Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

O αντι-αλκοολισμός στο σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα του ελληνικού μεσοπολέμου

Κώστας Παλούκης,
Ανακοίνωση στην Ημερίδα
«Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα, 1830-1950», 
Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ
(Σκουφά 45, Κολωνάκι)
Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Το ζήτημα του αντι-αλκοολισμού σε σχέση με την εργατική τάξη έχει απασχολήσει αρκετά την διεθνή βιβλιογραφία της ιστορίας της εργασίας και του εργατικού κινήματος. Ουσιαστικά υπάρχουν δύο συζητήσεις. Η πρώτη αφορά τα εργατικά στρώματα των εργατών χειροτεχνών και γενικότερα την ευρύτερη σχέση τους με τον πολιτισμό της ταβέρνας και η δεύτερη αφορά τα μοντέρνα εργοστασιακά εργατικά στρώματα. Παρά τις διαφοροποιήσεις της, και στις δύο περιπτώσεις, αν και σε διαφορετικές εποχές ή φάσεις ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων, η σχέση του αλκοολισμού με την ένταξη της εργατικής τάξης στον αστικό και εθνικό πολιτισμό στιγματίζεται από την αστική τάξη και συνδέεται με πολιτικές πατερναλισμού και πειθάρχησης. Η επικράτηση νεωτεριστικών αξιών στο νέο ελληνικό κράτος διαμορφώνει μία πρότυπη αναπαράσταση του πολιτισμένου ανθρώπου και ως εκ τούτου τον αντικατοπτρισμό του, δηλαδή του μη πολιτισμένου. Ο διχασμός αυτός λαμβάνει de facto μία ταξική διάσταση εφόσον ο πολιτισμένος άνθρωπος συνδέεται με την μόρφωση, την ηθική και τον διαφωτισμό, χαρακτηριστικά τα οποία αποδίδονται στην ελληνικότητα και εν τέλει σε επαγγέλματα της κοινωνικής ελίτ και άρα στην αστικότητα. Η ένταξη της υγιεινής στις προϋποθέσεις του πολιτισμένου ανθρώπου προσθέτουν ένα ακόμα κριτήριο στην αστικότητα και μάλιστα με πολλαπλές και συνάμα συνδυαστικές με την ηθική προσλήψεις του κινδύνου για την κοινωνία και το έθνος. Συχνά, η πολεμική σύγκρουση βιώνεται ως μια πάλη για τον ίδιο τον πολιτισμό, καθώς τόσο οι άμαχοι όσο και οι πολεμιστές και από τις δύο πλευρές πίστευαν ότι πολεμούσαν για τον ίδιο τον τρόπο της ζωής τους, τον εθνικό τους πολιτισμό και την θρησκεία τους ενάντια στον απολίτιστο και βάρβαρο εχθρό. Εάν μεταφέρουμε τώρα αυτό το σχήμα στην ταξική διαπάλη, τότε  η ταξική πόλωση λαμβάνει έντονα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένη κοινωνική ιδεολογία. Η ίδια η φτώχια ορίζεται εκτός του αστικού πολιτισμικού πλαισίου και οι φτωχοί αντιμετωπίζονται με όρους μορφωτικού, ηθικού και υγιεινιστικού πανικού και με αυτά τα κριτήρια περθωριοποιούνται. Ως εκ τούτου, η αλητοποίηση ανάγεται σε κεντρικό στοιχείο του ηθικού ταξικού πανικού. Επιπλέον την περίοδο του μεσοπολέμου επαναπροσδιορίζονται όλες οι παραπάνω έννοιες της μοντερνικότητας, του αστισμού και του ελληνισμού. Βασικοί παράγοντες η διάδοση της καταναλωτικής κουλτούρας και του star system μέσα από τον κινηματογράφο σε συνδυασμό με την απόλυτη κυριαρχία των καπιταλιστικών αξιών, την συσσώρευση πλούτου, την οικονομική κρίση του 1929 και την ένταση της ταξικής πόλωσης ως συνέπεια όλων αυτών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ηθικός πανικός στο δημόσιο λόγο αποκτά μία διάσταση κριτικής στον καπιταλισμό και της καπιταλιστικής κοινωνίας η οποία αντιμετωπίζεται μέσα από ρητορικές περί εκφυλισμού. Τέλος, κεντρικό ρόλο στην διαμάχη για τον πολιτισμό επιτελεί το μεγάλο ιδεολογικό αντιπρότυπο-απειλή, δηλαδή η απόπειρα οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας στη μετεπαναστατική Ρωσία.
Το βασικό σκεπτικό της παρούσας ανακοίνωσης είναι ότι η εργάτες και οι εργάτριες την εποχή του μεσοπολέμου βιώνουν μέσα στις κοινότητές τους μία μεγάλη πόλωση διαμορφώνοντας δύο ανταγωνιστικές μεταξύ τους μοντερνικές κουλτούρες στις οποίες το ζήτημα του συμποσιασμού λαμβάνει κομβική σημασία. Από τη μία πλευρά αναπτύσσεται μία κουλτούρα ανάδειξης της θετικής σημασίας του αλκοόλ στην εργατική καθημερινότητα και έχει ρίζες στο ρεμπέτικο πολιτισμό, τις λαϊκές υποκουλτούρες του υποκόσμου και τις προσφυγικές γειτονιές. Από την άλλη πλευρά διαμορφώνεται μία κριτική στο συμποσιασμό και τον αλκοολισμό ως εχθρικές πρακτικές για το κύρος και την αξιοπρέπεια του εργάτη και της εργάτριας εσωτερικεύοντας στην εργατική συνείδηση τον κοινωνικό πανικό για τον κίνδυνο της λουμπενοποίησης αντιπροβάλλοντας την αξία και την ηθική της εργασίας. Κύριο  ερευνητικό θέμα τίθεται ο τρόπος με τον οποίο εμπλέκονται οι χειραφετητικές εργατικές ιδέες με τον αντιαλκολισμό. Στην παρούσα ανακοίνωση θα γίνει αναφορά κυρίως στο ΣΕΚΕ, το ΚΚΕ και το αρχειομαρξιστικό ρεύμα ως τα σημαντικότερα μεσοπολεμικά χειραφετητικά σχέδια. Άλλες σοσιαλιστικές ή εργατικές τάσεις παρουσιάζουν εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για την συνδιαπραγμάτευσή τους.
Η σοσιαλιστική παράδοση
Οι πρώτες σοσιαλιστικές ομάδες της Ελλάδας έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Έθεταν ως προγραμματικές αρχές την ηθικοποίηση και το διαφωτισμό της εργατικής τάξης μέσα από μορφωτικά μαθήματα, εκδρομές και μορφωτικούς συλλόγους. Αυτό το σχέδιο παρουσιάζει σίγουρα έναν κοινό παρονομαστή με πρακτικές του αστικού κόσμου και ιδιαίτερα της αστικής φιλανθρωπίας, η οποία υπηρετούσε ένα σχέδιο εκπολιτισμού και ηθικοποίησης της εργατικής τάξης στα πλαίσια του ελληνικού εθνικισμού. Ακόμη περισσότερο, φαίνεται να ταιριάζει με πρακτικές των φιλελεύθερων αστών κοινωνιστών διανοουμένων που πρωταγωνιστούσαν στην ίδρυση αλληλοβοηθητικών ή εργατικών σωματείων, αλλά κυρίως εργατικών κέντρων κατά τη δεκαετία του 1910. Μερικά πρώτα δείγματα αυτής της αντίληψης εντοπίζονται στην Εφημερίδα των Συντεχνιών αρκετά νωρίς. Σύμφωνα με τους αρθρογράφους της, η ελληνική κοινωνία διακρίνεται σε δύο σημαντικούς ταξικούς πόλους. Από τη μία είναι «οι ισχυροί της ημέρας», δηλαδή «οι πλούσιοι» και «οι κεφαλαιούχοι». Από την άλλη είναι «ο μικρός λαός», δηλαδή «αι εργατικαί τάξεις» που αποτελούνται από «τους χειροτεχνίτας και τους χειρώνακτας πληβείους». Βελτίωση της εργατικής τάξης σημαίνει αγώνας «υπέρ παντός, όπερ μέλλει να συντελέση εις την μόρφωσιν, ηθικοποίησιν και προαγωγήν των εργατικών του λαού τάξεων και των συντεχνιών και ηθικών αυτού σωματείων». Καταγγέλλει τα ελαττώματα των εργατών και το πιο σημαντικό από αυτά το «αλκοόλ». Πιστεύει ότι πρέπει να εξεταστούν τα αίτια «άτινα ωθούσι τον δυστυχή εις τα ποτά ταύτα και ευρόντες να ζητήσωμεν την άμεσον άρσιν αυτών». Για την επίτευξη του σκοπού αυτού προτείνεται «η σύστησις εργατικών κέντρων». Σε αυτό το πλαίσιο ιδρύθηκε το Εργατικό Κέντρο Αθηνών στα 1910, ακολούθως το Εργατικό Κέντρο Βόλου, τα οποία ήταν κυρίως μορφωτικές και καλλιτεχνικές λέσχες τεχνιτών, ενώ στο ίδιο περίπου πνεύμα κινούταν η Φεντερασιόν σε μία πιο εργατική κατεύθυνση. Το καταστατικό του δεύτερου μας δίνει μια καλή εικόνα: Σκοπός του σωματείου είναι «να διαπλασθούν οι εργάται και τεχνίται ηθικώς, να αναπτυχθούν πνευματικώς» να απαλλαγούν από το άγχος της επιβίωσης: «πως θα ζήσουν το σπήτι τους, τι θα φάγουν αύριο». Μέσα αυτής της δράσης θα είναι «η αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξις σε κάθε υλική και ηθική ανάγκη», «δια της ιδρύσεως Πανεργατικής Λέσχης, όπου θα περνούν τας ώρας τους οι τεχνίται όχι με κρασί και τυχερά παιχνίδια, αλλά με ωρισμένα αναψυκτικά και το καφέ τους». Εκεί «θα ανταμώνονται και θα αδελφώνονται» οι εργάτες νιώθοντας τη σημασία της «αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας». Θα διδάσκονται μουσική, θα λειτουργεί χορωδία, θα διακινούνται λογοτεχνικά βιβλία και θα οργανώνονται λογοτεχνικά βραδινά, θα διακινούνται σοσιαλιστικά έντυπα.
Βασικός εμπνευστής αυτών των ιδεών στην Παλαιά Ελλάδα είναι ο Πλάτωνας Δρακούλης. Από την ομάδα του θα προκύψει η Σοσιαλιστική Ένωση του Παναγή Δημητράτου. Στα 1916 ο φοιτητής Φραγκίσκος Τζουλάτι, ιταλικής καταγωγής και ανιψιός του Πλάτωνα Δρακούλη, συναντήθηκε με τον φοιτητή Δημοσθένη Λιγδόπουλο και μαζί άλλους συμφοιτητές ίδρυσαν τη Σοσιαλιστική Νεολαία Αθήνας ως νεολαίας της Σοσιαλιστικής Ένωσης. Το άρθρο 2 του καταστατικού της όριζε πως σκοπός της είναι: «να υποδείξη τας αρχάς του Διεθνούς Σοσιαλισμού», «να διοργανώση και εκπαιδεύση τα μέλη της με μαθήματα σοσιαλιστικά, εγκυκλοπαιδικά, φιλολογικά, καλλιτεχνικά, επίσης να βοηθήση την σωματικήν ανάπτυξιν των νέων με γυμναστικάς ασκήσεις, εκδρομάς, παιδιάς κλπ προς σκοπόν να δημιουργηθή νεολαία υγιής στο σώμα και το πνεύμα και ικανή ν’ αναλάβη τον σοσιαλιστικόν αγώνα», «να διαδώσει σοσιαλιστικάς ιδέας μεταξύ των εργατών» και τέλος «να εργασθή δραστηριότατα κατά του αλκοολισμού που αποκτηνώνει την εργατικήν τάξιν». Η οργάνωση αυτή εξελίχθηκε στον κύριο εκφραστή των αντιπολεμικών και διεθνιστών απόψεων της Φεντερασιόν και της Β΄ Διεθνούς στην Αθήνα. Αυτά τα πρόσωπα θα πρωταγωνιστήσουν στην ίδρυση του ΣΕΚΕ και αργότερα θα συγκροτήσουν την αρχειομαρξιστική ομάδα.
Το 1919 το νεοπαγές κόμμα θα κυκλοφορήσει την μπροσούρα Ο Αλκολισμός γραμμένο από τον εβραίο εκδότη της εφημερίδας της Φεντερασιόν Αλβέρτο Αρδίττη. Οι πρώτοι αυτοί ριζοσπάστες σοσιαλιστές, δάσκαλοι, φοιτητές και διανοούμενοι, θεωρούν πως η ηθικοποίηση και η μάχη ενάντια στην αλητοποίηση είναι μία υπόθεση που αφορά τους ίδιους τους εργάτες και ως εκ τούτου τη συνέδεσαν με τη διαδικασία της ταξικής αυτοσυνειδησίας και την σοσιαλιστική ιδέα. Μέσα από αυτό ακριβώς το πρίσμα προσλαμβάνουν το ζήτημα του αλκοολισμού. Συγκεκριμένα, σε αυτό το κείμενο υπογραμμίζεται εισαγωγικά το πρόβλημα, ότι δηλαδή «ο αλκολισμός άρχισε να διαδίδεται τρομαχτικά σ’ όλη την Ελλάδα» καθώς είναι «αρκετές εκατοντάδες οι ταβέρνες που άνοιξαν». Συσυχετίζεται εξαρχής το αίτημα του σοσιαλισμού με «μιάν ανθρωπότητα αξιοπρεπή και όχι ταπεινωμένη, γερή και όχι εκφυλισμένη» καθώς «ο αλκολισμός γίνεται αιτία δυστυχίας και ανηθικότητος». Ο σοσιαλισμός ρητά συνδέεται «με μια ανώτερη ηθική» και το προλεταριάτο έχει ως καθήκον να κατακτήσει το ίδιο μόνο του αυτήν. Η πόση του αλκοόλ συσχετίζεται άμεσα με κοινωνικές αιτίες που προκύπτουν από το οξυμένο κοινωνικό ζήτημα και απαντούν στα προσωπικά του κοινωνικά αδιέξοδα: οι εργάτες απαντούν πως «το σπίρτο μας είναι αναγκαίο. Μας ξαναδίνει τις δυνάμεις που χάνουμε σε μια δουλειά αποχτηνωτική, κουραστική και πολλές φορές καταστρεπτική για την υγεία μας». Στη συνέχεια εξέταζε τις αρνητικές συνέπειες του αλκοόλ στην υγεία και στην φυσική κατάσταση, για να καταλήξει πως «είνε ένας απ’ τους σπουδαιότερους συντελεστάς του εκφυλισμού», ενώ οδηγεί το προλεταριάτο στην ατίμωση συνδέοντας μεταξύ άλλων την εγκληματικότητα με αυτό. Ακόμα, συνέδεε την χρήση αλκοόλ με την παθητικότητα των εργατών, γιατί τους απομακρύνει εργάτες «απ’ τον αγώνα που πρέπει να διεξάγουν για τη χειραφέτησή τους», τους εμποδίζει να χειραφετηθούν «διανοητικώς και ηθικώς» και να οργανωθούν. Καλεί τη νεολαία  να αναλάβει προπαγάνδα ενάντια στον αλκολισμό, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να γίνει «σοβαρή δράση για τη μόρφωση των μαζών». Βέβαια, οι αγωνιστές του ΣΕΚΕ πρέπει πρώτα να δώσουν το παράδειγμα και «να μην πίνουν». Τέλος, αναζητά νομοθετικά μέτρα περιορισμού της νοθείας και του αριθμού των ταβερνών, της απαγόρευσης του αλκοόλ σε παιδιά κάτω των 16 ετών. Ως παραδείγματα χρησιμοποιούνται η Σουηδία και η Νορβηγία, ενώ θέτει και το ζήτημα της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ. Η μπροσούρα αυτή θα λειτουργήσει ως μανιφέστο για τον σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό αντιαλκολισμό στο μεσοπόλεμο και θα επηρεάσει όλα τα ρεύματα.

Οι αρχειομαρξιστές
Η σύνθεση των κομμουνιστικών οργανώσεων κατά την δεκαετία του 1920 γίνεται περισσότερο εργατική. Η οργάνωση των αρχειομαρξιστών με αρχηγό τον Φραγκισκο Τζουλάτι θα εξελιχθεί στον πιο συνεπή εκπρόσωπο των ηθικών και διαφωτιστικών αρχών του σοσιαλισμού, όπως διατυπώνονται στη μπροσούρα, καθώς προέρχεται απευθείας από τον πρώτο αυτό κύκλο των σοσιαλιστών. Στην αρχή θα έχει μια δράση εντός του ΣΕΚΕ και μετά το 1924 εκτός του ΚΚΕ λειτουργώντας μέχρι το 1930 περισσότερο σαν μία επαναστατική εταιρία του 19ου αιώνα και λιγότερο ως ένα κόμμα λενινιστικού τύπου. Στα 1930 έχει φτάσει να έχει 100 μέλη, όταν το ΚΚΕ έχει 1500, να ελέγχει σημαντικά εργατικά σωματεία και να διαθέτει παρατάξεις σχεδόν σε όλα τα επαγγέλματα σε πανελλαδικό επίπεδο. Ωστόσο, εκπροσωπεί κυρίως στρώματα χειροτεχνών εργατών τα οποία χαρακτηρίζουν η συντεχνιακή παράδοση, η σημασία της ανδρικής τιμής και του ανδρικού κύρους στην εργασία, η μικροπατερναλιστική ενδοπαγγελματική ιεραρχική δομή και το πάθος για την γνώση, καθώς συνιστά βασική προϋπόθεση για την επαγγελματική ανέλιξη και γενικότερα την ωριμότητα. Ως εκ τούτου, καλλιεργούν πολύ έντονα το ιδεώδες ηθικής πειθαρχίας και γι’ αυτό το λόγο οι ηθικές εγκλήσεις των σοσιαλιστών και στη συνέχεια κομμουνιστών διανοουμένων βρήκαν απήχηση.
Οι αρχειομαρξιστές ορίζουν την ηθική ως «γέννημα των υποχρεώσεων που γεννιούνται σε κάθε αγωνιστή και ιδιαίτερα στα στελέχη του αγώνα αυτού από τη μελέτη της εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος». Σύμφωνα με τον αρχειομαρξιστή Γιάννη Ποντίκη, οι αρχειομαρξιστές «κατόρθωναν να καταργήσουν κάθε αργόσχολη απασχόληση που θα είχε ως συνέπεια να σταματά την κανονική λειτουργία του εγκεφάλου και γενικώτερα να καταργήσουν κάθε αργόσχολη απασχόληση που θα είχε ως συνέπεια να τους στερήσει πολύτιμο χρόνο». Αυτή η μάχη ουσιαστικά ορίζει τον αρχειομαρξιστικό ηθικό κομμουνισμό. Οι βασικότεροι ρυθμιστικοί κανόνες ήταν η αποχή από το αλκοόλ, το κάπνισμα, τη χαρτοπαιξία και το χασίς. Ο τότε αρχειομαρξιστής Γιάννης Ταμτάκος αναφέρει: Η οργάνωση …, ήταν κατά των χοροδιδασκαλείων, έτσι χορό δεν έμαθα, αφού χώθηκα από 17 χρονών παιδί στη βιοπάλη. Τους καφενόβιους τους κατηγορούσαμε.» Τα μέλη του ΚΚΕ με βάση την αρχειομαρξιστική αναπαράσταση ήταν ανήθικοι γιατί σπαταλούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους σε ασχολίες μη παραγωγικές, όπως η χαρτοπαιξία, τον αλκοολισμό, γεγονός που τους αδρανοποιούσε πολιτικά, αλλά και μπορεί να τους οδηγούσε στην συνεργασία με την αστική τάξη και κατ’ επέκταση τους καθιστούσε σε κύριους εκφραστές της εχθρότητας απέναντι στον αρχειομαρξισμό, καθώς οι αρχειομαρξιστές τους έθιγαν προσωπικά μέσα από την ηθική ρητορική. Πολλές φορές φορές οι ανταποκριτές του Ριζοσπάστη εκμεταλλεύονταν την αδυναμία των αρχειομαρξιστών να κρατήσουν την συνέπεια των λόγων τους: Κάνανε θεωρία στους εργάτες πως δεν πρέπει να πίνουν ρακί και τσιγάρο και τα λεπτά να τα διαθέτουν για κάπου αλλού, αλλά τον καιρό που τον πάψανε από τη δουλιά και ύστερα μέσου του σωματείου έπιασε πάλι, απ’ τον ενθουσιασμό του αγόρασε τσιγάρα, μέθυσε και χόρευε μέσα στο Καφενείο του Κ. Ψωμαρά παρά τις αντίθετες θεωρίες που έκανε στους εργάτες και την αρχειομαρξιστικήν φαρισαϊκήν ηθικήν. Οι αρχειομαρξιστές δεν απαξίωναν απλώς τον «πολιτισμό της ταβέρνας», αλλά γενικά τον αστικό πολιτισμό θεωρώντας το πνεύμα της ταβέρνας αναπόσπαστο τμήμα του. Επίσης, θεωρούσαν ότι όσοι αποχωρούσαν από την οργάνωση ήταν «αναμόρφωτοι», δηλαδή απέτυχαν να «μορφωθούν» και να αποκτήσουν ταξική συνείδηση. Η αρχειομαρξιστική εφημερίδα συχνά κατηγορούσε τα μέλη μίας διάσπασης της οργάνωσης για «Ντόλτσε Βίτα» και για επιφανειακή τήρηση των αρχειομαρξιστικών αρχών, καθώς τον «αρχειομαρξισμό τον πήρανε σαν τύπους, όπως οι παπάδες στη λειτουργία» με δεδομένο ότι «μόλις βρεθήκανε έξω από την Οργάνωση ‘‘ξανασάνανε’’»· ταυτόχρονα, «τόση ήτανε η μανία τους να βγάλουν από πάνω τους τον αρχειομαρξισμό ώστε αμέσως τόρριξαν στα χαρτιά, το πιοτό και στις γυναίκες» και «έγιναν ταχτικοί πελάτες στα Βούρλα». Οι αρχειομαρξιστές αντέταξαν απέναντι στον κίνδυνο της αλητοποίησης τα μορφωτικά και θεωρητικά μαθήματα δημιουργώντας μορφωτικούς νεανικούς συλλόγους, Κόκκινα Σχολεία, οργανώνοντας εκδρομές και περιπάτους. Αποτελεί ίσως την πιο εκτεταμένη έμπρακτη εφαρμογή στο μεσοπόλεμο του αντιαλκολικού μανιφέστου του Αρδίττι.

Το ΚΚΕ
Tο ΚΚΕ εμφάνιζε εντελώς διαφορετικές απόψεις. Θεωρούσε πως «η αστική τάξη έχει μονοπωλήσει την καλοπέραση και τη χαρά» κρατώντας την για τον εαυτό της. Σύμφωνα με το στέλεχος του κόμματος Καίτη Ζεύγου το «κόψιμο» του πιοτού, της χαρτοπαιξίας, των σχέσεων με το άλλο φύλο ήταν εξίσου προϋπόθεση για την ένταξη στο ΚΚΕ και συχνά συνοδεύονταν με την υπόσχεση της απόλυτης αφοσίωσης στο Κόμμα. Οι αιτίες αυτές τις προφύλαξης όμως στην οπτική της Ζέυγου δεν ήταν ηθικές, αλλά συνδέονταν με την προστασία από τον «ταξικό εχθρό». Με το πιοτό μπορεί ο «ταξικός εχτρός» να παρασύρει το μέλος, με τη χαρτοπαιξία το μέλος μπορεί να φτάσει σε «κατάχρηση της περιουσίας του Κόμματος», ενώ ως «μέλος του Κόμματος» δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεται όπως όλοι οι νέοι καθώς η ασφάλεια μπορεί να στείλει «καμία χαφιεδίνα και να μπουν έτσι σε κίνδυνο τα μυστικά του κόμματος». Η Καίτη Ζεύγου παρουσιάζει αντίστοιχα το φαινόμενο της «παραίτησης από τη ζωή» για χάρη του αγώνα να ισχύει εξίσου για τα μέλη του ΚΚΕ. Ωστόσο, από τη παράθεση ενός ανέκδοτου από την ίδια την Ζεύγου στην αφήγησή της προκύπτει πως το πρότυπο αυτό ετίθετο σε αμφισβήτηση. Με άλλα λόγια, ο περιορισμός στο ΚΚΕ δεν ανάγεται σε μία καθολική ηθική αρχή, αλλά σε μία ειδική εξαίρεση λόγω παρανομίας. Γι’ αυτό ίσως το λόγο, δεν ήταν τόσο αυστηρός ή δεν αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της ταυτότητας των μελών του ΚΚΕ και ως εκ τούτου εύκολα τα μέλη του ΚΚΕ δεν τον ακολουθούσαν. Αντιθέτως, στους αρχειομαρξιστές φαίνεται πως ο ηθικός περιορισμός αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας τους και της πολιτικής τους ταυτότητας και κουλτούρας. Στην πράξη, οι κομματικοί λειτουργούσαν περισσότερο μέσα στο πλαίσιο των καθημερινών συνηθειών της εργατικής τάξης, ενώ οι αρχειομαρξιστές συγκρούονταν με αυτές.
Ως ένα βαθμό, αυτή η πολιτισμική διαφορά θα πρέπει να οφείλεται και στις διαφορετικές προελεύσεις της πλειοψηφίας των μελών των δύο οργανώσεων. Οι αρχειομαρξιστές ήταν κυρίως γηγενείς και κατάγονταν από αγροτικά περιβάλλοντα της Παλαιάς Ελλάδας, δηλαδή περιοχών με πολύ υψηλά ιεραρχημένη την ηθική. Αντιθέτως, τα μέλη του ΚΚΕ προέρχονταν κυρίως από προσφυγικούς πληθυσμούς. Στις προσφυγικές συνοικίες το τάβλι, το ούζο και ευρύτερα το αλκοόλ, το χασίς και η χαρτοπαιξία σε συνδυασμό με το σμυρνέικο μουσικό τραγούδι που ταυτίστηκε με το ρεμπέτικο αποτελούσαν καθημερινές συνήθειες των λαϊκών στρωμάτων. Τα καφενεία και οι ταβέρνες, αλλά κυρίως οι συμποσιασμοί αποτέλεσαν τα κέντρα αυτής της λαϊκής κουλτούρας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το αλκοόλ δεν συνιστά κίνδυνο, αλλά απόλαυση και η διασκέδαση για τους άντρες και τις γυναίκες θεωρείται αξία.
Τέλος, το ΚΚΕ, ιδιαίτερα την δεκαετία του 1930 θα συνδέεται ολοένα και πιο πολύ με βιομηχανικά εργατικά στρώματα που ουσιαστικά ταυτίζονται με τους προσφυγικούς πληθυσμούς. Το ιδιαίτερο στοιχείο αυτών των στρωμάτων είναι η νεανική ηλικία και η επίτευξη μιας καλύτερης και πιο σταθερής εργασίας σε σχέση με τις παλαιότερες προσφυγικές γενιές. Το νέο εργατικό τραγούδι που παράγεται διαφέρει πολύ από εκείνο του υποπρολεταριάτου και τα μοντέρνα κέντρα διασκέδασης στις εργατικές γειτονιές απέχουν πολύ από εκείνα της υπόγειας ταβέρνας. Ο συμποσιασμός και το αλκοόλ συνδέονται με τη μοντερνικότητα, με την γυναικεία, αλλά και ανδρική χειραφέτηση από τις ιδεολογικές ηθικές δεσμεύσεις των παλαιότερων γενιών. Ακόμη περισσότερο έρχονται σε ρήξη με τις ρητορικές της βιομηχανικής πειθαρχίας και ηθικής που πλέον καλλιεργούνται από τους μεγαλοβιομήχανους εργοδότες. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, όπου η πολιτική και ευθεία εργοδοτική αμφισβήτηση ήταν εξορισμένη από την καθημερινή δράση, φαίνεται ότι οι πολιτισμικές πρακτικές του συμποσιασμού επένδυσαν στις νέες προσφυγικές εργατικές γειτονιές μια ιδιαίτερη εργατική λαϊκή ταυτότητα η οποία θα εκφραστεί κατά την περίοδο της Κατοχής πολύ πιο έντονα. Όπως αναφέρθηκε, το ΚΚΕ, ολοένα και περισσότερο στρατολογεί δυναμικό από αυτά τα στρώματα, και ως εκ τούτου καθορίζουν την φυσιογνωμία του και την στάση του απέναντι στο συμποσιασμό και το αλκοόλ. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το ΚΚΕ δεν παρέμενε εχθρικό απέναντι στον αλκοολισμό ως παθογένεια. Το πιθανότερο είναι ότι ο αλκοολισμός διαχωριζόταν ρητά από την γενικευμένη χρήση του αλκοόλ, σε αντίθεση με τους αρχειομαρξιστές που ταύτιζαν αυτά τα δύο και προσέδιδαν μια έντονη ηθική διάσταση.     




Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

12 Οκτώβρη 1944, μια απελευθέρωση που έμεινε στη μέση

Κώστας Παλούκης

Οι εικόνες της απελευθέρωσης, γεμάτες χαρά για τις δύσκολες εποχές που έφυγαν, ελπίδα και αυτοπεποίθηση για τις όμορφες ημέρες που έρχονται προκαλούν σήμερα ανάμεικτα συναισθήματα. Στις 12 Οκτώβρη ο λαός και η νεολαία της Αθήνας ζούσαν την κορύφωση της ΕΑΜικής εξέγερσης, βίωναν έντονα την αίσθηση της ελευθερίας και της χειραφέτησης. Δυστυχώς, η προοπτική αυτή πνίγηκε στο αίμα από την αντεπανάσταση.



Οι αστοί αισθάνονταν περικυκλωμένοι από τη φουσκοθαλασσιά ανθρώπων και ονείρων



«Ήταν ένα κάρο φορτωμένο νέους και νέες που ξεφωνίζανε. Στο άλογο που τραβούσε το κάρο καθότανε καβάλα μια γυναίκα μελαχρινή σα γύφτισσα που είχε στο κεφάλι και στους ώμους ένα σάλι επαναστατικά κατακόκκινο. Φορούσε κίτρινο φουστάνι κι είχε διάφορα χαϊμαλιά στο στήθος, κρατούσε μια ελληνική σημαιούλα και ξεφώνιζε τραγουδώντας: Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη…. Μια παρέα μάγκες γυρίζανε με ένα χαρτονένιο Χίτλερ κρεμασμένο σε ένα κοντάρι και φωνάζανε ρυθμικά ‘’Εμπατίρησε’’ (καινούργια λέξη argot). Πολλά τραμ και καμιόνια ανεβοκατέβαιναν τους κεντρικούς δρόμους φορτωμένα παιδιά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που φωνάζανε συνθήματα των οργανώσεών τους. Είδα και μια παρέλαση πιτσιρίκων με ξύλινα τουφέκια, του ‘’παιδικού μετώπου’’ του ΕΑΜ», γράφει ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς για τη «μεγάλη ημέρα» (Γιώργος Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου, Αθήνα: Εστία).

Οι εικόνες της απελευθέρωσης, γεμάτες χαρά για τις δύσκολες εποχές που έφυγαν ανεπιστρεπτί, ελπίδα και αυτοπεποίθηση για όσες όμορφες ημέρες θα έρχονταν προκαλούν σήμερα ανάμεικτα συναισθήματα. Αυτή η αισιοδοξία δεν ήταν μόνο πηγαία όμως, είχε χρωματισμό. Δεν είναι απλώς ότι είχε μεσολαβήσει ο πόλεμος, η ήττα και ο θάνατος και αυτά τελείωσαν. Στις 12 Οκτώβρη ζούσαν την κορύφωση της ΕΑΜικής εξέγερσης, βίωναν έντονα την αίσθηση της ελευθερίας και της χειραφέτησης. Οι άνθρωποι του Οκτώβρη του 1944 δεν ήταν οι ίδιοι με εκείνους του Οκτώβρη του 1940. Τα γελαστά και χαρούμενα αυτά πρόσωπα ήταν πλέον φορείς μιας νέας μοντέρνας λαϊκότητας εντελώς διαφορετικής από εκείνη του μεσοπολέμου και εκείνη την ημέρα την εκφράζανε με τον πιο απόλυτο και ηγεμονικό τρόπο.

Ο νέος αυτός τύπος πολίτη ήταν οργανωμένος σε δημοκρατικές δομές ξένες προς το κράτος και αναλάμβανε ο ίδιος να διαχειρίζεται τις τύχες του μέσα από την λαοκρατία, τη λαϊκή δικαιοσύνη και το λαϊκό στρατό. Η ίδια η έννοια της πατρίδας και του έθνους είχε αλλάξει πρόσημο, είχε αποκτήσει ένα νέο περιεχόμενο τόσο για το παρόν και το παρελθόν, αλλά κυρίως για το μέλλον. Ο λαός ήταν ένα νέο διαφορετικό υποκείμενο ενεργό και αυτό ήταν μία μοναδική επιτυχία και κατάκτηση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Όλοι οι απλοί άνθρωποι, οι εργάτες και οι βιοπαλαιστές έγιναν από πιόνια πρωταγωνιστές και κυρίως οι γυναίκες και τα παιδιά. Αστοί, όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς, αισθάνονταν περικυκλωμένοι από αυτή την τεράστια και πρωτόγνωρη φουσκοθαλασσιά ανθρώπων και ονείρων. Ο φόβος είχε αλλάξει στρατόπεδο. Μία και μόνο κίνηση ήταν αρκετή για να αποτελειώσει τον δικό τους κόσμο. Αυτό το ένιωθαν, το καταλάβαιναν. Οι ίδιοι αυτό θα έκαναν. Οι αστοί έκαναν «επαναστάσεις» με πολύ λιγότερο κόσμο μαζί τους. Η άλλη επανάσταση όμως, αυτή που επαγγέλθηκε στο μεσοπόλεμο και φάνταζε αδύνατη, δεν ήταν απλώς δυνατή ή ένα ενδεχόμενο, αλλά παρούσα εκεί ανθισμένη, ξεδιπλωνόταν μπροστά σε όλους. Απλώς έπρεπε κάποιος να τη μαζέψει από τους δρόμους ή να τη μαζέψει από τα μαγεμένα πρόσωπα. Όμως το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ παρέδωσε την εξουσία σε έναν τρομαγμένο πρωθυπουργό, ο οποίος με μεγάλο σκεπτικισμό και φόβο κατέβηκε από το θωρηκτό Αβέρωφ στις 18 Οκτωβρίου. Στην Πελοπόννησο είχαν προηγηθεί οι αιματηρές μάχες του ΕΛΑΣ με τα δωσιλογικά Τάγματα Ασφαλείας, με αποκορύφωμα την τριήμερη μάχη του Μελιγαλά στις 11-13 Σεπτεμβρίου.

Οι εγγυήσεις ασφάλειας δίνονταν, αλλά ο Παπανδρέου έκρινε προφανώς εξ ιδίων. Προχώρησε λοιπόν στη μεγάλη εξαπάτηση. Συνοδευόμενος από τους ΕΑΜίτες μέλη της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας μεταβαίνει στην Πλατεία Συντάγματος, όπου εκφώνησε τον «Λόγο της Απελευθέρωσης». Η Εθνική Ενότητα, η οικονομική Ανασυγκρότηση, η αποκατάσταση της Λαϊκής Κυριαρχίας, καθώς και η Οργάνωση και Λειτουργία του Ελεύθερου Ελληνικού Κράτους έχουν περίοπτη θέση. Ακόμη, διατυπώνεται η περίφημη και εκτός κειμένου φράση «Πιστεύομεν εις την Λαοκρατίαν», για το ιδεώδες της οικονομικής ευημερίας, ταυτόχρονα με την κοινωνική δικαιοσύνη.

Αν κάτι όμως φάνηκε τελικά πως ήταν πιο αδύνατο και από την ίδια την επανάσταση ήταν η ταξική ανακωχή. Η αντιλαϊκή οικονομική πολιτική, η προσπάθεια επιστροφής στην προπολεμική πραγματικότητα και η προσπάθεια αφοπλισμού του λαϊκού στρατού χωρίς εγγυήσεις οδήγησαν ουσιαστικά στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Τότε, οι αστοί είδαν τους εφιάλτες τους να ζωντανεύουν περισσότερο από ποτέ. Στη συνέχεια ακολούθησε η Βάρκιζα και η νέα ελπίδα της ηγεσίας της Αριστεράς για ενσωμάτωση στην αστική νομιμότητα. Ο χρόνος είχε περάσει. Οι αστοί ξανάστησαν το κράτος και ζητούσαν την επιστροφή ξανά στην υποταγή. Οι δωσίλογοι αναθάρρησαν και μία νέα αντιδραστική συμμαχία στήθηκε οργανώνοντας την αντεπανάσταση.

Η ιστορική γνώση για την επανάσταση που χάθηκε και τα δεινά που τελικά ήλθαν προκαλεί σήμερα το αίσθημα της τραγικότητας σε κάθε φωτογραφία, σε κάθε βίντεο και σε κάθε αφηγηματικό κείμενο για τον Οκτώβρη του 1944. Το αποτύπωμα της ήττας πολύ βαρύ κυνηγάει την Αριστερά σε όλες τις εκδοχές της. Η τάση για υποταγή στο αστικό κόσμο αποτελεί στρατηγική αναφορά της από τη μεταπολεμική εποχή μέχρι και σήμερα. Ίσως πιο τραγικό σύγχρονο παράδειγμα είναι η υποταγή μέρους της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η υποταγή του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ στην αστική νομιμότητα. Οι ελπίδες εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων και η επένδυση σε μια καθαρά κοινοβουλευτική αριστερή λύση έκοψε σύντομα το χαμόγελο. Βέβαια, τάσεις αστικής πολιτικής μπορούν να εντοπιστούν και στην άλλη αριστερά. Ευκαιριακές και χωρίς αρχές συμμαχίες ομάδων και παραγόντων που μέχρι χθες ήταν άσπονδοι εχθροί, εύκολη υποταγή σε κάθε σχέδιο κοινοβουλευτισμού, συνωμοσιολογία και φόβος απέναντι στις εξεγέρσεις. Στον Δεκέμβρη του 2008, ενώ η ανατρεπτική  Αριστερά αγωνιούσε να μπολιάσει την εξέγερση, δυνάμεις και παράγοντες της Αριστεράς με λογική “νοικοκυραίου” έβλεπαν συνωμοσίες του κράτους και προσπαθούσαν να εμποδίσουν την ανάπτυξη του κινήματος. Επειδή λοιπόν η αριστερή νοικοκυροσύνη δεν έφυγε ποτέ από την αριστερά και για να μην ξανασβήσουν ποτέ τα χαμόγελα της ελπίδας και η επόμενη απελευθέρωση να είναι κομμουνιστική, σήμερα είναι αναγκαία όσο ποτέ η επαναθεμελίωση του κομμουνισμού.

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Μακεδονία: ένα πεδίο σύγκρουσης εθνικισμών - Το Περιοδικό


Κώστας Παλούκης
Tο λεγόμενο “μακεδονικό” ή αλλιώς “σκοπιανό”, δηλαδή το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού εκείνου του κράτους “χωρίς όνομα” που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, εντάσσεται στα λεγόμενα εθνικά θέματα. Αναδείχτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν μετά τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, τα διάφορα κρατίδια που την συναποτελούσαν αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Έτσι, η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποφάσισε -τι άλλο;- να μετασχηματιστεί σε Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το ελληνικό κράτος αντέδρασε με έναν πρωτόγνωρο τρόπο θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση συνιστά εθνική απειλή. Η αλήθεια είναι πως ο μακεδονικός εθνικισμός κυριάρχησε στο νέο κράτος που αναζητούσε μια νέα πολιτική και ιστορική ταυτότητα. Οπότε οι έλληνες μακεδονομάχοι μπορούσαν εύκολα να βρουν πατήματα σε εθνικές προκλήσεις και απειλές των συνόρων μας. Αυτό που συνέβη είναι ότι ο μακεδονικός εθνικισμός έκανε το εξής όχι και τόσο πρωτόγνωρο για εθνικισμό: έκλεψε τμήμα της ιστορίας από τον ελληνικό εθνικισμό ή, αλλιώς, οι δύο εθνικισμοί, ελληνικός και μακεδονικός, διεκδικούσαν το ίδιο ιστορικό παρελθόν, συγκεκριμένα το παρελθόν του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του αρχαίου μακεδονικού κράτους. Πρόκειται λοιπόν για μια υπόθεση που λίγο σχετίζεται με πραγματικές απειλές και πολύ περισσότερο αφορά τις εθνικές ταυτότητες όπως αυτές διαμορφώνονται από την οικειοποίηση ιστορικών παρελθόντων. Επειδή σε αυτά τα ζητήματα εθνικισμού δεν είναι ο ορθός λόγος ο οποίος λειτουργεί, αλλά η ιδεολογική πρόσληψη, αντιλαμβάνεται κανείς πως τα ορθολογικά επιχειρήματα δεν έχουν πολλή σημασία. Αποτελεί πάντως ένα ερώτημα με ποιόν τρόπο πρέπει κανείς να προσεγγίσει αυτό το θέμα. Νομίζω ότι είναι τρία τα επίπεδα πρόσληψης του ζητήματος.

Το πρώτο είναι αμιγώς πολιτικό και αφορά τη συγκυρία, αλλά και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς θεσμούς. Το “κράτος δίχως όνομα” θέλει να αποκτήσει ένα όνομα για να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ και αργότερα ενδεχομένως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΝΑΤΟ λοιπόν προωθεί έναν συμβιβασμό που θα επιτρέψει την ιμπεριαλιστική ενίσχυσή του με την ενσωμάτωση ενός κρατιδίου που ούτως ή αλλιώς βρίσκεται υπό την άμεση αμερικανική επιρροή. Η αναζήτηση απάντησης σε αυτό το ερώτημα είναι πρώτα πρώτα σωστή επιλογή. Οι λαοί των δύο κρατών δεν έχουν να κερδίσουν τίποτε από μία τέτοια συμμετοχή και πρέπει να σταθούν απέναντι σε κάθε ιμπεριαλιστικό θεσμό και από κοινού να αναπτύξουν ένα αντιμπεριαλιστικό κίνημα. Ωστόσο, όμως, αν κανείς μείνει μόνο σε αυτήν την πλευρά του θέματος, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να κλείνει γλυκά το μάτι στον ελληνικό εθνικισμό, γιατί δεν απαντάει στα άλλα μέρη του θέματος που είναι ίσως τα κυριώτερα. Γιατί σε τελική ανάλυση το ερώτημα ποιό είναι το όνομα αυτής της χώρας παραμένει ανοικτό και θα πρέπει να υπάρχει σαφής απάντηση.

Το δεύτερο θέμα αφορά το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού μίας εθνότητας. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους και κάθε εθνότητας, είτε μας αρέσει είτε όχι, να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει, αλλά και να πιστεύει ό,τι θέλει για τον εαυτό του και να κουβαλάει όποια ταυτότητα επιθυμεί. Από αυτήν την άποψη, είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κράτους χωρίς όνομα να αυτοπροσδιοριστεί ως Μακεδονία και η εθνότητα χωρίς ταυτότητα να αυτοχαρακτηριστεί ως μακεδονική και φυσικά κανένας δεν μπορεί να τους απαγορεύσει να πιστεύουν ότι προέρχονται απευθείας από το αρχαίο μακεδονικό κράτος και τον Μεγαλέξανδρο. Επίσης, όμως, από μία άλλη άποψη είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους που αισθάνεται ότι η ιδεολογία μιας γειτονικής χώρας είναι επιθετική να ζητήσει διασφάλιση των συνόρων και ειρηνική συνύπαρξη. Με άλλα λόγια, το θέμα του εθνικισμού της γείτονας χώρας μάς αφορά το ίδιο εξίσου και με τον εθνικισμό της δικής μας χώρας γιατί πολύ απλά οι δύο εθνικισμοί αλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπώς, οι λαοί και των δύο χωρών θα πρέπει από κοινού να αναπτύξουν ένα αντιεθνικιστικό και φιλειρηνικό κίνημα, ενώ παράλληλα θα αναγνωρίζουν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της κάθε εθνότητας. Και πάλι όμως η ουσιαστική πλευρά του θέματος, δηλαδή η καταγωγή των σύγχρονων Μακεδόνων, παραμένει έξω από τη συζήτηση. Αν αποφασίσουμε να μην εμπλακούμε καθόλου σε αυτήν την συζήτηση πιστεύοντας ότι είναι ένα θέμα που αφορά τους γείτονες μόνο, τότε κλείνουμε το μάτι πάλι και στους δύο εθνικισμούς. Όμως αυτό είναι το πιο σημαντικό θέμα που χωρίζει τις δύο εθνότητες.

Το τρίτο επίπεδο είναι λοιπόν το πιο σημαντικό και αφορά στην ίδια τη συζήτηση για το ποιός είναι πιο πολύ μακεδόνας. Για να απαντήσουμε σε αυτό το ζήτημα χρειαζόμαστε κριτική προσέγγιση του εθνικιστικού φαινομένου γενικά και μετά να το εξειδικεύσουμε σε κάθε εθνότητα-κράτος. Χρειάζεται δηλαδή μιας αποδόμηση συνολικά του εθνικισμού. Και αυτή η αποδόμηση θα πρέπει να αφορά και στους δύο εθνικισμούς. Και αφορά και στους δύο γιατί ο μακεδονικός εθνικισμός ουσιαστικά αντιγράφει τον ελληνικό και φτιάχνει ένα έθνος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ελληνικού. Θα έλεγε κανείς ότι κλέβει την εθνικιστική πατέντα που εισήγαγε ο ελληνικός εθνικισμός πρώτος στα Βαλκάνια.

Η απάντηση λοιπόν είναι λίγο σύνθετη. Ξεκινάει από την απλή παραδοχή ότι καμία από τις δύο εθνότητες δεν είναι απευθείας απόγονος της αρχαίας ελληνικής μακεδονικής εθνότητας για τον πολύ απλό λόγο ότι κανένα κράτος, εκτός ίσως από το κινέζικο, ή εθνότητα, εκτός ίσως από την ιαπωνική, δεν έχει μια τόσο παλιά ιστορία απευθείας συνέχειας. Είναι λοιπόν παράλογο και ανορθολογικό να συζητάμε για κάτι τέτοιο.

Από την άλλη όμως στα πλαίσια της ιστορικής διαδοχής των πολιτισμών κάθε εθνότητα ή κράτος της περιοχής έχει το δικαίωμα να αναφέρεται σε παλαιότερους πολιτισμούς που έζησαν στην ίδια περιοχή. Γιατί πολύ απλά αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά έτσι όπως συνέβησαν, σήμερα θα ήμασταν διαφορετικοί. Είμαστε λοιπόν αυτό που είμαστε σήμερα γιατί μεταξύ άλλων κάποτε στο απώτατο παρελθόν φτιάχτηκε το μακεδονικό κράτος. Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας ιστορικής διαδοχής. Αν δεν είχαν μεσολαβήσει κάποιες πολύ σύγχρονες καταστροφές, θα μπορούσε κανείς να βρει χρήσεις στην πόλη με άμεση καταγωγή στην εποχή της αρχαιότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης ήταν πάντα ελληνική, τουλάχιστον με τον τρόπο που το εννοεί ο ελληνικός εθνικισμός. Το παρελθόν της όμως καθορίζει το παρόν με διάφορους τρόπους.

Συγκεκριμένα, τόσο το ελληνικό έθνος όσο και το μακεδονικό έθνος είναι πολιτισμικά παιδιά του οθωμανικού ρουμ μιλέτ, του μιλλετ των ρωμιών. Η διαφορά είναι ότι η σημερινή ελληνική εθνότητα ήταν ηγεμονική σε αυτήν την παλαιότερη φαντασιακή κοινότητα του ρουμ μιλλέτ, ενώ η μακεδονική εθνότητα ηγεμονευόμενη. Ο μετασχηματισμός του ρουμ μιλλέτ σε ελληνικό έθνος στις αρχές του 19ου αιώνα γέννησε το βαλκανικό παράδειγμα καθιστώντας παράλληλα τον ελληνικό εθνικισμό πολύ πιο ισχυρό, αφού πάντα το πρωτότυπο είναι πιο καλό και δυνατό. Ο βουλγαρικός εθνικισμός είναι η πρώτη σοβαρή διάσπαση του μετασχηματιζόμενου ρουμ μιλλετ σε ελληνικό έθνος στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο μακεδονικός εθνικισμός προέκυψε στις αρχές του 20ου αιώνα συνάμα τόσο ως διάσπαση του ελληνικού όσο και ως διάσπαση του βουλγαρικού εθνικισμού σε μια εποχή έντονου ανταγωνισμού των δύο εθνικισμών, δηλαδή του ελληνικού και του βουλγαρικού, στην περιοχή της οθωμανικής Μακεδονίας (αναφερόμαστε στην ένοπλη σύγκρουση που είναι γνωστή στους έλληνες ως «μακεδονικός αγώνας»).

Ο ελληνικός εθνικισμός ενσωμάτωσε λοιπόν σταθερά στη δική του ιστορική αφήγηση μια σειρά από ιστορικά παρελθόντα, μεταξύ των οποίων και την αρχαία Μακεδονία. Συγκεκριμένα, αυτό έλαβε χώρα περίπου στα 1840 με καταληκτικό έργο την ιστορία του Παπαρρηγόπουλου στα 1850. Πολλοί έλληνες φιλελεύθεροι ιστορικοί της εποχής θεωρούσαν το μακεδονικό κράτος βαρβαρικό και ξένο προς τα άλλα ελληνικά κράτη της αρχαιότητας στα οποία εξαρχής είχε βασιστεί ο ελληνικός εθνικισμός. Ουσιαστικά, είχαν υιοθετήσει, θα έλεγε κανείς, την αντιμακεδονική οπτική μιας μερίδας δημοκρατικών της αρχαίας κλασικής Αθήνας και θεωρούσαν τους αρχαίους μακεδόνες κατακτητές της Ελλάδας. Οι ιστορικοί αυτοί ενέτασσαν τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο στην ίδια κατηγορία κατακτητών με τους ρωμαίους, τους βυζαντινούς και τους οθωμανούς. Η ενσωμάτωση όμως του μακεδονικού αρχαίου κράτους στην ελληνική ιστορία έγινε εφικτή και μάλιστα δέθηκε με ένα πολύ συνεκτικό ιστορικό αφήγημα. Από αυτήν την άποψη, είναι πάντα δύσκολο για άλλους νεότευκτους εθνικισμούς να διεκδικήσουν κάτι που έχει πατενταριστεί ήδη εθνικά και μάλιστα από ένα πολύ πιο ισχυρό πολιτικά και πολιτισμικά έθνος κράτος, όπως το ελληνικό στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ευρώπης.

Εξάλλου, υπάρχει μία δόση πραγματικής σχέσης με την έννοια της διαδοχής πολιτισμών ανάμεσα στο ρουμ μιλλέτ και της αρχαίας ελληνιστικής ανατολής. Το ρουμ μιλλέτ είναι ο κληρονόμος του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, δηλαδή το βυζαντινό κράτος, το οποίο είναι κληρονόμος του ελληνιστικού πολιτισμού ο οποίος συγκροτήθηκε μέσα από την επέκταση του αρχαίου μακεδονικού κράτους και την χρήση της αττικής διαλέκτου. Από αυτήν την άποψη, ο ελληνικός εθνικισμός ως βασικός κληρονόμος της παράδοσης του ρουμ μιλλέτ με μία έννοια βρίσκεται σε μια πιο ευνοϊκή θέση να επινοεί μια αφήγηση ιστορικής συνέχειας.

Η μακεδονική εθνότητα χρειάζεται να κάνει μερικά ιστορικά άλματα καθώς πρέπει να επινοήσει το πάντρεμα της αρχαίας μακεδονικής εθνότητας με τους νεότερους σλάβους που ήρθαν στην περιοχή. Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε μια βιολογική-πολιτισμική πρόσληψη της συνέχειας και είναι τόσο σχετικό με την πραγματικότητα όσο και οι αντίστοιχες ελληνικές απόψεις, αυτές δηλαδή που θεωρούν τον σημερινό ελληνικό πληθυσμό της Μακεδονίας απευθείας βιολογικό απόγονο των αρχαίων μακεδόνων. Οι σύγχρονοι μακεδόνες έχουν την ίδια σχέση με το μακεδονικό παρελθόν που έχουν και οι σύγχρονοι έλληνες. Αυτή η σχέση αφορά την κοινή τους προέλευση από το ρουμ μιλλέτ και τη διαδοχή πολιτισμών που οδήγησε στη διαμόρφωση του τουρουμ μιλλέτ. Η διαφορά είναι ότι οι σλαβικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας έχουν μια σαφή ιστορική συνέχεια με την περιοχή, κάτι που δεν έχουν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας. Αλλά αυτή η συνέχεια δεν φτάνει μέχρι την αρχαιότητα και επίσης δεν είναι αρκετή γιατί ακριβώς από αυτούς τους σλαβικούς πληθυσμούς προέκυψαν πολλά διαφορετικά έθνη.

Η σύγχρονη μακεδονική ταυτότητα ενισχύθηκε από τον ελληνικό εθνικισμό στις αρχές του 20ου αιώνα ως ιδεολογικό αντίβαρο στον βουλγαρικό εθνικισμό. Οι πληθυσμοί αυτοί δεν ένιωθαν ούτε έλληνες ούτε βούλγαροι, αλλά ντόπιοι, δηλαδή μακεδόνες. Όταν έπρεπε δηλαδή να πάψουν να αυτοπροσδιορίζονται ως ορθόδοξοι ρωμιοί και έπρεπε να αποκτήσουν μια εθνότητα, αισθάνθηκαν ότι δεν ανήκουν σε καμία από τις δύο εναλλακτικές που τους προτάθηκαν. Γι’ αυτό ιδρύθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα το μακεδονικό κομιτάτο δημιουργώντας τον μακεδονικό εθνικισμό. Την περίοδο του μεσοπολέμου το ελληνικό κράτος ενίσχυσε αυτό το αίσθημα μακεδονικής ταυτότητας στο βαθμό που δημιουργούσε στον ντόπιο σλαβικό πληθυσμό αντιβουλγαρικά συναισθήματα. Παράλληλα, όμως, αντιμετώπισε τη μακεδονική μειονότητα ως τμήμα του ελληνικού έθνους και προσπάθησε να την ενσωματώσει με τον τρόπο που είχε γίνει πιο πρόσφατα στον ρουμανοβλάχικο πληθυσμό και πιο παλιά στον αλβανόφωνο πληθυσμό. Μπορούσαν να είναι έλληνες μιλώντας τα μακεδονικά ως δίγλωσσοι μέχρι αυτό το πρόβλημα να εξαλειφθεί και να εξελληνιστούν πλήρως. Εξάλλου, η εθνική συνείδηση πάντα είναι θέμα επιλογής.

Για αυτό το λόγο, το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε ως προδοσία τα αιτήματα περί αυτονομίας της Μακεδονίας και της Θράκης που προωθούσε το βαλκανικό κομμουνιστικό κίνημα και το ΚΚΕ στην Ελλάδα κυρίως στα 1924 και λιγότερο από το 1927 μέχρι το 1934. Η πιο κρίσιμη στιγμή για τη μακεδονική εθνότητα υπήρξε η περίοδος του εμφυλίου πολέμου. Με την ήττα του δημοκρατκού στρατού ο μακεδονικός πληθυσμός εκδιώχτηκε στην Γιουγκοσλαβία. Εκεί ουσιαστικά συγκροτήθηκε η μακεδονική ταυτότητα με πολιτικά κυρίως χαρακτηριστικά. Σύντομα όμως, η κατάρρευση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας δημιούργησε την ανάγκη για μία πιο ισχυρή εθνική αφήγηση που να μοιάζει με εκείνη των άλλων γειτόνων και να είναι εξίσου ηρωική.

Κλείνοντας λοιπόν, οι γείτονες έχουν το δικαίωμα να ονομάζονται και να πιστεύουν ό,τι θέλουν για τον εαυτό τους. Το ίδιο και οι έλληνες. Είναι όμως υποχρέωση και δικαίωμα κάθε ορθολογικού ατόμου και στα δύο κράτη να παλέψει για να διαμορφώσει μέσα στους δύο λαούς αντιεθνικιστικές και διεθνιστικές τάσεις οι οποίες θα αναζητήσουν πιο ορθολογικούς αυτοπροσδιορισμούς. Και αυτό γιατί μια τέτοια διαδικασία είναι προϋπόθεση για την ειρήνη και την ανεξαρτησία και των δύο λαών. Αυτό είναι το καθήκον της σύγχρονης κομμουνιστικής αριστεράς και στις δύο χώρες.

Σήμερα πρέπει να απαντήσουμε τόσο ιδεολογικά όσο και πολιτικά στον ελληνικό εθνικισμό στη χώρα μας. Μετά το 1992 και τα μακεδονικά συλλαλητήρια, η Θεσσαλονίκη βίωσε την πιο σκοτεινή περίοδο της πολύ σύγχρονης εποχής της, με τον εθνικισμό να είναι σχεδόν ιδεολογικός κανόνας και τον εργατικό και λαϊκό πληθυσμό να αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη φτώχια. Σήμερα, η επανάληψη αυτού του μοτίβου μπορεί να επιφέρει πολύ χειρότερες καταστάσεις. Είναι σημαντικό να μην αφήσουμε να κυριαρχήσει στη Μακεδονία και την Θεσσαλονίκη ο μαύρος εθνικισμός, ιδιαίτερα σε μία περίοδο που ο ναζισμός στη χώρα μας αναζητάει τρόπους να σηκώσει κεφάλι και να επανανομιμοποιηθεί μέσα στην κοινωνία. Ήδη αυτό συμβαίνει. Πολλά sites και καλά πατριωτικά, όπως το tilestwra, προβάλλουν τις δράσεις της εγκληματικής οργάνωσης ως πατριωτικές παρεμβάσεις. Τα ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης προσφέρουν εκπτώσεις για να έρθει κανείς και να συμμετάσχει στο συλλαλητήριο. Τουλάχιστον, πρέπει η αριστερά να απαντήσει με αντιεθνικιστικές διαδηλώσεις. Αν δεν δράσουμε τώρα, μετά μπορεί να είναι αργά.

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

·«Το νέο κράτος: η σύγκρουση για την εξουσία» στο «Ιωάννης Καποδίστριας: Πραγματιστής ή τύραννος;»,

Κώστας Παλούκης,
στο Βασιλική Λάζου επιμ.,
«Ιωάννης Καποδίστριας: Πραγματιστής ή τύραννος;»,
περ. HOTDOC HISTORY,
Κυριακή 13/11/2017
Σήμερα ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι ενταγμένος στο εθνικό πάνθεον. Η πρόσληψή του ωστόσο δεν στερείται ιδεολογίας. Σε γενικές αρχές το βίαιο τέλος της προσπάθειάς του συσχετίζεται με θεωρίες ανολοκλήρωτου μετασχηματισμού της Ελλάδας σε σύγχρονο δυτικό κράτος.  Πολύ πρόσφατα η οικονομική κρίση και η αμφισβήτηση των κοινοβουλευτικών δομών αντιπροσώπευσης προσέδωσαν στο πρόσωπο του Καποδίστρια νέα δυναμική. Το πληγωμένο έθνος έβλεπε στη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη το συμβολισμό της προδοσίας των πολιτικών η οποία φαίνεται να ακολουθεί την Ελλάδα ως προπατορικό αμάρτημα. Για τους φορείς της νεοφιλελεύθερης κριτικής, ο Καποδίστριας αποτελούσε την τρανή απόδειξη της ιστορικής χρεωκοπίας του “λαϊκισμού” και εν γένει της δομικής ανικανότητας του ελληνικού λαού να αυτοκυβερνηθεί. Για τους ακροδεξιούς, ο Καποδίστριας αποτελούσε την επιβεβαίωση της ιστορικής αποτυχίας των φιλελεύθερων δημοκρατικών δομών. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Καποδίστριας συνδέθηκε με τη γοητεία του αυταρχικού κράτους ως λύση στην κρίση του κοινοβουλευτισμού.
Τέλος, ο θετικός συμβολισμός του Καποδίστρια συνεπήρε ένα ευρύ δημοκρατικό κοινό. Το κοινό αυτό αποδέχεται τον αυταρχισμό ως ένα αναγκαίο κακό για την συγκρότηση κράτους σε δύσκολες στιγμές, όπως μετά την ελληνική επανάσταση. Επίσης, θεωρεί ότι ο Καποδίστριας δρούσε υπέρ των λαϊκών συμφερόντων και ιδιαίτερα υπέρ της αγροτικής τάξης έναντι των προυχόντων, δηλαδή στους εκπροσώπους του αγγλικού κόμματος. Στην περίπτωση αυτή επανέρχεται κάπως στο προσκήνιο η λανθάνουσα συμπάθεια προς τον ρωσισμό. Εξάλλου ο “κοινωνικός Καποδίστριας“ -- σύμφωνα με την ωραία διατύπωση των Χριστίνας Κουλούρη και Χρίστου Λούκου -- υπήρξε το ιδεολογικό σχήμα με το οποίο αποκαταστάθηκε στις αριστερές συνειδήσεις ήδη από τη δεκαετία του 1950.   
Σε όλες αυτές τις θετικές αναπαραστάσεις του Καποδίστρια η δολοφονία του λειτουργεί ως ένα τραύμα. Η δικαιολόγηση ή ακόμα χειρότερα η συμφωνία με την πολιτική λογική των εχθρών του -- και ιδιαίτερα των δολοφόνων του -- ενοχλεί.
Η Κουλούρη και Λούκος έχουν από τα 1996 εντοπίσει αυτή την ιδεολογική λειτουργία του προσώπου του Καποδίστρια στη νεοελληνική ιστορία. Σε ένα εξαιρετικό βιβλίο, “Τα πρόσωπα του Καποδίστρια “, περιγράφουν την πορεία όλων αυτών των αναπαραστάσεων, από την καταγγελία του ως προδότη και εχθρού του έθνους μέχρι τη σημερινή ενσωμάτωση, συναίνεση και επικαιροποίησή του. Από την άλλη, η κυρίαρχη ιστοριογραφία παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη αναπαράσταση του κυβερνήτη και προσλαμβάνει τα κίνητρά του έξω από την πολιτική και ως άδολα υπέρ του έθνους. Ανάλογα υποβαθμίζει τα κίνητρα της αντιπολίτευσης ως μη πολιτικά και ταπεινά που καταλήγουν να γίνονται αντεθνικά. Έτσι, διαμορφώνει την εικόνα μιας ελληνικής επανάστασης χωρίς ιδεολογίας και πολιτικού οράματος, ένα είδος φατριών και προσωπικοτήτων παθιασμένων αποκλειστικά και μόνο για την εξουσία.
Ο Χρήστος Λούκος με το βιβλίο “Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1928-1931 “ εξισορροπεί ανάμεσα στους παράγοντες κινητοποίησης των υποκειμένων. Ανάμεσα σε αυτούς αναγνωρίζει την ύπαρξη ιδεολογίας και πολιτικές αρχές, τόσο στην διακυβέρνηση όσο και στην αντιπολίτευση του Καποδίστρια. Η τομή βέβαια αποτελεί το βιβλίο του Gunnar Herring “Πολιτικά Κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936” το οποίο αρνείται τα κόμματα ως πελατειακά σύνολα χωρίς αρχές και τονίζει το στοιχείο του πολιτικού προγράμματος και στα τρία κόμματα. Προτείνεται λοιπόν το αναποδογύρισμα της α-πολιτικής πρόσληψης των κομμάτων, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης της εποχής του Καποδίστρια, δηλαδή αντιπροτάσσεται η πολιτικοποίηση της ελληνικής επανάστασης.

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας της ελληνικής επανάστασης
Ένα βασικό ιδεολογικό στερεότυπο για την ελληνική επανάσταση είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να υποδεκτεί ένα δυτικότροπο σύστημα διακυβέρνησης λόγω της ιστορικής της καθυστέρησης κάτω από τη σκλαβιά των οθωμανών. Οι συνταγματικοί κανόνες εισήχθηκαν από το εξωτερικό και ερμηνεύονται ως ιδέες των μορφωμένων ελίτ. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Herring οι μορφές κρατικής οργάνωσης της πρώτης περιόδου της ελληνικής επανάστασης ήταν εντελώς αντίθετα περισσότερο προσαρμοσμένες στην παραδοσιακή αυτοδιοίκηση. Μόνο κατά τη διαμόρφωση του συντάγματος της Επιδαύρου λήφθηκαν υπόψιν δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Όμως ακόμα και οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν για να ορίσουν τους νέους θεσμούς, παρότι υποτίθεται ότι αντανακλούν τη γαλλική επανάσταση και τα ιταλικά συντάγματα, στην πράξη περιγράφουν διαφορετικά πολιτικά όργανα, όπως προέκυψαν από την ελληνική συνθήκη. Συγκεκριμένα, η ιδιομορφία της εξισορρόποησης μεταξύ του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού, μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας, μεταξύ των ατάκτων και της κυβέρνησης των πολιτικών δεν εξηγείται με τον ισχυρισμό περί αποδοχής ξένων ρυθμίσεων, αλλά με το σεβασμό των ελληνικών δεδομένων.
Ωστόσο, τα συντάγματα δεν κινούνταν εντελώς σε ιδεολογικό κενό. Οι ιδέες του φυσικού δικαίου, οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, της ισότητας και της ελευθερίας είχαν γίνει αποδεκτές από πολύ νωρίς. Είχαν αναπτυχθεί από επαναστάτες και διαφωτιστές, όπως ο Ρήγας Φεραίος, είχαν συνδεθεί με ντόπιες παραδόσεις και είχαν διαδοθεί μέσω της Φιλικής Εταιρίας. Αυτοί που ήθελαν να ανατρέψουν τον οθωμανικό ζυγό βρήκαν σε αυτό το λεξιλόγιο τους όρους που ταίριαζαν σε αυτό που ήθελαν να κάνουν. Ο όρος “σύνταμα” ηχούσε ξένος, ωστόσο ήταν γνωστό τι σήμαινε, τι ήταν ένας θεμελιώδης νόμος, γιατί νόμοι υπήρξαν τόσο στην οθωμανική όσο και στην ενετική επικράτεια. Ο Μακρυγιάννης, μέλος του γαλλικού κόμματος, εξέφρασε εύγλωττα αυτή τη σχέση του λαϊκού κόσμου με το όραμα για ένα νεωτερικό κράτος: “ήθελα σύνταμα δια την πατρίδα μου, να κυβερνηθή με νόμους κι’ όχι με το ‘‘έτζι θέλω””. Η ιδέα της ισότητας βρήκε ανταπόκριση σε μια κοινωνία με όραμα τη μικρή ιδιοκτησία. Πρόκειται για επαναστατικά συντάγματα γιατί εκφράζονταν στόχοι και συμφέροντα όσων δεν αποδέχονταν την κυριαρχία του σουλτάνου και επεδίωκαν μια άλλου τύπου νομιμοποίηση.
Τέλος, έγιναν σεβαστά πολλά στοιχεία της παράδοσης που δεν υπήρχαν στα δυτικά συντάγματα,όπως η σχέση του κράτους με την ορθόδοξη εκκλησία. Επίσης, μέχρι την ψήφιση νέου κώδικα δικαίου, θα ίσχυε το δίκαιο των βυζαντινών αυτοκρατόρων με βάση τον κώδικα του Αρμενόπουλου. Έγινε όμως δεκτό το γαλλικό εμπορικό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση το Σύνταγμα της Τροιζήνας υπήρξε το πιο ριζοσπαστικό σύνταγμα της ελληνικής επανάστασης και το πιο ριζοσπαστικό της εποχής. Και αυτό δεν ήταν προϊόν επιβολής, αλλά αποτέλεσμα της ριζοσπαστικοποίησης. Όσοι εμπλέχτηκαν στην επανάσταση, μπορεί να εισήλθαν σε αυτή για διάφορους λόγους, αλλά η ίδια η επαναστατική διαδικασία τους μετασχημάτισε, τους ιδεολογικοποίησε και τους πολιτικοποίησε καθώς έφερε μπροστά τους πιο καθαρά το οραματικό ερώτημα: τι κοινωνία θα φτιαχτεί τώρα. (Herring, σ. 130-141)

 Η συγκρότηση των πολιτικών κομμάτων: φατρίες πρακτόρων ή κόμματα με ιδεολογία;
Οι ονομασίες των πολιτικών κομμάτων δόθηκαν αρχικά από τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Ωστόσο, η ερμηνεία ότι επρόκειτο απλά για πρακτορεία των τριών δυνάμεων που συγκέντρωναν τις πελατείες τους δεν μπορεί να εξηγήσει τις βαθιές ιδεολογικές αντιθέσεις που χώριζαν αυτά τα τρία κόμμα και οι οποίες δεν βασίζονταν σε επιθυμίες και υποβολές των τριών δυνάμεων, αλλά αντίθετα γίνονταν κατανοητές μόνο από την πλευρά των ελληνικών προβλημάτων. (Herring, σ.142-143). Από αυτό το πρίσμα κατατέθηκαν τόσο οι προτάσεις για μελλοντικό βασιλιά, αλλά και για τον τρόπο διακυβέρνησης που εν τέλει δίχασε τους επαναστατημένους έλληνες.
 Το αγγλικό κόμμα ακολούθησαν εκτός από άρχοντες, στρατιωτικοί και “δυτικοί”, δηλαδή σπουδαγμένοι σε δυτικοευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Οι επιφανέστεροι εκπρόσωποί δεν είχαν σχέσεις που θα μπορούσαν να περιγραφούν με την έννοια της πελατειακής ένωσης, ενώ όσοι από τους αγγλόφιλους πολιτικούς είχαν, αυτή άρχισε να διαλύεται. Αντίστοιχα, στο ρωσικό κόμμα, η ύπαρξη μεμονωμένων πελατειακών ενώσεων δεν θα πρέπει να υπερεκτιμηθεί καθώς το κόμμα και χωρίς αυτές δεν θα ήταν σημαντικά πιο αδύναμο. Στο γαλλικό κόμμα διαπιστώνεται η μέγιστη διάρκεια των πελατειακών δομών. Ωστόσο,και πάλι σύμφωνα με τον Herring όλα αυτά δεν δίνουν απάντηση στο αποφασιστικής σημασίας ερώτημα για ποιό λόγο η μεγάλη πλειονότητα των οπαδών του γαλλικού κόμματος βρισκόταν σε αυτό και όχι σε κάποιο άλλο πολιτικό στρατόπεδο, καθώς επίσης υπήρχαν σχέσεις συγγένειας με πρόσωπα από τα άλλα κόμματα. (Herring, σ.105-7, 119)
Ο Herring θεωρεί πως η διακυβέρνηση Καποδίστρια λειτούργησε καθοριστικά στην πολιτικοποίηση των κομμάτων καθώς η πόλωση μεταξύ του κυβερνώντος ρωσικού κόμματος και των άλλων δύο επέτρεψε να παρουσιαστούν με οξύτητα αντιτιθέμενα πολιτικά αιτήματα και προγράμματα. Τα θέματα ήταν καθεαυτό πολιτικά καθώς αφορούσαν το σύνταγμα και τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής, τη σχέση μεταξύ κράτους και εκκλησίας, την οργάνωση του στρατού, την αυτοδιοίκηση, την οικοδόμηση της της δημόσιας διοίκησης και του εκπαιδευτικού συστήματος και γενικά τον εκκοινοβουλευτισμό του καθεστώτος. (Herring, σ.120)

Η έλευση του Καποδίστρια: από τη δημοκρατία στη δικτατορία
Το νέο Σύνταγμα της Τροιζήνας καθόριζε τέλεια τη διάκριση των εξουσιών, κατοχύρωνε τις ελευθερίες των πολιτών, ενώ παραχωρούσε στον κυβερνήτη μόνο αναβλητικό βέτο στις αποφάσεις της βουλής και δεν μπορούσε να διαλύσει τη βουλή. Ο ακριβής προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων του κυβερνήτη αντανακλούσε στην κομματική, αλλά και ιδεολογική δυσπιστία προς κάθε υπέρμετρη αύξηση της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Ιμπραήμ έλεγχε ένα μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, ενώ σε όλη τη Στερεά οι οθωμανοί είχαν επιβάλει την εξουσία τους. Στιςεπαναστατημένες περιοχές συνωστίζονταν πρόσφυγες και ο τρόπος διαβίωσης των περισσοτέρων ήταν άθλιος. Η κυβερνητική μηχανή είχε παραλύσει.  Η κατάσταση λοιπόν στην οποία βρέθηκε η επανάσταση το 1827 προέκρινε τη λύση μιας ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας και γι’αυτό προωθήθηκε εν τέλει το προεδρικό μοντέλο. (Λούκος, σ.18-129)
Ο Καποδίστριας ήρθε με την στήριξη του ρωσικού αλλά και του γαλλικού κόμματος. Ο αγροτικός πληθυσμός που κυρίως στήριζε το πρώτο προσέβλεπε στην ισχυρή εκείνη προσωπικότητα που θα τον προστάτευε από το μουσουλμανικό εχθρό και από την αυθαιρεσία του έλληνα προκρίτου και οπλαρχηγού. Τους στόχους της ρωσικής φατρίας στήριξε το γαλλικό κόμμα το οποίο εκπροσωπούσε κυρίως ρουμελιώτες. Η γαλλική φατρία αντιτασσόταν στο αγγλικό σχέδιο περιορισμού του νέου κράτους μόνο στην Πελοπόννησο, ενώ επιθυμούσε να περιορίσει την την επιρροή του αγγλικού κόμματος. Η αντίδραση της αγγλικής παράταξης οφειλόταν τόσο σε κομματικά όσο και σε ιδεολογικά αίτια καθώς φοβόντουσαν τον παραμερισμό τους και την άνοδο του Κολοκοτρώνη, αλλάκυρίως μία αυταρχική διακυβέρνηση. Η αγγλική φατρία υποχώρησε μόνο όταν συναίνεσε ο αγγλικός παράγοντας.  
Ο κυβερνήτης εξανάγκασε τη Βουλή, πριν διαλυθεί, να εγκρίνει, παραβιάζοντας το ψηφισθέν σύνταγμα, προσωρινό σύστημα διακυβέρνησης που άφηνε ουσιαστικά σε αυτόν τον έλεγχο της κρατικής μηχανής. Συγκρότησε το Πανελλήνιο, ένα γνωμοδοτικόσώμα, στο οποίο διόρισε κορυφαίους πολιτικούς και στρατιωτικούς του αγώνα. Υποσχέθηκε ως αντάλλαγμα να καλέσει σε νέα εθνοσυνέλευση το 1828, κάτι το οποίο όμως δεν έκανε. Τα πρώτα χρηματικά βοηθήματα της Ρωσίας και της Γαλλίας και η έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου τον Απρίλιο του 1928 ενίσχυσαν την θέση του. (Λούκος, σ.34)
Ο Ιωάννης Καποδίστριας καταγόταν από την αριστοκρατία της Κέρκυρας και είχε υπηρετήσει τον τσάρο ως υπουργός των εξωτερικών, η παιδεία του όμως ήταν δυτική και δεν έμεινε ανεπηρέαστος στις νέες πραγματικότητες μετά τη γαλλική επανάσταση. Θεωρούσε όμως ότι οι έλληνες ήταν διεφθαρμένοι από την τουρκική κυριαρχία και ειχαν ανάγκη μακρόχρονης εκπαίδευσης, προτού μπορέσουν να συμμετάσχουν μέσω συνταγματικών οργάνων στη νομοθεσία και τη διαμόρφωση πολιτικής βούλησης. Εν τέλει, οραματιζόταν ένα ακομματιστο κράτος με φωτισμένη διοίκηση ... μια πλατιά εξισωμένη μάζα μικροϊδιοκτητών που θα οδηγείτο υπό την πατερναλιστική εξουσία του στην πολιτική ωριμότητα. (Hering, σ.110)
Η διακυβέρνησή του αρχικά βασίστηκε σε εξέχουσες προσωπικότητες, αλλά στη συνέχεια εμπιστευόταν ολοένα και περισσότερο ανθρώπους δευτέρας διαλογής.  Από τη μία εξουδετέρωσε το καθολικό εκλογικό δικαίωμα με την έμμεση εκλογή των βουλευτών. Από την άλλη όμως έλαβε τα πρώτα μέτρα για την αποκατάσταση ακτημόνων με την παραχώρηση κτιρίων, εργαστηρίων, μύλων, φούρνων και εθνικών γαιών. Προσπάθησε επίσης να προστατευτούν οι κοινωνικά αδύναμοι, οφειλέτες, γυναίκες και νόθα. Οι πελοποννήσιοι άρχοντες απώλεσαν την εκμίσθωση φόρων για να χρηματοδοτούν τις πελατειακές τους ενώσεις. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί πως με αυτόν τον τρόπο αποδυναμώθηκε η φατρία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη.
Στην πράξη για να διοικήσει το κράτος και να πολεμήσει τα κόμματα, ο Καποδίστριας έφτιαξε ένα δικό του κυβερνητικό κόμμα. Τόσο στην έδρα της κυβέρνησης όσο και γύρω από τους διορισμένους δημογέροντες τους διοικητές ή έκτακτους επιτρόπυς σχηματίστηλαν ομάδες κυβερνητικών κάθε κοινωνικής προέλευσης που ταύτιζαν την ιδεολογία και κυρίως τα συμφέροντά τους με το καθεστώς Καποδίστρια. Ανάμεσά τους βρήκε πλήθος εμπίστων που σε μεσαίες και κατώτερες θέσεις ή και χωρίς επίσημη αρμοδιότητα, διέτρεχαν ολόκληρη τη χώρα ως πληροφοριοδότες και κατάσκοποι. Κατάφερε να κερδίσει ένα ευρύ και σχετικά πειθαρχημένο στρώμα οπαδών που διαπερνούσε τις πελατειακές δομές και έφτανε και κάτω από το επίπεδο των ηγετικών ομάδων. 
Για πρώτη φορά λοιπόν διαμορφώθηκε μια πολιτική παράταξη που είχε εθνικό χαρακτήρα, οι οπαδοί της δεν προέρχονταν από ένα μόνο διαμέρισμα της χώρας ή ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες. Το κόμμα αυτό ονομαζόταν επίσης των Ναππαίων. Αποτέλεσε τη ραχοκαλιά των αντισυνταγματικών, αν και βέβαια δεν αρνούνταν την ύπαρξη ενός συνταγματικού χάρτη, αλλά προωθούσαν την ιδέα ενός λιγότερο δημοκρατικού και περισσότερο ηγεμονικού συντάγματος γύρω από την αρχή του Καποδίστρια. Το ακολουθούσαν όσοι είχαν υποφέρει από το χάος του εμφυλίου πολέμου, μικροαγρότες και απλός “κοσμάκης” σε χωριά και κωμοπόλεις, ακτήμονες πληβείοι, ιδιοκτήτες και ενοικιαστές μικρών εκτάσεων και όσοι είχαν διοριστεί στο δημόσιο μαζί με μία ομάδα εξτρεμιστών μοναχών. Πάνω από αυτούς είχε συγκροτηθεί μια ελιτ νεόπλουτων οι οποίοι είχαν αποκτήσει χρήματα μέσω της επαφής τους με το κράτος και ιδιαίτερα μέσω της διαφθοράς και των εργολαβιών. Στην πράξη, η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν αφοσιωμένη στον Καποδίστρια. (Λούκος, σ. 122-125, 134-137. Herring, 110-114, 220-228) Χαρακτηριστηριστικό κείμενο κριτικής στη διαφθορά του καποδιστριακού καθεστώτος είναι ένα ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου με τίτλο “Ο επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί Ι. Καποδίστρια” στο οποίο σατιρίζει τον προκλητικό πλουτισμό των φιλικών στην κυβέρνηση εργολάβων.
  Σε ορισμένα μέρη ο ρωσόφιλος προσανατολισμός βασιζόταν σε ισχυρές παραδόσεις και συμφέροντα, όπως το εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα. Οι οπαδοί του ωστόσο προσέβλεπαν στη Ρωσία όχι μόνο τον ιδεώδη συνέταιρο για μια μακροπρόθεσμη εξωτερική πολιτική, αλλά ακόμη περισσότερο έβλεπαν την ίδια τη Ρωσία ως το ιδεώδες πρότυπο για την οργάνωση του νέου κράτους. Εξάλλου, η Ρωσία ήταν η μοναδική ορθόδοξος δύναμη. Μαζί της αισθάνονταν συνδεδεμένοι ολόκληρη η εκλησία και ο λαός με βάση μια σειρά θρύλους, μύθους, κείμενα και ελπίδες. Για το ρωσικό κόμμα θεμέλιο της κοινωνικής τάξης υπήρξε η θρησκεία και από αυτήν προέκυπταν η πολιτική ηθική και η νομιμότητα της εξουσίας. Ταυτιζόταν με την αμυντική στάση απέναντι στο διαφωτισμό και κινδυνολογούσαν υπέρ της πίστης απέναντι στους διάφορους ιεραπόστολους. Ουσιαστικά, ήταν ο ιδεολογικός κληρονόμος του πατριαρχικού συντηρητισμού των προεπαναστατικών ετών.  Βέβαια, ο Καποδίστριας δεν υπήρξε τυφλό όργανο της Ρωσίας, αλλά όπου υπήρξε προσέγγιση οφειλόταν κυρίως σε ομοιότητα νοοτροπίας και ταυτότητα συμφερόντων. Από την άλλη, για την Ρωσία η παρουσία του Καποδίστρια λειτουργούσε ως εγγύηση ότι δεν θα επικρατούσαν οι φιλελεύθεροι θεσμοί και η ισχυρή του κεντρική εξουσία θα περιόριζε τις επαναστατικές διαθέσεις μέσα στον ελληνικό λαό. (Λούκος, σ. 39-40)
Στην πράξη ο κυβερνήτης Καποδίστριας εφάρμοσε τις αρχές της πεφωτισμένης δεσποτείας που εκκινούνταν εξίσου από την ρωσική αυτοκρατορική ορθόδοξη παράδοση και κυρίως από το πρότυπο των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Συνδύαζε όμως αρχές του βοναπαρτισμού, δηλαδή στοιχεία ενός μετεπαναστατικού αυταρχικού καθεστώτος που βασιζόταν στην αγροτική μικροϊδιοκτησία. Εν τέλει, η τομή ήταν η ίδια η επανάσταση, ο δημοκρατικός και κοινωνικός χαρακτήρας της.

Οι συνταγματικοί: Το γαλλικό και το αγγλικό κόμμα
Απέναντι στο ρωσικό κόμμα ορθώθηκαν δύο άλλα πολιτικά σχέδια που κινούνταν στο πλαίσιο της συνταγματικής κοινοβουλευτικής μοναρχίας, αλλά με ανοιχτό το ερώτημα για ένα προεδρικό σύνταγμα τύπου ΗΠΑ.
Το Γαλλικό κόμμα, με ηγέτη τον Ιωάννη Κωλέττη, γεννήθηκε ανάμεσα στους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας. Στην Ύδρα συνδεόταν με τα χαμηλά στρώματα που εναντιώνονταν στους Κουντουριώτες και γι αυτό ο Λάζαρος Κουντουριώτης τους χαρακτήριζε “Αβράκωτους”. Ένα βασικό στοιχείο του ήταν ο πολεμικός ενθουσιασμός χωρίς κατανόηση για το διπλωματικό παιχνίδι. Τα μέλη του προσδοκούσαν δικαίωση για τους αγωνιστές. Σε αντίθεση με το αγγλικό κόμμα, στο γαλλικό ήταν ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη για απελευθέρωση των αλύτρωτων εδαφών με μικρές ή και μεγαλύτερες πολεμικές ενέργειες. Για τον Κωλέττη η επιδίωξη της προόδου της χώρας σήμαινε να καταστεί οργανωμένη, ισχυρή και εκτεταμένη. Το ελληνικό κράτος δε θα ήταν παρά η βάση επιχειρήσεων, ένας ανταρτοπόλεμος διαρκείας στην παραμεθόριο και λιγότερο μια ειρηνευμένη κοινωνία. Γι’ αυτό αργότερα θα ταυτιστεί με τη Μεγάλη Ιδέα. Φυσικό σύμμαχο σε αυτήν την πορεία θεωρούσε τη Γαλλία. Η Γαλλία ταυτιζόταν τόσο με τη γαλλική επανάσταση, τις φιλελεύθερες ιδέες και το ρομαντικό γιακωβίνικο ρομαντισμό όσο και με το Μεγάλο Ναπολέοντα. Βέβαια, η Γαλλία δεν άφησε ποτέ καμία αμφιβολία ότι θα στήριζε τις πολεμικές περιπέτειες της Ελλάδας. Ωστόσο, ήταν η μοναδική δύναμη που είχε στείλει στρατιωτικό σώμα το οποίο αποτελούταν από ρομαντικούς φιλελεύθερους.
Το γαλλικό κόμμα υποστήριξε την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια και αρχικά τις αντικοινοβουλευτικές του πρακτικές. Έβλεπε πολιτική ταύτιση στην ένταξη της Στερεάς στο νέο κράτος και εν γένει στη συνέχιση του πολέμου, όπως προοιώνιζε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος. Τέλος, δεν φαίνεται να ενοχλούταν πολύ από μια διακυβέρνηση που ενδεχομένως να θύμιζε Ναπολέοντα. Αντίθετα, οι ρουμελιώτες αποδέχτηκαν τις προσπάθειες για εθνικοποίηση του στρατού. (Herring, σ. 208-220)
Το Αγγλικό κόμμα με ηγέτη τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο θεωρούσε ότι το νέο ελληνικό κράτος μπορούσε να υπάρξει και να διευρυνθεί μόνο στο πλευρό της Αγγλίας. Ωστόσο, αυτό ήταν ένα μακρόπνοο σχέδιο καθώς σήμαινε καταρχήν ρεαλισμό. Για το αγγλικό κόμμα βασικές αρχές μίας νόμιμης εξουσίας ήταν το κοινοβουλευτικό αντιπροσωπευτικό σύστημα και η διάκριση των εξουσιών, στις οποίες οι οπαδοί του είχαν σταθεί πιστοί καθόλη τη διάρκειατης επανάστασης. Τα συντάγματα που υποστήριζαν δεν αντιστοιχούσαν όμως στο αγγλικό πρότυπο, καθώς η λαϊκή κυριαρχία και το καθολικό δικαίωμα ήταν αρχές που είχαν αναπτυχθεί σεελληνικό έδαφος. Τέλος, ήταν διατεθειμένοι, όπως φάνηκε αργότερα στην περίπτωση του Όθωνα, να υποχωρήσουν προσωρινά από θεμελιώδεις θέσεις τους υπέρ ενός μονάρχη. Από αυτήν την άποψη, θα πρέπει να χαρακτηριστούν μετριοπαθείς συνταγματικοί.
Γενικά, το αγγλικό κόμμα εισήγαγε ένα νέο πολιτικό ύφος που οι αγρότες και οι οπλαρχηγοί το περιφρονούσαν: ο συμβιβασμός, η μετριοπάθεια, η τακτική του διπλωμάτη, η πνευματική εκλέπτυνση. Στο εκκλησιαστικό ζήτημα υποστήριζε το αυτοκέφαλο της ελλαδικής εκκλησίας. Το Αγγλικό κόμμα συνδεόταν απευθείας με το διαφωτιστικό πνεύμα του 18ου αιώνα και το κλίμα των συγκρούσεων των διαφωτιστών με την Εκκλησία. (Herring, σ.196-208) Από αυτήν την άποψη ήταν ο πιο βασικός εχθρός της κυβέρνησης Καποδίστρια.

Η συνταγματική αντιπολίτευση
Οι αντιπολιτευόμενοι κατηγορούσαν τον Καποδίστρια ως τύραννο και δικτάτορα και είχαν ως βασικό πολιτικό αίτημα το σύνταγμα. Η αναβολή της εθνοσυνέλευσης και η αυστηρότερη συμπεριφορά του κράτους απέναντι στους πολίτες προκάλεσαν αντιδράσεις. Καθιερώθηκαν διαβατήρια για τη μετακίνηση των κατοίκων από επαρχία σε επαρχία, παραβιάστηκαν επιστολές, με τη βία υποχρεώθηκαν οι ευπορώτεροι να γίνουν μέτοχοι στην Εθνική Τράπεζα, ένα είδος αναγκαστικού δανείου. Ορισμένοι δοικητές δεν σεβάστηκαν θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα. Ο διορισμός νέων λογίων που ελάχιστα είχαν προσφέρει στον αγώνα προκάλεσαν την αγανάκτηση όσων θυσίασαν τα πάντα πολεμώντας τους οθωμανους. Η καχυποψία του Ι. Καποδίστρια που την ενθάρρυνε με τις υπερβολές του ο αδελφός του Βιάρος και η δυσαρέσκειά του που δειχνόταν προκλητικά με τρόπο προσβλητικό απέναντι στους αγωνιστές και πολλούς άλλους έλληνες ενίσχυαν την αντιπολίτευση με νέους οπαδούς. Ακόμη περισσότερο δημιουργήθηκε μία κάστα ευνοημένων που κέρδιζε από τη διαφθορά και τη διαπλοκή με το νέο καθεστώς.
Τα κυβερνητικά μέτρα έπλητταν περισσότερο τους προκρίτους της Πελοποννήσου. Ο σημαντικότερος πυρήνας της αντιπολίτευσης ήταν οι πελοποννήσιοι πρόκριτοι Ανδρέας Ζαΐμης, αδελφοί Δεληγιανναίου, οι Λόντοι, κ.α. πρόκριτοι. Βρίσκονταν σε συνεργασία με τους Αλ. Μαυροκορδάτο, Σπ. Τρικούπη, Κ. Ζωγράφο Α.Μιαούλη, Θ. Φαρμακίδη και άλλους λόγιους και πολιτικούς. Οι Μαυρομιχαλαίοι από ένθερμοι οπαδοί σύντομα εξελίχθηκαν σε αμείλικτους εχθρούς του Καποδίστρια. Οι Κουντουριώτες κράτησαν εξ αρχής επιφυλακτική στάση και ο εκπρόσωπός τους στη Βουλή ήταν ο μοναδικός που καταψήφισε τον Καποδίστρια. Οι ερμουπολίτες έμποροί στην αρχή αποδέχτηκαν με θετικό τρόπο την πολεμική ειρήνευση, αλλά δυσαρεστήθηκαν όταν ζητήθηκε να καταθέσουν υψηλά ποσά στην υπό συγκρότηση Εθνική Τράπεζα. (Λούκος, σ. 275-316)
Η απαγόρευση της κυκλοφορίας του αντικυβερνητικού τύπου έστρεψε τους αντιπολιτευόμενους στην εφημερίδα Le Courier de Smyrne την οποία τροφοδοτούσαν τακτικά με ειδήσεις και ανώνυμα ή ψευδώνυμα άρθρα. Κυκολοφορούσε μυστικά στην Ελλάδα, ενώ στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία έδινε διαφορετική εικόνα από εκείνη της κυβέρνησης. Στο Πανελλήνιο οι αντιπολιτευόμενοι είχαν κερδίσει την πλειοψηφία και ο Καποδίστριας προσέθεσε 8 νέα μέλη για να αλλάξει την πλειοψηφία. Ταυτόχρονα, ενίσχυσε τον ρόλο του Κολοκοτρώνη, ενώ προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Κωλέττη.
Η Αγγλία ήταν η πιο επιφυλακτική δύναμη απέναντι στον καποδίστρια και μετά το 1928 έγινε πιο σαφής η δυσαρέσκεια επιτρέποντας την ανάδειξη της φιλοαγγλικής αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση θεωρούσε ταυτόσημη με προδοσία κάθε μορφή συνεργασίας με την Αγγλία καθώς επεδίωκε τον περιορισμό των ελληνικών συνόρων. Το αγγλικό κόμμα μετέθετε το πρόβλημα αυτό στην αντιαγγλική πολιτική του Καποδίστρια. (Λούκος, σ. 50-120)
Τελικά, η Δ ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους υπήρξε μια νίκη του κυβερνήτη. Η απουσία σημαντικών στελεχών της αντιπολίτευσης αδυνάτισε την παραμικρή αντίσταση. Η Μάνη και η Ύδρα συγκέντρωναν όλες τις προϋποθέσεις για να αποτελέσουν εστίες αντικυβερνητικού αγώνα. Η σύλληψη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ενέτεινε τις αντικυβερνητικές ενέργειες των συγγενών του. Η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την κατάσταση προώθησε ρουμελιώτικα στρατεύματα στην περιοχή. Με δυσκολία μπόρεσε να επιβιώσει στους μήνες που παρεμβλήθηκαν από την αναγγελία της εκλογής Λεοπόλδου μέχρι την παραίτησή του. Ωστόσο, η έγκαιρη πληρωμή του στρατού αποσόβησε το σημαντικότερο κίνδυνο.

Η δολοφονία του Καποδίστρια: η Ιουλιανή επανάσταση στην Ελλάδα
Τα ευρωπαϊκά γεγονότα, ιδιαίτερα η επανάσταση του Ιουλίου στη Γαλλία  και στην Πολωνία φαίνεται ότι είχαν τρομάξει τον Καποδίστρια και είχαν ξυπνήσει τις πιο συντηρητικές τάσεις του. Οι οικονομικές δυσκολίες στο εσωτερικό ενέτειναν την δυσαρέσκεια. Ταυτόχρονα, ένα κλίμα φιλελευθρισμού δημιουργήθηκε με τα επαναστατικά κινήματα που ακολούθησαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατά των απολυταρχικών κυβερνήσεων και η ιδιαίτερα η επέμβαση των ρώσων για την κατάπνιξη των πολωνών. Ο Κοραής είχε εκδώσει τον Οκτώβριο του 1830 το “Διάλογο δύο γκραικών”. Με αυτό καλούσε τους έλληνες να ζητήσουν την βοήθεια της επαναστατημένης Γαλλίας για να κατοχυρώσουν την αβασίλευτο συνταγματική πολιτεία. Όλα αυτά επηρέασαν τους γάλλους στρατιωτικούς, αλλά τους οπαδούς του γαλλικού κόμματος. Πιο έντονη υπήρξε η κινητοποίηση στην Ύδρα όπου άρχισαν να συγκεντρώνονται όλα τα διωκόμενα στελέχη της αντιπολίτευσης με στόχο τη μετατόπιση της νέας γαλλικής κυβέρνησης, στόχος που δεν επετεύχθη. Ωστόσο, η εξέγερση φαίνεται πως διερυνόταν κυρίως στα νησιά αποκτώντας χαρακτηριστικά εμφύλιας σύγκρουσης τόσο στη θάλασσα όσο και τη στεριά. Τα πλοία των εξεγερμένων με τον Μιαούλη κάποια στιγμή συγκρούστηκαν με ρωσικά πλοία. Τέλος, η Καλαμάτα εξελισσόταν σε καταφύγιο όλων των συνταγματικών.
Η ένταξη του Κωλέττη στην αντικυβερνητική παράταξη ενίσχυσε την αντιπολίτευση. Αρχικά ο ίδιος απέφευγε να συνεργαστεί με την αντιπολίτευση στην Ύδρα, συγχρόνως όμως υπερασπιζόταν στη γερουσία τους φιλελεύθερους θεσμούς και ασκούσε ήπια κριτική. Εγκατέλειψε όμως τον παθητικό ρόλο όταν προκηρύχθηκε η νέα εθνοσυνέλευση. Σύμφωνα με την αντιπολιτευτική εφημερίδα Απόλλων στην Ελλάδα του 1931 συγκρούονταν μόνο δύο δυνάμεις, οι συνταγματικοί που εκπροσωπούσαν όλο το έθνος και οι καποδιστριακοί, τύραννοι, ετερέχθονες και ξενόδουλοι. Η αποτυχία των αντιπολιτευόμενων να προκαλέσουν μια γενικευμένη εξέγερση φαίνεται ότι ευνόησε επιλογές τερορίστικου χαρακτήρα και οδήγησε στη δολοφονία. Η κυβέρνηση φαινόταν πως άρχιζε να ενδυναμώνεται και να ετοιμάζεται να καταπνίξει την εξέγερση. (Λούκος, σ. 317-319, 366-375)
Από αυτήν την άποψη δεν είναι τα ιδιοτελή συμφέροντα και η μανιάτικη εκδίκηση που έφερε τους Μαυρομιχαλαίους στη θέση του δολοφόνου, αλλά το γενικευμένο περιρρέον πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα. Ο θάνατος του Καποδίστρια ήταν ο μόνος δρόμος για την επικράτηση των συνταγματικών και οι μόνοι που ήταν ικανοί για αυτό ήταν οι μανιάτες. Ο πολιτικός χαρακτήρας της πράξης τους αποτυπώνεται εύγλωττα στο ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου με τίτλο “Μονόλογο ενός των δύο τυραννοκτόνων Μαυρομιχαλαίων. Ο Μαυρομιχάλης παρουσιάζεται σαν νέος τυραννοκτόνος, μιμητής του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα και η πράξη του ένας ηθικός καθαρμός. Ο πλάνος Καποδίστριας παραβίασε νόμους και όρκους και η τιμωρία του ήταν δίκαιη προϊόν “της οργής του Έθνους όλου”. Ταυτόχρονα, βέβαια ποίημα του Αριστ. Κουβαρά τους χαρακτήριζε πατροκτόνους και δολοφόνους. (Κουλούρη-Λούκος, σ.19)

Συνταγματική κοινοβουλευτική Δημοκρατία: ένα διαρκές πολιτικό αίτημα
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το γαλλικό κόμμα βρέθηκε επικεφαλής της αντιπολίτευσης κατά των υπολειμμάτων του καθεστώτος. Το ζήτημα του συντάγματος παρέμενε το κύριο αντικείμενο των διενέξων μεταξύ των κομμάτων.
Η Ε΄ Εθνοσυνέλευση στην οποία επικρατούσε το ρωσικό κόμμα εξέλεξε στις τον Μάρτιο 1832 τον Αυγουστίνο Καποδίστρια ως νέο κυβερνήτη για το διάστημα μέχρι την άφιξη του μονάρχη Όθωνα. Οι Συνταγματικοί της Δ ΄ Εθνοσυνέλευσης από την άλλη είχαν εκλέξει νέα κυβερνητική επιτροπή αποτελούμενη από τους Γ.Κουντουριώτη, Ι.Κωλέττη και Α.Ζαΐμη. Εν τω μεταξύ η Ε΄ Εθνοσυνέλευση επεξεργάστηκε το αποκαλούμενο “ηγεμονικό”  Σύνταγμα.
Όλοι ήταν ένθερμοι οπαδοί της έλευσης του Όθωνα. Αντιλαμβάνονταν την ανάγκη να κληθεί ο βασιλιάς ώστε να τερματιστούν η εσωτερική αστάθεια και οι εμφύλιοι, αλλά και να δωθεί μία νέα διεθνή αναγνώριση στη χώρα. Οι οπαδοί του Γαλλικού κόμματος αναρτουσαν σημαίες με το σύνθημα “Ζήτω το Σύνταγμα! Ζήτω ο Όθων βασιλεύς της Ελλάδος”. Ο επόμενος γύρος της ελληνικης επανάστασης θα δοθεί στις 3 Σεπτέμβρη 1843, ενώ φυσικά ο πιο σημαντικός σταθμός θα είναι η έξωση του Όθωνα τον Οκτώβρη του 1862 που θα καταλήξει στο σύνταγμα του 1864.

Χριστίνα Κουλούρη και Χρήστος Λούκος, Τα πρόσωπα του Καποδίστρια, Πορεία, 1996.
Χρήστος Λούκος, Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1928-1931, Θεμέλιο, 1988.
Gunnar Herring,Πολιτικά Κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, ΜΙΕΤ, 2008.


πόσοι μας διάβασαν: