Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρξισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρξισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Η ιστορία από τη σκοπιά της εργατικής τάξης


Κώστας Παλούκης, εφημερίδα Πριν, 27/4/2019
Πάνω από μισό αιώνα μετά την πρώτη έκδοσή του κυκλοφόρησε στα ελληνικά το πολύ σημαντικό έργο του Τόμσον, Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης. Ο συγγραφέας επιδιώκει να δικαιώσει αλλά και να διασώσει το φτωχό εργάτη και τεχνίτη από την περιφρόνηση των μεταγενέστερων.
Με καθυστέρηση δεκαετιών κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς το βιβλίο του Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον (Edward Palmer Thomson) The making of english working class, με τον τίτλο Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης. Πρόκειται για ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία στην παγκόσμια ιστοριογραφία και ιδιαίτερα στην ιστοριογραφία του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος και της θεωρίας των κοινωνικών τάξεων. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 και με αναθεωρημένη έκδοση το 1968. Σίγουρα πρόκειται για ένα δύσκολο μεταφραστικό έργο, καθώς το ύφος αναγνωρίζεται ως εξαιρετικά λογοτεχνίζον, με πολλές μεταφορές, αλλά και δύσκολη γλώσσα καθώς χρησιμοποιούνται έννοιες της παλαιάς Αγγλίας. Γι’ αυτό το λόγο, ενώ η κυκλοφορία του είχε διακηρυχθεί εδώ και πολλά χρόνια, κυκλοφόρησε μόλις τώρα προκαλώντας μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό σε εκατοντάδες κοινωνικούς επιστήμονες που ανέμεναν να το διαβάσουν στα ελληνικά.
Ο Thompson μετέχοντας ενεργά στον κύκλο των ιστορικών που ήταν μέλη του ΚΚ Ηνωμένου Βασιλείου, μαζί με τον Χομπσμπάουμ και άλλους αποστασιοποιήθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα μετά τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί το πρότυπο του ακαδημαϊκού μελετητή που συνδέεται με τον κοινωνικό του περίγυρο, διαμορφώνει έντονη ακτιβιστική δράση και δεν αποξενώνεται στο όνομα της έρευνας. Καινοτομεί, συνθέτοντας μία εναλλακτική παρουσίαση της ιστορίας της αγγλικής εργατικής τάξης, όπου επίκεντρο του ενδιαφέροντος του δεν είναι οι πολιτικές διεργασίες των συνδικαλιστών και βουλευτών, αλλά οι ίδιοι οι εργάτες. Επιδιώκει να δικαιώσει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον πρόλογο του έργου του, αλλά και να διασώσει το φτωχό εργάτη και τεχνίτη από την περιφρόνηση των μεταγενέστερων. Με αυτήν την οπτική, αλλάζει εντελώς η πρόσληψη του παρελθόντος. Το παρόν δεν ορίζεται από εκείνους που νίκησαν στο παρελθόν, αλλά και από τους ηττημένους ανατρέποντας για πρώτη φορά μια θεμελιωμένη αντίληψη στην κοινωνική ιστορία, σύμφωνα με την οποία άξιο ιστορικής μνήμης και διερεύνησης είναι εκείνη η ιστορική δυνατότητα, δυναμική ή ρεύμα που σε κάθε ιστορική περίοδο επικράτησε.
Η διαμόρφωση της εργατικής τάξης ήταν μια διαδικασία όχι μόνο οικονομική, αλλά εξίσου πολιτική και πολιτισμική, που προέκυψε από τη συμμετοχή στρωμάτων χειροτεχνών και όχι κυρίως από βιομηχανικούς εργάτες
Η πιο σημαντική συμβολή όμως του Τόμσον αφορά φυσικά την ίδια την συζήτηση για τη διαμόρφωση της εργατικής τάξης. Οι ιστορικοί δεν μελετούν μια εκ των προτέρων δεδομένη, υπαρκτή και αντικειμενικά συγκροτημένη εργατική τάξη, αλλά εστιάζουν στη διαδικασία της διαμόρφωσης, δηλαδή για παράδειγμα με ποιον τρόπο φτάσαμε από τις μεσαιωνικές συντεχνίες στα σύγχρονα συνδικάτα ή από τους μεσαιωνικούς τεχνίτες στους σύγχρονους εργάτες, πως λειτούργησε η αγροτική έξοδος, πως φτιάχτηκε το εργοστασιακό σύστημα. Επίκεντρο σε αυτήν την έρευνα δεν είναι απλά και μόνο οι στατιστικές και οι εξωτερικοί παρατηρητές, αλλά και οι ίδιοι οι εργάτες με τη δική τους εμπειρία, λόγο, πρακτικές και κουλτούρες. Γενικά, σε πολλές βρετανικές πόλεις ο πραγματικός πυρήνας δια μέσου του οποίου εισήλθαν στο εργατικό κίνημα ιδέες, οργάνωση και ηγεσία, δεν αποτελούταν από βιομηχανικούς εργάτες, αλλά από χειροτεχνίτες όπως υφαντές, υποδηματοποιοί, κατασκευαστές σαμαριών και κατασκευαστές λουριών, βιβλιοπώλες, τυπογράφοι, εργάτες οικοδομών, μικροεπαγγελματίες κλπ., ενώ δεν ήταν τόσο η υποβάθμιση της ζωής εξαιτίας της βιομηχανικής επανάστασης η αιτία των εξεγέρσεων, όσο οι απόψεις αυτών των στρωμάτων. Η διαμόρφωση της εργατικής τάξης, μια διαδικασία όχι μόνο οικονομική, αλλά εξίσου πολιτική και πολιτισμική, προέκυψε από τη συμμετοχή κυρίως αυτών των στρωμάτων. Ταυτόχρονα, η βιομηχανική επανάσταση η οποία χρονικά συμπίπτει με την πολιτική αντεπανάσταση που ακολούθησε την ανολοκλήρωτη επανάσταση των γιακωβίνων και έφερε την επικράτηση ανορθολογικών ιδεών, οδήγησε σε μια ανεπανάληπτη εκατόμβη νεκρών, καθώς υποβαθμίστηκε με πρωτόγνωρο τρόπο η ποιότητα και η διάρκεια ζωής των νέων βιομηχανικών εργατών και εργατριών.
Τέλος, μια άλλη σημαντική πλευρά είναι η ιδέα περί εθιμικής οικονομίας η οποία αντιπαραβάλλεται με την πολιτική οικονομία. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, οι τιμές των προϊόντων στις προβιομηχανικές κοινωνίες καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από μια εθιμική αντίληψη σχετικά με την αξία που πρέπει να έχει μια εργασία με κύρος ή χωρίς κύρος ή από εθιμικές παραδόσεις, παρά από την ελεύθερη αγορά.
ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ
Η αντικειμενική συγκρότηση της τάξης και η εσωτερική εμπειρία
Ανυπόστατες οι προσπάθειες απομαρξιστικοποίησης του Τόμσον
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Τόμσον εμφανίστηκαν μελέτες που επιχειρούσαν να περιγράψουν την διαδικασία διαμόρφωσης της εργατικής τάξης για κάθε χώρα ή και περιοχή μιας χώρας ή για κάποιο επάγγελμα. Στην Ελλάδα, η συζήτηση αυτή εμφανίστηκε κάπως καθυστερημένα, ωστόσο γράφτηκαν κάποιες εμβληματικές μελέτες ή και άρθρα. Η αρθρογραφία του Σεραφείμ Σεφεριάδη και η διατριβή του γραμμένη στα αγγλικά μεταφέρουν αυτήν την συζήτηση στην Ελλάδα προκαλώντας έναν έντονο ιστοριογραφικό διάλογο. Ακολουθεί το βιβλίο του Αντώνη Λιάκου Εργασία και Πολιτική στο Μεσοπόλεμο, αλλά κυρίως το βιβλίο του Κώστα Φουντανόπουλου για την Ιστορία της εργατικής τάξης της Θεσσαλονίκης, ενώ τέλος η δουλειά της Δήμητρα Λαμπροπούλου για τους Οικοδόμους θέτει την έμφυλη διάσταση.
Βέβαια, μια κατηγορία ιστορικών οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι αντικειμενική συγκρότηση της εργατικής τάξης δεν υφίσταται, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτή είναι και μια θέση του ίδιου του Τόμσον. Ωστόσο, είναι σαφές πως σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο, παρότι στην εισαγωγή τονίζει την σημασία της εμπειρίας. Αντίθετα, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο φαίνεται μάλλον να γλιστράει από την αντικειμενική εξωτερική παρατήρηση στην εσωτερική εμπειρία της τάξης. Οι ιστορικοί αυτοί καλό θα ήταν να κρατήσουν, αν θέλουν, την άποψη αυτή, για τον εαυτό τους και να μη βιάζονται να απομαρξιστικοποιήσουν τον Τόμσον. Σε κάθε περίπτωση, η μετάφραση του βιβλίου μάς δίνει τη δυνατότητα να ξαναδιαβάσουμε, ίσως πιο καθαρά, τον ιστορικό και να διαλευκάνουμε πολλές από τις διαμεσολαβημένες αναγνώσεις του κειμένου του.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Καπιταλισμός και εξουσία


Του Χρήστου Αβραμίδη και του Αντώνη Γαλανόπουλου


Οι εκδόσεις Εκτός Γραμμής κάνουν την εμφάνισή τους με το βιβλίο Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο του Πιερ Μασρέ. Το κείμενο είναι διάλεξη που έδωσε ο Μασρε το 2012. Η διάλεξη δεν έχει εκδοθεί σε βιβλίο, αναρτήθηκε ωστόσο ολόκληρη στην προσωπική ιστοσελίδα του Μασρέ.

Ο Γάλλος θεωρητικός είναι  πρώην μαθητής του Λουί Αλτουσέρ και συνεργάτης του στο εμβληματικό συλλογικό έργο Να διαβάσουμε το κεφάλαιο. Ο ίδιος ο Αλτουσέρ στο αυτοβιογραφικό Το μέλλον διαρκεί πολύ σημειώνει ότι τρεις μαθητές του (Μασρε, Μπαλιμπάρ, Ρενιώ) τον επισκέφθηκαν τον Ιανουάριο του 1963 για να του ζητήσουν να τους βοηθήσει να διαβάσουν τα πρώτα έργα του Μάρξ. «Δεν ήταν δική μου πρωτοβουλία που με οδήγησε να μιλήσω για τον Μαρξ στην École αλλά μάλλον ένα αίτημα από την πλευρά λίγων μαθητών μου» ομολογεί ο Αλτουσέρ. Ο Μασρέ είναι κεντρικό πρόσωπο στην ανάπτυξη του γαλλικού μαρξισμού και μεταδομισμού, διδάσκει κριτική λογοτεχνίας και από το 2003 είναι Ομότιμος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Lille III.

Το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου είναι το πως η καπιταλιστική συνθήκη αναπαράγεται, ενώ ο εκμεταλλευτικός της πυρήνας είναι εύκολα εξηγήσιμος. Η απάντηση για τον Μασρέ βρίσκεται στην συνάντηση των αναλύσεων του Μαρξ για την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας με τη θεωρία του Φουκώ για την εξουσία. Κάθε τέτοιο εγχείρημα προκαλεί αρνητικές εντυπώσεις κι αντιδράσεις, κυρίως επειδή η μικροφυσική της εξουσίας του Φουκώ έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρξιστική θεωρία του κράτους. Στη πραγματικότητα, ο Φουκώ βρισκόταν σε μια ανοικτή αντιπαράθεση με τον μαρξισμό, αλλά σε υπόγεια επαφή με το έργο του Μαρξ. Ο ίδιος τοποθετούσε το έργο του στη γενεαλογική γραμμή που εκκινεί από το δεύτερο βιβλίο του Κεφαλαίου.1

Στο βιβλίο, ο Μασρέ εκλαϊκεύει και συμπυκνώνει μέρος του Κεφαλαίου του Μαρξ προχωρώντας παράλληλα στην εξέταση συγκεκριμένων χωρίων υπό το πρίσμα του Φουκώ. Με την διάκριση της εργασιακής δύναμης ως προδιάθεσης του σώματος από τις συνθήκες ενεργοποίησής της που εισάγει ο Μαρξ, η κλασική ιδέα της ελεύθερης και δίκαιης συναλλαγής ανάμεσα στον καπιταλιστή και τον εργαζόμενο καταρρέει. Ο εργαζόμενος από τη στιγμή που εισέρχεται στη μισθωτή σχέση δεν είναι πια το ίδιο πρόσωπο, διαιρείται, καθυποτάσσεται και μετατρέπεται σε «παραγωγικό υποκείμενο», όπως γράφει ο Μασρέ.

Σ' αυτό το σημείο υπεισέρχεται η καινοτόμα θεωρία της εξουσίας ως θετικής και παραγωγικής, την οποία πρότεινε ο Φουκώ, καθώς, για να γίνει εφικτή η παραπάνω σχέση, η εξουσία πρέπει να πάψει να είναι φανερή και καταπιεστική. Για να λειτουργήσει το καθεστώς της μισθωτής εργασίας και του παραγωγικού υποκειμένου, χρειάζεται να εγκαθιδρυθούν μηχανισμοί που αναπλάθουν τη ζωή των υποκειμένων, προετοιμάζοντας τις διαγωγές τους και διαπλάθοντας τα σώματά τους. Η βιοεξουσία είναι επομένως απαραίτητη για την ανάπτυξη του καπιταλισμού.
Εντύπωση προκαλεί η άποψη του Μασρέ που θέλει τον Φουκώ να υποστηρίζει ότι η αλήθεια της εξουσίας είναι οικονομική προτού καταστεί πολιτική. Έχουμε εδώ μια μάλλον πιο μαρξιστική ανάγνωση του Φουκώ, προσαρμοσμένη έτσι ώστε να ταιριάζει στο σχήμα του Μασρέ. Αντίθετα ο ίδιος ο Φουκώ χαρακτηριστικά αναφέρει: «οι σχέσεις εξουσίας είναι περίπλοκα φαινόμενα που δεν εξαντλούνται στην αναπαραγωγή των σχέσεων παράγωγης.»2 Για τον Φουκώ, οι σχέσεις εξουσίας ξεπερνούν το οικονομικό ή οποιοδήποτε άλλο ταξικό συμφέρον, καθώς δεν έχουν ένα μοναδικό θεμέλιο ή γενέθλιο τόπο. 
Ο Μασρέ συνδέει με εύστοχο τρόπο τις αναλύσεις του Μαρξ και του Φουκώ δείχνοντας ότι η ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας και η ανάπτυξη της πειθαρχικής εξουσίας είναι αλληλένδετες. Σε αντίθεση με όσους ισχυρίζονται ότι η μαρξική και η φουκωϊκή κοινωνική θεωρία είναι ασυμβίβαστες και με όσους θεωρούν κάθε εγχείρημα συνταιριασμού τους ως μεταμοντέρνο, προτάσσουμε τη θέση του Μπαλιμπάρ ότι δεν υπάρχει ένα μεγάλο διαζευκτικό δίπολο «ή Μαρξ ή Φουκώ»3. Οι αναλύσεις τους τέμνονται όπως έδειξε ο Μασρέ και η συνάντηση αυτή μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί για την καλύτερη κατανόηση της εξουσίας και της εκμετάλλευσης στον σύγχρονο καπιταλισμό.

Σημειώσεις

1 Ο δεύτερος τόμος της γαλλικής αντιστοιχεί στο τέταρτο, πέμπτο και έκτο μέρος του πρώτου τόμου.
2 Φουκώ, Μ. (2008) Το μάτι της εξουσίας. Αθήνα: Εκδόσεις Βάνιας

3 Μπαλιμπάρ, Ε. (2013). Φουκώ-Μαρξ. Παραλληλίες και παράδοξα. Εκτός Γραμμής, 33, 77-80

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Unfollow #24
- See more at: http://afterhistory.blogspot.gr/2014/01/blog-post_3.html#sthash.yLOVZMV8.1VKdbABG.dpuf

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ: Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ - Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ (1907 - 1930)

Η ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Γ. ΣΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ. ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ, ΑΝΑΣΥΝΘΕΤΟΝΤΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΦΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ, ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, ΙΧΝΗΛΑΤΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ, ΔΙΑΤΥΠΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΣΗΣ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΩΝ. Η ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ, ΕΠΙΣΗΣ, ΤΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ Γ. ΣΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ ΣΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ- ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ.

η διατριβή διατίθεται εδώ: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/7914#page/1/mode/2up

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: πόπειρα κατανόησης του πραγματικού κόσμου


του Αλέκου Αναγνωστάκη

26/09/2012, εφημερίδα ΠΡΙΝ

Α

Εξ αρχής καταδικασμένος σε αποτυχία ο επιχειρούμενος περιορισμός και η σχεδιαζόμενη οριοθέτηση της επιστήμης, που όπως η ίδια η φύση, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αέναη κίνηση, μια αέναη ανανεωνόμενη ενότητα εμφάνισης και εξαφάνισης. Η διαρκής κίνηση, η δυναμική εμφάνισης, εξαφάνισης και μετασχηματισμού των σωματίων, η γένεση και το σβήσιμο αστέρων στο μεγάκοσμο, το επιβεβαιώνουν. Οι ορμητικές εξελίξεις στο πείραμα στο CERN, οι σχεδιαζόμενες περιοχές επιστημονικής έρευνας στα ζητήματα ύλης και αντιύλης, οι αναμενόμενες τομές στους υπολογιστές, στον αυτοματισμό και στη βιοτεχνολογία, οι νέες επαναστατικοποιημένες παραγωγικές δυνάμεις που δημιουργούνται, θέτουν ξανά και ξανά το ζήτημα της επιστήμης σε αυτή τη νέα συνταρακτική «εποχή της αναγεννώμενης  ελπίδας και του διάχυτου φόβου».Η επιστήμη είναι μια απόπειρα του ανθρώπου να κατανοήσει τον πραγματικό κόσμο. Αποτελεί βεβαιωμένη γνώση με λογικά επιχειρήματα σημειώνει ο Πλάτωνας. Θεμελιώνεται αυστηρά σε αξιώματα, τα οποία επαληθεύονται, συμπληρώνονται, διορθώνονται ή αντικαθίστανται διά του πειράματος και της πράξης. Η επιστημονική θεωρία στην ουσία αποτελεί γενίκευση της Πράξης. Ως ανθρώπινο δημιούργημα συνεπώς, δεν είναι αλάνθαστο. Οδηγεί στη γνώση της πραγματικότητας σε μεγάλο βαθμό, δίχως να φθάνει ποτέ στην πλήρη και οριστική κατάκτησή της. Κάθε επιστημονική κατάκτηση είναι μια περίπλοκη κατασκευή που συνθέτει, οργανώνει και ερμηνεύει εμπειρικά δεδομένα, επιστημονικές γνώσεις, μαζί με πολιτισμικές και φιλοσοφικές τάσεις. Είναι ένα πρόσκαιρο όριο το οποίο πλουτίζει τις γνώσεις του ανθρώπου. Τα όρια και το πεπερασμένο της ανθρώπινης δυνατότητας εμφανίζονται κάθε φορά στην ανάπτυξη των επιστημών, αναιρούνται με τα επιστημονικά άλματα για να επανεμφανισθούν ξανά ως νέα όρια και νέοι περιορισμοί σε αυτή την ασυμπτωτική και ατέλειωτη πορεία του ανθρώπου για την κατανόηση της αντικειμενικής πραγματικότητας.
 Κάθε καινούρια επιστημονική γνώση δεν προκύπτει από το τίποτα, αλλά από το ήδη υπάρχον, ως η άρνηση και η διαλεκτική κατάφασή του. Από τη μια καλύπτει γνωστικά κενά και από την άλλη αποκαλύπτει νέες περιοχές άγνοιας, δημιουργεί ταυτόχρονα νέες απαιτήσεις. Η επιστήμη, ως ιστορικό ανθρώπινο δημιούργημα, αναπτύσσεται. Επομένως, την εκάστοτε ισχύουσα επιστημονική θεωρία πρόκειται να τη διαδεχθεί η επόμενη. Γιατί τη μαθαίνουμε επομένως; Κάθε «θνησιγενής» θεωρία περιέχει πάντα όχι την αλήθεια αλλά συγκεκριμένα στοιχεία αλήθειας για την κατανόηση ενός κόσμου που υπάρχει και εξελίσσεται. Περιέχει συμπεράσματα διατυπωμένα σε νόμους μέσω των οποίων μπορούμε για παράδειγμα να προγραμματίζουμε και υλοποιούμε ένα ταξίδι στη σελήνη χωρίς να χανόμαστε στο διάστημα.
Τον σχηματισμό της επιστήμης δεν μπορούμε να τον δούμε έξω από την κοινωνία και τον ιστορικό χρόνο, αλλά ως εσωτερικό πραγματικό στοιχείο αυτής της κοινωνίας στην εξέλιξή της. Η ανάπτυξη της, κατά τον Μαρξ, «καθορίζεται εν μέρει από τη συνεργασία των συγχρόνων, εν μέρει από τη χρησιμοποίηση της εργασίας των προγενεστέρων. Είναι το προϊόν της καθολικής ιστορικής διαδικασίας της ανάπτυξης, το οποίο εκφράζει αφηρημένα την πεμπτουσία της». Στα επιστημονικά επιτεύγματα επομένως, ο τουφεκισμένος κομμουνιστής επαναστάτης για παράδειγμα έχει το δικό του μεγάλο ειδικό βάρος μαζί με τον ειδικό, την επιστημονική ερευνητική ομάδα.
 Η ιδεολογία της επιστήμης
 Αυτή λοιπόν η πνευματική παραγωγή, που είναι εγγενώς κοινωνική, εφόσον αποτελεί δημιουργική συσσώρευση, πόρισμα και γενίκευση προγενέστερης και τρέχουσας δραστηριότητας της κοινωνίας, μετατρέπεται στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα σε άμεση παραγωγική δύναμη. Ως τέτοια η επιστήμη υποτάσσεται άμεσα στο κεφάλαιο. Επιστήμη και δημιουργήματά της ιδιοποιούμενα από το κεφάλαιο επανασταστικοποιούνται και ταυτόχρονα διαστρέφονται και φρενάρονται. Ποια λοιπόν είναι η βάση υπαγωγής της στο κεφάλαιο;
Σε παλιότερες εποχές, π.χ. στη μανιφατούρα (οικοτεχνία) το μέσο εργασίας και η εργατική δύναμη αποτελούσαν μία αδιάσπαστη ενότητα: Ο εργάτης κατέχει ένα σύνολο δεξιοτήτων και γνώσεων που είναι απαραίτητο στη χρησιμοποίηση του εργαλείου. Το δεσπόζον επομένως είναι ο εργάτης και οι δεξιότητές του, άρα και οι σχέσεις των εργατών μεταξύ τους. Το δεσπόζον δεν είναι ακόμη η αυτοτελής οργάνωση, οι σχέσεις των μέσων παραγωγής μεταξύ τους.
Στην εποχή της μεγάλης βιομηχανίας, καθώς τελειοποιούνται και αυτοματοποιούνται τα εργαλεία, η βασική αρχή της οργάνωσης της εργασίας είναι η συνεχής είσοδος στην εργασία μηχανικών λειτουργιών (λειτουργίες του συστήματος των μηχανών). Η παραγωγική διαδικασία προβάλλει βαθμιαία όχι σαν υποταγμένη στην άμεση επιδεξιότητα του εργάτη, αλλά σαν τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης. «Η τάση του κεφαλαίου είναι να δίνει επιστημονικό χαρακτήρα στην παραγωγή και η άμεση εργασία του εργάτη να υποβαθμίζεται σε απλό συστατικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας» (Μαρξ, Grundrisse, τομ. 2, σελ. 533). Μαζί με το εργαλείο περνάει από τον εργάτη στη μηχανή και η δεξιοτεχνία του χειρισμού του. Έτσι αλλάζει πλέον η σχέση του εργάτη με τα μέσα εργασίας: Η σύγχρονη εργαλειομηχανή παρεμβάλλεται αυτοτελώς ανάμεσα στον εργάτη και το αντικείμενο εργασίας, αποκτά δεσπόζοντα ρόλο στην παραγωγή, εγκαθιδρύει μια νέα ενότητα που είναι η σχέση μέσου και αντικειμένου εργασίας. Ο χειριστής – εργάτης εποπτεύει, βάζει κάποιες πινελιές, κάνει την τελική συναρμολόγηση του προϊόντος, η αυτόματη μηχανή το κατασκευάζει. Τα μέσα εργασίας οργανώνονται πλέον σε αυτοτελές σύστημα μηχανών το οποίο εμπεριέχει τις κύριες δημιουργικές δεξιότητες για την παραγωγή. Αυτή η νέα σχέση μέσου και αντικειμένου εργασίας όπου το μέσο – εργαλειομηχανή εμφανίζεται πλέον όχι απλώς ως «ο κληρονόμος» των δεξιοτήτων του εργάτη αλλά ως το σχετικά αυτοτελές τμήμα της παραγωγής που οφείλει από την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή να τελειοποιείται συνεχώς διά της επιστημονικής «καινοτομίας», ώστε να λειτουργεί ο αιώνιος νόμος του καπιταλισμού, ο ανταγωνισμός, δημιουργεί τους υλικούς όρους για να μετατρέπεται η επιστήμη επί κεφαλαιοκρατίας σε άμεσα παραγωγική δύναμη. Και ως άμεση παραγωγική δύναμη, δεν μπορεί παρά να υπαχθεί κλιμακωτά, αντιφατικά και άμεσα στο κεφάλαιο. Έτσι όμως οι επιστημονικές γνώσεις υπάγονται πλέον σαφέστερα σε εξωεπιστημονικά κριτήρια κερδώας αποδοτικότητας. Κατακερματίζονται σε βραχύβιες ενότητες – προϊόντα, προσανατολισμένα στα κελεύσματα της αγοράς. Εντός αυτών των ορίων βαθαίνει η μερικότητα, η υπερειδίκευση, η ποιοτική αλλαγή, η ενίσχυση και εμφάνιση νέων ταξικών φραγμών στη γνώση. Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, οι σπουδές, αντί να προσφέρουν πρόσβαση σε ενιαία γνωστικά αντικείμενα, παρέχουν περισσότερο θραύσματα γνώσης, άθροισμα πληροφοριών και δεξιοτήτων, που αλλάζουν με βάση τις τρέχουσες ανάγκες του κεφαλαίου. Όμως πληροφορίες, δεξιότητες και θραύσματα γνώσης, χωρίς τις βαθύτερες εσωτερικές αιτιακές τους σχέσεις, δεν συνιστούν γνώση. Οδηγούν στην προοδευτική παρακμή της κριτικής διάνοιας, δηλαδή της θεμελιώδους δεξιότητας του ανθρώπου να κατανοεί σε ποιον κόσμο καλείται να ζήσει. Εδώ φωλιάζει ο σύγχρονος σκοταδισμός, ο πυρήνας των νέων ταξικών φραγμών, της σχετικής μορφωτικής εξαθλίωσης .
Η αστική τάξη ακολουθεί μια ανομολόγητη, αυστηρά σχεδιασμένη πολιτική πάνω στη γνώση και στην επιστήμη. Που καθορίζεται από το γεγονός πως η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία δεν μπορεί να συνδεθεί με θετικές ελπίδες και επαγγελίες. Να υποσχεθεί βελτιώσεις στη θέση της κοινωνικής πλειοψηφίας, στη βάση των σύγχρονων ανθρώπινων αναγκών και δυνατοτήτων. Γι’ αυτό και δεν προβάλλεται ως ο καλύτερος δυνατός κόσμος, αλλά ως ο μόνος δυνατός. Αυτό ερμηνεύει και το εύκολο ξέφτισμα των σύγχρονων άκαμπτων αστικών ιδεολογικών κατασκευών (τέλος ιστορίας, εργασίας, πολιτικής, ιδεολογιών – πόλεμοι πολιτισμών – μετακαπιταλιστική κοινωνία). Απαντά στο γιατί «χωνεύτηκαν» τόσο γρήγορα οι θριαμβολογίες για τις καταρρεύσεις (καθώς η νίκη απέναντι σε μια καρικατούρα αντιπάλου δεν αποδεικνύει εξ ορισμού και την υπεροχή του νικητή).
Κάθε επιστημονικό πεδίο αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, συχνά καλυμμένο από θεοκρατικές, μη επιστημονικές αντιλήψεις που εντείνουν τη σύγχυση και την αδυναμία των νέων ανθρώπων να κατανοήσουν τη ζωή. Η επιστήμη διατρέχεται από την ιδεολογία και η ίδια συντελεί στην παραγωγή ιδεολογίας. Υπηρετείται από επιστήμονες οι οποίοι κατέχουν συγκεκριμένη θέση στην κοινωνία, φέρουν τους δικούς τους πολυποίκιλους επηρεασμούς. Επομένως, με βάση τα παραπάνω, η επιστήμη δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ιδανικό βασίλειο του ορθού λόγου. Είναι ένα διαρκές γίγνεσθαι με τις αντιφάσεις του. Η ίδια η επιστήμη διά επιστημόνων εκτρέφει και την άρνηση της!
Οι κοινωνικές επιστήμες για παράδειγμα, θα μπορούσαν να αποτελούν ένα πανόραμα της ζωής και της εξέλιξης του ανθρώπου, γνώσης σημαντικών μορφών της ανθρώπινης κοινωνικής συνείδησης. Ο άνθρωπος δημιουργεί την κοινωνία και μέσω αυτής της δημιουργίας διαμορφώνεται και ο ίδιος παράλληλα με τον αγώνα για να αποσπάσει τα προς το ζην από τη φύση. Ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων. Σε σύγχρονες επιστήμες κοινωνικού περιεχομένου όμως, η κυριαρχούσα αντίληψη επιχειρεί να παρουσιάσει τη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία ως παντοτινή, εναρμονισμένη στην «αιώνια φύση του ανθρώπου». Ότι η ανθρώπινη φύση, δήθεν, είναι που οδηγεί στην κοινωνικότητα, στην έμφυτη τάση της ανάγκης της θρησκείας. Η πολυμορφία και η ιδιαιτερότητα των ανθρώπων προκύπτει, γράφουν, από την ίδια τους τη φύση. Το κέρδος και η μεγιστοποίησή του παρουσιάζονται ως φυσική και φυσιολογική αναγκαιότητα, που πηγή του είναι η εξυπνάδα, το ρίσκο, η επιχειρηματικότητα. Στη φύση δήθεν του Έλληνα είναι η δημοκρατία και το δαιμόνιο του επιχειρηματία. Έτσι όμως η φύση εμφανίζεται ως «οπαδός» του καπιταλισμού και ο άνθρωπος εμφανίζεται ως άνθρωπος πριν καν γίνει κοινωνικό ον. Στη δε σχέση ατόμου-κοινωνίας εμφανίζεται το άτομο να καθορίζει κυρίως την κοινωνία και όχι το αντίθετο. Το ίδιο το κράτος συχνά παρουσιάζεται όχι ως ιστορικό δημιούργημα της αστικής τάξης –και επομένως στην υπηρεσία της– αλλά ως εκφραστής της ομαλής λειτουργίας των ανθρώπινων σχέσεων, των αναλλοίωτων και ενιαίων δήθεν συμφερόντων των πολιτών.
Στις ιστορικές επιστήμες κυριαρχεί η πλήρης αποσιώπηση του ρόλου των τάξεων και της αναμεταξύ τους πάλης, η ανερμήνευτη παράθεση γεγονότων, η απόκρυψη άλλων, η αποσπασματικότητα που αίρουν τη δυνατότητα σφαιρικής προσέγγισης των γεγονότων.
Το περιεχόμενο των θετικών επιστημών ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο ακραίους πόλους. Ο πρώτος, ο κύριος, απορρίπτει στην πράξη τη γενίκευση των συμπερασμάτων των θετικών επιστημών, τις σφοδρές φιλοσοφικές τους επιδράσεις, την αξία της θεωρητικής τους προσέγγισης στα θεμελιακά προβλήματα του κόσμου. Και τις περιχαρακώνει στο πεδίο των ατράνταχτων δήθεν επιστημονικών, χειροπιαστών αποδείξεων. Ο άλλος πόλος τις συνδέει, πιο ορατά κατά περιόδους στη βιολογία και αστρονομία, με θεοκεντρικές κυρίως απόψεις για τη δημιουργία του σύμπαντος και του ανθρώπου.
Ανάμεσά τους, σαν αναγκαίο κακό, εμφανίζονται απόψεις που τείνουν προς κάποιο έωλο, αναπόδεικτο υλισμό. Σαν αποτέλεσμα στη φυσική και χημεία, η υλικότητα του κόσμου, η ενότητα και η αλληλουχία των φυσικών φαινομένων, η πολυμορφία των διαφόρων μορφών της ύλης και το ανεξάντλητό της, η σχέση ανάμεσα στο αίτιο και το αποτέλεσμα, το τυχαίο και το αναγκαίο, η ιστορικότητα αλλά και η χρησιμότητα των επιστημονικών μοντέλων, η επίδρασή τους στη φιλοσοφία, δίνουν τη θέση τους στην άποψη ότι περίπου αυτή είναι η τελική άποψη της φυσικής με αμφίβολη για τους διδασκόμενους την καθημερινή χρησιμότητά της.
Τα μαθηματικά, ο κλάδος που αντικειμενικά καλλιεργεί τη φαντασία και το συλλογισμό, που «δείχνουν τις σχέσεις των πραγμάτων από τη σκοπιά της τάξης, του αριθμού και της έκτασης» (Λένιν, Φιλοσοφικά Τετράδια) μετατρέπονται σε ένα ακατάληπτο σύνολο μυστηριακών φορμαλισμών, ξεκομμένων από τη ζωή και τη φύση.
Η υποκατάσταση και η ανάμιξη της επιστημονικής γνώσης με τη μυθοπλασία, την αποσπασματικότητα και τη θεολογική ερμηνεία της πραγματικότητας δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Στη βάση των οδηγιών του ΟΟΣΑ εισάγεται τώρα η ωφελιμιστική αντίληψη για τη γνώση. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, σε αυτή τη νέα εποχή χρήσιμη είναι μόνο η επιστημονική γνώση που φέρνει άμεσες «πληρωμές». Έτσι όμως, ενώ η κεφαλαιοκρατική κοινωνία αναπτύσσει την επιστήμη, επιχειρεί ταυτόχρονα την οριοθέτησή της στα ασφυκτικά όρια των σκοπών και των αντιφάσεων της αγοράς.
Εκτός της κοινωνίας, η ίδια η φύση όμως δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αέναη κίνηση, μια αέναη ανανεωνόμενη ενότητα εμφάνισης και εξαφάνισης. Η διαρκής κίνηση, η δυναμική εμφάνισης, εξαφάνισης και μετασχηματισμού των σωματίων, η γένεση και το σβήσιμο αστέρων στο μεγάκοσμο, το επιβεβαιώνουν. Ο επιχειρούμενος επομένως περιορισμός και η σχεδιαζόμενη οριοθέτηση της επιστήμης είναι ανέφικτα και τελικά μάταια. «Το αιώνιο μυστήριο αυτής της φύσης στην αιώνια κίνησή της, στην αέναη κίνηση του χώρου, του χρόνου και του σύμπαντος, είναι η ίδια η δυνατότητα κατανόησής της», σημείωνε ο Αϊνστάιν.
Ενισχύονται οι δυνάμεις αμφισβήτησης
Τα σύγχρονα επιστημονικά και τεχνολογικά άλματα στη δυναμική τους εξέλιξη, μετά την ανακάλυψη των προσωπικών υπολογιστών, του αυτοματισμού και της βιοτεχνολογίας, σε συνδυασμό με τις μεταβολές στις παραγωγικές σχέσεις –κυρίως στις σχέσεις ιδιοκτησίας– εμπεριέχουν την τάση να προκαλούν βαθύτερες πλέον αναστατώσεις και κρίσεις στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Να διαμορφώνουν –παρά το αντίθετο που «φαίνεται»– προϋποθέσεις για νέους γύρους εργατικής αμφισβήτησης και κλονισμών της αστικής κυριαρχίας.
Σε λίγο διάστημα θα φυτεύουν μαζικά –ήδη γίνεται στη Γουατεμάλα– καλαμπόκι και με ένα «προγραμματισμένο» βακτήριο, προϊόν της βιοτεχνολογίας, θα παράγεται καύσιμο μηχανών. Με σοβαρές αναταράξεις στη γεωστρατηγική σημασία χωρών και αρνητικές συνέπειες στη γεωργία. Με μύκητες μπορούν να παράξουν εξαιρετικά λεπτές ίνες πολλαπλά ανθεκτικότερες του ατσαλιού, που θα ανατρέψουν δεδομένα σε μεταφορές, συγκοινωνίες και οικοδομές. Η τρισδιάστατη εκτύπωση κρύβει μέσα της την ελπίδα για φτηνή, υψηλής ποιότητας κατοικία, τη διατάραξη των όρων καπιταλιστικής οικοδομικής δραστηριότητας. Η εφαρμογή της σύγχρονης φυσικής στους υπολογιστές πολλαπλασιάζει τον όγκο αποθήκευσης πληροφοριών, την ταχύτητα μεταφοράς τους, με σοβαρές επιπτώσεις στους ρυθμούς ροής του κεφαλαίου, στην επικοινωνία των ανθρώπων, στην οργάνωση και εκμετάλλευση της εργασίας. Με πρωτόγνωρες δυνατότητες ώστε με λίγα ευρώ για την αγορά ενός σκληρού δίσκου να μπορεί να απολαμβάνει «ακόμη και η υπηρέτρια» όλο το συσσωρευμένο ανθρώπινο πλούτο στην τέχνη. Η εφαρμογή μαγνητικών πεδίων επιτρέπει ήδη την κίνηση «ιπτάμενων» τρένων, μεσοπρόθεσμα και αυτοκινήτων, με εξαιρετικά μεγάλες ταχύτητες και μικρότερα ποσά καυσίμων. Η διείσδυση «στον πιο κοντινό και ταυτόχρονα στον πιο μακρινό ως πρόσφατα κόσμο», στο εσωτερικό των σωματιδίων, στον ανθρώπινο εγκέφαλο και στο εσωτερικό της γης, δημιουργεί ποιοτικά νέους όρους στην ιατρική και στο μετασχηματισμό της φύσης.
Αντίθετα επομένως από αυτό που φαίνεται πως ισχύει, οι υλικές δυνάμεις που αμφισβητούν την αστική κυριαρχία έχουν την αντικειμενική τάση, στη σημερινή νέα εποχή, να αναπτύσσονται βαθύτερα, ταχύτερα και σε ανώτερο επίπεδο απ’ τις δυνάμεις της συμφωνίας και της ενίσχυσης του εκμεταλλευτικού συστήματος. Ας αναλογιστούμε πάνω στη θυελλώδη ανάπτυξη του ρόλου της επιστήμης και της διανοητικής εργασίας στην παραγωγή, σε σχέση με την αθλιότητα του επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Στον χρόνο που απελευθερώνει η επιστήμη και η εργασία σε σχέση με τη χωρίς προηγούμενο κλοπή του χρόνου εργασίας και ζωής από τους καπιταλιστές. Πάνω στη δυνητική ποιότητα του ίδιου του χρόνου εργασίας, σε σχέση με την αποξενωτική σύγχρονη ηλεκτρονική αλυσίδα της καπιταλιστικής γαλέρας. Στις νέες δυνατότητες μετασχηματισμού της σχέσης κοινωνίας – φύσης σε σχέση με τη βάρβαρη καπιταλιστική πολιτική. Στη σημερινή και στην προοπτική της ίδιας της παραγωγικότητας για την πρωτοφανή κάλυψη ανθρώπινων αναγκών σε σχέση με την πείνα, την κανιβαλική αστική πολιτική εκμετάλλευσης των εργατών.
Σύγχρονη έκρηξη της επιστήμης και της τεχνικής: Νέοι ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, με «παράδοξες» ό επιδράσεις.
Ειδικότερα σε όσον αφορά την εκμετάλλευση της εργασίας, η σύγχρονη έκρηξη της επιστήμης και της τεχνικής οδηγεί σε νέους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, με «παράδοξες» όμως επιδράσεις. Απ’ τη μια αυξάνει το ποσοστό άντλησης σχετικής υπεραξίας, απ’ την άλλη, μακροπρόθεσμα, προκαλεί προϋποθέσεις βαθύτερης διαταραχής, κρίσης στη δυναμική της: Το τμήμα της υπεραξίας που επενδύεται κάθε φορά στα νέα σύγχρονα μέσα παραγωγής (προγράμματα και αυτοματοποιημένες μηχανές) και αναπτύσσει την παραγωγικότητα της εργασίας τείνει να είναι όλο και μεγαλύτερο απ’ το τμήμα που επενδύεται σε εργάτεςπου παράγουν εκ νέου υπεραξία. Άρα το επενδυόμενο σταθερό κεφάλαιο σε σύγχρονες μηχανές και προγράμματα ανά εργάτη αυξάνει. Εντείνεται πλέον σταθερά η τάση παραπέρα μείωσης της ποσότητας της ζωντανής εργασίας, σε σχέση με τον όγκο του σταθερού κεφαλαίου που αυτή θέτει σε λειτουργία.  Η ζωντανή όμως εργασία αποτελεί τη μοναδική πηγή υπεραξίας. Άρα η παραγωγικότητα της εργασίας στη νέα εποχή τείνει να αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας λιγότερο απ’ τους ρυθμούς της δικής της αύξησης. Επομένως η αύξηση της παραγωγικότητας, εφ’ όσον οι μισθοί δεν μειώνονται, προκαλεί πλέον μακροπρόθεσμα κρίση στους ρυθμούς αύξησης της σχετικής υπεραξίας. Η «ευέλικτη εργασία» και ο μόνιμος συνοδός της, η μεγάλη μείωση μισθών,  αποτελεί τη σταθερή  στρατηγική απάντηση της αστικής πολιτικής γιατί ακριβώς τείνει να αναιρεί την κρίση της δυνα­μικής της σχετικής υπεραξίας. Να αναχαιτίζει σχετικά  την τάση μείωσης της ζωντανής εργασίας. Να χρησιμεύει στη μυστικοποίηση των νέων μορφών εκμετάλλευσης κάτω από το πρόσχημα της κα­ταπολέμησης της ανεργίας που το ίδιο το κεφάλαιο προκαλεί.
Στο βάθος των κρίσεων υπερσυσσώρευσης, πίσω από τη σημερινή κρίση, από τα προβλήμα­τα της πτωτικής τάσης του ποσο­στού κέρδους, βρίσκεται η α­πογείωση των παραγωγικών δυνάμεων που συντελείται με ιδιαίτερα αλματώδη τρόπο ήδη από τη δεκαετία του ‘90 λόγω ακριβώς της συντελούμενης ιδιαίτερης έκρηξης της επιστήμης και των τεχνολογικών εφαρμογών της. Απογείωση που δεν συμβαίνει «όπως πάντα και όπως συνήθως στον καπιταλισμό», σύμφωνα με τις παγιωμένες αντιλήψεις στην Αριστερά. Μόνο από το 1970 ως σήμερα έχει περίπου εξαπλασιασθεί, ρε­κόρ για όλες τις εποχές, η συνο­λική παραγωγικότητα της εργασίας. Βρίσκεται η απογείωση  της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, του εργάτη της νέας εποχής, που δεν χωρά, αυτή πρωτίστως από τις παραγωγικές δυνάμεις, στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της νέας εποχής. Γι’ αυτό και πρέπει μόνιμα να «προσαρμόζεται». Έτσι όμως δημιουργείται ένα καινούριο, δυνάμει εκρηκτικό, κοινωνικό σώμα που αποτελείται  από το «μεταναστοποιημένο επιστήμονα», τον Αφγανό μετανάστη με το κινητό, το σύγχρονο και παλιό εργάτη και τον αυτοαπασχολούμενο που τα χάνει όλα.  Συνολικά ησημερινή εκρηκτική ανάπτυξη της επιστήμης, της τεχνικής, των παραγωγικών δυνάμεων, ενώ από τη μια βρίσκεται σε μια «τρέχουσα» θα λέγαμε αντιστοιχία με το καπιταλιστικό σύστημα, απ’ την άλλη τείνει να έρχεται σε βαθύτερη αναντιστοιχία και σε ανώτερο από κάθε άλλη φορά επίπεδο σύγκρουσης μαζί του.Ο λεγόμενος νεοσυντηρητισμός, νεοφιλελευθερισμός ή όπως αλλιώς λέγεται ο σύγχρονος κοινωνικός πόλε­μος του κεφαλαίου με όλα του τα μπλε, πράσινα, ροζ ή μιξάζ χρώματα, οι πολιτικές σταθεροποίησης είναι η αντικειμενική τάση αυτής της απάνθρωπης  ανάπτυξης και  κρίσης, είναι ο καπιταλισμός της εποχής μας στα ακραία του όρια. Οι απόπειρες της κεντροαριστεράς εκπροσωπούν την προσπάθεια θωράκισης αυτής της παντοδυνα­μίας και εξασφάλισης εφεδρειών απέναντι στις αναπτυσσόμενες και διαρκώς αναγεννώμενες τάσεις στρατηγικότερης απάντησης και στις δυ­νατότητες χειραφέτησης της εργα­σίας.
Στον καπιταλισμό «Κάθε τι κλειστό  και σταθερό εξατμίζεται, κάθε τι ιερό βεβηλώνεται και στο τέλος οι άνθρωποι αναγκάζονται να αντικρούσουν  με νηφάλιο μάτι τη θέση τους στη ζωή και τις αμοιβαίες σχέσεις τους». Αν αυτό ίσχυε την εποχή του Μανιφέστου, σε περιόδους κρίσεων όπως τη σημερινή και επομένως και στις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις όπως αυτές παρουσιάζονται, ισχύει περισσότερο παρά ποτέ. 

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

Ένα σχέδιο για μια μαρξιστική θεωρία του έθνους



του Κώστα Παλούκη, στην έκδοση

Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας #1


Η αποδόμηση της ιδέας του έθνους και τα μεθοδολογικά όριά της
Η συζήτηση για το έθνος την τελευταία 20ετία στην Ελλάδα καθορίστηκε από 4 βιβλία σημαντικών διανοητών, όταν με τις μεταφράσεις τους άνοιξε ένας προβληματισμός και μια συζήτηση σε όλο το φάσμα των κοινωνικών επιστημών επιδρώντας καταλυτικά στην αριστερά. Το πρώτο είναι του Elie Kedourie, Ο εθνικισμός, εκδ. Κατάρτι. Το δεύτερο είναι του Ernest Gelner, Έθνη και Εθνικισμός, εκδ. Αλεξάνδρεια. Το τρίτο Μπενεντίκτ Άντερσον, Φανατασιακές Κοινότητες, εκδ. Νεφέλη. Το τέταρτο είναι του Έρικ Χομπσμπάουμ, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 έως σήμερα. Τα κείμενα αυτά όχι τυχαία φέρουν περίπου τον ίδιο τίτλο καθώς διαπραγματεύονται το ίδιο ερώτημα. Συγκεκριμένα, από διαφορετική προσέγγιση το καθένα έφεραν την ελληνική διανόηση και κατ’ επέκταση ελληνική κοινωνία μπροστά στην εξής ριζοσπαστική σοκαριστική πρόταση: τα έθνη δεν είναι διιστορικά, αλλά ιστορικά φαινόμενα ότι δηλαδή εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αι και όχι στα μέσα της 2ης χιλιετηρίδας προ Χριστού. Γεννήθηκαν σχετικά πρόσφατα μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια. Το πλέον ριζοσπαστικό και σοκαριστικό παράγωγο αυτής της πρότασης είναι η ιδέα ότι το ίδιο το ελληνικό έθνος δεν είναι διιστορικό, αλλά ιστορικό φαινόμενο∙ .ότι δηλαδή το ελληνικό έθνος δεν σχετίζεται ούτε με τους αρχαίους έλληνες ούτε με το βυζάντιο ίσως ούτε με τους χριστιανούς υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο εξής στην ελληνική κοινωνία διεξάγεται με λιγότερο ή περισσότερο οξυμμένο τρόπο μια έντονη συζήτηση για τον χαρακτήρα του ελληνικού έθνους.
Η «αποδόμηση» της ιδέας του ελληνικού έθνους στα πλαίσια γενικά της «αποδόμησης» των εθνών είναι σωστό να χαρακτηρίζεται ριζοσπαστική γιατί ακριβώς διαλύει στη «ρίζα» της μια βαθειά εμπεδωμένη και αυτονόητα δεδομένη σύλληψη του κόσμου ως ένα αναπόδραστο «δι-εθνές» σύστημα, ένα σύστημα δηλαδή εθνών. Αυτή η «ιστορικοποίηση» επαναφέρει με μεγαλύτερη ισχύ την ιστορική δυνατότητα και προοπτική ενός παγκόσμιου συστήματος χωρίς έθνη. Αφού τα έθνη «φτιάχτηκαν» κάποτε και μάλιστα στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, πολύ πιο εύκολα τότε μια μέρα στο πολύ κοντινό μέλλον μπορεί να πάψουν να υφίστανται. Επίσης, η «αποδόμηση» χαρακτηρίζοντας όλες τις απόψεις για το έθνος ως «εθνικές ιδεολογίες» τις ενέταξε σε μια ενιαία και αδιαίρετη κατηγορία, δηλαδή στον «εθνικισμό» επιχειρώντας μια ταξινόμηση και μελέτη όλων των μορφών και εκδοχών του εθνικισμού. Στις πολιτικές προεκτάσεις στα θετικά συγκαταλέγεται η αντιπαράθεση με τον πολιτικό εθνικισμό και ιδιαίτερα με τις εθνικές μυθολογίες επιτρέποντας τον «εξορθολογισμό» πολλών εθνικισμών.
Το βασικό πρόβλημα όμως της «αποδόμησης» – ιδίως στην Ελλάδα – είναι εδράστηκε κατά βάση σε μια «κονστρουκτιβιστική» μεθοδολογία η οποία προσέλαβε τα έθνη σαν ένα είδος «εργαστηριακής επινόησης» κάποιων διανοουμένων τα οποία επιβλήθηκαν δια του κράτους πάνω στις λαϊκές μάζες οι οποίες παθητικά υιοθέτησαν τον εθνικισμό.[1] Συγκεκριμένα, οι κονστρουβιστές κοινωνικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν περισσότερο ή λιγότερο τον λόγο ως βασικό αναλυτικό εργαλείο μέσα από το οποίο θεωρείται ότι επιτελείται η «εθνική ταυτότητα». Η ταξική πάλη, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι παραγωγικές σχέσεις, οι εκμεταλλευτικές σχέσεις δεν εμφανίζονται να παίζουν κάποιο συνολικά καθοριστικό ρόλο. Όλα υποβαθμίζονται σε μια γενική φουκωικής προέλευσης εξουσιαστική σχέση που διαχέεται παντοειδώς στην κοινωνία και η οποία εμφανίζεται μέσα από την επιβολή του ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους στους «από κάτω» και επιβάλλει το δικό της εξουσιαστικό λόγο. Αυτός ο λόγος απλά έρχεται και επικάθεται στις ανθρώπινες συνειδήσεις μετασχηματίζοντας τις προϋπάρχουσες σημασίες των εννοιών, χωρίς αυτοί απαραίτητα να αντιδρούν. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο αυτό το οποίο απαξιώνεται και εξαλείφεται από την ιστορική οπτική είναι η ικανότητα και η δυνατότητα των εκάστοτε «από κάτω» να συγκροτούν ένα δικό τους συλλογικό σχέδιο, μια δικιά τους ταξική στρατηγική για το σύνολο της κοινωνίας. Καταδικάζονται να υπάρχουν και να λειτουργούν παθητικά είτε ως κοινωνικές ομάδες είτε ως ατομικότητες.
Τα έθνη, και συγκεκριμένα το ελληνικό έθνος, προκύπτουν, συνεπώς, σα μια «εργαστηριακή επινόηση», σαν ένα κατασκευασμένο ιδεολόγημα κάποιων πρωτοπόρων υποκειμένων, κομμάτι κάποιας αποσπασμένης από την κοινωνία εξουσίας. Με κανένα τρόπο δε συνιστούν αυτονόητο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής οικονομίας και εν γένει μιας διαλεκτικής κίνησης της κοινωνίας, όπου οι λαϊκές τάξεις και ο ταξικός ανταγωνισμός επενεργούν και συνδιαμορφώνουν διαλεκτικά μέσα από συγκρούσεις. Δεν αποτελούν μια σύνθεση που ναι μεν παραμένει ηγεμονική υπέρ των «από πάνω», αλλά ενσωματώνει διαλεκτικά στοιχεία του πολιτισμού, των υλικών συμφερόντων, της οπτικής, της πολιτικής, της ιδεολογίας των «από κάτω».
Και ενώ θα ανέμενε κανείς να επικρατήσει η μελέτη του εθνικισμού ως μια πλευρά της αστικής ιδεολογίας, αυτή η πλευρά τελικά υποβαθμίζεται στους περισσότερους μελετητές. Φορείς της ιδέας του έθνους παρουσιάζονται συνήθως οι διανοούμενοι, το κράτος – κυρίως μέσα από την εκπαιδευτική πολιτική του –, τα πολιτικά κόμματα ή μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία, π.χ. το ΕΑΜικό μέτωπο ή η «εθνικόφρων δεξιά». Στο βαθμό που αναγνωρίζεται η υιοθέτηση του εθνικισμού από τα κατώτερα στρώματα τότε η εθνική ιδεολογία παρουσιάζεται ως η κατεξοχήν λαϊκή και μαζική ιδεολογία και πολιτική γλώσσα. Τότε, απέναντι στον «λαϊκό εθνικισμό» της «ευγενούς τυφλώσεως» διακρίνεται πολλές φορές μια «καλή» και «εξορθολογισμένη» «αστική» και «εκσυγχρονιστική» προσέγγιση του έθνους η οποία αποτιμάται θετικά ως πιο «δημοκρατική».
Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η αποδόμηση του έθνους από τους έλληνες κονστρουκτιβιστές  αυτό-ακυρώθηκε και έφτασε πολύ σύντομα στα όριά του.  Διότι κυριάρχησε στην μεθοδολογία ένας «ελιτισμός» υπονομεύοντας ό,τι θετικό και ριζοσπαστικό προσέφερε στην αρχή. Βασική αιτία είναι ότι αφήρεσε τα μαρξιστικά αναλυτικά εργαλεία από τις προσεγγίσεις και ερμηνείες του εθνικισμού, αλλά και στράφηκε μεθοδολογικά εναντίον του μαρξισμού. Πολλές φορές μάλιστα οι φορείς του «κονστρουκτιβισμού» παρουσιάζονται ως μετα-μαρξιστές.

Τα πολιτικά όρια της αποδόμησης του έθνους
Το αστικό κράτος του μονοπωλιακού και στη συνέχεια κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού προσέφερε έναν λαϊκό πατριωτισμό στα κατώτερα στρώματα, με σκοπό να τα ενσωματώσει στην κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, ώστε να τα ενσωματώσει στον εθνικό κοινωνικό κορμό και να εμποδίσει την αντισυστημική δράση τους. Με αντάλλαγμα παραχωρούσε κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα. Ο Νίκος Πουλαντζάς περιγράφοντας τη θέση της εργατικής τάξης ως μια συνιστώσα του αστικού κράτους υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης ορίζει την θέση της αντίστοιχα και ως συνιστώσα του έθνους.[2] Αυτό το σχέδιο υπηρετήθηκε στην Ελλάδα με διάφορες παραλλαγές από το 1870 μέχρι το 1990. Οι πιο μοντέρνες εκδοχές υπήρξαν μεσοπολεμικά ο βενιζελισμός και ο βασιλομεταξικός φασισμός.
Μετεμφυλιακά υπηρέτησαν το ίδιο σχέδιο τόσο η ηττημένη αριστερά όσο και η δεξιά υιοθετώντας τον εθνικό και πατριωτικό λόγο. Η αριστερά αναφερόταν στην εθνική ανεξαρτησία που προϋποθέτει τη λαϊκή κυριαρχία και ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Η δεξιά προσέφερε ένα πατερναλιστικό σκληρό κράτος, όπου η κοινωνική πρόνοια διαπερνάται μέσα από τις πελατειακές σχέσεις μεταξύ των εθνικοφρόνων και εξαιρούσε τους υπόλοιπους. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 οι κυβερνήσεις Καραμανλή θα επιχειρήσουν να διευρύνουν την κοινωνική συμμαχία και να ενσωματώσουν την αριστερά στο κράτος. Ωστόσο, η εθνικόφρων παράταξη οριζόμενη από το «ελληνοχριστιανικό έθνος», δηλαδή την σύνθεση του αρχαιοελληνικού με τον βυζαντινό χριστιανικό πολιτισμό και φορέας των μεφυλιακών και μετεμφυλιακών αντιθέσεων αδυνατούσε να πραγματώσει ένα τέτοιο σχέδιο. Αυτό θα επιτευχθεί τελικά με τις πρώτες κυβερνήσεις  του ΠΑΣΟΚ μέσω ενός «ιστορικού συμβιβασμού». Σημαντικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του συμβιβασμού είναι το σχήμα του Ν. Σβορώνου για το ελληνικό έθνος. Η έννοια του «αντιστασιακού έθνους» «ενσωμάτωσε» από τη μία το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα στην αριστερή εμπειρία, αλλά και από την άλλη αντίστροφα ενσωμάτωσε την αριστερή εμπειρία και μνήμη σε στο νεοελληνικό εθνικισμό πετυχαίνοντας τον «νικηφόρο συμβιβασμό».[3]
Ωστόσο, το 1989 η κοινωνική και πολιτική συμμαχία που στήριζε το σχήμα αυτό αρχίζει να διαρρηγνύεται και οι αντιφάσεις της αναδύονται οξυμένες στην επιφάνεια. Συγκεκριμένα, η δεκαετία του 1990 σημαδεύεται από την παγίωση των δομών του σταδίου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού στην Ελλάδα, γεγονός που σημαδεύεται από σημαντικές ανατροπές σε όλους τους τομείς της οικονομίας, της κοινωνίας, της πολιτικής, του κράτους και του πολιτισμού. Το κοινωνικό κράτος αφήνει τη θέση του στο κράτος στρατηγείο το οποίο είναι πιο αποτελεσματικό, πιο επιτελικό και πιο ευλύγιστο στο ρόλο του ως οργά­νου των συλλογικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Όλα τα πολιτικά ζητήματα θεωρούνται διαχειριστικά και αμιγώς τεχνοκρατικά, που μπορούν να επιλύονται από εκσυγχρονισμένο κράτος και πολιτικό σύστημα που θα έχει εγκαταλείψει τον «λαϊκισμό».  Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που ενώνει ιδεολογικά και στρατηγικά σε ένα ενιαίο μέτωπο τον «εκσυγχρονισμό» της κοινωνίας με τον «εκσυγχρονισμό» της ιστορίας. Το κράτος και η κυβέρνηση «από τα πάνω», ανεξάρτητα από κάθε «πελατειακή» πίεση και λαϊκό έλεγχο, ουδέτερη, αντικειμενική, «απ’ έξω» από την κοινωνία που είναι η κοινωνία των πολιτών, ορίζουν την κοινωνία σαν ένα είδος στρατηγείου ειδικών επιστημόνων. Με τον ίδιο τρόπο «από τα πάνω» και «απ’ έξω» από την κοινωνία οι νέοι επιστήμονες κλεισμένοι στο στρατηγείο του Πανεπιστημίου ορίζουν τη νέα ιστορία.
Οι νέοι κεντροαριστεροί κοινωνικοί επιστήμονες με τους τεχνοκράτες του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ συγκλίνουν σε μια νέα σύλληψη της κοινωνικής οργάνωσης η οποία προτάσσεται ως υποκατάστατο του έθνους κράτους. Στα πλαίσια μιας ευρωπαϊκής πολυπολιτισμικής πλουραλιστικής αστικής δημοκρατίας η κάθε κοινωνική ομάδα ή κάθε εθνότητα ή ακόμη και το κάθε υποκείμενο μπορεί να επιλέγει και να καλλιεργεί τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα: οι μουσουλμάνοι, οι αλβανοί, οι αριστεροί, οι γυναίκες, οι άντρες, οι ομοφυλόφιλοι, οι φανατικοί χριστιανοί, οι φανατικοί έλληνες κτλ μέχρι και οι ολυμπιακοί και οι αεκτζήδες. Μια τέτοια «δημοκρατική» πρόταση είναι φανερό ότι ταιριάζει απόλυτα στην ευρωπαϊκή ιδέα και στην «δημοκρατική αριστερά», γιατί ακριβώς μια «δημοκρατία» που προτάσσει τη «φόρμα» και στερείται πολιτικού ταξικού περιεχομένου είναι δυνατόν να συνάδει με τις πιο αντιδραστικές πολιτικές και να συνιστά τη «δημοκρατική» διέξοδο του αστισμού. Προβάλλονται ουσιαστικά δύο εχθρικοί εθνικισμοί: ο ένας είναι ο σύγχρονος δημοκρατικός και ορθολογικός εθνικισμός, ο εθνικισμός της ισχυρής Ελλάδας. Ο άλλος είναι ο συναισθηματικός, άλογος, βιωματικός, ανορθολογικός, λαϊκός εθνικισμός του μίσους και του ρατσισμού. Είναι ο εθνικισμός του κοινωνικού πατριωτικού έθνους κράτους. Με αυτόν τον τρόπο ο επιθετικός ολοκληρωτικός καπιταλισμός επιχειρεί να ντύσει με «δημοκρατικό» και «αριστερό» επίχρισμα τη διάλυση του εθνικού κοινωνικού κράτους.
Σε αυτήν την διαδικασία σημαντικό εργαλείο εξελίσσεται η μετανάστευση, αλλά και οι υπάρχουσες μειονότητες. Τα μεγάλα έθνη κράτη δεν πρέπει να επιτρέψουν στους μετανάστες να πολιτικοποιηθούν με όρους ταξικούς. Προωθούν το διαχωρισμό σε εθνότητες και σε κάθε είδους πολιτισμικές κοινότητες και το νέο έθνος πρότυπο του Έρνεστ Γκέλνερ είναι έτοιμο: «Θα υποχρεωθεί να σεβαστεί πολιτισμικές διαφορές, όπου αυτές επιβιώνουν αρκεί να είναι επιφανειακές και να μη γεννούν αυθεντικούς φραγμούς μεταξύ των ανθρώπων»[4]. Το νέο έθνος θα είναι πολυπολιτισμικό. Οι εθνότητες των μεταναστών πρέπει να είναι συγκροτημένες ως εθνότητες, να μην συγχωνευθούν, να μην ενοποιηθούν, να μην αναμειχθούν για να φτιαχτεί κάτι νέο και ενιαίο, αλλά να είναι υποταγμένες μέσα από τη διαφορετικότητά τους στον φιλελεύθερο ορθολογικό εθνικισμό των αστικών αρχουσών εθνικών τάξεων. Το νέο διεθνές ιμπεριαλιστικό πλέγμα δεν επιθυμεί έναν εθνικισμό με εχθρούς τις γειτονικές αστικές τάξεις, όπου αυτό προϋποθέτει διαταξική πατριωτική συμμαχία ανάμεσα στις ανώτερες και τις κατώτερες τάξεις ενός κράτους. Αλλά μια υπερεθνική κοσμοπολίτικη ταξική συμμαχία όλων των εθνικών αστικών τάξεων κάτω από την ηγεμονία της ΕΕ και των ΗΠΑ. Ο εχθρός σε αυτόν τον κοσμοπολίτικο εθνικισμό δεν πρέπει να είναι ταξικός και διεθνιστικός, αλλά πατριωτικός και λαϊκός, εθνικιστικός, σωβινιστικός, αντιδημοκρατικός, φονταμενταλιστικός. Έτσι, ενισχύεται παντού ο θρησκευτισμός ως μοναδικό ιδεολογικό και πολιτικό όπλο των λαϊκών τάξεων για την υπεράσπιση των κοινωνικών τους δικαιωμάτων.
Η κριτική στον εθνικισμό τελικά δε στρέφεται εναντίον των ταξικών συμφερόντων που γέννησαν τον εθνικισμό, αλλά ουσιαστικά λειτουργεί και συνεργεί υπέρ τους σαν μια πιο εκλογικευμένη και σωστή εκδοχή του. Συγκεκριμένα μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης ταξικής διαπάλης το ριζοσπαστικό στοιχείο της εθνικής αποδόμησης υποχωρεί και αντιδραστικοποιείται καθώς οι διανοούμενοι φορείς τους διεκδικούν να το ενσωματώσουν στην οπτική και την στρατηγική του άρχοντος αστικού συνασπισμού εξουσίας. Οπότε η αποδόμηση του έθνους ταυτίζεται και γίνεται εργαλείο της αντιδραστικής πολιτικής
Το μοντέλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας δεν έγινε ποτέ αποδεκτό από τα λαϊκά στρώματα ούτε ποτέ συγκίνησε πραγματικά την αστική τάξη, ώστε να γίνει όχημα ενός αστικού ιδεολογικού μηχανισμού. Ήταν πάντα ένα εγχείρημα διανοουμένων της κεντροαριστεράς κλεισμένων μέσα στην γυάλα του ακαδημαϊσμού. Στην πράξη δεν μπόρεσε να είναι λειτουργικό όπως ο ίδιος ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός δεν μπορεί να είναι λειτουργικός με αποτέλεσμα η αστική ιδεολογία να ξεμείνει χωρίς θετικό όραμα. Ακόμη περισσότερο σήμερα βρισκόμαστε σε μια εποχή που το εκσυγχρονιστικό σχέδιο, ο ευρωπαϊσμός και η ιδεολογία της πολυπολιτισμικής κοινωνίας έχουν χρεωκοπήσει μαζί με τον ίδιο τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Στην πράξη, επανέρχεται οξυμένο το πρόβλημα για τον αστισμό να προσαρμόσει το νέο πολιτικό σχέδιο με μια νέα εθνική αφήγηση.
Όχι τυχαία αυτό το σχέδιο υπηρετεί η προσπάθεια του Βερέμη με το ντοκιμαντέρ του Σκάι, δηλαδή να ξαναγράψει την ιστορία «φτιάχοντας» ένα νέο συνεκτικό και «εξορθολογισμένο», άρα σύγχρονο, ιστορικό εθνικό αφήγημα από την πλευρά του αστισμού. Η χρεωκοπία της νεοφιλελεύθερης κεντροαριστεράς φέρνει στο προσκήνιο την νεοφιλελεύθερη κεντροδεξιά. Το βασικό νόημα αυτής της εθνικής επαναχάραξης είναι ότι η ιθύνουσα πολιτική τάξη ήταν πάντα ώριμη, δημοκρατική και ευρωπαϊκή, ενώ ο λαός ανώριμος, αντιδημοκρατικός και φορέας του ανατολίτικου τρόπου πολιτικής. Αυτός ο ανατολίτικος τρόπος πολιτικής επιβλήθηκε από «τους κάτω» και είναι ιστορικά υπεύθυνος για όλα τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Η διαφθορά και οι πελατειακές σχέσεις είναι μια υπόθεση που βαραίνει αποκλειστικά τον λαό. Ένα άλλο στοιχείο είναι η υποτίμηση των συλλλογικών δράσεων ως κίνηση της ταξικής διαπάλης. Το βασικό πρόβλημα των ελλήνων είναι ότι δρουν συλλογικά. Αυτό πρέπει να σταματήσει και να δρουν αποκλειστικά ως ατομικότητες.[5] 
Με λίγα λόγια το νέο εθνικό αφήγημα της αστικής τάξης αντιστοιχεί πλήρως στο ιδανικό της σημερινής πολιτικής του αστισμού. Με τον ίδιο τρόπο που πετάει έξω από την κοινωνία της ευμάρειας τα εργατικά και ευρύτερα λαϊκά στρώματα, εκπαραθυρώνει τα ίδια στρώματα έξω από τον «εθνικό κορμό». Στη νέα ελληνική εθνική ιδεολογία εντάσσονται αποκλειστικά και μόνο τα πολιτισμένα αστικά στρώματα που ταυτίζονται με την ευρωπαϊκή αστική τάξη. Ο βάρβαρος λαός ήταν και παραμένει ο εχθρός. Με αυτόν τον τρόπο το σύγχρονο ελληνικό έθνος είναι περισσότερο από ποτέ ταξικό και εντάσσεται οργανικά στην συμμαχία του διεθνούς ιμπεριαλιστικού πλέγματος χωρίς να διαθέτει καμία θέση ούτε στο υλικό ούτε στο ιδεολογικό πεδίο για τους εκμεταλλευόμενους και αρχόμενους πληθυσμούς. Αυτό ιστορικά συμβαίνει για πρώτη φορά καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, σε όλο τον 19ο αιώνα, αλλά και σε όλο τον 20ο αιώνα όλα τα αστικά πολιτικά σχέδια και κατ’ επέκταση οι φαντασιακές συλλήψεις για το ελληνικός έθνος κατά κύριο λόγο απευθύνονταν στα εργατικά και λαϊκά στρώματα αποσκοπώντας να τα ενσωματώσουν. Αυτός ο ιστορικά πρωτότυπος «αντιλαϊκός» ελληνικός αστικός εθνικισμός είναι ο πιο ταξικός και επιθετικός και αντιστοιχεί στην δεύτερη κρισιακή και πιο σκληρή ταξικά φάση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Ένα σχέδιο για έναν σύγχρονο μαρξιστικό ορισμό του έθνους
Ένας μαρξιστικός ορισμός του έθνους είναι ωστόσο αναγκαίος από τη μία για να προχωρήσει, να απαντήσει και να υπερβεί διαλεκτικά τα μεθοδολογικά και πολιτικά κενά της αποδόμησης του έθνους, για να κρατήσει το νήμα της ριζοσπαστικής σκέψης και μεθοδολογίας. Από την άλλη για να αναδειχθεί ένα μεθοδολογικό και πολιτικό εργαλείο πλήρες και ικανό να στέκεται απέναντι σε όλες τις αντιδραστικές θεωρήσεις τόσο της αποδόμησης του έθνους όσο και του παραδοσιακού εθνικού «αρχεγονισμού».  
Από κάθε άποψη το έθνος συνιστά ένα νεωτερικό φαινόμενο. Για τους Μαρξ και Ένγκελς το νεωτερικό έθνος αποτελούσε άμεσο επακόλουθο της διαδικασίας αντικατάστασης του φεουδαλισμού από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ήταν ακριβώς η μετάβαση στην καπιταλιστική οικονομία που ανάγκασε τους υπάρχοντες κοινωνικούς σχηματισμούς της Δυτικής Ευρώπης να προχωρήσουν προς την ομογενοποίηση και τον πολιτικό συγκεντρωτισμό.
Σύμφωνα με τον Δημήτρη Δημητούλη υπάρχει μια υλική και αντικειμενική υπόσταση τους έθνους πέρα από την εθνική ιδεολογία η οποία «εδράζεται στα συστατικά χαρακτηριστικά που διέπουν τη γένεση και αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής». Συγκεκριμένα η απουσία εξω-οικονομικού καταναγκασμού και ο ενδοοικονομικός καταναγκασμός της ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος εμφανίζουν την εκμεταλλευτική σχέση ως απρόσκοπτα ηθελημένη ανταλλαγή εμπορευμάτων μεταξύ ‘‘ισότιμων’’ κατόχων εμπορευμάτων και ‘‘αυτόνομων’’ υποκειμένων δικαίου. «Στο πλαίσιο αυτό  της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής,» γράφει ο Δημητούλης, «η αγορά λειτουργεί ως ο πλέον προνομιακός  ‘‘τόπος’’ συγκρότησης μιας ‘‘γενικής’’ ‘‘εθνικής’’ θέλησης, που ενσαρκώνει ένα ‘‘γενικό’’ ‘‘εθνικό’’ συμφέρον.» Δηλαδή «το ‘‘ενιαίο’’ συμφέρον των αυτόνομων και ίσων υποκειμένων του δικαίου», εμφανίζεται ως «ενιαίο» συμφέρον των πολιτών του έθνους.» Συνεπώς, «το έθνος συγκροτείται ως μια ‘‘προνομιακή’’ ‘’ μήτρα’’ οργάνωσης και αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.  Όχι ως εξωτερικό δοχείο, υποδοχέας αυτού του τρόπου παραγωγής, αλλά ως συστατικό στοιχείο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στο σύνολο τους.» Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν συγκροτείται το αστικό κράτος με σκοπό την «διευρυμένη αναπαραγωγή αυτής της εθνικά ομοιογενούς πραγματικότητας». Βέβαια σημειώνει ο Δημητούλης «αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται οι δύο αυτές έννοιες του έθνους και του κράτους.» Συνεπώς, ο εθνικισμός δεν είναι «ένα ‘‘εργαλείο’’ που το χρησιμοποιεί με βουλησιαρχική αυθαιρεσία η αστική τάξη όποτε κρίνει σκόπιμο για να συσκοτίζει την πραγματικότητα». Αντίθετα η εθνικιστική ιδεολογία αποτυπώνει την «ανεστραμμένη ιδεολογική παράσταση του εθνικού συμφέροντος».
Ένα άλλο σημείο που επισημαίνει ο Δημητούλης είναι ότι «το έθνος κατά τη γένεση του, ενσωματώνει και αξιοποιεί ιστορικά προϋπάρχοντα οικονομικο-κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτιστικά στοιχεία, όπως άλλωστε και το κεφάλαιο».[6] Σε αυτό η θεωρία του Έρικ Χομπσμπάουμ για την «επινόηση της παράδοσης»[7] επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά τα στοιχεία κληροδοτούνται από τις παλαιότερες κοινότητες στις εθνικές κοινότητες και αποκτούν νέα ποιοτικά και μοντερνικά πολιτισμικά, αλλά και ιδεολογικά εργαλεία επιτελώντας εντελώς διαφορετικό ρόλο.
Σε μια τέτοια προσπάθεια κρατάμε την μαρξιστική διαλεκτική αντίληψη του Σβορώνου που αναζητά όχι μεταφυσικές νομοτέλειες, αλλά υλιστικές. Αλλά και αυτές οι νομοτέλειες δεν είναι ντετερμινιστικές, αλλά λειτουργούν ως «δυνατολογικές προϋποθέσεις», δηλαδή ως «ενδεχόμενα». Με λίγα λόγια ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος, εφόσον υπάρχει το τετελεσμένο γεγονός της συγκρότησης του έθνους, να προσλάβει το παρελθόν του με τέτοιο τρόπο ώστε να ενσωματώνει σε αυτό εκείνα τα πολιτισμικά στοιχεία που, έστω και από διαφορετικές αφετηρίες, κατέληξαν να το συναπαρτίζουν. Δηλαδή κρατάμε από τον Σβορώνο την αντίληψη για μια κοινωνική-πολιτισμική οντότητα που ενέχει στο εσωτερικό της δυναμικές αντιφάσεις και αντιθέσεις, που γεννά διαφορετικές ενδεχόμενες και αντιθετικές μεταξύ τους πορείες εξελιξής από τις οποίες μόνο μία κάθε φορά καταφέρνει να επικρατεί, να ηγεμονεύει και να καθορίζει την φυσιογνωμία της κοινότητας. Με αυτόν τον τρόπο όμως η κοινότητα εξελίσσεται, μετασχηματίζεται και διαμορφώνεται μέσα από τις ιστορικές συνθήκες των παραγωγικών δομών και της ταξικής διαπάλης.  
Σε αυτή τη διαδικασία επιδρά καταλυτικά ο έντυπος καπιταλισμός ο οποίος συμβάλλει στην απαξίωση των ιερών γλωσσών, εκκοσμικεύει τον λόγο και αναδεικνύει και παράλληλα ομογενοποιεί τις καθομιλούμενες γλώσσες δημιουργώντας γλωσσικές κοινότητες. Συμβάλλει το απολυταρχικό κράτος που δημιουργεί με τις ενιαίες κρατικές περιφέρειες τις προϋποθέσεις ενός πρωτο-εθνικού κράτους. Συμβάλλει η διοικητική διάσπαση μιας αυτοκρατορίας σε διακριτές περιφέρειες (π.χ. περίπτωση Λατινικής Αμερικής). Καθοριστικό στοιχείο στον μετασχηματισμό των χριστιανικών φαντασιακών κοινοτήτων και των απολυταρχικών μοναρχιών σε έθνη κράτη ωστόσο επιτελεί η δυναμική άνοδος της αστικής τάξης η οποία είτε επιδιώκει να πάρει τα ηνία σε υπάρχοντα κράτη (Βρετανία, Γαλλία) είτε να δημιουργήσει νέα κράτη αποδιαρθρώνοντας τις μεγάλες αυτοκρατορίες (Βόρεια και Νότια Αμερική) ή ενοποιώντας μικρότερα κρατίδια (Γερμανία, Ιταλία). Σε κάθε περίπτωση η αστική τάξη σε συμμαχία με θιγόμενα λαϊκά στρώματα συγκροτούν ένα έθνος το οποίο έρχεται σε αντιπαράθεση με το Παλαιό Καθεστώς διεκδικώντας την εθνική ανεξαρτησία.
Μπορεί η καπιταλιστική αγορά, ο έντυπος καπιταλισμός και τα προϋπάρχοντα κράτη να διαμορφώνουν ενιαίες ομογενοποιημένες κοινότητες, αλλά δεν περιγράφουν απαραίτητα την φυσιογνωμία μιας εθνικής κοινότητας. Για μια πληρέστερη θεωρία για του έθνος είναι σχεδόν αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα του Μπενεντίκτ Άντερσον για Φαντασιακές Κοινότητες (η πιο σωστή μετάφραση είναι Νοερές Κοινότητες). Συγκεκριμένα θεωρεί ότι «έθνος αποτελεί μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική κοινότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη. Αποτελεί κοινότητα σε φαντασιακό επίπεδο επειδή κανένα μέλος, ακόμη και του μικρότερου έθνους, δε θα γνωρίσει ποτέ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δε θα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει γι’ αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν. Τα έθνη δίνουν στα εθνικά κράτη πολιτική υπόσταση».[8] Ο Παρασκευάς Ματάλας πετυχαίνει στο βιβλίο του μια εντυπωσιακά καλή επιστημονική σύνθεση της υλιστικής προσέγγισης με την ιδέα της «Φαντασιακής Κοινότητας» του Μπ. Άντερσον. Κατά τον Ματάλα, «η χρήση της έννοιας της φαντασιακής κοινότητας ως αναλυτικού εργαλείου, ακριβώς επειδή δεν ξεκινά ούτε από το έθνος ως φυσική κατηγορία, αλλά ούτε και από τον εθνικισμό, ως μία δήθεν ιδιαίτερη και ενιαία ιδεολογία, παρουσιάζει μια σειρά από πλεονεκτήματα.» «α) Μπορεί να συνδυάσει την αντικειμενική ύπαρξη των «εθνικών» κοινοτήτων με την υποκειμενική, «φαντασιακή», κατασκευή τους από τα μέλη τους.β) η έννοια της φαντασιακής κοινότητας είναι αρκετά ευέλικτη και εύπλαστη για να περιλαμβάνει διαφορετικές και συγκρουόμενες εκδοχές του έθνους, να συλλαμβάνει τους μετασχηματισμούς, τη ρευστότητα των ορίων μιας εθνικής κοινότητας και τις επικαλύψεις της με άλλες. γ) Αν το «έθνος» αντιστοιχεί σε σύγχρονες πολιτικές («εθνικές») φαντασιακές κονότητες, που δεν αποτελούν όμως παρθενογενέσεις αλλά διαδέχονται διαφορετικού τύπου φαντασιακές κοινότητες (όπως οι θρησκευτικές ή δυναστικές), τότε μπορούμε να κατανοήσουμε ταυτόχρονα τόσο τη «νεωτερικότητά» του όσο και τα στοιχεία που το συνδέουν με παλαιότερες κοινότητες.»[9]
Με αυτόν τον τρόπο ο Ματάλας καταφέρνει να αντιλαμβάνεται το ελληνικό έθνος ως τον ποιοτικό μετασχηματισμό και την πολιτική υπέρβαση μια άλλης προηγούμενης ενιαίας φαντασιακής κοινότητας, συγκεκριμένα της χριστιανικής ρωμαίικης ορθόδοξης κοινότητας, που αρχικά πριν μετασχηματιστεί σε ελληνικό έθνος είχε ένα διαφορετικό χαρακτήρα, ήταν το «μιλλέτ των ρωμιών». Επίσης, είναι δυνατόν να αντιληφθεί κανείς στη μακρά διάρκεια πολλές διαφορετικές φαντασιακές κοινότητες οι οποίες κατά την ιστορική πορεία μετασχηματίζονται και αποδιαρθρώνονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να κληροδοτούν πολιτισμικά στοιχεία διαμορφώνοντας νέες διαφορετικές φαντασιακές κοινότητες. Στο σημείο αυτό οι Ματάλας-Άντερσον συγκλίνουν με πλευρές της προσέγγισης του Σβορώνου. Το «μιλλέτ των ρωμιών» προέρχεται από το Ανατολικό ρωμαϊκό κράτος, το οποίο προέκυψε από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία κληρονόμησε και ενοποίησε τον λατινικό με τον ελληνιστικό κόσμο, κλπ. Αυτό δε σημαίνει βέβαια κάποια εθνική καταγωγή, αλλά φυσική διαδοχή πολιτισμών. Από αυτή τη γενεαλογία πολιτισμικών κοινοτήτων προέκυψαν εξίσου όλα τα άλλα βαλκανικά έθνη, π.χ. Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, τα οποία με τραυματικό πολλές φορές τρόπο για το «μιλλέτ των ρωμιών» αποσχίστηκαν από αυτό. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Εξαρχικό Βουλγαρικό Σχίσμα που στην πράξη υπήρξε διάσπαση της βουλγαρικής εθνικής κοινότητας από την ελληνοποιημένη ρωμαίικη ορθόδοξη πατριαρχική κοινότητα.
Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως είναι η σύλληψη των πολλαπλών και συγκρουόμενων εκδοχών εθνικής ιδεολογίας μέσα στο εσωτερικό της κοινότητας. Αυτό το στοιχείο αποκαλύπτει ότι η η ελληνική εθνική φαντασιακή, παρότι αντικειμενική, είναι εξαιρετικά ρευστή και ενέχει στο εσωτερικό της πολλαπλές αντιφατικές μεταξύ τους υποκειμενικές προσεγγίσεις. Για παράδειγμα σε όλο τον 19ο αιώνα η πρόσληψη του ελληνικού έθνους ενείχε μία δομική αντίφαση, ενώ από τη εδραζόταν στην ελληνική γλώσσα και το αρχαιοελληνικό κλέος, από την άλλη ταυτιζόταν με την ορθοδοξία και κληρονόμησε από την χριστιανική ορθόδοξη κοινότητα ένα μωσαϊκό γλωσσών και εθνοτήτων, π.χ. βλάχους, αρβανίτες, βούλγαρους, σλαβόφωνους, τουρκόφωνους κλπ. Γι’ αυτό ακόμη σε ίδιους συγγραφείς διαβάζει κανείς ορισμούς για τον ελληνισμό εξαιρετικά αντιφατικούς.
Τόσο η πολιτική όσο και η πολιτισμική πλευρά του σχήματος Άντερσον-Ματάλα είναι δυνατόν να συγκλίνει με  τη θεωρία του Γράμσι για το έθνος. Ο Γκράμσι αντιλαμβάνεται τη συγκρότηση του έθνους ως μια πολιτική διαδικασία η οποία συναρθρώνει πολλαπλά πεδία εμπειρίας και κουλτούρας. Ως πολιτική διαδικασία έχει συγκεκριμένη πρόθεση. Επομένως το έθνος δεν είναι μια κοινότητα που σχηματίζεται αυθόρμητα, πάνω στη βάση της σύμπτωσης ορισμένων χαρακτηριστικών, αλλά μια κοινότητα η οποία δομείται συνειδητά πάνω στην ικανότητα ορισμένων τάξεων να υποδυθούν ηγεμονικούς ρόλους, επομένως να μετασχηματίσουν σε εθνικό τα διάσπαρτα  λαϊκά στοιχεία, αλλά όχι μόνο. Το έθνος δεν προκύπτει. Το έθνος διαμορφώνεται από κοινωνικές  τάξεις οι οποίες επιδιώκουν την κοινωνική  (επομένως και την πολιτισμική) ηγεμονία. Κατά συνέπεια ο Γκράμσι θέτει το ζήτημα του υποκειμενικού παράγοντα αλλαγών στη διαμόρφωση του έθνους. Με λίγα λόγια οι «διαφορετικές και συγκρουόμενες εκδοχές του έθνους» συνιστούν πολιτικό σχέδιο.[10]
Συγκεκριμένα μια τέτοια προσέγγιση υποδεικνύει ότι στο εσωτερικό της κάθε εθνικής φαντασιακής κοινότητας, δηλαδή στο εσωτερικό του κάθε έθνους, αντιπαρατίθενται διαφορετικά πολιτικά σχέδια τα οποία αντανακλούν σε διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις, σε διαφορετικούς ηγεμονικούς κοινωνικούς συνασπισμούς εξουσίας και ταξικές συμμαχίες ή σε διαφορετικές «διεθνείς» συμμαχίες. Με βάση την γκραμσιανή θεωρία για το έθνος κάθε πολιτική πρόταση μέσα στο έθνος για να μπορεί να σταθεί ως ηγεμονική ενσωματώνει στοιχεία της κουλτούρας των ηγεμονευόμενων στρωμάτων και τάξεων, στη προκειμένη περίπτωση  των λαϊκών και μετασχηματίζοντάς τα σε κάτι ενιαίο και συμπαγές κάτι υπεράνω όλων των ομάδων της κοινωνίας, κάτι δηλαδή επίσημο και ταυτόχρονα εθνικό. Για αυτό το λόγο κάθε ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο που συγκροτεί μια «διαφορετική εκδοχή του έθνους» προτάσσει ένα διαφορετικό τρόπο πολιτικής οργάνωσης, αντλεί από το παρελθόν διαφορετικές συνέχειες ή ερμηνεύει διαφορετικά το παρελθόν, βασίζονται σε διαφορετικές κληροδοτημένες πολιτισμικές, ιδεολογικές ή πολιτικές παραδόσεις. Αυτά τα «συγκρουόμενα πολιτικά σχέδια-συγκρούομενες εκδοχές του έθνους» εφόσον ηγεμονεύουν καθορίζουν σε μια συγκεκριμένη αποκρυστάλλωση τη φυσιογνωμία του έθνους. Εφόσον ηγεμονεύονται, συνιστούν «δυνατά ενδεχόμενα».

Η ένταση της σύγκρουσης μεταξύ των πολιτικών σχεδίων είναι δυνατόν να οδηγεί σε εμφύλιο πόλεμο, διάσπαση ή αποδιάρθρωση της εκάστοτε εθνικής φαντασιακής κοινότητας. Ακραία περίπτωση η οποία μπορεί να περιγράψει αυτόν τον ορισμό για το έθνος είναι ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Σε αυτόν δεν αντιπαρατίθενται δύο παρατάξεις, αλλά ουσιαστικά δύο αντιπαραθετικές και αλληλοαποκλειόμενες φαντασιακές προσλήψεις του έθνους που είναι ταυτόχρονα αντιπαραθετικές προτάσεις για την πολιτική λειτουργία του, τις διεθνείς συμμαχίες του, τον πολιτισμό του κλπ, αλλά και ταυτόχρονα δύο ανταγωνιστικές κρατικές οντότητες.

Τα δύο βασικά είδη εθνικισμού
Η διαδικασία της ανάδυσης με τον ένα ή τον άλλον τρόπο των εθνικών κρατών ακολουθεί δύο γενικά διαδικασίες που αντιστοιχούν σε δύο είδη εθνικισμού. Σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα δύο είδη εθνικισμού μπορεί να συνυπάρχουν αντιφατικά ή και να αντιπαρατίθενται. Το πρώτο είδος εθνικισμού κατάγεται από τις επαναστατικές παραδόσεις σε Αγγλία, ΗΠΑ και Γαλλία, συμπλέει με τον αστικό διαφωτισμό και τον ορθό λόγο και στην πράξη αποκρυσταλλώνεται στο ρεύμα του πατριωτικού γιακωβινισμού.
Για τους επαναστάτες του 1789, το έθνος ήταν η μοναδική πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας. εξέφραζε την ιδέα ότι όλοι συμμετείχαν εξίσου στην ιδιότητα του πολίτη, η οποία ήταν κοινή για όλους, εξέφραζε δηλαδή την ιδέα της ενότητας του λαού. Στο σημείο αυτό οι γάλλο επαναστάτες είχαν επηρεαστεί από το βιβλίο του Αβά Εμανουέλ Ζοζέφ Σεγιές Τι είναι η Τρίτη Τάξη;. Στο παλαιό καθεστώς, το γαλλικό κοινοβούλιο, γνωστό ως Συνέλευση των Τάξεων αποτελείτο από τρία μέρη: την Πρώτη Τάξη, την οποία απάρτιζε η Αριστοκρατία, τη Δεύτερη Τάξη, που περιλάμβανε τον κλήρο και την Τρίτη Τάξη η οποία εκπροσωπούσε όλους τους υπόλοιπους. Στο βιβλίο του ο Αβάς Σεγιές υποστήριζε ότι όλα τα μέλη του έθνους είναι πολίτες και επομένως ίσοι απέναντι στον νόμο. Απέρριπτε την αρχή των τάξεων και τα ειδικά φεουδαρχικά προνόμια των ανώτερων τάξεων και υποστήριζε ότι οι δύο πρώτες τάξεις δεν αποτελούσαν καν μέρη του έθνους. Μάλιστα, τους θεωρούσε φράγκους κατακτητές. Από αυτήν παράδοση προκύπτει μια καθαρά πολιτική πρόσληψη του έθνους, όπου ο συνεκτικός δεσμός δεν είναι απαραίτητα το παρελθόν. Προϋποθέτει μια κοινή ιστορική πορεία, αλλά ωστόσο το καθοριστικό στοιχείο αφορά το παρόν, δηλαδή τη συναίνεση, την καθαρά εκφρασμένη επιθυμία να συνεχισθεί η συμβίωση. Η πιο ρομαντική εκδοχή αυτού του εθνικισμού θα εκφραστεί από τον Γάλλο ιστορικό Ερνέστ Ρενάν στα 1882. Σε αυτήν την πρόσληψηη φυλή, η γλώσσα και οι στρατιωτικές ανάγκες δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των συστατικών στοιχείων που συγκροτούν ένα έθνος. Αντίθετα, συσυτατικά στοιχεία του έθνους είναι το ηρωικό παρελθόν, οι μεγάλοι ηγέτες και οι δοξασμένες στιγμές του κοινού παρελθόντος. Αυτό το είδος εθνικισμού θα ταυτιστεί τόσο με τα αστικοδημοκρατικά και λαϊκοδημοκρατικά επαναστατικά ρεύματα όσο και με τις πιο ρεφορμιστικές τους κοινοβουλευτικές εκδοχές. Θα μπολιάσει την αριστερά και θα επιδράσει καταλυτικά στο επαναστατικό εργατικό κίνημα ιδίως των συντεχνιαζόντων εργατικών στρωμάτων και σε όλες τις αριστερές επαναστάσεις μέχρι το 1917. Η Κομμούνα του Παρισιού για παράδειγμα συνιστά τυπική περίπτωση εθνικο-πατριωτικής λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης.
Το δεύτερο είδος εθνικισμού προκύπτει από την διαδικασία ενοποίησης της Γερμανίας και είναι ιδεαλιστικό, ρομαντικό και αντιδραστικό. Εκφράστηκε από τους φιλοσόφους Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ, Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, Φρίντριχ Χέγκελ και τον ιστορικό Λέοπολντ φον Ράνκε. Οι ιδεαλιστικές έννοιες πνεύμα και ψυχή καθορίζουν ένα διιστορικό στο παρελθόν, παρόν και μέλλον λαό. Οι εθνικές κοινότητες είναι μοναδικοί σχηματισμοί sui generis. Μπορεί να έχουν ξεχάσει την αληθινή τους φύση ή να διανύουν μια περίοδο ύφεσης, αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν θα ανακτήσουν τις δυνάμεις τους και δε θα διεκδικήσουν τον αληθινό, τον «αυθεντικό», εαυτό τους. Τα μέλη των εθνικών κοινοτήτων θα πρέπει να είναι ελεύθερα να καθορίζουν το μέλλον τους, το οποίο είναι κάτι περισσότερο από το απλό άθροισμα του συνόλου των πολιτών του είναι το ιδιαίτερο Κράτος του, το οποίο αυτονομείται και τίθεται πάνω από τους πολίτες. Απαρτίζεται από διαφορετικές τάξεις οι οποίες όμως μέσα στα πλαίσια του κράτους λειτουργούν σαν ένα ενιαίο οργανικό σώμα, με πνεύμα, νου και εκτελεστικά μέρη. Αυτό το είδος ιδεαλιστικού εθνικισμού τοποθετείται εχθρικά στον διαφωτισμό και τον εθνικισμό της γαλλικής επανάστασης, επικοινωνεί, μετασχηματίζει και εκσυγχρονίζει στοιχεία του Παλαιού Καθεστώτος δημιουργώντας ένα αντεπαναστατικό αντιδραστικό συνεχές μεταξύ της εποχής του εθνικισμού και της προ-εθνικιστικής απολυταρχικής εποχής. Από αυτό το ρεύμα θα προκύψει κατά κύριο λόγο η άκρα δεξιά του 20ου αιώνα και ο γερμανικός φασισμός.
Πολύ σημαντικό στοιχείο στην διαμόρφωση του εθνικισμού είναι η έννοια της αυτοδιάθεσης των εθνών, ουσιαστικά δηλαδή της εθνικής ανεξαρτησίας. Η ιδέα αυτή προέρχεται από τον Γάλλο φιλόσοφο Ζαν Ζακ Ρουσώ και βασίζεται στην ιδέα ότι μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα συγκεκριμένο σύνολο συμφερόντων και πρέπει να έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν τις επιθυμίες τους σχετικά με την καλύτερη προώθηση των συμφερόντων τους. Τα δύο είδη εθνικισμού προσλαμβάνουν την ιδέα της αυτοδιάθεσης των λαών με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Για την επαναστατική παράδοση θα προκύψει μέσα από επαναστατικά απελευθερωτικά κινήματα, ενώ για την αντιδραστική παράδοση μέσα από εθνικούς στρατιωτικούς πολέμους ή την διπλωματία. Στη δεύτερη περίπτωση είναι μια υπόθεση των ηγετών και όχι των λαών.





[1] Για μια ανάλυση αυτής της άποψης βλ. Κώστας Παλούκης, «Η θεωρία του κονστρουκτιβισμού για το ελληνικό έθνος: Τα όρια ενός ‘‘μη παραδείγματος’’ (με αφορμή τη σύγκρουση για το βιβλίο της ιστορίας Στ Δημοτικού)», http://raskolnikovgr.blogspot.com/2011/12/blog-post_2246.html 

[2]
[3] Βλ. Κώστας Παλούκης, «Το ‘‘Ελληνικό Έθνος’’ του Νίκου Σβορώνου: σχέδιο για τη θεωρία και τη γενεαλογία του», Ουτοπία, Τεύχος 82, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2008
[4] Βλ. Ernest Gelner, Έθνη και Εθνικισμός, μτφ. Δώρα Λαφαζάνη, Αλεξάνδρεια, 1992

[5] Βλ. Κώστας Παλούκης,  «Το ντοκιμαντέρ του Σκάι: μια νέα αστική εθνική αφήγηση», http://raskolnikovgr.blogspot.com/2011/04/blog-post_04.html ∙ βλ. Παναγιώτης Στάθης, «Στα όρια επιστήμης και πολιτικής: το 1821 στον Σκάι», http://raskolnikovgr.blogspot.com/2011/03/1821.html

[6] Βλ. Δημήτρης Δημητούλης, «Έθνος, εθνικισμός και μαρξισμός: Μια ‘‘παλιά’’ επίκαιρη συζήτηση», http://raskolnikovgr.blogspot.com/2012/01/blog-post_12.html

[7] Βλ. Hobsbawm Eric John, Ranger Terence , Η επινόηση της παράδοσης
The Invention of Tradition, Θεμέλιο, 2004
[8] Βλ. Μπεντεντίκτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες, Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Νεφέλη, Αθήνα 1997
[9] Βλ. Παρασκευάς Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία, οι περιπέτειες μιας σχέσης, από το «Ελλαδικό» στο Βουλγαρικό σχίσμα, ΠΕΚ, 2003
[10] Βλ. Ελένη Λάλου, Αντώνης Λιάκος, «O Γκράμσι και το έθνος», Επιστημονικό Συνέδριο «Ο Αντόνιο Γκράμσι στις σημερινές κοινωνικές επιστήμες και τη θεωρία», Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, 30 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 2007, http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/638/1/Lalou+-+Liakos.pdf

πόσοι μας διάβασαν: