Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Επιμέλεια - Συνέντευξη: Αλίκη Κοσυφολόγου "Η στερεότυπη ομορφιά ως μέσο αποκατάστασης ρωγμών στο κυρίαρχο σύστημα κοινωνικών σχέσεων"



"Το μυθιστόρημα της Ωραιοζήλης Λεβή": η άρνηση της "αστικής θηλυκότητας" χάριν του κομμουνισμού και το τραύμα του αστικού Τύπου


του Κώστα Παλούκη, Επιμέλεια - Συνέντευξη: Αλίκη Κοσυφολόγου

Αυγή:04/10/2012
Η μελέτη του τρόπου με τον οποίο «πλάστηκε» από τα αστικά ΜΜΕ ο «μύθος» της  αρχειομαρίστριας Ωραιοζήλης Λεβή, η οποία απέρριψε την προδιαγεγραμμένη από την κοινωνική της προέλευση αστική ζωή για να αφιερωθεί στην υπόθεση του κομμουνιστικού αγώνα, αναδεικνύει με ποιο τρόπο τα αστικά ιδεώδη -μεταξύ άλλων τα αστικά ιδεώδη για τη γυναικεία ομορφιά- λειτουργούν ως «προσχήματα» για την προβολή και την «υπεράσπιση» των απειλούμενων προτύπων ρύθμισης των έμφυλων αλλά και ευρύτερα των κοινωνικών σχέσεων. Μέσα από τις αντιφατικές πλευρές της μυθιστορηματικής αναπαράστασης της υπόθεσης της Ωραιοζήλης Λεβή αναδεικνύεται, αφενός η βαθύτατα στρεβλωτική επίδραση της ιδεολογίας των ΜΜΕ στην αναπαράσταση της πραγματικότητας, αφετέρου ότι η επίκληση στα έμφυλα στερεότυπα λειτουργεί «τελικά» ως μέσο υπεράσπισης της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο ιστορικός Κώστας Παλούκης που μελέτησε τις οξύμωρες πλευρές της υπόθεσης Λεβή μάς διαφωτίζει σχετικά.
Ειδικότερα, η μελέτη του Κώστα Παλούκη παρουσιάστηκε σε μια πρώτη μορφή τον Απρίλιο του 2010 στην Ημερίδα του ΟΜΙΚ: (Αντι)μιλώντας στις βεβαιότητες: φύλα, αναπαραστάσεις, υποκειμενικότητες» με τίτλο: «Το μυθιστόρημα της Ωραιοζήλης Λεβή: Η άρνηση της «αστικής θηλυκότητας» χάριν του κομμουνισμού και το τραύμα του αστικού τύπου»». Επίσης, υπάρχει επεξεργασμένη τελική  μορφή του κειμένου στο μπλογκ raskolnikovgr.blogspot.com, ενώ επίσης πρόκειται ενταχθεί στα πρακτικά της ημερίδας που σύντομα θα εκδοθούν από τον ΟΜΙΚ.


* Μας εξηγείς περισσότερο με ποιο τρόπο νοηματοδοτείς την αστική γυναικεία αισθητική/θηλυκότητα ως διαρκώς μετασχηματιζόμενη από την ταξική διαπάλη για την ηγεμονία.
Κώστας Παλούκης: Η νεαρή Ωραιοζήλη Λεβή, κόρη του ελληνο-εβραίου βιομήχανου Λέοντα Λεβή, ήταν μέλος της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης. Στα 1930, η σύλληψή της βιώνεται από τον αστικό Τύπο ως ένα μεγάλο σοκ, καθώς από τη μία φαίνεται να απειλούνται εσωτερικές ιεραρχίες στο εσωτερικό της αστικής τάξης, αφού νεαρά μέλη και μάλιστα θηλυκά υιοθετούν μια εχθρική ιδεολογία, αλλά από την άλλη ταυτόχρονα επικρατεί η αίσθηση πως τραυματίζεται η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του αστισμού πάνω στην κοινωνία. Δηλαδή οι δημοσιογράφοι, αλλά και οι κρατικές αρχές αισθάνονται ότι η «Μόσχα» μπορεί πια και τρυπώνει παντού, ακόμα και μέσα στο δικό τους στρατόπεδο. Η προσπάθεια του αστικού Τύπου να ερμηνεύσει και να ενσωματώσει αυτή τη «ρωγμή» γίνεται με την προβολή διαφόρων εκδοχών θηλυκής αστικότητας πάνω στη δημόσια εικόνα της Λεβή. Αρχικά η Λεβή εμφανίζεται με θετικό τρόπο σαν μια όμορφη και ανέμελη νεαρή «επαναστάτιδα των σαλονιών» που ερωτεύεται παράφορα και ζει μια αθώα ρομαντική περιπέτεια. Η ίδια η Ωραιοζήλη αντιδρά και υπονομεύει αυτήν την προσπάθεια προβάλλοντας την δική της εικόνα για τον εαυτό της. Η υπονόμευση αυτή ωθεί τον αστικό Τύπο να υιοθετήσει αρνητική εικόνα για την Λεβή. Μοιάζει πλέον πολύ με άνδρα παρά με γυναίκα. Παρουσιάζεται σαν ένα άσχημο, χωρίς θηλυκότητα κορίτσι, ένα είδος καλόγριας που απόσχει από τον έρωτα.
Η βασική ιδέα της προσέγγισής μου είναι ότι η μάχη γύρω από την εικόνα της Λεβή δεν είναι απλά μια διαμάχη αναπαραστασιακών μοντέλων ή ταυτοτήτων που κατασκευάζονται μέσα στον λόγο των εφημερίδων. Αντίθετα, είναι μια ιδεολογική και πολιτική διαμάχη με σκοπό την πλήρη αποκατάσταση τραυματισμένων πλευρών της αστικής ηγεμονίας. Είναι μια μάχη που λαμβάνει χώρα σε μια πόλη και μια χώρα με έντονη ταξική πόλωση, οξύτατες ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις, αλλά και σημαντικά ξεσπάσματα κοινωνικών αγώνων. Ταυτόχρονα, λαμβάνει χώρα σε μία κοινωνία με εξελισσόμενη τη διαμάχη για τον ρόλο των γυναικών. Είναι, λοιπόν, μια ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η ταξική αντιπαράθεση διαπερνά και καθορίζει τα ιδεώδη της αστικής θηλυκότητας, αλλά και συνάμα διαπερνάται και καθορίζεται από αυτά.
Αυτά τα πρότυπα του γυναικείου φύλου δεν αποκρυσταλλώνονται όμως πέρα και έξω από το πεδίο της ταξικής πάλης, ούτε έξω από τις μεταξύ τους σχέσεις ή τις σχέσεις των φορέων τους, αλλά αντίθετα -με τον ίδιο τρόπο που ο Ε. P. Thomson περιγράφει τη μεθοδολογία του για τη διαμόρφωση της εργατικής τάξης- σχηματίζονται από αληθινούς ανθρώπους και σε ένα αληθινό πλαίσιο σε μια συγκεκριμένή ιστορική στιγμή σε αλληλεπίδραση. Έτσι, τα κριτήρια με τα οποία διαμορφώνονται τα πρότυπα για τη θηλυκότητα δεν είναι στατικά και κλειστά. Αντίθετα, είναι δυνατόν η διαλεκτική της ταξικής πάλης για την ηγεμονία να διαμορφώνει μια τάση για ταξικό ετεροπροσδιορισμό και ταξική διαφοροποίηση με αποτέλεσμα να εξελισσόνται, να διαμορφώνονται και να κοινωνιογεννώνται διαρκώς νέες κοινωνικές αποκρυσταλλώσεις του θηλυκού φύλου. Με αυτόν τον τρόπο η ταξική διαπάλη μπορεί -όπως μας προτείνει ο Νόρμπετ Ελίας στο έργο του Η εξέλιξη του Πολιτισμού- να κινεί και να εξελίσσει τον πολιτισμό.
Σε αυτήν τη διαδικασία η «θηλυκότητα» και η «ομορφιά» δεν είναι λοιπόν ούτε διαχρονικά ούτε αρχέγονα ιδεώδη. Ωστόσο, όμως δεν υποστηρίζω πως υπάρχει μια διαρκή και ανολοκλήρωτη ρευστότητα των αναπαραστάσεων ούτε θεωρώ πως η ιστορική εξέλιξη του πολιτισμού συνίσταται απλά σε μια διαδοχή στιγμιαίων ιστορικών αποκρυσταλλώσεων. Πιστεύω πως κοινωνιογεννώνται στη μακρά διάρκεια ισχυρές αποκρυσταλλώσεις της θηλυκότητας οι οποίες ανά εποχή μετασχηματίζονται και εξελίσσονται ή επανανοηματοδοτούνται.
Συγκεκριμένα, πολλές από τις αναπαραστάσεις για την θηλυκότητα που αναμετρώνται σε αυτήν την διαμάχη γύρω από την Ωραιοζήλη Λεβή κυριαρχούν μέχρι και σήμερα, αν και έχουν μετασχηματιστεί. Για παράδειγμα η απολίτικη γυναίκα που φροντίζει και περιποιείται τον εαυτό της και έχει ως μοναδικά ενδιαφέροντα το κομμωτήριο, τα κουτσομπολίστικα περιοδικά και τις μεσημεριανές εκπομπές συνιστά κυρίαρχο θετικό μοτίβο απέναντι στο οποίο υψώνεται ως αντίπαλο αρνητικό ιδεώδες η πολιτικοποιημένη κοπέλα με το «ταγάρι» και τα μη «ξυρισμένα πόδια». Αν και προβάλλεται αυτό το ιδεώδες εδώ και δεκαετίες από τα MME, το ενδιαφέρον σε αυτό είναι πως σήμερα το εγκολπώνεται η «λαϊκή Δεξιά» και κυρίως η νεοναζιστική εκδοχή της, παράγοντας σύγχρονες αναπαραστάσεις για τον «λαϊκό πολιτισμό» απέναντι στους αριστερούς «βρωμοκουλτουριάρηδες» του «Κολωνακίου».

* Αποσαφηνίζοντας τα μεθοδολογικά σου εργαλεία σημειώνεις ότι «ο όρος αναπαράσταση χρησιμοποιείται ως μέσο έκφρασης της ιδεολογίας και όχι ως κοινωνική κατασκευή ή ως ενδοκειμενική λειτουργία του λόγου». Ωστόσο, η «αφηγηματική» αντιπαράθεση των προτύπων της αστικής κανονιστικής θηλυκότητας με τα εναλλακτικά γυναικεία πρότυπα που αναδύονται μέσα από τη συλλογική ένταξη και την ένταξη στο κομμουνιστικό κίνημα δεν συνιστά ένα είδος αντιπαράθεσης στο επίπεδο του λόγου (χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται η υλική διάσταση των προτύπων και κυριότερα το ότι υπάρχουν αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τον λόγο);
Κ.Π.: Η περιορισμένη ενασχόλησή μου, τόσο με τα έμφυλα ζητήματα όσο και με τις πολιτισμικές μελέτες, μου έχει δημιουργήσει την εντύπωση πως η πλειονότητα των σχετικών μελετών κυριαρχείται από μεθοδολογίες που είτε απαξιώνουν τον ρόλο της τάξης και των ταξικών αντιθέσεων είτε χρησιμοποιούν την κοινωνική κατασκευή  την και την ενδοκειμενική λειτουργία του λόγου. Με λίγα λόγια, ακολουθούν την παράδοση της μεταμαρξιστικής αποδομιστικής μεθόδου, δηλαδή, αυτό που γενικά χαρακτηρίζεται από αρκετούς μαρξιστές θεωρητικούς ως "μεταμοντέρνα" σκέψη. Η ηγεμονία αυτών των προσεγγίσεων στη βιβλιογραφία των κοινωνικών επιστημών, πιστεύω ότι ωθεί σε έναν υπόρρητο και ασυνείδητο εξαναγκασμό προς μια μεθοδολογική κανονικότητα, ακόμα και όσους επιθυμούν να ακολουθούν άλλους επιστημολογικούς προσανατολισμούς. Προσωπικά, παραμένω αρκετά επιφυλακτικός στην επιστημονική και μεθοδολογική επάρκεια αυτών των προσεγγίσεων, θεωρώ τις πολιτικές τους προεκτάσεις ριζοσπαστικές μόνο ως ένα σημείο και κάτω υπό συγκεκριμένες «κινηματικές» προϋποθέσεις, ενώ, αντίθετα, κάτω από άλλες προϋποθέσεις γίνονται κομμάτι της κυρίαρχης, φιλελεύθερης αστικής σκέψης. Σε κάθε περίπτωση όλοι είναι υποχρεωμένοι να διαλεχθούν και να αναμετρηθούν με αυτές τις προσεγγίσεις, κάτι που δεν είναι εύκολο. Συμμετέχοντας στην ημερίδα του ΟΜΙΚ για το φύλο και συμβάλλοντας στα πρακτικά της ημερίδας με το κείμενο για την Ωραιοζήλη, θεώρησα χρήσιμο να αποπειραθώ να ψηλαφίσω μια «μαρξιστική» προσέγγιση, γιατί στις κοινωνικές επιστήμες είναι αναγκαίος και ο διάλογος και ο πειραματισμός.
Συγκεκριμένα, λοιπόν, για να χειριστώ τις αναπαραστάσεις, χρησιμοποίησα το άρθρο του Stuart Hall  «The work of representation» στο βιβλίο που ο ίδιος επιμελείται με τίτλο Representation. Cultural representations and signifying practices. Αυτό συνοψίζει όλες τις αποδομιστικές προσεγγίσεις, διαμορφώνοντας ένα πιο συνεκτικό, κανοναρχικό επιστημολογικό μοντέλο, στο βαθμό που αυτό μπορεί να επιτευχθεί. Γι’ αυτό θεωρείται ένα από τα πιο κομβικά κείμενα στη σχετική βιβλιογραφία. Μελετώντας το, στάθηκα σε μια πολύ μικρή παράγραφο όπου επιχειρούσε να εντάξει τη «γκραμσιανή ηγεμονία» στις Φουκωικές προσεγγίσεις. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, το γκραμσιανό μοντέλο θα μπορούσε να προωθήσει μια εναλλακτική μαρξιστική οπτική, μόνο εάν «απογυμνωθεί» από το πλαίσιο στο οποίο το εντάσσει ο Stuart Hall και ενταχθεί, συνθετικά στο πλαίσιο του διαλεκτικού υλισμού, όπως παρουσιάζεται είτε με έναν τρόπο από τον Νόρμπερτ Ελίας, είτε με άλλο τρόπο από τον Έντουαρντ Τόμσον. Ωστόσο, ακόμα και αυτό το γκραμσιανό μοντέλο έχει κάποια όρια, ιδιαίτερα όταν παρακάμπτεται το γεγονός πως οι «ιδεολογικές αναπαραστάσεις» δεν περιορίζονται μόνο στον λόγο. Αντίθετα, στην πράξη, προκύπτουν και παράγονται από  δρώντα υποκείμενα, με αλληλοσυγκρουόμενες ετεροπροσδιοριζόμενες ταυτότητες και, ακόμη περισσότερο, με συνεκτική συνείδηση για τον εαυτό τους και τον ρόλο που επιθυμούν να επιτελέσουν μέσα στην κοινωνία. Στο παράδειγμα που παραθέτω, η Ωραιοζήλη Λεβή παρεμβαίνει στη διαμάχη για την «εικόνα» της και προτάσσει τη δική της συνειδητή πολιτική ταυτότητα και «εργατική θηλυκότητα». Μάλιστα, αυτή ακριβώς η παρέμβαση προκαλεί αναπροσαρμογή των «μοτίβων» στο αστικό στρατόπεδο. Δεν είναι λοιπόν μια ενδοκειμενική διαμάχη, αλλά μια διαμάχη που διαχέεται μέσα στην κοινωνία. Δυτυχώς, δεν είμαστε σε θέση, για τη συγκεκριμένη ιστορία, να αξιολογήσουμε το fit back και την αλληλεπίδραση κοινού/εφημερίδων.

* Οι αρχειομαρξίστριες προτρέπονταν σε  ηθική εγκράτεια και σύνεση ώστε να διαψεύδουν έμπρακτα την αστική προπαγάνδα, στο πλαίσιο της οποίας οι εργάτριες εμφανίζονταν να είναι γυναίκες «ελευθερίων ηθών». Αυτή ήταν και η τάση που φαίνεται να επικράτησε για αρκετά χρόνια στο κομμουνιστικό κίνημα αναφορικά με το πρότυπο της γυναικείας ηθικότητας. Το γεγονός αυτό κατά τη γνώμη σου συνδέεται με τη συντηρητική μεταστροφή που είχε συμβεί στη σταλινική Ρωσία αναφορικά με τα ζητήματα των έμφυλων σχέσεων ή σχετίζεται περισσότερο με τα ιστορικά μορφολογικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, όπου η πατριαρχία ως σύστημα ρύθμισης των έμφυλων σχέσεων επιβιώνει διαχρονικά;
Κ.Π.: Νομίζω πως είναι δύο παράγοντες που λειτούργησαν συνδυαστικά, ωστόσο, τα πράγματα μπορεί να είναι πιο σύνθετα. Πράγματι, η σταλινική αντεπανάσταση στη Ρωσία οδήγησε σε υποχώρηση πολλών κεκτημένων μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, επηρεάζοντας τη στάση των μελών των Κ.Κ., κυρίως στην Ελλάδα, ενώ το ελληνικό περιβάλλον επέδρασε κυρίως στους/τις αρχειομαρξιστές/ριες. Ωστόσο, η πραγματική στάση των κομματικών κομμουνιστριών χρειάζεται διεξοδικότερη έρευνα, παρά τα ιδεολογικά προτάγματα των στελεχών τους. Οι Αρχειομαρξιστές, για παράδειγμα, ασκούσαν έντονη κριτική στην ηθική των κομματικών την περίοδο του 1920. Επίσης, το ΚΚΕ συνδέεται τη δεκαετία του 1930 στενά με τα προσφυγικά στρώματα. Γνωρίζουμε πως ο αναπτυσσόμενος στους πρόσφυγες, λαϊκός πολιτισμός ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τις νόρμες του «κόσμου του ρεμπέτικου», ο οποίος παρεκκλίνει από τις πιο «συντηρητικές» νόρμες του σταλινικού κομμουνισμού. Ο Αρχειομαρξισμός, για παράδειγμα, στάθηκε ρητά πολέμιος της ραθυμίας «της υπόγειας ταβέρνας», γι' αυτό και οι αρχειομαρξιστές λάτρεψαν και τον Κώστα Βάρναλη. Αντίθετα, το ΚΚΕ παρέμενε πιο ανεκτικό. Νομίζω, τελικά, πως η μεγάλη τομή στη συντηρητική αναδίπλωση στα έμφυλα θέματα μέσα στο ΚΚΕ επήλθε με τη μαζική εισχώρηση του αγροτικού στοιχείου κατά την περίοδο της αντίστασης, παρότι για τις αγρότισσες η συμμετοχή αυτή ήταν τεράστιο χειραφετητικό άλμα σε σύγκριση με την κατάσταση που βρίσκονταν.

*  Αφενός  οι λόγιες αστές χειραφετούνταν μέσα από την κατάκτηση της ορατότητας στον δημόσιο χώρο και την πρόσβαση στη γνώση, αφετέρου οι κομμουνίστριες χειραφετούνταν μέσα από τη συλλογική τους ένταξη και τη στράτευση στο κομμουνιστικό κίνημα. Εσύ πώς διακρίνεις ποιοτικά  την πορεία χειραφέτησης των αστών γυναικών από αυτή των κομμουνιστριών;
Κ.Π.: Νομίζω πως πράγματι οι νεαρές εργάτριες και μεσοαστές κοπέλες που εντάχθηκαν στο μεσοπολεμικό κομμουνιστικό κίνημα κατέκτησαν, με αυτόν τον τρόπο, την ορατότητά τους στον δημόσιο χώρο και διεκδίκησαν ρόλο και θέση μέσα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία, αλλά και την μικροκοινότητα. Διαβάζουμε στην "Πάλη των Τάξεων", την εφημερίδα των Αρχειομαρξιστών, πως νεαρές εργάτριες πρωταγωνιστούν στο μικτό σωματείο των κεραμοποιών του Εργοστασίου Αλατίνι Θεσσαλονίκης και αντιπαρατίθενται με άντρες της συντηρητικής παράταξης στις συνελεύσεις του. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι η Ωραιοζήλη Λεβή είχε αναλάβει να φτιάξει αρχειομαρξιστικό πυρήνα στο συγκεκριμένο εργοστάσιο εργαζόμενη η ίδια εκεί. Διαβάζουμε στα "Αθηναϊκά Νέα" ότι κοπέλα από το Περιστέρι εγκατέλειψε την οικογένειά της ερχόμενη σε σύγκρουση με τον πατέρα της, όταν εκείνος της απαγόρεψε να είναι μέλος κομμουνιστικής οργάνωσης. Η πιο κραυγαλέα, όμως, περίπτωση είναι αυτή των κοριτσιών που παρακολουθούσαν τα αρχειομαρξιστικά Κόκκινα Σχολεία στην Θεσσαλονίκη. Η αποκάλυψη της δράσης τους αποτέλεσε τεράστο σοκ για τις αστικές εφημερίδες και σίγουρα συζητήθηκε έντονα μέσα στην κοινωνία.

* Στο πλαίσιο του αρχειομαρξιστικού κινήματος αποδιδόταν σημαίνουσα βαρύτητα στην υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης των γυναικών;
Το Αρχειομαρξιστικό ρεύμα την περίοδο 1927-1934 υπήρξε ένα πραγματικά μαζικό εργατικό ρεύμα με πανελλαδική δράση σε όλα σχεδόν τα εργατικά επαγγέλματα. Συσπείρωσε ένα μεγάλο δυναμικό νεαρών, κυρίως, γυναικών, οι οποίες έδρασαν στους διάφορους μορφωτικούς εκδρομικούς ομίλους, τα κόκκινα σχολεία, αλλά και στον συνδικαλισμό, όπως οι εργάτριες κεραμοποιείας και κυρίως οι εργάτριες στα υφαντουργεία. Η αρχειομαρξιστική οργάνωση ίδρυσε ξεχωριστό τομέα γυναικών και εξέδωσε το περιοδικό "Η Αγωνίστρια". Δυστυχώς, δεν έχει διασωθεί κανένα τεύχος, ώστε να έχουμε μια πιο άμεση εικόνα του γυναικείου αρχειομαρξιστικού λόγου. Γι’ αυτό, παρότι, ζητούσαν ψήφο για τις γυναίκες, δυστυχώς δεν ξέρουμε περισσότερα πράγματα. Στις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις επικράτησαν αιτήματα που ζητούσαν ίσα ημερομίσθια με τους άντρες εργάτες και γενικά ισότιμο ρόλο με τους άντρες. Ωστόσο, το αρχειομαρξιστικό ρεύμα στάθηκε ιδιαίτερα πουριτανικό γενικά σε πολλές εκφάνσεις του απέναντι στις γυναίκες. Τόσο οι Αρχειομαρξιστές όσο και το ΚΚΕ υιοθετούν μια ρητορική προστασίας και διαφύλαξης της γυναικείας τιμής.
Η αρχειομαρξιστική οργάνωση, αρχικά, απαγόρευε αυστηρά τις ερωτικές σχέσεις, όπως και τον «αγοραίο έρωτα». Αλλά κυρίως μέσα από μια ρητορική εγκράτειας και προστασίας του άντρα από τις αρρώστιες των εκδιδομένων γυναικών. Οι αρχειομαρξιστές δεν παντρεύονταν αρχικά με θρησκευτικό γάμο, αλλά εισήγαγαν μεταξύ τους ένα συγκεκριμένο τυπικό. Έδιναν μεγάλη σημασία στον ρομαντικό έρωτα, απαξιώνοντας ιδεολογικά και πρακτικά τους αστικούς γάμους. Ο σεβασμός όμως στην γυναίκα, μερικές φορές προσλαμβανόταν με παραδοσιακά κριτήρια της ελληνική κοινωνίας. Έτσι, όταν κάποτε ένας αρχειομαρξιστής θέλησε να παντρευτεί την αδελφή της συζύγου του Γιωτόπουλου, τη «ζήτησε» από τον Γιωτόπουλο ακολουθώντας το παραδοσιακό ελληνικό τυπικό. Ο αρχειομαρξιστής Κώστας Αναστασιάδης ταυτίζει μάλιστα στις αναμνήσεις του την εξάρτηση των μελών από την αρχειομαρξιστική ηγεσία με την εξάρτηση των μελών της οικογένειας από τον πατέρα και την δομή της οργάνωσης με την πατριαρχική οικογένεια. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, η αρχειομαρξιστική οργάνωση υποκατέστησε τον θεσμό της οικογένειας, υιοθετώντας όμως μερικές από τις ανδροκρατικές πολιτισμικές πρακτικές.

O Μαρκ Μαζάουερ για τον Έρικ Χόμπσμπαουμ



 Ο θάνατος του Έρικ Χόμπσμπαουμ σε ηλικία 95 ετών, μας στερεί από έναν μεγάλο ιστορικό, έναν αριστοτέχνη συγγραφέα μιας ρωμαλέας και ευανάγνωστης πρόζας, κι έναν λόγιο, του οποίου η πνευματική περιέργεια και η εμβέλεια δεν έχει σχεδόν κανένα προηγούμενο. Όταν τον γνώρισα, είχε ήδη ξεπεράσει προ πολλού την ηλικία συνταξιοδότησης – πρώτα στο Πανεπιστήμιο του Μπίρκμπεκ, το πανεπιστήμιο των παλιών εργατών του πνεύματος, για τα ιδανικά των οποίων πάντα υπερηφανευόταν, και ύστερα σε συναντήσεις του Past and Present, του περιοδικού που είχε βοηθήσει να ιδρυθεί. Ωστόσο, ο Χόμπσμπαουμ, παρόλο που είχε ήδη ξεπεράσει τα 80, ήταν ακόμη πολύ δραστήριος.

Δίδασκε στο Μπίρκμπεκ από τα τέλη της δεκαετία του 1940, κι όπως διατηρούσε επί 50 χρόνια εκεί ένα μικρό γραφείο, νομίζω ότι τον πρωτοσυνάντησα στον στενό διάδρομο έξω απ’ αυτό, αδύνατο, κι ελαφρά σκυφτό. Οι ήδη αδύναμοι ώμοι του, κάτω από το σπορ τζάκετ που φορούσε, σε έκαναν να θέλεις να τον προστατέψεις, αλλά το συναίσθημά σου αυτό εξαφανιζόταν μόλις άρχιζε να μιλάει. Ο Χόμπσμπαουμ δεν είχε ανάγκη από προστασία, και το μυαλό του διατηρούσε μια εκπληκτική ενέργεια και διαύγεια μέχρι το τέλος. Κι ύστερα ήταν η φωνή του – αποφασιστική, σχεδόν στρατιωτική, εκείνο το χαρακτηριστικό προστακτικό ερωτηματικό – «δεν είναι και το πρώτο μυαλό, νομίζω;» – που περιέκλειε ολόκληρη την Βρετανία των μέσων του προηγούμενου αιώνα, η οποία έχει πια χαθεί, και η οποία αποτελούσε μέρος του Χόμπσμπαουμ τόσο, όσο και ο ατελείωτος σχολιασμός του Μαρξισμού.

Βέβαια, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς άλλον Μαρξιστή που να άξιζε σε τέτοιο βαθμό τον τίτλο του Μέλους της Τιμής, που του απονεμήθηκε το 1998, όσο ο Χόμπσμπαουμ, διότι όσα αυτός προσέφερε σε τούτη την χώρα, ήταν περισσότερα απ’ όσα του έδωσε εκείνη. Έφτασε στην Αγγλία μαθητής το 1933, έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως τότε στην Βιέννη και το Βερολίνο (μια ιστορία που θα αφηγηθεί αργότερα στην καταπληκτική του αυτοβιογραφία Interesting Times), όπου και γνώρισε την άνοδο των Ναζί και ανακάλυψε τον Μαρξισμό. Στο Κέμπριτζ, στο οποίο σπούδασε κατά την δεκαετία του ’30, είχε την φήμη της παντογνωσίας. Την εποχή που διηύθυνε τον τοπικό πυρήνα του Κομμουνιστικού Κόμματος από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, ο νεαρός Χόμπσμπαουμ κλήθηκε να στελεχώσει την κλειστή κοινωνία των Αποστόλων. Ανήκε στην αντιφασιστική γενιά, κι από τη στιγμή που έκανε τις πολιτικές του επιλογές παρέμεινε αφοσιωμένος σ’ αυτές σε ολόκληρη την ζωή του, και ποτέ δεν απολογήθηκε γι’ αυτές.

 Όταν τελείωσε ο πόλεμος άρχισε να ψάχνει για δουλειά, αλλά η προσχώρησή του στο κόμμα του στάθηκε εμπόδιο: ακόμα και στην Αγγλία ένας μικρός Μακκαρθισμός πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Το Κέμπριτζ του γύρισε την πλάτη, αλλά το Μπίρκμπεκ τον καλωσόρισε. Πάνω από το εστιατόριο Γκαριμπάλντι του Σάφρον Χιλ, έγινε μέλος μιας εξαιρετικής λέσχης – της Ομάδας Ιστορικών του Κομμουνιστικού Κόμματος (CPHG). Αν σήμερα οι Βρετανοί ιστορικοί συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο εξωστρεφή τμήματα της ακαδημίας, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο έργο του CPHG. Μετά το 1946, τα μέλη του βοήθησαν στην μετεξέλιξη ενός στυφού κύκλου συνταγματολόγων διεπόμενων από την νοοτροπία του βασιλιά και της βασίλισσας, και κατέστησαν δημοφιλή την μελέτη των απλών ανθρώπων, τοποθετώντας την κοινωνική και οικονομική ιστορία στο επίκεντρο του επαγγέλματος.

 Το περιοδικό Past and Present ήταν μια όαση, κι ένας αγωγός για νέες ιδέες από το εξωτερικό. Ο τοπικισμός της αγγλικής πνευματικής ζωής άρχισε να υποχωρεί. Όπως αρέσκονταν να λένε κάποτε οι Μαρξιστές, το γεγονός ότι ο Μαρξισμός αποτελούσε την πνευματική γεννήτρια αυτής της επανάστασης, δεν ήταν τυχαίο. Παρείχε μια φυσική γέφυρα σε άλλες κοινωνικές επιστήμες – ιδιαίτερα στην κοινωνιολογία και τα οικονομικά – όπου συνέβαιναν συναρπαστικά πράγματα, ενώ την ίδια στιγμή που έκανε την Αγγλία πατρίδα της βιομηχανικής επανάστασης και το επίκεντρο της ιστορικής δράσης, εμφυσούσε μια παγκόσμια άποψη των πραγμάτων.

 Ο Χόμπσμπαουμ βρισκόταν στην καρδιά όλων αυτών. Ακόμη κι αν δεν έπαψε ποτέ ν’ ασχολείται με το άλλο πάθος του, την τζαζ – για την οποία έγραψε πολλά θαυμάσια με το ψευδώνυμο Φράνσις Νιούτον – ταυτοχρόνως σφυρηλατούσε δεσμούς με Γάλλους, Γερμανούς και Ιταλούς ιστορικούς, και άφηνε τις ιδέες και τα ενδιαφέροντά τους να διαμορφώσουν τα δικά του. Ο ιστορικός που είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός με την ιστορία του φαβιανισμού, άρχιζε τώρα να γράφει για τους Ιταλούς χωρικούς και τους Νοτιοαμερικανούς ληστές. Κι ύστερα, ξεκίνησε το εξαιρετικό τετράτομο έργο του, το οποίο αποτελεί ακόμη μια ακαταμάχητη και απαράμιλλη εισαγωγή στην παγκόσμια ιστορία από την Γαλλική Επανάσταση μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα, για χιλιάδες αναγνώστες («Η Εποχή των Επαναστάσεων», «Η Εποχή του Κεφαλαίου», «Η Εποχή των Αυτοκρατοριών», «Η Εποχή των Άκρων»).

Ξαναδιαβάζοντας αυτά τα βιβλία, δεν μπορούμε να μην κατακλυστούμε από την συγγραφική δεινότητα του Χόμπσμπαουμ. Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για έναν ιστορικό, είναι να καταστήσει ένα επιχείρημα αναγνώσιμο. Κι αυτό, ο Χόμπσμπαουμ το κάνει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Η στροφή στην αφήγηση, η ανάγκη να πει κάποιος ιστορίες, δεν είναι γι’ αυτόν. Ο Χόμπσμπαουμ είναι γεμάτος από ιστορίες. Αλλά οι ιστορίες του μιλούν για τάσεις, κοινωνικές δυνάμεις, και μεγάλης κλίμακας αλλαγές σε μεγάλες αποστάσεις. Το να πει κανείς αυτό το είδος της ιστορίας με τρόπο τόσο συναρπαστικό όσο αν αφηγούνταν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αποτελεί πραγματική πρόκληση για το ύφος και την σύνθεση. Και στην τετραλογία του, ο Χόμπσμπαουμ μας δείχνει πώς μπορούμε να το πετύχουμε.

Σίγουρα, κάποια κομμάτια λειτουργούν καλύτερα από άλλα. Το «Η Εποχή των Αυτοκρατοριών», παραμένει ένα κατόρθωμα. Κανένας άλλος Ευρωπαϊστής δεν έγραφε από την ίδια του τη χώρα την μια στιγμή για την Νότια Αμερική και την άλλη για την Κίνα.  Αντίθετα, ‘Η Εποχή των Άκρων’ – ο τόμος που αναφέρεται στον 20ό αιώνα, συγκριτικά μειονεκτεί. Αυτό που διηγείται στην πραγματικότητα, είναι η ιστορία η οποία αναδύεται πιο ανοιχτά στην αυτοβιογραφία του Χόμπσμπαουμ, ενώ στην πορεία παρεμβάλλονται και οι πολιτικές του συμπάθειες. Αλλά αν αυτό εξεταστεί εκ των υστέρων, δεν εκπλήσσει σχεδόν καθόλου, ούτε αξίζει τον θόρυβο που προκάλεσε στην αρχή.

Κανείς δεν θα διάβαζε τον Χόμπσμπαουμ για τις διαυγείς εκτιμήσεις των ορίων του κομμουνισμού τις οποίες κάνει, όπως κανείς δεν θα έβρισκε πολλά πράγματα στο έργο του για τον ρόλο του φύλου στην ιστορία (ένα άλλο τυφλό σημείο). Αυτό όμως που αρκετοί από εμάς μπορούμε να επισημάνουμε, είναι το εκπληκτικό του επίτευγμα, ο μετασχηματισμός της ιστορίας σ’ ένα παγκόσμιο μυθιστόρημα (διήγημα, ιστορία), πράγμα στο οποίο ο Χόμπσμπαουμ πρωτοπόρησε. Η κληρονομιά του συνεχίζεται μέσα από ένα ευημερών κι εξωστρεφές επάγγελμα του ιστορικού, κληρονομιά το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της οποίας βρίσκεται στο ότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που διόλου ενδιαφερόταν να ιδρύσει δική του σχολή. Για όλους όσοι αγαπούν την ιστορία, ο θάνατός του είναι ένα πολύ θλιβερό νέο. Είθε τα βιβλία του να διαβάζονται για πολλά χρόνια ακόμη.

Του Μαρκ Μαζάουερ για τη βρετανική εφημερίδα The Guardian - Μετάφραση: Δάφνη Μαρία Βουβάλη για το bookbar.gr

Ημερίδα για το 1922: Στις ρίζες μας είναι η Επανάσταση και ο Διεθνισμός

από την Εργατική Αλληλεγγύη

Με επιτυχία έγινε η ημερίδα για τα 90 χρόνια από το 1922 που οργάνωσε το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου - τελικά στο Πολυτεχνείο και όχι στη Νομική όπως αρχικά ήταν προγραμματισμένο - η Ομάδα Ιστορικού προβληματισμού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Η ημερίδα έγινε σε δύο κύκλους συζητήσεων. Στον πρώτο κύκλο με θέμα «Μικρά Ασία: ο άγνωστος πόλεμος για το εκπαιδευτικό σύστημα Ελλάδας και Τουρκίας», ομιλητές ήταν ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, εκπαιδευτικός, ο Κώστας Παλούκης, ιστορικός και ο Μπουλέντ Κεπενέκ – εκπαιδευτικός, καθηγητής τούρκικης φιλολογίας σε γυμνάσιο. Στο δεύτερο κύκλο με θέμα το «Εργατικό κίνημα, Αριστερά σε Ελλάδα και Τουρκία και ο πόλεμος στη Μικρά Ασία», ομιλητές ήταν ο Θανάσης Καμπαγιάννης, ιστορικός, ο Τάσος Κωστόπουλος, ιστορικός, δημοσιογράφος και ο Φώτης Μπενλίσοϊ, ιστορικός, διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου.
Στην πρώτη συζήτηση ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η μικρασιατική εκστρατεία στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια, πώς αποσπάται από το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο και το ρόλο του ιμπεριαλισμού, πώς αποσιωπάται η εξήγηση και η σημασία της ήττας του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, ο ρόλος του ΣΕΚΕ και συνολικότερα του εργατικού κινήματος.
Ο Μπουλέντ Κεπενέκ ανέλυσε πως η εικόνα του “εχθρού έλληνα” έχει χρησιμοποιηθεί από το τουρκικό εκπαιδευτικό σύστημα για να ενισχύσει τον τούρκικο εθνικισμό, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι το γεγονός της κατοχής της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα προκειμένου να δείξει ότι είναι μια υπαρκτή απειλή. Περιέγραψε πώς τα τελευταία χρόνια αυτή η εικόνα έχει αρχίσει να ξεθωριάζει καθώς το ρόλο του “εχθρού” στην εθνικιστική προπαγάνδα έχουν πάρει οι Κούρδοι και ο αντι-κουρδικός εθνικισμός.
Τόνισε επίσης ότι ο εθνικισμός που καλλιεργείται δεν καθορίζει την καθημερινότητα των πολιτών στην Τουρκία ούτε την αμοιβαία συμπάθεια και συνύπαρξη, προσθέτοντας ότι οι αγώνες του λαού στην Ελλάδα ενάντια στην τρόικα και τη ΔΝΤ εμπνέουν το λαό στην Τουρκία.
Ο Κώστας Παλούκης άνοιξε το θέμα για το σχολικό εγχειρίδιο της 6ης Δημοτικού της Μ. Ρεπούση και της επίθεσης που δέχτηκε από την εθνικιστική πλευρά, η οποία αξιοποίησε τα στρογγυλέματα και τις αντιφάσεις του “εκσυγχρονιστικού” λόγου για την οικοδόμηση του έθνους.
Το δεύτερο κύκλο άνοιξε με την εισήγησή του ο Τάσος Κωστόπουλος, παραθέτοντας μια σειρά από ιστορικά στοιχεία και τεκμήρια πάνω στα γεγονότα που αποσιωπά η εθνική αφήγηση για το 1922, βάζοντας ταυτόχρονα το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκε η μικρασιατική εκστρατεία: Της εφόδου του ελληνικού καπιταλισμού της Ελλάδας “των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών” στηριγμένη στο ψέμα της “απελευθέρωσης ελληνικών πληθυσμών” στα πλαίσια της συνολικής ιμπεριαλιστικής εκστρατείας στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την καθοδήγηση και προς εξυπηρέτηση του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Επέμβαση

Ο Φώτης Μπενλίσοϊ μίλησε για τις ρίζες του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος στην Οθωμανική Τουρκία και τη στήριξη των μπολσεβίκων στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα όταν ξέσπασε η ιμπεριαλιστική επέμβαση. Με μια σειρά παραδειγμάτων έδειξε πως η ρώσικη επανάσταση επηρέασε τις μάζες στην Τουρκία, την ίδια στιγμή που ο Κεμάλ έσπευδε να αποκεφαλίσει και να διαλύσει το νεοσύστατο κομμουνιστικό κόμμα για να το αντικαταστήσει με ένα άλλο που να εξυπηρετεί τα ιδεώδη της τουρκικής άρχουσας τάξης και του νεοσύστατου κράτους της.
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης ανέλυσε παραθέτοντας γνωστές και άγνωστες ιστορίες από τα πρώτα βήματα και τη στάση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς στην Ελλάδα απέναντι στον πόλεμο, καταλήγοντας ότι “στις ρίζες της Αριστεράς, όσο αποσιωπημένη και αν είναι η ιστορία αυτή από την ίδια, βρέθηκαν: πρώτον, η οργάνωση εργατικών απεργιών σε καιρό πολέμου που τον διεξάγει η δικιά μας άρχουσα τάξη, δεύτερον, η υποστήριξη εξεγέρσεων στις οποίες σπάνε δυστυχώς τζαμαρίες και βιτρίνες και, τρίτον, η αντιπολεμική προπαγάνδα στο μέτωπο επί ποινή προδοσίας της πατρίδας. Στις ρίζες της Αριστεράς στην Ελλάδα βρίσκεται δηλαδή η επανάσταση και ο διεθνισμός”.
Τις εισηγήσεις ακολούθησαν ερωτήσεις και τοποθετήσεις, ενώ από το Συντονιστικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ο Σ. Αλεξίου κάλεσε όλους τους συμμετέχοντες να δώσουν τη μάχη της επιτυχίας της γενικής απεργίας στις 26 Σεπτέμβρη.

90 χρόνια από το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Το κίνημα ενάντια στο δεκαετή πόλεμο


του Λέαδρου Μπόλαρη, Εργατική Αλληλεγγύη, 12/9/2012Επιστρατευμένοι απεργοί σιδηροδρομικοί στο Γ’ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη.Επιστρατευμένοι απεργοί σιδηροδρομικοί στο Γ’ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη.
Όταν τα ελληνικά στρατεύματα παρέλαυναν μέσα σε κλίμα «εθνικής έξαρσης» στην προκυμαία της Σμύρνης εκείνο τον Μάη του 1919 τίποτα δεν φαινόταν να προμηνύει τις τραγικές σκηνές που θα εκτυλίσσονταν στο ίδιο σημείο τρεισήμισι χρόνια μετά. Οι εικόνες από την φλεγόμενη Σμύρνη και τους στοιβαγμένους σε βάρκες και καΐκια έλληνες κατοίκους της να προσπαθούν να γλυτώσουν όπως-όπως τη ζωή τους, έχουν χαραχτεί στην ιστορική μνήμη. Στις φλόγες της Σμύρνης και στο θρήνο των προσφύγων βούλιαξαν οι φιλοδοξίες μιας άρχουσας τάξης που είχε πίσω της δέκα χρόνια σχεδόν αδιάκοπων και νικηφόρων πολέμων.
Για τους εργάτες και τους αγρότες πίσω στη «μητέρα Ελλάδα» ο πόλεμος είχε γίνει μια μισητή υπόθεση πολύ πριν την κατάρρευση της στρατιάς της Μικράς Ασίας. Αυτό φαίνεται παράδοξο σε όσους εξετάζουν την ιστορία από την σκοπιά του έθνους. Και η εξήγηση που δίνουν είναι ο «Διχασμός» ανάμεσα στις δυο στρατιωτικο-πολιτικές μερίδες της κυρίαρχης τάξης ανάμεσα στους Φιλελεύθερους και τους Μοναρχικούς, ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Το παράδοξο εξαφανίζεται, όμως, όταν καταλάβουμε ότι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις τάξεις είναι αυτή που καθορίζει τα πράγματα.
Στη δεκαετία που προηγήθηκε της Μικρασιατικής Καταστροφής, τα κέρδη από τις «μεγάλες εθνικές επιτυχίες» τα καρπώθηκε η κυρίαρχη τάξη, οι τραπεζίτες, οι μικροί και μεγάλοι κερδοσκόποι, οι εφοπλιστές, οι βιομήχανοι (πολλές φορές τα ίδια πρόσωπα είχαν όλες ή περισσότερες από μια από τις παραπάνω ιδιότητες). Τις θυσίες, τις επωμίστηκαν οι εργάτες και οι αγρότες. Θυσίες όχι μόνο σε αίμα, αλλά και σε πείνα και αρρώστια.

Τρελά κέρδη

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και μετά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφεραν μια χρυσή βροχή κερδών για τους καπιταλιστές. Η έκταση του ελληνικού κράτους υπερδιπλασιάστηκε, τα μεροκάματα ήταν φτηνά, η διαταραχή του εμπορίου από τον πόλεμο και τον αποκλεισμό τόνωσε τη βιομηχανική παραγωγή.
Όμως, παράλληλα, τα δάνεια για την εξυπηρέτηση της πολεμικής προσπάθειας και τα τεράστια κέρδη που λίμναζαν από ένα σημείο και μετά στα ταμεία των καπιταλιστών, δημιούργησαν συνθήκες που η κερδοσκοπία χτύπησε κόκκινο και μαζί της ο πληθωρισμός. Το 1918 το ελληνικό χρηματιστήριο ζούσε στιγμές δόξας με αιχμή την «ατμοπλοϊκή φρενίτιδα» (ναυτιλιακές εταιρείες) και σύντομα με την ίδρυση νέων τραπεζών: μια από αυτές ήταν η Τράπεζα Καλαμών, η μετέπειτα Πίστεως και σημερινή Alpha Bank.
«Οι μετοχές ανεβαίνουν, οι προλετάριοι πέφτουν» έγραφε το 1916 η μεγάλη επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στην Ελλάδα οι προλετάριοι πεινούσαν γιατί οι τιμές των βασικών ειδών κάλπαζαν. Σύντομα θα έπρεπε να σηκώσουν και άλλες θυσίες καθώς η εκστρατεία στη Μικρά Ασία ρουφούσε πόρους και ανθρώπους σε απίστευτους ρυθμούς.
Η δυσαρέσκεια ενάντια στον πόλεμο ήταν γενικευμένη. Περίπου σε 90.000 υπολογίζονται οι λιποτάκτες και οι ανυπότακτοι εκείνα τα χρόνια. Ήταν ένα τεράστιος αριθμός, αν αναλογιστούμε ότι στο αποκορύφωμα της εκστρατείας, περίπου 180.000 στρατιώτες βρίσκονταν στη Μικρά Ασία, στην πραγματικότητα στα βάθη της Τουρκίας.
Η εργατική τάξη απάντησε σε αυτή την αφαίμαξη με το συλλογικό της όπλο, τις απεργίες. Από το 1919 μέχρι το 1921 ξεσπάνε κύματα απεργιών. Από τους καπνεργάτες της Μακεδονίας ως τους μηχανουργούς του Πειραιά, από τους τραπεζικούς μέχρι τους ηθοποιούς, από τους εργάτες της Ομοσπονδίας Ηλεκτροκινήσεως μέχρι τους σιδηροδρομικούς.
Τα γεγονότα του Βόλου, τα λεγόμενα «Φεβρουαριανά», ήταν απόδειξη πόσο το μίσος για τον πόλεμο συνδεόταν με τη ταξική πάλη. Το υπόβαθρο της έκρηξης ήταν η αύξηση της τιμής του ψωμιού.
Στις 15 Φλεβάρη 1921, η «Πανεργατική Ένωση» της πόλης σε συνεργασία με το τοπικό τμήμα του ΣΕΚΕ καλούν σε συλλαλητήριο. Τη συνέχεια την αφηγείται ο Α. Μπεναρόγια:
«Μετά το συλλαλητήριον οργανώθη διαδήλωσις... Εν ριπή οφθαλμού πόρτες, παράθυρα και τζάμια του μακαρονοποιείου θραύονται. Η μανία του εξεριθισθέντος πλήθους εκσπά εις το σπάσιμο των τζαμιών όλων των πέριξ καταστημάτων. Ματαίως οι Μπεναρόγιας, Κανάβας, Αποστολίδης, Αδαμίδης και άλλοι παρεκάλουν τους θερμοαίμους όπως σταματήση το άσκοπον έργον της καταστροφής. …Εκλήθη ο στρατός συγκεντρωθέντος εις τας παρόδους της παραλίας και έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν τα όπλα των οι στρατιώται ανέμενον την διαταγή ‘πυρ’. Αλλά επενέβησαν και πάλι οι ως ανω διαμαρτυρόμενοι και αιτούντες παρά των αξιωματικών όπως αποφευχθή η αιματοχυσία, ανελάμβανον δε όπως τερματίσουν την διαδήλωσιν. Η συμπάθεια των στρατιωτών εφαίνετο προς το μέρος των διαδηλωτών και οι αξιωματικοί φοβούμενοι, ίσως περιπλοκάς επικινδύνους πλέον, εδέχθησαν την πρότασιν. Το σπάσιμο είχε ήδη σταματήσει. Η διαδήλωση εσυνεχίσθη και από τα μπαλκόνια αναπετάσσοντο ερυθραί σημαίαι προς εξευμενισμόν των διαδηλωτών…».
Λίγες μέρες μετά τα «Φεβρουαριανά» στο Βόλο ξεκίνησε η θρυλική απεργία των σιδηροδρομικών. Το βασικό αίτημα ήταν το 8ωρο. Από την αρχή η απεργία μετατράπηκε σε μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση. Η αυτοπεποίθηση των απεργών ήταν τόσο δυνατή που όταν η κυβέρνηση τους πρότεινε εννιαμισάωρο, όχι μόνο το απέρριψαν αλλά πρόσθεσαν στα αιτήματα και την …απόλυση των λιγοστών απεργοσπαστών! Τα καράβια και ο σιδηρόδρομος έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στον πόλεμο. Και οι σιδηροδρομικοί, που δεν φημίζονταν για τον ριζοσπαστισμό τους, όχι μόνο απεργούσαν εν καιρώ πολέμου αλλά πρόσβαλαν τα ιερά και τα όσια:
«Κατά το διάστημα της απεργίας έγιναν οι γάμοι του βασιλέως Γεωργίου Β’ στους οποίους προσκλήθηκε να ευλογήσει ο Πατριάρχης Αντιοχείας ο οποίος απεβιβάσθηκε στη Καλαμάτα. Η Κυβέρνησιν εζήτησεν από τη Διοίκηση της ΠΟΣ, να επιτρέψει την κυκλοφορία μίας μηχανής με ένα όχημα για τη μεταφορά του Πατριάρχου στην Αθήνα. Η Διοίκηση όμως αρνήθηκε! Την άρνηση αυτή εκμεταλλεύθηκε η Κυβέρνηση και ο τύπος καθώς και τα ολιγάριθμα όργανά της μέσα στους σιδηροδρομικούς, και τα εξέγειραν κατά της Ομοσπονδίας και της απεργίας».
Το 1921 «έκλεισε» απεργιακά με την απεργία της Ομοσπονδίας Ηλεκτροκινήσεως, (τραμ, ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, γκάζι και ηλεκτρικό της Αθήνας-Πειραιά) τον Νοέμβρη. Ήταν τόσο απόλυτη η απεργία, που όταν «κατέβηκαν οι διακόπτες» έσβησαν τα φώτα στην Βουλή την ώρα που αγόρευε ο Δ. Γούναρης ο πρωθυπουργός.
Η κυβέρνηση κατέστειλε την απεργία των σιδηροδρομικών, επιστρατεύοντας εκατοντάδες και στέλνοντάς τους στη Μικρά Ασία. Πιο χειροπιαστή απόδειξη για τον πραγματικό χαρακτήρα του πολέμου δεν μπορούσε να υπάρξει. Όμως, το «αντιπολεμικό μικρόβιο» σάρωνε και στις γραμμές των φαντάρων. Ο Αλέξανδρος Γκούντας ήταν εκείνη την εποχή ναύτης στο «Βέλος» και μέλος των αντιπολεμικών ομάδων που είχαν συγκροτηθεί με πρωτοβουλία κομμουνιστών φαντάρων:

«Αντιπολεμικό μικρόβιο»

«Εκείνο που μας ζήτησαν οι φαντάροι, για λογαριασμό της άγνωστης σε μας αντιπολεμικής οργάνωσης, ήταν έντυπο υλικό. Αποφασίσαμε να τους εξυπηρετήσουμε, ξέροντας ότι έτσι εξυπηρετούμε τον αντιπολεμικό αγώνα. Από το τέλος του 1920 αν θυμάμαι καλά, αρχίσαμε να μεταφέρουμε από την Ελλάδα στην Σμύρνη την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» του ΣΕΚΕ που διεξήγαγε σφοδρό αντιπολεμικό αγώνα.
Το «Βέλος», στο οποίο υπηρετούσα εγώ, έκανε δυο ταξίδια τη βδομάδα ανάμεσα Πειραιά-Σμύρνη, για να μεταφέρει το ταχυδρομείο. Τώρα άρχισε να μεταφέρει και «Ριζοσπάστη». Όχι εκατό, ούτε διακόσια φύλλα σε κάθε ταξίδι, αλλά χιλιάδες. Πολλές χιλιάδες. Υπήρχε τόση δίψα για «Ριζοσπάστη» ώστε δεν προφταίναμε να την κορέσουμε. Είμαι βέβαιος ότι τότε θα ξοδεύονταν περισσότερος «Ριζοσπάστης» στο μέτωπο από την υπόλοιπη Ελλάδα, μαζί και την Αθήνα..»
Τον ίδιο Σεπτέμβρη, ο Εργατικός Αγώνας, άλλη εφημερίδα του ΣΕΚΕ, δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο «Η Φωνή των Στρατιωτών του Μετώπου». Ο Βενιζέλος μόλις είχε πετύχει τον «εθνικό θρίαμβο» της Συνθήκης των Σεβρών και πήγαινε για εκλογές. Οι φαντάροι απαντούσαν:
«Αφού τόσον καιρό στρώσαμε της Βαλκανικής, της Ρωσίας και της Ανατολής τα βουνά και τους κάμπους με τα κουφάρια μας και με το σκοτωμένο αίμα μας εβάψαμε το χώμα και τις πέτρες τους, αφού οι αφέντες που μας κυβερνάνε μας δέσανε με τις βαρειές αλυσίδες της οργανωμένης βίας σαβανώνοντας τα σπιτικά μας με τη μαυρίλα της δυστυχίας, έρχονται τώρα με την απαίσια ικανοποίηση του θριάμβου των να μας ζητήσουνε ψήφο ευγνωμοσύνης για το μεγάλωμα της ‘Πατρίδος’ και για την απελευθέρωση των ‘υπόδουλων αδελφών’».
Συγγραφέας αυτών των γραμμών ήταν ο Παντελής Πουλιόπουλος. Μετά τον πόλεμο θα πρωταγωνιστούσε με τους συντρόφους του στο κίνημα των «Παλαιών Πολεμιστών» και με την ιδιότητα αυτή θα έγραφε το συγκλονιστικό τους μανιφέστο, «Πόλεμος κατά του Πολέμου». Το 1924 αργότερα θα γινόταν γραμματέας του ΣΕΚΕ (Κ) όταν μετονομάστηκε σε ΚΚΕ. Ο σημαντικότερος μαρξιστής θεωρητικός που έβγαλε το κίνημα, θα κρατούσε ψηλά τη σημαία της επανάστασης και του διεθνισμού τα επόμενα χρόνια, ερχόμενος σε σύγκρουση με το σταλινισμό και τασσόμενος στο πλευρό του Τρότσκι.
Το ΣΕΚΕ είχε ιδρυθεί το 1918 σχεδόν μαζί με την ΓΣΕΕ. Τα μέλη του δεν πρωταγωνίστησαν «απλά» στις απεργίες και στους αντιπολεμικούς ξεσηκωμούς όπως τα «Φεβρουαριανά» του Βόλου ή στην αντιπολεμική δράση των φαντάρων. Προσπάθησαν να μπολιάσουν αυτούς τους αγώνες με την συνολική σύγκρουση με τον καπιταλισμό, να κάνουν την προοπτική της επαναστατικής ανατροπής του χειροπιαστή για τους εργάτες και τις εργάτριες που έμπαιναν στη μάχη.
Τον Φλεβάρη του 1921 ο Ευ. Ευαγγέλου, γραμματέας της ΓΣΕΕ (και μέλος του ΣΕΚΕ) υπεράσπιζε στον Ριζοσπάστη την απεργία των υφαντουργών του «Ρετσίνα» στον Πειραιά. Πρόβαλε το αίτημα για «επίταξη» (δηλαδή κρατικοποίηση του εργοστασίου) συνδέοντας τη διεθνιστική, αντιπολεμική πολιτική με το ταξικό συμφέρον και ανάγκες των εργατριών. Αυτή ήταν «η ενδεδειγμένη λύσις» μιας και ο πελάτης της επιχείρησης ήταν ο στρατός (δηλαδή το κράτος) και οι δε καταναλωτές των προϊόντων (οι εργάτες) «διατελούν υπό επίταξιν […] πολεμούντες εις άγνωστα εδάφη διά την μεγάλην πατρίδα του κ. Ρετσίνα και των λοιπών μεγαλοβιομηχάνων, οι οποίοι αύριον θα επεκτείνουν τας εργασίας των εις τα διά του αίματος των αδελφών των δυστυχισμένων αυτών εργατριών καταλαμβανόμενα μέρη». Κι ο Ευαγγέλου συμπέραινε: «Αλλά το κράτος δεν εννοεί
να αναμιχθή, δεν εννοεί να θίξει την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας. Το κράτος είναι παρόν μόνο όταν πρόκειται να πιάσει τους εργάτας και να τους στείλη να σφάζωνται εις το μέτωπον, μόνο όταν πρόκειται να επιστρατεύση τους απεργούντας εργάτας».
Σήμερα τέτοια αιτήματα θα τα ονομάζαμε «μεταβατικά» και αντικαπιταλιστικά. Η σημερινή Αριστερά πρέπει να αναστήσει τις επαναστατικές διεθνιστικές ρίζες της.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Μας μιλάει ακόμα η Γερμανική Βαϊμάρη;



Η Βαϊμαρολογία είχε αρχίσει από καιρό, περισσότερο ως μέσο εκφοβισμού και ωμού ψυχολογικού εκβιασμού
Μας μιλάει ακόμα η Γερμανική Βαϊμάρη;
Τάγματα εφόδου (φωτό αρχείου)
 
Ακούγονται πρόσφατα πολλά για τις διακριτές ομοιότητες ανάμεσα στη μακαρίτισσαΔημοκρατία της Βαϊμάρης (Γερμανία: 1919 - 1933) και την Ελληνική Δημοκρατία του 2012 που φαίνεται να παρουσιάζει συμπτώματα παρόμοιων ασθενειών: παρόμοια έλκη με άλγη, βάσανα και πάθη όπως, ύφεση, ανεργία, λιτότητα, υπέρογκο χρέος, γραφειοκρατία διαφθορά κλπ. Αποδεικνύεται έτσι προφητικό το ότι: «Η Γερμανική Βαϊμάρη μας μιλάει ακόμα».
Αυτή βέβαια η Βαϊμαρολογία είχε αρχίσει από καιρό, περισσότερο ως μέσο εκφοβισμού και ωμού ψυχολογικού εκβιασμού για γνωστούς λόγους, και όπως ήταν φυσικό εντάθηκε στους μήνες των γενικών εκλογών, Μάιο - Ιούνιο, 2012, όταν ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσή Αυγή αύξησαν τα ποσοστά τους επικίνδυνα προκαλώντας έντονη γενική ανησυχία.
O μονότονος χορός της Βαϊμάρης έως τώρα καλά κρατεί και μάλιστα ιστορικά δικαιωμένος αφού συγκροτήθηκαν και στην Ελλάδα Sturmabteilung (SA), «Τάγματα Εφόδου» (χαρακτηρισμός Δένδια;) που στη Βαϊμάρη είχαν υποκαταστήσει κράτος, αστυνομία και –προπάντων - στρατό, κάτι που ουδόλως άρεσε στον Χίτλερ για τούτο και οργάνωσε με τα αξιόπιστα SS τη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών», ώστε να επιτευχθεί η «τελική λύση» με τα ενοχλητικά προκλητικά Τάγματα Εφόδου και τον αμφιλεγόμενο ηγέτη τους Ερνστ Ρεμ, που φέρεται να σχεδίαζε υπαγωγή του στρατού στα δικά του SA, αλλά τελικά δολοφονήθηκε μαζί με το μεγαλύτερο μέρος των «παλικαριών» της συμμορίας του και η τάξη απεκαταστάθη.
Αλλά και ο Σαμαράς προ ολίγων ημερών δεν έχασε την ευκαιρία να μνημονεύσει υπό τύπον απειλής την κατά Χάινριχ Βίνκλερ «ανάπηρη δημοκρατία». Όντως η Βαϊμάρη εξακολουθεί να μας μιλάει, ως case study και εάν δεν τείνομεν ευήκοον ους για να αφουγκραστούμε τα χρήσιμα για χαλεπούς καιρούς διδάγματά της, οι συνέπειες θα είναι απρόβλεπτες όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, που ο πρόεδρός της έχει εκλογές και δικαιολογημένα ανησυχεί.
Τι ήταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης;
Η Βαϊμάρη είναι μια όμορφη μικρή πόλη του κρατιδίου της Θουριγγίας, στην πάλαι ποτέ Ανατολική Γερμανία. Ως ομώνυμη δημοκρατία που ανακηρύχθηκε στις 9/11/1918 και ως μάνα που θήλασε τον Αντολφ Χίτλερ μέχρι να μεγαλώσει για να γίνει μητροκτόνος, είχε πρόσωπο Ιανού: μία όψη γεμάτη όνειδος, ταπείνωση, εμφύλιες συγκρούσεις, γραφειοκρατία, υπερπληθωρισμό ανεργία και πείνα που εν τέλει οδήγησαν στο ναζισμό. Και μία άλλη όψη σχετικής ειρήνης, και ευημερίας, όπου ο λαός χαιρόταν τη ζωή, ιδιαίτερα οι χειραφετημένες γυναίκες, που ήδη από τον Ιούλιο του 1919 συγκρότησαν επιτροπές και έξω από το Ράιχσταγκ (Γερμανική Βουλή) ζητούσαν κατάργηση των νόμων κατά της αντισύλληψης και κατά των αμβλώσεων χρησιμοποιώντας το κομουνιστικό (;): «Ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιεί το σώμα του όπως θέλει».
Απαίτησαν το δικαίωμα στο ελεύθερο σεξ που τόσο στερήθηκαν στη διάρκεια του πολέμου, ενώ οι θυρωρίνες πολυκατοικιών του Βερολίνου ασκούσαν άλλα δύο επιτηδεύματα: της χαρτορίχτρας και αυτής που αναλαμβάνει τις εκτρώσεις. Πρόκειται για τα «χρυσά χρόνια του 1920» (Golden Zwanziger) με τα πολύ χαλαρά ήθη, τη νομιμοποίηση της πορνείας αλλά και τους αγώνες των ομοφυλοφίλων και των τραβεστί για κοινωνική αποδοχή και αναγνώριση. Είναι η εποχή που το νόμισμα σταθεροποιείται και οι σχέσεις ηττημένης Γερμανίας και νικήτριας Ευρώπης αποκαθίστανται. Αλλά προπάντων είναι η εποχή που γεννιέται ο Γερμανικός Διαφωτισμός στις Τέχνες, (θέατρο σινεμά) τα Γράμματα, τη Φιλοσοφία, το στοχασμό, τον εξπρεσιονισμό και ό,τι άλλο χαρίζει στην ανθρωπότητα η «Κουλτούρα της Βαϊμάρης» μέσα σε ένα αρνητικό συγκείμενο. Το Βερολίνο γίνεται παγκόσμια μητρόπολις και αποτελεί πλέον εθνικοπολιτιστικό πρότυπο.
Αρχικά επελέγη ως καταφύγιο προστασίας της κυβέρνησης συνασπισμού της πρώτης αβασίλευτης δημοκρατίας που δεν προήλθε από κάποιο δημοψήφισμα αλλά γεννήθηκε σαν ανεπιθύμητο παιδί όπου αναγγέλθηκε η γέννησή του από τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριοΦίλιπ Σάιντεμαν από τον εξώστη της Καγκελαρίας προς το συγκεντρωμένο πλήθος, ενώ ειρωνικά λίγο πιο πέρα μετά από κάποιες ώρες, στο βασιλικό κάστρο - ανάκτορο, οι Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπνεχτ ανακήρυσσαν τη Γερμανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία με έδρα το Βερολίνο.
Ο Κάιζερ Βίλχελμ Β΄αφού πείσθηκε για την οριστική ήττα της Γερμανίας από την Αντάντ, (μέχρι τότε οι πολίτες ζούσαν στην πλάνη ότι ο γερμανικός στρατός κατήγαγε περιφανείς νίκες και ετοιμαζόταν για γενική ολομέτωπη επίθεση!) ώχετο απιών προς Ελβετίαν γιατί φοβόταν τους Κομουνιστές ενώ έτρεμε στην ιδέα ότι τον περίμενε μία μοίρα ανάλογη με εκείνη του Τσάρου Νικολάου Β΄. Λίγο πιο πριν, ο διορατικός Καγκελάριος Πρίγκιπας της Βάδης, Μαξιμιλιανός είχε παραδώσει ασμένως την καυτή πατάτα του αξιώματός του στον ηγέτη του SPD, (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) ΦρίντριχEμπερτ ο οποίος σχημάτισε την πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού με δύο μικρά κόμματα (Καθολικό:Z και Δημοκρατικό) χωρίς να λάβει εντολή από ανώτατο άρχοντα.
Κατόπιν εξελέγη από το Ράιχσταγκ Πρόεδρος της Δημοκρατίας για να αναλάβει τη θέση του Καγκελαρίου ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Εξυπακούεται ότι η κύριος στόχος της νεοσύστατης δημοκρατίας δεν ήταν η επιβολή σοσιαλιστικού κράτους, αλλά η επιβίωση της πρώτης μεταμοναρχικής κυβέρνησης οπότε το ρήγμα που προκλήθηκε αμέσως με τη απόσχιση των Ανεξάρτητων Σοσιαλιστών (USPD) και μετά των Κομουνιστών (KPD) ήταν αναμενόμενο αφού έβλεπαν μια συνέχιση του προπολεμικού status quo με τη διατήρηση της ελίτ των Γιούγκερ και τη συνέχιση της κοινωνικής ανισότητας.
Μία «αντιπαθητική» Δημοκρατία
Όμως χωρίς υπερβολή η βρεφικής ηλικίας δημοκρατία, υπήρξε για την πλειονότητα των Γερμανών μια εκτρωγένεια που άρχισε να βάλλεται από το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος. Οι Ναζί την απεχθανόντουσαν γιατί ήθελαν να επιβάλουν τη δικτατορία του Χίτλερ ως «Φύρερ», τίτλος που ενσωμάτωνε δύο σε ένα ήγουν, Καγκελάριος+ Πρόεδρος=Φύρερ • οι Εθνικιστές φιλομοναρχικοί διότι οραματίζονταν μια παλινόρθωση, με επιστροφή των περασμένων μεγαλείων της άλλοτε κραταιάς Γερμανικής Αυτοκρατορίας του 1871• τέλος, οι Κομουνιστές ήθελαν εγκαθίδρυση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ευσεβής πόθος του Βλάντιμιρ Λένιν, άλλωστε, που επιθυμούσε διακαώς την συμμετοχή της πλέον προηγμένης βιομηχανικά χώρας, στο διεθνές επαναστατικό γίγνεσθαι, επιθυμία και του Καρλ Μαρξ). Ήδη είχε σχηματισθεί η πρώτη Σοβιετική Δημοκρατία στο Μόναχο της Βαυαρίας αλλά τα Freikorps, Ακροδεξιοί, παραστρατιωτικοί, φιλομοναρχικοί, βετεράνοι του πολέμου (μισθοδοτούμενοι από το κράτος του Εμπερτ) την ανέτρεψαν πάραυτα, επιδεικνύοντας κτηνωδία στους μισητούς κομουνιστές, τους πλέον άσπονδους εχθρούς της μοναρχίας.
Η εγκατάσταση της 1ης Αβασίλευτης Γερμανικής Δημοκρατίας στη πόλη Βαϊμάρη έγινε γιατί το Βερολίνο υπήρξε πεδίο ταραχών που άρχισαν πρώτα οι στρατιώτες, ναύτες (του Κιέλου) και εργάτες που συγκρότησαν «συμβούλια» (σοβιέτ) στρατιωτών και εργατών (1918 - 19) και συνέχισαν, οι Ρόζα Λούξενμπουργκ, και Καρλ Λίμπνεχτ με τουςΣπαρτακιστές. Μετά όμως από έκκληση για βοήθεια του καγκελαρίου και μετέπειτα προέδρου σοσιαλιστή Εμπερτ προς το στρατό και τα παρακρατικά «Freikorps» κατεστάλη βίαια η κομουνιστική επανάσταση και φονεύθηκαν, ύστερα από ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου, οι ηγέτες Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπνεχτ. (Οι δολοφόνοι συνελήφθησαν και τους επιβλήθηκαν γελοίες ποινές).
Ακολούθησαν, οι φιλομοναρχικές εξεγέρσεις. το «πραξικόπημα Καπ» (1920) όπου τα «Freikorps» ως παραστρατιωτικά φιλομοναρχικά σώματα και οπαδοί του ακροδεξιού δημοσιογράφου Βολφγκαγκ Καπ, αρνήθηκαν να παράσχουν βοήθεια στον Εμπερτ και εκείνος έκανε στροφή 180 μοιρών ζητώντας στήριξη για την προστασία της δημοκρατίας από τα (αριστερά) εργατικά συνδικάτα που κήρυξαν αμέσως γενική απεργία και τα πάντα νέκρωσαν. Μαζί τους και το «Kapp putsch». Τέλος εξερράγη το οπερετικό πραξικόπημα του ασήμαντου τότε Χίτλερ (1923) που ανέβηκε στην καρέκλα μιας μπιραρίας του Μονάχου, έβγαλε το περίστροφό του και πυροβόλησε στον αέρα.
Από κακή συνεννόηση με τον ήρωα του πολέμου Εριχ Λούντερντοφ που είχε υποσχεθεί στήριξη στον Χίτλερ, όλα πήγαν στραβά. Ο Χίτλερ συνελήφθη και εξέτισε την αστεία ποινή φυλάκισης εννέα μηνών (1923).Παρά τη γελοιότητα του εγχειρήματος, ο Χίτλερ υπήρξε τελικά ο κερδισμένος γιατί βγήκε από την αφάνεια. Στη δίκη η απολογία του ως κατηγορούμενου επί εσχάτη προδοσία μεταβλήθηκε σε δριμύ «κατηγορώ» κατά της δημοκρατίας. Χρησιμοποίησε όλη τη ρητορική του δεινότητα, τους επιτονισμούς της φωνής με άρση και πτώση, ενώ οι δικαστές, φανατικοί αντικομουνιστές αλλά και αντιβαϊμαρικοί, τον άκουγαν με μεγάλη προσοχή και θαυμασμό. Όλα τα πρακτορεία κάλυψαν πλήρως τη δίκη, ενώ οι μεσοαστοί αλλά και οι άνθρωποι των λαϊκών τάξεων άρχισαν να τον παίρνουν πολύ σοβαρά γιατί μιλούσε απευθείας στην ψυχή του ταπεινωμένου γερμανικού λαού, ενός λαού «που υποφέρει αλλά δεν πεθαίνει»..
Συνθήκη Βερσαλλιών και Σύνταγμα Βαϊμάρης
Υστερα από ατέρμονες συζητήσεις στην αίθουσα των κάτοπτρων κυρώθηκε η Συνθήκη των Βερσαλλιών τον Ιούνιο του 1919. Η Γερμανία θεωρήθηκε υπαίτιος του πολέμου με την περιβόητη «War guilt clause» και υποχρεώθηκε να καταβάλει το υπέρογκο ποσό των 132 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το μέγα εξιλαστήριο θύμα υπήρξε το SPD που οι στρατιωτικοί του φόρτωσαν όλη την ευθύνη για την ταπείνωση και την οργή που διακατείχε το γερμανικό λαό λόγω των απαράδεκτα δυσβάστακτων όρων.Καλλιεργήθηκε ο μύθος της «πισώπλατης μαχαιράς» που υποτίθεται πως η κυβέρνηση συνασπισμού και το SPD ιδιαίτερα είχε δώσει στη Γερμανία, ενώ στην πραγματικότητα όλα συνέβησαν με την πρωτοβουλία του Στρατού που έντεχνα διατηρούσε τον άλλο μύθο τού In Kriege Unbesiegt,«Αήττητοι στον Πόλεμο». Εξαιτίας της Συνθήκης των Βερσαλλιών η Γερμανία σχεδόν αποστρατιωτικοποιήθηκε και απώλεσε εδάφη που προσαρτήθηκαν σε Γαλλία, Βέλγιο, Πολωνία κ.ά.
Η φυγή του Βίλχελμ Β΄ άφησε ένα κενό εξουσίας και η Γερμανική Εθνοσυνέλευση αποφάσισε να σχεδιάσει ένα καινούργιο σύνταγμα που έγινε νόμος του κράτους τον Αύγουστο,1919.Το αποτέλεσμα εξέπληξε τους πάντες.. «Πρόκειται για το πιο δημοκρατικό σύνταγμα που εκπονήθηκε από τη δημοκρατικότερη δημοκρατία του κόσμου.» Χωρίς να το συνειδητοποιήσουν οι συντηρητικοί και σφόδρα αντιδημοκρατικοί Γερμανοί βίωσαν τότε την πιο μεγάλη ιεραρχική και αξιακή ανατροπή: Ελευθερία λόγου και Τύπου και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Ο καθένας μπορούσε να ιδρύσει κόμμα. Το σπουδαιότερο οι πάντες - άνδρες και γυναίκες - είχαν δικαίωμα ψήφου στο εικοστό έτος της ηλικίας τους. Τέλος τα ανθρώπινα δικαιώματα κατοχυρώνονταν από το Σύνταγμα. Στις 11/8/1919 ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Εμπερτ υπέγραψε το νέο Σύνταγμα. Ο πρόεδρος θα εκλεγόταν απευθείας από το λαό κάθε 7 χρόνια ενώ ο καγκελάριος από το Ράιχσταγκ κάθε 4ετία ύστερα από διεξαγωγή εκλογών.
Υπήρχαν ωστόσο δύο παγίδες στη «δημοκρατικότερη» δημοκρατία: α) Το αμιγές αναλογικό σύστημα που συνεπέφερε πλήρη δυστοκία σταθερών αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Μόνο στην περίοδο 1924 - 28 εξαντλήθηκε ολόκληρη σχεδόν η τετραετία κι αφού ακόμα και το 1924 είχαν διεξαχθεί δύο φορές εκλογές. Το 1919 τρία κόμματα με 0,3 το ένα και 0,2 τα άλλα δύο παίρνουν από μια έδρα. Το NSDAP (Ναζί) κερδίζει 12 έδρες το 1928 • 107 το 1930• 230 το 1932• (196 το Νοέμβριο του ιδίου χρόνου) και 268 το Μάρτιο, 1933.
Το άλλο «πισώπλατο μαχαίρωμα κατά της δημοκρατίας ήταν ο νόμος 481 περί «καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης» που καθιστούσαν τον Πρόεδρο «υποκατάστατο Κάιζερ». ErsatzKaizertum. Μπορούσε να διαλύσει τη Βουλή, να προκηρύξει εκλογές να «παραιτήσει» μια κυβέρνηση και να διορίσει άλλη της αρεσκείας του επικαλούμενος την «έκτακτη ανάγκη».Το Ράιχσταγκ περιέπεπτε σε αχρησία και το κράτος λειτουργούσε μόνο με προεδρικά διατάγματα που υπέγραφε ο 85άρης και ανοϊκός πλέον Πρόεδρος Χίντενμπουργκ
Τι κοινό έχει η Βαϊμάρη με τη σημερινή Ελλάδα
Γερμανία και Ελλάδα υπήρξαν ομοιοπαθείς ως δύο ταπεινωμένες χώρες από τους επαχθείς όρους που τους επιβλήθηκαν. Στη Γερμανία, η Συνθήκη των Βερσαλλιών με την προσάρτηση εδαφών στη Γαλλία,το Βέλγιο και την Πολωνία αλλά προπάντων με την υποχρέωση καταβολής υπέρογκων αποζημιώσεων διότι η Γερμανία θεωρήθηκε πως «ήρξατο χειρών αδίκων», προκαλώντας το Μεγάλο Πόλεμο.Ο διαπρεπής οικονομολόγοςΤζον Μέιναρντ Κέινς που πήρε μέρος στη διεθνή συνδιάσκεψη στην «αίθουσα των κάτοπτρων» (Βερσαλλίες), διαφώνησε κάθετα προβλέποντας πως οι Γερμανοί κάποτε θα έπαιρναν εκδίκηση για την εις βάρος τους άδικη μεταχείριση και ότι ήταν ενδεχόμενο να εκραγεί ένας νέος πόλεμος. Δεν εισακούσθηκε όμως γιατί η πιο στεντόρεια φωνή υπήρξε αυτή του Γάλλου πρωθυπουργού Ζορτζ Κλεμανσό που απαιτούσε να πληρώσουν οι Γερμανοί για τα επίχειρα της κακίας τους (τη μεγάλη ταπείνωση των Γάλλων το 1871 από τη γερμανική εισβολή). Ανάλογη ήταν και η τιμωρία της υπερχρεωμένης Ελλάδας που της επιβλήθηκαν δύο επαχθή μνημόνια, και υπέστη μεταχείριση ηττημένου που έπρεπε να πληρώσει τα επίχειρα της δικής της κακίας. Στα άθλια λόγια ενός Γερμανού αξιωματούχου, «...η Ελλάδα του 2009 καθόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου και έπρεπε να τιμωρηθεί για παραδειγματισμό».Και εδώ ακούστηκαν ενστάσεις από τον τότε επί κεφαλής της ΕΚΤ, Ζαν Κλοντ Τρισέ που ήξερε πολύ καλά τι επρόκειτο να συμβεί στην Ελλάδα, αν παραδινόταν στον θανάσιμο εναγκαλισμό του ΔΝΤ, αλλά αργότερα επείσθη κι αυτός για την ανάγκη εμπλοκής του ΔΝΤ στην διάσωση της Ελλάδας! Τέλος η Γερμανία επλήγη περισσότερο από κάθε άλλη χώρα από το αμερικανικό κραχ, ενώ το ίδιο συνέβη στην Ελλάδα από το άλλο κραχ του 2008.
Παρόμοια σχόλια εκείνων που έκανε ο Κέινς για τη ηττημένη Γερμανία το 1918 στην Συνθήκη των Βερσαλλιών όπου της επιβλήθηκαν ταπεινωτικοί όροι είναι και αυτά του διακεκριμένου οικονομολόγου Φιλίπ Αγκιόν, καθηγητή στο Χάρβαρντ, σε ό,τι αφορά τη δεινή κατάσταση της χώρας μας τώρα («Το Βήμα», 5/8/2012).Ο Αγκιόν επισημαίνει ότι επιβλήθηκαν υπερβολικά σκληρά μέτρα που είναι αδύνατον να τα τηρήσει μια υπερχρεωμένη χώρα, όπως η Ελλάδα.
Εκεί που διαφέρουν προσώρας οι δύο δημοκρατίες είναι στον πληθωρισμό. Στη Γερμανία είχε πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, αφού ένα νέο μάρκο, το rentenmark («προσωρινό» μάρκο) που εισήγαγε ο ρεαλιστής πολιτικός (για λίγο Καγκελάριος και μετέπειτα επί μακρόν ΥΠ.ΕΞ.. Γερμανίας, Γκούσταβ Στρέζεμαν) το 1923. To rentenmark αντιστοιχούσε πλέον με ένα τρισεκατομμύριο παλαιών γερμανικών μάρκων.Σε αυτά τα φοβερά συγκείμενα, η Γερμανία το 1923 αδυνατεί να καταβάλει την ετήσια δόση του ποσού των αποζημιώσεων προς τους Συμμάχους της Αντάντ («μπαταχτσήδες» τότε οι Γερμανοί, όπως τώρα οι Έλληνες).Μια τέτοια αφορμή ζητούσαν οι Γάλλοι για να εισβάλουν στην καρδιά της βιομηχανικής Γερμανίας, το Ρουρ.Οι Γερμανοί αντιδρώντας κηρύσσουν γενική απεργία και προβάλλουν παθητική αντίσταση στους εισβολείς. Οι συνέπειες είναι οι αναμενόμενες: ανεργία, πείνα και οργή προς την κυβέρνηση της Βαϊμάρης που, τύπωνε άφθονο χρήμα για να καλύψει τους μισθούς των απεργούντων στο Ρουρ, προκαλώντας υπερπληθωρισμό και συνακόλουθα χρεοκοπία.
Βαϊμάρη: η τραγωδία του 1923
Το 1923 αποτελεί μία από τις χειρότερες χρονιές για τη Γερμανία με τη χώρα να σπαράσσεται από εμφύλιες συρράξεις, ενδοκομματικές διενέξεις και πραξικοπήματα... Ο πληθωρισμός όντας εκτός ελέγχου πήρε απίστευτες διαστάσεις, ακριβώς σαν αυτόν που προκάλεσαν οι Γερμανοί ως στρατός κατοχής στην Ελλάδα τού 1942 με το «δάνειο που τους χορηγήσαμε». Ήταν η εποχή που τα μάρκα χρησιμοποιούνταν για φωτιά γιατί ήταν φθηνότερα από τα καυσόξυλα. Η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας εθεωρείτο χειρότερη από αυτή πολλών αφρικανικών χωρών, οπότε ο λαός που υπέφερε από πείνα και κρύο άρχισε να επαναστατεί παίρνοντας το μέρος των δύο άκρων (Κομουνιστών και Ναζί). Η δόξα και το κήδος της ενοποιημένης Αυτοκρατορικής Γερμανίας του 1871, το πραγματοποιηθέν μέγα όραμα του Οτο Βίσμαρκ, όδευε μετά την πρώτη 20ετία του 20ουαιώνα προς διάλυση εις τα εξ ων συνετέθη, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες είχαν φορτωθεί (ύστερα από την έξυπνη κίνηση του Μαξιμιλιανού της Βάδης να τους παραδώσει την εξουσία) την προσωνυμία: «Οι Νοεμβριανοί Εγκληματίες», για την ανακωχή που συνυπέγραψαν με τους Συμμάχους στις 11/11/ 1919 στο Δάσος της Κομπιένης και την ακόμα χειρότερη «Μαχαιριά στην πλάτη» για την υπογραφή τους στην «Συνθήκη των Βερσαλλιών» που υποχρέωνε τη Γερμανία να καταβάλει το υπερβολικό ποσό των 132 δισεκατομμυρίων δολαρίων. σαν αποζημιώσεις σε ετήσιες δόσεις. Το δάνειο βέβαια διά της επιμήκυνσης εξοφλήθηκε μετά από εβδομήντα ολόκληρα χρόνια.
Αλλά λόγω της αχρήστευσης του μάρκου επικράτησε ένας αντιπραγματισμός με ανταλλαγές αγαθών χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος. Είχε φθάσει η ώρα μηδέν για την πάλαι ποτέ πανίσχυρη αυτοκρατορία που είχε ζήσει πολλά χρόνια στην παραμυθία ενός ένδοξου και μεγαλειώδους αυτοκρατορικού άλλοτε που - αλίμονο - δεν μπορούσε να επιστρέψει στο τώρα.
Η Γερμανική Ανάκαμψη με τα δάνεια από τις ΗΠΑ.
Τόσο χαώδης ήταν η κατάσταση από το 1918 έως το 1923. Ξαφνικά όμως έγινε το θαύμα ή, μάλλον κάτι που έμοιαζε με θαύμα αλλά ήταν απλά μία φαντασιακή οντότητα, η λεγόμενη «χρυσή εποχή» της Βαϊμάρης με προσώρας - σταθερότητα, ανάπτυξη, ευμάρεια (αν κι η τελευταία όχι για όλους αφού ο λαός πείναγε και ζητιάνευε στους δρόμους, ακόμα).Ο πολιτικός που έσωσε τη Γερμανία από του Χάρου τα δόντια ήταν ο προαναφερθείςΓκούσταβ Στρέζεμαν, ένας μετριοπαθής πολιτικός, πρόεδρος του Γερμανικού Δημοκρατικού Κόμματος (DDP) που, αν και ήταν αρχικά, κατά της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, κατάλαβε ότι η εναλλακτική λύση θα ήταν το χάος, η αναρχία και επικράτηση των δύο άκρων.
Κατάφερε να ανορθώσει τη Γερμανία οικονομικά με δάνεια από τις ΗΠΑ χάρη στο «Σχέδιο Dawes» και αργότερα το «Σχέδιο Young». Κατά μέγα μέρος τα χρήματα διέγραφαν κύκλο και επέστρεφαν στο δανειστή: από τις ΗΠΑ πήγαιναν στη Γερμανία. Από εκεί όδευαν στις Γαλλία, Βρετανία, Βέλγιο για την αποπληρωμή των αποζημιώσεων και λοιπών χρεών. Αλλά και αυτές οι χώρες χρωστούσαν στις ΗΠΑ χρήματα που δανείστηκαν για τον πόλεμο. Εν τούτοις ο Στρέζεμαν κατόρθωσε αυτό που για την Ελλάδα αποτελεί άπιαστο όνειρο: να πραγματοποιηθούν παραγωγικές επενδύσεις. Κατασκευές μεγάλων δρόμων, σιδηροδρομικών δικτύων, αεροδρομίων και γενικά, αναζωογόνηση της οικονομίας διά της ανάπτυξης. Το Ρουρ εγκαταλείφτηκε από γαλλικό στρατό κατοχής και ανέκτησε το κύρος του, ως βιομηχανικό κέντρο. Ιδρύθηκαν νέες θέσεις εργασίας καταπολεμώντας εν μέρει την ανεργία. Προφανώς για να υπάρξει μία τέτοια ανάπτυξη προϋπέθετε παντελή απουσία παρασιτικών ατόμων που θα λεηλατούσαν το δημόσιο χρήμα (να μια σημαντική διαφορά με τη τωρινή Ελλάδα!). Άφησε στη Γαλλία την περιοχή Αλσατίας Λορένης, κατηγορηθείς ως μειοδότης που ουδέποτε υπήρξε. Χάρη στην διπλωματία του βαθμιαία η Γερμανία επανέκτησε την ισχύ της μεγάλης δύναμης διεθνώς και εισήλθε στην Κοινωνία των Εθνών ως τακτικό μέλος με το δικαίωμα άσκησης αρνησικυρίας. Η Συνθήκη (επτά συμφωνίες τουΛοκάρνο) και αυτή του Ραπάλο - ιδίως μετά τις βελτιωτικές τροπολογίες της Συνθήκης του Βερολίνου - , εξομάλυναν τις σχέσεις της Γερμανίας με την Ευρώπη και τη Ρωσία και ενίσχυσαν τη θέση της ως ισχυρού κράτους που διατηρούσε καλές σχέσεις με Ανατολή και Δύση και είχε κερδίσει το σεβασμό τους. Ο Στρέζεμαν όμως, που είχε πλήρη επίγνωση της καταστάσεως, είχε δηλώσει ότι η Γερμανία καθόταν πάνω στον κρατήρα ενός ηφαιστείου όπου αν σταματούσε η δανειοδότηση των Αμερικανών, η Γερμανία θα κατέρρεε. Μία ηρεμία και μία αισιοδοξία για το μέλλον, ιδιαίτερα όταν η νέα τάξη πραγμάτων νοηματοδότησε το Γερμανικό Διαφωτισμό με μία κουλτούρα για την οποία οι Γερμανοί δικαιολογημένα υπερηφανευόντουσαν, συντήρησε την ευφορία των Γερμανών έως το Κραχ του 1929.
Στο θέατρο μεγαλούργησαν οι Μπέρτολχ Μπρεχτ και ο Κουρτ Βάιλ με την «Όπερα της Πεντάρας. Στην αρχιτεκτονική ο Βάλτερ Γκρόπιους και το Μπάουχάους.Στη φιλοσοφία και τον στοχασμό οι Μάρτιν Χάιντεγκερ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μαχ Βέμπερ, Τέοντορ Αντόρνο κ.ά. Στη λογοτεχνία οι Τόμας Μαν και Εριχ Μρία Ρεμάρκ αλλά και ο Αλφρεντ Ντέμπλιν. Στον κινηματογράφο, ο Φριτς Λαγκ με τη δυστοπική«metropolis» και η σουπερστάρ του «Γαλάζιου Αγγέλου» Μάρλεν Ντίτριχ. Μία εποχή τζαζ και γλεντιού με τη θεία Ζοζεφίν Μπέικερ να μαθαίνει τους Γερμανούς το νέο χορό Τσάρλ (ε)στον, σύμβολο της ξεγνοιασιάς
Το κραχ στις ΗΠΑ το 1929 και ο Θάνατος της Βαϊμάρης
Το 1929 επανέρχεται δριμύτερη η δυστυχία του 1923, προσφέροντας λαμπρή ευκαιρία στοNSDAP να έλθει πιο κοντά στην εξουσία εκμεταλλευόμενο μια δεινή οικονομική κατάσταση και την επικίνδυνα ογκούμενη λαϊκή οργή. Μετά το μεγάλο κραχ της Γουόλ Στριτ, το «σχέδιο dawes» απαιτεί άμεση εξόφληση των δανείων. Ο Γκούσταβ Στρέσεμαν πεθαίνει σε ηλικία μόλις 51 ετών αλλά, είχε όμως προειδοποιήσει τι θα συνέβαινε αν οι ΗΠΑ σταματούσαν τη δανειοδότηση. Όπερ και εγένετο. Οι άνεργοι αγγίζουν τα 6 (έξι) εκατομμύρια. Ο χρόνος έχει επιστεί για το Χίτλερ που είναι πανέτοιμος, χωρίς πλέον να χρειάζεται πραξικοπήματα σε μπιραρίες αφού ο λαός εναποθέτει σε αυτόν όλες τις ελπίδες του.
Το 1933 είναι το πρώτο κόμμα, χάρη στον άψογο μηχανισμό προπαγάνδας που διαθέτει (ραδιοφωνικοί σταθμοί, αγορά εφημερίδων, μεγαλειώδεις σε όγκο και παλμό συγκεντρώσεις) με τη απλόχερη οικονομική βοήθεια των μεγαλοεπιχειρηματιών και βιομηχάνων που ασκούν έντονες πιέσεις στο Χίντενμπουργκ να τον κάνει καγκελάριο. Ο εκλεγμένος (2 φορές) Πρόεδρος αντιδρά γιατί αντιπαθεί « εκείνον τον αυστριακό δεκανέα», όπως τον αποκαλεί. Ο 85άρης Χίντενμπουργκ είναι ουσιαστικά ένα πιόνι στα χέρια των συμβούλων. Ένας από αυτούς είναι ο Φρανς φον Πάπεν που χρημάτισε για λίγο Καγκελάριος και ο οποίος ήταν τόσο ανόητος ώστε να πιστεύει ότι αν ο Χίτλερ γίνει καγκελάριος θα μπορούν να του ασκούν εκ του σύνεγγυς αυστηρό έλεγχο ώστε να αποφευχθεί οιαδήποτε εκτροπή, πρότεινε στον πρόεδρο να «διορίσει» το Χίτλερ καγκελάριο, όπως το επέτρεπε το σύνταγμα σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης. Η 30ηΙανουαρίου είναι η μέρα που ο Χίτλερ αναλαμβάνει καγκελάριος. Σε λίγο όταν πεθάνει ο Χίντενμπουργκ ο Χίτλερ είναι πλέον και πρόεδρος.
Ο μακρύς δρόμος της μέρας μέσα στη νύχτα θα αρχίσει για να διαρκέσει 12 χρόνια (1933 - 1945).Οι Εβραίοι είναι το πρώτο και τραγικότερο θύμα με δεύτερο τους κομουνιστές. Ήδη από το 1543 ο Λούθηρος είχε προλειάνει το έδαφος με την πραγματεία μίσους «Τα ψεύδη των Εβραίων». Αυτό διευκόλυνε τον Χίτλερ όπως και ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ από κάποιο νεαρό Ολλανδό κομουνιστή για να αρχίσει τους ανελέητους διωγμούς, Στις εκλογές του 1935 το Ναζιστικό Κόμμα θα είναι το μόνο που συμμετέχει στις γενικές εκλογές και φυσικά θα σαρώσει. Κατόπιν το «Τρίτο Ράιχ» θα σαρώσει και ολόκληρη την Ευρώπη με ευθύνη των ηγετών μεγάλων χωρών της Ευρώπης με τις κατά συρροή μοιραίες ηλιθιότητες που διέπραξαν για να τον «κατευνάσουν».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Bookbinder, Paul.1996.Weimar Germany: The Republic of the Reasonable. Manchester: Manchester University Press.
Clark, P.J. 1935. The Fall of German Republic: a political study.Νew York, London: Allen& Unwin.
Dorpalen, Andreas.1964. Hindenburg and the Weimar Republic. Princeton. N J: Princeton University Press.
Crew,D. 1998. From Weimar to Hitler.New York, Oxford: Oxford University Press.
Fergusson, Adam. 1975. When Money dies: the nightmare of the Weimarhyperinflation. London: Kimber
Feuchtwanger, E.J. 1993. From Weimar to Hitler,1918 - 33. New York: St. Martin Press.
Fischer, F. 1986. From Kaisereich to the Third Reich. London: Oxford University Press.
Gay, Peter. 1968. The Weimar Republic.The Crisis of Classical Modernity.
New York: W.W. Norton & Company.
Henig, Ruth. Versailles and after, 1919 - 1933.London: Routledge
Hiden, John 1996. Republican and Fascist Germany. New York, London: Longman.
Kaes, A.M.Jay &E. Dimenberg (Eds).1995. The Weimar republic Sourcebook.Berkeley: University of California Press.
Kershaw, Ian.2000.Hitler,1889 - 1936 : Hubris.New York: Palgrave Macmillan.
Keynes, John Meynard. 1920. The Economic Consequences of Peace.
New York: Harcourt Brace Jovanovich.
Kolb, Eberhard.2004.The Weimar Republic. London: Routledge.
Laquer, Walter. 1974.Weimar: a Cultural History. New York: G.P. Putnam’s sons.
Lee, Stephen. 1998. The Weimar Republic.New York: Routledge.
Liberman, Benjamin.1998. From Recovery to Catastrophe.New York Oxford: Berghanh Books.
MacMillan, Margaret. 2002. Paris 1919: Six months that changed the world. New York: Random House.
Nicholls, A.J.2000.Weimar and the Rise of Hitler. New York: Palgrave Macmillan.
Shirer, William. 1960.The Rise and Fall of the Third Reich. New York: Simon & Schuster.
Turner, Henry, Ashby, Jr. 1963.Stresemann and the politics of Weimar Republic.Princeton: Princeton University Press.
__ ___ ___ 1985. German Big Business and the Rise of Hitler. New York: Oxford University Press.
Ushborn, Cornelie.2007.Cultures of Abortion in Weimar Republic New York: Berghahn Books.
Vermeil, E.F.& A. Praeger.1956. Germany in the 20th Century: A political and Cultural History of Weimar Republic and the Third Reich. New York: Praeger.
Weltz, Eric.2007.Weimar Republic, promise or tragedy . Princeton: Princeton University Press.
Winkler Heinrich (1993 - 1990) vol. I &II . The Long Road West . New York: Oxford University Press. (Σημ. το 7ο κεφάλαιο κυκλοφόρησε στα Ελληνικά ως βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο Πόλις (2011) με τίτλο: Βαϊμάρη: η ανάπηρη δημοκρατία, σε μετάφραση Αντζη Σαλταμπάση).

πόσοι μας διάβασαν: