Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλδημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλδημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Όψεις εκπροσώπησης εργατικών συμφερόντων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου


Όψεις εκπροσώπησης εργατικών συμφερόντων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου
Η περίπτωση της «Παράταξης Στρατή»
του Κωνσταντίνου Μαυρέα
περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 49, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1994 


Είναι κοινός τόπος ότι η εξέλιξη του ελληνικού εργατικού κινήματος δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Ιδίως οι απαρχές του, δηλ. ο 19ος αιώνα καθώς και η περίοδος του Μεσοπολέμου δεν απασχόλησαν στο παρελθόν, αλλά και στις μέρες μας απασχόλησαν ελάχιστα τον σύγχρονο ιστορικό. Παρ' ότι τελευταία υπάρχει σημαντική βιβλιογραφική παραγωγή γύρω από διάφορες πλευρές της μεσοπολεμικής περιόδου και αρκετά αξιόλογες μελέτες είδαν το φως της δημοσιότητας, εντούτοις οι παράγοντες που καθόρισαν την εξέλιξη του ελληνικού εργατικού κινήματος του Μεσοπολέμου είναι ακόμα άγνωστοι. Η ανυπαρξία των σχετικών πηγών ή η δυσκολία στην ανεύρεση τους είναι σημαντική, όχι όμως και επαρκής δικαιολογία. Στην Ελλάδα απουσιάζει η έκδοση κειμένων που να αφορούν τις πολιτικές οργανώσεις, καθώς και το συνδικαλιστικό κίνημα και την ΓΣΕΕ1. Η έρευνα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι όμως απαραίτητη, διότι η ίδια η εξέλιξη του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου καθορίζει σε σημαντικό βαθμό την πολιτική της σκηνή.

Βέβαια η ελληνική εργατική τάξη είναι αυτήν την περίοδο αρκετά ασθενική και ανίσχυρη, η συνδικαλιστική της εκπροσώπηση προβληματική - και σε κάποιους χώρους ανύπαρκτη -, ενώ απουσιάζει μια «εργατική αριστοκρατία», κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών της εποχής. Μήπως όμως μέσα σε αυτές τις συνθήκες διαμορφώνεται ένας τύπος εργατικών ηγετών, ως μια ιδιαίτερη κατηγορία στελεχών, που αυτονομείται και ανεξαρτητοποιείται από τα πολιτικά κόμματα· δηλαδή εργατικοί ηγέτες οι οποίοι οικειοποιούνται λειτουργίες που σε άλλες συνθήκες θα ανήκαν στη δικαιοδοσία των οργανωμένων πολιτικών συνόλων; Μήπως τελικά οι έλληνες εργατικοί ηγέτες του Μεσοπολέμου αποκτούν εξαιρετικό ειδικό βάρος στον καθορισμό των δεδομένων της πολιτικής σκηνής; Προκειμένου να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα, πρέπει να μελετηθούν τα λεγόμενα ρεφορμιστικά συνδικάτα και να διερευνηθεί η σχέση με την κοινωνική τους βάση ή τα πολιτικά κόμματα, καθώς και ο βαθμός εξάρτησης τους από το κράτος. Ιδίως η πρακτική των εργατικών ηγετών ή οι ιδεολογικές τους αφετηρίες απαιτούν ιδιαίτερη και επισταμένη μελέτη.

Ο σκοπός της σύντομης αυτής μελέτης είναι η ανάδειξη κάποιων ερμηνευτικών υποθέσεων εργασίας καθώς και κάποιων ερωτημάτων που προκύπτουν για το εργατικό κίνημα του Μεσοπολέμου με αφορμή την έρευνα της ιδεολογίας και της πολιτικής πρακτικής της συνδικαλιστικής ομάδας που ήταν συσπειρωμένη γύρω από τον Δ. Στρατή. Η ομάδα αυτή αποδέχεται την αρχή της πάλης των τάξεων, διακηρύσσει όμως ότι είναι ανεξάρτητη των πολιτικών κομμάτων και υποστηρίζει την αδέσμευτη άσκηση πολιτικής μέσα στο συνδικαλιστικό χώρο. Μέσα στο χώρο αυτό θα κυριαρχήσει σε ολόκληρη την περίοδο του Μεσοπολέμου αφού ελέγχει ουσιαστικά την Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών (ΠΟΣ), συμμετέχει στη διοίκηση της ΓΣΕΕ και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις τύχες του εργατικού κινήματος αυτήν την περίοδο. Η ομάδα αυτή αποδέχεται επίσης τον σοσιαλισμό που εκφράζει η Σοσιαλιστική Εργατική Διεθνής (ΣΕΔ), ενώ στις αρχές της δεκαετίας του '30 συμμετέχει στις διαδικασίες της σοσιαλιστικής ενοποίησης και προσχωρεί στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΚΕ) επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό την τακτική του απέναντι στο συνδικαλιστικό ζήτημα.

Βασική φυσιογνωμία αυτής της ομάδας - η οποία θα προσλάβει τα χαρακτηριστικά της παράταξης -, είναι ο σιδηροδρομικός υπάλληλος Δ. Στρατής. Γεννημένος το 1889, ο Στρατής θα αναμειχθεί στο συνδικαλιστικό κίνημα των σιδηροδρομικών ήδη μέσα στη δεκαετία του ΊΟ. Παράλληλα θα αποδεχθεί τις αρχές του ρεφορμιστικού σοσιαλισμού συνεργαζόμενος για ένα διάστημα με τον Ν. Γιαννιό, μαζί με τον οποίο θα λάβει μέρος σε Συνέδριο των σοσιαλιστικών κομμάτων των Βαλκανίων στην Πράγα το 1925. θα χρηματίσει επίσης γερουσιαστής κατά την περίοδο 1929-1932. Η δράση του - η οποία του στοίχισε την εξορία κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας - δεν εξαντλείται στο Μεσοπόλεμο. Ο Δ. Στρατής θα λάβει ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, θα ακολουθήσει την οδό της προσωπικής ιδιώτευσης κατά την περίοδο του Εμφυλίου, ενώ θα αναμειχθεί και πάλι στην πολιτική κατά τη δεκαετία του '50. θα ιδρύσει το Κίνημα Ελεύθερου Συνδικαλισμού και θα προσχωρήσει στη συνέχεια στην ΕΔΑ, με τη ψηφοδέλτιο της οποίας θα εκλεγεί βουλευτής το 1958. Πέθανε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ο ίδιος ο Δ. Στρατής θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού στίγματος της ΠΟΣ, των Ανεξάρτητων Εργατικών Συνδικάτων, της ΓΣΕΕ αλλά και του ΣΚΕ, στο σύντομο χρονικό διάστημα που χρημάτισε μέλος του. Ιδιαίτερα ο συνδικαλιστικός χώρος, που ήταν το κατ' εξοχήν πεδίο της δράσης του, θα χαρακτηρισθεί από την προσωπικότητα του. Αντίθετα, η δεύτερη μεγάλη παράταξη που κυριάρχησε στον ρεφορμιστικό συνδικαλιστικό χώρο κατά την μεσοπολεμική περίοδο, δηλ. η παράταξη που καθοδηγείτο από τον Ι. Καλομοίρη, ήταν αρκετά πιο συντηρητική ιδεολογικά και συνδέθηκε αμεσότερα με το κράτος και τις κυβερνήσεις αυτής της περιόδου.



Α. Οι ιδεολογικές αφετηρίες της αδέσμευτης ή «ανεξάρτητης» άσκησης της συνδικαλιστικής πολιτικής



Οι ιδεολογικές επιρροές των ελλήνων εργατικών ηγετών του Μεσοπολέμου αντλούνται κατ' αρχήν από το ρεύμα του «επαναστατικού» ή «καθαρού» συνδικαλισμού, - ή και αναρχοσυνδικαλισμού -, ένα ρεύμα το οποίο, αν και δεν εκφράστηκε ποτέ ως συγκροτημένη θεωρία, χαρακτήρισε το γαλλικό εργατικό κίνημα στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Ενώ ο σοσιαλισμός στηριζόταν στη θεωρία, ο «επαναστατικός συνδικαλισμός» στηριζόταν στη συνδικαλιστική δράση και στην αυτόνομη οργάνωση των εργατών ανεξάρτητα από τις επιρροές των πολιτικών κομμάτων ή των διανοουμένων. Οι υποστηρικτές του ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι η οικονομική δράση συγκεντρώνει πολύ περισσότερα πλεονεκτήματα απ' ό,τι η πολιτική δράση, θα τηρήσουν μια εχθρική στάση απέναντι στα πολιτικά κόμματα, - χαρακτηρίζοντας τα ως ρεφορμιστικές οργανώσεις που στηρίζονται στη διαταξική τους δομή -, και θα θεωρήσουν ότι στον αγώνα της εργατικής τάξης εναντίον του άμεσου ταξικού της αντιπάλου, δηλαδή της εργοδοσίας, ο ρόλος του συνδικάτου είναι αναντικατάστατος. Κατά τη γνώμη τους το συνδικάτο δεν είναι μόνο το μέσο, αλλά και ο στόχος, το πρόπλασμα των πρότυπων συνεργατικών μορφών της μελλοντικής κοινωνίας2.

Ο «επαναστατικός συνδικαλισμός», εκτός από την αρνητική του στάση απέναντι στην εξουσία της εργοδοσίας και του κράτους, την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου προς όφελος των επαγγελματικών οργανώσεων, την υποστήριξη του προς το δικαίωμα της εργασίας ή την οργάνωση της παραγωγής και της διανομής των αγαθών σε αμοιβαία σχέση και με σεβασμό προς την ανθρώπινη προσωπικότητα, δεν είχε να αντιπροτείνει κάτι το ιδιαίτερο σχετικά με την οργάνωση της μελλοντικής κοινωνίας3. Εκείνο δηλαδή που τον χαρακτηρίζει είναι ο αντικαπιταλιστικός του χαρακτήρας, - αφού γι' αυτόν ο οικονομικός φιλελευθερισμός είναι εκμετάλλευση -, αλλά και η αρνητική του θέση απέναντι στο κράτος. Τέτοιες θέσεις θα υποστηριχθούν από τους Pelloutier. Tortelier, Yvenot, Monatte, κυρίως όμως από τον G. Sorel4.

Με επιρροές από τον Bernstein, αλλά και τους ιταλούς κριτικούς του μαρξισμού, ο Sorel θα αναζητήσει στο «Σοσιαλιστικό Μέλλον των Συνδικάτων» - που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1898 - τρόπους για την αυτόνομη ανάπτυξη των συνδικάτων εμφανίζοντας τον συνδικαλισμό σαν μία λογική αφαίρεση της ίδιας της μαρξιστικής αντίληψης. Απέναντι μάλιστα στη δράση του προλεταριάτου δεν θα θέσει όρια, μη αποκλείοντας ακόμη και τη βία, της οποίας το πνεύμα εκφράζεται, όπως σημειώνει, με τον «μύθο της γενικής απεργίας»5. Κάτω από την επιρροή του, το ρεύμα του «επαναστατικού συνδικαλισμού» θα στηριχθεί στη θεωρία της ταξικής πάλης, θα διεκδικήσει την πολιτική του ανεξαρτησία, αλλά και θα εκθειάσει την άμεση δράση των εργατών και τη σημασία της γενικής απεργίας6.

Το ρεύμα αυτό εκφράστηκε στην Γαλλία κυρίως μέσω της CGT. Μεγάλο του μέρος θα προσχωρήσει το 1906 στην χάρτα της Amiens μέσω της οποίας προβάλλεται το αίτημα της καθιέρωσης της αρχής της συνδικαλιστικής αυτονομίας απέναντι στην εργοδοσία, τα κόμματα και το κράτος και εκθειάζεται η άμεση διεκδικητική δράση των εργατών, η γενική απεργία, αλλά και η πολιτική αδιαφορία7. Με το ξέσπασμα του Α ' Παγκοσμίου Πολέμου το ρεύμα αυτό οδηγήθηκε στον εκφυλισμό. Τόσο εξαιτίας του ίδιου του πολέμου, όσο και λόγω της απογοήτευσης από τα αποτελέσματα των απεργιακών αγώνων, αρκετοί ηγέτες του επαναστατικού συνδικαλισμού, όπως οι Jouhaux και Merrheim, θα στραφούν προς τον ρεφορμισμό8. Στη διάρκεια μάλιστα του πολέμου, η πλειοψηφία του - συμπεριλαμβανομένου και του μετέπειτα διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας A. Thomas - συνεργάστηκε με την κυβέρνηση και απετέλεσε έκτοτε τη ρεφορμιστική πτέρυγα του γαλλικού συνδικαλισμού.

Αρκετά από τα στοιχεία που συναντώνται στην εξέλιξη του γαλλικού εργατικού κινήματος αυτήν την περίοδο φαίνονται να ταιριάζουν με το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα της περιόδου του Μεσοπολέμου. Αν οι αιτίες της «ιδιοτυπίας» στην ανάπτυξη του γαλλικού συνδικαλιστικού κινήματος αποδίδοντας στα χαρακτηριστικά της γαλλικής οικονομίας στο τέλος του 19ου αιώνα, στην ιδιαιτερότητα της πολιτικής εξέλιξης της χώρας - στο ότι δηλαδή η Δημοκρατία γεννήθηκε μέσα από την καταστολή της Κομμούνας, γεγονός που είχε ιδιαίτερη σημασία -, καθώς και στην οικονομική συγκυρία μέσα στην οποία αναπτύχθηκε το συνδικαλιστικό της κίνημα9, μήπως τα χαρακτηριστικά αυτά δεν συναντώνται και στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου; Η σχετική καθυστέρηση της βιομηχανικής ανάπτυξης, ο εργατισμός ή ο ελιτισμός των εργατικών ηγετών που απομάκρυνε από το συνδικαλιστικό κίνημα εργατικά αλλά και υπαλληλικά στρώματα - χαρακτηρίζουν και τις δυο χώρες με διαφορά όμως λίγων δεκαετιών. Ο ιδιότυπος τρόπος ανάπτυξης του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, με σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι κεντρικές συνδικαλιστικές οργανώσεις διατήρησαν για αρκετές δεκαετίες - που επεκτείνονται και μετά την περίοδο του Μεσοπολέμου - όχι μόνο την καθοδήγηση, αλλά την αποκλειστικότητα στη διεκδίκηση των εργατικών αιτημάτων, συνέβαλε στην ανάπτυξη των εργατικών ηγετών ως ιδιαίτερη κατηγορία με αξιόλογη πολιτική ισχύ. Επιπλέον η απουσία ενός ισχυρού σοσιαλιστικού κόμματος θα αναδείξει τους ρεφορμιστές συνδικαλιστές ηγέτες σε ισχυρές προσωπικότητες μέσα στο εργατικό και το συνδικαλιστικό κίνημα. Ο Δ. Στρατής θα κινηθεί με το δικό του τρόπο μέσα στο συνδικαλιστικό χώρο. Μέσω της Π.Ο. Σιδηροδρομικών, αλλά κυρίως των Ανεξάρτητων Εργατικών Συνδικάτων, θα επιχειρήσει να ελέγξει τους μηχανισμούς του συνδικαλιστικού κινήματος και προς αυτήν την κατεύθυνση θα αναζητήσει τη συνεργασία αριστερών αλλά και δεξιών συνδικάτων, θα επιδιώξει δε να εκφράσει μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα τις θέσεις του ρεφορμιστικού σοσιαλισμού προτείνοντας στην κυβέρνηση Βενιζέλου μέτρα που μόνο ένα ισχυρό σοσιαλιστικό κόμμα θα μπορούσε να συμπεριλάβει στο πρόγραμμα του: την προοδευτική φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και τη μείωση της έμμεσης φορολογίας, τη διπλωματική προσέγγιση της Ελλάδας με τη Σοβιετική Ένωση, την καθιέρωση της οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης, τη μείωση της ανεργίας ή την προώθηση ενός ολοκληρωμένου και αποδοτικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων10.

Έστω και με καθυστέρηση, ο Γ. Λάσκαρης, στέλεχος στην «παράταξη Στρατή», θα αποδώσει με τον καλύτερο τρόπο τις ιδεολογικές της αφετηρίες: επιμένει σε μία πολιτική «κομματικά αχρωμάτιστη», η οποία «ξεκινάει από τους σκοπούς του συνδικαλισμού και τελειώνει σ' αυτούς τους σκοπούς», αλλά και κινείται μέσα από την τακτική των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων11. Ανάλογες είναι οι θέσεις και της άλλης παράταξης, αυτής του Ι. Καλομοίρη, θα έπρεπε να σημειωθεί εντούτοις ότι το ρεύμα που υποστηρίζει πως τα εργατικά συνδικάτα οφείλουν να βρίσκονται «μακράν της πολιτικής» δεν εισάγεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τους Δ. Στρατή και Ι. Καλομοίρη. Παραπλήσιες απόψεις είχαν υποστηριχθεί ενωρίτερα μέσα από τη βραχύβια καθημερινή εφημερίδα «Άμυνα» που, με αρχισυντάκτη τον Ηρακλή Αποστολίδη, πρωτοκυκλοφορεί τον Απρίλιο του 1920. (Ίσως μάλιστα, όχι εντελώς τυχαία, η εφημερίδα θα κυκλοφορήσει ακριβώς την ημέρα έναρξης του Β ' Συνεδρίου του ΣΕΚΕ [5 Απριλίου], τις εργασίες του οποίου θα παρακολουθήσει στενά και τις αποφάσεις του οποίου θα κρίνει από σκοπιά [άναρχο]συνδικαλιστική). Στην Ελλάδα ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός δεν προκύπτει ως εξέλιξη, εκφυλισμός του προγενέστερου επαναστατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Συνιστά διακριτό φαινόμενο, το οποίο αναπτύσσεται ως αντίβαρο του κομμουνιστικού συνδικαλισμού και ελλείψει σοσιαλδημοκρατικού. Οι θεωρητικοπολιτικοί προσδιορισμοί του φέρνουν στο νου τον λεγόμενο «Συντεχνιακό σοσιαλισμό» (Guild Socialism) του George D.H. Cole και άλλων βρετανών σοσιαλιστών. Το σχήμα αυτό του σοσιαλισμού συνιστούσε, σύμφωνα με τον Lichtheim, μια «ήπια εκδοχή» του συνδικαλισμού που προέκυψε ως «συγχώνευση» μιας μορφής συνδικαλισμού με τη βρετανική σοσιαλιστική / μαρξιστική παράδοση12.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί όμως, ο «επαναστατικός συνδικαλισμός» τηρεί αρνητική στάση απέναντι στους θεσμούς, είναι δηλαδή αντίθετος στην ιδέα της συνεργασίας με το κράτος και την αποδοχή του κοινοβουλίου, κάτι που δεν είναι μέσα στην ιδεολογία και την πρακτική του Δ. Στρατή ή του Ι. Καλομοίρη. Ενώ ο Στρατής με αφορμή το Ιδιώνυμο υποστηρίζει τον αγώνα κατά της «κεφαλαιοκρατίας», χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Βενιζέλου «εκμεταλλευτικών καθεστώς» και υποστηρίζει την ανάγκη να δοθεί σοσιαλιστική κατεύθυνση στο εργατικό κίνημα, την ίδια στιγμή δεν είναι εχθρικός απέναντι στο κράτος και θεωρεί αναγκαία την παρέμβαση των εργατών μέσα από τους θεσμούς για τη βελτίωση της θέσης τους13. Ο Δ. Στρατής φαίνεται να είναι ιδεολογικά επηρεασμένος από το ρεύμα του «επαναστατικού συνδικαλισμού», όπως εκφράστηκε στη Γαλλία προς το τέλος του 19ου αιώνα, δεν καθορίζεται όμως αποκλειστικά απ' αυτό. Αντίθετα ενσωματώνει και τον ρεφορμισμό που χαρακτηρίζει το ευρωπαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ανάλογες διαπιστώσεις θα μπορούσαν να γίνουν και για τον Ι. Καλομοίρη, αν και αυτός κινείται σε πολύ πιο συντηρητικά ιδεολογικά πλαίσια. Και οι δυο παρατάξεις όμως, που από το 1926 βρίσκονται μαζί στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, θεωρούν θετική μια πολιτική παραχωρήσεων εκ μέρους του κράτους και απαραίτητη την άσκηση πιέσεων προς αυτό, με στόχο την επίτευξη κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Ο Δ. Στρατής συνέδεε μια τέτοια πολιτική με την αύξηση του κύρους του συνδικαλιστικού κινήματος, θεωρώντας την αναγκαία για την εσωτερική του ενότητα και την αύξηση της διαπραγματευτικής του ισχύος.

Τις θέσεις του περί κοινωνικών μεταρρυθμίσεων θα επιδιώξει να τις προωθήσει μέσα απ' όλους τους θεσμούς και ιδίως τη Γερουσία. Βέβαια το ζήτημα της κατανομής των τεσσάρων γερουσιαστικών εδρών που αντιστοιχούσαν σε εργατικούς υποψηφίους δίχασε το συνδικαλιστικό κίνημα, διέλυσε το ΣΕΚΕ14, και ανέδειξε για μία ακόμη φορά μέσα στο συνδικαλιστικό και το εργατικό κίνημα το θεωρητικό ζήτημα της συμμετοχής στους θεσμούς και το πρακτικό ερώτημα του τρόπου διεκδίκησης των εργατικών συμφερόντων. Ο Δ. Στρατής - όπως άλλωστε και ο Ι. Καλομοίρης - δεν είναι αντίθετος με τη συμμετοχή εργατικών εκπροσώπων στη Γερουσία, υποστηρίζει όμως την καθιέρωση ενός «δημοκρατικότερου τρόπου» εκλογής των εργατικών γερουσιαστών αφού όπως σημειώνει, δεν θα έπρεπε λίγοι εργάτες, πολλοί από τους οποίους δεν εκπροσωπούν καμία συνδικαλιστική οργάνωση, να εκλέγουν τους γερουσιαστές εκπροσώπους της ΓΣΕΕ15. Ο Δ. Στρατής θα διατελέσει γερουσιαστής κατά την περίοδο 1929-1932, ενώ ο Ι. Καλομοίρης εξελέγη και κατά την ανανέωση του Σώματος το 1932'6. Επίσης κοινό στοιχείο των δύο παρατάξεων είναι η πλήρης αποδοχή του ρόλου των διεθνών οργανώσεων και οι άριστες σχέσεις που διατηρούν μαζί τους: ο Δ. Στρατής με το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και τον διευθυντή του A. Thomas, ενώ ο Ι. Καλομοίρης με τη Διεθνή Συνδικαλιστική Ομοσπονδία.



Β. Η πρακτική της «Παράταξης Στρατή» μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα



Στην Π.Ο. Σιδηροδρομικών οφείλει η «παράταξη Στρατή» τη δημιουργία, την οργανωτική συγκρότηση και την επέκταση της μέσα στο συνδικαλιστικό χώρο. Η ίδρυση της αποτελεί το αποκορύφωμα των προσπαθειών των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους για ενιαία συνδικαλιστική εκπροσώπηση, μείωση των οξύνσεων στους εργασιακούς χώρους και επικράτηση πνεύματος συναδελφικότητας στους μέχρι τότε διασπασμένους σιδηροδρομικούς. Οι προσπάθειες αυτές σχετίζονται με τη μη ύπαρξη την εποχή εκείνη ενός ενιαίου σιδηροδρομικού οργανισμού σε όλη τη χώρα, είχαν δε αρχίσει ήδη από το 1905 με την ίδρυση του Συνδέσμου Υπαλλήλων Σιδηροδρόμων Ελλάδος και είχαν εξελιχθεί με την ίδρυση το 1919 της Ένωσης Σιδηροδρομικών Υπαλλήλων Ελλάδος. Η απόφαση για την ίδρυση της ΠΟΣ λαμβάνεται σε συνέδριο που συνήλθε στις 30 Ιουλίου 1920 στο Πασαλιμάνι, όπου αντιπροσωπεύθηκαν όλοι οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους. Συμμετείχαν δηλαδή 54 εκλεγμένοι σύνεδροι που αντιπροσώπευαν τους Μακεδονικούς Σιδηροδρόμους, τον Λαρισαϊκό Σιδηρόδρομο καθώς και τους Σιδηροδρόμους Πελοποννήσου, Αττικής, Θεσσαλίας, Βορειοδυτικής Ελλάδος και Πύργου - Κατακώλου17.

Η ΠΟΣ ιδρύεται σε μία εποχή κατά την οποία οι εξελίξεις στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι ήδη αρκετές και σημαντικές. Σχετίζονται δε με εκείνες της ΓΣΕΕ, η οποία είχε ιδρυθεί ενάμισι χρόνο νωρίτερα ως τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο, συσπειρώνοντας στους κόλπους της όλα τα ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα που υπήρχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή στο εργατικό κίνημα: βενιζελικούς, σοσιαλδημοκράτες αλλά και τους μετέπειτα κομμουνιστές. Η ΓΣΕΕ αυτοπροσδιορίστηκε ως ταξικό συνδικάτο, υιοθετώντας και συμπεριλαμβάνοντας στο καταστατικό της την αρχή της πάλης των τάξεων. Το ζήτημα όμως της οργανικής της σύνδεσης με το ΣΕΚΕ - το οποίο ιδρύεται επίσης αυτήν την εποχή - δίχασε αυτούς που συμμετείχαν στο ιδρυτικό της Συνέδριο και καθόρισε την μετέπειτα εξέλιξη της. Στο Συνέδριο αυτό, τον Νοέμβριο 1918, υποστηρίχθηκαν με φανατισμό και οι δυο θέσεις: υποστηρίχθηκε η άμεση πολιτικοποίηση του συνδικαλιστικού αγώνα και επομένως η οργανική σύνδεση της ΓΣΕΕ με το ΣΕΚΕ ως το μοναδικό εκείνη την εποχή ταξικό κόμμα με σαφώς αντικαπιταλιστικές θέσεις, αλλά και η αντίθετη θέση, ότι δηλαδή τα εργατικά συνδικάτα οφείλουν να εστιάσουν τον αγώνα τους στο οικονομικό επίπεδο και να παραμείνουν «μακράν της πολιτικής». Η πρώτη θέση επικράτησε μετά από σφοδρές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και η ΓΣΕΕ θα μετατραπεί σε εξάρτημα του ΣΕΚΕ. Το ζήτημα όμως δεν έκλεισε εκεί αφού με αυτήν την αφορμή η ηγεσία της ΓΣΕΕ θα διασπαστεί κατά τη διάρκεια του 1919. Τα πραγματικά αίτια της διάσπασης είναι πολλά. Γεγονός είναι όμως ότι τα ιδεολογικά ζητήματα που δίχασαν την ηγεσία της ΓΣΕΕ, προϋπήρξαν της ίδρυσης της μέσα στους κόλπους του ελληνικού εργατικού κινήματος18.

Η διάσπαση της ηγεσίας της θα μεταφερθεί στη βάση και οδηγεί στη δημιουργία δύο παρατάξεων, κάθε μία από τις οποίες θα διοργανώσει χωριστό Συνέδριο μέσα στο 1920: η φιλοβενιζελική παράταξη θα διοργανώσει Συνέδριο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου στον Πειραιά, το οποίο στη μεγάλη του πλειοψηφία τάσσεται υπέρ της πολιτικής και οργανικής ανεξαρτησίας του συνδικαλιστικού αγώνα, ενώ η σοσιαλιστική παράταξη διοργανώνει Συνέδριο τον Νοέμβριο 1920 το οποίο τάσσεται σχεδόν παμψηφεί υπέρ της οργανικής σύνδεσης της ΓΣΕΕ με το ΣΕΚΕ. Η διάσπαση της ΓΣΕΕ δεν θα διαρκέσει αρκετά αφού η φιλοβενιζελική παράταξη διελύθη μετά την εκλογική ήττα του Κόμματος Φιλελευθέρων στις βουλευτικές εκλογές του ίδιου έτους. Στο εξής η ΓΣΕΕ θα είναι ενιαία, υπό σοσιαλιστική ή φιλοκομμουνιστική στη συνέχεια ηγεσία, και θα αποτελεί όργανο του ΣΕΚΕ μέχρι τον Αύγουστο του 1925, όταν διεκόπησαν οι δεσμοί μεταξύ των δύο οργανώσεων. Η διακοπή των δεσμών αυτών σχετίζεται με τις ίδιες τις εξελίξεις στο εσωτερικό του ΣΕΚΕ και τη μετεξέλιξη του σε ΚΚΕ, σχετίζεται όμως και με το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η θέση που υποστήριζε την οργανική ανεξαρτησία της ΓΣΕΕ θα είχε πάντα μέσα στους κόλπους της αρκετούς υποστηρικτές.

Το ζήτημα αυτό, το οποίο διχάζει την εποχή εκείνη τη ΓΣΕΕ, μεταφέρεται με τα ίδια αποτελέσματα στο ιδρυτικό Συνέδριο της ΠΟΣ. Τα επιχειρήματα υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης που θα υποστηριχθούν εκεί συγκρούονται με οξύτητα, με αποτέλεσμα να μην καταλήξει το Συνέδριο σε συγκεκριμένη θέση. Επιπλέον οι διαφορετικές τάσεις που συνυπήρχαν την εποχή εκείνη μέσα στους κόλπους της ΓΣΕΕ έκαναν επιφυλακτικούς τους σιδηροδρομικούς απέναντι στην λήψη οποιασδήποτε απόφασης. Στο Συνέδριο επεκράτησε η άποψη να μην προσχωρήσει η ΠΟΣ στη ΓΣΕΕ, με το επιχείρημα της αναμονής ενός νέου «ενωτικού εργατικού Συνεδρίου», όπου θα συμμετείχαν όλες ανεξαιρέτως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μέχρι τότε θα προετοίμαζε τις συνθήκες για ένα τέτοιο Συνέδριο, σε συνεργασία με τις υπόλοιπες Ομοσπονδίες, τα Εργατικά Κέντρα Αθηνών και Πειραιώς, καθώς και την ηγεσία της ΓΣΕΕ19.

Ήδη από το ιδρυτικό της Συνέδριο, η ΠΟΣ θα συγκροτηθεί πάντως σε μια ταξική βάση, αποδεχόμενη πλήρως την αρχή της πάλης των τάξεων, και θα θέσει μεταξύ των άμεσων προτεραιοτήτων της την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης σε όλους τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους. Μέσα από το πρόγραμμα της προβάλλεται επίσης το αίτημα της οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης και εκφράζεται η πρόθεση να περιέλθουν κάποτε οι σιδηρόδρομοι «υπό τον έλεγχο της οργανωμένης εργατικής τάξεως»20. Το Συνέδριο εκλέγει πενταμελή Γενική Διοίκηση με τον Αλ. Οικονόμου ως γενικό γραμματέα. Κάτω από την καθοδήγηση της η ΠΟΣ θα αναπτύξει αξιόλογη συνδικαλιστική δράση σε ζητήματα του κλάδου, αποκορύφωμα της οποίας είναι η καθιέρωση το 1924 της οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης για όλους τους σιδηροδρομικούς.

Το ζήτημα της προσχώρησης στη ΓΣΕΕ ετέθη και πάλι στο Β' Συνέδριο της Ομοσπονδίας, το οποίο συνήλθε στη Θεσσαλονίκη τον Μάρτιο 1924 με τη συμμετοχή όλων σχεδόν των πρωτοβάθμιων σιδηροδρομικών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Το Συνέδριο ενέκρινε με μεγάλη συγκριτικά πλειοψηφία την προσχώρηση στη ΓΣΕΕ - που μέχρι τότε δεν είχε πραγματοποιήσει επόμενο Συνέδριο -, διχάστηκε όμως σχετικά με την προσχώρηση της ΠΟΣ στο ΣΕΚΕ (Κ), - εξάρτημα του οποίου ήταν η ΓΣΕΕ. Στο ζήτημα αυτό η «παράταξη Στρατή» θα προτείνει στο Συνέδριο την αναγκαιότητα να αποδεχθεί η ΠΟΣ τις αρχές του σοσιαλισμού, θα θεωρήσει όμως απαραίτητη τη διατήρηση τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα της ανεξαρτησίας της από οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα21. Το Συνέδριο δεν κατέληξε σε απόφαση παραπέμποντας την επίλυση του ζητήματος στο νεοεκλεγέν Γενικό Συμβούλιο, του οποίου ο Δ. Στρατής ήταν γενικός γραμματέας. Κάτω από την καθοδήγηση του, η ΠΟΣ θα παρουσιάσει αξιόλογη δραστηριότητα, δεν θα προσχωρήσει όμως στο ΣΕΚΕ (Κ). Το Γ' Συνέδριο της ΠΟΣ, το οποίο συνήλθε στον Πειραιά στις 18 Μαρτίου 1926, θα επικυρώσει και θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις θέσεις της παράταξης του Δ. Στρατή, η οποία είχε εκμεταλλευθεί με τον καλύτερο τρόπο την πτώση της παγκαλικής δικτατορίας ένα χρόνο νωρίτερα και είχε διατηρήσει καλές σχέσεις με τις μεταπαγκαλικές κυβερνήσεις. Η πλειοψηφία του Συνεδρίου καταδίκασε την τακτική της ΓΣΕΕ - κάνοντας έτσι μεγαλύτερη την απόσταση ανάμεσα στην ΠΟΣ και την φιλοκομμουνιστική ακόμη ηγεσία της ΓΣΕΕ -, και αποφάσισε, η ΠΟΣ να κατευθύνει τη δράση της σύμφωνα με την αρχή της πάλης των τάξεων ακολουθώντας την τακτική του «εξελικτικού σοσιαλισμού» και διατηρώντας την ανεξαρτησία της απέναντι στα πολιτικά κόμματα22. Το Συνέδριο αποφάσισε ακόμη την προσχώρηση της ΠΟΣ στη Διεθνή Ομοσπονδία Μεταφορών, ενώ επανεξέλεξε τους Δ. Στρατή και Γ. Λάσκαρη στην επταμελή Γενική της Διοίκηση, θέση από την οποία και οι δυο θα εξακολουθήσουν να καθορίζουν τις κατευθυντήριες πολιτικές γραμμές της.

Δέκα ημέρες μετά την έναρξη του Συνεδρίου της ΠΟΣ, θα ξεκινήσουν στον Πειραιά οι εργασίες του Γ ' Συνεδρίου της ΓΣΕΕ με τη συμμετοχή 358 συνέδρων που εκπροσωπούν σχεδόν όλες τις ιδεολογικοπολιτικές παρατάξεις: τη μέχρι τότε (φιλοκομμουνιστική) ηγεσία, την παράταξη Στρατή, την «συντηρητική» παράταξη των Ι. Καλομοίρη και Αρ. Δημητράτου, καθώς και άλλες μικρότερες φιλοβενιζελικές ή σοσιαλιστικές, επηρεαζόμενες από τα πρώην στελέχη του ΣΕΚΕ Γ.Α. Γεωργιάδη και Π. Δημητράτο. Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου, όλες οι παρατάξεις θα εναντιωθούν στη φιλοκομμουνιστική ηγεσία κατηγορώντας την για λανθασμένες επιλογές σε ζητήματα απεργιακών κινητοποιήσεων, θα υποστηρίξουν ότι η ΓΣΕΕ δεν πρέπει να υποτάσσει τα εργατικά συμφέροντα στο ΚΚΕ και θα ζητήσουν «νέα κατεύθυνση» της ΓΣΕΕ, - μια κατεύθυνση που κάθε σύνεδρος εννοεί βέβαια διαφορετικά. Με μικρή διαφορά - 179 κατά 168 ψήφων - το Συνέδριο θα καταψηφίσει τον απολογισμό δράσης της ηγεσίας της ΓΣΒΕ - γεγονός που υποδηλώνει ότι οι κομμουνιστές διατηρούσαν ακόμη ισχυρά ερείσματα στη βάση της Συνομοσπονδίας -, ενώ θα εγκρίνει την πρόταση του Δ. Στρατή για αποχώρηση της ΓΣΕΕ από την Κόκκινη Επαγγελματική Διεθνή με σκοπό την προσχώρηση στη Διεθνή Συνδικαλιστική Ομοσπονδία, κάτι όμως που θα αποφασιζόταν στο προσεχές Συνέδριο23. Την ηγεσία της ΓΣΕΕ διεκδίκησαν κατά τις αρχαιρεσίες οι κομμουνιστές καθώς και ένας συνασπισμός των παρατάξεων Καλομοίρη και Στρατή με τον οποίο συνεργάσθηκαν επίσης ανεξάρτητοι σοσιαλιστές. Ο συνασπισμός αυτός υπερίσχυσε με μικρή σχετικά πλειοψηφία. Αναδεικνύονται έτσι στην ηγεσία της ΓΣΕΕ οι «συντηρητικοί» Ι. Καλομοίρης και Ι. Δάβδας, τα πρώην στελέχη του ΣΕΚΕ Γ. Παπανικολάου και Β. Μιχαηλίδης, ενώ ο Δ. Στρατής εκλέγεται γενικός γραμματέας.

Το Γ' Συνέδριο είναι η απαρχή για την απομάκρυνση των κομμουνιστών από τη ΓΣΕΕ. Η νέα της ηγεσία θα προχωρήσει σε διαγραφές συνδικάτων που επηρεάζονταν ή ελέγχονταν από τους κομμουνιστές, γεγονός που θα δημιουργήσει νέα όξυνση στους κόλπους της24. Ο εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς γίνεται το 1926 μέσα σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα. Ο διωγμός εναντίον των κομμουνιστών όμως δεν θα εξαντληθεί εκεί, αφού κατά τη διάρκεια του 1927 θα ενταθεί η κυβερνητική επίθεση εναντίον του εργατικού κινήματος, θύματα της επίθεσης αυτής δεν είναι τόσο τα συνδικάτα που πρόσκεινται στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, όσο τα κομμουνιστικά συνδικάτα, πολλά από τα οποία θα κριθούν παράνομα και θα διαλυθούν.

Από τη θέση του γενικού γραμματέα της ΓΣΕΕ, ο Δ. Στρατής θα επιχειρήσει την περίοδο αυτή να προωθήσει εκείνα που ιεραρχεί ως άμεσα αιτήματα της εργατικής τάξης25. Αλλά και η ΓΣΕΕ, από την πλευρά της, θα ταυτισθεί με τις θέσεις και την ιδεολογία του Δ. Στρατή. Υιοθετώντας τις θέσεις του ότι, μέχρι να αναπτυχθεί, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί παρά να διεκδικήσει βραχυπρόθεσμα κάποιες ελάχιστες βελτιώσεις στις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατών, η ΓΣΕΕ διαμαρτύρεται για την «υποδούλωση» της χώρας στο ξένο κεφάλαιο, τις συνεχείς παρεμβάσεις του ελληνικού στρατού στην πολιτική ζωή, την «εκμετάλλευση» των εργαζομένων ή την ανεργία, και απαιτεί την εφαρμογή της οκτάωρης απασχόλησης, την αύξηση των εργατικών ημερομισθίων, την ελευθερία της συνδικαλιστικής έκφρασης, καθώς και την υλοποίηση των αιτημάτων της από την κυβέρνηση, θέτει επίσης το αίτημα της επιτάχυνσης της βιομηχανικής ανάπτυξης κάτω από την επιρροή των θέσεων Στρατή ότι, προκειμένου να αναπτύξει ισχυρό εργατικό κίνημα, η Ελλάδα όφειλε να ακολουθήσει νομοτελειακά τις ίδιες οικονομικές συνθήκες με αυτές από τις οποίες πέρασαν οι πλέον ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες26. Με σκοπό την προώθηση των θέσεων και των αιτημάτων της, η ΓΣΕΕ θα εκδώσει τον Απρίλιο του 1927 την εφημερίδα «Λαϊκή Φωνή», της οποίας οι αρθρογράφοι θα επιδιώξουν να κινηθούν μέσα στα ιδεολογικά πλαίσια της σοσιαλδημοκρατίας σύμφωνα με τις αρχές του Κ. Kautsky. Η απήχηση της δεν θα είναι όμως ιδιαίτερα σημαντική. Η κυκλοφορία της θα διακοπεί λίγους μήνες αργότερα με το πρόσχημα της αντίδρασης που συνάντησε από τους κομμουνιστές συνδικαλιστές27.

Κατά τη διάρκεια του 1928 θα ενταθεί μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα η οργανωτική ρήξη με τους κομμουνιστές, την οποία είχε ενθαρρύνει άλλωστε και ο διευθυντής του ΔΓΕ Albert Thomas κατά την επίσκεψη του στην Αθήνα ένα χρόνο νωρίτερα. Με σκοπό τον αποκλεισμό των πρωτοβάθμιων σιδηροδρομικών συνδικαλιστικών οργανώσεων που ελέγχονταν από τους κομμουνιστές, το Δ' Συνέδριο της ΠΟΣ που συνήλθε στο Βόλο, το Μάρτιο του 1928, θα εγκρίνει τροποποιήσεις στον καταστατικό κανονισμό της Ομοσπονδίας. Οι τροποποιήσεις αυτές θα επιτρέψουν στη νέα ελεγχόμενη από τον Δ. Στρατή ηγεσία που εξελέγη από το Συνέδριο και τον γενικό γραμματέα Γ. Λάσκαρη, να διαγράψουν από τη δύναμη της ΠΟΣ αρκετές πρωτοβάθμιες κομμουνιστικές οργανώσεις. Κάτι αντίστοιχο συνέβη άλλωστε στο Δ ' Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Το Συνέδριο αυτό συνήλθε λίγες εβδομάδες αργότερα στον Πειραιά με τη συμμετοχή 452 συνέδρων οι οποίοι εκπροσωπούσαν όλες τις παρατάξεις. Από εκεί θα αποκλειστούν επίσης αρκετοί κομμουνιστές σύνεδροι με το πρόσχημα της «πρόκλησης θορύβου» κατά τις εργασίες του, ενώ θα γίνουν αρκετές τροποποιήσεις στο καταστατικό της ΓΣΕΕ με σκοπό τη διαγραφή και την απομάκρυνση των κομμουνιστικών συνδικάτων από τους κόλπους της. Η διάσπαση κομμουνιστών και μη κομμουνιστών συνδικαλιστούν θα ολοκληρωθεί αμέσως μετά το Συνέδριο. Οι κομμουνιστές που είχαν αποκλειστεί από τις διεργασίες του Συνεδρίου ή είχαν αποχωρήσει εθελοντικά απ' αυτό - διαμαρτυρόμενοι γι' αυτά που έγιναν κατά τη διάρκεια του θα ακολουθήσουν τις αποφάσεις του Δ ' Συνεδρίου του ΚΚΕ (Δεκέμβριος 1928) που αναφερόταν στην ανάγκη ίδρυσης κομμουνιστικής εργατικής Συνομοσπονδίας και θα ιδρύσουν την Ενωτική ΓΣΕ τον Φεβρουάριο του 192928. Κάτι ανάλογο θα γίνει και με τις κομμουνιστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις των σιδηροδρομικών, αρκετές από τις οποίες - όπως ο Σύνδεσμος Λαρισαϊχού Σιδηροδρόμου ή ο Σύνδεσμος Αττικής - θα προσχωρήσουν στη δύναμη της Ενωτικής ΓΣΕ, οδηγώντας την ΠΟΣ σε πλήρη οργανωτική αποδιάρθρωση29.

Χωρίς τη συμμετοχή των κομμουνιστών, το Δ ' Συνέδριο της ΓΣΕΕ θα εγκρίνει επίσης την προσχώρηση της στην ΔΣΟ του Amsterdam, θα εκλέξει τον Ι. Καλομοίρη ως εκπρόσωπο της στο προσεχές της Συνέδριο και θα εγκρίνει τον απολογισμό της ηγεσίας της που παρουσιάζει ο Δ. Στρατής. Κατά τις εκλογές για την ανάδειξη νέας διοίκησης, ο συνασπισμός των Δ. Στρατή και Ι. Καλομοίρη θα ξαναπάρει την ηγεσία της Συνομοσπονδίας, με τον πρώτο να επανεκλέγεται στη θέση του γενικού γραμματέα30. Η ηγεσία αυτή θα αποστείλει τον Σεπτέμβριο του 1928 υπόμνημα προς την κυβέρνηση Βενιζέλου εκφράζοντας αιτήματα σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα, όπως η γεωργική και η συνεταιριστική ανάπτυξη, η εφαρμογή της οκτάωρης απασχόλησης ή η επέκταση του θεσμού των κοινωνικών ασφαλίσεων31.

Μετά την απομάκρυνση των κομμουνιστών, η διαμάχη της καθοδήγησης του εργατικού κινήματος θα μεταφερθεί στους κόλπους της ΓΣΕΕ ανάμεσα στους Δ. Στρατή και Ι. Καλομοίρη, θα λάβει δε τεράστιες διαστάσεις τον Απρίλιο του 1929 με αφορμή την εργατική εκπροσώπηση στη Γερουσία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι δυο παρατάξεις διεκδικούν, κάθε μία για λογαριασμό δικών της υποψηφίων, τις τέσσερις έδρες που κατείχε η ΓΣΕΕ στη Γερουσία32. Η ρήξη μεταξύ των δύο εργατικών ηγετών θα οδηγήσει τον Σεπτέμβριο του 1929 στην αντικατάσταση του Δ. Στρατή από τον Αρ. Δημητράτο στη θέση του γενικού γραμματέα της ΓΣΕΕ, ενώ θα λάβει διαστάσεις διχασμού στο Ε' Συνέδριο της ΓΣΕΕ, τον Σεπτέμβριο του 1930. Το Συνέδριο αυτό - όπου η παράταξη του Ι. Καλομοίρη είχε μια πλειοψηφία συνέδρων που άγγιζε το 60% -, διεξήχθη κάτω από έντονες αντιπαραθέσεις και αντιδικίες οι οποίες θα οδηγήσουν στη δημιουργία πολωτικού κλίματος και στη συνέχεια, στην απόφαση της αποχώρησης της παράταξης Στρατή τόσο από τις διεργασίες του, με το επιχείρημα της «παράνομης σύνθεσης» του, όσο και από τη δύναμη της ΓΣΕΕ33. Μετά το Ε ' Συνέδριο, η ΓΣΕΕ εκφράζεται αποκλειστικά από την παράταξη Καλομοίρη34. Η παράταξη αυτή θα διοργανώσει επίσης το ΣΤ ' Συνέδριο που διεξήχθη στον Πειραιά, τον Οκτώβριο του 1931 και θα επανεκλέξει τον Αρ. Δημητράτο στη θέση του γενικού γραμματέα της ΓΣΕΕ. Από την άλλη πλευρά, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που επηρεάζονταν από τον Δ. Στρατή - δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της ΠΟΣ, οι οργανώσεις ναυτικών, ιδιωτικών υπαλλήλων, αλλά και κάποια εργατικά κέντρα όπως το ΕΚΑ - θα ιδρύσουν τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα (ΑΕΣ), και στη συνέχεια, μια νέα τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, την Πανελλαδική Συνομοσπονδία Εργασίας (ΠΣΕ). Τα ΑΕΣ θα αποτελέσουν τον ιδρυτικό πυρήνα των Σοσιαλιστικών Ομίλων και τη βάση για την ίδρυση αργότερα του Ανεξάρτητου Σοσιαλιστικού Κόμματος. Φαίνεται δηλαδή ότι, από τις αρχές της δεκαετίας του '30, όταν η «παράταξη Στρατή» αποδυναμώνεται μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, θα αρχίσει να παραμελεί την οικονομική δράση. Στρέφεται με αμεσότερο τρόπο προς την πολιτική, και αναφέρεται πιο ανοικτά στο σοσιαλισμό.



Γ. Η πολιτική πρακτική της «Παράταξης Στρατή»



Με σκοπό τη διάδοση της σοσιαλιστικής ιδέας και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ίδρυση ενός νέου σοσιαλιστικού κόμματος ιδρύονται προς το τέλος του 1929 οι Σοσιαλιστικοί Όμιλοι35. Μεταξύ των ιδρυτικών τους στελεχών ήταν οι συνδικαλιστές των ΑΕΣ Δ. Στρατής, Γ. Λάσκαρης και Δ. Παπάς, καθώς και οι ανεξάρτητοι σοσιαλιστές Χρ. Χωμενίδης, Στρ. Σωμερίτης και Τ. Ζαχαρακόπουλος36. Σ' αυτήν την πρωτοβουλία ο ρόλος των ΑΕΣ ήταν ιδιαίτερα σημαντικός, αφού οι Σοσιαλιστικοί Όμιλοι αναπτύχθηκαν εκεί ακριβώς όπου υπήρχαν ήδη συνδικαλιστικές οργανώσεις επηρεαζόμενες άμεσα από τα Συνδικάτα αυτά37. Με σκοπό την προώθηση της σοσιαλιστικής ενοποίησης, οι Σοσιαλιστικοί Όμιλοι θα εκδώσουν το Νοέμβριο του 1929 την εφημερίδα «Σοσιαλιστής», της οποίας η συντριπτική πλειοψηφία των αρθρογράφων υιοθετεί τη μαρξιστική θεώρηση της κοινωνίας και τάσσεται υπέρ της αρχής της πάλης των τάξεων. Αν και όλοι οι σοσιαλιστές συμφωνούσαν όμως με την ανάγκη ύπαρξης ενός μαζικού και ενιαίου σοσιαλιστικού κόμματος, η σοσιαλιστική ενοποίηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση στην πράξη αφού κάθε σοσιαλιστής έδινε σ' αυτήν διαφορετική έννοια και διαφορετικό περιεχόμενο. Επιπλέον προσωπικές αντιπάθειες ακολουθούσαν τις πολιτικές διαφωνίες, γεγονός που οδήγησε σύντομα τους Σοσιαλιστικούς Ομίλους σε οργανωτική αποδιάρθρωση.

Το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΚΕ διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη στις 19 και 20 Ιουλίου 1931. Συμμετέχουν αρκετά σοσιαλιστικά κέντρα και σοσιαλιστικοί όμιλοι που εκφράζουν αρκετούς από τους μέχρι τότε ανεξάρτητους σοσιαλιστές, δεν συμμετέχουν όμως οι παρατάξεις των Στρατή και Καλομοίρη· ο τελευταίος έχει ενωρίτερα ιδρύσει το Εργατικό Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα38. Η μη προσχώρηση της παράταξης Στρατή στο ΣΚΕ φαίνεται να οφείλεται περισσότερο σε προσωπικά αίτια και ιδίως την προσωπική αντιπάθεια μεταξύ των Στρατή και Γιαννιού39. Η σοσιαλιστική ενοποίηση είναι πάντως μια διαδικασία που θα διαρκέσει ολόκληρη την περίοδο της δράσης του ΣΚΕ, δηλαδή κατά την περίοδο 1931-1936. Το κόμμα δεν θα επιτύχει ποτέ να ενοποιήσει όλους τους σοσιαλιστές, αφού ακόμη και αυτό το διάστημα σημειώνονται διασπάσεις και αποχωρήσεις από τις γραμμές του40.

Το Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Κόμμα ιδρύεται πιθανότητα κατά τη διάρκεια του 1931 προκειμένου να αποτελέσει το αντίπαλο δέος στο ΣΚΕ. Αποτελεί στην πράξη την πολιτική έκφραση της παράταξης Στρατή. θα στηριχθεί κατά κύριο λόγο στις συνδικαλιστικές οργανώσεις που επηρεάζονται από τα ΑΕΣ καθώς και σε λίγους μεμονωμένους και ανεξάρτητους σοσιαλιστές, όπως ο Χρ. Χωμενίδης. Όπως άλλωστε και το ΣΚΕ, θα επιδιώξει να εμφανισθεί ως μοναδικό κόμμα που εκπροσωπεί τον σοσιαλισμό στην Ελλάδα σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Σ.Ε. Διεθνούς, και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο θα αναζητήσει την αναγνώριση της. Δεν θα προλάβει όμως να παρουσιάσει κάποια ιδιαίτερη πολιτική δραστηριότητα, αφού σύντομα θα ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το ΣΚΕ, με σκοπό τη συγχώνευση του σ' αυτό. Η επιτυχής έκβαση των διαπραγματεύσεων θα οδηγήσει το ΣΚΕ στη διοργάνωση νέου «έκτακτου» Συνεδρίου τον Απρίλιο του 1932, όπου συμμετείχαν 43 σύνεδροι που εκπροσωπούσαν σχεδόν όλες τις οργανώσεις βάσης των δύο κομμάτων. Στο Συνέδριο αποφασίζεται να διατηρήσει το ΣΚΕ τον τίτλο και το πρόγραμμα του - με βάση το οποίο έγινε άλλωστε η συγχώνευση των δύο κομμάτων - ενώ εκλέγονται μεταξύ άλλων στην ηγεσία του οι Δ. Στρατής και Γ. Λάσκαρης41. Μετά τη συγχώνευση των δύο κομμάτων, τα ΑΕΣ εκφράζουν τις θέσεις του ΣΚΕ στο συνδικαλιστικό χώρο, έναν χώρο όπου το κόμμα δεν διέθετε μέχρι τότε καμία πρόσβαση. Το ΣΚΕ θα υιοθετήσει όλους τους μακροπρόθεσμους και βραχυπρόθεσμους στόχους των ΑΕΣ εντάσσοντας τους σχεδόν κατά λέξη στο εκλογικό του πρόγραμμα ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 193242. Με αυτόν όμως τον τρόπο, οι διαφορές που χώριζαν το κόμμα με τις υπόλοιπες πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις μεγάλωναν συνεχώς. Ιδίως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις βρίσκονται την εποχή αυτή σε πλήρη ασυμφωνία θέσεων και προγραμμάτων, χωρίς καμία επιθυμία συνεργασίας μεταξύ τους43.

Η ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και γενικότερα των οργανώσεων που υπερασπίζονται το δημοκρατικό καθεστώς προβάλλει όμως επιτακτική, καθώς το εργατικό κίνημα βρίσκεται την εποχή αυτή σε πλήρη απραξία, ενώ κερδίζουν συνεχώς έδαφος συντηρητικές ιδέες και προβάλλει ορατός πλέον ο κίνδυνος επιβολής δικτατορικού καθεστώτος. Κατά τη διάρκεια του 1933, κάτω από την πίεση της συγκυρίας, το ΣΚΕ θα αναθεωρήσει την μέχρι τότε αδιάλλακτη στάση του και θα αναζητήσει τρόπους ενοποίησης του εργατικού κινήματος και συνεργασίας με την ΓΣΕΕ. Η συνύπαρξη με τα ΑΕΣ θα καταστεί παράλληλα προβληματική, αφού οι σοσιαλιστές του ΣΚΕ θα αρχίσουν να δείχνουν σημάδια κόπωσης εξ αιτίας της αντιφατικής και μη ενιαίας στάσης των συνδικαλιστών των ΑΕΣ44. Σε ένδειξη δυσαρέσκειας, ο Δ. Στρατής θα αποσυρθεί σταδιακά από κάθε ενεργό ανάμειξη στη δράση του ΣΚΕ και στη συνέχεια από τα ΑΕΣ, αντικαθιστάμενος στην ηγεσία τους από τον Γ. Λάσκαρη. Κατά τη διάρκεια του 1934 το ΣΚΕ θα ξεκινήσει διαδικασίες διαλόγου με το ΚΚΕ και την ΓΣΕΕ, ενώ, χωρίς να αποκηρύξει ανοικτά τα ΑΕΣ στη διαμάχη τους με την ΓΣΕΕ, θα αρχίσει να τηρεί στάση πλήρους ουδετερότητας. Ιδιαίτερο ρόλο σ' αυτό άσκησε η Σ.Ε. Διεθνής, η οποία έθετε ως απαραίτητη προϋπόθεση της αναγνώρισης του ΣΚΕ την πλήρη ενοποίηση όλων των σοσιαλιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Σε διάσκεψη στελεχών του, τον Μάρτιο του 1934, το κόμμα θα αποφασίσει σχεδόν ομόφωνα ότι επιβάλλεται η επάνοδος των ΑΕΣ στη δύναμη της ΓΣΕΕ, δηλαδή η συνεργασία με την παράταξη Καλομοίρη45. Η επιστροφή των ΑΕΣ στη ΓΣΕΕ θα πραγματοποιηθεί στις αρχές του 1935. Σ' αυτό συνετέλεσαν οι αποφάσεις του Ζ' Συνεδρίου της ΓΣΕΕ, τον Νοέμβριο του 1934, σύμφωνα με τις οποίες, αδιακρίτως πολιτικών τάσεων, γίνονταν δεκτές στους κόλπους της όσες συνδικαλιστικές δυνάμεις είχαν στο παρελθόν απομακρυνθεί. Παράλληλα το ΣΚΕ θα αποκαταστήσει τις σχέσεις του με την παράταξη Καλομοίρη: θα συγχωνευθεί με το ΕΣΔΚ και θα βελτιώσει σημαντικά τις σχέσεις του με την ΓΣΕΕ46. Παρ' ότι το καλοκαίρι του 1935 παρουσιάστηκε νέα διάσταση τακτικής ανάμεσα στο ΣΚΕ και τη ΓΣΕΕ με αφορμή την πρωτοβουλία ίδρυσης δημοκρατικού μετώπου που στόχευε στην υπεράσπιση του δημοκρατικού καθεστώτος, το ελληνικό εργατικό κίνημα οδεύει προς την ενοποίηση του κατά τη διάρκεια του 1936. Η επιβολή της δικτατορίας Μεταξά εμπόδισε μία τέτοια φυσική εξέλιξη. Επιπλέον επιλέγοντας τα πρόσωπα που θα αποτελούσαν την ηγεσία των συνδικαλιστικών οργανώσεων, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου οδήγησε το συνδικαλιστικό κίνημα στον εκφυλισμό, αφού του αφαίρεσε έτσι κάθε διεκδικητική ικανότητα.



Το εργατικό κίνημα τον Μεσοπολέμου - Μερικές διαπιστώσεις.



Η «παράταξη Στρατή» έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Στη βάση της αποδοχής της ταξικής πάλης και της οργανικής αυτονομίας των εργατικών συνδικάτων, η παράταξη αυτή θα καθορίσει κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '20 την πολιτική γραμμή της ΠΟΣ, αλλά και της ΓΣΕΕ. Ο ίδιος ο Δ. Στρατής χωρίς να απαρνηθεί ποτέ τις σοσιαλδημοκρατικές αρχές που εξέφραζε η Σ.Ε. Διεθνής, θα υποστηρίξει με φανατισμό το δόγμα ότι τα συνδικάτα οφείλουν να παραμείνουν «μακράν της πολιτικής». Το δόγμα αυτό θα υποστηριχθεί άλλωστε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Εκεί αρκετά σωματεία - που ήταν βέβαια από τα πιο ισχυρά, αλλά ταυτόχρονα και οργανώσεις της «εργατικής αριστοκρατίας» -, συχνά αρνούνταν σκόπιμα την ενασχόληση με τα πολιτικά ζητήματα των χωρών τους. Η στάση αυτή μεταφραζόταν συνήθως σε αυξημένη διαπραγματευτική δύναμη στην προώθηση των επαγγελματικών στόχων τους, χωρίς τούτο να αποκλείει αναγκαστικά και τη ριζοσπαστικότητα στη δράση τους47. Στην Ελλάδα η θέση αυτή εκτός από τις όποιες ιδεολογικές επιρροές, φαίνεται να υπαγορεύεται από τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες: την ανάγκη αντιπαράθεσης στην κρατική πολιτική, η οποία επεδίωκε να ενσωματώσει στη δική της λογική τις προτεραιότητες του εργατικού κινήματος, αλλά και στην πολιτική των κομμουνιστών συνδικαλιστών οι οποίοι, ευθυγραμμισμένοι με τις θέσεις της Γ' Διεθνούς, θεωρούσαν ως το 1934 τα συνδικάτα αναγκαία παραρτήματα των κομματικών οργανώσεων και προωθημένα φυλάκια για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Η «παράταξη Στρατή», και μαζί της το σύνολο του ρεφορμιστικού συνδικαλιστικού κινήματος, συμπιεσμένοι ανάμεσα σ' αυτές τις δύο αντίρροπες δυνάμεις, θα βρεθούν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.

Όταν στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, οι εξελίξεις στην κορυφή της ΓΣΕΕ θα την οδηγήσουν σε μεγαλύτερη αποδυνάμωση μέσα στο συνδικαλιστικό χώρο, η «παράταξη Στρατή» θα τροποποιήσει τις θέσεις και την πρακτική της. Σε αναζήτηση νέων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών και στην προσπάθεια λύσης του αδιεξόδου, θα αρχίσει να παραμελεί την οικονομική δράση, θα στραφεί με αμεσότερο τρόπο στην πολιτική, συγχωνευόμενη με το ΣΚΕ, τις θέσεις του οποίου θα εκφράσει στο συνδικαλιστικό χώρο. Παράλληλα θα μεταφέρει όμως εκεί την αντιδικία της με την «παράταξη Καλομοίρη». Ήδη από το 1931, ο Στρ. Σωμερίτης, στέλεχος του ΣΚΕ, θα υποστηρίξει ότι η διαμάχη ανάμεσα στις παρατάξεις των Δ. Στρατή και Ι. Καλομοίρη δεν έχει ως επίκεντρο το ζήτημα της συνεργασίας με το κράτος, αλλά τον έλεγχο του συνδικαλιστικού κινήματος48. Αρκετά χρόνια αργότερα θα προσθέσει μάλιστα ότι οι ρεφορμιστές συνδικαλιστές ηγέτες διχάζονταν αποκλειστικά από επιφανειακές διαφορές και θα τους κατηγορήσει ότι θεώρησαν τη ΓΣΕΕ ως «οχυρό τους, που ήταν απαγορευμένη γη για κάθε σοσιαλιστικό πολιτικό κίνημα»49.

Το ΣΚΕ εμφανίστηκε με αρκετή καθυστέρηση στην πολιτική σκηνή, ενώ βρέθηκε επιπλέον αντιμέτωπο με την έλλειψη σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης. Η τακτική του θα εξαρτηθεί αναγκαστικά και σε σημαντικό βαθμό από τους ρεφορμιστές εργατικούς ηγέτες οι οποίοι θα το εγκλωβίσουν στις δικές τους προτεραιότητες. Αν και είναι αδύνατο να χρεώσει κανείς αποκλειστικά σ' αυτούς τις αιτίες που το ΣΚΕ παραμένει ένα μικρό και περιθωριακό κόμμα, είναι από την άλλη πλευρά αμφίβολο αν και ο Δ. Στρατής ή ο Ι. Καλομοίρης επιθυμούσαν πραγματικά την ισότιμη συνεργασία με κάποιο πολιτικό κόμμα.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '20 και κυρίως αυτής του '30, η ΓΣΕΕ, τα ΑΕΣ και η Ενωτική ΓΣΕ αν και εκφράζουν διαφορετικές τακτικές μέσα στους κόλπους του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, παρουσιάζουν και κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Είναι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί που στηρίζονται στην ιεραρχία της ηγετικής τους ομάδας αλλά και στην πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει το μηχανισμό λήψης των αποφάσεων. Επιπλέον το γεγονός ότι στην Ελλάδα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία δεν πήρε τις διαστάσεις που είχε πάρει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συνετέλεσε ώστε η πολιτική των ελληνικών συνδικάτων να χαρακτηρίζεται από έντονα συντεχνιακό πνεύμα. Η ΓΣΕΕ είναι αναμφίβολα η πιο ισχυρή και μαζική Συνομοσπονδία. Και αυτή όμως - όπως άλλωστε και τα ΑΕΣ -, δεν καταβάλλει ιδιαίτερες προσπάθειες να ενεργοποιήσει τους εργαζόμενους που συσπειρώνει. Ακόμη και χωρίς τη συμμετοχή τους, θα αναλάβει εργολαβικά την προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων τους επιλέγοντας ως αμεσότερο τρόπο προώθησης την πολιτική της συνεργασίας με το κράτος.

Τα ΑΕΣ δημιουργήθηκαν μετά από διάσπαση της ΓΣΕΕ στη βάση της συνδικαλιστικής αυτονομίας του εργατικού κινήματος. Οι διαφορές τους με την ΓΣΕΕ του Ι. Καλομοίρη φαίνονται να περιορίζονται στις ηγεσίες των δύο οργανώσεων, ενώ η συνολική τους δύναμη ήταν σαφώς μικρότερη απ' αυτήν της ΓΣΕΕ ή της Ενωτικής ΓΣΕ50. Η επιρροή τους στηρίχθηκε στην ΠΟΣ, μειώνεται όμως σημαντικά μακράν της συνδικαλιστικής βάσης των σιδηροδρομικών. Το γεγονός ότι τα ΑΕΣ στηρίχθηκαν κυρίως στην ΠΟΣ καθόρισε σε σημαντικό βαθμό την πολιτική τους κατά τη δεκαετία του '30. Έχοντας να αντιμετωπίσουν οι σιδηροδρομικοί εκείνη την περίοδο τη βαθμιαία απώλεια μιας σειράς οικονομικών κατακτήσεων, αναγκάστηκαν να περιορίσουν τη δράση τους στα άμεσα αιτήματα τους και απέφυγαν να δώσουν στον αγώνα τους ευρύτερη μορφή. Αυτό το γεγονός επέφερε την επικράτηση συντεχνιακού πνεύματος στους κόλπους των ΑΕΣ και οδήγησε στη σταδιακή μείωση της ισχύος τους. Σε αντίθεση με τη ΓΣΕΕ και τα ΑΕΣ, η Ενωτική ΓΣΕ στηρίχθηκε στην ίδια βάση με αυτήν του ΣΕΚΕ / ΚΚΕ και φαίνεται να καθοδηγεί τις περισσότερες εργατικές κινητοποιήσεις ιδίως κατά την περίοδο 19341936.

Εκτός όμως από τα ίδια τα χαρακτηριστικά των εργατικών συνδικάτων, υπάρχει πλήθος από «εξωγενείς» παράγοντες που διαμορφώνει τη λειτουργία τους. Η κρατική πολιτική απέναντι στο εργατικό ζήτημα, η πρόσδεση των ρεφορμιστών εργατικών ηγετών στο κράτος, οι διεθνείς οργανώσεις, ο χαρακτήρας της ελληνικής εργατικής τάξης και γενικότερα οι πολιτικές εξελίξεις του Μεσοπολέμου θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ρεφορμιστικού ή μη συνδικαλισμού. Οι πρώτες κυβερνήσεις του Ελ. Βενιζέλου στις αρχές της δεκαετίας του ΊΟ έθεσαν σε διαφορετική βάση το εργατικό ζήτημα. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα καθιέρωσαν μια αρκετά προωθημένη για την εποχή της εργατική νομοθεσία51 και δημιούργησαν το θεσμικό πλαίσιο για την οργάνωση των επαγγελματικών συμφερόντων ολόκληρου του ταξικού φάσματος. Καθιερώνουν όμως παράλληλα την άμεση κρατική παρέμβαση στη διαμόρφωση της εργατικής πολιτικής αλλά και του συνδικαλισμού. Οι συνδικαλιστές ενεργούν συχνά ερήμην των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων που εκπροσωπούν και αντλούν την ισχύ τους από τη συνδιαλλαγή με το κράτος. Η διαμόρφωση της εργατικής πολιτικής του Μεσοπολέμου φαίνεται να είναι το αποκλειστικό αποτέλεσμα της λειτουργίας ενός «εσωτερικού κύκλου» με τη συμμετοχή ανώτερων υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, πανεπιστημιακών καθώς και συνδικαλιστών ηγετών όπως οι Ι. Καλομοίρης και Δ. Στρατής52. Ιδιαίτερος είναι επίσης ο ρόλος του ΔΓΕ με το οποίο συνδιαλέγονται οι ρεφορμιστές συνδικαλιστές ηγέτες. Εφαρμόζοντας τις επιταγές του, οι ελληνικές κυβερνήσεις θα θεσπίσουν το 1920 μια νομοθεσία που καθιερώνει την οκτάωρη απασχόληση και την προστασία της γυναικείας και παιδικής εργασίας, και θα προωθήσουν την καθιέρωση των κοινωνικών ασφαλίσεων μετά το 1928. Η συνδιαλλαγή αυτού του τύπου, καθώς και η απουσία ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ανάμεσα στο Κόμμα Φιλελευθέρων και το ΚΚΕ, θα εξυψώσει τους ηγέτες αυτούς σε ιδιαίτερη κατηγορία πολιτικών στελεχών, αυτόνομη και ανεξάρτητη από τις κομματικές επιλογές. Τα εν λόγω στελέχη θα επιδράσουν σημαντικά στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού στη μεσοπολεμική Ελλάδα.

Η κρατική παρέμβαση και κυρίως η πρακτική των ρεφορμιστών εργατικών ηγετών συνδέουν το εργατικό ζήτημα με τον κορπορατισμό. Το ζήτημα είναι τεράστιο και διχάζει θεωρητικά την επιστήμη αφού δεν έχει ακόμη αποσαφηνισθεί αν ο κορπορατισμός, εκτός από σύστημα αντιπροσώπευσης συμφερόντων, προσδιορίζει επιπλέον και μία μορφή κράτους ή και ένα οικονομικό σύστημα53. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ή και ενωρίτερα, η κρίση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες επανέφερε στο προσκήνιο ' κορπορατιστικές ιδεολογίες με την αναβίωση πρακτικών φασιστικών καθεστώτων. Τα επαγγελματικά συμφέροντα υπάγονται τότε στο κράτος και τα συνδικάτα μετατρέπονται σε κρατικές οργανώσεις54. Στην Ελλάδα οι ερμηνείες που συνδέουν τις επαγγελματικές οργανώσεις με τον κορπορατισμό δεν είναι πολλές, εξαρτώνται δε από τα θεωρητικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται κάθε φορά στην προσέγγιση του συνδικαλιστικού φαινομένου. Με βάση κριτήρια που αφορούν τη δομή των επαγγελματικών οργανώσεων, τις σχέσεις τους με το κράτος ή τον συγκεντρωτικό τους χαρακτήρα υποστηρίζεται ότι ο ελληνικός συνδικαλισμός προσεγγίζει το κορπορατιστικό μοντέλο55. Κορπορατιστικές τάσεις διαπιστώνονται κυρίως στην περίπτωση της Γερουσίας, η οποία προβάλλεται ως εναλλακτική λύση απέναντι στο κοινοβούλιο ή τον κομμουνισμό56. Η σύνδεση του συνδικαλισμού με τον κορπορατισμό στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου θα απαιτούσε πάντως μία εκτενέστερη μελέτη.

Όπως και οι υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, η Ελλάδα θα γνωρίσει κατά την περίοδο 1918-1940 μια εξαιρετική βιομηχανική ανάπτυξη, ως συνέπεια των ανακατατάξεων του Α ' Παγκοσμίου Πολέμου, της έλευσης των προσφύγων και της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Παρ' όλη όμως την ενδυνάμωση του βιομηχανικού τομέα, η οποία συνεπιφέρει ανάλογη αύξηση των χειρωνακτικός εργαζομένων σ' αυτόν, το εργατικό κίνημα δεν θα γνωρίσει ανάλογη εξέλιξη. Αν και η δύναμη των συνδικάτων αυξάνεται κατακόρυφα αυτήν την περίοδο, ελάχιστες είναι οι πληροφορίες μας για το πραγματικό της μέγεθος57. Οι εκτιμήσεις για τη συνδικαλιστική δύναμη κάθε παράταξης διαφέρουν, ενώ παρατηρείται σημαντική απόκλιση ανάμεσα στον αριθμό των εγγεγραμμένων και των ενεργών μελών. Είναι αμφίβολο επίσης εάν και κατά πόσο ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός επεδίωξε ώστε να συμπεριφερθεί η εργατική τάξη ως αυτόνομη κοινωνική τάξη. Φαίνεται όμως ότι ο αγώνας της εργατικής τάξης ταυτίζεται αυτήν την περίοδο με τις διεκδικήσεις κάποιων επαγγελματικών κατηγοριών που τυγχάνουν ισχυρής συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και συχνά είναι χωρίς συνάρτηση και συνοχή. Τα μόνα οργανωμένα συνδικάτα είναι αυτά των καπνεργατών, των ναυτεργατών, των σιδηροδρομικών, των λιμενεργατών και των ιδιωτικών υπαλλήλων. Τόσο η ΓΣΕΕ όσο και τα ΑΕΣ δεν κατόρθωσαν να ασκήσουν στα μέλη τους πολιτική επιρροή. Οι εργαζόμενοι ακολουθούν τις ηγεσίες των συνδικάτων προκειμένου να προωθήσουν τις οικονομικές και συνδικαλιστικές τους διεκδικήσεις, κατά τις βουλευτικές εκλογές ψηφίζουν όμως βενιζελικούς ή αντιβενιζελικούς υποψηφίους ενταγμένοι στο πολωτικό κλίμα που χαρακτηρίζει την πολιτική σκηνή στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

1. Εξαίρεση αποτελεί το τετράτομο έργο του Π. Νούτσου «Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ως το 1974», εκδ. Γνώση. Για τον Στρατή βλ. τόμος Β', 2ο μέρος, 437 (Αθήνα 1992) και τόμος Γ, σελ. 555 επ. (Αθήνα 1993).

2. Βλ. αναλυτικά G. Sorel. L' avenir socialiste des syndicats. Librairie G. Jacques et Cie, Παρίσι 1901.

3. R. Gonnard, Histoire des doctrines economiques. Librairie Generale de Droit et des Jurisprudence, Παρίσι 1947, σελ. 445.

4. F. Chatelet, R. Pisier Kouchner. Οι πολιτικές αντίληψης του 20ού αιώνα. Ράππας, Αθήνα 1981. σελ. 186187.

5. R. Gonnard. Histoire..., αιτ.. σελ. 444.

6. F. Chatelet. Ε. Pisier Kouchner, Οι πολιτικές αντιλήψεις..., ό.π., σελ. 277.

7. Στο ίδιο. σελ. 188.

8.. Για την περίπτωση του Merrheim, που είναι ενδεικτική για τη γενικότερη στροφή που παρατηρήθηκε, βλ. Ν. Papayanis. Alphouse Merrheim: The Emergence of Reformism in Revolutionary Syndicalism. 18711925, Martinus Nijhoff, Βοστώνη 1985.

9. Η ανάπτυξη της γαλλικής εργατικής τάξης επιτελέσθηκε με σχετικά αργούς ρυθμούς. Στα χρόνια 1876-1913 ο εργοστασιακός πληθυσμός αυξήθηκε κατά 50%, ενώ κατά την ίδια περίοδο στη Γερμανία σημειώθηκε υπερτριπλασιασμός. Από τα δομικά χαρακτηριστικά της βιομηχανικής ανάπτυξης στη Γαλλία υπήρξαν ο χαμηλός βαθμός εκμηχάνισης της παραγωγής, η κυριαρχία των μικρών βιομηχανικών μονάδων, καθώς και το σχετικά υψηλό βάρος της εξειδικευμένης εργασίας στην παραγωγική διαδικασία. (Βλ. OPT. Stevenson, After Marx, before Lenin: Marxism and Socialist Working Class Parties in Europe, 1884-1914, University of Pittsburgh Press, Πιτσμπουργκ 1991, σελ. 126-127). Σε αυτές τις συνθήκες ευδοκίμησε ένα συνδικαλιστικό κίνημα επηρεασμένο από τον μικροϊδιοκτησιασμό, τον εξισωτισμό και τον παραδοσιακό σεβασμό στην επαγγελματική ενασχόληση.

10.. Δ. Στρατής, «Τι ζητούν οι εργάται και οι υπάλληλοι προς βελτίωσιν της θέσεως των», π. Κοινωνική Έρευνα, αρ. 4, Ιούνιος 1932, σελ. 29-31.

11. Γ. Λάσκαρης, Δημοκρατικός και Κομμουνιστικός Συνδικαλισμός, ΓΣΕΕ, Αθήνα 1958, σελ. 20-21.

12. G. Lichtheim. A Short History of Socialism, πρόλογος G. McLellan, Flamingo, Λονδίνο 1983. σελ. 233.

13. Σχετικά με τις θέσεις τον, βλ. Δ. Στρατής, Οι εργάτες κατά τον Ιοκονύμον, Βιβλιοθήκη Σοσιαλιστικού Ομίλου. Πειραιάς 1929.

14.. Δεν πρόκειται για το γνωστό ΣΕΚΕ που ιδρύθηκε το 1918 και μετονομάστηκε σε ΚΚΕ. αλλά για οργάνωση που σχηματίζεται το Μάιο του 1928 σε μια προσπάθεια να ενώσει όλους τους σοσιαλιστές σε ενιαίο κόμμα, σύμφωνα με τις αρχές της Σοσιαλιστικής Εργατικής Διεθνούς. Αναλυτικά για την συγκρότηση, την εξέλιξη και τη φυσιογνωμία του κόμματος αυτού, βλ. Κ. Mavreas, Les socialistes en Grece entre les deux guerres, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Παρίσι l - Σορβόννη 1992, σελ. 327-355.

15. Δ. Στρατής, «Τι ζητούν οι εργάται...», π. Κοινωνική Έρευνα, ό.π., σελ. 31.

16.. Σχετικά με την εκλογή εκπροσώπων της ΓΣΕΕ στη Γερουσία βλ. Στατιστική των Γερουσιαστικών Εκλογών της 2Ιης Απριλίου 1929, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1931 και Στατιστική των Γερουσιαστικών Εκλογών, Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, Αθήνα 1934,

17.. Δ. Στρατής, 40 χρόνων αγώνες των ελλήνων σιδηροδρομικών 19051945, χ.ε., Αθήνα 1959, σελ. 58 και 60. Ο Α. Αιακός αναφέρει ότι οι πρωτοβάθμιες οργανώσεις που ίδρυσαν την ΠΟΣ διέθεταν 8.000 εγγεγραμμένα μέλη, από τα οποία τα 6.025 ήταν ενεργά. Α. Αιακός, Εργασία και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1993. σελ. 146.

18.. Όπως σημειώνει ο Π. Νούτσος, μέχρι την ίδρυση της ΓΣΕΕ, οι εργατικές ενώσεις θα μπορούσαν να διαιρεθούν σε τέσσερις κατηγορίες: α) όσες αναπτύσσονται σε συσχετισμό με τις υπάρχουσες πολιτικές κινήσεις και καθοδηγούνται απ' αυτές, όπως το συνδικάτο «Άμυνα» που συνδέεται με το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών, β) αυτές που δεν περιορίζονται στην οικονομική οργάνωση της εργατικής τάξης, αλλά παρουσιάζονται ταυτόχρονα σαν πολιτικές κινήσεις, όπως η Federation της θεσσαλονίκης, γ) όσες κινούνται στη σκιά της κρατικής προστασίας, όπως το ΕΚΑ, και δ) εκείνες που υποστηρίζουν την αυτόνομη συνδικαλιστική δράση, δηλ. το δόγμα «μακράν της πολιτικής». Π. Νούτσος (επιμ.). Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, τ. Β' (1907-1925). μέρος α', Γνώση, Αθήνα 1991, σελ. 115.

19.. Με το άρθρο 10 του Καταστατικού της. η ΠΟΣ αφήνει ανοικτή τη σχέση της με τη ΓΣΕΕ, αφού την προσχώρηση της σ' αυτήν θα την αποφάσιζε το Γενικό της Συμβούλιο και θα την ενέκρινε το επόμενο Συνέδριό της. Το Καταστατικό της ΠΟΣ συνετάχθη τον Αύγουστο 1920. Βλ. εφ. Σιδηροδρομική, αρ. 159, της 24/2/1924.

20.. Ολόκληρο το Πρόγραμμα της ΠΟΣ στο, Δ. Στρατής 40 χρόνων αγώνες..., ό.π., σελ. 65-66.

21.. Σχετικά με το Β Συνέδριο της ΠΟΣ, στο ίδιο, σελ. 106108.

22.. Στο ίδιο, σελ. 138.

23.. Η Διεθνής Συνδικαλιστική Ομοσπονδία του Amsterdam ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1919 και ήταν σοσιαλδημοκρατική; έμπνευσης. Πρόεδρος της ήταν ο βρετανός εργατικός Kouchner και α' αντιπρόεδρος της ο γάλλος Leon Zouhaux. Ήταν η μεγαλύτερη οργάνωση στον κόσμο, αφού είχε περισσότερα από 23 εκατ. μέλη σε 22 χώρες. Μετά το 1923 θα αναλάβει κοινές πρωτοβουλίες με την Σοσιαλιστική Εργατική Διεθνή σε αρκετά ζητήματα, ιδίως στον αγώνα κατά του φασισμού. Υποστήριζε τη διεθνιστική αλληλεγγύη, την αντικατάσταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από το συνεταιριστικό οικονομικό σύστημα και την καθιέρωση της 40ωρης απασχόλησης σαν τρόπο αντιμετώπισης της ανεργίας.

24.. Διαφωνώντας με την πρακτική αποκλεισμού των κομμουνιστών οι Γ. Παπανικολάου και Β. Μιχαηλίδης θα παραιτηθούν από την ηγεσία της ΓΣΕΕ. Δ. Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (192327), Κομμούνα, Αθήνα 1985, σελ. 169.

25.. Σαν άμεσα αιτήματα της εργατικής τάξης ο Δ. Στρατής ιεραρχεί την αύξηση των εργατικών ημερομισθίων, την αντιμετώπιση της ανεργίας, την καθιέρωση της οκτάωρης απασχόλησης καθώς και τη βελτίωση του συστήματος των κοινωνικών ασφαλίσεων. Βλ. τη συνέντευξη του στην εφ. Δημοκρατία, αριθμ. 757, της 20/10/1926.

26.. Κατά τον Δ. Στρατή, η βιομηχανική ανάπτυξη θα οδηγούσε στην αύξηση των βιομηχανικών εργατών, κάτι που θα Επιτάχυνε τον αγώνα για επικράτηση της εργατικής τάξης.

27.. Η εφημ. «Λαϊκή Φωνή» θα επανακυκλοφορήσει για σύντομο χρονικό διάστημα τον Φεβρουάριο 1929.

28.. Η Ενωτική ΓΣΕ εκπροσωπούσε 150 περίπου συνδικαλιστικές οργανώσεις, θα διαλυθεί το Δεκέμβριο 1929 με δικαστική απόφαση που υποκίνησε η ίδια η κυβέρνηση Βενιζέλου σε εφαρμογή του «Ιδιωνύμου». Αυτή όμως θα αναβιώσει ένα χρόνο αργότερα ημιπαράνομα αρχικά, ημινόμιμα στη συνέχεια.

29.. Διαρροές από την ΠΟΣ παρατηρούνται αυτήν την περίοδο και από τα δεξιά, με την ίδρυση νέων συντηρητικών αποχρώσεων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η αποδιάρθρωση της ΠΟΣ θα τερματισθεί στο Ε' Συνέδριό της, το οποίο έγινε στον Πειραιά τον Μάιο του 1931. Εκεί καταργήθηκαν οι τροποποιήσεις που είχαν γίνει στα καταστατικά των πρωτοβάθμιων οργανώσεων και επανήλθε σε ισχύ το προηγούμενο καταστατικό της ΠΟΣ. Μετά το Συνέδριο, διαπραγματεύσεις που έγιναν ανάμεσα στην ηγεσία της και τα συνδικάτα που είχαν αποχωρήσει από τη δύναμη της, κατέληξαν στην επαναπροσχώρησή τους σ' αυτήν. Δ. Στρατής, 40 χρόνων αγώνες..., ό.π., σελ. 142-144 και 146-149.

30.. Στην πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή της ΓΣΕΕ εξελέγησαν οι Δ. Στρατής, Ι. Καλομοίρης, Δ. Παπανικολάου, Αρ. Δημητράτος και Εμ. Κουλιτάκης.

31.. Εφ. Ελεύθερο Βήμα, της 13/9/1928. Επίσης, Δ. Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα, (1927-31), Κομμούνα, Αθήνα, 1987, σελ. 84-85.

32.. Όπως σημειώνει ο Ν. Γιαννιός, «δυστυχώς οι έλληνες εργατικοί ηγέτες, χωρίς να ζητήσουν την άδεια από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα στο οποίο ανήκαν, έσπευσαν να αυτοχειροτονηθούν γερουσιαστές και να πέσουν τρεχάλα στην παγίδα που ο αστικός κόσμος έστηνε στην εργατική τάξη. Αργότερα ο καθείς από τους κορυφαίους ηγέτες της ΓΣΕΕ ζητούσε να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερες από τις τέσσερις γερουσιαστικές θέσεις για τους φίλους του. Έτσι ξέσπασε ένας ταπεινός καυγάς μεταξύ των εκτελεστικών επιτρόπων της Συνομοσπονδίας (Καλομοίρη - Στρατή)

που ο καθείς, για την επικράτηση του σ' αυτή κατέφευγε σ' όλα τα μέσα, ακόμη και στα οργανικώς αθέμιτα...». Ν. Γιαννιός, «Η ιστορία του συνδικαλισμού της Ελλάδας», π. Συνεργατική Εγκυκλοπαίδεια, αρ. 12, Σεπτ. 1952, σελ. 23. Επίσης, Ν. Γιαννιός, «Η ιστορία του συνδικαλισμού στην Ελλάδα», π. Σοσιαλιστική, αρ. 30, Απρ. 1931, σελ. 273-274.

33.. Σχετικά με το Ε' Συνέδριο της ΓΣΕΕ, βλ. Δ. Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες... (192731). ό.π. σελ. 158-162.

34.. Αυτό δεν αποτέλεσε βέβαια αιτία να μην αναγνωρισθεί η νέα ΕΕ της ΓΣΕΕ από την ΔΣΟ. Κατά τη διάρκεια ολόκληρης αυτής της περιόδου, η ΔΣΟ αναγνωρίζει την ηγεσία της ΓΣΕΕ άσχετα από τις διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό της, ενώ θα καταβάλει έντονες προσπάθειες να πείσει τον Δ. Στρατή να λάβει μέρος στο ΣΤ' Συνέδριο της ΓΣΕΕ και να επιστρέψει στη δύναμη της. Εκπροσωπώντας την ΔΣΟ, ο Leon Jouhaux θα παρευρεθεί στο Συνέδριο αυτό, όπου θα ταχθεί κατά της απόπειρας ίδρυσης από τον Στρατή μιας νέας συνομοσπονδίας και θα εκφράσει ανοικτά την υποστήριξη του προς την παράταξη Καλομοίρη.

35.. Σ. Σωμερίτης, Η μεγάλη καμπή. Μαρτυρίες - Αναμνήσεις, 1924-1974, Ολκός, Αθήνα, 1975, σελ. 89.

36.. Εφ. Σοσιαλιστής, αρ. 14, της 15/6/1930.

37.. Όπως προκύπτει και από την προσφώνηση του Τ. Ζαχαρακόπουλου κατά την άφιξη του γραμματέα της ΔΣΟ J. Sassenach στην Ελλάδα, τους Σοσιαλιστικούς Ομίλους υποστηρίζουν η ΠΟΣ. η Ομοσπονδία Εργατών Βιομηχανίας Καπνού, η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων, η Ναυτική Ομοσπονδία καθώς και η Ομοσπονδία Ηλεκτροφωτισμού Εργατών Δραπετσώνας. Εφ. Σοσιαλιστής., αριθμ. 8, της 16/3/1930.

38.. Το ΕΣΔΚ θεωρείται συνέχεια του Εργατικού Κόμματος Πειραιώς, το οποίο είχε ιδρυθεί κατά τα μέσα της δεκαετίας του '20 από τον Ι. Καλομοίρη και είχε προσχωρήσει στο ΣΕΚΕ το 1928. θα συσταθεί μετά την αποχώρηση της παράταξης του από το ΣΕΚΕ το 1929, με αφορμή το ζήτημα της Γερουσίας. Οι στόχοι του και ο πολιτικός του λόγος που είναι επιθετικός απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο, δεν διαφέρουν απ' αυτούς των υπολοίπων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της εποχής. Την κοινωνική του βάση όμως αποτελούν εργάτες μαρξιστικών, βενιζελικών αλλά και μοναρχικών πεποιθήσεων. Το ΕΣΔΚ συνάντησε την αντίδραση αρκετών σοσιαλιστών του ΣΚΕ. Αυτή είναι ίσως η αιτία της μη συγχώνευσης του με το ΣΚΕ κατά τις διεργασίες της σοσιαλιστικής ενοποίησης το 1931.

39.. Σ. Σωμερίτης, Η μεγάλη καμπή..., ό.π., σελ. 93.

40.. Ήδη κατά τη διάρκεια του 1932 οι Χρ. Χωμενίδης και Ν. Γιαννιός θα αποχωρήσουν αρχικά από την ηγεσία του ΣΚΕ και στη συνέχεια θα αποσυρθούν από όλες τις κομματικές δραστηριότητες. Σχετικά με την εξέλιξη του ΣΚΕ, βλ. Κ. Maveras, Les socialistes..., ό.π., σελ. 418 κ.επ.

41.. Π. Σοσιαλιστικές Πληροφορίες, αρ. 1, Απρ. 1932, σελ. 1. Επίσης, π. Σοσιαλιστική Ζωή, αρ. 42, Απρ. 1932, σελ. 437-439.

42.. Το Εκλογικό Πρόγραμμα του ΣΚΕ, Π. Σουιαλίστικές Πληροφορίες, αρ. 45 Ιούλ. Αύγ. 1932, σελ. 50-55.

43.. Είναι αλήθεια ότι στις αρχές της δεκαετίας του '30 η ΔΣΟ θα επιχειρήσει να παρέμβει προκειμένου να επιτευχθεί η ενοποίηση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, ιδίως δε αυτή μεταξύ των ΑΕΣ και της ΓΣΕΕ. Αυτό θα γίνει δύο τουλάχιστον φορές, το 1931 και το 1933. Φαίνεται όμως ότι εγκατέλειψε σύντομα αυτήν την προσπάθεια μετά τη διαπίστωση ότι δεν υπήρχε πραγματική βούληση ενοποίησης στους έλληνες εργατικούς ηγέτες. Η ενοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος δεν θα επιτευχθεί ακόμη και όταν την άνοιξη του 1933 η Ενωτική ΓΣΕ, - αλλάζοντας την μέχρι τότε επιθετική στάση της απέναντι στους «σοσιαλρεφορμιστές» -, θα προτείνει στη ΓΣΕΕ, τα ΑΕΣ και την Κεντρική Πανϋπαλληλική Επιτροπή τη δημιουργία ενός Ενιαίου Συνδικαλιστικού Μετώπου. Βλ. Σ. Σωμερίτης, Η μεγάλη καμπή..., ό.π., σελ. 155156. Επίσης π. Σοσιαλιστική Επιθεώρηση, αρ. 2, 15/2/1933, σελ. 63 και αρ. 4. 15/4/1933, σελ. 116-120.

44.. Σ. Σωμερίτης, Η μεγάλη καμπή..., ό.π., σελ. 265.

45.. Π. Σοσιαλιστική Επιθεώρηση, αρ. 4, Απρ. 1934, σελ. 126.

46.. Ο διάλογος ΣΚΕ και ΕΣΔΚ θα καταλήξει στη συγχώνευση των δύο κομμάτων η οποία πραγματοποιείται με την υπογραφή Πρακτικού στις 16 Δεκεμβρίου 1934. Επίσης τον Φεβρουάριο 1935 το ΣΚΕ και η ΓΣΕΕ αποφασίζουν να ενώσουν τον αγώνα τους για κατοχύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών των εργαζομένων και να αντιταχθούν από κοινού στην απειλή ενός νέου πολέμου συγκροτώντας μεικτή επιτροπή που θα συντόνιζε την κοινή τους δράση. Π. Σοσιαλιστική Επιθεώρηση, αρ. 12, Δεκεμ. 1934, σελ. 396. Επίσης π. Σοσιαλιστική Επιθεώρηση, αρ. 25, Φεβρ. Μάιος 1935, σελ. 72-73.

47.. Βλ. D. Geary, European Labour Protest. 18481939, Methnen, Λονδίνο 1984, σελ. 4647.

48.. Σ. Σωμερίτης, «Η Σοσιαλιστική Ενότητα και το κίνημα των εργαζομένων», Π. Σοσιαλιστική Ζωή, αρ. 32, Ιούν. 1931, σελ. 308.

49.. Σ. Σωμερίτης, Η μεγάλη καμπή..., ό.π., σελ. 150151.

50.. Η συνολική τους δύναμη υπολογίζεται σε 84 πρωτοβάθμιες οργανώσεις με 17.500 μέλη. Βλ. BIT. L'annee sociale 1932, Γενεύη 1933, σελ. 415, στο Α. Λιάκος, Εργασία και Πολιτική..., ό.π., σελ. 151.

51.. Αναλυτικά για την εργατική νομοθεσία της περιόδου, βλ. A. Andreades. La legislation ouvriere en Grece. Imprimerie commerciale de la societe anonyme du «Salut Public» (Cyon), Γενεύη 1922.

52.. A. Αιακός, «Ο Ελ. Βενιζέλος και το Διεθνές Γραφείο Εργασίας», π. Σύγχρονα θέματα. β', αρ. 31, Οκτ. 1987, σελ. 44. Επίσης του ίδιου, «Από Κράτος Φύλαξ εις Κράτος Πρόνοια», Π. Ο Πολίτης, αρ. 78 (6), Απρ. 1987, σελ. 35.

53.. Για ένα σύντομο προσδιορισμό του κορπορατιστικού φαινομένου, βλ. M. Carnoy, Κράτος και πολιτική θεωρία, Οδυσσέας, Αθήνα 1990, σελ. 5862. Ο Philip Schmitter εισήγαγε επίσης τη διάκριση «κοινωνικού»/«κρατικού» και «καθαρού»/«υποταγμένου» κορπορατισμού. Βλ. Ph. Schmitter, «Still the Century of Corporatism?», στο Ph. Schmitter, G. Lehmbruch, Trends Toward Corporatist Intermediation, Sage, Beverly Hills 1981, σελ. 748.

54.. Σχετικά με την εφαρμογή κορπορατιστικών προτύπων στην Ελλάδα, βλ. Γ. Κραβαρίτου, «Εργατικό δίκαιο και κορπορατισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», π. Ο Πολίτης, τ. 84 (12), Οκτ. 1987, σελ. 42-48.

55.. Στ. Αλεξανδρόπουλος, «Τάσεις κορπορατιστικής αντιπροσώπευσης και ελληνική πραγματικότητα», π. Κοινοβουλευτική Επιθεώρηση, αρ. 4, Φεβρ, Μαρτ. Απρ. 1990, σελ. 6768.

56.. Βλ. Α. Αιακός Εργασία και Πολιτική... ό.π., σελ. 354-355.

57.. Κατά τον θ. Σακελλαρόπουλο, μέσα σε μία εικοσαετία τα συνδικάτα τετραπλασίασαν τη δύναμη τους, ενώ ο αριθμός των συμμετεχόντων εργατών τριπλασιάστηκε. Το 1919 διαπιστώνεται η ύπαρξη 389 συνδικάτων με 86.298 συνδικαλισμένους εργάτες, ενώ το 1939 υπάρχουν 1.119 συνδικάτα με 269.000 συνδικαλισμένους εργάτες. Βλ. θ. Σακελλαρόπουλος, Οικονομία, Κοινωνία, Κράτος στην Ελλάδα τον Μεσοπολέμου. Πληροφόρηση, Αθήνα 1991, σελ. 75.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Η σοσιαλδημοκρατία αντιμέτωπη με τον φασισμό. Η εμπειρία του Μεσοπολέμου


του Γιώργου Αλεξάτου   
16.06.12
www.ektosgrammis.gr
1701Είναι πολύ σύνηθες, κάθε που γίνεται αναφορά στα ζητήματα που έθεσε μπροστά στο εργατικό κίνημα η εμφάνιση του φασιστικού φαινομένου και η άνοδος στην εξουσία των φασιστών σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, η συζήτηση να περιορίζεται ή έστω να επικεντρώνεται στην πολιτική που ακολούθησε η Κομμουνιστική Διεθνής (Κ.Δ.) και τα κομμουνιστικά κόμματα. Τόσο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι κομμουνιστές αποτελούσαν την κύρια δύναμη στο εργατικό κίνημα της εποχής, ότι η δική τους πολιτική καθόριζε την επιτυχή ή μη αντιμετώπιση της φασιστικής απειλής.
Βεβαίως, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Στην περίοδο του Μεσοπολέμου κανένα ευρωπαϊκό Κ.Κ., πέραν κάποιων βαλκανικών, δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο, ώστε να ξεπεράσει σε μαζικότητα και επιρροή το σοσιαλιστικό κόμμα της χώρας του.
Η σοσιαλδημοκρατία παρέμενε, κατά συνέπεια, η κύρια δύναμη του εργατικού κινήματος, κάτι που διαπιστώθηκε αμέσως μετά την υποχώρηση του επαναστατικού κύματος του 1917-21. Η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε, άλλωστε, τη βάση για την επεξεργασία και προώθηση της πολιτικής συμμαχιών του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου από την Κ.Δ.
Τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, τα περισσότερα Κ.Κ. δεν ήταν παρά μικρές και σε κάποιες περιπτώσεις περιθωριακές δυνάμεις στ’ αριστερά μαζικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Ακόμα και το ισχυρότερο Κ.Κ. της εποχής, το γερμανικό, ουδέποτε κατόρθωσε να αναδειχθεί σε κύρια δύναμη της Αριστεράς.
Παρόλο που σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές η πολιτική των κομμουνιστών αποκτούσε μια βαρύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη από την οργανωτική τους δύναμη και την επιρροή που ασκούσαν στην εργατική τάξη, ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας ουδέποτε έπαψε να είναι καθοριστικός ή έστω εξαιρετικά σημαντικός. Συνολικότερα, αλλά και συγκεκριμένα στο ζήτημα της αντιμετώπισης του φασισμού.
Αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη σημασία η αναφορά στην πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον φασισμό. Πρόκειται για την ανάγκη διερεύνησης των όρων αντιμετώπισης του φασιστικού κινδύνου στο πλαίσιο μιας γενικότερης ρεφορμιστικής πολιτικής, των ενδεχομένων δυνατοτήτων της, των αντιφάσεών της και των ορίων της.

Η προσήλωση στην αστική δημοκρατία
Μιλώντας για τη σοσιαλδημοκρατία του Μεσοπολέμου, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αναφερόμαστε σε έναν ιδεολογικο-πολιτικό χώρο που -παρά την αποχώρηση της επαναστατικής πτέρυγας που συγκρότησε το κομμουνιστικό κίνημα- εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει στις γραμμές του μεγάλη ποικιλία τάσεων. Από τους παραδοσιακούς ρεφορμιστές που αρνούνται κάθε αναφορά στον μαρξισμό και κυριαρχούν στο βρετανικό Εργατικό Κόμμα, και τους ρεβιζιονιστές οπαδούς του Μπερνστάιν, η επιρροή των οποίων είναι ισχυρή τόσο στη δεξιά πτέρυγα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας όσο και στα σκανδιναβικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, μέχρι τους «ορθόδοξους μαρξιστές» της επιρροής του Κάουτσκι, τους αριστερούς αυστρομαρξιστές κ.ά.
Εντούτοις, παρά τις επιμέρους διαφορές τους που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να υποτιμώνται, οι σοσιαλδημοκράτες, συσπειρωμένοι στη Σοσιαλιστική και Εργατική Διεθνή που ιδρύθηκε το 1923 ως ανασύσταση της Β΄ Διεθνούς, και έχοντας υπό τον έλεγχό τους την ισχυρή Συνδικαλιστική Διεθνή του Άμστερνταμ, ενοποιούνται ιδεολογικο-πολιτικά γύρω από μια κοινή σε όλους ρεφορμιστική αντίληψη. Είτε πιστεύουν ότι μια μακροχρόνια διαδικασία μεταρρυθμιστικών αλλαγών θα εξαλείψει τις μεγάλες αντιθέσεις του καπιταλισμού είτε ελπίζουν σε έναν σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, αυτό που σίγουρα απορρίπτουν είναι η επαναστατική ανατροπή, η ρήξη.
Για το σύνολο των σοσιαλδημοκρατών, ο όποιος κοινωνικός μετασχηματισμός δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα προέκυπταν ως αναγκαία εξέλιξη της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ακόμα και οι τάσεις που αυτοπροσδιορίζονται μαρξιστικές κυριαρχούνται από τον κλασικό οικονομισμό του μαρξισμού της Β΄ Διεθνούς, οδηγώντας τον στις ακραίες του συνέπειες: η εμπιστοσύνη στο μέλλον του καπιταλισμού οδηγεί στην πίστη για το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού.
Βασισμένο σ’ αυτή τη συλλογιστική, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να βιάζει τους ρυθμούς της αντικειμενικής κίνησης της ιστορίας προς τα εμπρός. Αυτό που έχει να κάνει, είναι να προωθεί εκείνες τις αλλαγές που είναι κάθε φορά ώριμες για υλοποίηση. Η εκτίμηση της ωριμότητάς τους έγκειται στον βαθμό που η πραγμάτωσή τους δεν προκαλεί αντιπαραθέσεις τέτοιες που να θέτουν σε κίνδυνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο καθίσταται δυνατή η προώθησή τους. Και το πλαίσιο αυτό δεν είναι άλλο από την κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Σε αντίθεση με τους κομμουνιστές, οι σοσιαλδημοκράτες θεωρούν ότι η δημοκρατία δεν έχει ταξικό πρόσημο. Ως κατάκτηση των αγώνων τόσο της αστικής όσο και της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, προσφέρει τη δυνατότητα ειρηνικών πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων, από τις οποίες τελικός κερδισμένος θα είναι η εργατική τάξη. Η σταθερή μαζικοποίησή της σε βάρος των ανώτερων τάξεων αποτελεί εγγύηση για το μέλλον.
Ο Μπερνστάιν (πάντα αυτός!) θα το πει με σαφήνεια: «Η δημοκρατία είναι κατ’ αρχήν η υπέρβαση της ταξικής διακυβέρνησης, αν και δεν είναι ακόμα η υπέρβαση των τάξεων». Υπομονή!...

Ο σοσιαλδημοκρατικός αντιφασισμός
Καθώς η δημοκρατία αποτελεί το πλαίσιο για την προώθηση των πολιτικών της επιδιώξεων, η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι αντιφασιστική. Αν, κατά τους σοσιαλδημοκράτες, ο μπολσεβικισμός αποτέλεσε μια μορφή βίαιης απόπειρας για την κίνηση της ιστορίας προς τα εμπρός (και ως τέτοια παρήγαγε το τέρας του κομματικού και κρατικού αυταρχισμού), η επικράτηση του φασισμού αποτελεί μια μορφή βίαιης οπισθοδρόμησης. Είναι σαφής η διαπίστωση του Ότο Μπάουερ, ενός εκ των κορυφαίων ηγετών των Αυστριακών σοσιαλιστών: η μαζικοποίηση των φασιστικών κινημάτων από τη μικροαστική τάξη φανερώνει και τον χαρακτήρα του φασισμού ως κινήματος που αποπειράται το πισωγύρισμα σε μορφές πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης που μπλοκάρουν τις διαδικασίες καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι οποίες δημιουργούν τη βάση για το πέρασμα στον σοσιαλισμό.
Οι κομμουνιστές ερμηνεύουν τη φασιστική πλημμυρίδα σαν ένδειξη όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων, άρα σαν απόδειξη ότι η περίοδος είναι επαναστατική. Προετοιμάζονται αναλόγως, ρίχνουν το σύνθημα «τάξη εναντίον τάξης», παραβλέπουν την ταξική σύνθεση της βάσης του φασισμού, εκφράζουν την αδιαφορία τους για την αστική δημοκρατία που καταρρέει (αφού είναι η προλεταριακή εξουσία που θα τη διαδεχτεί) και φυσικά καταγγέλλουν το σύνολο των άλλων πολιτικών δυνάμεων σαν φασιστικές. Αν η επανάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη, αν ο φασισμός αποτελεί την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης, όποιοι δεν είναι μαζί μας είναι με τον φασισμό. Πρώτοι απ’ όλους οι «σοσιαλφασίστες», τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και συνδικάτα, που αποπροσανατολίζουν την εργατική τάξη καλλιεργώντας ρεφορμιστικές αυταπάτες.
Οι σοσιαλδημοκράτες, από την πλευρά τους, διαπιστώνουν έναν διπλό κίνδυνο για την ομαλότητα και τη δημοκρατία, που όπως είδαμε αποτελούν, κατά την άποψή τους, προϋπόθεση για την προώθηση των στόχων του εργατικού κινήματος. Στον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ήδη από το 1917 ο μπολσεβικισμός, έχει προστεθεί και η απειλή του φασισμού. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας αποτελεί το κύριο καθήκον του εργατικού κινήματος, φυσικός σύμμαχος του οποίου είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτάσσονται τόσο στους κομμουνιστές όσο και στους φασίστες.
Όταν το 1930-33 το ναζιστικό κόμμα αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και βαδίζει ακάθεκτο προς την εξουσία, δεν είναι μόνο οι κομμουνιστές που αρνούνται κάθε συνεργασία με τους «σοσιαλφασίστες», Είναι και οι σοσιαλδημοκράτες που αποδοκιμάζουν μετά βδελυγμίας κάθε σχέση με τον «κομμουνιστικό όχλο».
Οι Γερμανοί κομμουνιστές θυμούνται την καταστολή της εξέγερσης των Σπαρτακιστών το 1919 και τη δολοφονία της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση των Έμπερτ-Νόσκε, με τη συγκρότηση των Freikorps, που αποτέλεσαν τον πρόδρομο των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου. Την κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Χέρμαν Μίλερ έχουν να αντιμετωπίσουν στα 1928-30, όταν μειώνονται οι μισθοί, περιορίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, ενώ η αστυνομία της επίσης σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης της Πρωσίας δεν διστάζει να προσφεύγει στη χρήση όπλων για την αντιμετώπιση των κομμουνιστικών κινητοποιήσεων. Οι οποίες βάλλονται και από τα ναζιστικά Τάγματα Εφόδου, που δεν διστάζουν να επιτεθούν και κατά των σοσιαλδημοκρατών. Προς επιβεβαίωση της εκτίμησης των τελευταίων ότι η δημοκρατία κινδυνεύει από κομμουνιστές και ναζιστές, και καθώς η υπεράσπισή της αποτελεί βασική προτεραιότητα, η συνεργασία με τις αστικές δημοκρατικές δυνάμεις προβάλλει σαν μονόδρομος.
Μόνο που η κατεύθυνση αυτή υποχρεώνει σε στήριξη κυβερνήσεων που ασκούν ακραία αντιλαϊκή πολιτική. Στα μάτια ευρύτατων λαϊκών μαζών η σοσιαλδημοκρατία ταυτίζεται με το καθεστώς που τις οδηγεί στην εξαθλίωση. Και καθώς ο κομμουνιστής Τέλμαν ανεμίζει τη σημαία της σοβιετικής προοπτικής, που τρομάζει τις μάζες των κατεστραμμένων μικροαστών, ο Χίτλερ είναι μια λύση. Η μοναδική λύση…
Οι αστικοδημοκρατικές αυταπάτες κυριαρχούν και στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Αυστρίας, το πιο αριστερό κόμμα της μεσοπολεμικής Σοσιαλιστικής Διεθνούς, με τα εκλογικά του ποσοστά να κυμαίνονται μεταξύ 40 και 45%, προερχόμενα κατά κύριο λόγο από την εργατική τάξη.
Μαχητικοί και τολμηροί, οι Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες θα οικοδομήσουν ένα ισχυρό δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών, παράλληλο με το κρατικό, ενώ ήδη από το 1923 έχουν συγκροτήσει τον Ρεπουμπλικανικό Σύνδεσμο Άμυνας για την αντιμετώπιση της φασιστικής απειλής. Ο Σύνδεσμος έφτασε να έχει 100.000 μέλη, εκ των οποίων 17.000 δρούσαν στη Βιέννη, που έδινε τα δυο τρίτα των ψήφων της στη σοσιαλδημοκρατία.
Μολονότι η συγκρότηση του Συνδέσμου έδειχνε ότι οι Αυστριακοί σοσιαλιστές είχαν συνείδηση του κινδύνου που αντιπροσώπευε ο φασισμός, η βαθιά λεγκαλιστική αντίληψη που διαπερνούσε το σύνολο της πολιτικής τους πρακτικής δεν επέτρεψε την αξιοποίηση αυτής της δύναμης που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Το 1927, όταν η αστυνομία χτύπησε τη μεγάλη εργατική απεργία δολοφονώντας 90 εργάτες και τραυματίζοντας 1.100, το κόμμα δεν επέτρεψε την ένοπλη αντιπαράθεση. Τρία χρόνια αργότερα, ο Σύνδεσμος θα αποσυρθεί από τους δρόμους των αυστριακών πόλεων, για την αποφυγή επεισοδίων που θα μπορούσαν ν προκληθούν εξαιτίας συγκρούσεων με την ακροδεξιά Πατριωτική Άμυνα, που λειτουργούσε στα πρότυπα των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου.
Ο Σύνδεσμος αδράνησε ακόμα και όταν, το 1933, ο καγκελάριος Ντόλφους διέλυσε τη Βουλή, για να περάσει στην ένοπλη αντίσταση τον Φεβρουάριο του 1934, όταν πια ήταν πολύ αργά. Η θυσία εκατοντάδων εργατών, που έπεσαν στη Βιέννη και τη Λιντς, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την επιβολή καθεστώτος φασιστικού προσανατολισμού.

Αντιφασιστική συνεργασία και Λαϊκά Μέτωπα
Στις 12 Φεβρουαρίου 1934, τη μέρα που το αυστριακό προλεταριάτο ηττάται και η πρωτοπορία του σφαγιάζεται, οι εργάτες του Παρισιού επιβάλλουν στα κόμματα της Αριστεράς το ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. Οι δυο απεργιακές συγκεντρώσεις και πορείες που οργανώνουν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές συγκλίνουν ξαφνικά, με αυθόρμητη πρωτοβουλία των διαδηλωτών, στην Place de la Nation. Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο, το Κ.Κ. Γαλλίας θα υπογράψει Σύμφωνο Αντιφασιστικής Δράσης με τους μέχρι τότε… «σοσιαλφασίστες», που ανακαλύπτουν κι αυτοί την ανάγκη ενότητας με εκείνους, με τους οποίους οι μέχρι τότε σχέσεις καθορίζονταν από τη χαρακτηριστική τοποθέτηση της σοσιαλιστικής «La Populaire»: «Από τους μπολσεβίκους δεν ζητάμε τίποτε. Απλώς, θα τους σπάσουμε τα δόντια».
Ενώ οι απανωτές ήττες στη Γερμανία και την Αυστρία υποχρεώνουν την Κ.Δ. να εγκαταλείψει την πολιτική «τάξη εναντίον τάξης» και να προσανατολιστεί στην ανάγκη συγκρότησης αντιφασιστικών μετώπων, η Σοσιαλιστική Διεθνής απορρίπτει πρόταση αντιφασιστικής συνεργασίας, ακόμα και το φθινόπωρο του 1934. Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Οι σοσιαλιστές απέρριπταν και στα 1922-28 τις προτάσεις των κομμουνιστών για συνεργασία, στο πλαίσιο Ενιαίου Εργατικού Μετώπου.
Η στάση αυτή έπαιξε κάποιο ρόλο στον αναπροσανατολισμό της Κ.Δ., η οποία τον Ιούλιο 1935, στο 7ο Συνέδριό της, απευθύνει κάλεσμα για συγκρότηση Λαϊκών Μετώπων. Δεν πρόκειται πια για επιδίωξη αντιφασιστικής συνεργασίας των δυνάμεων του εργατικού κινήματος, αλλά όλων εκείνων που αντιτάσσονται στον φασισμό, μαζί και των αστικοδημοκρατικών. Μολονότι οι κομμουνιστές δεν θα μπορούσαν να επικριθούν πλέον σαν υπονομευτές της ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων, μόνο οι σοσιαλιστές της Γαλλίας και της Ισπανίας θα ανταποκριθούν στο κάλεσμα.
Ανεξάρτητα από τις προθέσεις των κομμουνιστών, τα Λαϊκά Μέτωπα θα συγκροτηθούν ως συμμαχίες των δυνάμεων της ευρύτερης Αριστεράς. Η συμμαχία κομμουνιστών, σοσιαλιστών και αριστερών δημοκρατών (ριζοσπαστών και ρεπουμπλικανών) θα κερδίσει τις εκλογές στις αρχές του 1936 στην Ισπανία και τη Γαλλία (αλλά και στη μακρινή Χιλή, το 1938), με κύριο στόχο τη θωράκιση της δημοκρατίας, την απόκρουση της φασιστικής απειλής και τη λήψη κάποιων μέτρων κοινωνικής πολιτικής προς όφελος των εργαζομένων. Μόνο που η εκλογική επιτυχία θα ανοίξει μια δυναμική απρόβλεπτη από τα κόμματα του Μετώπου.
Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά. Η έκρηξη ενός τεράστιου, πρωτοφανούς στις διαστάσεις του, διεκδικητικού κινήματος της γαλλικής εργατικής τάξης, πριν ακόμα προλάβει να σχηματιστεί η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου από τον σοσιαλιστή Λεόν Μπλουμ, θα υποχρεώσει στην αποδοχή των αιτημάτων του. Οι Γάλλοι εργαζόμενοι επιβάλλουν μέσα σε ένα καλοκαίρι αιτήματα που διεκδικούσαν επί δεκαετίες. Οι μεταρρυθμίσεις θα ανακοπούν λίγους μήνες αργότερα, προκαλώντας την πρώτη νέα κρίση στις σχέσεις μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών.
Στην Ισπανία, η δυναμική την οποία απελευθέρωσε η εκλογική νίκη επιχειρήθηκε να ανατραπεί με το στρατιωτικό πραξικόπημα που οδήγησε στον τρίχρονο εμφύλιο πόλεμο. Πολλά έχουν γραφτεί για τη μεγάλη περιπέτεια που έζησε εκείνα τα χρόνια ο ισπανικός λαός. Αυτό που συνήθως δεν αναφέρεται ή που περνάει στα ψιλά και δεν σχολιάζεται, είναι το γεγονός ότι το μικρό Κ.Κ. Ισπανίας, στριμωγμένο μέχρι τότε ανάμεσα στο πανίσχυρο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στο επίσης ρωμαλέο αναρχικό κίνημα, αναδείχτηκε μέσα από την ένοπλη αντιπαράθεση με τους φασίστες σε κύρια δύναμη του ισπανικού εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Καθώς ηρωισμό και αυταπάρνηση δεν έδειχναν μόνο οι κομμουνιστές, τι ήταν αυτό που οδήγησε στην υποχώρηση των δυο άλλων ρευμάτων; Στην προκειμένη περίπτωση του σοσιαλιστικού;
Η στήριξη της δημοκρατικής Ισπανίας από την ΕΣΣΔ είναι ένας σοβαρός λόγος. Η απομόνωσή της από τη γειτονική Γαλλία, στη βάση της αγγλο-γαλλικής πολιτικής της «Μη Επέμβασης» που υιοθέτησε η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Μπλουμ (στην οποία οι κομμουνιστές δεν συμμετείχαν), ήταν ο άλλος λόγος. Δεν ήταν οι μόνες αιτίες, αλλά σίγουρα υπήρξαν εξαιρετικά σημαντικές, για ένα λαό που έδινε αγώνα ζωής και θανάτου.
Ενώ ολόκληρη σχεδόν η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φασιστική λαίλαπα, μένει απέξω ένα τμήμα της στο οποίο μάλιστα είναι η σοσιαλδημοκρατία που αναλαμβάνει κυβερνητικές ευθύνες. Πρόκειται για τις σκανδιναβικές χώρες, τη Δανία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία, όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναδείχτηκαν σε κυβερνητικές δυνάμεις κατά τη δεκαετία του 1930. Αυτές οι περιπτώσεις χρήζουν ιδιαίτερης μελέτης, καθώς εκεί το εργατικό κίνημα δεν βρέθηκε αντιμέτωπο με τον φασιστικό κίνδυνο, με εξαίρεση ίσως τη Νορβηγία και το κόμμα του Κουίσλινγκ, που κι αυτό όμως δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο ώστε να αποτελέσει πραγματικό κίνδυνο.
Ας κλείσουμε με μια τιμητική αναφορά στους Ιταλούς σοσιαλιστές. Έχοντας πλήρη την ευθύνη για την αδυναμία αντιμετώπισης του φασισμού όταν πρωτοεμφανίστηκε, στα χρόνια της έκρηξης του κινήματος κατά την «κόκκινη διετία» 1919-21, δεν μπορούν και τόσο εύκολα να εξακολουθούν πια να συντηρούν αυταπάτες. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της επικράτησης του φασισμού βρίσκονται σε στενή συνεργασία με το Κ.Κ. Ιταλίας, που κι αυτό με τη σειρά του ξεπερνάει τους αριστερισμούς των πρώτων χρόνων από την ίδρυσή του.
Οι Ιταλοί σοσιαλιστές ουδέποτε αντιμετώπισαν ως εχθρό τους το Κ.Κ. Αντιστοίχως, οι Ιταλοί κομμουνιστές, ακόμα και στην περίοδο της «σοσιαλφασιστικής» ρητορείας της Κ.Δ., διατήρησαν σχέσεις με τους σοσιαλιστές στην κοινή παράνομη αντιφασιστική δράση. Καθόλου τυχαίο, καθώς το κόμμα είχε διαμορφωθεί πλέον από τον Αντόνιο Γκράμσι και καθοδηγητής του ήταν ο Παλμίρο Τολιάτι. Καθόλου τυχαίο, επίσης, το ότι στις Διεθνείς Ταξιαρχίες που συγκροτούσε η Κ.Δ. για την ενίσχυση του αγώνα κατά του φασισμού στην Ισπανία, υπεύθυνοι στρατολόγησης ήταν δυο Ιταλοί: ο κομμουνιστής Λουίτζι Λόγκο και ο σοσιαλιστής Πιέτρο Νένι. Που και οι δυο στη συνέχεια βρέθηκαν στην Ισπανία και πολέμησαν στο πλευρό αυτών που είχαν στρατολογήσει.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Ο τελευταίος σοσιαλδημοκράτης





του Σπύρου Μαρκέτου
Στον ιστορικό και δημόσιο διανοούμενο Τόνυ Τζαντ, που πέθανε πρόσφατα, ταίριαζαν οι χαρακτηρισμοί με τους οποίους ο ίδιος περιγράφει το ίνδαλμά του, τον Άρθουρ Καίσλερ: πνευματώδης και διασκεδαστικός, γενναίος και αντισυμβατικός, μανιακός αντικομμουνιστής, όχι ιδιαίτερα δημοφιλής αλλά για τους φίλους του πολύτιμος, ξεσήκωνε θύελλες στο πέρασμά του –“αλλά ακριβώς γι’ αυτό υπάρχουν οι διανοούμενοι”- έβλεπε πολλά πράγματα σωστά και τα έβλεπε πριν από πολλούς άλλους. Μάλιστα, όπως λέει για τον Καίσλερ, αλλά θα μπορούσε να μιλά και για τον εαυτό του, “πίσω από τις κρίσεις οργής και τους καυγάδες, πέρα από τη βιαιότητα και τη θηρευτική σεξουαλικότητα, τις εκκεντρικότητες και την πολυπραγμοσύνη, μοιάζει να υπήρχε ένα σταθερό ρεύμα ηθικής μέριμνας και πολιτικής οξυδέρκειας που χάρισε στα καλύτερα γραπτά του μια λάμψη καθόλου πρόσκαιρη”.[1] Πουθενά δεν υποστηρίζει πάντως ότι ο Καίσλερ, που ανάμεσα στις πολλές του ασχολίες έγραψε και βιβλία με ιστορικές φιλοδοξίες, ήταν μεγάλος ιστορικός.

Όπως ο Καίσλερ, έτσι και ο Τζαντ ήταν ασυνήθιστα γενναίος για διανοούμενος, τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στις πολιτικές του τοποθετήσεις. Αντιμετώπισε την άσχημη αρώστια του με κουράγιο, τόνισε εύγλωττα την ευθύνη που έχουν οι άνθρωποι του πνεύματος για τη διαμόρφωση της δημόσιας κουλτούρας, υπερασπίστηκε την αξία της ισότητας, διέγνωσε έγκαιρα την παγίωση της ανισότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έδωσε απεγνωσμένες μάχες ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, κατακεραύνωσε τον αμερικανικό μιλιταρισμό, και στηλίτευσε την αυταρχική και αντιδημοκρατική ροπή των σύγχρονων κρατών που αυτοδικαιολογούνται με αγοραίες καταγγελίες της ‘τρομοκρατίας’. Έδειξε μάλιστα πως η γλώσσα των εξουσιαστών και των ημιδιανοούμενων παπαγάλων τους περί ‘τρομοκρατίας’ δεν είναι απλώς ξύλινη και παραπλανητική, αλλά και μας εμποδίζει να σκεφτούμε την τραγική ύπαρξη, στον κόσμο μας, του κακού –ο Τζαντ ήταν ένας από τους στοχαστές που δεν φοβούνταν να μιλήσουν για καλό και κακό. Ακόμη, χάρισε αξέχαστα παρατσούκλια σε δικαίους και αδίκους (ο Τόνυ Μπλαιρ ήταν “ο πλαστικός νάνος στον αγγλικό Κήπο της Λήθης”)[2] και, τέλος, τιμώντας τις αρχές του εγκατέλειψε την υπόθεση του Ισραήλ, στην οποία είχε στρατευτεί νέος, για να υπερασπιστεί τη δημιουργία ενός ενιαίου και δημοκρατικού κράτους στην Παλαιστίνη.

Τούτη η τελευταία πλευρά της δραστηριότητάς του έγινε η πιο γνωστή στη χώρα μας. Ο Τζαντ, δείχνοντας αληθινό πείσμα, μίλησε με τις σωστές λέξεις για τον γολγοθά των παλαιστίνιων και, βάζοντας στη θέση τους κάποιους γκαιμπελίσκους που ταυτίζουν την κριτική στο Ισραήλ με τον αντισημιτισμό, βοήθησε ν’ ανοίξει στη Δύση και ιδίως στις ΗΠΑ ένα πολύτιμο πεδίο κριτικού λόγου.[3] Η ριζοσπαστική αριστερά ανέδειξε αυτήν ακριβώς την όψη της δράσης του, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το οξυδερκές και παθιασμένο του άρθρο που δημοσίευσε πρόσφατα ο Δρόμος,[4] ενώ στις μεταξύ τους συζητήσεις οι προοδευτικοί ιστορικοί στάθηκαν λίγο περισσότερο στις πραγματικές αδυναμίες του έργου του. Για παράδειγμα, η Νένη Πανουργιά επισήμανε τις ατεκμηρίωτες αναφορές στην ελληνική ιστορία που έχει το πιο φιλόδοξο βιβλίο του, ο Μεταπόλεμος –αλλά γι’ αυτό, αργότερα. Διχασμένο εμφανίστηκε και το αντίπαλο στρατόπεδο. Κάποιος ταλαίπωρος σιωνιστής, που καταφέρνει να είναι συνάμα και φανατικός έλληνας εθνικιστής, τον κάρφωσε ότι δεν έδειξε τον δέοντα σεβασμό στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ενώ αντίθετα ένας παντογνώστης πολιτικός επιστήμονας τον ύμνησε άμετρα και προσπάθησε, δίκην γκρούπη, να δανειστεί λίγη από την αίγλη του διαφημίζοντας κάποια επαγγελματική τους συνεργασία. Με δυο λόγια, ένα κομφούζιο.

Ωστόσο αν αρκετές του ιδέες ηχούν ριζοσπαστικές σήμερα, που κάθε τι το αριστερό καταγγέλλεται σαν αριστερισμός, και αν ο Τζαντ ήταν πράγματι αριστερός με την έννοια ότι πρόβαλλε ανυποχώρητα τις αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, πάντως ριζοσπάστης δεν ήταν. Τού άρεσε να μιλά για την αριστερά σαν συντηρητική δύναμη, σαν ένα γερό φράγμα που θ’ αντισταθεί στην παλίρροια της επερχόμενης ανισότητας, κι έμεινε στρατευμένος, τις τελευταίες δύσκολες δεκαετίες, στη σοσιαλδημοκρατία του καιρού της νιότης του, η οποία ωστόσο στο μεταξύ είχε δύσει. Τούτη η πολιτική του επιλογή ήταν αλληλένδετη με την ανάγνωση που έκανε, ως ιστορικός, του εικοστού αιώνα και των ριζοσπαστικών κινημάτων, και τα αδιέξοδα της πρώτης σίγουρα συνδέονταν με κάποιες πτυχές της δεύτερης. Η σοσιαλιστική αλλ’ αντικομμουνιστική αριστερά –φρούτο αρκετά σπάνιο στη χώρα μας, όπου ο σοσιαλισμός μαζικοποιήθηκε και ρίζωσε κάτω από τη σκέπη της Τρίτης Διεθνούς- ήταν, για τον Τζαντ, το σπίτι του. Όπως περιγράφει ο ίδιος,

Ανατράφηκα μαρξιστής. Σήμερα αυτό δεν είναι κάτι για να το καυχιέσαι, αλλά είχε και τα θετικά του. Γονείς και παπούδες και γιαγιάδες ήταν ποτισμένοι απ’ όλες τις αντιλήψεις κι εν μέρει και από την πίστη που είχε διαμορφώσει το ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα στις καλύτερες ημέρες του. Καθώς η οικογένειά μου προερχόταν από εκείνο τον κλάδο του ανατολικοευρωπαϊκού εβραϊσμού που είχε ασπαστεί τη σοσιαλδημοκρατία και τη Μπουντ (την εβραϊκή εργατική οργάνωση Ρωσίας και Πολωνίας αρχές του εικοστού αιώνα) ήταν μέχρι το μεδούλι αντικομμουνιστική. Στα μάτια της ο μπολσεβικισμός δεν ήταν μόνο δικτατορία, αλλά και παρωδία του μαρξισμού –εξίσου σοβαρή κατηγορία και αυτή. Όταν πια πήγα στο πανεπιστήμιο είχα συστηματικά μπολιαστεί με όλα τα κλασικά κείμενα του δέκατου ένατου αιώνα, κι έτσι είχα αποκτήσει ανοσία απέναντι στον ενθουσιασμό με τον οποίο υποδέχονταν τις μαρξιστικές αποκαλύψεις οι άλλοι πρωτοετείς, με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα, που τις ανακάλυπταν για πρώτη φορά.[5]

Μια τέτοια σύνδεση του αντικομμουνισμού με τη σοσιαλδημοκρατία και τη Μπουντ δεν ηχεί ολότελα πειστική –στο κάτω κάτω, την ίδια προέλευση είχαν και πάρα πολλοί μπολσεβίκοι, ή ο Αβραάμ Μπεναρόγια και οι άλλοι σεφαρδίτες που έστησαν τη Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη κι έπειτα το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας, πρόδρομο του ΚΚΕ. Και σ’ όλο τον κόσμο ένα μεγάλο κομάτι της σοσιαλδημοκρατικής και της μη μαρξιστικής αριστεράς, ιδίως στη βάση της, πάγια έριχνε γέφυρες προς την ΕΣΣΔ και την Τρίτη Διεθνή, και άλλωστε ο σοσιαλισμός δεν είχε διασπαστεί το 1917, αλλά ήδη από το 1914 σε εθνική βάση, όταν οι εθνικές ηγεσίες του υποστήριξαν τη φιλοπόλεμη πολιτική των κρατών τους· μετά απ’ αυτό η Δεύτερη Διεθνής ποτέ δεν ξαναζωντάνεψε, αλλά πήρε την κατιούσα, ώσπου μετατράπηκε πια στις ημέρες μας σε φάρσα, στα χέρια του Παπανδρέου και του ισραηλινού κολλητού του. Χώρια που και κομμουνισμός δεν σήμαινε αναγκαστικά, ούτε τότε ούτε αργότερα, υποστήριξη του Στάλιν.[6] Ο Τζαντ λοιπόν προβάλλει εδώ τη δική του ιδεοληπτική επιλογή σ’ έναν ευρύτερο πολιτικό χώρο, για τον οποίο ο αντικομμουνισμός δεν ήταν αυτονόητος. Και γενικότερα αποφεύγει ν’ αναμετρηθεί με τη νεότερη ριζοσπαστική σκέψη, συμπεριλαμβανομένης της κομμουνιστικής, και όποτε το κάνει διαλέγει μάλλον εύκολους στόχους. Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε παρακάτω.

Προτού γίνει δημόσιος διανοούμενος, ο Τζαντ είχε αναδειχτεί σ’ έναν από τους εξέχοντες ιστορικούς της νεότερης και σύγχρονης Ευρώπης στην Αμερική. Και από εκεί, έγινε γνωστός στην Ευρώπη. Δεν ξέρω με ποιά κριτήρια χαρακτηρίστηκε «ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους ιστορικούς”, και το τελευταίο ιστορικό του έργο, ο Μεταπόλεμος, “το κορυφαίο ίσως βιβλίο για τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία”.[7] Το σίγουρο είναι ότι είχε εμπεριστατωμένη άποψη για τα σημαντικά προβλήματα και την έκφραζε δημόσια, με πάθος, παρρησία και στυλ. Αυτή τον βοήθησε, για παράδειγμα, να δει από τους πρώτους πως η πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ λιγότερο θελκτική από τις διαφημίσεις της.[8] Από την άλλη μεριά, και μολονότι είχε στενή επαφή με τη γαλλική παιδεία, ελάχιστα επηρεάστηκε στη θεματολογία και τη μεθοδολογία του από την επανάσταση των Αννάλ.

Ο Μεταπόλεμος[9] είναι το πιο ώριμο και φιλόδοξό του έργο, από το οποίο προφανώς και ο ίδιος ο Τζαντ θα ήθελε μάλλον να κριθεί, και όπου φαίνεται καλύτερα ο τρόπος που διάβαζε την ιστορία. Έγινε δεκτός με διθυράμβους, γενικά πιο σοβαρούς από αυτόν που μόλις προηγουμένως ακούσαμε, και οι αρετές του είναι πράγματι πολλές. Γραμένος σε άμεσο και προσωπικό ύφος, με ηθικό οίστρο που αντισταθμίζεται πάντως από συναρπαστικές περιγραφές και γερές δόσεις ξερού χιούμορ, διαβάστηκε και διαβάζεται ευχάριστα από ειδικούς και μη, ιδίως από το φιλελεύθερο καλλιεργημένο αγγλοσαξωνικό κοινό στο οποίο πρώτα πρώτα απευθυνόταν και του οποίου τις αντικομμουνιστικές προκαταλήψεις σε μεγάλο βαθμό απηχούσε. Ευρύτατος στη σύλληψή του και στηριγμένος σε εκτενέστατη έρευνα, σαφής στις απόψεις του, γεμάτος καλοδιαλεγμένες εικόνες που αναδεικνύουν με πάθος και ζωντάνια το διανοητικό κλίμα των καιρών που περιγράφει και τις ψυχολογικές τους διεργασίες, είναι οργανωμένος γύρω από κεντρικές ιδέες με τις οποίες μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς, αλλά πάντως τις καταλαβαίνει. Η αδιάκοπη ηθικολογία του συγγραφέα περιστασιακά κουράζει, αλλά είναι φανερό ότι στηρίζει την οργάνωση ολόκληρης της αφήγησης. Αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σ’ ένα από τα δυνατότερα κεφάλαια του βιβλίου, για την αποναζιστικοποίηση στη μεταπολεμική Γερμανία, που οι σκηνές του, ακριβώς επειδή έμμεσα παραπέμπουν στο σήμερα, καρφώνονται στη μνήμη. Αναφέρει τα ερωτηματολόγια για τη δράση των γερμανών επί ναζισμού, που μοιράστηκαν τότε μαζικά από τους Συμμάχους και «αντιμετωπίστηκαν με κοροϊδίες».

Αν κατάφεραν κάτι, ήταν κυρίως να ξεπλύνουν διάφορους ύποπτους, βοηθώντας τους να πάρουν πιστοποιητικά καλού χαρακτήρα (τα λεγόμενα «πιστοποιητικά Περσίλ»). Η επανεκπαίδευση είχε σίγουρα περιορισμένη απήχηση. Ήταν ένα πράγμα να βάζεις τους γερμανούς να παρακολουθούν ντοκυμανταίρ, και τελείως άλλο πράγμα να τους κάνεις να δουν, πόσο μάλλον να σκεφτούν γι’ αυτά που έβλεπαν. Πολλά χρόνια αργότερα, ο συγγραφέας Στέφαν Χέρμλιν περιέγραφε τη σκηνή σ’ ένα σινεμά της Φραγκφούρτης, όπου οι γερμανοί έπρεπε να παρακολουθήσουν ντοκυμανταίρ για το Νταχάου και το Μπούχενβαλντ προτού παραλάβουν τα δελτία σίτισής τους. «Στο μισόφωτο του προβολέα, μπορούσα να δω πως απ’ την αρχή του φιλμ ο περισσότερος κόσμος γύριζε αλλού το πρόσωπό του και δεν κοίταζε την οθόνη προτού τελειώσει το έργο. Σήμερα σκέφτομαι πως αυτό το γυρισμένο αλλού πρόσωπο ήταν η στάση πολλών πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων [...] Ο άτυχος λαός στον οποίο ανήκα ήταν συναισθηματικός και συνάμα πορωμένος. Δεν τον ένοιαζαν τα συγκλονιστικά γεγονότα, δεν ήθελε κανένα γνώθι σαυτόν».[10]

Το πρόβλημα με τους ηθικολόγους είναι ότι συχνά φτιάχνουν μια εικόνα του κόσμου στα μέτρα τους και χρησιμοποιούν διπλά κριτήρια, άλλα για την καλή πλευρά και άλλα για την κακή. Ο Τόνυ Τζαντ, ένας από τους λίγους ιστορικούς που επαναλαμβάνουν κατά κόρον αυτές τις δυο βαρειές λέξεις,[11] δεν είχε αμφιβολίες για το ποιά ήταν η καλή και η κακή πλευρά στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ζωής κατά το μεγαλύτερο μέρος του μεταπολέμου, στον Ψυχρό Πόλεμο. Καλή ήταν η Δύση, κακοί οι σοβιετικοί. Αλλά στον Μεταπόλεμο λάμπουν με την απουσία τους τα περιστατικά που θολώνουν αυτή την εικόνα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ελληνικό Εμφύλιο, στον οποίο δεν αφιερώνεται ούτε μια από τις σχεδόν χίλιες σελίδες του βιβλίου. Μολονότι ήταν ο ένας από τους δυο εμφύλιους της μεταπολεμικής Ευρώπης –ο άλλος, της Γιουγκοσλαβίας, καλύπτει μισό κεφάλαιο- και πολλαπλά σημαντικός για την πορεία της ηπείρου, απλώς ξεχνιέται, όπως άλλωστε και το Δόγμα Τρούμαν, που γεννήθηκε μ’ αφορμή του. Oύτε και αναφέρονται πολιτικά και πολιτισμικά δεδομένα που χωρίς αυτά είναι ακατανόητα τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, όπως η υπονόμευση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών από την ΣΙΑ με το διαβόητο πρόγραμμα Stay Behind. Υπαινικτικά μόνον παρουσιάζεται ο ρόλος των αμερικανικών υπηρεσιών στη χειραγώγηση της ευρωπαϊκής διανόησης, που τόσο αναλυτικά και γλαφυρά περιγράφηκε από την Φράνσες Στόνορ Σώντερς.[12] Ο βρετανοαργεντινός πόλεμος του 1983, για να φέρουμε ένα τελευταίο παράδειγμα, στον οποίο η Μάργκαρετ Θάτσερ λίγο έλειψε να ρίξει πυρηνικά στο Μπουένος Άιρες, δεν πιάνει παραπάνω από μισή γραμμή του βιβλίου. Αν κατά βάθος οι διαφορές μεταξύ ‘ολοκληρωτικής’ Ανατολής και ‘φιλελεύθερης’ Δύσης ήταν μικρότερες απ’ ό,τι φαινόταν στην επιφάνεια, ο Μεταπόλεμος δεν μας αφήνει κάν να υποπτευθούμε τίποτε τέτοιο.[13]

Οι λίγες αναφορές του Τζαντ στην Ελλάδα, ατεκμηρίωτες (δεν αντιστοιχούν στη βιβλιογραφία που δίνεται στο τέλος του βιβλίου) και γεμάτες λάθη, απηχούν τις προκαταλήψεις του και δίνουν την εντύπωση πως η ιστορία μας δεν απουσιάζει τυχαία από την αφήγησή του, αλλά μάλλον επειδή από αρκετές απόψεις την υπονομεύει. Ωστόσο τούτο το πρόβλημα, λυπηρό βέβαια, δεν είναι το κυριότερο. Σε σχέση με την Ελλάδα και γενικά τον ευρωπαϊκό νότο ο Τζαντ πιάνεται αδιάβαστος, αλλά οι σχετικές σελίδες, που προστέθηκαν απλώς επειδή χρειαζόταν να κλείσουν μερικές τρύπες της ιστορίας του, δεν αντιπροσωπεύουν το γενικότερο επίπεδο του έργου του, ούτε από μόνες τους ακυρώνουν τα ευρύτερα επιχειρήματά του. Λίγο λιγότερο ασήμαντες είναι και οι λαθροχειρίες ή αβλεψίες που αναφέραμε αμέσως προηγουμένως. Άλλες είναι, κατά τη γνώμη μου, οι σημαντικότερες ελλείψεις, και πρώτα πρώτα η επιμελημένη του προσπάθεια να μην κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό σ’ ο,τιδήποτε θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι συνδέεται με το φαινόμενο που άλλος κόσμος ονομάζει πάλη των τάξεων, ή σ’ αυτά που θα μπορούσαν ν’ αποκληθούν όρια του καπιταλισμού –οικονομικά, οικολογικά, ιστορικά- και τα οποία κάποιοι μελετητές πιστεύουν ότι πλησιάζουμε επικίνδυνα. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο ακόμη.

Κατά τη γνώμη μου, βασικό πρόβλημα του Μεταπόλεμου, πέρα από τον συμπιληματικό του χαρακτήρα, τη στραβή του δομή και το άνισό του επίπεδο, είναι ότι εστιάζει υπερβολικά στις ιδέες, τους θεσμούς και τις πράξεις των ελίτ κι εντέλει διέπεται από μια ασφυκτικά στενή, και παραδοσιακή και συντηρητική, αντίληψη για το ποιός φτιάχνει την ιστορία. Απουσιάζουν από τη σκέψη του Τζαντ γενικότερα οι λαϊκές τάξεις ως δρων υποκείμενο και ιδίως ως πολιτικό υποκείμενο. Όσο και αν περιλαμβάνει τα υποχρεωτικά πλέον, στις ημέρες μας, κεφάλαια του τύπου «Η Ευρώπη ως τρόπος ζωής’, δεν έχει πουθενά τις διοράσεις που θα πρόσφερε μια αληθινή ‘ιστορία από τα κάτω’. Κι επομένως η αλλαγή παρουσιάζεται σαν κάτι που έρχεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από τα πάνω –το ιστοριογραφικό αντίστοιχο την πολιτικής τοποθέτησης του Τζαντ , που ήταν αριστερή αλλά δεν είχε, και ούτε ήθελε να έχει, σχέση με τα μαζικά κινήματα της εποχής μας.

Υπάρχει ένα ισχυρό ‘εμείς’ στον Τζαντ, μια λέξη που επανέρχεται εκνευριστικά σ’ όλα του τα κείμενα χωρίς να ορίζεται καθαρά, αλλά σίγουρα δεν είναι το ‘εμείς, οι αριστεροί’ ή το ‘εμείς, του τάδε κινήματος’. Κάπου διευκρινίζεται ως “εμείς οι αμερικανοί”,[14] αλλά αυτό δεν μας φωτίζει περισσότερο, και σίγουρα δεν είναι υποκοριστικό του ‘εμείς, ο λαός’. Αλλού, όπως όταν λέει “έχουμε ξεμάθει να σκεφτόμαστε πολιτικά”,[15] είναι σαφές ότι στην πραγματικότητα το ‘εμείς’ είναι ‘εσείς’, ή μάλλον ούτε καν ‘εσείς’, αλλά ‘κάποιοι άλλοι, οι πολλοί, αλλά πάντως ούτε εγώ ούτε σεις’. Θα μπορούσε ωστόσο να φανταστεί κανείς, απ’ όσα γράφει, ότι αυτό που εννοεί είναι ‘εμείς, οι ηθικοί, οι μορφωμένοι, οι υπεύθυνοι’, ή κάπως στενότερα ‘εμείς, οι φιλελεύθεροι σοσιαλδημοκράτες’, ή ενδεχομένως, κάπως ωμότερα, ‘εμείς, οι εύποροι και ισχυροί, αλλά καλοί’. Ίσως τελικά, ‘εμείς, οι ηθικοί, μορφωμένοι, υπεύθυνοι, εύποροι, ισχυροί, καλοί αμερικανοί φιλελεύθεροι σοσιαλδημοκράτες”. Πολύς κόσμος όμως, που αγωνίζεται ενεργά για μια κοινωνία πιο εξισωτική και δημοκρατική, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του σε τέτοιες περιγραφές.

Για τον Τζαντ η ιστορία φτιάχνεται κυρίως από πολιτικούς, επιχειρηματικά και κάθε λογής άλλα στελέχη, και διανοούμενους. Οι ιδέες, τα πρόσωπα, οι θεσμοί είναι πράγματα πολύ πιο σημαντικά από τη δυναμική του καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος και τα λαϊκά κινήματα· εκτίμηση που αποτυπώνεται στη δομή του βιβλίου και την κατανομή της ύλης, και θεωρείται τόσο αυτονόητη ώστε δεν κρίνεται σκόπιμο με οποιονδήποτε τρόπο να δικαιολογηθεί. Οι λαοί πείθονται, σαγηνεύονται, παραπλανούνται, παρασύρονται, παρεκτρέπονται, δεξιώνονται την ποπ κουλτούρα, μεθούν, ξεσπούν, εγκληματούν πού και πού, αλλά γενικά δεν έχουν πολιτική πρωτοβουλία. Ακόμη και από τις ανατολικοευρωπαϊκές εξεγέρσεις, το κοντινότερο στην επανάσταση πράγμα που είδε η ήπειρος μετά τον δικό μας Εμφύλιο, η λαϊκή αυτενέργεια απουσιάζει, τα κινήματα είναι υπόθεση όλων των άλλων εκτός από τους ανώνυμους. Ας πούμε, η πολωνική Αλληλεγγύη φτιάχτηκε από την εκκλησία και τους διανοούμενους –συν την πολιτική λιτότητας που επέβαλε το κομμουνιστικό κόμμα.[16]
Ο λαός, στη σκέψη του συγγραφέα, αντιδρά ή δεν αντιδρα, αλλά σε τελική ανάλυση σπάνια δρα, ακόμη και στα μη αυταρχικά καθεστώτα. Με την έναρξη του δεύτερου Πολέμου του Ιράκ οργανώθηκε στο Λονδίνο η μαζικότερη διαμαρτυρία στην ιστορία της Βρετανίας, με παραπάνω από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές, που δεν μπόρεσε βεβαίως ν’ αποτρέψει την προαποφασισμένη αγγλοαμερικανική επίθεση, αλλά κατά κοινή ομολογία άλλαξε τη δυναμική της. Δεν αναφέρεται καν στον Μεταπόλεμο (όπως άλλωστε ούτε και ο ίδιος ο πόλεμος, με εξαίρεση κάποιες παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις). Παρόμοια, τα ειρηνιστικά κινήματα του 1980, που όχι μόνον επηρέασαν τους σχεδιασμούς των υπερδυνάμεων, αλλα και άνοιξαν χώρο για την ανάπτυξη όλων των αντισυστημικών κινημάτων των επόμενων δεκαετιών, απαξιώνονται χιουμοριστικά μέσα σε λίγες αράδες.[17] O λαός, ό,τι και αν λέει, στην πραγματικότητα θέλει να κυβερνιέται, όπως πολύ καλά αντιλήφθηκε η Μάργκαρετ Θάτσερ.[18]

Υπάρχει κι ένα ευρύτερο πρόβλημα, που βέβαια απαξιώνεται από τους εμπειριστές ιστορικούς, οι οποίοι υπερασπίζονται ως αρετή την ιδιογραφικότητα των γραπτών τους, αλλά κατά κοινή ομολογία στενεύει τους ορίζοντές τους, πράγμα που που είναι για τους ίδιους καλό, για άλλους κακό. Ο Μεταπόλεμος δεν συνέχεται από καμιά στοχασμένη μεθοδολογία ή κάποια γενικότερη θεώρηση της ιστορίας της ηπείρου μας, πόσο μάλλον του νεοτερικού μας κοσμοσυστήματος. Αντίθετα, είναι ένα παστίς από γοητευτικές και καλογραμένες, σίγουρα, προσωπογραφίες και μελέτες περιπτώσεων, αρκετές δημοσιευμένες νωρίτερα αλλού, με διανοητικά ισχνό συνδετικό ιστό, δηλαδή κυρίως τις ηθικές βεβαιότητες και τα σοσιαλδημοκρατικά αξιώματα του συγγραφέα. Βέβαια, όπως έλεγαν και οι παλιοί, στα μεγάλα αρκεί και που προσπάθησε κανείς, και το να γράψεις μια γενική ιστορία της Ευρώπης σίγουρα δεν είναι από τα μικρά. Το αποτέλεσμα θυμίζει ωστόσο μια ιστορία καλού μαθητή ή ευφυούς δημοσιογράφου, και όχι ιστορικού ικανού να βάλει τάξη στο χάος των εμπειρικών δεδομένων, που διακρίνει σχήματα τα οποία δεν μπόρεσαν να δουν οι συγκαιρινοί. Κάποιος εξοικειωμένος με τις δημοσιογραφικές και πολιτικές αναλύσεις των χρόνων που περιγράφονται απολαμβάνει στον Τζαντ τα γυρίσματα της φράσης του, τις έξυπνες συνδέσεις που κάνει και τους αξέχαστους χαρακτηρισμούς προσώπων και καταστάσεων, αλλά δεν συναντά και πολλά καινούρια πράγματα, και πάντως δεν ανακαλύπτει καμιά ιδιαίτερα πρωτότυπη οπτική.
Χωρίς θεωρία είσαι καταδικασμένος να εστιάζεις την προσοχή σου στο προφανές και το επίκαιρο, αφήνοντας να σου διαφύγουν μερικές φορές τα σημαντικότερα. Έτσι, στο έργο του Τζαντ βρίσκουμε μια εμπεριστατωμένη κι εκτενή παρουσίαση των πολιτικών διαδικασιών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και μάλιστα με κριτικές αιχμές κατά του νεοφιλελευθερισμού, του ‘δημοκρατικού ελλείμματος’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ, αλλά καμιά αναφορά στις διαδικασίες που οδήγησαν στην τωρινή παγκόσμια κρίση, οι οποίες βέβαια ήταν από καιρό φανερές σε όσους διέθεταν κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία.
Για να σταθούμε σε μια μόνο χαρακτηριστική περίπτωση, δυο χρόνια προτού εκδοθεί ο Μεταπόλεμος, ένα αριστερό ερευνητικό ίδρυμα εξηγούσε ότι η λεγόμενη ‘απελευθέρωση’ των χρηματοπιστωτικών αγορών και η πολιτική του ‘εύκολου χρήματος’ είχαν φτιάξει μια τεράστια πιστωτική φούσκα που κόντευε να εκραγεί.[19] Και δεν ήταν το μόνο. Αν ο Τζαντ έβλεπε με λιγότερη συγκατάβαση τη ριζοσπαστική αριστερά και τα κινήματα των αδύνατων ίσως να είχε προσέξει τέτοιες κριτικές, και η ιστορία του να μη γερνούσε τόσο γρήγορα –και από κάποιες απόψεις τόσο άσχημα. Αλλά ενώ όλο το σύστημα ζούσε πια με δανεικά χρήματα και χρόνο, οι ‘υπεύθυνοι’ σοσιαλδημοκράτες πίστευαν πως ο καπιταλισμός είχε βρει τρόπο να εξορθολογιστεί και να επιβιώσει μακροπρόθεσμα, κι εξόρκιζαν κάθε ιδέα ριζοσπαστικής αλλαγής. Άλλοι μελετητές πιο ταπεινοί και συστηματικοί, και λιγότερο γοητευμένοι από την ισχύ της μητρόπολης, όπως για παράδειγμα ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν, την ίδια εποχή έβγαζαν πολύ διαφορετικά συμπεράσματα.[20]

Από το ίδιο του το θέμα και αναπόφευκτα -ίσως βέβαια και να μην είναι ολότελα δίκαιο αυτό- ο Μεταπόλεμος μπαίνει δίπλα δίπλα στις πολύ πιο αναλυτικά επεξεργασμένες παρουσιάσεις των ίδιων χρόνων από μεγάλους ιστορικούς όπως ο Έρικ Χόμπσμπαουμ και ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν,[21] με τους οποίους τελικά δεν μπορεί να συγκριθεί, ακόμη και στο ύφος. Έχει αξέχαστους χαρακτηρισμούς και αφορισμούς (“Η μεταπολεμική Βιέννη, σαν και τη μεταπολεμική δυτική Ευρώπη, ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα χτισμένο πάνω σ’ ένα ακατανόμαστο παρελθόν”), αλλά δεν αποφεύγει πάντοτε τους σολοικισμούς, τους πλεονασμούς, το στόμφο και τη λεξιλαγνεία (όλα αυτά μαζεμένα στην ίδια πρόταση: “An irenic, pacific continent had risen, 'Phoenix-like', from the ashes of its murderous—suicidal—past”) και υποκύπτει πότε πότε στον πειρασμό του μεγαλοπρεπούς κλισέ (“Παραμονές της τελικής πτώσης της ευρωπαϊκής ηπείρου στην άβυσσο, οι προοπτικές της έμοιαζαν να έχουν χάσει κάθε ελπίδα”),[22] Mε δυο λόγια, για να σταθώ στην προηγούμενη αντιπαραβολή, δεν πιάνει χαρτωσιά μπροστά στην προκλητική και λιτή διαύγεια του Βαλλερστάιν (ένα παράδειγμα από τον τελευταίο: “το 1989, η χρονιά του τέλους των λεγόμενων κομμουνισμών, στην πραγματικότητα σήμαινε την πτώση του φιλελευθερισμού ως ιδεολογίας. Εξοργιστικό, απαράδεκτο, λέτε; Ακριβώς τώρα, την ώρα που αναβιώνει η πίστη στην ελεύθερη αγορά και στην αξία των ανθρώπινων δικαιωμάτων; Όχι και τόσο!»).[23]

Ο ίδιος ο Τζαντ, θέλοντας ν’ αποκλείσει προκαταβολικά τέτοιες συγκρίσεις, ανατρέχει στον γνωστό αρχιλόχειο στίχο που ανέσυρε ο Μπέρλιν (πολλά μεν οίδ’ αλώπηξ, εχίνος δ’ εν μέγα - πολλά τερτίπια ξέρει η αλεπού, ενώ ο σκαντζόχοιρος ένα μόνο, αλλά μεγάλο): αν ο Βαλλερστάιν είναι σκαντζόχοιρος, αυτός ήταν αλεπού. Ίσως κάποιοι καιροί να ευνοούν τους σκαντζόχοιρους και άλλοι τις αλεπούδες· ίσως το μεγαλείο του Βαλλερστάιν να ήταν ότι έμεινε σκαντζόχοιρος στα χρόνια που βασίλευαν οι αλεπούδες, και η τραγωδία του Τζαντ ότι έμεινε αλεπού σε μια εποχή που θέλει σκαντζόχοιρους. Πάντως ο θεμελιωτής της κοσμοσυστημικής προσέγγισης δεν αναφέρεται ούτε καν στη βιβλιογραφία που δίνει ο Τζαντ, όπως άλλωστε και όλοι οι άλλοι διανοούμενοι της αντικαθεστωτικής αριστεράς, από τον Έντουαρντ Τόμσον και τον Πέρρυ Άντερσον ως τον Τέρρυ Ήγκλετον και τον Σλάβοϊ Ζίζεκ. Παράλειψη βέβαια εκπληκτική για ένα βιβλίο που υποτίθεται ότι εστιάζει, μεταξύ των άλλων, στη διανοητική ιστορία.

Για να επιμείνουμε λίγο περισσότερο στις διαφορές του από τον Βαλλερστάιν, που μας βοηθούν και να δούμε λίγο πιο καθαρά τα τυφλά του σημεία. Ο Βαλλερστάιν έχει γραφή λιγότερο σέξυ, καθώς ελάχιστα ασχολείται με πρόσωπα, και κάπως κουραστικά ανασύρει στην επιφάνεια τις άρρητες προϋποθέσεις της σκέψης του, ώσπου την οργανώνει ιστορικά και συγχρόνως αναλυτικά, σ’ ένα δυναμικό σύστημα που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τον διαχωρισμό μεταξύ ιδιογραφικών και νομοθετικών επιστημών. Από την άλλη μεριά ο Τζαντ, με τα λογικά του άλματα και τις ιδιοσυγκρασιακές επιλογές της θεματολογίας του, δεν διατυπώνει καθαρά τη φιλοσοφία της ιστορίας του, η οποία ωστόσο συχνά αφήνεται έμμεσα να φανεί, και δυστυχώς, παρ’ όλες τις τραγικές της πλευρές, δεν μοιάζει πάντοτε ν’ αποστασιοποιείται αρκετά από μια κοινότοπη πολιτισμική κριτική. Πάρτε για παράδειγμα την εκτίμηση ότι
οι μεγάλες αφηγήσεις του Εθνους, της Ιστορίας και της Προόδου, που χαρακτήριζαν τις πολιτικές οικογένειες του εικοστού αιώνα, μοιάζουν αμετάκλητα χρεωκοπημένες. Κι έτσι περιγράφουμε τώρα τους συλλογικούς μας σκοπούς με όρους αποκλειστικά οικονομικούς –ευμερία, μεγέθυνση, ΑΕΠ, αποτελεσματικότητα, παραγωγή, επιτόκια και χρηματιστηριακές επιδόσεις- σαν όλα αυτά να μην ήταν απλά μέσα για κάποιους κοινωνικούς ή πολιτικούς σκοπούς τους οποίους επιδιώκουμε συλλογικά, αλλά αναγκαίοι κι επαρκείς αυτοσκοποί.[24]

Αφήνοντας κατά μέρους την αμφίβολη εμπειρική τεκμηρίωση της ιδέας για τη χρεωκοπία κάποιων ‘μεγάλων αφηγήσεων’, ακόμη και αν η τελευταία ίσχυε, που δεν το νομίζω, και πάλι δεν εξηγεί πώς και γιατί αυτές αντικαταστάθηκαν από την Οικονομία, που σε τελευταία ανάλυση και αυτή δεν είναι παρά μια άλλη ‘μεγάλη αφήγηση’. Αντίθετα, στις πολύ πιο δουλεμένες περιγραφές της τύχης των ίδιων εννοιών που μας δίνει, για παράδειγμα, ο Βαλλερστάιν, δεν έχουμε απλές εμπειρικές διαπιστώσεις, αλλά και κρίσεις που, αν συναρτηθούν με την ευρύτερη δυναμική του παγκόσμιου συστήματος, επιτρέπουν συγκριτικές αποτιμήσεις και πολύ καλύτερό τους έλεγχο.

Πιο ταιριαστά στο στυλ και στις δυνατότητες του Τζαντ ήταν έργα που δεν φιλοδοξούσαν να δώσουν μια γενική σύνθεση, όπως ο Μεταπόλεμος, αλλά περιορίζονταν στην παρουσίαση επιμέρους πεδίων που κατείχε καλά. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο διαβάζονται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον –στην πραγματικότητα, μονορούφι- οι Επανεκτιμήσεις του,[25] μια σειρά συναρπαστικών δοκιμίων οργανωμένων γύρω από σαφείς θεματικούς άξονες: τα δεινά του κομμουνισμού, η ευθύνη των διανοούμενων, η αμερικανική ηγεμονία, οι τόποι που γνώρισε ο συγγραφέας και οι μνήμες τους. Εδώ θα περιοριστούμε σε λίγες παρατηρήσεις για τον πρώτο απ’ αυτούς, που μας ενδιαφέρει πιο άμεσα.

Τα δεινά του κομμουνισμού απαριθμούνταν αδιάκοπα στο έργο του Τζαντ, και μάλιστα η εξομοίωσή του με τον φασισμό ήταν πάγιο ρητορικό του σχήμα: «Ό,τι και αν λέει ο Χόμπσμπαουμ, που το αρνείται κατηγορηματικά, υπήρχε μια ‘θεμελιώδης συνάφεια’ μεταξύ των άκρων της αριστεράς και της δεξιάς τον εικοστό αιώνα, προφανής σε όλους εκείνους που τα έζησαν».[26] Ως εδώ δεν έχουμε τίποτε το καινούριο. Όταν όμως μαθαίνουμε ότι κυρίως ο Λένιν έφταιγε για τη σημερινή αποβαρβάρωση του καπιταλισμού αρχίζουμε ν’ αναρωτιόμαστε αν είναι πάντοτε στερεή η λογική του συγγραφέα:
«Ο κόσμος μπορεί κάποτε να μετανιώσει [γράφει ο Χόμπσμπαουμ] που, μπροστά στο δίλημμα που έθεσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, δεν διάλεξε τον σοσιαλισμό». Αλλά η Κόκκινη Ρόζα τα έγραφε αυτά πριν από εκατό χρόνια. Ο σοσιαλισμός που ονειρεύτηκε ο Έρικ Χόμπσμπαουμ δεν είναι πια διαθέσιμος, και γι’ αυτό φταίει κυρίως η βάρβαρη δικτατορική παρέκκλισή του, στην οποία ο Χόμπσμπαουμ αφιέρωσε όλη τη ζωή του. Ο κομμουνισμός μίανε και σύλησε τη ριζοσπαστική κληρονομιά. Αν σήμερα έχουμε μπροστά μας έναν κόσμο χωρίς καμιά μεγάλη αφήγηση της κοινωνικής προόδου, χωρίς κανένα πολιτικά εύλογο σχέδιο κοινωνικής δικαιοσύνης, αυτό οφείλεται εν πολλοίς στ’ ότι δηλητηρίασαν το πηγάδι ο Λένιν και οι κληρονόμοι του. [...] Οι αξίες και οι θεσμοί που είχαν σημασία για την αριστερά, από την ισότητα μπροστά στο νόμο ως τη δικαιωματική εξασφάλιση δημόσιων παροχών –και οι οποίοι δέχονται επίθεση σήμερα- δεν όφειλαν τίποτε στον κομμουνισμό. Εβδομήντα χρόνια ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ δεν πρόσφεραν τίποτε στο σύνολο της ανθρώπινης ευημερίας. Τίποτε.[27]

Με δυο λόγια, ο παντοδύναμος Λένιν και οι κακόβουλοι κληρονόμοι του μας έφραξαν το μέλλον. Μας καταδίκασαν στην αγιάτρευτη βαρβαρότητα, έστω και αν πέρασαν δεκαετίες από την πτώση των καθεστώτων τους, και το καλύτερο που απομένει να κάνουμε εμείς σήμερα είναι να διασφαλίσουμε μια σοσιαλδημοκρατική αποβαρβάρωση λάιτ, σώζοντας μια ελαφρά αναιμική ισότητα απέναντι στο νόμο συν κάποιες δημόσιες παροχές. Κάτι μου λέει πως δεν θ’ αργήσουμε ν’ ακούσουμε παρόμοια επιχειρήματα και από τον τρέχοντα πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Αλλά δεν φταίγαν μόνον οι κομμουνιστές. Τα σκάγια του Τζαντ παίρνουν και τον ίδιο τον μαρξισμό:
Ήταν ένα άλμα στηριγμένο στην πίστη, ένα εργαλείο για να ξηλώνεις και ν’ αποκωδικοποιείς το υφάδι της κοινωνικής εμπειρίας. Η ‘επιστήμη’ του βρισκόταν στο να ερμηνεύει όλα τα εξωτερικά πολιτικά ή κοινωνικά δεδομένα σύμφωνα μ’ ένα πρωτόκολλο καχυποψίας: Τα πράγματα δεν είναι τέτοια που μοιάζουν. Αποκαλύπτουν το αληθινό τους νόημα μόνον όταν αποκωδικοποιούνται σύμφωνα με τη γνώση των μυημένων –οπότε γίνονται εντελώς κατανοητά, και τα πάντα βρίσκουν τότε τη θέση τους σ’ ένα τέλειο σχήμα.[28]

Όχι ότι δεν υπήρχε και αυτός ο μαρξισμός, όλοι μας τον γνωρίσαμε, και άλλωστε αντίστοιχα σχηματικές εκδοχές φορτώνεται κάθε σώμα κωδικοποιημένων αντιλήψεων, ιδίως εκείνα που αξιώνουν να είναι ‘ιδεολογικά’ ή ‘επιστημονικά’. Αλλά βέβαια αυτός εδώ δεν ήταν ο μόνος μαρξισμός που κυκλοφορούσε στην πλατεία, και ο Τζαντ όφειλε να ξέρει και τους υπόλοιπους. Πηγαίνοντας ακόμη παραπέρα, χαρακτηρίζει τον μαρξισμό ‘πολιτική θρησκεία’, [29] και διαρκώς χρησιμοποιεί, όταν τον κατακεραυνώνει, τη λέξη ‘πίστη’ και τις παρόμοιες. Για την ακρίβεια, τον θεωρεί κάτι σαν πολιτικό σατανισμό: «οι ριζοσπαστικές ιδεολογίες του εικοστού αιώνα είχαν κάτι που τις έκανε εξαιρετικά θελκτικές, κι επομένως ήταν αληθινά διαβολικές» (η έμφαση του συγγραφέα).[30]
Διαβολική ή όχι, πάντως η μαρξιστική σκέψη χώρεσε πολύ περισσότερα πράγματα, και ιστορικά λειτούργησε ως ιδέα-δύναμη με τρόπους ασύγκριτα πιο πλούσιους από εκείνους που φιλοσοφικά σαρώνει, αποσπώντας τον θαυμασμό του Τζαντ–και, ναι, από κάποιες απόψεις όχι άδικα- ο Λέτσιεκ Κολακόφσκι.[31] Περιλαμβάνει, ας πούμε, για να σταθούμε στο χώρο της ιστορίας, και την πολιτικά κι επιστημονικά ριζοσπαστική σκέψη του Έντουαρντ Τόμσον, με την οποία όμως ο Τζαντ αποφεύγει ν’ αναμετρηθεί πραγματικά, ίσως κι επειδή η τελευταία εστιάζει στην εμπειρία των απλών ανθρώπων μάλλον παρά στη διανόηση. Τού ρίχνεται μάλιστα επειδή τόλμησε «από την ασφάλεια της δροσερής βεράντας του στη μέση της Αγγλίας» να μεμφθεί τον Κολακόφσκι -«γιατί άφησες τις λιγουλάκι δυσάρεστες εμπειρίες σου από την κομμουνιστική Πολωνία να κρύψουν το κοινό μαρξιστικό ιδανικό μας;»- προσθέτοντας ότι όσοι διαβάσουν την απάντηση του τελευταίου δεν θα ξαναπάρουν ποτέ τον Τόμσον στα σοβαρά».[32] Εδώ δεν έχουμε απλώς μια διάφανη υπεκφυγή, αλλά διανοητικό έγκλημα πάθους μέρα μεσημέρι. Με τούτη τη λογική, τίποτε δεν εμποδίζει τον καθένα να πει -«Τέρμα κάθε συζήτηση, είσαστε όλοι κότες! Επειδή το λέω εγώ, κι έχω δίκιο, αφού τα μέρη μου είναι λιγότερο δροσερά από την Αγγλία ή τη Νέα Υόρκη». Και αν οι ιστορικοί εξακολουθούν να παίρνουν τον Τόμσον στα σοβαρά, ίσως αυτό να μην οφείλεται μόνο στο ότι –κακώς- δεν πολυδιαβάζουν Κολακόφσκι.

Το αντικομμουνιστικό μένος του συγγραφέα τον κάνει περιστασιακά να σχετικοποιεί ακόμη και την ηθική, που κατά τα λοιπά αδιάλλακτα πρεσβεύει. Στις Επανεκτιμήσεις αναδημοσιεύει ένα άρθρο που είχε γράψει για να υπερασπιστεί, αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του, το όνομα ενός μακαρθικού καταδότη ο οποίος είχε καρφώσει, μεταξύ άλλων, τον στενότερό του φίλο σαν πράκτορα της Μόσχας. Καρφί και καρφωμένος ήταν γνωστοί διανοούμενοι, και ο δεύτερος ήταν επίσης ανώτερος κρατικός λειτουργός· ακολούθησαν δίκες, καταδίκες και φυλακίσεις που κατέστρεψαν τη ζωή του, αλλά μέχρι να πεθάνει επέμενε πως ήταν αθώος. Ο Τζαντ, αντίθετα, πιστεύει ότι μετά το άνοιγμα των ανατολικοευρωπαϊκών αρχείων βρέθηκαν αποδείξεις ότι ήταν στ’ αλήθεια κατάσκοπος των σοβιετικών. Ίσως να ήταν έτσι τα πράγματα, ίσως να ήταν αλλιώς. Το βέβαιο είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε, ήδη απ’ τον καιρό των διώξεων, εξασφαλίσει τη γενική συμπάθεια, ενώ τον κατήγορο ακόμη και οι αντικομμουνιστές άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν τον έβλεπαν. Άδικο, απαράδεκτο, ανεξήγητο! Ο Τζαντ το αποδίδει κυρίως στο ότι ο καταδότης ήταν τύπος μοναχικός και ατημέλητος, ενώ το θύμα του ψηλό, όμορφο και κοινωνικά πετυχημένο.[33] Δεν αφήνει καν να φανεί πως πέρασε απ’ το μυαλό του το ενδεχόμενο, μια κοινωνία, ακόμη και η αμερικανική των χρόνων του Μακάρθυ, να μην αισθανόταν φλογερό θαυμασμό κι εκτίμηση για κείνους που κατέδιδαν τους φίλους τους.

Τέλος πάντων, όλα αυτά τα πταίσματα του Τζαντ πρέπει να συνεκτιμηθούν με τις αρετές του. Τέτοια ήταν η απερίφραστη, και στους κύκλους του αντιδημοφιλής, επιμονή του στη βασική αριστερή αξία της ισότητας, έστω και αν την ήθελε αδύναμη και όχι ισχυρή. Η έμφασή του στην αναζωογόνηση του κράτους προνοίας επίσης δεν του έφερε φίλους στις ΗΠΑ, όπου πάντως διάλεξε να ζήσει, ενώ εξίσου σόκαρε και η κριτική του στην επιστροφή του αυταρχικού κράτους. Μια καλή αφετηρία για να προσεγγίσουμε την πολιτική του αντίληψη θα ήταν ίσως ένα εκτενές άρθρο του δημοσιευμένο τέλη του 2009, κάτι σαν πνευματική του διαθήκη, όπου ανακεφαλαιώνει τα βασικά μοτίβα της σκέψης του.[34]

Βασική εκτίμηση του «Τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη σοσιαλδημοκρατία» είναι ότι «η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας αντιμετωπίζουν σοβαρές πρακτικές προκλήσεις σήμερα. Δεν τίθεται ζήτημα επιβίωσής τους, αλλά τώρα πια δεν έχουν την ίδια αυτοπεποίθηση που έδειχναν προηγουμένως».[35] Ακόμη χειρότερα, η συζήτηση για το τι είναι καλό και τι κακό έχει υποκατασταθεί από την προκατάληψη του οικονομισμού, που είχε κυριαρχήσει με καταστροφικά αποτελέσματα πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κι επικρατεί ξανά στις ημέρες μας. Προσέξτε το αντιπαθητικό ‘εμείς’ στην παράγραφο που ακολουθεί, ‘εμείς οι ιθύνοντες’ μάλλον παρά ‘εμείς ο λαός’:
Τα τελευταία τριάντα χρόνια σε μεγάλο μέρος του αγγλοσαξωνικού κόσμου (αλλά λιγότερο στην ηπειρωτική Ευρώπη και αλλού), όταν αναρωτιόματε αν υποστηρίζουμε κάποια πρόταση ή πρωτοβουλία, δεν ρωτάμε αν είναι καλή ή κακή. Αντίθετα ρωτάμε, είναι αποτελεσματική; Είναι παραγωγική; Θα βοηθήσει το ΑΕΠ; Θα συμβάλει στην οικονομική μεγέθυνση; Τούτη η κλίση ν’ αποφεύγουμε τα ηθικά ζητήματα, να περιοριζόμαστε σε ζητήματα ζημιάς και κέρδους, σε οικονομικά ζητήματα με τη στενότερη έννοια του όρου, δεν είναι όμως καμιά ενστικτώδης ανθρώπινη κατάσταση. Είναι επίκτητη προτίμηση.[36]

Στη ‘μη πολιτική’ εποχή μας επιπλέουν οι πολιτικοί που σκέφτονται οικονομιστικά, γιατί άλλωστε και όλος ο κόσμος έχει μάθει να σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο, ενώ η χάραξη της οικονομικής πολιτικής ανατίθεται σε ‘μη πολιτικά δρώντα υποκείμενα’ όπως είναι κατά τον Τζαντ οι κεντρικές τράπεζες, οι διεθνείς θεσμοί και οι πολυεθνικές εταιρείες.[37] Οι δημοκρατίες ατροφούν αφού δεν έχουν σημαντικές πολιτικές επιλογές, και συνάμα αναπτύσσεται, όπως έγινε ήδη στη μετασοβιετική κεντρική και ανατολική Ευρώπη, «η πολιτική της ματαίωσης, της λαϊκιστικής δυσφορίας».[38]
Όλα αυτά εν μέρει παρεξηγούν τις πολωτικές κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες των τελευταίων δεκαετιών, κι εν μέρει μεταφράζουν σε ανώδυνη πολιτική γλώσσα την κριτική που ανέπτυξαν το ίδιο διάστημα τα αριστερά κινήματα.  Η εκτίμηση ότι η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας θα επιβιώσουν είναι βέβαια πρόωρη όσο συνεχίζονται οι Πόλεμοι του Χρέους, που μόλις άρχισαν. Η κριτική που ασκεί ο συγγραφέας στον κυρίαρχο οικονομισμό σίγουρα είναι βάσιμη, αλλά οι αιχμές της χάνονται όσο αποστειρώνεται από κάθε αναφορά σ’ αυτό που οι παλιοί σοσιαλδημοκράτες έλεγαν ‘πάλη των τάξεων’. Για να επιπλεύσουν η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας, και να παροπλιστεί ο ‘οικονομισμός’, θα πρέπει πρώτα να κερδηθεί μια τιτάνια σύγκρουση με τη σημερινή αριστοκρατία, δηλαδή τις ιδιωτικές τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες που κάθε άλλο παρά απολιτικές είναι, αλλά κάτι τέτοιο ο Τζαντ αρνείται ακόμη και να το σκεφτεί.

Εντέλει ο συγγραφέας του Μεταπόλεμου περνά για απουσία πολιτικής την πολιτική κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου, που πράγματι ελάχιστα περιορίστηκε από το κράτος τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά ωστόσο αμφισβητείται ήδη ενεργά από τα αντισυστημικά κινήματα, την πολιτικότητα ή και την ίδια την ύπαρξη των οποίων των οποίων ο Τζαντ αρνείται ν’ αναγνωρίσει. Ακριβώς χάρη σ’ αυτά τα κινήματα, που τόσο ελάχιστα τον απασχολούν, και όχι στην εξαντλημένη και ψευδώνυμη πλέον σοσιαλδημοκρατία, το τέλος της πολιτικής δεν ήρθε ακόμη. Και μένουν ζωντανές οι ελπίδες για την αναζωογόνηση της δημοκρατίας, η οποία δεν σημαίνει παθητική υποταγή όλων στο κράτος και τους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά το κράτος του δήμου, δηλαδή των ακτημόνων, δηλαδή εκείνο το πολιτικό καθεστώς που διευκολύνει τους αγώνες των φτωχότερων.

Ο Τζαντ λοιπόν δεν ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο κορυφαίος ιστορικός που φαντάζονται κάποιοι, ούτε ο πάντοτε οξυδερκής πολιτικός στοχαστής που βρήκε το πώς θα ξεπεράσει τα αδιέξοδά της η (συστημική) αριστερά και πώς θα σωθεί το κράτος προνοίας, όπως φανταζόταν ο ίδιος. Το ιστορικό του όραμα αποδείχθηκε κιόλας χωλό, ενώ η πολιτική του πρόταση απευθύνεται σε κάποιες ελίτ που ελάχιστα ενδιαφέρονται να την ακούσουν και μοιάζει να οδεύει στα αζήτητα. Γιατί τότε να τον διαβάζουμε; Ή μάλλον, γιατί τότε τον διαβάζουμε;
Εδώ δεν μπορώ παρά να δώσω μια προσωπική απάντηση. Τον διαβάζω, και μερικές φορές τον ξαναδιαβάζω, πρώτα πρώτα γιατί μ’ αρέσει. Έγραφε ωραία, κατείχε πολλά πεδία που τυχαίνει να μ’ ενδιαφέρουν κι εμένα, και αν οι εξάρσεις του ήταν γενικά προβλέψιμες, πάντως στα θέματα που γνώριζε καλά είχε πάντοτε κάτι πρωτότυπο να πει. Στα παλιότερα βιβλία του, για τους γάλλους διανοούμενους,[39] συχνά ήταν εξοργιστικός, αλλά και άλλο τόσο εύστοχος. Η σκέψη του είχε μέσα της αρκετή τεστοστερόνη, σχεδόν όση και της Αντρέα Ντβόρκιν, για να δώσει μαστοριά στο λόγο του και να τραβήξει την προσοχή. Αν οι ιστορικοί του εικοστού αιώνα πρέπει έτσι και αλλιώς να διαβάσουν τον Μεταπόλεμο, άλλα κομάτια του για όσα έχουν να πουν και στον ειδικό και άλλα απλώς από επαγγελματική υποχρέωση, πάντως πολλές από τις διοράσεις του είναι χρήσιμες για το ευρύτερο κοινό, και ιδίως για κείνο που συνήθως θαυμάζει τα άκακα χρυσόψαρα που κολυμπούν στα ενυδρεία των διάφορων Ρηβιού οφ Μπουκς.

Τελικά νομίζω πως αυτό που με τραβάει στον Τόνυ Τζαντ, ακόμη δυνατότερο από την ευρυμάθεια, το πάθος και τη δουλεμένη του γραφή, αυτό που κάνει μέχρι και την ηθικολογία του να μη μοιάζει τόσο μεγάλο αμάρτημα, είναι ότι ο άνθρωπος αυτός είχε άποψη. Είχε τον δικό του τρόπο να κρίνει και να εκτιμά τα πράγματα, με τον οποίο μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί, αλλά πάντως τον αναγνωρίζει κι εντέλει τον σέβεται. Η όρασή του ήταν ασπρόμαυρη αλλά συνάμα η φωνή του ήταν τόσο ζωντανή, ώστε νομίζω πως ακόμη και μετά από πολύ καιρό, οι άνθρωποι που θα θέλουν να μάθουν πώς ήταν ο δύσκολος εικοστός αιώνας, θα τον διαβάζουν. Προσπερνούσε αδιάφορος τις μόδες της εποχής, ή τουλάχιστον τις περισσότερες· δεν σεβόταν ιερές υποθέσεις και δεν έσκυβε μπροστά στα ιερά τέρατα, ή τουλάχιστον στα περισσότερα· κι εντέλει, παρ’ όλες τις ιδιοτροπίες του, ή ίσως κι εξαιτίας τους, σ’ έκανε πολλές φορές ν’ αναρωτιέσαι, όταν άκουγες κάτι, τι θα έλεγε άραγε γι’ αυτό ο Τόνυ Τζαντ. Κατάφερε δηλαδή να φτιάξει, ακόμη και μέσα στο νου ανθρώπων μ’ αρκετά διαφορετικές αντιλήψεις από τις δικές του, μια κόχη όλη δική του, με κάτοικο έναν αιώνιο Τόνυ Τζαντπάντοτε έτοιμο, μισός κριτής και μισός προφήτης, να ξεσπαθώσει ή να χαϊδέψει. Και αυτό σίγουρα μα σίγουρα δεν είναι από τα μικρά.






[1]  «Αrthur Koestler, The Exemplary Intellectual», στο Tony Judt, Reappraisals. Reflections on the Forgotten Twentieth Century, Penguin, Χάρμοντζουερθ 2008, σ. 42-43. Ο Καίσλερ, μάλλον ξεχασμένος σήμερα, ήταν ένας απογοητευμένος από τον κομμουνισμό δημοσιογράφος που τα έργα του θεωρούνταν σχεδόν υποχρεωτικά αναγνώσματα, για αριστερούς και μη, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη.
[2] «The Gnome in the Garden: Tony Blair and Britain’s ‘Heritage’», στο ίδιο, σ. 224.
[3] Βλ. πρόχειρα τα σχετικά δοκίμια στο ίδιο, σ. 163-177, 268-285, 286-295.
[4] Τόνυ Τζουντ, «Ισραήλ: Η εναλλακτική λύση», Δρόμος της Αριστεράς 28, φ. της 28ης Αυγούστου 2010.
[5] «Elucubrations: The ‘Marxism’ of Louis Althusser», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 106.
[6] Μια ισορροπημένη παρουσιάση της σύνθετης σχέσης της κομμουνιστικής με τη μη κομμουνιστική αριστερά βλ. στο πολύ σημαντικό Geoff Eley, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία. Η ιστορία της αριστεράς στην Ευρώπη, 1850-2000, τ. Α-Β, Σαββάλας, Αθήνα 2010. Ο Τζουντ το αναφέρει στη βιβλιογραφία του Μεταπόλεμου, αλλά δεν συζητά πουθενά τα επιχειρήματά του.
[7] Από κάποιον που δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός, αλλά προφανώς εφεύρε κάποιο ιδιαίτερα ακριβές ιστορικόμετρο: Στάθης N. Kαλυβας, “Διανοούμενοι και προφήτες”, Η Καθημερινή, φ. της 22ας Αυγούστου 2010. Αν κρίνουμε από την εκτίμηση του ίδιου στρατευμένου δεξιού διανοούμενου, πως στον Τζουντ έχουμε “συνύπαρξη της μαχητικότητας με την απουσία πολιτικής στράτευσης”, μάλλον δεν πρόκειται για σοβαρά κριτήρια.
[8] Tony Judt, A Grand Illusion? An Essay on Europe, Hill & Wang, Νέα Υόρκη 1996· και συμπυκνωμένα στο Tony Judt, "Europe: The Grand Illusion", The New York Review of Books, φ. της 11ης Ιουλίου 1996.
[9] Tony Judt, Postwar. A History of Europe Since 1945, Penguin, Νέα Υόρκη 2005.
[10] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 57.
[11] Βλ. και «Hannah Arendt and Evil», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 73-92.
[12] Frances Stonor Saunders The Cultural Cold War: The CIA and the World of Arts and Letters, New Press, Νέα Υόρκη, Λονδίνο 1999, ένα εκπληκτικό βιβλίο που αξίζει να μεταφραστεί και να διαβαστεί απ’ όλους όσοι ενδιαφέρονται για τη διανοητική ιστορία της ηπείρου μας. Για τα μυστικά και παράνομα δίκτυα που οργάνωσε η ΣΙΑ κατά μήκος και πλάτος της Ευρώπης βλ. Daniele Ganser, NATO’s Secret Armies. Opertation Gladio and Terrorism in Western Europe. An Approach to NATO’s Secret Stay-Behind Armies, πρόλογος John Prados, Frank Cass, Λονδίνο 2005· Eric Wilson (επιμ.), Government of the Shadows. Parapolitics and Criminal Sovereignty, Pluto Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2009· και στα ελληνικά, Ντανιέλε Γκάνσερ, Οι μυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ: Η επιχείρηση Gladio και η τρομοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, μετάφραση Κωνσταντίνος Φασούλης, πρόλογος-επιμέλεια Κλεάνθης Γρίβας, Antilogos, Αθήνα 2007· Νίκος Κλείτσικας, Andrea Speranzoni, Φαινόμενα τρομοκρατίας. Ο ελληνικός νεοφασισμός μέσα από τα απόρρητα έγγραφα των Μυστικών Υπηρεσιών, Προσκήνιο, Αθήνα 2003.
[13] Για τις ομοιότητες στα οράματα των δυο στρατοπέδων βλ. Susan Buck-Morss, Dreamworld and Catastrophe. The Passing of Mass Utopia in East and West, MIT Press, Καίμπριτζ Μασσαχουσέτης – Λονδίνο 2000. Για την παρόμοια λειτουργία τους στο πλαίσιο του καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος βλ. Immanuel Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στην Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2009.
[14] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 5-6.
[15]  Στο ίδιο, σ. 11.
[16] T. Judt, Postwar..., ό.π,, κεφάλαιο 19.
[17] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 591. Μια πολύ πιο ζωντανή περιγραφή και οξυδερκή ανάλυσή τους βλ. στα κεφάλαια 23 και 24 του G. Eley, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία..., τ. Β΄, ό.π..
[18] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 541.
[19] New Economics Foundation, Real World Economic Outlook, Λονδίνο 2003.
[20] Βλ. το απαραίτητο I. Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στην Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων, ό.π. -μια γενική εισαγωγή στο έργο του Βαλλερστάιν δημοσιευμένη ένα χρόνο πριν από τον Μεταπόλεμο. Ο Βαλλερστάιν, παρ’ όλο τον ριζοσπαστισμό του και την ενεργή εμπλοκή του στα αντισυστημικά κινήματα, καλείται να δημοσιεύσει στα ίδια περιοδικά της αμερικανικής ελίτ με τον Τζουντ, όπως το Foreign Affairs, και δεν έχει μικρότερη επιστημονική αναγνώριση· διατέλεσε πρόεδρος της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Εταιρείας και της διεθνούς Επιτροπής Γκιουλμπεκιάν για την Αναδόμηση των Κοινωνικών Επιστημών Ωστόσο δεν αναφέρεται ούτε καν στη βιβλιογραφία που δίνει ο Τζουντ.
[21] Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων. Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914-1991, μετάφραση Βασίλης Καπετανγιάννης, Θεμέλιο, Αθήνα 1997· I. Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας, ό.π..
[22] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 3, 5, 6.
[23] Μια εκπληκτική διαπίστωση που θα είχε μπει πολύ στη μύτη του Τζουντ αν είχε καταδεχτεί να την προσέξει, γραμένη προτού κάν κατακαθήσει η σκόνη από την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων: «Η κατάρρευση του φιλελευθερισμού» (1992), στο Immanuel Wallerstein, Η Δύση και οι άλλοι, μετάφραση Ελίνα Φωτεινού, επιστημονική θεώρηση και πρόλογος Σπύρος Μαρκέτος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2010.
[24] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 11.
[25] Tony Judt, Reappraisals. Reflections on the Forgotten Twentieth Century, Penguin, Χάρμοντζουερθ 2008.
[26] «Eric Hobsbawm and the Romance of Communism», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 126.
[27]  Στο ίδιο, σ. 125-126.
[28]  «Αrthur Koestler, The Exemplary Intellectual», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π,, σ. 26.
[29]  «Goodbye to All that? Leszek Kolakowski and the Marxist Legacy», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 134. Βλ. ωστόσο την κατεδάφιση τούτης της πολιτικά διόλου αθώας έννοιας, της ‘πολιτικής θρησκείας’, από έναν κάθε άλλο παρά μαρξιστή ιστορικό στο Peter Gay, Το κόμμα της ανθρωπότητας. Θέσεις για τον Γαλλικό Διαφωτισμό, μετάφραση Θεοχάρης Αναγνωστόπουλος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2009, στο δοκίμιο για την Ουράνια πόλη του Μπαίκερ.
[30] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 17.
[31] Leszek Kolakowski, Main Currents of Marxism,τ. Α΄-Γ΄, Oxford University Press, Οξφόρδη 3 1982· βλ. και το σχετικό δοκίμιο του Τζουντ στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π. σ. 129-146. Κατά τη γνώμη μου, πιο ζυγισμένα από τον Κολακόφσκι είδε τον μαρξισμό ο δυστυχώς ξεχασμένος σήμερα, και πολύ μεγάλος, Τζωρτζ Λιχτχάιμ: George Lichtheim, Marxism, Routledge and Kegan Paul, Λονδίνο 1974. Εστιάζοντας και αυτός στις φιλοσοφικές του όψεις, αλλά μη μένοντας μόνο σ’ αυτές, και χωρίς μάλιστα να τού διαφεύγει η τραγική διάσταση κάθε ανθρώπινης προσπάθειας για την ελευθερία.
[32] «Goodbye to All Τhat? Leszek Kolakowski and the Marxist Legacy», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 136.
[33] «An American Tragedy? The Case of Whittaker Chambers», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 312 κ.ε..
[34] Tony Judt, «What Is Living and What Is Dead in Social Democracy?”, The New York Review of Books, τ. της 17ης Δεκεμβρίου του 2009. Το άρθρο στηρίχτηκε σε μια πρόσφατη διάλεξή του, στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
[35] Tony Judt, «What Is Living and What Is Dead in Social Democracy?”, ό.π..
[36]  Στο ίδιο.
[37] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 11.
[38] Στο ίδιο,  σ. 12.
[39] Tony Judt, Past Imperfect: French Intellectuals, 1944-1956, University of California Press, Μπέρκλεϋ, Λος Άντζελες, Οξφόρδη 1992· και του ίδιου, The Burden of Responsibility: Blum, Camus, Aron, and the French Twentieth Century, University of Chicago Press, Σικάγο 1998. Για τους ιστορικούς της αριστεράς και του εργατικού κινήματος είναι πολύ χρήσιμα και τα πρώτα του έργα, Socialism in Provence 1871-1914: A Study in the Origins of the Modern French Left, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 1979, και  La reconstruction du parti socialiste: 1921-1926, Presses de la Fondation Nationale des Sciences Politiques, Παρίσι 1976.

πόσοι μας διάβασαν: