Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δικτατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δικτατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Πώς πιέστηκε ο Μεταξάς για να πει το «Όχι» -Ο ρόλος των Bρετανών και οι απαιτήσεις του Χίτλερ



του Βλάση Αγτζίδη[1]
«Alors, c' est la guerre» (πόλεμος, λοιπόν), υπήρξε η απάντηση στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι που επέδωσε ο πρεσβευτής της Ιταλίας, Emanuele Grazzi, στον Ελληνα δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά στις 28 Οκτωβρίου 1940. Με το τελεσίγραφο αυτό η φασιστική κυβέρνηση του Μπενίτο Μουσολίνι ζητούσε να της επιτραπεί να καταλάβει στρατιωτικά αδιευκρίνιστο αριθμό ελληνικών περιοχών ως «εγγύηση ουδετερότητας της Ελλάδας».
 
Ο Ιωάννης Μεταξάς ενώ ιδεολογικά βρισκόταν στην ίδια όχθη με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, γεωπολιτικά ανήκε στο φιλοβρετανικό στρατόπεδο.
Πώς όμως φτάσαμε στο σημείο να επιτίθεται ένα φασιστικό κράτος σε ένα άλλο παρόμοιας ιδεολογίας; Γιατί η Ελλάδα είχε μετατραπεί από το 1936 σε κράτος φασιστικό. Οπως έγραφε ο Μεταξάς στο Προσωπικό του Ημερολόγιο, «η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου κράτος αντικομμουνιστικό. Κράτος αντικοινοβουλευτικό. Κράτος ολοκληρωτικό».
Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Μεταξάς δεν βρέθηκε στο ίδιο στρατόπεδο με τους ομοϊδεάτες του Γερμανούς ναζί και Ιταλούς φασίστες» μπορεί να δοθεί με την κατανόηση των εσωτερικών συνθηκών που οδήγησαν στη δικτατορία και το πλέγμα της εξάρτησης από τις μεγάλες δυνάμεις.
Η παλινόρθωση της μοναρχίας
Η εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας έως και το 1936 χαρακτηριζόταν κυρίως από τη θανάσιμη σύγκρουση των φιλομοναρχικών δυνάμεων με τους βενιζελικούς και σε μικρότερο βαθμό από την εμφάνιση ενός μαχητικού εργατικού κινήματος που είχε ως καθοδήγηση το φιλοσοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα.
Η ρήξη στην οποία θα έρθει ο Ελ. Βενιζέλος με τους πρόσφυγες του '22, δηλαδή με την κύρια εκλογική του βάση, θα λειτουργήσει ως καταλύτης των εξελίξεων. Εκχωρώντας με τη Συνθήκη της Αγκυρας (Οκτώβρης του 1930) τα δικαιώματα επί των εγκαταλειφθεισών ιδιοκτησιών των προσφύγων στο εθνικιστικό τουρκικό κράτος, θα εγκαταλειφθεί από μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων του, με αποτέλεσμα να χαθεί η δεκαετής πολιτική κυριαρχία των φιλελευθέρων. Μετά τις εκλογές του 1932 οι φιλομοναρχικοί θα επανέλθουν με αξιώσεις στην πολιτική ζωή και με τις εκλογές του 1933 το Λαϊκό Κόμμα με τον Τσαλδάρη θα σχηματίσει κυβέρνηση. Το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά θα λάβει μόλις το 1,6% των ψήφων. Οι φιλομοναρχικοί, που επιστρέφουν έπειτα από μακρά απουσία από την πολιτική διακυβέρνηση, είναι εμποτισμένοι με ακραίο φανατισμό.
Το αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα των βενιζελικών του Μαρτίου του 1935 θα επιτρέψει την πλήρη πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία των φιλομοναρχικών. Η εκκαθάριση του στρατού και του κρατικού μηχανισμού από τους φιλελεύθερους θα ανοίξει το δρόμο στις πλέον αντιδραστικές δυνάμεις του τόπου. Η παλινόρθωση της μοναρχίας στις 3 Νοεμβρίου του 1935 υπήρξε αποτέλεσμα των μεθοδεύσεων του βρετανικού παράγοντα και των βίαιων και παράνομων πράξεων του Κονδύλη. Στο πρόσωπο του μονάρχη Γεωργίου Β' η ελληνική κοινωνία θα αποκτήσει έναν πιστό εντολοδόχο της βρετανικής πολιτικής και έναν εγγυητή των βρετανικών συμφερόντων.
Οι Βρετανοί στηρίζουν το φασισμό
Η αποκατάσταση του φιλομοναρχικού μηχανισμού στο κράτος και το στρατό έδινε στον Γεώργιο Β' τη δυνατότητα πλήρους πολιτικο-στρατιωτικού ελέγχου. Οι εκλογές του 1936, στις οποίες επικράτησαν και πάλι οι μοναρχικοί, και η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων για να βρεθεί μια λειτουργική λύση στη διακυβέρνηση έδωσε την ευκαιρία στον Γεώργιο Β' να επιβάλει ένα ελεγχόμενο απολύτως απ' αυτόν αυταρχικό καθεστώς μέσω του Ιωάννη Μεταξά, αρχηγού του ασήμαντου Κόμματος των Ελευθεροφρόνων.
Μέσω του Γεωργίου η εξάρτηση από τη Μεγάλη Βρετανία ήταν αδιαμφισβήτητη. Η βρετανική ηγεσία ελάχιστη σημασία έδινε στον ιδεολογικό προσανατολισμό των εξαρτημένων απ' αυτή χωρών. Σε έγγραφα του Foreign Office που δημοσίευσε ο Γ. Κολιόπουλος φαίνεται σαφώς από μια δήλωση του υπουργού Εξωτερικών, σερ Antony Eden, ότι καθόλου δεν ενδιέφερε τη Βρετανία η ιδεολογία των καθεστώτων που ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της.
Ακριβώς αυτό το πλαίσιο ερμηνεύει το γεγονός ότι ενώ ο Ιωάννης Μεταξάς ιδεολογικά βρισκόταν στην ίδια όχθη με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, γεωπολιτικά ανήκε στο φιλοβρετανικό στρατόπεδο. Κατά συνέπεια η αντιπαλότητα του φασιστικού Αξονα με την Ελλάδα ήταν δεδομένη, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής συνάφειας και των προσωπικών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ του Μεταξά και του Χίτλερ.
Οι απαιτήσεις των ναζί
Ιδιαιτέρως αποκαλυπτική του παρασκηνίου που είχε προηγηθεί και του αναγκαστικού μονοδρόμου της ελληνικής απάντησης στην επιθετική ενέργεια των Ιταλών είναι η ανακοίνωση του Ιωάννη Μεταξά «προς τους ιδιοκτήτας και αρχισυντάκτας του Αθηναϊκού Τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον» στις 30 Οκτωβρίου 1940, όπου παρουσίασε την πραγματική κατάσταση και τις συνομιλίες που είχαν προηγηθεί με τον Αξονα. Μεταξύ των πολλών που ανέφερε είναι τα εξής:
«Μη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μη φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει διά να τον αποφύγωμε... Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον... Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν του Αξονος μού εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την "Νέαν Τάξιν"...
»Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας... Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού, μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Ελληνας στοργή του Χίτλερ ήτο αι εγγυήσεις ότι αι θυσίαι αυταί θα περιωρίζοντο "εις το ελάχιστον δυνατόν". Οταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορούσε να είναι αυτό το ελάχιστον τελικώς, μας εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν, δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς τη Βουλγαρίαν, ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς.
»Δηλαδή θα έπρεπε: διά να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν... με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των...».

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΗΞΕΡΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΑΛΛΑ ΑΔΡΑΝΗΣΕ!


ΤΙ ΕΧΕΙ ΝΑ ΠΕΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ-ΑΠΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΙΩΝ;
38 χρόνια μετά το οδυνηρό Πραξικόπημα της Χούντας του Ιωαννίδη κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, που έδωσε την αφορμή για την Τουρκική Εισβολή, διχοτομώντας για πάντα τον Κυπριακό λαό που έριξε στη προσφυγιά, τη δυστυχία και στην ακατάπαυστη αναπόληση των βιαιοτήτων, αποκαλύπτεται ότι η Ελλαδική Χούντα ήταν ανήμερη για  όλους τους Τουρκικούς σχεδιασμούς. Αποδεικνύεται επομένως για ποιο λόγο έπρεπε το ελλαδικό και ελληνοκυπριακό αστικό κατεστημένο να κρατήσει κλεισμένους σε ανήλιαγα υπόγεια τους Φακέλους της Κύπρου, μακριά από τα μάτια των ερευνητών και των πολιτών.  
Πρόσφατα, ο Πρόεδρος της Επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου, Μαρίνος Σιζόπουλος, παρουσίασε συνταρακτικά έγγραφα στον κυπριακό τηλεοπτικό σταθμό Sigma Live. Λόγω της επετείου της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής, τα έγγραφα αυτά κρίνονται ως ιδιαιτέρως σημαντικά.
Το πρώτο έγγραφο είναι πρακτικό της συνάντησης που είχε η Ελλαδική χούντα, με τον Αμερικανό Υφυπουργό Εξωτερικών, Τζόζεφ Σίσκο, στις 19 Ιουλίου 1974. Σε αυτά φαίνεται ξεκάθαρα ότι η αμερικανική πλευρά ανέφερε ότι η Τουρκία επιθυμούσε επέκταση των τουρκοκυπριακών θυλάκων, ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στη θάλασσα. Το γεγονός αυτό δεν το απέτρεψε η χούντα, η οποία συμφώνησε να υπάρξει διευθέτηση του ζητήματος μέσω του ΟΗΕ. Αυτό έρχεται να προστεθεί στα όσα ανέφερε ο Βρετανός Ακόλουθος Άμυνας, της Βρετανικής Ύπατης Αρμοστείας στην Κύπρο. Σε παλαιότερο έγγραφο υπήρχαν οι πληροφορίες για το πως θα υλοποιηθεί η Τουρκική Εισβολή, τι στρατεύματα θα χρησιμοποιηθούν και ποιοι θα είναι οι κύριοι και αντικειμενικοί σκοποί.
Το δεύτερο έγγραφο που παρουσιάζεται στην εκπομπή, είναι μελέτη του 2ου Επιτελικού Γραφείου του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού της Ελλάδας, που υλοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1974. Σε αυτήν καταγράφονται όλες οι πληροφορίες που είχαν στα χέρια τους οι Ελληνικές Δυνάμεις, πριν την έναρξη της τουρκικής εισβολής. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι στις 23 Μαΐου 1974, Τούρκοι αξιωματικοί είχαν επισκεφθεί την Κύπρο, στο πλαίσιο μελέτης για την ΤΟΥΡΔΥΚ. Όμως, οι πληροφορίες των ελληνικών δυνάμεων ανέφεραν ότι οι Τούρκοι στρατιωτικοί συζήτησαν ζητήματα δικτύου τηλεπικοινωνιών, ενώ εγκαταστάθηκε και σταθμός ασύρματων τηλεπικοινωνιών, που στόχο είχαν να υποβοηθήσουν την τουρκική εισβολή!
Αποδεικνύεται από τα έγγραφα ότι η τουρκική εισβολή προετοιμαζόταν αρκετό καιρό πριν και εν γνώσει των αρχών της Ελλαδικής Χούντας.  Οι Ελλαδικές και Κυπριακές δυνάμεις είχαν τις πληροφορίες στα χέρια τους, αλλά η πολιτική ηγεσία προτίμησε να κωφεύσει.  Παράλληλα, δικαιώνεται επομένως η προσδοκία ότι επιτέλους θα γνωστοποιηθούν τα εγκλήματα του ελληνικού και τουρκικού κράτους εις βάρος του κυπριακού λαού και ελπίζεται να πέσει άπλετο φως στα απόρρητα έγγραφα που κρατούνται ως επτασφράγιστο μυστικό στα αρχεία του Γενικού Επιτελείου της Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), που τότε ελεγχόταν απόλυτα από τη χούντα των Αθηνών.
Να επισημάνουμε ότι τα έγγραφα αυτά είδαν το φως της δημοσιότητας καθώς η Βουλή της Κύπρου παρέλαβε από το ΓΕΕΦ 30.000 απόρρητα έγγραφα που αφορούν την περίοδο 1967-1974 και ως αντάλλαγμα παρέδωσε στο κυπριακό υπουργείο Άμυνας 300 φωτογραφίες της Εθνικής Φρουράς της ίδιας περιόδου. Η κυπριακή Βουλή συνεχίζει τις καταθέσεις για τα αιματηρά γεγονότα του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής και ως τώρα έχουν καταθέσει όλοι σχεδόν αυτοί που διετέλεσαν πρόεδροι της Δημοκρατίας, βουλευτές, στρατιωτικοί και αστυνομικοί, ενώ ζητήθηκε και η συνδρομή της Βουλής των Ελλήνων. Τα 30.000 έγγραφα της Εθνοφρουράς παραδόθηκαν και τα επεξεργάζεται μια ομάδα φοιτητών και πανεπιστημιακών του Πανεπιστημίου της Κύπρου, υπό την επίβλεψη της διακομματικής Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας. Η μελέτη του αρχείου του ΓΕΕΦ αναμένεται να ολοκληρωθεί το καλοκαίρι, ενώ από τον Σεπτέμβριο θα αρχίσει η μελέτη του αρχείου της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) που επίσης αφορά την περίοδο 1967-1974.
ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ 
ΤΗΛ. ΕΠΙΚ. 6932955437   diktiospartakos.blogspot.com

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Ένα τανκς στο κρεββάτι μου (1975)


 ιστορία του Κώστα, που έχει ψιλικατζίδικο και ζει με την μητέρα του και το μικρότερο αδελφό του, από τις παραμονές του πραξικοπήματος του 1967 έως λίγο μετά τη μεταπολίτευση. Κωμικοτραγικές περιπέτειες με τον Κώστα να κρεμάει και να ξεκρεμάει στο ψιλικατζίδικο τις φωτογραφίες του Βασιλιά, του Ζωιτάκη, του Παπαδόπουλου, του Ιωαννίδη κλπ., ενώ γύρω ξεκινάει η αντίσταση κατά της Χούντας.
Η ταινία Ένα Τανκς Στο Κρεβάτι Μου προβλήθηκε στις αίθουσες Αθηνών - Πειραιώς - προαστίων το 1975 και έκοψε 85.860 εισιτήρια. Ήρθε στην 3η θέση σε 47 ταινίες. Παίζουν: Κώστας Βουτσάς, Ελένη Μαυρομάτη, Καίτη Ιμπροχώρη, Κούλα Αγαγιώτου, Γιάννης Πετρόπουλος, Θεόδωρος Ντόβας, Τάσος Ράμσης, Ειρήνη Κουμαριανού, Λίνα Κρασσά, Γιάννης Μπαρασλής, Νίκος Κικίλιας, Νίκος Μπίνας, Γιώργος Ζαϊφίδης, Λουίζα Μπατίστα, Κώστας Δάρας, Μάνια Κολιανδρή
Γιάννης Χειμωνίδης
Βήχος Παναγιώτης 
πηγή: http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=3155

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Καβάλα 1934: Η σύγκρουση δυο κόσμων Μήτσος Παρτσαλίδης, ο πρώτος «κόκκινος» Δήμαρχος


του Νίκου Ε. Καραγιαννακίδη, ιστορικού



«Αι εσωκομματικαί αντιθέσεις επνίγησαν, αι φιλοδοξίαι ικανοποιήθησαν και η αστική Κοινωνία της Καβάλλας πειθαρχούσα εις τας ιδεολογικάς της πεποιθήσεις και μη παρασυρομένη από προσωπικάς συμπαθείας ή αντιπαθείας κατέρχεται εις τον δημοτικόν εκλογικόν αγώνα με την πεποίθησιν και την απόφασιν να νικήση διά να αποτρέψη τον Κομμουνιστικόν κίνδυνον». Αυτά έγραφε η τοπική εφημερίδα Πρωϊνά Νέα της 30ης Ιανουαρίου 1934, δώδεκα μόλις μέρες πριν από τον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών που θα διεξάγονταν εκείνη τη χρονιά.
Οι  δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934 είχαν πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η Ελλάδα του 1934 διέφερε σημαντικά από αυτήν του 1929 (τότε είχαν γίνει οι προηγούμενες δημοτικές εκλογές), αφού και η οικονομική αλλά και η πολιτική της κατάσταση είχαν μεταβληθεί δραματικά.  
Η οικονομία της χώρας, επηρεασμένη –όπως πάντοτε, με κάποια χρονική καθυστέρηση αλλά με καθοριστικές συνέπειες λόγω και των χρεών από δάνεια- από το «κραχ» των ΗΠΑ και του υπόλοιπου καπιταλιστικού κόσμου (στα 1929)  βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Σε αυτό είχαν συντελέσει: α) η εμμονή του Βενιζέλου (κυβέρνησε από το 1928 μέχρι το 1932 με ευρεία πλειοψηφία) να στηρίξει τη δραχμή έναντι του δολλαρίου, παίρνοντας δάνεια και εξανεμίζοντας το συναλλαγματικό απόθεμα της Τραπέζης της Ελλάδος και β) το γεγονός ότι τα συναλλαγματοφόρα ελληνικά καπνά παρέμεναν απούλητα στις αγορές των ΗΠΑ και των άλλων δυτικών χωρών και τα εμβάσματα των Ελλήνων των ΗΠΑ είχαν μειωθεί στο ελάχιστο. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα είχε κηρύξει στάση πληρωμών την άνοιξη του 1932. Η ανεργία και η φτώχεια απλώθηκαν σε όλο τον κόσμο της εργασίας, αγροτικό και εργατικό.
Η χώρα άρχισε να σταθεροποιείται οικονομικά στα 1934, κυρίως λόγω των συναλλαγών με τη Γερμανία (απορροφούσε καπνά σε μεγάλες ποσότητες, προετοιμαζόμενη για πόλεμο) και τις άλλες χώρες της Δύσης, αλλά και λόγω της πολιτικής της «αυτάρκειας», με μείωση των εισαγωγών και αύξηση της σιτοπαραγωγής. Όμως, δεν είχαν ακόμη φανεί σαφή σημάδια ανάκαμψης του λαϊκού εισοδήματος, αγροτικού και εργατικού, πράγμα που θα οδηγούσε σε κοινωνική σταθερότητα. Ακόμη, υπήρχε αστάθεια και πόλωση και στην εσωτερική πολιτική κατάσταση.
Είχαν μεσολαβήσει πολλά. Η οριστική ήττα (5 Μαρτίου 1933) των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση των Παναγή Τσαλδάρη (φιλοβασιλικού -αλλά δηλώσαντος πίστη στην Προεδρευόμενη Δημοκρατία που είχε ανακηρυχθεί στα 1924- ηγέτη του Λαϊκού Κόμματος), Γεωργίου Κονδύλη και Ιωάννη Μεταξά,  το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα της  βραδιάς των εκλογών, με σκοπό να εμποδιστεί ο σχηματισμός κυβέρνησης και η δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βενιζέλου (Ιούνιος 1933).  
Όμως, οι αστικές πολιτικές δυνάμεις δεν ήταν πια τόσο μόνες στην πολιτική αρένα. Το εργατικό κίνημα και ο βασικότερος πολιτικός του εκφραστής, το ΚΚΕ, ήταν παρόντες και μαχητικοί.
Μετά την υπέρβαση της εσωκομματικής κρίσης στο ΚΚΕ (η φραξιονιστική «πάλη χωρίς αρχές» των ετών 1929-1931 είχε λήξει με την παρέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και την τοποθέτηση του «Κούτβη» Νίκου Ζαχαριάδη στη θέση του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής), καθώς και την χάραξη συγκεκριμένης πολιτικής τακτικής και στρατηγικής από την περίφημη 6η Ολομέλεια της 12ης Ιανουαρίου 1934, το ΚΚΕ είχε αρχίσει να εδραιώνεται ως σημαντική πολιτική δύναμη, καθώς και ως εκφραστής ενός ογκούμενου διεκδικητικού κινήματος των εργαζομένων της πόλης και της υπαίθρου. Αυτό μαρτυρούσε και η ψήφιση, αρχικά, το 1929, αλλά και η ευρύτατη χρήση των διατάξεων, στη συνέχεια, του νόμου 4229, του περιβόητου «ιδιώνυμου», που επεδίωκε να πατάξει κάθε απειλητική για το κρατούν κοινωνικό σύστημα φωνή και δραστηριότητα. Όπως επισημάνθηκε από το Νίκο Αλιβιζάτο, «οι κυρίαρχες τάξεις ήταν υποχρεωμένες ή να δεχτούν μια σειρά από δίκαια αιτήματα και να προτείνουν ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για να βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο ή να αντιδράσουν, [αλλά] η τυχοδιωκτική ιδιοσυγκρασία τους…τις οδήγησε να ακολουθήσουν το δρόμο που απαιτούσε τις μικρότερες θυσίες, την αδίστακτη αντίδραση». Ο βενιζελικός βουλευτής Τζερμιάς παραδεχόταν στα 1929 πως «εν Ελλάδι υπάρχει μόνον κοινωνικόν πρόβλημα, το οποίον δεν θα λυθή με τα χαρτιά (τους αντικομμουνιστικούς νόμους), αλλά με έργα», ενώ στα 1936 ο Παναγής Τσαλδάρης διαπίστωνε ότι «εκείνο που υπάρχει [στην Ελλάδα] είναι από τη μια η μεγάλη πλειοψηφία που σέβεται τις παλαιές εθνικές παραδόσεις…και, από την άλλη, μια μειοψηφία που επιχειρεί να ανατρέψει την κοινωνική τάξη». Αυτοί ήταν οι κομμουνιστές και όλοι όσοι ανέπτυσσαν διεκδικητικούς αγώνες. Αυτοί αποτελούσαν στόχο διώξεων, εκτοπίσεων και φυλακίσεων. Η παλιά κρατική ιδεολογία, η «Μεγάλη Ιδέα», κουρελιασμένη στο Σαγγάριο και τα αποκαΐδια της Σμύρνης,  είχε αντικατασταθεί από μια νέα, τον αντικομμουνισμό.  
Στην ταξική ενότητα των «εχόντων και κατεχόντων» και τον αντικομμουνισμό συνέπιπταν, λοιπόν, Φιλελεύθεροι και Λαϊκοί τον Ιανουάριο του 1934, όταν η φίλα προσκείμενη στο Βενιζέλο εφημερίδα της Καβάλας Πρωϊνά Νέα έγραφε «Αι πολιτικαί αντιθέσεις, το αγεφύρωτον χάσμα, το οποίον χωρίζει τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα, προκειμένης της δημοτικής εκλογής Καβάλλας, εγεφυρώθησαν και πολίται, φιλελεύθεροι και λαϊκοί, κατόπιν της υποδείξεως και της επιθυμίας των Αρχηγών των κ.κ. Βενιζέλου και Τσαλδάρη, έδωσαν χείρα συμφιλιώσεως και ειλικρινούς συνεργασίας». Ο επιφυλλιδογράφος έκλεινε το κείμενό του, δίνοντας έμφαση στο ζητούμενο: «Σήμερον, ειδικώς σήμερον, δεν είναι αι κοινωνικαί συνθήκαι αι αυταί με τας των προηγουμένων δημοτικών εκλογών. Όχι. Ο καταπέλτης των αριθμών των ψήφων, η λογική των αριθμών, παρουσιάζει συγκρουομένας δύο τάξεις. Τον αστισμόν και τον Κομμουνισμόν. Δύο δηλαδή κοινωνικά στρατόπεδα. Εις το μεν αστικόν στρατόπεδον ανήκουν οι άνθρωποι του σημερινού κόσμου και συστήματος. Εις δε το κουμμουνιστικόν (sic) οι άνθρωποι που θέλουν να ανατρέψουν το αστικόν καθεστώς, να αναρτήσουν την «ερυθράν» σημαίαν εις το Δημαρχείον και να επιφέρουν την ανησυχίαν και την αναρχίαν. Και κάθε άνθρωπος, θέλων την ησυχίαν του, ενδιαφερόμενος διά την Καβάλλαν, διά το μέλλον του και το μέλλον της, έχει υποχρέωσιν να καταταγή πιστός στρατιώτης εις το αστικόν στρατόπεδον».
Στο στρατόπεδο αυτό εμφανίστηκαν λοιπόν ταυτίσεις αλλά και διχογνωμίες. Μια «ανεξάρτητη» υποψηφιότητα, αυτή ενός βενιζελικού, παρέμεινε «αγκάθι» ως την εκλογή, στις 11 Φεβρουαρίου. Χωρίς να καθορίσει το αποτέλεσμα. Θα φανεί παρακάτω.
Και το «αστικόν στρατόπεδον» υποστήριξε τον απερχόμενο Δήμαρχο Καβάλας Κλεάνθη Τερμεντζή. Με  υποψηφίους παρέδρους και συμβούλους που ήταν καπνέμποροι, κτηματομεσίτες, έμποροι - καταστηματάρχες και ελεύθεροι επαγγελματίες, γιατροί, δικηγόροι, βιβλιοπώλες και επιχειρηματίες. Ένα σαφώς ταξικό ψηφοδέλτιο μεγαλοαστών και μεσοαστών.    
Στην άλλη πλευρά του λόφου, όμως, στο «ερυθρόν» στρατόπεδο, συσπειρώθηκαν «οι ενωμένες δυνάμεις της εργατιάς με τους συμμάχους τους φτωχούς βιοπαλαιστές και με επικεφαλής τον κόκκινο υποψήφιό τους σ. Παρτσαλίδη», όπως έγραφε – κάτω από τον τίτλο «Εργάτες, υπάλληλοι, φτωχοί βιοπαλαιστές της Καβάλλας» - ο Ριζοσπάστης της 7ης Φεβρουαρίου 1934 στην πρώτη του σελίδα. Η εφημερίδα, με σειρά επιτόπιων ρεπορτάζ συντάκτη της όλο το διάστημα μέχρι την εκλογή, μετέδιδε την αθλιότητα των συνθηκών που βίωνε «[από την] κρατική λύσσα και τη δημοτική ληστεία...το ηρωικό προλεταριάτο της Καβάλλας…μέσα από τους πεινασμένους συνοικισμούς και τις σαραβαλιασμένες συνοικίες» και προειδοποιούσε πως «η Κυβέρνηση έχει πάρει απόφαση να διορίσει δήμαρχο αυτεπαγγέλτως, εάν αποτύχει ο κοινός υποψήφιος των αστών Τερμεντζής», για να συμπληρώσει «Τρέμουν τα παράσιτα, τρέμει η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση για την επικείμενη νίκη της εργατιάς και φτωχολογιάς στην Καβάλλα. Μα ας μη γελιώνται. Κανένα μέτρο δεν μπορεί να σταματήσει τη νίκη του Ενιαίου Μετώπου Εργατών – Αγροτών [Ε.Μ.Ε.Α] στην Καβάλλα». Δυο μέρες μάλιστα πριν από τις εκλογές, δίπλα στις ενθουσιώδεις περιγραφές των συγκεντρώσεων του Ε.Μ.Ε.Α στις συνοικίες της πόλης και τις καταγγελίες για τρομοκρατία, ο Ριζοσπάστης παρέθετε πληροφορίες των Πρωινών Νέων -τα οποία χαρακτήριζε «όργανο του δημάρχου των καπνεμπόρων»- για το ενδεχόμενο «οι αμερικάνικες ληστρικές [καπνεμπορικές] εταιρείες ύστερα από την εκλογή του κομμουνιστή δημάρχου [να] φύγουν από την Καβάλλα». Η εφημερίδα του ΚΚΕ σημείωνε πως «οι εργάτες κι οι μικροεπαγγελματίες της Καβάλλας που ξέρουν πως οι καπνέμποροι ξένοι και ντόπιοι είναι που κατάντησαν στα σημερινά χάλια την πόλη, θα ψηφίσουν με φανατισμό τον κόκκινο δήμαρχο, ακριβώς γιατί τον φοβάνται (sic) οι ξένοι και ντόπιοι ληστές».
Το ψηφοδέλτιο του Ε.Μ.Ε.Α. περιλάμβανε ως υποψηφίους παρέδρους και συμβούλους εργάτες και ιδιωτικούς υπαλλήλους, καθώς και μικροεπαγγελματίες, εκφράζοντας τη «σύγκρουση των δύο κόσμων που ολοκάθαρα χωρίστηκαν στην Καβάλλα (κι απ’ την άποψη αυτή χαραχτηριστική είναι η σύνθεση των ψηφοδελτίων» (Ριζοσπάστης, 9-2-1934,  σ. 2). Πρέπει να σημειωθεί πως τρεις από τους υποψηφίους ήταν εξόριστοι (αυτό γράφτηκε και στα Πρωινά Νέα), βάσει του «ιδιωνύμου».
Και η εκλογή διεξήχθη όπως ήταν προγραμματισμένη. Λίγο πριν από αυτήν έγιναν γνωστές εκκλήσεις των Βενιζέλου, Καφαντάρη, Παπαναστασίου, Γονατά για υπερψήφιση του Τερμεντζή, τις οποίες δημοσίευσαν τα Πρωινά Νέα σε περίοπτη θέση. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που έστειλε ο Βενιζέλος από τα Χανιά προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Αγώνος Εθνικών Κομμάτων, το οποίο δημοσιεύτηκε την παραμονή των εκλογών: «Πέποιθα ότι πάντες ανεξαιρέτως αγαπητοί φίλοι θεωρήσουν επιτακτικόν καθήκον δώσουν ψήφον των Τερμεντζήν κοινόν υποψήφιον επιτυχία οποίου αποτρέπει σοβαρόν κίνδυνον δι’ αγαπητήν Καβάλλαν».
Όμως, οι ψηφοφόροι άλλα εκέλευσαν. Ο «τραγιασκοφόρος καπνεργάτης» Παρτσαλίδης, λίγες εβδομάδες πριν γίνει μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, γινόταν ο πρώτος «κόκκινος» δήμαρχος στην Ελλάδα. Όπως μετέδιδε ο ανταποκριτής του Ριζοσπάστη «το Ενιαίο Μέτωπο κατήγαγε περιφανή νίκη. Τα τελικά αποτελέσματα: σ. Παρτσαλίδης 3.780, Τερμεντζής 2.101, Νικολαΐδης 1.521. Υπερτερούμε τα ενωμένα αστικά κόμματα. Κόκκινη Καβάλλα πανηγυρίζει». Τα Πρωινά Νέα έγραψαν: «ΗΤΤΗΘΗΜΕΝ». Πάντως, η εφημερίδα ήταν αντίθετη σε κάθε σκέψη διορισμού άλλου δημάρχου.  
Η Καβάλα των εργατών δεν πανηγύρισε για πολύν καιρό. Αμέσως μετά την ανάληψη της δημαρχίας από τον Παρτσαλίδη, την 1η Απριλίου, άρχισαν -ταυτόχρονα με ένα εντυπωσιακά πλούσιο έργο από πλευράς της νέας δημοτικής αρχής, συνοδευμένο από εθελοντικές μειώσεις των αποδοχών Δημάρχου και μελών Δημοτικού Συμβουλίου- οι δίκες του ίδιου (χωρίς καταδίκη) και συνεργατών του με βάση το «ιδιώνυμο», οι παύσεις από το Νομάρχη Καβάλλας και το Γενικό Διοικητή Θράκης, οι εκπτώσεις από το αξίωμα του δημοτικού συμβούλου, οι φυλακίσεις και οι εκτοπίσεις.
Τελικά, στις 9 Σεπτεμβρίου 1934, ο Παρτσαλίδης, εκτοπίστηκε στη Γαύδο, χωρίς να δημοσιοποιηθεί η απόφαση και το σκεπτικό της. Όπως έλεγε ένα χαρακτηριστικό τραγούδι της εποχής «οι αστοί τρομάξανε και κάστρα φτιάξανε, να κλείσουν τα παιδιά των εργατών»…
Για την ιστορία, πέντε «λεπτομέρειες».
Πρώτη: τέσσερις από τους δημοτικούς συμβούλους του Παρτσαλίδη έμειναν στη φυλακή από τον Απρίλιο του 1934 μέχρι την κατάληψη της Ελλάδας από τους Ναζί τον Απρίλιο του 1941. Τότε, μαζί με άλλους πολιτικούς κρατούμενους, παραδόθηκαν από τις «ελληνικές» αρχές στους κατακτητές. Οι Δημοσθένης Μακέδος, Γιώργος Μπαρμπαλέξης, Γιάννης Ευθυμιάδης και Νίκος Νεγρεπόντης εκτελέστηκαν το 1943 και 1944 από τους Ιταλούς και Γερμανούς. Τιμωρήθηκαν έτσι, επειδή απέβλεπαν και πάλι «εις την ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος».
Δεύτερη: τον ίδιο καιρό με τον Παρτσαλίδη (στο δεύτερο γύρο των εκλογών, στις 18 Φεβρουαρίου 1934) εξελέγη δήμαρχος στις Σέρρες ο κομμουνιστής υποψήφιος Διονύσης Μενύχτας. Κρίθηκε «επωφελές διά την κοινωνικήν ευταξίαν» να παυθεί και να εκτοπισθεί.
Τρίτη: τη θητεία του Παρτσαλίδη, που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, έφεραν εις πέρας δημαρχούντες και δήμαρχοι. Όσο οι αστοί δημοτικοί σύμβουλοι έριζαν για το θώκο, δημαρχών παρέμενε ένας σύμβουλος του Παρτσαλίδη. Μόλις πρυτάνευσε η ωμή πολιτική λογική, τα ηνία του Δήμου έλαβαν ένας καπνέμπορος και ένας γιατρός, σύμβουλοι του συνδυασμού Τερμεντζή (ο ίδιος δεν εξελέγη, αφού το τότε ισχύον εκλογικό σύστημα επέτρεπε την εκλογή μόνο στον επικεφαλής του συνδυασμού που επικράτησε). Η δικτατορία του Μεταξά διατήρησε τον τελευταίο δημαρχούντα για μερικούς μήνες, αλλά τελικά όρισε δικό της άνθρωπο.
Τέταρτη: στις εκλογές του 1951 –πρώτες από το 1934- εκλέχτηκε Δήμαρχος Καβάλας ο αξιωματικός ε.α. της Στρατολογίας Εμμανουήλ Μελισσάκις. Είχε ψηφιστεί και από τον καθημαγμένο από το μετεμφυλιακό κλίμα κόσμο της Αριστεράς. Τον έπαυσε ο Υπουργός Εσωτερικών. Σύμπτωση;
Πέμπτη: στα 1964 εκλέχτηκε Δήμαρχος Καβάλας ο υποψήφιος της ΕΔΑ Κώστας Τσολάκης. Αυτόν τον έπαυσε η «Επανάστασις» της 21ης Απριλίου 1967 και «ταξίδεψε» κι αυτός στα «ωραία νησιά» που αναφέρει ο Μανόλης Αναγνωστάκης στο ποίημά του «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.»…
Λεπτομέρειες από τα παλιά…

 
 








Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Πώς φίλησα τον Μουσολίνι, κάποιες σκέψεις πάνω στο βιβλίο του Σπ. Μαρκέτου

Κώστας Παλούκης, Θεσσαλονίκη, 4/2/2010, Αναιρέσεις 2010


Το 1996 το νεοπαγές κόμμα του Δημήτρη Τσοβόλα ΔΗΚΚΙ συμμετέχει στις βουλευτικές εκλογές με ένα διαφημιστικό τρέιλερ στο οποίο προβάλλονται με χρονολογική σειρά πρωθυπουργοί και ηγέτες του δημοκρατικού χώρου. Σε αυτούς κατατάσσονται ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Ανδρέας Παπανδρέου και τελευταίος βέβαια ο Δημήτριος Τσοβόλας. Για τους περισσότερους το αστείο σε αυτό το διαφημιστικό σποτ είναι η κατάληξή του, καθώς ο Τσοβόλας αναβιβάζει τον εαυτό του στο ύψος των άλλων μεγάλων ηγετών. Το σποτ αυτό αποδίδει μέσα σε 1 λεπτό την ιστορική αφήγηση του δημοκρατικού χώρου σε αντίθεση με τον φιλοβασιλικό ή δεξιό χώρο. Τα μηνύματα που ο γνώστης της ελληνικής ιστορίας που προσλαμβάνει από τα πρόσωπα αυτά, αλλά και τις εικόνες που τα συνοδεύουν είναι: Τις πταίει του Τρικούπη και αγώνας εναντίον του βασιλιά, την διάσταση βενιζελικών και αντιβενιζελικών στον λεγόμενο εθνικό διχασμό, ως διάσταση δημοκρατίας έναντι μοναρχίας, την εθνική αντίσταση, τον αγώνα του δημοκρατικού κέντρου εναντίον της δεξιάς μεταπολεμικά στα 1950, τον ανένδοτο αγώνα του 1960, την τελική επικράτηση της δημοκρατίας στα 1981 και την συνέχιση φυσικά του ίδιου αγώνα στο παρόν. Ταυτόχρονα, το ιστορικό αυτό νήμα συνιστά μια αφήγηση του εκσυγχρονισμού με την οποία το τότε ΔΗΚΚΙ προφανώς προσπαθούσε να απαντήσει στον σημιτικό εκσυγχρονισμό. Αν όμως και ο ίδιος ο Σημίτης επιθυμούσε να φτιάξει ένα ανάλογο σποτ θα έβαζε ακριβώς τα ίδια πρόσωπα, μπορεί ίσως να ξεχνούσε τον Βελουχιώτη, αλλά θα ήταν το ίδιο νήμα.


Αν τώρα αντίστοιχα η σημερινή Νέα Δημοκρατία επιχειρούσε να φτιάξει ένα δικό της νήμα θα ήταν σίγουρα εξαιρετικά αντιφατικό και δύσκολο, είτε γιατί η πολιτική και ιδεολογική καταγωγή της προέρχεται από διαφορετικά στρατόπεδα του αστισμού είτε γιατί κάποιες πλευρές του συντηρητικού μεσοπολεμικού αστισμού είναι απονομιμοποιημένες σήμερα. Συγκεκριμένα, είτε θα ταυτιζόταν με τον Βενιζέλο είτε θα ταυτιζόταν με τον Γούναρη, ενδεχομένως να προσέθετε τον Ίωνα Δραγούμη, άντε να θυμόταν και τον Παναγή Τσαλδάρη. Θα απουσίαζε σίγουρα η αναφορά στους βασιλιάδες και στο μεταξικό καθεστώς, καθώς το σημερινό δημοκρατικό προφίλ μάλλον δεν ταιριάζει σε ένα τέτοιο παρελθόν.


Στην περίπτωση του ΛΑΟΣ τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα καθώς μάλλον είναι πιο συνεπείς υποστηρικτές του αντιβενιζελισμού: θα ξεκινούσε από τον Κωνσταντίνο ΙΒ, θα ακολουθούσαν όλοι οι εκτελεσθέντες στο Γουδί, Γεώργιος Β΄, Μεταξάς, Παπάγος κλπ.


Τι θ γινόταν εάν η κοινοβουλευτική αριστερά επιχειρούσε να φτιάξει ένα τέτοιο νήμα; Για το ΚΚΕ τα πράγματα θεωρητικά θα ήταν σήμερα εύκολα, γιατί είναι το μοναδικό Κόμμα που έχει μια συνέχεια ως μηχανισμός από το 1918 έως τώρα. Στην πράξη είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των ηγετών του ΚΚΕ ήρθαν σε σύγκρουση με την κομματική ορθοδοξία. Σήμερα όμως ένα τέτοιο νήμα δε θα είχε σε καμία περίπτωση ενταγμένο κάποιον ηγέτη του βενιζελισμού. Όμως η ΕΔΑ μεταπολεμικά θα μπορούσε να βλέπει θετικά τον βενιζελισμό. Για τον Συνασπισμό θα ήταν λίγο πιο περίπλοκα, για την Δημοκρατική Αριστερά πιο εύκολα. Και στις δύο περιπτώσεις το πρόσωπο του Βενιζέλου θα περιβαλλόταν με ένα θετικό δημοκρατικό πρόσημο.


Αλλά δεν είναι μόνο οι βενιζελικοί πολιτικοί που αξιολογούνται θετικά σήμερα ακόμη και από πολίτες με δημοκρατική παράδοση. Πολλοί που συμμετείχατε το καλοκαίρι στο κάμπινγκ της νΚΑ ίσως να παρατηρήσατε ότι στο λιμάνι της Νάξου δεσπόζει το άγαλμα του Πρωτοπαπαδάκη, ενός εκ των έξι καταδικασθέντων ως υπευθύνων για την μικρασιατική καταστροφή. Κάποιοι ίσως να θυμούνται από μια εκδρομή τον θετικό τρόπο με τον οποίο εντάσσεται συνολικά η μορφή του Πρωτοπαπαδάκη στο ιστορικό αφήγημα των ΠΑΣΟΚων Ναξιωτών. Υπενθυμίζω την συζήτηση και την πρόσφατη επανάληψη της δίκης των έξι με πρωτοβουλία απογόνου του Πέτρου Πετροπαπαδάκη όπου ουσιαστικά αθωωθήκανε μετά από 80 χρόνια. Θυμίζω την παλιότερη τηλεοπτική σειρά για τον Ιώνα Δραγούμη. Μπορεί κανείς να βρει βιβλία ή άρθρα που χαρακτηρίζουν τον Γούναρη ή τον Δραγούμη ως αριστερούς. Υπάρχει, λοιπόν, μία προσπάθεια να ενταχθούν και οι βασικότερες φιγούρες του αντιβενιζελισμού στο πάνθεον των δημοκρατικών και ηρωικών μορφών.


Συνολικά, λοιπόν, οι βασικές φιγούρες του μεσοπολεμικού κοινοβουλευτισμού είτε προέρχονται από το βενιζελικό είτε από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο αναγνωρίζονται ως οι κατεξοχήν κοινοβουλευτικοί και δημοκρατικοί άντρες. Κατά έναν τρόπο η σημερινή Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία και όλες οι αστικές δημοκρατικές δυνάμεις που αναφέρονται σε αυτήν (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΔΗΑΡΙ, ΔΗΣΥ, ΣΥΝ) υιοθετούν και αναγνωρίζουν στην Β΄ Ελληνική Δημοκρατία την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατική της καταγωγή.


Γιατί όμως οι ίδιοι οι επίγονοι του μεσοπολεμικού αστισμού έχουν σήμερα αυτήν την στάση. Μεταπολεμικά οι φορείς του αστισμού, βρίσκονται σε ιδεολογική άμυνα έναντι του κομμουνισμού, καθώς το δίπολο φασισμός/αντιφασισμός ήταν κυρίαρχο και ο κομμουνισμός υπήρξε η κύρια αντιφασιστική δύναμη στην Ελλάδα κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Όχι τυχαία, για παράδειγμα επιλέχθηκε ο κοινοβουλευτισμός ως απάντηση στην κομμουνιστική ανταρσία και όχι ένα ανοιχτά δικτατορικό καθεστώς. Ενδιαφέρονταν λοιπόν να προβάλλουν τον αντιφασιστικό χαρακτήρα του ελληνικού αστισμού ως εκπροσώπου του ελληνικού λαού. Αναβαθμίζεται το ΟΧΙ του Μεταξά και επινοείται η γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, υποβαθμίζεται ο φασιστικός χαρακτήρας του μεταξικού καθεστώτος και φυσικά όλα τα φασιστικά εγχειρήματα και απόπειρες του μεσοπολέμου περνάνε στη λήθη. Ο κοινοβουλευτικός αντικομουνισμός βέβαια είναι ο συνεκτικός αρμός με το μεσοπολεμικό καθεστώς. Τα κεντρώα κόμματα προβάλλουν την δημοκρατική βενιζελική παράδοση, ενώ τα δεξιά κόμματα τον αντικομουνισμό και τον μικροαστικό λαϊκισμό του μεσοπολεμικού αντιβενιζελισμού.


Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία αναδεικνύει σε κρατική ιδεολογία ένα εναλλακτικό αριστερό λαϊκοπατριωτικό-λαϊκό δημοκρατικό αφήγημα για το ελληνικό έθνος. Αυτό το αφήγημα έχοντας τις ρίζες στου στο εαμικό-αντιστασιακό μπλοκ και στον αντιφασιστικό αγώνα διαμορφώθηκε από τον Νίκο Σβορώνο σε μία ρεφορμιστική εκδοχή που μπορούσε να συμβιβάσει με έναν ηγεμονικό τρόπο τις δεξιές εθνικές αφηγήσεις σε έναν ενιαίο εθνικό λόγο. Αποτυπώνει θα έλεγε κανείς την κυριάρχηση στα 1981 του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατικής αλλαγής. Βασική συνισταμένη αυτού του αφηγήματος είναι ότι το ελληνικό έθνος είναι από την φύση του δημοκρατικό και αντιστασιακό και ως εκ τούτου αντιφασιστικό ενσωματώνοντας τόσο τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως αντιφασιστικό όσο και την εθνική αντίσταση. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος δημοκρατικός χαρακτήρας του μεσοπολέμου συμβάλλει στην σύλληψη του ελληνικού έθνους ως sui generis αντιφασιστικό και δημοκρατικό. Όταν όλα τα άλλα έθνη είχαν φασισμό, στην Ελλάδα κυριαρχούσαν υγιείς δημοκρατικές δυνάμεις και ο φασισμός ποτέ δεν είχε μια ουσιαστική επιρροή. Η Ελλάδα θεωρείται μια εξαίρεση στην πανευρωπαϊκής κλίμακας στροφή των αστών προς τον φασισμό. Γενικά θεωρείται μια εξαίρεση ως κοινωνία και δεν θα πρέπει να συνεξετάζεται σε πανευρωπαϊκό πλαίσιο, αλλά αυτόνομα ως ένας ιδιαίτερος και ξεχωριστός κοινωνικός σχηματισμός. Το ίδιο το καθεστώς του Μεταξά «αποφασιστικοποιείται» και παρουσιάζεται σαν μια απλή δικτατορία που δεν είχε στην πραγματικότητα τα τυπικά φασιστικά χαρακτηριστικά. Φυσικά ούτε λόγος για τους άλλους φασισμούς. Έτσι, λοιπόν δεν υπάρχει φασισμός στην Ελλάδα, φασισμός δεν υπήρξε ποτέ.


Το βιβλίο του Σπύρου Μαρκέτου «Πως φίλησα τον Μουσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού» έρχεται και διαλύει στα «εξ ων συνετέθη» αναποδογυρίζει, γκρεμίζει όλες αυτές τις αναπαραστάσεις για τον δημοκρατικό χαρακτήρα του ελληνικού μεσοπολέμου και του ελληνικού αστισμού. Ανατρέπει με τέτοιο τρόπο το ιστοριογραφικό παράδειγμα για τον φασισμό στον μεσοπόλεμο που καμία νεώτερη ιστορική μελέτη δεν μπορεί να μη λάβει στο εξής υπόψη της. Κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου επιτελεί το ρόλο του «myth buster» σε ένα διαφορετικό στερεότυπο με τέτοιο τρόπο που καθιστά την ανάγνωσή του απολαυστική. Κεντρικό λοιπόν πόρισμα είναι πως οι φασιστικές ιδέες είχαν εξαπλωθεί στην Ελλάδα ως τα μέσα του 1933, όχι μόνο μεταξύ των μικροαστικών και των περιθωριακών στοιχείων αλλά και μεταξύ αστικών μερίδων, ιδιαίτερα εκείνων των ομάδων που έλεγχαν τα μέσα ενημέρωσης και των πολιτικών που ασκούσαν την εξουσία. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Μαρκέτο στην Ελλάδα ο κορμός του πολιτικού κόσμου οικειοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό τα περισσότερα από τα μοτίβα του φασισμού ώστε να μην υπάρξει πολιτικός χώρος για την ανάπτυξη κανενός αυτόνομου φασιστικού κινήματος. Φασισμός σύμφωνα με τον Μαρκέτο δεν είναι μόνο τα δύο τυπικά παραδείγματα της Ιταλίας και της Γερμανίας, αλλά πολλές άλλες περιπτώσεις αποτυχημένων φασισμών, που όμως παραμένουν φασισμοί. Έτσι, το βιβλίο παρουσιάζει ακριβώς όλους αυτούς τους μικρούς ανολοκλήρωτους φασισμούς ή τις απόπειρες εγκαθίδρυσης φασισμών στην Ελλάδα που μπορεί στην εκκίνησή τους να μην παρουσιάζονταν ως φασισμοί, αλλά έφεραν όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να δώσουν μια τέτοια εξέλιξη.


Ξεκινώντας την αφήγηση του βιβλίου από την περίοδο των αρχών του 20ου αιώνα παρατηρεί ότι πολλά από τα κινήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς και πολλά από τα στοιχεία του εθνικού διχασμού, αλλά και τις προσωπικότητες που διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο εξέφρασαν εθνικισμούς που σε άλλες χώρες αποτέλεσαν προδρόμους του φασισμού και για αυτό τους χαρακτηρίζει προδρόμους του ελληνικού φασισμού. Ο Κωνσταντίνος, ο Δραγούμης, ο Περικλής Γιαννόπουλος, ο Γούναρης, το κίνημα των επιστράτων είναι οι κύριοι αυτοί προδρομικοί φορείς. Για τον Μαρκέτο η αγροτική μεταρρύθμιση υπήρξε εκείνος ο καθοριστικός παράγοντας την περίοδο πριν το 1920 που ανανέωσε τον φιλελευθερισμό και λειτούργησε αποτρεπτικά για το φασισμό. Η αγροτική μικροϊδιοκτησία που επιλέχθηκε από το σύστημα για να αποτρέψει τον κομμουνισμό τελικά απέτρεψε και τον φασισμό. Οι αγρότες οι οποίοι σε άλλες χώρες τάχθηκαν με τα συντηρητικά και φασιστικά κόμματα, πριν ο φασισμός κυριαρχήσει στα αστικά κέντρα στην Ελλάδα στήριξαν και στελέχωσαν κινήματα και κόμματα φιλελεύθερης δημοκρατικής κατεύθυνσης.


Μια πολύ σημαντική συμβολή του βιβλίου είναι ότι αποσυνδέει το δίπολο δημοκρατία/συντήρηση από το δίπολο βενιζελισμός/εκσυγχρονισμός. Και στα δύο στρατόπεδα εμφανίζονται και συνυπάρχουν ετερόκλητες ιδεολογικές τάσεις οι οποίες μπορεί να αποκρυσταλλώνονται σε σύμμαχα κόμματα που διακυβερνούν μαζί, συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο κόμμα ή εμφανίζονται αντιφατικά στον λόγο ενός προσώπου. Έτσι, ο Μαρκέτος διαβλέπει στις τελετές που οργάνωνε το καθεστώς του Βενιζέλου στα 1917 και τις πολιτικές του αυταρχισμού πολλά φασιστικά στοιχεία. Εξίσου προκλητική όμως πρόταση του συγγραφέα είναι η αποκάλυψη ότι ο Γούναρης αποπειράται να εγκαταστήσει την περίοδο 1920-1922 ένα φασιστικό καθεστώς και ότι κινείται σε μια παραλληλία με τον Μουσολίνι. Συνέτρεχαν όλες οι τυπικές προϋποθέσεις στις οποίες ο φασισμός έπαιρνε την εξουσία: επικράτηση της βίας στα εσωτερικά και εξωτερικά μέτωπα, εσωτερική πόλωση, πολιτικό αδιέξοδο και μαζική κινητοποίηση εναντίον εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών. Απουσίαζε όμως ως βασική προϋπόθεση η συνεργία των ελίτ. Επίσης, η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα μέσω της Μικρασιατικής καταστροφής προέβαλλαν την κοινωνική μεταρρύθμιση και την αβασίλευτη κοινοβουλευτική δημοκρατία ως καλύτερη προς το παρόν επιλογή. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον Μαρκέτο ο φασισμός του Γούναρη θα πρέπει να ενταχθεί στο πλήθος αυτών των αποτυχημένων φασισμών που εμφανίστηκαν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες στη μεσοπολεμική περίοδο.


Σε ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο εξηγεί πως παρότι υπήρξε στα 1922-23 κρίση και δυνατότητα στους φασίστες να συμμαχήσουν με εδραιωμένες ελίτ, τελικά δεν είχε εμφανιστεί ακόμα το απαραίτητο πολιτικό κενό. Η κοινωνική μεταρρύθμιση ή υπόσχεση κοινωνικής μεταρρύθμισης, αλλά και άλλοι παράγοντες που εμπόδισαν την άνοδο της αριστεράς λειτούργησαν δεν καθιστούσαν τον φασισμό ακόμα μία αξιόπιστη διέξοδο. Ως εκ τούτου, μια ακόμα προκλητική ιστοριογραφικά πρόταση του συγγραφέα είναι ο χαρακτηρισμός των προσανατολισμών Πάγκαλου, Κονδύλη και Πλαστήρα ως φασιστικών. Ο Μαρκέτος συγκεκριμένα χαρακτηρίζει το καθεστώς του Πάγκαλου ως αντιβασιλικού φασισμού. Το καθεστώς απέτυχε να ολοκληρώσει την πορεία του και τις φασιστικές του τάσεις, ώστε να μετατραπεί από δικτατορία σε καθαρό φασισμό. Αυτό δεν αναιρεί όμως τις προθέσεις του.


Για άλλη μια φορά ο κοινοβουλευτισμός έρχεται ως λύση προκαλώντας την ανάσχεση του αντιβασιλικού φασισμού. Πράγματι, η Ελλάδα αποτελούσε παραφωνία σε σχέση με τον διεθνή της περίγυρο, καθώς ο Βενιζέλος προτάσσει την δημοκρατία και ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κοινωνικών ασφαλίσεων ως εχέγγυα για μια νέα πορεία του ελληνισμού. Ήδη από τα 1929 η κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου θέτει την κατασταλτική πολιτική θεσμό της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας εφαρμόζοντας τον περίφημο νόμο 4229/1929 περί ιδιώνυμου αδικήματος. Επί Βενιζέλου προείχε «ο ταξικός χαρακτήρας του νέου νόμου», γράφει ο Μαρκέτος, καθώς «με το ιδιώνυμο η δημοκρατία και η ελευθερία καταργήθηκαν για την εργατική τάξη». Οι διώξεις, οι βίαιες συγκρούσεις με την αριστερά, οι φυλακίσεις, η ποινικοποίηση του αριστερού φρονήματος, οι ένοπλες συγκρούσεις με διαδηλωτές, τα εσωτερικά σκάνδαλα του καθεστώτος μετέτρεψαν την Β Ελληνική Δημοκρατία σε ένα είδος κοινοβουλευτικής δικτατορίας. Η εργατική τάξη έβλεπε σε αυτήν τον αυταρχισμό και η αστική τάξη την αναρχία. Μπροστά στην κρίση η Δημοκρατία, ιδιαίτερα με την αδυναμία της βενιζελικής κυβέρνησης να την διαχειριστεί, φαινόταν επικίνδυνη. Οι φιλοφασιστικές τάσεις διαχέονται και στις δύο πολιτικές παρατάξεις και το κοινοβουλευτικό σύστημα χάνει την νομιμότητά του. Ο Μαρκέτος περιγράφει την επικράτηση των μοναρχικών και φασιστών στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο και την προσχώρηση του Κονδύλη στον αντιβενιζελισμό. Ο Βενιζέλος σχεδιάζει συνταγματική μεταρρύθμιση με την παροχή δικτατορικών εξουσιών στον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το πολιτικό αδιέξοδο προκαλούσε ετοιμασίες για στρατιωτικό πραξικόπημα. Οι υποψήφιοι δικτάτορες πολλοί: Πάγκαλος, Πλαστήρας, Κονδύλης, Οθωναίος. Η αποτυχία του Παπαναστασίου να παραμείνει στην κυβέρνηση καθιστά την δημοκρατία ακόμη πιο έωλη. Οι εκλογές του 1932 ήταν μια μεγάλη ήττα για τον βενιζελισμό ο οποίος όξυνε το αυταρχικό του προσωπείο. Σε αυτές τις εκλογές το ερώτημα «δημοκρατία ή στρατοκρατία» επισκίασε ουσιαστικά το ερώτημα «αβασίλευτη ή βασιλευόμενη» δημοκρατία που υποτίθεται ότι διαχώρισε τον μεσοπολεμικό αστικό κόσμο. Ο Βενιζέλος διεκδικούσε την αντιβασιλική ψήφο προτείνοντας ένα αυταρχικότερο πολιτικό σύστημα, ενώ οι Παπαναστασίου και Καφαντάρης, πρώην υπαρχηγοί του, συνεργάζονταν με τους Λαϊκούς επισείοντας τον κίνδυνο ενός στρατιωτικού κινήματος. Στον επίλογο το βιβλίο αποκαλύπτει μέσα από την παρουσίαση ενός συνεδρίου στο Πάντειο τις συζητήσεις κι τις προθέσεις του βενιζελισμού. Ο ίδιος ο Γεώργιος Παπανδρέου έθετε το ζήτημα ωμά: «Συμβαίνουν ενίοτε ιστορικαί καταστάσεις, αι οποίαι καθιστούν την δικτατορίαν και αναγκαίαν και χρήσιμον» με τον απαραίτητο όρο ότι θα ήταν απλά προσωρινή. Ο πρώτος τόμος τελειώνει με την εξής διαπίστωση: «ήδη από το 1932 ο φιλελευθερισμός στην Ελλάδα, τουλάχιστον μεταξύ των μελών του πλέγματος εξουσίας που διατύπωναν δημόσιο λόγο, ήταν ουσιαστικά νεκρός». Η προσπάθεια του Βενιζέλου να επιβάλλει μία δικτατορία, που θα γίνει ανοικτά στα 1933, θα πρέπει να ενταχθεί και αυτή στις ανολοκλήρωτες προσπάθειες.


Στο βιβλίο του λοιπόν ο Μαρκέτος προτείνει μια εντελώς διαφορετική θέαση του μεσοπολέμου. Σε αυτή ο φασισμός δεν είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο που κάποια στιγμή επένδυσε ιδεολογικά μια απλή δικτατορία, αλλά μια δυναμική της ελληνικής κοινωνίας που αναπτύσσεται στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης. Αναμετριέται με την κοινοβουλευτική δημοκρατία, η κοινοβουλευτική δημοκρατία προσπαθεί να φασιστικοποιηθεί, τελικά αποτυγχάνει και το πεδίο μετά είναι ελεύθερο για την έλευση του φασισμού. Στο σημείο αυτό έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον μια άλλη πρόταση του συγγραφέα. Προτείνει δηλαδή τη σύγκριση της Β Ελληνικής Δημοκρατίας με την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, δηλαδή του δημοκρατικού πολιτεύματος της Γερμανίας πριν από την άνοδο του Χίτλερ. Ενδεχομένως μια πιο λεπτομερής συνεξέταση της πορείας των δύο δημοκρατιών μπορεί να αποκαλύψει περισσότερες ομοιότητες από διαφορές και συνεπώς να αποκαλύψει πολλά περισσότερα για την δυναμική του ελληνικού φασισμού στην Ελλάδα.


Μερικοί παράγοντες μπορούν ήδη τώρα να αναφερθούν. Ο ένας είναι η χρεοκοπία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο δεύτερος είναι η έντονη βία που χαρακτηρίζει τις πόλεις της Γερμανίας και της Ελλάδας. Βία που είναι πολιτική, αλλά και ιδιωτική. Η φτώχεια και η ανάδειξη ενός βίαιου λαϊκού πολιτισμού, στο Βερολίνο ήταν τα μπαρ και οι μπυραρίες στις γωνίες των τετραγώνων στο Kreuzberg, στην Ελλάδα είναι το ρεμπέτικο κλίμα στις διάφορες φτωχογειτονιές, π.χ. Περιστέρι στην Αθήνα, που ολοένα και περισσότερο αποκτά εργατικά και ταξικά χαρακτηριστικά για να αναδείξει τον εργατικό πολιτισμό ως αντίπαλο δέος στον αστισμό. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το Περιστέρι και η Κοκκινιά είναι τα Kreuzberg της Αθήνας. Ο τρίτος είναι η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Εδώ η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχει μια καθυστέρηση τριών χρόνων. Δηλαδή μόλις τον Αύγουστο του 1936 η ελληνική αστική τάξη αισθάνεται ότι ο κομμουνιστικός κίνδυνος είναι πραγματικός. Ο τέταρτος είναι ότι τελικά ο φασισμός έγινε αποδεκτός από την κοινωνία. Ο ελληνικός λαός συμμετείχε στις φιέστες του μεταξικού καθεστώτος. Ο πέμπτος ότι τελικά η αστική δημοκρατία άφησε τον χώρο για την επιβολή του φασιστικού καθεστώτος. Στην περίπτωση της Ελλάδας ο Μεταξάς ήταν πρωθυπουργός κοινοβουλευτικός πριν κηρύξει την δικτατορία. Το ίδιο και ο Χίτλερ πήρε με νόμιμο τρόπο την εξουσία. Υπάρχουν βέβαια διαφορές, όπως η απουσία κόμματος.


Ενδιαφέρον έχει να εστιάσει κανείς στο γεγονός ότι όλη η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη περίοδο της δεκαετίας του 1930 είχε στραμμένα τα μάτια στην Γερμανία. Η άνοδος του Χίτλερ θα αναθερμάνει τις συζητήσεις, θα δώσει θάρρος στις φασιστικές οργανώσεις που θα δρουν ολοένα και πιο επιθετικά, θα γίνουν δύο απόπειρες πραξικοπήματος. Κυρίως η αριστερά θα είναι στραμμένη προς την Γερμανία και συγκλονισμένη, καθώς η ΚΔ επαγγελόταν τη νίκη των κομμουνιστών, θα αλλάξει άρδην γραμμή και προσανατολισμό, θα αναδιατάξει φυσιογνωμία και συμμαχίες.


Ως εκ τούτου, ένα άλλο στοιχείο που επίσης ίσως να έχει ενδιαφέρον η δυναμική των αμιγώς φασιστικών ομάδων. Μπορεί να ήταν μικρές, αλλά η δράση τους ήταν σημαντική και συμπληρωματική σε αυτή της αστυνομίας ως κατασταλτικός μηχανισμός απέναντι στον κομμουνισμό. Ο αστικός τύπος στήριζε ανοιχτά αυτές τις ομάδες μέσα από τις στήλες, υπολόγιζε στην αντικομουνιστική τους δράση και τις υπεράσπιζε στις βίαιες συγκρούσεις με τους κομμουνιστές.


Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, ο ελληνικός μεσοπόλεμος δεν είναι μια λοιπόν ιδιαιτερότητα, αλλά αντίθετα μέρος του γενικού κανόνα.


Ποια είναι η σημασία της επανερμηνείας του μεσοπολέμου για τον δικό μας παρόν. Το 1986 ένα συνέδριο για τον μεσοπόλεμο έχει τίτλο Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός. Εκείνη την εποχή η μελέτη του μεσοπολέμου κυριαρχείται ακριβώς από αυτά τα ερωτήματα και δίνει ανάλογες απαντήσεις. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχοντας την ιδεολογική συμμαχία της ανανεωτικής αριστεράς ξεκινάει το νέο εγχείρημα του αστικού εκσυγχρονισμού. Η σύντομη υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ προς τον λαϊκισμό στα 1989 θα δώσει στην δεξιά και τον ενιαίο Συνασπισμό τη σκυτάλη στο εγχείρημα του αστικού δημοκρατικού εκσυγχρονισμού. Συνεπώς, το εγχείρημα του βενιζελικού εκσυγχρονισμού αποτιμάται θετικά και είναι αντικείμενο μελέτης. Σε ένα δεύτερο συνέδριο για τον μεσοπόλεμο που έλαβε χώρα πριν από δύο βδομάδες έγινε σαφές ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία βλέπει πλέον εντελώς διαφορετικά τον ελληνικό μεσοπόλεμο. Οι μελέτες για την βία έδωσαν το στίγμα. Επίσης, οι μελέτες για τους πρόσφυγες δίνουν τον τόνο για μια στροφή σε αυτό που λέμε ιστορία από τα κάτω. Ο βενιζελισμός και ο αντιβενιζελισμός επαναξιολογούνται. Το βιβλίο του Μαρκέτου, παρότι ο ίδιος δεν ήταν παρών, θα έλεγε κανείς, στοίχειωνε την αίθουσα.


Γιατί όμως ο Μεσοπόλεμος μας αφορά σήμερα και γιατί η μελέτη του Μαρκέτου είναι σημαντική. Κατά μία έννοια είναι δύο δεκαετίες που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στον μεσοπόλεμο μπήκε το ερώτημα του κοινωνικού κράτους και ξεκίνησε να οικοδομείται, στην δική μας εποχή το κοινωνικό κράτος διαλύεται. Αυτό από μόνο του καθιστά τον μεσοπόλεμο εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Και στις δύο εποχές ο φιλελεύθερος αστισμός επιχειρεί ένα εκσυγχρονιστικό εγχείρημα. Και στις δύο περιπτώσεις το εγχείρημα αποτυγχάνει. Η οικονομική κρίση είναι το δεύτερο στοιχείο που είναι κοινό στις δύο εποχές. Η βενιζελική κοινοβουλευτική δημοκρατία αδυνατώντας να δώσει διέξοδο στην κρίση επιλέγει την αυταρχοποίηση, ενώ ο κομμουνισμός αναδύεται στον κεντρικό ιδεολογικό εχθρό. Τελικά, ο βενιζελικός φιλελευθερισμός επιλέγει την φυγή από την δημοκρατία με δύο απόπειρες πραξικοπήματος. Σήμερα, στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού η κοινοβουλευτική δημοκρατία φαίνεται να αυταρχοποιείται και να φασιστικοποιείται. Δείχνει να μην μπορεί να ενσωματώσει τους από κάτω και να αναπτύσσει μηχανισμούς ιδεολογικής και φυσικής καταστολής. Σήμερα ποια μπορεί να είναι τα ερωτήματα και οι διέξοδοι. Το δίλημμα επανάσταση με κομμουνιστική απελευθερωτική κατεύθυνση ή βαρβαρότητα με την εξαθλίωση, τον νέο-φασισμό και ενδεχομένως την οικολογική καταστροφή μπαίνει ξανά τόσο καθαρά όπως τότε. Και στις δύο εποχές η σύγκρουση εργατικής και αστικής τάξης γίνεται πόλεμος τάξης εναντίον τάξης επίσης με έναν τέτοιο καθαρό τρόπο.

Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Θεόδωρος Πάγκαλος

 Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (Ελευσίνα 1878- Αθήνα
1952) υπήρξε διακεκριμένος στρατιωτικός, πολιτικός της βενιζελικής παράταξης
και δικτάτορας. Ήταν πρωτότοκος γιος του γυναικολόγου και πολιτευτή με το
Τρικουπικό Κόμμα Δημητρίου Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη, κόρης
αρχοντικής οικογένειας της Ελευσίνας με αρβανίτικη
  καταγωγή και συμβολή στον
Αγώνα της Ανεξαρτησίας.
Ανάδοχός του ήταν ο στρατηγός και μακρινός
συγγενής του Τιμολέοντας Βάσος – Μαυροβουνιώτης. Το 1895 απορρίφθηκε από τη
Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, στη συνέχεια γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή, αλλά τελικά
εισάχθηκε στη Σχολή Ευελπίδων. Το 1900 αποφοίτησε
  πρώτος στην τάξη του. Το 1901 παντρεύτηκε
Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη, κόρη Αιγυπτιώτη πολιτικού μηχανικού Υδραϊκής καταγωγής,
με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Το 1908 συμμετείχε στην ίδρυση του
“Στρατιωτικού Συνδέσμου” και πολλές από τις συνεδριάσεις του
  πραγματοποιούνταν στο σπίτι του. Ο
“Στρατιωτικός Σύνδεσμος” γρήγορα μύησε πολλούς ανώτερους και κατώτερους
  αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού και
η δράση του έγινε γνωστή και στους κύκλους των ανακτόρων. Στις 14 Αυγούστου
1909 ο Πάγκαλος απελευθέρωσε με τη βία αξιωματικούς του στρατού που κρατούνταν
φυλακισμένοι λόγω της τότε πολιτικής κατάστασης. Την επομένη πρωτοστάτησε στο
πραξικόπημα του Γουδί συμμετέχοντας στην επιτροπή που επισκέφθηκε τον
Πρωθυπουργό Δημ. Ράλλη και ζήτησε την παραίτησή του.
  Το Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος ανέλαβε τη
θέση του γραμματέα στην διοικητική επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Μετά
την ανάληψη της εξουσίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος
διαλύθηκε.
  Το 1911 ο Θεόδωρος Πάγκαλος
στάλθηκε για σπουδές μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στη Γαλλική Ακαδημία
Πολέμου Σημαντική ήταν η συμμετοχή του στους Βαλκανικούς πολέμους. Αρνείται να
στηρίξει τα σχέδια του Κωνσταντίνου για ανατροπή του κοινοβουλευτισμού και
στηρίζει το “Κίνημα της Εθνικής Αμύνης” του Βενιζέλου. Αρχικά αναλαμβάνει τη
Διοίκηση του Αιγαίου και στη συνέχεια της Κρήτης, για να αναλάβει ως
αντισυνταγματάρχης τη Διοίκηση του 9ου Συντάγματος, το οποίο εισήλθε στην Αθήνα
ύστερα από την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου. Το Μάρτιο του 1917, ο Πάγκαλος
αναλαμβάνει προσωπάρχης του Υπουργείου Στρατιωτικών, με Υπουργό τον ίδιο τον
Βενιζέλο. Η Ελλάδα κηρύσσει τον πόλεμο στις Δυνάμεις του Άξονα στο πλευρό της
Αντάντ. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε διάφορες μάχες για τις οποίες
τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό σταυρό για να προβιβαστεί σε γενικό
επιτελάρχη της στρατιάς. Τον Μάϊο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και
εγκαταστάθηκε εκεί ως αρχηγός του επιτελείου. Σύντομα ήρθε σε σύγκρουση με τον
Διοικητή Στεργιάδη και αντικαταστάθηκε, για να επανέλθει. Με δική του
πρωτοβουλία καταλήφθηκε πό τον Ελληνικό Στρατό η Προύσσα, γεγονός που τον
οδήγησε σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο, αφού η κατάληψη της Προύσσας δεν
εντασσόταν στις συμφωνίες με τους συμμάχους. Ύστερα από την ήττα των
βενιζελικών στις εκλογές του 1920, ο Πάγκαλος ανακαλείται από το μέτωπο. Με την
εγκατάσταση
  της τριανδρίας
Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος διορίζεται διοικητής της σχολής Ευελπίδων. Τον
Οκτώβριο ανέλαβε την προεδρία της ειδικής ανακριτικής επιτροπής που καταλόγισε
ευθύνες σε αντιβενιζελικούς ηγέτες ως υπεύθυνους για την “Μικρασιατική Καταστροφή”.
Ο ίδιος διόρισε τα μέλη του
  έκτακτου
στρατοδικείου που καταδίκασε σε θάνατο τους Έξι, η εκτέλεση των οποίων θα
συνταράξει την παγκόσμια κοινή γνώμη και θα διχάσει ακόμη περισσότερο τον
ελληνικό πολιτικό κόσμο. Αργότερα, ο Πάγκαλος θα παραδεχτεί πως δεν υπήρχαν
στοιχεία ευθύνης σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο, αλλά θα συνεχίζει να εκτιμά την
εκτέλεση αναγκαία. Το Νοέμβρη του 1922 διορίστηκε Υπουργός Εξωτερικών στην
κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά.
  Τον Δεκέμβρη
του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία. Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη με σκοπό την
αναδιοργάνωση στου στρατού αναλαμβάνοντας έκτακτες εξουσίες. Η επιτυχία του τον
οδήγησε στην άποψη ότι μπορούσε να προχωρήσει στην κατάληψη της
Κωνσταντινούπολης. Για αυτό το λόγο η Συνθήκη της Λοζάνης τον έφερε σε σύγκρουση
με την στρατιωτική κυβέρνηση σχεδιάζοντας πραξικόπημα. Ο κατευνασμός των
φιλοπόλεμων αξιωματικών τον οδήγησε σε παραίτηση και αναχώρηση για το
εξωτερικό. Συμμετείχε στο αποτυχημένο πραξικόπημα των Λεοναρδόπουλου –
Γαργαλίδη, μιας ετερόκλητης συμμαχίας από δυσαρεστημένους αξιωματικούς όλων των
παρατάξεων. Το 1923 εκλέχτηκε όμως βουλευτής Θεσσαλονίκης με το Δημοκρατικό
Κόμμα του Αλ. Παπαναστασίου. Σε μια κατάσταση έντονων πολιτικών συγκρούσεων ο
Βενιζελικός συνασπισμός διαλύεται. Ο Βενιζέλος παραιτείται από την
πρωθυπουργία. Στις 24 Μαρτίου διορίζεται η κυβέρνηση Παπαναστασίου. Ο Πάγκαλος
αναλαμβάνει το Υπουργείο της Εννόμου Τάξεως και στη συνέχεια
  το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Το πέρασμα του
Πάγκαλου στην πολιτική γίνεται με έναν ιδιότυπο τρόπο, αφού συμμετέχει ως
στρατιωτικός σε όλα τα βενιζελικά πραξικοπήματα. Αυτή η ιδιαίτερη εμπειρία τον
ωθεί να κατανοεί την πολιτική δράση ως μια διαδικασία εξωκοινοβουλευτική και
βίαιη. Από τα τέλη του 1924 φέρεται να ετοιμάζει νέο πραξικόπημα, καθώς
  η τεράστια οικονομική, πολιτική και κοινωνική
κρίση ως απότοκα της ήττας δυσκολεύουν το νεοπαγές δημοκρατικό καθεστώς να
σταθεροποιηθεί. Το καθεστώς της έκτακτη ανάγκης εξαιτίας του πολέμου επέτρεπε
μέχρι τότε στις κυβερνήσεις να ασκούν πίεση και να καταστέλλουν το αναπτυσσόμενο
εργατικό κίνημα. Τώρα όμως δεν υπήρχαν αυτές οι νομιμοποιήσεις. Οι μεγάλες
εργατικές κινητοποιήσεις θα αντιμετωπίζονταν με

διώξεις. Πολλοί θεωρούσαν μια επανάσαση αναγκαία για την κοινωνική
ειρήνη και την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου, άλλοι ανέμεναν από μια
επαναστατική διακυβέρνηση περισσότερες δημοκρατικές ελευθερίες, οι οποίες είχαν
περιοριστεί από την Κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου.


 Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1925 ανατρέπει την
κυβέρνηση του Αντρέα Μιχαλακόπουλου και αναλαμβάνει ο ίδιος την πρωθυπουργία
έχοντας την έγκριση της Βουλής, τη στήριξη του Δηοκρατικού Κόμματος του
Παπαναστασίου και την ανοχή του ΚΚΕ που θεωρούσε τον Πάγκαλο δημοκρατικό.
Μάλιστα, ο Πάγκαλος στην αρχή θα απελευθερώσει και θα επαναφέρει από τις
εξορίες όλους τους διωκόμενους αριστερούς. Τον Σεπτέμβριο του 1925 όμως
κατήργησε τη Βουλή και αναλαμβάνει δικτατορικά τη διακυβέρνηση της χώρας και
σταδιακά απομακρύνεται από τα φιλελεύθερα κόμματα εντείνοντας τις διώξεις. Δε
σεβάστηκε ούτε το Σύνταγμα που είχε ψηφιστεί με τη σύμφωνη γνώμη του, αλλά
διέταξε να δημοσιευθεί μια παραλλαγή του, την οποία επίσης δεν τήρησε. Τον
Ιανουάριο του 1926 παραιτήθηκε ο ναύαρχος Χατζηκυριάκος από το Υπουργείο των
Ναυτικών, ένας απο τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Πάγκαλουκαι τον Μάρτιο
παραιτήθηκε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης, διαμαρτυρόμενος
για τις αυθαιρεσίες της δικτατορίας. Ο Πάγκαλος αμέσως προκήρυξε εκλογές για
την ανάδειξη νέου προέδρου, προερχόμενου αυτή τη φορά από τον λαό. Με αντίπαλο
τον
  Κωνσταντίνο Δεμερντζή, που είχε τη
στήριξη των Φιλελευθέρων, κατάφερε να εκλεγεί άνετα πρόεδρος της Δημοκρατίας,
διατηρώντας παράλληλα και το αξίωμα του Πρωθυπουργού. Τον Ιούλιο θα αναλάβει
την πρωθυπουργία ο Αθανάσιος Ευταξίας. Οι Φιλελεύθεροι όμως δεν αναγνωρίζουν
τον Πάγκαλο ως Πρόεδρο και ετοιμάζουν την ανατροπή του. Αυτό το πέτυχε μόλις
στις 23 Αυγούστου 1926 ο αρχηγός του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος Γεώργιος
Κονδύλης, ο οποίος είχε αρχικά στηρίξει τον δικτάτορα. Ο Πάγκαλος δεν προσήχθη
σε δίκη και τελικά με απόφαση της της κυβέρνησης Βενιζέλου αποφυλακίστηκε. Μετά
την αποφυλάκισή του συμμετείχε στις εκλογές της ως αρχηγός της Εθνικής Ενώσεως
αλλά απέτυχε να εκλεγεί. Το 1929 συνελήφθη πάλι για τα αδικήματα της
δικτατορίας και το 1930 καταδικάστηκε για ένα σκάνδαλο σχετικά με ένα καζίνο
στην Ελευσίνα. Το 1935 έλαβε μέρος στις εκλογές ως επικεφαλής του Εθνικού
Κόμματος μόνο στην περιφέρεια Δράμας αλλά απέτυχε πάλι να εκλεγεί. Όλη αυτή την
περίοδο ο ίδιος αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες.


Η
δικτατορική κυβέρνηση άσκησε διώξεις στους κομμουνιστές φυλακίζοντας και
δικάζοντας την ηγεσία του ΚΚΕ με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας εξαιτίας
της θέσης του ΚΚΕ για αυτονομία της Μακεδονίας και Θράκης. Με πιέσεις από το
εξωτερικό θα αποφευχθεί η εκτέλεση των Παντελή. Πουλιόπουλου και Σεραφείμ
Μάξιμου. Αλλά η δικτατορία επιδόθηκε στην δίωξη και αστών πολιτικών και
δημοσιογράφων, .τόσο βενιζελικών όσο και αντιβενιζελικών Κατα τη διάρκεια της
δικτατορίας απαγορεύθηκε και η λειτουργία της εφημερίδας Καθημερινή και του
Ριζοσπάστη. Επίσης είχε ιδρυθεί ειδικό δικαστήριο, το οποίο είχε καταδικάσει σε
θάνατο δια απαγχονισμού δύο καταχραστές αξιωματικούς. Στον οικονομικό τομέα, η
δικτατορία Πάγκαλου αναγκάστηκε να συνάψει εσωτερικό δάνειο, διχοτομώντας το
χαρτονόμισμα. Έτσι εξοικονομήθηκαν δύο δισεκατομμύρια δραχμές, ποσό πολύ
σημαντικό για εκείνη την εποχή. Το καθεστώς θα μείνει γνωστό επίσης για τη
σκανδαλώδη σύναψη της συμφωνίας με την Ούλεν, αλλά και για τη σύναψη της
συμφωνίας με τη Γιουγκοσλαβία, παραχωρώντας δικαιώματα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Στην εξωτερική πολιτική υιοθέτησε

προκλητική στάση απέναντι τόσο στην Τουρκία όσο και τη Βουλγαρία. Ο πιο
γνωστός νόμος ήταν όμως εκείνος που απαγόρευε τις κοντές φούστες για τις
γυναίκες.


Κατά
τη διάρκεια της Κατοχής επιχείρησε να έρθει σε επαφή με τον Τσολάκογλου. Το
1944 το ΕΑΜ απέτυχε να τον εκτελέσει και η κυβέρνηση Παπανδρέου τον συνέλαβε.
Δικάστηκε ως δωσίλογος, αλλά αθωώθηκε με απαλλαχτικό βούλευμα. Η κατηγορία περι
συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις στηριζόταν στο γεγονός οτι είχε
συμμετάσχει στην ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Το 1950 ο Πάγκαλος κατέβηκε ως
υποψήφιος με το Εθνικό Κόμμα του Ν. Ζέρβα, αλλά απέτυχε να εκλεγεί. Το 1952
απεβίωσε.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ









Ο Ηλίας Ηλιού (Κάστρο Λήμνου 1904 – Α...

 Ο Ηλίας Ηλιού (Κάστρο Λήμνου 1904 – Αθήνα
1985) δικηγόρος υπήρξε μέλος Εργατοαγροτικού Κόμματος, στη συνέχεια του ΚΚΕ και
αργότερα βουλευτής, δικηγόρος και Πρόεδρος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς.
Υπήρξε πραγματικά κορυφαία προσωπικότητα του τόπου, φορέας ήθους, αρετής,
πολιτισμού με την παρουσία του στον πολιτικό, επιστημονικό και πνευματικό τομέα
για μισό αιώνα. Χάρις σ' αυτόν, και σ' ελάχιστους άλλους, οι θέσεις της
Αριστεράς αναπτύχθηκαν με σαφήνεια, σπάνια ευγλωττία και με μια γλώσσα που δεν
είχε τίποτα το κομματικά δογματικό. Ο ορθός λόγος και η ποιότητα ήταν τα
χαρακτηριστικά της παρουσίας του στο βήμα της Βουλής. Νομικός με σπάνια γενική
παιδεία και μετριοπαθής πολιτικός έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από όλες τις
πολιτικές πτέρυγες της Βουλής. Γιός του Φίλιππου Ηλιού ολοκλήρωσε τις σχολικές
του σπουδές στη Μυτιλήνη και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών. Σταδιοδρόμησε στα Πρωτοδικεία Μυτιλήνης και Αθήνας και από το 1939 στον
Άρειο Πάγο. Από τη δικηγορία αποσύρθηκε το 1966. Στα νεανικά του χρόνια
συνεργάστηκε στα λογοτεχνικά περιοδικά “Νουμάς” (του οποίου υπήρξε και μέλος
της συντακτικής επιτροπής), “Φιλική Εταιρεία” και “Ελληνικά Γράμματα”. Ήδη από
το 1923 ασχολείται με την πολιτική, όταν ως φοιτητής εντάχθηκε στη νεολαία του
Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Βρίσκεται έτσι στο πλευρό του ηγέτη και της παράταξης
εκείνης που θα προτάξει την ανάγκη τη συγκρότησης κοινωνικού κράτους και την
ίδρυση συνεταιριστικών δομών, αλλά το πιο σημαντικό θα υποστηρίξει με συνέπεια
και επιμονή το σύνθημα της αβασίλευτης δημοκρατίας προκαλώντας ενθουσιασμό σε
στρατιώτες και πρόσφυγες μετά την κατάρρευση του Μετώπου και στην πράξη θα
οδηγήσει τη χώρα στο αβασίλευτο δημοκρατικό πολίτευμα. Σε εκείνα τα χρόνια ο
Ηλιού γνωρίζει και τον Πασαλίδη Το 1932 και το 1936 ο Ηλιού κατέρχεται
υποψήφιος βουλευτής στη Λήμνο με το Εργατικό και Αγροτικό Κόμμα, όπως
ονομάζεται τότε το Κόμμα του Παπαναστασίου. Το Κόμμα με έμβλημα έναν αγρότη που
όργωνε υπό τον ανατέλλοντα ήλιο διαχωρίζεται από το βενιζελικό κόμμα στα
ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής και ιδίως στην αυταρχοποίηση του πολιτικού
καθεστώτος, θα υπερασπιστεί μέχρι τέλους τη δημοκρατία. Κατά τη διάρκεια της
Κατοχής ο Ηλίας Ηλιού προσχώρησε στο ΕΑΜ και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση.
Με τη λήξη των Δεκεμβριανών συνελήφθη από τους Βρετανούς για ένα μήνα. Αμέσως
μετά την απελευθέρωσή του, το 1945, έγινε μέλος του ΚΚΕ. Κατά τον Εμφύλιο
εκτοπίστηκε δύο φορές (Ικαρία, Μακρόνησος, Άη Στράτη). Το μεγάλο στοίχημα για
την Αριστερά ήταν να εκπροσωπηθεί στο Κοινοβούλιο. Έτσι, στις εκλογές του 1951
η Δεξιά ξαφνιάστηκε και δυσανασχέτησε όταν με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ
αναδείχτηκαν πανηγυρικά οι εξόριστοι στον Άη Στράτη υποψήφιοι:
Ηλιού,
Σαράφης, Πρωιμάκης, Γαβριηλίδης, Ιμβριώτης, Τσόχας και Χατζημιχάλης, η εκλογή
των οποίων ακυρώθηκε επειδή ήταν εξόριστοι. Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής
της ΕΔΑ, της νέας μορφής του ηττημένου ΚΚΕ, μπήκε δραστήρια στους πολιτικούς
αγώνες και ιδιαίτερα εναντίον του νέου αντιδημοκρατικού συντάγματος που
ετοίμαζε το καθεστώς των νικητών του εμφυλίου, ενώ αναλαμβάνει την εκπροσώπηση
των αριστερών κατηγορούμενων. Επανεκλέχθηκε βουλευτής Λέσβου στις εκλογές 1956,
158, 1963 και Αθήνας το 1964. Σε πολύ δύσκολες συνθήκες αναλαμβάνει την
κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της ΕΔΑ και ολόκληρη η κοινοβουλευτική του θητεία χαρακτηρίζεται
από κραταιές μάχες μέσα στην αίθουσα της Βουλής. Από αυτή τη θέση προειδοποίησε
την Ένωση Κέντρου, όταν κυβερνούσε, για τον κίνδυνο της δικτατορίας
κατονομάζοντας ως υποκινητή τον επερχόμενο αρχιπραξικοπηματία Παπαδόπουλο. Τότε
η ΕΔΑ καλούσε
  σε ένα πλατύ
αντιδικτατορικό μέτωπο για την αποτροπή της δικτατορίας, αλλά η ηγεσία του ΚΚΕ
στο εξωτερικό, με γραμματέα τον Κ. Κολιγιάννη υποτιμούσε τον κίνδυνο της
δικτατορίας και προωθούσε την εντελώς λαθεμένη και μαξιμαλιστική γραμμή
"πάλη για την de jure και de facto νομιμοποίηση του ΚΚΕ". Ο ίδιος με
δριμύτατους λόγους θα καταγγείλει τις εκλογές νοθείας και στη συνέχεια τις
κυβερνήσεις της αποστασίας καλώντας διαρκώς την Ένωση Κέντρου σε πολιτική
συνενόηση. Όταν η προοπτική αυτή διαφαίνεται, ξεσπάει το πραξικόπημα. Ο ίδιος
συλαμβάνεται, βασανίζεται άγρια το βράδυ της 25ης Απριλίου 1967 στον

Ιππόδρομο μπροστά σε χιλιάδες συγκρατούμενους αριστερούς και εκτοπίζεται στη
Γυάρο. Η διαταγή του ξυλοδαρμού του στον Ιππόδρομο φαίνεται ότι ήρθε από τον
ίδιο τον Παπαδόπουλο. Από εκεί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των φυλακών Αβέρωφ
και σε άλλα νοσοκομεία, πάντα υπό πλήρη απομόνωση. Αφέθηκε ελεύθερος το 1970
για ανήκεστη βλάβη της υγείας του. Μετά την πτώση της Χούντας ανασυγκρότησε την
ΕΔΑ της οποίας και έγινε πρόεδρός της. Εξελέγη δε για δύο κοινοβουλευτικές
περιόδους βουλευτής με την Ενωμένη Αριστερά (1974) και με τη Συμμαχία (1977).
Πίστευε βαθιά πως η Ελλάδα είχε ανάγκη από ένα πλατύ δημοκρατικό -
πλουραλιστικό κόμμα αριστερής - σοσιαλιστικής δομής, ένα φορέα που δεν θα ήταν
αποκομμένος από τις ρίζες του μαρξισμού και του εργατικού κινήματος, αλλά χωρίς
τις "αγκυλώσεις" παλαιών μοντέλων. Ο ίδιος πρωτοστάτησε για την
ενότητα της αριστεράς, όταν οι συζητήσεις για το θέμα αυτό, είχαν πάρει ευθεία
έκταση τον πρώτο καιρό της

μεταπολίτευσης. Πολύ απογοητευμένος από τη διάσπαση και την εκλογική καθίζηση
της αριστεράς αποχωρεί από την ενεργό πολιτική ανάμιξη.


Ως νομικός και
πολιτικός ο Ηλίας Ηλιού, κέρδισε την εκτίμηση ευρύτερων κύκλων έξω από την
αριστερά. Έλαβε μέρος σε συνέδρια της Διεθνούς Εταιρείας Δημοκρατικών Νομικών
(1956, 1960) και της οργάνωσης για την Αμνηστία στην Ελλάδα (Παρίσι 1960,
1962), διετέλεσε μέλος της εταιρείας μελέτης και επιστημονικού σχεδιασμού
Επιστήμη
  - Ανοικοδόμηση και του
Δημοκρατικού Συλλόγου Ελλήνων Επιστημόνων. Μελέτες του: Η ελληνική δημόσια και
ιδιωτική οικονομία (1960), Η αλήθεια για την Κοινή Αγορά (1962),
Οικονομικοκοινωνική υποδομή και προσδιορισμός πολιτικών στόχων (1965), Η κρίση
εξουσίας (1966), Το Σύνταγμα και οι παραβιάσεις του (1975), Πολιτικά Κείμενα
(1977), Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (1978), Το μήνυμα του
Θουκυδίδη (1980) και η ρητορική του Αριστοτέλη (1984). Μεταφράσεις αρχαίων
συγγραφέων. Γιος του ήταν ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού και η Μαρία Ηλιού.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ



O Αλέξανδρος Κοριζής (Πόρος, 1885 – Α...

O Αλέξανδρος
Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 1941) υπήρξε σημαντικό της Εθνικής Τράπεζας της
Ελλάδας κατά τον μεσοπόλεμο και πρωθυπουργός της χώρας μετά τον θάνατο του
Μεταξά. Αυτοκτόνησε λίγες μέρες πριν την κατάρρευση του μετώπου και τη
συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Γεννήθηκε στον Πόρο όπου και ολοκλήρωσε τις
εγκύκλιες σπουδές του. Στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών
(1901-1905). Παρότι γόνος σημαίνουσας πολιτικής οικογένειας της περιοχής της
Τροιζηνίας (ο πατέρας του Γεώργιος υπήρξε δήμαρχος Πόρου και βουλευτής
Τροιζηνίας, όπως και ο παππούς του Σταμάτιος και ο προπάππους του Γεώργιος),
δεν επέλεξε πολιτική καριέρα. Το 1903 διορίστηκε στην Εθνική Τράπεζα της
Ελλάδας. Υπηρέτησε κυρίως στην υπηρεσία Επιθεωρήσεως και Οργανώσεως της
Τράπεζας. Συμμετείχε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός (απόφοιτος της σχολής Έφεδρων
αξιωματικών) στους Βαλκανικούς Πολέμους. Προβιβάστηκε σε έφεδρο υπολοχαγό και
τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος (1914) και τα
αναμνηστικά μετάλλια των Βαλκανικών πολέμων. Μετά τους βαλκανικούς, η καριέρα
του ακολουθεί ανοδική πορεία στην Τράπεζα καταλαμβάνοντας πολύ σημαντικά πόστα
(Διευθυντής του Τμήματος Επιθεωρήσεως (1914), Τμηματάρχης (1917), Γενικός Επιθεωρητής
(1919), οργανικός διευθυντής (1921). Την περίοδο 1919-1920 ανέλαβε ίδρυσε και
οργάνωσε το υποκατάστημα Σμύρνης της Τράπεζας, ενώ παράλληλα χρημάτισε
οικονομικός σύμβουλος του Ύπατου Αρμοστή της Σμύρνης. Κατά τα επόμενα χρόνια
συνέβαλε στην ίδρυση και διοίκηση του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού, της
Αγροτικής Τράπεζας. Το 1928 ανέλαβε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας, ενώ το
1939 ανέλαβε διοικητής της. Παράλληλα την περίοδο 1917-1941 ήταν πρόεδρος του
ΔΣ του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Ο Κοριζής ανήκε σε εκείνη την διοικητική
ελίτ των τεχνοκρατών στελεχών που αναδείχτηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου σε
καθοριστικό παράγοντα για την παρεμβατική πλέον πολιτική του κράτους στην
οικονομία και την κοινωνία εκφράζοντας τις εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις για τη
δημιουργία ενός μόνιμου τεχνοκρατικού στελεχιακού προσωπικού που θα
διαμεσολαβεί μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας. Όχι τυχαία, λοιπόν, ταυτίστηκε με
το Βενιζελικό μπλοκ και τους Φιλελεύθερους, αν και γενικά απείχε από την ενεργό
πολιτική δράση. Μόνο το 1933 συμμετείχε ως Υπουργός Κρατικής Υγιεινής και
Αντιλήψεως στην ολιγοήμερη κυβέρνηση του στρατηγού Αλέξανδρου Οθωναίου, μετά
την αυθημερόν καταστολή του πραξικοπήματος του Ν. Πλαστήρα. Την δύσκολη περίοδο
για την πορεία και την κατάσταση της χώρα επιλέχθηκε από τον Γεώργιο Β΄ ως
αντικαταστάτης του του Μεταξά στην πρωθυπουργία μετά τον θάνατο του τελευταίου.
Έτσι ανέλαβε όλες τις θέσεις του δικτάτορα, δηλαδή την προεδρία της Κυβερνήσεως
και του Υπουργικού Συμβουλίου και ταυτόχρονα το Υπουργείο Εξωτερικών, Εθνικής
Παιδείας και Θρησκευμάτων, Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας. Η τοποθέτησή
του σε όλα αυτά τα κρίσιμα χαρτοφυλάκιο μέσα σε αυτές τις περιστάσεις μάλλον
υποδηλώνουν την διάθεση του βασιλιά να ελέγχει πλήρως την κυβέρνηση μέσα από
ένα πρόσωπο απόλυτης πολιτικής εμπιστοσύνης. Ο Αλέξανδρος Κοριζής ήταν
ταυτισμένος πολιτικά με την Βρετανία, γεγονός που εκτιμήθηκε από τον Γεώργιο
μάλλον ως σημαντικό προσόν, ενώ ήταν περισσότερο τεχνοκράτης – διαχειριστής και
λιγότερο πολιτικός. Την ίδια στιγμή ήταν ένα πρόσωπο εκτός κυβέρνησης Μεταξά
και ως εκ τούτου μη στιγματισμένο από το φασιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος.
Παράλληλα έχαιρε κοινής εκτίμησης και αναγνώρισης από όλο τον αστικό πολιτικό
κόσμο. Μπορούσε δηλαδή να εκφράσει το κλίμα της Εθνικής Ενότητας που απαιτούσαν
οι συνθήκες. Ως υπουργός διατήρησε το ίδιο υπουργικό συμβούλιο. Ο ελληνικός
στρατός αντιμετώπισε με επιτυχία την Εαρινή αντεπίθεση του ιταλικού
στρατεύματος τον Μάρτιο του 1941, ενώ ανοιγόταν μπροστά ο κίνδυνος της
γερμανικής εισβολής, γεγονός που ενέτεινε τις διπλωματικές διεργασίες. Ο
Κοριζής δεν κατάφερε να πείσει τους Βρετανούς να αποστείλουν σημαντικό αριθμό
στρατευμάτων για την υπεράσπιση της Ελλάδας. Παρόλαυτά αρνήθηκε το τελεσίγραφο
του γερμανού πρεσβευτή κόμη Βίκτορ του Έρμπαχ – Σένμπεροχ όταν τον επισκέφτηκε
στην οικία του στις 6 Απριλίου 1941. Έτσι η Ελλάδα δέχτηκε την επίθεση του
γερμανικού στρατού στα μακεδονικά σύνορα, την ώρα που ο ελληνικός στρατός
μαχόταν στα βουνά της Ηπείρου. Η αντίσταση στο οχυρό Ρούπελ φαινόταν ότι πολύ
σύντομα θα καμπτόταν. Στον ελληνικό πολιτικό κόσμο και ιδιαίτερα στους
αξιωματικούς του στρατεύματος υπήρχε μια πολύ ισχυρή φιλογερμανική μερίδα η
οποία κυριαρχούταν από ένα μείγμα φόβου και θαυμασμού απέναντι στην γερμανική
στρατιωτική μηχανή. Αυτή η αντίληψη διαχώριζε τους Ιταλούς από τους Γερμανούς,
εστίαζε περισσότερο ιδεολογικά απέναντι στον ιταλικό εχθρό και επιζητούσε
συνδιαλλαγή με τους Γερμανούς. Επίσης, συνολικά ο αστικός κόσμος έβλεπε με
μεγαλύτερη φοβία την επέκταση των Βουλγάρων στη Μακεδονία και ιδιαίτερα τον
κίνδυνο να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη από τον Βουλγαρικό στρατό. Ο Κοριζής
βρέθηκε ως εκ τούτου πιεσμένος από τη μία από τους ανώτερους αξιωματικούς που
πίεζαν για συνθηκολόγηση και από την άλλη από τον Γεώργιο και την βρετανική
πολιτική και ως ένα βαθμό το λαϊκό αίσθημα που πίεζαν για συνέχιση της αντίστασης
σε πιο χαμηλά σημεία της ελληνικής ενδοχώρας τη στιγμή μάλιστα που ο ελληνικός
στρατός παρέμενε νικητής στην Ήπειρο. Ταυτόχρονα, ο κίνδυνος να εγκλωβιστεί ο
στρατός στην Ήπειρο ή να εγκαταλειφτεί στη μοίρα του, όπως και έγινε, ήταν
μεγάλος. Καθώς λοιπόν ο εφιάλτης των αδιεξόδων κορυφωνόταν και η κρίση
γενικευόταν αποφασίστηκε η αποχώρηση της βασιλικής οικογένειας, της κυβέρνησης
και του χρυσού. Θα παρέμενε ο αρχιστράτηγος Παπάγος να συντονίσει την αντίσταση
σε άλλα σημεία της ενδοχώρας. Στις 18 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή συνήλθε το
Υπουργικό Συμβούλιο σε δραματική συνεδρίαση στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετάνια»,
όπου ήταν εγκατεστημένα τα γραφεία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Μετά
το τέλος της συνεδρίασης ο πρωθυπουργός κλήθηκε σε ιδιαίτερη συζήτηση από τον
βασιλιά. Εκεί ο βασιλιάς (με τα εξής λόγια -- Κύριε πρωθυπουργέ. Δεν ελέγχετε
την κατάσταση. Διέφυγε από τας χείρας σας η εξουσία!)


χρέωσε στον Κοριζή την ευθύνη της
κατάρρευσης του μετώπου, της κίνησης των αξιωματικών με τον Τσολάκογλου για συνθηκολόγηση,
την εγκατάλειψη του στρατεύματος. Ο Αλέξανδρος Κοριζής συντετριμμένος αποχώρησε
βιαστικά κατευθυνόμενος προς το σπίτι του. Εκεί αποσύρθηκε στο δωμάτιό του και
αυτοκτόνησε με δυο σφαίρες στην καρδιακή χώρα. Ο Γεώργιος που αντιλήφθηκε ότι η
συζήτηση θα είχε ίσως κάποια δυσάρεστη εξέλιξη απέστειλε τον διάδοχο Παύλο.
Μόλις έφτασε όμως στην οικία και ενώ συνομιλούσε με τη σύζυγο του πρωθυπουργού,
ακούστηκε ο πυροβολισμός. Η κηδεία έγινε από τον μητροπολιτικό ναό της Αθήνας
με κάθε θρησκευτική και πολιτική μεγαλοπρέπεια, παρουσία της βασιλικής
οικογένειας και των κυβερνητικών αρχών. Τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.


Ο Αλέξανδρος Κοριζής μη όντας
πολιτικός δε διέθετε ούτε την εμπειρία και ούτε τις ψυχικές αντοχές να
διαχειρίζεται τις λεπτές ισορροπίες, να λαμβάνει σημαντικές πολιτικές
αποφάσεις, να δέχεται τις συνέπειες αυτών, να ελίσσεται, να πιέζει, να
διαπραγματεύεται. Ταυτόχρονα διακατεχόμενος έντονα από πατριωτικά αισθήματα
έφερε με μεγάλη ευθύνη το βάρος των δύσκολων καταστάσεων και βίωσε πολύ έντονα
και με τραγικό τρόπο στο πρόσωπό του τα αδιέξοδα της χώρας. Παραμένοντας
συναισθηματικός φαίνεται πως δεν άντεξε την επιλογή του βασιλιά να τον
αντιμετωπίσει ως αναλώσιμο και να του φορτώσει όλες τις ευθύνες, ώστε ο θρόνος
να παρουσιαστεί άμεμπτος, ενώ ουσιαστικά ο Κοριζής εφάρμοζε την πολιτική του
Γεωργίου.


Η αυτοκτονία του Κοριζή – ή
μάλλον καλύτερα η πίστωση της ήττας σε εκείνον και η κατά αυτόν τον τρόπο
εξώθησή του στην αυτοκτονία – θα πρέπει να συγκριθεί ως ένα βαθμό με την
εκτέλεση των Έξι στο Γουδί από τους Βενιζελικούς, οπότε χρεώθηκαν τα
συγκεκριμένα πρόσωπα και μόνο η αντιβενιζελική παράταξη την ήττα στο
Μικρασιατικό Μέτωπο. Η ευθύνη φέρεται κυρίως από την αγγλική κυβέρνηση η οποία
δεν στήριξε και τελικά αδιαφόρησε για την κατάληξη της Ελλάδας οπότε και δεν
απέστειλε στον απαιτούμενο όγκο στρατευμάτων, την ύπαρξη μιας πέμπτης φάλαγγας
γερμανόφιλων μέσα στο ελληνικό στράτευμα, που οδήγησε στην άμεση συνθηκολόγηση
και βέβαια από την αδυναμία του Γεωργίου Β΄ να ελέγξει τις ισορροπίες και να πιέσει
την Αγγλική κυβέρνηση.


Ο Κοριζής ως οικονομολόγος είχε
γράψει πολύ σημαντικές εκθέσεις και μελέτες για μια σειρά ζητήματα, όπως για το
καπνικό. Ο ίδιος, όπως και οι περισσότεροι οικονομολόγοι της εποχής του,
διέβλεπε το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας σε μια εκσυγχρονισμένη ανάπτυξη της
γεωργίας, που θα απέτρεπε την όξυνση των ταξικών συγκρούσεων που επιφέρει
αναγκαστικά η ανάπτυξη της βιομηχανίας. Θεωρούσε ότι ταίριαζε περισσότερο στη
φύση και τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ



πόσοι μας διάβασαν: