| του Γιώργου Αλεξάτου |
| 16.06.12 www.ektosgrammis.gr |
Βεβαίως, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Στην περίοδο του Μεσοπολέμου κανένα ευρωπαϊκό Κ.Κ., πέραν κάποιων βαλκανικών, δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο, ώστε να ξεπεράσει σε μαζικότητα και επιρροή το σοσιαλιστικό κόμμα της χώρας του.
Η σοσιαλδημοκρατία παρέμενε, κατά συνέπεια, η κύρια δύναμη του εργατικού κινήματος, κάτι που διαπιστώθηκε αμέσως μετά την υποχώρηση του επαναστατικού κύματος του 1917-21. Η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε, άλλωστε, τη βάση για την επεξεργασία και προώθηση της πολιτικής συμμαχιών του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου από την Κ.Δ.
Τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, τα περισσότερα Κ.Κ. δεν ήταν παρά μικρές και σε κάποιες περιπτώσεις περιθωριακές δυνάμεις στ’ αριστερά μαζικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Ακόμα και το ισχυρότερο Κ.Κ. της εποχής, το γερμανικό, ουδέποτε κατόρθωσε να αναδειχθεί σε κύρια δύναμη της Αριστεράς.
Παρόλο που σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές η πολιτική των κομμουνιστών αποκτούσε μια βαρύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη από την οργανωτική τους δύναμη και την επιρροή που ασκούσαν στην εργατική τάξη, ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας ουδέποτε έπαψε να είναι καθοριστικός ή έστω εξαιρετικά σημαντικός. Συνολικότερα, αλλά και συγκεκριμένα στο ζήτημα της αντιμετώπισης του φασισμού.
Αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη σημασία η αναφορά στην πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον φασισμό. Πρόκειται για την ανάγκη διερεύνησης των όρων αντιμετώπισης του φασιστικού κινδύνου στο πλαίσιο μιας γενικότερης ρεφορμιστικής πολιτικής, των ενδεχομένων δυνατοτήτων της, των αντιφάσεών της και των ορίων της.
Η προσήλωση στην αστική δημοκρατία
Μιλώντας για τη σοσιαλδημοκρατία του Μεσοπολέμου, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αναφερόμαστε σε έναν ιδεολογικο-πολιτικό χώρο που -παρά την αποχώρηση της επαναστατικής πτέρυγας που συγκρότησε το κομμουνιστικό κίνημα- εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει στις γραμμές του μεγάλη ποικιλία τάσεων. Από τους παραδοσιακούς ρεφορμιστές που αρνούνται κάθε αναφορά στον μαρξισμό και κυριαρχούν στο βρετανικό Εργατικό Κόμμα, και τους ρεβιζιονιστές οπαδούς του Μπερνστάιν, η επιρροή των οποίων είναι ισχυρή τόσο στη δεξιά πτέρυγα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας όσο και στα σκανδιναβικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, μέχρι τους «ορθόδοξους μαρξιστές» της επιρροής του Κάουτσκι, τους αριστερούς αυστρομαρξιστές κ.ά.
Εντούτοις, παρά τις επιμέρους διαφορές τους που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να υποτιμώνται, οι σοσιαλδημοκράτες, συσπειρωμένοι στη Σοσιαλιστική και Εργατική Διεθνή που ιδρύθηκε το 1923 ως ανασύσταση της Β΄ Διεθνούς, και έχοντας υπό τον έλεγχό τους την ισχυρή Συνδικαλιστική Διεθνή του Άμστερνταμ, ενοποιούνται ιδεολογικο-πολιτικά γύρω από μια κοινή σε όλους ρεφορμιστική αντίληψη. Είτε πιστεύουν ότι μια μακροχρόνια διαδικασία μεταρρυθμιστικών αλλαγών θα εξαλείψει τις μεγάλες αντιθέσεις του καπιταλισμού είτε ελπίζουν σε έναν σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, αυτό που σίγουρα απορρίπτουν είναι η επαναστατική ανατροπή, η ρήξη.
Για το σύνολο των σοσιαλδημοκρατών, ο όποιος κοινωνικός μετασχηματισμός δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα προέκυπταν ως αναγκαία εξέλιξη της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ακόμα και οι τάσεις που αυτοπροσδιορίζονται μαρξιστικές κυριαρχούνται από τον κλασικό οικονομισμό του μαρξισμού της Β΄ Διεθνούς, οδηγώντας τον στις ακραίες του συνέπειες: η εμπιστοσύνη στο μέλλον του καπιταλισμού οδηγεί στην πίστη για το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού.
Βασισμένο σ’ αυτή τη συλλογιστική, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να βιάζει τους ρυθμούς της αντικειμενικής κίνησης της ιστορίας προς τα εμπρός. Αυτό που έχει να κάνει, είναι να προωθεί εκείνες τις αλλαγές που είναι κάθε φορά ώριμες για υλοποίηση. Η εκτίμηση της ωριμότητάς τους έγκειται στον βαθμό που η πραγμάτωσή τους δεν προκαλεί αντιπαραθέσεις τέτοιες που να θέτουν σε κίνδυνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο καθίσταται δυνατή η προώθησή τους. Και το πλαίσιο αυτό δεν είναι άλλο από την κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Σε αντίθεση με τους κομμουνιστές, οι σοσιαλδημοκράτες θεωρούν ότι η δημοκρατία δεν έχει ταξικό πρόσημο. Ως κατάκτηση των αγώνων τόσο της αστικής όσο και της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, προσφέρει τη δυνατότητα ειρηνικών πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων, από τις οποίες τελικός κερδισμένος θα είναι η εργατική τάξη. Η σταθερή μαζικοποίησή της σε βάρος των ανώτερων τάξεων αποτελεί εγγύηση για το μέλλον.
Ο Μπερνστάιν (πάντα αυτός!) θα το πει με σαφήνεια: «Η δημοκρατία είναι κατ’ αρχήν η υπέρβαση της ταξικής διακυβέρνησης, αν και δεν είναι ακόμα η υπέρβαση των τάξεων». Υπομονή!...
Ο σοσιαλδημοκρατικός αντιφασισμός
Καθώς η δημοκρατία αποτελεί το πλαίσιο για την προώθηση των πολιτικών της επιδιώξεων, η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι αντιφασιστική. Αν, κατά τους σοσιαλδημοκράτες, ο μπολσεβικισμός αποτέλεσε μια μορφή βίαιης απόπειρας για την κίνηση της ιστορίας προς τα εμπρός (και ως τέτοια παρήγαγε το τέρας του κομματικού και κρατικού αυταρχισμού), η επικράτηση του φασισμού αποτελεί μια μορφή βίαιης οπισθοδρόμησης. Είναι σαφής η διαπίστωση του Ότο Μπάουερ, ενός εκ των κορυφαίων ηγετών των Αυστριακών σοσιαλιστών: η μαζικοποίηση των φασιστικών κινημάτων από τη μικροαστική τάξη φανερώνει και τον χαρακτήρα του φασισμού ως κινήματος που αποπειράται το πισωγύρισμα σε μορφές πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης που μπλοκάρουν τις διαδικασίες καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι οποίες δημιουργούν τη βάση για το πέρασμα στον σοσιαλισμό.
Οι κομμουνιστές ερμηνεύουν τη φασιστική πλημμυρίδα σαν ένδειξη όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων, άρα σαν απόδειξη ότι η περίοδος είναι επαναστατική. Προετοιμάζονται αναλόγως, ρίχνουν το σύνθημα «τάξη εναντίον τάξης», παραβλέπουν την ταξική σύνθεση της βάσης του φασισμού, εκφράζουν την αδιαφορία τους για την αστική δημοκρατία που καταρρέει (αφού είναι η προλεταριακή εξουσία που θα τη διαδεχτεί) και φυσικά καταγγέλλουν το σύνολο των άλλων πολιτικών δυνάμεων σαν φασιστικές. Αν η επανάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη, αν ο φασισμός αποτελεί την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης, όποιοι δεν είναι μαζί μας είναι με τον φασισμό. Πρώτοι απ’ όλους οι «σοσιαλφασίστες», τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και συνδικάτα, που αποπροσανατολίζουν την εργατική τάξη καλλιεργώντας ρεφορμιστικές αυταπάτες.
Οι σοσιαλδημοκράτες, από την πλευρά τους, διαπιστώνουν έναν διπλό κίνδυνο για την ομαλότητα και τη δημοκρατία, που όπως είδαμε αποτελούν, κατά την άποψή τους, προϋπόθεση για την προώθηση των στόχων του εργατικού κινήματος. Στον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ήδη από το 1917 ο μπολσεβικισμός, έχει προστεθεί και η απειλή του φασισμού. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας αποτελεί το κύριο καθήκον του εργατικού κινήματος, φυσικός σύμμαχος του οποίου είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτάσσονται τόσο στους κομμουνιστές όσο και στους φασίστες.
Όταν το 1930-33 το ναζιστικό κόμμα αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και βαδίζει ακάθεκτο προς την εξουσία, δεν είναι μόνο οι κομμουνιστές που αρνούνται κάθε συνεργασία με τους «σοσιαλφασίστες», Είναι και οι σοσιαλδημοκράτες που αποδοκιμάζουν μετά βδελυγμίας κάθε σχέση με τον «κομμουνιστικό όχλο».
Οι Γερμανοί κομμουνιστές θυμούνται την καταστολή της εξέγερσης των Σπαρτακιστών το 1919 και τη δολοφονία της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση των Έμπερτ-Νόσκε, με τη συγκρότηση των Freikorps, που αποτέλεσαν τον πρόδρομο των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου. Την κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Χέρμαν Μίλερ έχουν να αντιμετωπίσουν στα 1928-30, όταν μειώνονται οι μισθοί, περιορίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, ενώ η αστυνομία της επίσης σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης της Πρωσίας δεν διστάζει να προσφεύγει στη χρήση όπλων για την αντιμετώπιση των κομμουνιστικών κινητοποιήσεων. Οι οποίες βάλλονται και από τα ναζιστικά Τάγματα Εφόδου, που δεν διστάζουν να επιτεθούν και κατά των σοσιαλδημοκρατών. Προς επιβεβαίωση της εκτίμησης των τελευταίων ότι η δημοκρατία κινδυνεύει από κομμουνιστές και ναζιστές, και καθώς η υπεράσπισή της αποτελεί βασική προτεραιότητα, η συνεργασία με τις αστικές δημοκρατικές δυνάμεις προβάλλει σαν μονόδρομος.
Μόνο που η κατεύθυνση αυτή υποχρεώνει σε στήριξη κυβερνήσεων που ασκούν ακραία αντιλαϊκή πολιτική. Στα μάτια ευρύτατων λαϊκών μαζών η σοσιαλδημοκρατία ταυτίζεται με το καθεστώς που τις οδηγεί στην εξαθλίωση. Και καθώς ο κομμουνιστής Τέλμαν ανεμίζει τη σημαία της σοβιετικής προοπτικής, που τρομάζει τις μάζες των κατεστραμμένων μικροαστών, ο Χίτλερ είναι μια λύση. Η μοναδική λύση…
Οι αστικοδημοκρατικές αυταπάτες κυριαρχούν και στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Αυστρίας, το πιο αριστερό κόμμα της μεσοπολεμικής Σοσιαλιστικής Διεθνούς, με τα εκλογικά του ποσοστά να κυμαίνονται μεταξύ 40 και 45%, προερχόμενα κατά κύριο λόγο από την εργατική τάξη.
Μαχητικοί και τολμηροί, οι Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες θα οικοδομήσουν ένα ισχυρό δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών, παράλληλο με το κρατικό, ενώ ήδη από το 1923 έχουν συγκροτήσει τον Ρεπουμπλικανικό Σύνδεσμο Άμυνας για την αντιμετώπιση της φασιστικής απειλής. Ο Σύνδεσμος έφτασε να έχει 100.000 μέλη, εκ των οποίων 17.000 δρούσαν στη Βιέννη, που έδινε τα δυο τρίτα των ψήφων της στη σοσιαλδημοκρατία.
Μολονότι η συγκρότηση του Συνδέσμου έδειχνε ότι οι Αυστριακοί σοσιαλιστές είχαν συνείδηση του κινδύνου που αντιπροσώπευε ο φασισμός, η βαθιά λεγκαλιστική αντίληψη που διαπερνούσε το σύνολο της πολιτικής τους πρακτικής δεν επέτρεψε την αξιοποίηση αυτής της δύναμης που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Το 1927, όταν η αστυνομία χτύπησε τη μεγάλη εργατική απεργία δολοφονώντας 90 εργάτες και τραυματίζοντας 1.100, το κόμμα δεν επέτρεψε την ένοπλη αντιπαράθεση. Τρία χρόνια αργότερα, ο Σύνδεσμος θα αποσυρθεί από τους δρόμους των αυστριακών πόλεων, για την αποφυγή επεισοδίων που θα μπορούσαν ν προκληθούν εξαιτίας συγκρούσεων με την ακροδεξιά Πατριωτική Άμυνα, που λειτουργούσε στα πρότυπα των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου.
Ο Σύνδεσμος αδράνησε ακόμα και όταν, το 1933, ο καγκελάριος Ντόλφους διέλυσε τη Βουλή, για να περάσει στην ένοπλη αντίσταση τον Φεβρουάριο του 1934, όταν πια ήταν πολύ αργά. Η θυσία εκατοντάδων εργατών, που έπεσαν στη Βιέννη και τη Λιντς, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την επιβολή καθεστώτος φασιστικού προσανατολισμού.
Αντιφασιστική συνεργασία και Λαϊκά Μέτωπα
Στις 12 Φεβρουαρίου 1934, τη μέρα που το αυστριακό προλεταριάτο ηττάται και η πρωτοπορία του σφαγιάζεται, οι εργάτες του Παρισιού επιβάλλουν στα κόμματα της Αριστεράς το ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. Οι δυο απεργιακές συγκεντρώσεις και πορείες που οργανώνουν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές συγκλίνουν ξαφνικά, με αυθόρμητη πρωτοβουλία των διαδηλωτών, στην Place de la Nation. Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο, το Κ.Κ. Γαλλίας θα υπογράψει Σύμφωνο Αντιφασιστικής Δράσης με τους μέχρι τότε… «σοσιαλφασίστες», που ανακαλύπτουν κι αυτοί την ανάγκη ενότητας με εκείνους, με τους οποίους οι μέχρι τότε σχέσεις καθορίζονταν από τη χαρακτηριστική τοποθέτηση της σοσιαλιστικής «La Populaire»: «Από τους μπολσεβίκους δεν ζητάμε τίποτε. Απλώς, θα τους σπάσουμε τα δόντια».
Ενώ οι απανωτές ήττες στη Γερμανία και την Αυστρία υποχρεώνουν την Κ.Δ. να εγκαταλείψει την πολιτική «τάξη εναντίον τάξης» και να προσανατολιστεί στην ανάγκη συγκρότησης αντιφασιστικών μετώπων, η Σοσιαλιστική Διεθνής απορρίπτει πρόταση αντιφασιστικής συνεργασίας, ακόμα και το φθινόπωρο του 1934. Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Οι σοσιαλιστές απέρριπταν και στα 1922-28 τις προτάσεις των κομμουνιστών για συνεργασία, στο πλαίσιο Ενιαίου Εργατικού Μετώπου.
Η στάση αυτή έπαιξε κάποιο ρόλο στον αναπροσανατολισμό της Κ.Δ., η οποία τον Ιούλιο 1935, στο 7ο Συνέδριό της, απευθύνει κάλεσμα για συγκρότηση Λαϊκών Μετώπων. Δεν πρόκειται πια για επιδίωξη αντιφασιστικής συνεργασίας των δυνάμεων του εργατικού κινήματος, αλλά όλων εκείνων που αντιτάσσονται στον φασισμό, μαζί και των αστικοδημοκρατικών. Μολονότι οι κομμουνιστές δεν θα μπορούσαν να επικριθούν πλέον σαν υπονομευτές της ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων, μόνο οι σοσιαλιστές της Γαλλίας και της Ισπανίας θα ανταποκριθούν στο κάλεσμα.
Ανεξάρτητα από τις προθέσεις των κομμουνιστών, τα Λαϊκά Μέτωπα θα συγκροτηθούν ως συμμαχίες των δυνάμεων της ευρύτερης Αριστεράς. Η συμμαχία κομμουνιστών, σοσιαλιστών και αριστερών δημοκρατών (ριζοσπαστών και ρεπουμπλικανών) θα κερδίσει τις εκλογές στις αρχές του 1936 στην Ισπανία και τη Γαλλία (αλλά και στη μακρινή Χιλή, το 1938), με κύριο στόχο τη θωράκιση της δημοκρατίας, την απόκρουση της φασιστικής απειλής και τη λήψη κάποιων μέτρων κοινωνικής πολιτικής προς όφελος των εργαζομένων. Μόνο που η εκλογική επιτυχία θα ανοίξει μια δυναμική απρόβλεπτη από τα κόμματα του Μετώπου.
Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά. Η έκρηξη ενός τεράστιου, πρωτοφανούς στις διαστάσεις του, διεκδικητικού κινήματος της γαλλικής εργατικής τάξης, πριν ακόμα προλάβει να σχηματιστεί η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου από τον σοσιαλιστή Λεόν Μπλουμ, θα υποχρεώσει στην αποδοχή των αιτημάτων του. Οι Γάλλοι εργαζόμενοι επιβάλλουν μέσα σε ένα καλοκαίρι αιτήματα που διεκδικούσαν επί δεκαετίες. Οι μεταρρυθμίσεις θα ανακοπούν λίγους μήνες αργότερα, προκαλώντας την πρώτη νέα κρίση στις σχέσεις μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών.
Στην Ισπανία, η δυναμική την οποία απελευθέρωσε η εκλογική νίκη επιχειρήθηκε να ανατραπεί με το στρατιωτικό πραξικόπημα που οδήγησε στον τρίχρονο εμφύλιο πόλεμο. Πολλά έχουν γραφτεί για τη μεγάλη περιπέτεια που έζησε εκείνα τα χρόνια ο ισπανικός λαός. Αυτό που συνήθως δεν αναφέρεται ή που περνάει στα ψιλά και δεν σχολιάζεται, είναι το γεγονός ότι το μικρό Κ.Κ. Ισπανίας, στριμωγμένο μέχρι τότε ανάμεσα στο πανίσχυρο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στο επίσης ρωμαλέο αναρχικό κίνημα, αναδείχτηκε μέσα από την ένοπλη αντιπαράθεση με τους φασίστες σε κύρια δύναμη του ισπανικού εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Καθώς ηρωισμό και αυταπάρνηση δεν έδειχναν μόνο οι κομμουνιστές, τι ήταν αυτό που οδήγησε στην υποχώρηση των δυο άλλων ρευμάτων; Στην προκειμένη περίπτωση του σοσιαλιστικού;
Η στήριξη της δημοκρατικής Ισπανίας από την ΕΣΣΔ είναι ένας σοβαρός λόγος. Η απομόνωσή της από τη γειτονική Γαλλία, στη βάση της αγγλο-γαλλικής πολιτικής της «Μη Επέμβασης» που υιοθέτησε η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Μπλουμ (στην οποία οι κομμουνιστές δεν συμμετείχαν), ήταν ο άλλος λόγος. Δεν ήταν οι μόνες αιτίες, αλλά σίγουρα υπήρξαν εξαιρετικά σημαντικές, για ένα λαό που έδινε αγώνα ζωής και θανάτου.
Ενώ ολόκληρη σχεδόν η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φασιστική λαίλαπα, μένει απέξω ένα τμήμα της στο οποίο μάλιστα είναι η σοσιαλδημοκρατία που αναλαμβάνει κυβερνητικές ευθύνες. Πρόκειται για τις σκανδιναβικές χώρες, τη Δανία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία, όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναδείχτηκαν σε κυβερνητικές δυνάμεις κατά τη δεκαετία του 1930. Αυτές οι περιπτώσεις χρήζουν ιδιαίτερης μελέτης, καθώς εκεί το εργατικό κίνημα δεν βρέθηκε αντιμέτωπο με τον φασιστικό κίνδυνο, με εξαίρεση ίσως τη Νορβηγία και το κόμμα του Κουίσλινγκ, που κι αυτό όμως δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο ώστε να αποτελέσει πραγματικό κίνδυνο.
Ας κλείσουμε με μια τιμητική αναφορά στους Ιταλούς σοσιαλιστές. Έχοντας πλήρη την ευθύνη για την αδυναμία αντιμετώπισης του φασισμού όταν πρωτοεμφανίστηκε, στα χρόνια της έκρηξης του κινήματος κατά την «κόκκινη διετία» 1919-21, δεν μπορούν και τόσο εύκολα να εξακολουθούν πια να συντηρούν αυταπάτες. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της επικράτησης του φασισμού βρίσκονται σε στενή συνεργασία με το Κ.Κ. Ιταλίας, που κι αυτό με τη σειρά του ξεπερνάει τους αριστερισμούς των πρώτων χρόνων από την ίδρυσή του.
Οι Ιταλοί σοσιαλιστές ουδέποτε αντιμετώπισαν ως εχθρό τους το Κ.Κ. Αντιστοίχως, οι Ιταλοί κομμουνιστές, ακόμα και στην περίοδο της «σοσιαλφασιστικής» ρητορείας της Κ.Δ., διατήρησαν σχέσεις με τους σοσιαλιστές στην κοινή παράνομη αντιφασιστική δράση. Καθόλου τυχαίο, καθώς το κόμμα είχε διαμορφωθεί πλέον από τον Αντόνιο Γκράμσι και καθοδηγητής του ήταν ο Παλμίρο Τολιάτι. Καθόλου τυχαίο, επίσης, το ότι στις Διεθνείς Ταξιαρχίες που συγκροτούσε η Κ.Δ. για την ενίσχυση του αγώνα κατά του φασισμού στην Ισπανία, υπεύθυνοι στρατολόγησης ήταν δυο Ιταλοί: ο κομμουνιστής Λουίτζι Λόγκο και ο σοσιαλιστής Πιέτρο Νένι. Που και οι δυο στη συνέχεια βρέθηκαν στην Ισπανία και πολέμησαν στο πλευρό αυτών που είχαν στρατολογήσει.
|
Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012
Η σοσιαλδημοκρατία αντιμέτωπη με τον φασισμό. Η εμπειρία του Μεσοπολέμου
Για τον κίνδυνο εκφασισμού
|
Η πολιτική της ανόδου στην εξουσία: Το κόμμα φασιστικού τύπου
|
Η πολιτική της ανόδου στην εξουσία: Ιδεολογία του εκφασισμού
|
Σύντομη ιστορική αναδρομή στη Βαϊμάρη: Η οικονομία
| του Δημήτρη Λένη |
| 26.06.12 πηγή: www.ektosgrammis.gr |
Μια σημείωση είναι εδώ απαραίτητη. Η Γερμανία είχε έναν σχετικά υψηλό, αλλά ελεγχόμενο πληθωρισμό όλη την πρώτη περίοδο της Βαϊμάρης, από την ίδρυση μέχρι το 1921. Ο πληθωρισμός εξηγείται από τις πολεμικές αποζημιώσεις και τη μετατροπή σε αυτή τη φάση της Γερμανίας από χώρα χρεώστη (προπολεμικά ήταν η δεύτερη χώρα εξαγωγός κεφαλαίου στον κόσμο) σε χώρα οφειλέτη. Η φάση ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, όπου για παράδειγμα οι τιμές διπλασιάζονται κάθε μέρα, ξεκίνησε μετά την κατοχή του Ρουρ και κορυφώθηκε, με καταστροφικές συνέπειες, από τον Οκτώβριο μέχρι τον Νοέμβριο του '23. Η κατάσταση ήταν δύσκολη, σχεδόν πολεμική, αφού χρειάζονταν μερικά δισεκατομμύρια για την αγορά μιας φραντζόλας ψωμιού. Αιτία ήταν, βέβαια, η κατοχή του Ρουρ και η παθητική αντίσταση, αλλά η κατάσταση δυσκολεύτηκε επιπλέον από την κομμουνιστική εξέγερση στο Αμβούργο το '21, την επέμβαση του στρατού στη Θουριγγία, την κατάσταση πολιορκίας στη Βαυαρία (όπου το κράτος συγκρούστηκε με τις ακροδεξιές ομάδες του Μονάχου και που ακολουθήθηκε τον Νοέμβριο από το «πραξικόπημα της μπυραρίας» του Χίτλερ, για το οποίο μπήκε για λίγο στη φυλακή), μια κατάσταση, δηλαδή, όπου οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας μένουν αργές, αλλά το χρήμα εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Η επαναφορά σε λειτουργία ενός έστω τμήματος του παραγωγικού δυναμικού σε καπιταλιστική λειτουργία μαζί με μια νομισματική μεταρρύθμιση, ακόμα και αν οι συγκρούσεις συνεχίζονταν, έφτασε για να σταματήσει ο υπερπληθωρισμός, ουσιαστικά σε μια νύχτα. Οι Γερμανοί τραπεζίτες σήμερα όταν αναφέρουν την λέξη «Βαϊμάρη» εννοούν υπερπληθωρισμό, κάτι, υπονοείται, το ιδιαζόντως φρικιαστικό. Πράγματι: ο πληθωρισμός είναι ιδιαίτερα προβληματικός για το τραπεζικό κεφάλαιο, πολύ περισσότερο για αυτό παρά για την εργασία, αφού εξανεμίζει τη βάση ρευστών των τραπεζών. Ακόμα πιο καταστροφικός είναι, όμως, για τα μικρότερα κεφάλαια και τους μικροαστούς που είχαν καταθέσει τις οικονομίες μιας ζωής στις τράπεζες, για να τις δουν να εξανεμίζονται συνολικά. Οι τραπεζίτες μπορεί να επλήγησαν από τον υπερπληθωρισμό, αλλά δεν έχασαν δα και τα πάντα, αφού κέρδισαν από την κερδοσκοπία στις συναλλαγματικές κινήσεις (ενώ, βέβαια, είχαν πάντα μια «καβάτζα» σε χρυσό ή συνάλλαγμα). Οι βιομήχανοι, πάλι, όχι μόνο δεν έχασαν, αλλά βρήκαν μια πολύ καλή ευκαιρία να επεκταθούν σε ξένες αγορές (αφού η ισοτιμία καταρρακώθηκε και οι μισθοί δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το κόστος ζωής). Παρόλ’ αυτά, η ανακοπή της συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά τη διάρκεια του υπερπληθωρισμού, λόγω της αδυναμίας των τραπεζών, ήταν οπωσδήποτε ένα σοβαρό χτύπημα. Εντούτοις, το σοκ που υπέστησαν τα πιο αδύναμα κεφάλαια σήμανε την εκρηκτική επανέναρξη της συγκεντροποίησης και καρτελοποίησης στην αμέσως επόμενη περίοδο.
Οι μήνες του υπερπληθωρισμού σήμαναν την οριστική μετάβαση ευρύτατων μικροαστικών στρωμάτων προς εθνικιστικές, μοναρχικές και ακροδεξιές ιδεολογικές τοποθετήσεις, αφού τον υπερπληθωρισμό τον χρεώθηκε το μπλοκ της Βαϊμάρης [1]. Και όχι μόνο: ο «τεχνοκράτης» (ήταν εξωκοινοβουλευτικός τραπεζίτης) υπουργός που τιθάσσευσε τον υπερπληθωρισμό, αργότερα έγινε ο μακρόβιος (και ιδιαίτερα «επιτυχημένος») υπουργός οικονομικών του Χίτλερ. Και δεν καταδικάστηκε και στις δίκες της Νυρεμβέργης...
Μετά την τιθάσευση του πληθωρισμού, ακολούθησε μια περίοδος ταχύτατης ανάπτυξης και αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου: οι επόμενες κυβερνήσεις εφάρμοσαν ένα «σταθεροποιητικό» πρόγραμμα που απαγόρευσε στην κεντρική τράπεζα να χρηματοδοτεί τα κρατικά ελλείμματα. Αντίθετα, η κυβέρνηση άρχισε να δανείζεται τεράστιες ποσότητες ξένου νομίσματος (δολαρίου) από τις ανερχόμενες και πλεονασματικές αμερικανικές τράπεζες, ένα μοιραίο λάθος, όπως αποδείχτηκε λίγα χρόνια μετά. Ο φθηνός δανεισμός και η ευνοϊκές ισοτιμίες που σχηματίστηκαν επέτρεψαν στο κεφάλαιο να αναδιαρθρωθεί ταχύτατα. Η κίνηση του γερμανικού κεφαλαίου την εποχή αυτή είναι η αντίθετη από αυτήν που ακολουθήθηκε από το ελληνικό κεφάλαιο στην παρόμοια (από νομισματική άποψη) περίοδο μετά την εισαγωγή του ευρώ: αντί για απεργία επενδύσεων και εξαγωγή κεφαλαίων στο κέντρο και σε χώρες φθηνής εργασίας, αυτοί έκαναν επενδύσεις σε γερμανικό έδαφος, παρά τη σχετικά αυξημένη διαπραγματευτική ισχύ που είχε τότε η εργατική τους τάξη. Εκσυγχρονίζοντας την παραγωγική τους βάση είδαν τις εξαγωγές τους, για μια ακόμα φορά, να εκτοξεύονται. Ταυτόχρονα, η Γερμανία ήταν η ιμπεριαλιστική δύναμη της ανεξέλεγκτης δύναμης των μονοπωλίων, αφού αφέθηκε πολιτικός και οικονομικός χώρος για τη σύμπηξη τεράστιων καρτέλ. Μερικά από αυτά, όπως η IG Farben, το μεγαλύτερο καρτέλ χημικών του κόσμου, αποδείχτηκαν αργότερα και οι κυριότεροι χρηματοδότες του Χίτλερ, τα τελευταία χρόνια πριν την άνοδό του στην εξουσία.
Η οικονομική άνθηση (που βέβαια δεν τη μοιράστηκε το κεφάλαιο με την εργασία) ήταν μεγάλη, αλλά δεν κράτησε πολύ. Λιγότερο από έξι χρόνια. Το 1929 ξέσπασε η κρίση στην Αμερική και γρήγορα πέρασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Γερμανία τότε δεν είχε το νομισματικό στρατηγικό βάθος του ευρώ που έχει σήμερα, σε μια πολύ παρόμοια συγκυρία. Το ευρώ σήμερα της επιτρέπει να εξάγει τις αντιφάσεις της στους υπόλοιπους εταίρους και, τουλάχιστον πρόσκαιρα, να έχει προστατευτεί από την κρίση (όχι για πολύ ακόμα, όμως).
Η απάντηση για την τεράστια κρίση, σε όλον τον κόσμο, ήταν η ίδια με σήμερα: λιτότητα, συνοδευόμενη από οικονομικό πόλεμο. Ειδικά για την Γερμανία, ο κίνδυνος κατάρρευσης των αμερικάνικων τραπεζών που είχαν χρηματοδοτήσει το χρέος της σε συνδυασμό με τη συνέχιση των πολεμικών αποζημιώσεων, σήμαναν την αδυναμία του γερμανικού κεφαλαίου να αποπληρώσει τα χρέη του, δεδομένου ότι και οι εξαγωγές και η εσωτερική ζήτηση είχαν καταρρεύσει. Το αποτέλεσμα ήταν η τεράστια αύξηση της ανεργίας (έφτασε το 30%), ο αποπληθωρισμός, η αποσταθεροποίηση του (εκ γενετής υπονομευμένου) πολιτικού σκηνικού.
Το τελευταίο εν μέρει οφείλεται στην ισχυρή όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των κεφαλαιακών μερίδων. Το μικρό και μεσαίο βιομηχανικό κεφάλαιο, χτυπημένο από την κρίση, ζητούσε την αρωγή του κρατικού μηχανισμού, αρωγή σε κατεύθυνση που σαφώς δεν συνέφερε τους γιούνκερ, ως εκπρόσωπων, πλέον, του μεγάλου αγροτικού κεφαλαίου και τους μονοπωλιακούς ομίλους και τα καρτέλ τους που υπάγονταν στο τραπεζικό κεφάλαιο (που επωφελείτο από τη λιτότητα και την κοινωνικοποίηση των απωλειών του). Η κατάσταση στο άρχον συγκρότημα έτεινε να εκφυλιστεί σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων. Η λύση δόθηκε σύντομα: οι νόμοι κατά των τραστ που έφερε η τελευταία κυβέρνηση της δημοκρατίας θα καταργούνταν πολύ γρήγορα (προς όφελος και οριστική ηγεμονία των μονοπωλίων) από τη ναζιστική κυβέρνηση.
Σε αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια πριν την κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί, η κατάρρευση της στρατηγικής συσσώρευσης του κεφαλαίου στην Γερμανία, έφτασε σε ένα πραγματικό, αν και παροδικό, αδιέξοδο, που εκφράζεται και από την πολιτική αστάθεια: οκτώ κυβερνήσεις, όλες δεξιές. Φυσικά, η κρίση για το μεγάλο κεφάλαιο ήταν πρώτα από όλα μια ακόμα ευκαιρία για αυτό να ανασυνταχθεί και να ξεκαθαρίσει τις γραμμές του, ξεπερνώντας και τα εμπόδια του μικρότερου κεφαλαίου. Οι σημαντικότερες κινήσεις έγιναν στο παρασκήνιο. Η «δημόσια» περίπτωση του Χούγκενμπεργκ είναι, όμως, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Ο Χούγκενμπεργκ έγινε ο μονοκράτορας των μέσων ενημέρωσης της Γερμανίας ακριβώς την τριετία της μεγάλης κρίσης, εξαγοράζοντας σε χαμηλότατες τιμές περίπου όλα τα μέσα ενημέρωσης της χώρας. Ο Χούγκενμπεργκ δεν ήταν ένας τυχαίος καπιταλιστής. Αρχηγός του ακροδεξιού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, χρησιμοποίησε την επιρροή του από τις εφημερίδες του με σκοπό να καταλάβει την εξουσία μέσω της συμμαχίας του με τους ναζί, με σκοπό να τους πετάξει στην άκρη όταν δεν θα τους χρειαζόταν άλλο. Έτσι κι έγινε, με τη μικρή διαφορά ότι, τελικά, ήταν οι ναζί που τον πέταξαν στην άκρη.
Οι οικονομικές πολιτικές της κρίσης υπερσυσσώρευσης, πάντα, πάντα και πάντα, περιλαμβάνουν ένα αρχικό στάδιο λιτότητας. Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο είναι κεφάλαιο που δεν θα πραγματοποιηθεί. Ή, ειπωμένο αλλιώς, τα χρέη που δεν μπορούν να πληρωθούν δεν θα πληρωθούν. Το πρώτο στάδιο για την εκκαθάριση του λιμνάζοντος κεφαλαίου είναι η καταστροφή του, η απαξίωσή του. Και όχι μόνο των χρεών, αλλά όλων των κεφαλαίων που δεν είναι, πλέον, κερδοφόρα. Η εργασία, όμως, είναι και αυτή κεφάλαιο. Η έναρξη, επομένως, ενός νέου «ενάρετου κύκλου» περιλαμβάνει τη μεταβίβαση ενός μεγάλου μέρους του χρέους στις κατώτερες τάξεις και την απαξίωσή τους μέσω της ανεργίας. Σε κάποιο σημείο έχουν, πλέον, σωρευθεί οι αντικειμενικές συνθήκες για την έξοδο από την κρίση. Ο καθορισμός του σημείου αυτού δεν είναι, όμως, μια αντικειμενική, «επιστημονική» απόφαση. Αντίθετα, αποφασίζεται πολιτικά (ενδεχομένως, μάλιστα, η κίνηση να είναι πρόωρη και λάθος υπολογισμός). Εξαρτάται άμεσα, επομένως, από την ταξική πάλη. Στην Γερμανία, το σημείο αυτό καθορίστηκε από τις αναπτυξιακές πολιτικές της κυβέρνησης Μπρούνινγκ, της τελευταίας δημοκρατικής κυβέρνησης πριν τους ναζί. Το πρόγραμμα που ξεκίνησε αυτή να εφαρμόζει, ένα είδος new deal ιδιαίτερα επιθετικού με σημείο έμφασης ένα φιλόδοξο σχέδιο κατασκευής αυτοκινητοδρόμων, το ολοκλήρωσαν, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, αυτούσιο οι ναζί. Ο φασισμός, από οικονομική άποψη, χτυπάει όταν είναι σαφές, πλέον, ότι υπάρχουν οι συνθήκες για οικονομική ανάκαμψη.
Δεν θα είχε χτυπήσει, όμως, αν σε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν είχαν υπάρξει οι πολιτικές συνθήκες: η ήττα της επανάστασης, η επώαση των ιδεολογημάτων του σε ευρύτερα μικροαστικά στρώματα, η απειλή του κομμουνισμού που έμενε δυνατή και που απειλούσε μια «σοσιαλίζουσα» οικονομική πολιτική παρεμβατικού κράτους να ακυρωθεί από ένα εργατικό κίνημα που θα την έστρεφε κατά του κεφαλαίου, η βαθιά πολιτική κρίση (η όξυνση των αντιφάσεων μεταξύ μερίδων της αστικής τάξης), η ιδεολογική κρίση (τόσο της κυρίαρχης ιδεολογίας όσο όμως και του μαρξισμού). Στις ΗΠΑ, που δεν υπήρξαν ανάλογες πολιτικές προϋποθέσεις (το αμερικανικό εργατικό κίνημα, με πολύ μικρότερους στόχους από το γερμανικό, είχε συντριβεί πολύ πιο ριζικά πολύ νωρίτερα), παρόμοιες πολιτικές ανάκαμψης εφαρμόστηκαν από τον Ρούζβελτ, στο πλαίσιο μιας κανονικής αστικής κυβέρνησης. Φυσικά, η πραγματική εκκαθάριση δεν ήρθε παρά μερικά χρόνια αργότερα, με την «ευλογία» για το κεφάλαιο που ήταν ο πόλεμος.
Τα λαϊκά στρώματα (και όχι μόνο τα εργατικά) φυσικά υπέστησαν όλες τις συνέπειες της κρίσης. Όμως, δεν ήταν η οικονομική κρίση που έφερε τους ναζί στην εξουσία (αν και αναμφισβήτητα ήταν η θρυαλλίδα). Η αδυναμία όλων των αριστερών κομμάτων να κατανοήσουν το επείγον της κατάστασης, ότι δηλαδή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το κεφάλαιο θα έπρεπε να αντιδράσει στην απώλεια στήριξης που έφερνε η κρίση και ότι η τελευταία δεν θα οδηγούσε αυτόματα στην επανάσταση ήταν το ελάχιστο που μπορούμε να προσάψουμε στα κόμματα της μαρξιστικής Αριστεράς. Ο σεχταρισμός τους, το γεγονός, λ.χ., το ΚΚΓ μέχρι το 1934, με τον Χίτλερ ήδη ένα χρόνο στην εξουσία, πίστευε ότι κύριος εχθρός ήταν η σοσιαλδημοκρατία, ήταν το αποτέλεσμα και όχι το αίτιο. Η εντελώς λάθος εκτίμηση των συνθηκών, το ότι το ΚΚΓ ανέμενε ότι η συντριβή του «σοσιαλφασισμού» θα άφηνε ανοιχτό πεδίο δράσης στην επανάσταση που θα ερχόταν από μόνη της (ύστερα και από την κατάρρευση του φασισμού, που δεν θα μπορούσε, τάχα, να διαχειριστεί τις αντιφάσεις του) ήταν η αιτία[2]. Έτσι, πολύ πριν την τελική επικράτηση του φασισμού, η εργασία είχε ήδη υποστεί μια βαθιά πολιτική και ιδεολογική ήττα, ιδεολογική ήττα που είναι η ρίζα της στρατιωτικής.
Και η πολιτική θέση του SPD σαφέστατα δεν βοήθησε. Γιατί δεν ήταν το SPD ο μόνος πολιτικός εκφραστής της ως τότε στρατηγικής συσσώρευσης, όπως ουσιαστικά έλεγαν το ΚΚΓ και η Διεθνής, ήταν, όμως, αναμφισβήτητα αυτός που πολιτικά πιστώθηκε την αποτυχία του και την χρέωσε σε όλη την «μαρξιστική» Αριστερά, παρά τις αγωνιώδεις (και τελικά μάταιες) προσπάθειες του ΚΚΓ να αποδείξει ότι αυτό είναι διαφορετικό. Και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, αδυνατούσαν να καταλάβουν ότι κάτι έκαναν λάθος μέχρι που ήταν, πλέον, πολύ αργά.
Ένα τελευταίο σημείο. Την εξουσία την σέρβιρε στο ναζισμό το μεγάλο κεφάλαιο. Πρώτα έγινε μια μαζική εισχώρηση των ιδεολογικών ταγών της αστικής τάξης σε αυτόν και μετά του δόθηκε και η κυβέρνηση (να μην ξεχνάμε ότι πρώτα ο Χίτλερ εκλέχτηκε δημοκρατικά και μάλιστα με απλή αναλογική και μόνο μετά έγινε δικτάτορας). Αυτό δεν έγινε επειδή ο φασισμός είναι το κόμμα του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο, εκτός από πατρίδα, δεν έχει ούτε και κόμμα – εκτός από το ίδιο το κράτος. Το κεφάλαιο θα πάει με αυτόν τον πολιτικό σχηματισμό που θα εγγυηθεί τη «συνέχεια» του κράτους και της συσσώρευσης, είτε αυτός είναι μια αστική κυβέρνηση είτε μια δικτατορία, ακόμα και αν αυτή έχει πίσω της ένα κίνημα, αρκεί αυτό να είναι συμβατό μαζί της. Η διαλεκτική της διαδικασίας εκφασισμού, της ισχυρής μαζικοποίησης του NSDAP, αρχίζει και με τη σταδιακή (και όχι μια κι έξω) αύξηση της υποστήριξης του κόμματος (οικονομικής και πολιτικής) από το μεγάλο κεφάλαιο. Στην αρχή οι ναζί δεν είχαν υποστηρικτές στις ανώτατες τάξεις (εκτός από ορισμένους αντιδραστικούς γιούνκερ, όπως τον στρατάρχη Φον Λούντεντορφ). Η διαδικασία ήταν σταδιακή και ξεκίνησε όταν οι ναζί έγιναν τα υπό προϋποθέσεις μαντρόσκυλα του κεφαλαίου. Μόνο προς το τέλος έγιναν το κόμμα τους. Και αυτό είναι ένα γενικό χαρακτηριστικό. Με άλλα λόγια: ο Μάνεσης ήταν μόνο η αρχή.
[1] Και στην Ελλάδα είχαμε υπερπληθωρισμό – ο οποίος μάλιστα ήταν και χειρότερος και συνεχίστηκε για πολύ μεγαλύτερο διάστημα: για εκείνα τα χρόνια της Κατοχής που η παραγωγική διαδικασία είχε ουσιαστικά σταματήσει, ή την άρπαζαν χωρίς πληρωμή οι κατακτητές, αλλά οι μισθοί συνέχιζαν να πληρώνονται. Τα αίτια του υπερπληθωρισμού, του ανεξέλεγκτου δηλαδή πληθωρισμού (ο οποίος, μας λένε, είναι ένας από τους κινδύνους επιστροφής στη δραχμή) έχουν πάντα να κάνουν με σοβαρή αποδιάρθρωση ή σταμάτημα της παραγωγικής διαδικασίας στο πλαίσιο ενός κοινωνικού σχηματισμού και σταματά όταν η παραγωγική διαδικασία επανέλθει. Ο πληθωρισμός είναι χειρότερος για το τραπεζικό κεφάλαιο παρά για την εργασία, επειδή τα δάνεια, όταν υπάρχει πληθωρισμός, όταν επιστρέφονται είναι χαμηλότερης αξίας από το δανεισθέν ποσό. Η εργασία, πάλι, μπορεί να προστατευθεί από τα αποτελέσματα του πληθωρισμού, για παράδειγμα με αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή.
[2] Είναι χαρακτηριστική η εντελώς λάθος γραμμή της 3ης Διεθνούς για το φασιστικό φαινόμενο, που θεωρήθηκε ως άμεσα συνδεδεμένο με το μονοπωλιακό κεφάλαιο, αδυνατώντας έτσι να κατανοήσει τους κινδύνους για την ταξική πάλη και το κίνημα. Ο Τρότσκι ήταν σαφώς ο πρώτος θεωρητικός που αναγνώρισε τη μικροαστική ταξική βάση του φασισμού. Ο οικονομίστικος καταστροφισμός του, όμως, η αντίληψή του, που τη μοιραζόταν με την Διεθνή, ότι η κρίση φέρνει επανάσταση, δεν τον άφησε να προχωρήσει την ανάλυσή του στις πολιτικές επιπτώσεις και τον τρόπο αντιμετώπισης.
|
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)