερα κέρδη για το κεφάλαιο.
 Ο Μπέκετ λέει πως η ποσότητα των δακρύων δυστυχίας και ευτυχίας είναι σταθερή σε αυτόν τον κόσμο. Όσο περισσότεροι τώρα σπαράζουν, τόσο λιγότεροι γελούν περισσότερο από ποτέ. Ο κόσμος έχει πάψει να καταναλώνει και άρα να αποβάλλει με την πρότερη ευκολία. Αυτό που χρειαζόταν η χαλυβουργία και το έβρισκε από εκατό ανθρώπους που μάζευαν ψυγεία και κουζίνες, συνεχίζει να το έχει αλλά από χίλιους ανθρώπους πια που μαζεύουν ένα σύρμα μπουγάδας ή ένα πόμολο ή ακόμα και ένα καρφί. Η συλλογή ογκωδών μεταλλικών αντικειμένων έχει πεθάνει, γιατί τέτοια αντικείμενα σπάνια πετιούνται πλέον. Μπροστά σε αυτό το δεδομένο, αυτή η αγορά αναδιπλώθηκε ακαριαία.
 Όταν υπήρχε πληθώρα αντικειμένων οι συλλέκτες δεν έμπαιναν στον κόπο να σκαλίσουν έναν κάδο ως τον πάτο ή να ανοίξουν τις σακούλες των σκουπιδιών. Οι νέοι συλλέκτες το κάνουν. Φυσικά όλη αυτή η πληθώρα ανθρώπων όχι μόνο μετατοπίζει τον τρόπο δουλειάς, αλλά και τις τιμές. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που παραδίδουν μικροποσότητες αντί κάποιων λιγότερων που παρέδιδαν μπόλικα κιλά σπάνε τις ελάχιστες έστω κατακτήσεις που σε προσωπικό επίπεδο μπορεί να κατάφερενε κάποιος μέσα από την τακτική τροφοδοσία μιας μάντρας.

- Πώς βλέπετε την Αθήνα σήμερα και τους ανθρώπους της;
Η κατάσταση στο κέντρο είναι άθλια, αλλά ταυτόχρονα θεωρώ ελπιδοφόρο το ότι αυτή η αθλιότητα είναι εκτεθειμένη στα μάτια όλων μας, έτσι που να μην μπορούμε να αποδράσουμε από αυτήν, να αναγκαζόμαστε να συλλογιζόμαστε και να δρούμε. Θα ήταν ακόμα χειρότερο να έχει εξοβελιστεί κάπου μακριά και να μη μας αφορά. Η αθλιότητα αυτή είναι προϊόν συνευθύνης. Ελάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να μιλούν για καθεστώς ανομίας, την οποία επέτρεψε το κράτος. Γιατί υπό καθεστώς ανομίας κι αυτοί οι ίδιοι έβαλαν στη δούλεψή τους τους μετανάστες, όρισαν τις ώρες εργασίας, τη μαύρη εργασία, τα ημερομίσθια, τις ρατσιστικές προσβολές. Ανέκαθεν, όλοι οι μετανάστες, ακόμα και οι λεγόμενοι νοικοκυραίοι, ζούσαν ανάμεσά μας υπό καθεστώς οριακής ανοχής και μόνο στο βαθμό που μας έκαναν τη δουλειά.
 Όσο για τον υπόκοσμο, κάπως πρέπει κι αυτός να έχει το εργατικό του δυναμικό. Οι Έλληνες εγκατέλειψαν την παρανομία όπως και όλα τα άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα. Αν ζούσε ο Ηλίας Πετρόπουλος θα έγραφε σήμερα για μετανάστες του υποκόσμου. Το εμπόριο ναρκωτικών και το εμπόριο λευκής σάρκας υπήρχαν πάντα και το έτρεχαν κάποιοι από εμάς. Κι ακόμα, τα μεγάλα αφεντικά κάποιοι από εμάς είναι. Τα εργατικά χέρια είναι που αλλάζουν, όπως και ο βαθμός έκθεσης της παράνομης δραστηριότητας σε δημόσια θέα. Αυτό κατά τη γνώμη μου οφείλεται και σε αυτή την περίπτωση στη μη-ταυτότητα των μεταναστών, δηλαδή σε μία συνείδηση μη-ύπαρξης που ενδύονται με το που μπαίνουν σε ένα κράτος που κάνει πως δεν τους βλέπει. Ανθρωπολογικά βρίσκω πολύ εύστοχη αυτή τη γύμνια της ανθρώπινης πτώσης που βλέπει σήμερα κανείς στην πόλη μας. Το έργο στο οποίο παίζουμε όλοι μας είναι πολύ σκληρό και η ωμότητα στη σκηνική του απόδοση είναι η φυσική συνέπεια.
Όπως στην τέχνη, έτσι και στη ζωή, τα εκφραστικά μέσα προσαρμόζονται στις κοινωνικές συνθήκες. Κι εγώ σε όλο αυτό, πριν από οποιαδήποτε σκοπιμότητα βλέπω την ίδια τη σκηνοθεσία που πηγάζει από τη ζωή πάνω σε ένα έργο σύγχρονου ρεπερτορίου. Και έπειτα, υπάρχει και η μερίδα εκείνων που όσο οι μετανάστες ήταν μια γραφική νότα στο κέντρο της πόλης, ένιωσαν όμορφα να ζουν εκεί. Αγόρασαν παλιά σπίτια, έχτισαν lofts, άνοιξαν μαγαζιά και έβρισκαν πολύ προχωρημένο το να κυκλοφορούν εκεί. Όσο οι «άλλοι» μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν πολυεθνικό σκηνικό για τη ζωή τους όλα ήταν μια χαρά. Καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και όποιος αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως προοδευτικό μετοίκισαν στις υποβαθμισμένες συνοικίες. Όμως οι άνθρωποι δεν είναι σκηνικό. Όταν αρχίζουν να κάνουν παραπάνω θόρυβο στον δρόμο, όταν κλέβουν γιατί δεν έχουν να φάνε, όλοι θέλουν να τους διώξουν και ζητούν κάποιος να κάνει κάτι. Ποιος;
Όταν αρχίζουν να κάνουν παραπάνω θόρυβο στον δρόμο, όταν κλέβουν γιατί δεν έχουν να φάνε, όλοι θέλουν να τους διώξουν και ζητούν κάποιος να κάνει κάτι. Ποιος;
Αντικείμενα του ίδιου διωγμού από το κέντρο δεν είναι όμως μόνο οι μετανάστες. Είναι και οι αυτόχθονες Έλληνες κάτοικοι που πληρώνονται για να την κάνουν. Τελικά, το κέντρο θα ανήκει σε αυτούς που έχουν να τα ακουμπήσουν; Στην avant-garde της χώρας που τα έχει, που μπούχτισε στις αστικές της γειτονιές και ψάχνει για νέες κοινωνικές εμπειρίες; Το real estate είναι το τελευταίο που θέλω να κατηγορήσω. Η αγορά προσαρμόζεται στις τάσεις και τα κοινωνικά δεδομένα που προηγούνται.
- Πώς προσεγγίσατε τους συμμετέχοντες στο ντοκιμαντέρ ώστε αφενός στούν μαζί σας, αλλά και να μην περάσει στους θεατές το ντοκιμαντέρ ως μια ματιά «συμπόνιας» και «συμπάθειας» σε μια αόρατη ομάδα ανθρώπων; Μετά το πέρασμα του χρόνου και τη δημιουργία δεσμών μεταξύ του ντοκιμαντερίστα και των συμμετεχόντων, πώς αφήσατε πια πίσω σας την Πρώτη Ύλη και τι σας έμεινε από τα πέντε περίπου, αν δεν κάνω λάθος, χρόνια δουλειάς;
Ο λόγος για τον οποίο θέλω να κάνω ντοκιμαντέρ είναι γιατί ακόμα ζει μέσα μου αυτή η ουτοπική ιδέα που έχουμε μέσα μας όταν είμαστε παιδιά: ότι γίνεται να γνωρίσουμε όλους τους ανθρώπους του κόσμου. Διψάω να συναντώ ανθρώπους σε κάθε στιγμή της ζωής μου. Αυτό είναι μια πηγαία ανάγκη, μια δίψα ειλικρινής που, νομίζω, οι άλλοι άνθρωποι που συναντώ νιώθουν την παιδικότητά της. Στην περίπτωση ειδικά των τσιγγάνων το δύσκολο ήταν πως δεν έπρεπε να κερδίσω την εμπιστοσύνη ενός προσώπου, αλλά ολόκληρης της κοινότητας. Η είσοδός μου στον καταυλισμό ήταν κάτι που τους αφορούσε όλους. Επέμεινα μαζί τους. Πήγαινα και ξαναπήγαινα για χρόνια. Έτσι που στο τέλος συνήθισαν να με βλέπουν μέσα στα πόδια τους και έπαψαν να ασχολούνται μαζί μου. Τα γεγονότα της ζωής μου και της ζωής τους άρχισαν να μπλέκονται μοιραία. Η επικοινωνία είναι μία φυσική κατάσταση για τους ανθρώπους. Όλα μέσα μας οδηγούν προς τη φιλία και το διάλογο. Οι φόβοι και οι αναστολές έχουν πάντα λιγότερο παρελθόν στην ύπαρξή μας από την ανάγκη συνεύρεσης και αργά ή γρήγορα υποχωρούν. Πρέπει να έχεις να κάνεις με πολύ αλλοτριωμένες συνειδήσεις και υπάρξεις για να πέφτεις πάντα σε τοίχο. Αυτές οι υπάρξεις εμένα δε με αφορούν. Είναι ούτως ή άλλως νεκρές.
 Οι άνθρωποι στον μαχαλά κατάλαβαν πολύ γρήγορα πως δεν είχαν να περιμένουν τίποτα από εμένα. Πως δεν είχα καμία δύναμη να τους αλλάξω τη ζωή. Άρχισαν να με βλέπουν έτσι όπως είμαι: σαν ένα αδέσποτο που ψάχνει να ενωθεί με μια αγέλη. Ενώθηκα με αυτή την περιπλανώμενη αγέλη. Εξοικειώθηκα με τον χώρο, τις οσμές, την έλλειψη νερού, το κρύο και τη ζέστη. Ό,τι εγείρει αυτά τα κλισέ οίκτου το πάλεψα με το να υπάρχω εκεί μέσα. Μέχρι που η ζωή εκεί μπόρεσε να γίνει στο βλέμμα μου μια ζωή αξιοπρέπειας που δεν ζητιανέυει συμπόνια αλλά της οφείλεται σεβασμός. Η επιλογή μου να ακούσω όλους τους ήρωες της ταινίας να μου μιλούν στις μητρικές τους γλώσσες είναι ένα από τα βασικά υλικά της ταινίας που υπερασπίζονται την αξιοπρέπεια τους.
Σε ένα περιβάλλον που τους αρνείται κάθε ταυτότητα και τους εκμεταλλεύεται απλά σαν «ξένους», χρησιμοποιώ τις πολλές, διαφορετικές γλώσσες για να υπερασπιστώ την αρχή πως κάθε ξένος είναι κι αυτός ένας άνθρωπος με ρίζες, με ιστορία, με παιδικά χρόνια, με όνειρα όπως εμείς. Τώρα πια είμαι για όλους ένας φίλος που έρχεται απ’ έξω. Με περιμένει πάντα κοντά τους ένα κέρασμα, τα νέα ενός γάμου, μιας γέννησης, ενός θανάτου, τα παράπονα για τις δυσκολίες της ζωής. Ο χρόνος που χρειάζεται πάντα κάποιος για να σε δεχθεί είναι ένας σοφά ορσιμένος χρόνος. Είναι μία διαδικασία μύησης που έχει λόγους τελικά να διαρκεί όσο διαρκεί. Μέσα στον χρόνο που κάποιος σε κρατάει έξω από την πόρτα του, έχεις όλο τον χρόνο να βεβαιωθείς αν υπάρχει σοβαρός λόγος που ζητάς να μπεις στη ζωή του. Την Πρώτη Ύλη δεν την έχω αφήσει ακόμα πίσω μου. Η ταινία σύντομα θα ζήσει μια νέα εμπειρία: την έξοδό της στις αίθουσες. Από τις 15 Μαρτίου θα παίζεται στον Μικρόκοσμο και στην Ταινιοθήκη.
Ακόμα πονάω γι’αυτήν και τρέχω γι’αυτήν. Θέλω να της δώσω την ευκαιρία να ζήσει και αυτό το πέρασμα. Οι άνθρωποι της Πρώτης Ύλης είναι δικοί μου άνθρωποι. Επικοινωνούμε και βλεπόμαστε. Ακόμα κι αν βρεθούμε πολύ μακριά δεν θα ξεχάσουμε ο ένας τον άλλο.
- Σήμερα η οργή για τη βρώμα πίσω από την καπιταλιστική συσσώρευση και τον τρόπο παραγωγής της υπεραξίας μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Πείτε μας κάτι παραπάνω για το πόσο «βολεύουν» τις χαλυβουργίες και το σύστημα κατ’ επέκταση οι scrappers. Οι σκηνές με τους Ινδούς εργάτες που εισέρχονται αργότερα στον κύκλο αυτόν είναι επίσης από τα συγκλονιστικά στην ταινία.
Σκεφτείτε πως η ταινία καταγράφει αυτή την πραγματικότητα μέσα σε μία χώρα της ζώνης του ευρώ και σκεφτείτε πως η αθλιότητα την οποία εκθέτει δεν σχετίζεται με τη σημερινή χρεοκοπία, αλλά με τη χρυσή εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, γιατί τότε ξεκίνησα τη δουλειά μου.
 Οι Ινδοί της ταινίας δανείστηκαν χρήματα για να έρθουν σε αυτή την «ολυμπιακή» Ελλάδα, διέσχισαν πολλά σύνορα με κίνδυνο να πεθάνουν και χωρίστηκαν για πάντα από τις οικογένειές τους. Αν δεν πεθάνουν από καρκίνο μέσα στο χυτήριο του Ασπρόπυργου, ίσως καταφέρουν να δουν τα παιδιά τους όταν πια οι ίδιοι θα έχουν εντελώς καταρρεύσει. Τόσο αυτοί όσο και όλοι οι άλλοι ήρωες της ταινίας έκαναν κάποια δουλειά στη φύση, άλλος ήταν αγρότης, άλλος μεγάλωνε και εμπορευόταν άλογα.
 Η Δύση, ο καπιταλισμός, σκηνοθέτησε εις βάρος τους ένα τεράστιο ψεύδος ευημερίας. Τους πούλησε την εικόνα ενός κόσμου όπου όλοι ζουν άνετα, όπου υπάρχουν σχολεία για όλα τα παιδιά, κοινωνικά επιδόματα, ιατρική περίθαλψη. Τα παράτησαν όλα και ήρθαν εδώ. Και εδώ βρήκαν την κόλαση. Οι Ινδοί, χωρίς χαρτιά, ζουν απομονωμένοι στις παρυφές του Ασπροπύργου, στον ίδιο χώρο που δουλεύουν και δεν βγαίνουν ούτε για να ψωνίσουν. Εξαρτώνται απόλυτα από το αφεντικό τους που τους προμηθεύει ό,τι χρειάζονται. Εγκλωβισμένοι μέσα στη φτώχεια και την τρομοκρατία γίνονται οι ίδιοι «Πρώτη Ύλη» σε αυτόν τον καπιταλισμό. Λέει ένας αλαβανοτσιγγάνος στην ταινία: στην Αλβανία είχαμε έναν Χότζα, αλλά εδώ υπάρχουν 500 φορές πιο πολλοί Χότζες. Οι μετανάστες γνωρίζουν εδώ και χρόνια τη δικτατορία του καπιταλισμού. Όταν εμείς ήμασταν ακόμα ναρκωμένοι καταναλωτές αυτοί ήδη είχαν δει το έργο, με τρόπο τραγικό για τους ίδιους. Τώρα αυτή τη δικτατορία τη ζούμε λίγο πολύ όλοι, αλλά και πάλι αρνούμαστε να συμφιλιωθούμε με την τυφλότητά μας και μια μεγάλη μερίδα επιμένει να θεωρεί πως οι μετανάστες ευθύνονται για τη χαμένη ευημερία μας.
Λέει ένας αλαβανοτσιγγάνος στην ταινία: στην Αλβανία είχαμε έναν Χότζα, αλλά εδώ υπάρχουν 500 φορές πιο πολλοί Χότζες. Οι μετανάστες γνωρίζουν εδώ και χρόνια τη δικτατορία του καπιταλισμού. Όταν εμείς ήμασταν ακόμα ναρκωμένοι καταναλωτές αυτοί ήδη είχαν δει το έργο, με τρόπο τραγικό για τους ίδιους.
Όσο scrap μπαίνει στο καζάνι της χαλυβουργίας, σχεδόν τόση καθαρή πρώτη ύλη παράγεται. Η απώλεια είναι μηδαμινή, της τάξης του 5%. Τα προϊόντα που προκύπτουν είναι ακριβά, εξάγονται, αποτελούν έναν από τους δείκτες μέτρησης της οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας. Η τζάμπα εργασία των scrappers δεν επιστρέφει σε χαμηλότερες τιμές για τον καταναλωτή. Aκόμα και τα επιχειρήματα της ανακύκλωσης καταρρέουν. Η περίφημη ανακύκλωση λοιπόν ποιον ωφέλησε και ποιον ωφελεί; Μέσω ενός φασιστικού lifestyle ωθείσαι να ανανεώνεις διαρκώς τα αντικείμενα που σε περιστοιχίζουν, προμηθεύοντας έτσι με τζάμπα πρώτη ύλη τη βιομηχανία η οποία με αυτή την πρώτη ύλη θα κατασκευάσει νέα αντικείμενα, ακόμα ακριβότερα από τα προηγούμενα, με την ευλογημένη φυσικά μεσολάβηση του design. Οι πόλεις έγιναν τα νέα ορυχεία, το κάθε νοικοκυριό μια φλέβα μετάλλου και τα φουγάρα των βιομηχανιών δεν έπαψαν να δουλεύουν λιγότερο. Ο καπιταλισμός βρήκε ένα νέο τρικ για να καταπραΰνει τις ενοχές των δυτικών με την πολιτικώς ορθώς ανακύκλωση. Καταναλωτές και συλλέκτες είναι εξίσου θύματα της ίδιας πλάνης. Το μόνο που τελικά ανακυκλώνεται είναι ένα αδιέξοδο μοντέλο ζωής και φυσικά η φτώχεια και ο πλούτος.
- Ελπίζετε ότι με κάποιο τρόπο θα αλλάξουν τα πράγματα σήμερα; Εντοπίζετε κάπου ένα παραθυράκι για βελτίωση για τα υποκείμενα της Πρώτης Ύλης ή το υπάρχον σύστημα τους καταδικάζει σε αναπαραγωγή της εξαθλίωσης;
Ο χώρος των σκουπιδιών και της ανακύκλωσης είναι ένα πεδίο που σίγουρα θα καταληφθεί από εταιρίες μιας και είναι εξαιρετικά κερδοφόρος. Έτσι κι αλλιώς, η αγορά εργασίας στη χώρα λειτουργεί πλέον χωρίς κανένα εργασιακό πλαίσιο και χωρίς ηθική. Ακόμα κι αν μια τέτοια εταιρία αποφάσιζε να απασχολήσει αυτούς τους ανθρώπους, αμφιβάλλω αν κάτι τέτοιο θα ήταν καλύτερο. Θα τους επιβαλλόταν ένα ωράριο, κάποιοι στόχοι, υπερωρίες ή part time απασχόληση, ή πληρωμή ανάλογα με το τι μαζεύουν και ποια θα ήταν τότε η διαφορά; Ίσως χαμηλότερες απολαβές από αυτές που έχουν σήμερα και απόλυτος έλεγχος του χρόνου και της ζωής τους. Τώρα τουλάχιστον έχουν μια ευελιξία στο να χαράζουν τις διαδρομές τους από ένστικτο, να παίρνουν μέλη της οικογένειάς τους σαν βοηθητικά χέρια ή να συνδυάζουν ένα μπάνιο στη θάλασσα με το μάζεμα του scrap. Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στο μέλλον, έτσι όπως σχεδιάζεται. Η μόνη λύση που θα μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση των ηρώων μου θα ήταν να πάρουν στα χέρια τους τη συλλογή του scrap και με οργανωμένους τρόπους να πιέζουν την αγορά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτεί μία δικιά τους πορεία προς την κατάκτηση ταξικής συνείδησης που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει.
Στην περίπτωση ειδικά των τσιγγάνων το δύσκολο ήταν πως δεν έπρεπε να κερδίσω την εμπιστοσύνη ενός προσώπου, αλλά ολόκληρης της κοινότητας. Η είσοδός μου στον καταυλισμό ήταν κάτι που τους αφορούσε όλους.
Νιώθουν εντελώς λιωμένοι από τη ζωή, δεν έχουν καμία παρόμοια προηγούμενη εμπειρία ή κουλτούρα πάλης και είναι αδύνατο, κάτω από το καθεστώς παρανομίας στο οποίο ζουν να εξεγερθούν και να εκβιάσουν τους μαντράδες ή τη χαλυβουργία. Αν και στην ουσία βρίσκονται στην ίδια αλυσίδα με τους απεργούς χαλυβουργούς, οι ίδιοι είναι πολύ μακριά από το να σκεφτούν μια οποιαδήποτε απεργία. Κι όμως, μια και μόνη μέρα να μη βγουν για δουλειά όλοι αυτοί οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, υπάλληλοι του «κανένα» θα δημιουργηθεί τεράστιος τριγμός σε όλη την αλυσίδα που ξεκινά από αυτούς και μόνο αυτούς. Βλέπω όμως ότι καμία περιβαλλοντική οργάνωση και κανένα κόμμα, ούτε καν αυτό των οικολόγων δεν έχει πλησιάσει αυτούς τους εργάτες, κανείς, ούτε καν οι απεργοί χαλυβουργοί δεν έχουν καταγγείλλει την εκμετάλλευση που υφίστανται αυτοί, οι προμηθευτές της Πρώτης Ύλης. Κανείς δεν έχει βοηθήσει στην αφύπνισή τους, στην οργάνωση και στη συλλογική τους δράση.
- Πώς βλέπετε τις ταινίες του ελληνικού σινεμά σε σχέση με το αν μιλούν για όσα βιώνουμε σήμερα; Είναι ανοιχτές σε διάλογο με την κοινωνία, μιλούν για θέματα που «καίνε» ή συγκλονίζουν, όπως κατά τη γνώμη μου κάνατε εσείς;
Πιστεύω ότι το ελληνικό σινεμά στην πλειονότητά του παίρνει παρατάσεις για να μην ανακατευτεί ακόμα θαρραλέα με τη ζωή. Νιώθω ότι ζούμε μια εποχή που η ιστορία έχει ξυπνήσει σαν ένα ηφαίστειο και πετάει στάχτη και λάβα. Κάποιοι νιώθω πως έχουν χτίσει τα σπίτια τους πολύ μακριά από το ηφαίστειο και μόνο ακούνε τι συμβαίνει στον τόπο του κακού, ανοίγουν τα παράθυρα βλέπουν τη σκόνη και μετά τα κλείνουν ξανά. Φοβούνται τον τρόμο, τον θάνατο, την καταστροφή. Έχουν την πολυτέλεια να τους απασχολούν τα παιδικά τους βιώματα, τα ψυχολογικά σύνδρομα, η ιδιωτική μοναξιά, το σεξ, οι φάρσες.
Στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, η τέχνη είναι κατά κανόνα μια φιλολογική υπόθεση των αστών. Απέναντι στο αμερικανικό μοντέλο ψυχαγωγίας, η Ευρώπη απαντά με ένα εξίσου απολιτικό σινεμά ύφους και στείρου καλλιτεχνισμού. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις δημιουργών με κοινωνική συνείδηση και στέρεο ηθικό και πνευματικό σύμπαν, η πλειονότητα των ταινιών μπορεί να είναι χρήσιμη μόνο σαν ένα νέο αισθητικό στυλ που θα δώσει έμπνευση στους διαφημιστές για κάποιο χρονικό διάστημα. Δεν πιστεύω πως πρέπει να υπάρχει ένα είδος τέχνης, ένα είδος ταινιών, ένα είδος έκφρασης. Πιστεύω όμως πως πρέπει να υπάρχει ένας ορισμός του ρόλου και της σχέσης της τέχνης με τη ζωή και αυτός ο ορισμός να είναι κάθετος. Η τέχνη είναι για εμένα μία πράξη πολιτική, με γνώμονα πάντα τον αισθητικά αρθρωμένο λόγο, εφόσον απευθύνεται στο σύνολο μιας κοινωνίας και ζητά την προσοχή της. Σε τέτοιους καιρούς, πού αισθανόμαστε λοιπόν σαν καλλιτέχνες πως θέλουμε και πρέπει να στρέψουμε την προσοχή; Εγώ νομίζω πως με κάποιο τρόπο όλοι πρέπει να είμαστε στους δρόμους και δεν εννοώ να μιμηθούμε αυτούς τους πολλούς που εκμεταλλεύονται την σημερινή κατάσταση σαν ένα ακόμα προϊόν και παίρνουν μια κάμερα για να καταγράψουν χωρίς ειρμό ό,τι συμβαίνει γύρω τους.
Η τέχνη δεν είναι ρεπορτάζ κι ούτε ο καλλιτέχνης ενδιάμεσος ανάμεσα στα γεγονότα και το ευρύ κοινό. Το σινεμά πρέπει να τολμά να ενοχλεί θέτοντας σαν παιδί απανωτά «γιατί», ώσπου να φτάσει σε μια απάντηση που μπορεί να είναι και ένα «δεν ξέρω». Η κρίση θα γεννήσει πολλούς ευαίσθητους. Ας είμαστε επιφυλακτικοί απέναντί τους. Δεν αρκεί μόνο το θέμα για να κάνει ένα έργο ικανό να γονιμοποιήσει τη ζωή. Με αυτή τη λογική όλα τα έργα στρατευμένης τέχνης θα είχαν κατακτήσει την αθανασία. Τα περισσότερα πήγαν στα σκουπίδια του ανθρώπινου πολιτισμού. Σημασία έχει η ειλικρίνεια, το πάθος για έναν πιο δίκαιο κόσμο, η αντοχή μιας καλλιτεχνικής ψυχής να αναμετριέται ακόμα και μάταια με το παράλογο.
* Η Πρώτη Ύλη από τις 15 Μαρτίου θα προβάλλεται σε δύο αίθουσες της Αθήνας (Ταινιοθήκη και Μικρόκοσμος) και συνιστούμε να μην το χάσετε.

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Υπάρχουν εις το Μοσχάτον κοιτάσματα πετρελαίου; Η χθεσινήν καταπληκτικήν ανακάλυψις

έρευνα: Κώστας Παλούκης
Στις αρχές του Φθινοπώρου 1931 η χρηματοοικονομική κρίση χτυπά την ελληνική οικονομία την ώρα που οι κυβερνητικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι διακατέχονταν από ένα αίσθημα εφησυχασμού. Στις 27 Απριλίου 1932, παρά τις αποτυχημένες αλλεπάλληλες προσπάθειες της κυβέρνησης Βενιζέλου να το αποτρέψει, η Ελλάδα εγκατέλειψε επίσημα τον κανόνα του χρυσού σηματοδοτώντας την χρεωκοπία της οικονομικής πολιτικής που εφάρμοσε η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων. Ο ίδιος ο «χαρισματικός» Βενιζέλος φάνηκε αναποτελεσματικός. Οι συνθήκες της ελληνικής οικονομίας οδήγησαν τον Βενιζέλο τον Μάρτιο του 1932 να δηλώσει πως η Ελλάδα αδυνατούσε να να συνεχίσει τις μηνιαίες πληρωμές για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Μετά τα τέλη του Απριλίου η δραχμή είχε τόσο ραγδαία υποτιμηθεί ώστε να είναι σχεδόν αδύνατη η εκτέλεση του προϋπολογισμού, καθώς το χρέος είχε διπλασιαστεί ακριβώς την ώρα που τα έσοδα μειώνονταν. Η κρίση αυτή ρευστότητας εξανάγκασε πολλές επιχειρήσεις και εργοστάσια να κλείσουν ελλείψη πιστώσεων, ενώ η αποτυχία της κυβέρνησης Βενιζέλου να την διαχειριστεί με επιτυχία, οι αποκαλύψεις για σκάνδαλα βενιζελικών παραγόντων σε συνδυασμό με τον τεράστιο αριθμό ανέργων, την αδυναμία χιλιάδων φτωχών να επιβιώσουν έδειχναν πως η κοινωνική συμμαχία η οποία είχε φέρει τους Φιλελεύθερους στην εξουσία διαλυόταν. Την περίοδο 1931-1932 μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, ιδίως στα αστικά κέντρα, αντιμετωπίστηκαν από την βενιζελική κυβέρνηση με ανοιχτή καταστολή και με αρκετές δόσεις στρατιωτικού καθεστώτος.

Τότε όπως και σήμερα πολλοί αναζητούσαν μαγικές λύσεις με στοιχεία από μηχανής θεού που θα έρθουν και θα μας σώσουν. Και τότε ήρθε η ανακάλυψη: πετρέλαιο στο Μοσχάτο!!!! Μάλιστα δεν βρισκόταν στην μακρινή ΑΟΖ, αλλά στα περίχωρα του αθηναϊκού κέντρου. Η είδηση αυτή δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες....
Στην εφημερίδα Ακρόπολη διαβάζουμε μια είδηση: ένας αγρότης βρήκε πετρέλαιο στο πηγάδι του.... 

πόσοι μας διάβασαν: