Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, διδάσκουσας στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας Ιωαννίνων, με τίτλο "Εργασία, τεχνολογία και Φύλο στην Ελληνική Βιομηχανία, Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870 - 1940"

 
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, διδάσκουσας στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας Ιωαννίνων, με τίτλο "Εργασία, τεχνολογία και Φύλο στην Ελληνική Βιομηχανία, Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870 - 1940". Πρόκειται για μια πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία του διδακτορικού της που εκπόνησε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης υπό την επίβλεψη του Χρήστου Χατζηιωσήφ. Έχοντας ως ερευνητική αφετηρία το εργοστάσιο Ρετσίνα, η έρευνά της ξεδιπλώνεται μέσα από τα ερωτήματά της και τη δημιουργική σύνθεση διαφορετικών μεθοδολογικών προσεγγίσεων σε πολλαπλά πεδία χωρίς να συνθλίβεται στη σύγχιση και στη μερικότητα. Πρώτον γιατί έχει πλήρη και καθαρή συνείδηση του εγχειρήματός της και δεύτερον γιατί αισθάνεται σίγουρη για τη μεθοδολογική της βάση και τις προτεραιότητες που δίνει σε αυτή. Συγκεκριμένα επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει το αναλυτικό εργαλείο "κοινωνικό φύλο" επιμένει πως η ταξική ανάλυση δεν είναι ένα εξαντλημένο και αποδυναμωμένο ιστοριογραφικά εργαλείο, δεν είναι απλά μια αφηγηματική αρχή ισότιμη διπλα στις άλλες. Αντίθετα, "η έννοια της κοινωνική τάξης παραμένει αναλυτική κατηγορία απαραίτητη για την εξήγηση της κοινωνικής αλλαγής και της συλλογικής δράσης των υποκειμένων". Συνδυαστικά και όχι ανταγωνιστικά "κοινωνική τάξη" και "κοινωνικό φύλλο" είναι συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων. Ταυτόχρονα, ενώ αναγνωρίζει τη σημασία της μελέτης "των αναπαραστάσεων και των λεκτικών κατασκευών" για τη ζωή κα τη δράση των ιστορικών υποκειμένων, σε τελική ανάλυση τονίζει πως "τόσο οι έμφυλες όσο και οι ταξικές σχέσεις διαμορφώνονται και συγκροτούνται απο συνθήκες υλικές και πολιτικές". Με αυτόν τον τρόπο, η Παπαστεφανάκη μετέχει στο ζωντανό "διάλογο" που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια στον χώρο της ελληνικής ιστοριογραφίας και ευρύτερα των κοινωνικών επιστημών προσφέροντας μια συνθετική ματιά που έχει όμως συγκεκριμένο ηγεμονικό πρόσημο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, σε μια εποχή που οι κοινωνικοί επιστήμονες θεωρητικοποιούν τη ρευστότητα, μαγεύονται από τις ενδιάμεσες αποχρώσεις και τα μη "καθαρά" χρώματα, εμμένουν στο ανολοκλήρωτο ως μεθοδολογική πρόταση, αλλά και ως καταληξη πολλές φορές των ερευνητικών συμπερασμάτων, η Παπασταφενάκη τολμά να συγκροτεί μια ολοκληρωμένη μεθοδολογική πρόταση και να ολοποιεί το αντικείμενό της. Με άλλα λόγια, μας προσφέρει τελικά μια συνολικοποιημένη και ενιαία εικόνα- άποψη για την ελληνική κλωστοϋφαντουργία, τη γυναίκα εργάτρια, την εργατική πόλη του Πειραιά. Και αυτό το καταφέρνει πετυχαίνοντας ακόμη μια σύνθεση, ενοποιώντας την κοινωνική με τη βιομηχανική ιστορία. Δεν παρουσιάζει δηλαδή τις τεχνικές πλευρές της παραγωγής με μια κουραστική λεπτομέρεια αποξενωμένες από τον εργάτη-άνθρωπο, αλλά σε άμεση συνάρτηση με την προϊούσα αλληλεπιδρούμενη ιεραρχική, έμφυλη, χωρική, ταξική κοινωνική δομή. Δεν ανακαλύπει βέβαια η Παπαστεφανάκη μόνη της αυτές τις ηγεμονικές συνθέσεις ούτε όμως είναι απλή προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα διεθνών ιστοριογραφικών προτάσεων. Προέρχεται από μια συγκεκριμένη, θα λέγαμε, μαρξιστική τοποθέτηση στην ελληνική ιστοριογραφία. Δε μένει όμως φοβικά έγκλειστη, ανήμπορα παραδοσιακή και απλώς καταγγέλουσα απέναντι στις θεωρητικές και μεθοδολογικές προκλήσεις της εποχής. Με αυτοπεποίθηση, αν και απολογητική σε κάποια σημεία σα να αισθάνεται μεγάλο το βάρος, σηκώνει το γάντι και τολμά να απαντήσει, να αντιπροτείνει, να προχωρήσει τη συζήτηση. Βάζει το δικό της λιθαράκι στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης φεμινιστικής μαρξιστικής ελληνικής ιστοριογραφίας.
Συγκεκριμένα, αφού στην εισαγωγή παρουσιάζει τους μεθοδολογικούς της προβληματισμούς ξεκινάει το πρώτο μέρος με τίτλο "πόλη, βιομηχανία, αγορά εργασίας". Στο πρώτο κεφάλαιο παραθέτει την γένεση και την ιστορική εξέλιξη του Πειραιά από το 1830 έως το 1940. Δίπλα στα δημογραφικά δεδομένα, τις οικονομικές δραστηριότητες στο εμπόριο, το λιμάνι, τη βιομηχανία, δίπλα στις περιγραφές των υποδομών και των χώρων, αναδεικνύεται η εργατούπολη με τις εργατικές συνοικίες, την τεράστια δυστυχία, τις παράγκες, τις αρρώστιες, τον θάνατο. Αναδεικνύεται ο αστικός λόγος που κατασκευάζει την κυρίαρχη ιδεολογία για τους εργάτες και το εργατικό ζήτημα. Για παράδειγμα, ο προβληματισμός για τα εργατικά δεινά συχνά αφεστιάζει των ταξικών αιτιών και ηθικοποιείται μέσα από μια αστική παρτεναλιστική οπτική καταγγέλοντας την ηθική και πολιτισμική κατάπτωση των εργατικών στρωμάτων. Ταυτόχρονα, περιγράφονται οι νέες μορφές κοινωνικότητας και θεάματα που διαμορφώνουν τη συλλογική ζωή της πόλης. "Η αθλητική δραστηριότητα τόσο της μεσαίας τάξης όσο και της κατώτερης τάξης προσέφερε ένα μέσο για τη συγκρότηση εθνικών (αλλά και τοπικών, ταξικών, έμφυλων) ταυτοτήτων", γράφει η Παπαστεφανάκη αναφερόμενη στους αθλητικούς συλλόγους. Αναφέρεται στην πρόσληψη της πόλης ως μοντέρνας και βιομηχανικής από τους διηγηματογράφους. Δίνει τη διάσταση των λαϊκών μορφών ψυχαγωγίας του λαϊκού θεάτρου, του ρεμπέτικου, του εργατικού αθλητισμού. Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο "Η αποκατάστασις της κόρης" και ο "χρηστός τεχνίτης", και υπότιτλο άνδρες και γυναίκες στην αγορά εργασίας" παρατηρεί τον μετασχηματισμό του παραδοσιακού οικογενειακού καταμερισμού εργασίας με την ενεργό συμμετοχή των γυναικών στην μισθωτή εργασία, την προλεταριοποίηση δηλαδή των γυναικών. Η γυναίκα εργάτρια και ο άνδρας τεχνίτης δεν είναι ουδέτρες έννοιες ούτε ταξικά ούτε από την πλευρά του φύλλου. Συνδέει την πρακτική της φιλανθρωπίας με την εργασιακή πειθαρχία και τον εγκλεισμό των αλητών στα φιλανθρωπικά ιδρύματα με μια βίαιη και εξωοικονομικη προλεταριοποίηση προς όφελος των επιχειρηματικών σχεδίων. Ως εκ τούτου δε διαβλέπει στο λόγο περί ηθικής και στην ιδεολογία της φιλανθρωπίας μόνο μια λειτουργία που αποφέρει κύρος στους αστούς και καλύπτει τον ελεύθερο χρόνο των αστών γυναικών. Αντίθετα, βλέπει μια λειτουργία ενταγμένη σε ένα ταξικό οικονομικό σχέδιο βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης που προϋποθέτει τον ταξικό έλεγχο, την υποταγή και πειθαρχία και αποσκοπεί στην οικονομική εκμετάλλευση των ημιπρολεταριακών και λούμπεν προλεταριακών στρωμάτων του Πειραιά. Περιγράφει τις ιδιαιτερότητες της γυναικείας εργασίας μέσα από το δικό τους πρίσμα, τη δική τους κουλτούρας με βάση το δικό τους αξιακό σύστημα. Οι γυναίκες βλέπουν την εργασία τους ως ένα προσωρινό στάδιο πριν από τον γάμο και όχι ένα βιοποριστικό επάγγελμα που τους αποδίδει ταυτότητα εργάτη όπως συμνβαίνει αντίστοιχα στους άντρες εργάτες. Αναφέρεται στο ρόλο της παιδικής εργασίας ως φτηνής και υπερεκμεταλλευόμενης εργασίας και την άρνηση τόσο του εργατικού πληθυσμού όσο και του επιχειρηματικού κόσμου να προσαρμοστεί στις κρατικές προσπάθειες περιορισμού και προστασίας της, αλλά και στην ίδρυση των πρώτων σωματείων.
Στο δεύτερο κεφάλαιο μελετά την κλωστοϋφαντουργία και την τεχνολογική αλλαγή περιγράφει το ελληνικό μοντέλο σε σχέση με το διεθνές. Έτσι, στο τρίτο κεφάλαιο ξεκινά με την περιγραφή της παραγωγικής διαδικασίας και των μηχανών που μεταποιούν το βαμβάκι σε ύφασμα τον 19ο αιώνα διεθνώς. Βασικό της επιχείρημα είναι ότι "παρά τις μηχανικές εξελίξεις στα κλωστικά μηχανήματα, η ανθρώπινη παρέμβαση κατά τη διάρκεια της νηματοποίησης δεν εξαλείφθηκε πλήρως." Παρακολουθεί το διεθνές πλαίσιο, την ηγεμονία της Βρετανίας, την εμφάνιση στη συνέχεια των άλλων βιομηχανικών κρατώντόσο των μεγάλων (ΗΠΑ, Ιαπωνία) όσο και των μικρότερων (Βαλκάνια) διαμορφώνοντας έτσι το πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού, ενώ μικρή αναφορά γίνεται και στον ρόλο του διεθνούς εργατικού κινήματος και του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας. Συνδέει την εμφάνιση της ελληνικής βαμβακουργίας με τον Αμερικανικό Εμφύλιο, σημειώνει τη δυσκολία μετάβασης στην υφαντουργία και τη σημαντικο ρόλο των κρατικών παραγγελιών για τα Πειραιώτικα υφαντουργία. Η κλωστοϋγφαντουργία του μεσοπολέμου χαρακτηρίστηκε από ποσοτική επέκταση και ταχεία ανάπτυξη τη δεκαετία του 20 και από σχετική επιβράδυσνη κατά τη δεκαετία του 1930. Οι εγκαταστάεις της βαμβακουργίας ήταν από τις φθηνότερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα. Η βαμβακουργία απασχολούσε σημαντικό αριθμό εργαζομένων από τον 19ο αιώνα και ως τον μεσοπόλεμο, με υψηλή συμμετοχή γυναικών. Η διάρκεια εργασίας αποτέλεσε καίριο ζήτημα διαπραγματεύσεις τόσο μεταύ των εργατών όσο και μεταξύ των βιομηχάνων αφού οι Μεκαεδονικές εταιρείες παραβίαζαν τις εργατικές νομοθεσίες. Η πλειονότητα των προϊόντων που απευθύνονταν στην ελεύθερη αγορά καταναλώνονταν από τα λαϊκά στρώματα, ενώ ένα μέρος της εξαγόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο τέταρτο κεφάλαιο εστιάζει στην κλωστοϋφαντουργία Ρετσίνα, την ιστορία της οικογένειας, την ίδρυση της βιομηχανίας, τις οικογενειακές και πολιτικές στρατηγικές της, την τεχνολογία της βιομηχανίας, τα κεντρικά πρόσωπα της εταιρίας, τα προϊόντα και τις αγορές στις οποίες απευθύνονταν φτάνοντας στη διάλυση της εταιρίας και το κλείσιμο του εργοστασίου στα 1981. Το πιο ενδιαφέρον, θα έλεγε κανείς, μέρος του βιβλίου αφορά την εργασία. Στο πέμπτο κεφάλαιο ερευνάται η σύνθεση του προσωπικού στη Βιομηχανία Ρετσίνα, που αποτελείταιμ από άντρες γυναίκες και παιδιά, οι δυνατότητες της κινητικότητας και ο ρόλος της γυναικείας εργασίας μέσα από το πρίσμα όχι της ευκαιριακής εργασίας, αλλά της πραγματικής προλεταριοποίησης. Στην κλωστοϋφαντουργία Ρετσίνα συνυπήρχαν δύο κατηγογρίες εργατικού δυναμικού. Η πρώτη κατηγορία αποτελείται από άνδρες και γυναίκες όλων των ειδικοτήτων με σταθερή σχέση εργασίας και η δεύτερη κυρίως γυναίκες με περιστασιακή και κυμαινόμενη σχέση. Αυτή η δεύτερη αποσκοπούσε στη μείωση του κοστους εργασίας και συνδυάζεται με τον "παλαιό" τεχνολογικό εξοπλισμό. Τα εθνοτοπικά δίκτυα από τις περιοχές των Κυκλάδων και της Πελοποννήσου εξασφάλιζαν το εργατικό δυναμικό της Εταιρείας. Στο έκτο κεφάλαιο αναλύει διεξοδικά τον καταμερισμό εργασίας κατά φύλο ως στοιχείο που εξυπηρετεί την ανισότητα των ανδρικών και γυναικείων ημερομισθίων, την κατ' αποκοπή μορφή αμοιβής που ενισχύει την εντατική εργασία για την αύξηση του μεροκάματου, τη λειτουργία του συστήματος των υπεργολαβιών που εντείνει την ανισότητα των αποδοχών, ενώ η αμοιβή με ημερομίσθια παρουσιάζει επίσης ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες προκύπτουν από τις γενικότερες κοινωνικές σχέσει εξουσίας της Πειραϊκής κοινωνίας. Τέλος, εξετάζει τον μισθό ως οικογενειακό εισόδημα και τη σημασία να εργάζονται πολλά μέλλη μιας οικογένειας στην επιχείρηση. Η χρήση πινάκων εξασφαλίζει την άμεση κατανόηση των δεδομένων. Στο έβδομο κεφάλαιο εξετάζει τις ειδικότητες και την ιεραρχία στην εργασία διερευνώντας σε βάθος τη σχέση επιπέδου εκμηχάνισης και ειδικοτήτων. Η εταιρεία χρησιμοποιεί εσωτερική αμισθί γενική και τεχνική εκπαίδευση για τους νέους/ες εργάτες/τριες διαμορφώνοντας τους τεχνίτες που χρειάζεται φτηνά. Η τάση αυτή των εταιρειών συσχετίζεται με την αδιαφορία που επέδειξαν οι ιθύνοντες και ο ίδιος ο Ρετσίνας ως δήμαρχος να ιδρυθούν τεχνικές σχολές στην πόλη. Η κοινωνική αντίληψη ότι οι άντρες γενικά έχουν κλίση προς τις μηχανές καθορίζει και την έμφυλη σχέση εργασίας-τεχνολογίας και δημιουργεί ειδικευμένους τεχνίτες και "αποειδικευμένες" εργάτριες. Αλλά και μέσα στις δύο αυτές κατηγορίες υπάρχουν διαβαθμίσεις, καθώς στις εργασίες των μεταφορέων και όπου χριεάζεται μυική δύναμη αναλαμβάνουν οι άντρες. Στο σημείο αυτό παρουσιάζεται βήμα βήμα και λεπτομερώς η διαδικασία της παραγωγής σε σχέση με την εργασία. Στο όγδοο κεφάλαιο εξετάζονται το ωράριο (το ωχτάωρο καθιεωθηκε το 1937 στον κλάδο), συνέπειες των συνθηκών εργασίας στην υγεία των εργαζομένων. Δεν είναι τα εργατικά στρώματα νοσηρά, αλλά η ίδια η εργασία είναι που εμπεριέχει τη νοσηρότητα. Δεν είναι επιπόλαιοι οι εργάτες για τα εργατικά ατυχήματα, δεν είναι η αμορφωσιά των εργατών η αιτία για την άρνηση προσαρμογής σε προστατευτικά μέσα, αλλά είναι υπεύθυνη η ίδια η εντατικοποίηση της εργασίας. Οι γνωματεύσεις του γιατρού της επιχείρησης, οι καταγγελίες των εργατικών εφημερίδων, οι διαμαρρτυρίες των ίδιων των εργατριών μας διαφωτίζουν για τις συγκεκριμένες νόσους και τα εργατικά ατυχήματα που προκαλούσε το εργοστάσιο στους/στις εργάτες/τριες. Στο 'ενατο κεγφάλαιο η συγγραφέας διαπραγματεύεται το ζήτημα της διαχείρισης της εργατικής δύναμης. Στον Ρετσίνα ενδύεται έναν φιλανθρωπικό πατερναλιστικό λόγο και πρακτική. Ο βιομήχανος-δήμαρχος Ρετσίνας εξελίσσεται από φιλάνθρωπο προστάτη των εργαζομένων σε προστάτη ολόκληρης της εργατικής τάξης της πόλης. Προσέφερε συσσίτιο στους εργάτες και δάνεια στους επί χρόνια εργαζόμενους στο εργοστάσιο. Το πρώτο προκαλούσε αντιδράσεις ενώ το δεύτερο διαμόρωνε μια σταθερή συναίνεση και οικονομική σχέση. Στο δέκατο κεφάλαιο παρουσιάζει την εργατική συλλογική δράση, τον συνδικαλισμό, τις διαμαρτυρίες και τις απεργίες στον Πειραιά και στα σωματεία του κλάδου δίνοντας έμφαση στον ρόλο του κομμουνιστικού κινήματος, τόσο του ΚΚΕ όσο και Σπαρτακιστών και των Αρχειομαρξιστών. Περιγράφει τις συγκρούσεις μέσα στα σωματεία μεταξύ των ρεφορμιστικών και κομμουνιστικών παρατάξεων, Το τελευταίο αυτό κεφάλαιο συνιστά μια σημαντική συμβολή στην ιστορία του εργατικού κινήματος καθώς παρουσιάζει τον οικονομικό χαρακτήρα των εργατικών διεκδικήσεων.
Το έργο της Παπαστεφανάκη εξαιτίας ακριβώς αυτής της πολυπρισματικότητας συνομιλεί και αντιπαρατίθεται ταυτόχρονα με πολλές απόψεις για τον Πειραιά, για τα ημερομίσθια, για τον χαρακτήρα της εργασίας και των διεκδικήσεων, για το φύλλο. Σε κάθε περίπτωση εκτός από ιστορικό εργαλείο είναι ένα σημαντικό εργαλείο για το ίδιο το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα.





Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Να ιδρυθεί Μουσείο Ιστορίας του Καπνού στην Περιοχή μας

Κώστας Παλούκης,
Τα Νέα του Δρυμού,
Ιούλιος – Σεπτέμβριος – Αύγουστος 2009,
τεύχος 18
Τα καλοκαίρια μέχρι πρόσφατα στο χωριό μας, όπως τα θυμάμαι, αποτελούνταν πάντα από δύο παράλληλους κόσμους. Από τη μία ο ένας κόσμος, αυτός των μόνιμων κατοίκων, είχε ως επίκεντρο την συλλογή, το βελόνιασμα και την αποξήρανση των φύλλων του καπνού. Για τους ντόπιους αγρότες όλων των ηλικιών και των δύο φύλων το καλοκαίρι σήμαινε την πιο παραγωγική περίοδο του έτους, ήταν μια εποχή μόχθου. Εάν κάτι πήγαινε στραβά, αν κάποιος έβγαινε εκτός προγράμματος και σχεδιασμού εγκυμονούσε ο κίνδυνος να φτάσουν οι βροχές και η παραγωγή να μην έχει μαζευτεί όλη. Από την άλλη ο άλλος κόσμος, αυτός των αθηναίων επισκεπτών, είχε ως επίκεντρο και ενδιαφέρον τα θαλάσσια μπάνια, το φαγητό, το ποτό, τη διασκέδαση στα καφενεία και τις βραδινές εξόδους στη Βόνιτσα και τα κοντινά χωριά, τις μικρές κοντινές εκδρομές μέχρι τη Λευκάδα. Αυτοί ζούσαν ακριβώς το αντίθετο την εποχή των διακοπών τους, καθώς η εποχή του μόχθου ήταν για αυτούς ο χειμώνας.
Δε σημαίνει βέβαια ότι αυτοί οι δύο διαφορετικοί κόσμοι δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Πολλές φορές εμείς τα παιδιά από την Αθήνα πηγαίναμε και βοηθούσαμε στα καπνά είτε στο χωράφι είτε κυρίως στο βελόνιασμα. Έτσι, η γειτονιά τελείωνε νωρίς και μπορούσαμε να παίξουμε όλοι μαζί. Πάντα οι άντρες θα βρίσκανε μια ώρα να παίξουνε χαρτιά στο καφενείο, ενώ οι γυναίκες να κάτσουν και να μιλήσουν – συνήθως βέβαια στο σπίτι. Καμιά φορά, όχι σπάνια, θα πηγαίναμε όλοι μαζί για μπάνιο στη Σάλτενη, μεγάλοι και μικροί, μόνιμοι και επισκέπτες, πάνω σε μια καρότσα αγροτικού ή μέσα σε μια αθηναϊκή «κούρσα».
Σήμερα η «ένδοξη αυτή εποχή του καπνού» έχει περάσει ανεπιστρεπτί για το χωριό μας. Για άλλους αυτό είναι αρνητικό. Χάθηκε η σημαντική σταθερότητα που έδινε ένα δεδομένο και από τα πριν περίπου υπολογισμένο εισόδημα. Ούτως ή αλλιώς βέβαια ζούμε σε μια εποχή διευρυμένης αστάθειας. Χάθηκε ένα είδος κοινωνική ομοιογένειας, σημαντικό στοιχείο για την ομόνοια μιας κοινότητας. Κάποιοι έβαλαν άλλα προϊόντα, άλλοι πήγαν να δουλέψουν αλλού, άλλοι έκαναν επενδύσεις… άλλοι όλα μαζί. Για μερικούς είναι θετικό. Επιτέλους ξεμπέρδεψαν από την πολύ δύσκολη και επίπονη εργασία του καπνού. Οι νέες δουλειές έχουν τα δικά τους καλά. Σε κάθε περίπτωση επιτρέπουν τις κουλτούρες και τις μοντερνικές συνήθειες της πόλης να διεισδύσουν και να αλλάξουν τους παραδοσιακούς ανθρώπους του χωριού. Και αυτό έχει και τα καλά του και τα κακά του. Σε κάθε περίπτωση αυτές οι εικόνες που περιέγραψα αποτελούν παρελθόν. Μπορεί να τις βρει κανείς στις φωτογραφίες των 80ties ή στα σχεδόν σκουριασμένα μηχανήματα μέσα στις αποθήκες.
Τι έχει μείνει όμως από αυτήν την 100ετία του καπνού, όπου 3 ή 4 γενιές δρυμιωτών μεγάλωσαν μαζί του και έζησαν από αυτόν; Μας αφορά να διατηρήσουμε αυτή τη μνήμη, αυτές τις εικόνες για εμάς και τις επόμενες γενιές; Μας αφορά να έχουμε μια συνολική εικόνα για την ιστορία αυτού του προϊόντος, για την ιστορία αυτών των ανθρώπων και την κουλτούρα που φτιάχτηκε γύρω από τον καπνό; Μας αφορά να έχουμε ένα χώρο που να δείχνουμε σε όλους τους επισκέπτες αυτό το παρελθόν του τόπου μας; Να έρχονται από μακριά για να δουν εικόνες από μια πάρα πολύ σημαντική οικονομική υπόθεση για την Ελλάδα, αφού ο καπνός παρέμενε για πολλές δεκαετίες το πρώτο ή το δεύτερο προϊόν που παρήγαγε αυτή η χώρα; Μας αφορά να δώσουμε στον τόπο μας τη σημασία και την αξία που πιστεύουμε ότι του αντιστοιχεί; Αν συμφωνούμε όλοι, τότε χρειάζεται να παλέψουμε και να πιέσουμε να φτιαχτεί ένα Μουσείο της Ιστορίας του Καπνού και ουσιαστικά ένα Μουσείο της Σύγχρονης Ιστορίας της περιοχής μας.
Θα ήταν πολύ εύκολο και πολύ απλό να συγκεντρώσουμε παλιά εργαλεία και φωτογραφίες, να τα στεγάσουμε σε ένα χώρο και να γίνει Μουσείο Λαϊκής Τέχνης ή Κουλτούρας. Όμως πιστεύω ότι υπάρχουν οι δυνατότητες και πρέπει να είμαστε φιλόδοξοι για κάτι πιο μεγάλο που θα κάνει ονομαστή την περιοχή μας. Μπορεί να γίνει ένας χώρος μέσα σε ένα αγρόκτημα ο οποίος θα παρουσιάζει με σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα όλη τη διαδικασία της παραγωγής του καπνού. Ένα αντίστοιχο τέτοιο έργο υπάρχει στην ορεινή Αρκαδία για την επεξεργασία του δέρματος. Αρκετοί θα το θυμούνται από την επίσκεψη που είχαμε κάνει με τον Σύλλογο πριν από κάποια χρόνια. Σε μια άλλη αίθουσα, κλασικές φιγούρες του χωριού σε ξύλινες κούκλες μπορούν να ενημερώνουν, πάλι με όμορφο και σύγχρονο τεχνικά τρόπο, για την καθημερινή τους ζωή μέσα στον κόσμο του καπνού. Θα είναι ο πατέρας, το αγόρι, το κορίτσι, ο παππούς, οι αθηναίοι κ.λ.π. Ένα Μουσείο Μετανάστευσης στο Αμβούργο χρησιμοποιεί μια τέτοια μέθοδο παρουσίασης των μεταναστών – και είναι για όποιον το επισκέπτεται συγκλονιστικό. Αυτές οι φιγούρες θα περιγράφουν τις καλές και τις κακές στιγμές. Ταυτόχρονα μια σειρά από φωτογραφίες ή ταινίες – που όλο και κάποιος θα έχει γυρίσει – μπορούν να συγκεντρωθούν σε μια άλλη αίθουσα. Εργαλεία και μηχανήματα που διασώζονται από τις διάφορες εποχές μπορούν να διαμορφώσουν μια επόμενη. Και σε κάθε περίπτωση μια αίθουσα μπορεί να αναφέρεται στα είδη καπνού που υπάρχουν, στη διεθνή ιστορία του καπνού, ενώ μια άλλη αίθουσα στην ελληνική ιστορία του καπνού. Όλα αυτά είναι κάποιες πρόχειρες ιδέες. Άλλες μπορούν να βρουν εφαρμογή, άλλες όχι. Όμως τις αναφέρω για να δείξω τις δυνατότητες…
Ενδεχομένως σε αρκετούς να φαντάζουν όλα αυτά μεγαλεπήβολα και φιλόδοξα. Και όντως μπορεί να είναι. Αλλά είναι εφικτά. Υπάρχει το Βιομηχανικό Μουσείο στην Ερμούπολη, το οποίο χρηματοδοτήθηκε εν πολλοίς από τον εκεί Δήμο. Υπάρχει το Μουσείο Κεραμοποιίας στον Βόλο. Χρηματοδότες μπορούν να βρεθούν, καθώς υπάρχουν ακόμα και Ιδρύματα Τραπεζών που χρηματοδοτούν τέτοιες προσπάθειες. Επίσης, με έξυπνο τρόπο, όπως στην περίπτωση του Βόλου, μπορεί το Μουσείο αυτό να είναι και αυτοχρηματοδοτούμενο. Και τέλος βέβαια υπάρχει διαθέσιμο και με εμπειρία δυναμικό από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα που μπορεί να αναλάβει το επιστημονικό μέρος.
Αυτό που χρειάζεται είναι να γοητευτούμε από μια τέτοια ιδέα και να το προσπαθήσουμε. Και ας μην ξεχνάμε ότι ένα τέτοιο μουσείο μπορεί να τονώσει σημαντικά την οικονομία του της περιοχής. Ο Σύλλογος να καταθέσει την πρόταση στο Δήμο, ο Δήμος να απευθυνθεί στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στα Γιάννενα … και ίσως, ποιος ξέρει, αν πιέσουμε αρκετά, ενδεχομένως κάτι να βγει!

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Emilio Gentile Φασισμός, ιστορία και ερμηνεία

Κώστας Παλούκης,
Παρουσίαση
Η μελέτη και η κατανόηση του φασιστικού φαινομένου και ευρύτερα των ολοκληρωτισμών του 20ου αιώνα είναι μια συζήτηση που στην Ευρώπη έχει ένα βάθος 50 ετών. Εδράζεται στην προσπάθεια του Ευρωπαϊκού Δυτικού κόσμου να συλλάβει, να κατανοήσει και να διαχειριστεί τη μεγάλη αυτή σκιά που σκεπάζει το είδωλο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ένα είδωλο που ως αυτοεικόνα του ανώτερου λευκού αρσενικού έχει πολυλατρευτεί από τους Ευρωπαίους και Βορειοαμερικανούς μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου, έχει αποτελέσει το κεντρικό όχημα που οδήγησε στον Β΄ Π. Πόλεμο, για να αποδομηθεί από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα. Προκαλώντας ποικίλους αφορισμούς, εντάσεις και συγκρούσεις, αναθεωρητισμούς και καταγγελίες για αναθεωρητισμό, η κουβέντα αυτή ξανανοίγει μετά το 1989, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και την χρεωκοπία του παραδοσιακού κομμουνισμού. Το βιβλίο του Emilio Gentile Φασισμός, ιστορία και ερμηνεία που μεταφράστηκε από τις εκδόσεις Ασίνη, συγκεντρώνοντας τόσο την πρόσφατη όσο και την παλαιότερη συζήτηση, επαναφέρει τη διάκριση των ολοκληρωτισμών, προσπαθεί να αποσαφηνίσει τα όρια και να ιστορικοποιήσει τα φαινόμενα εστιάζοντας στον ιταλικό φασισμό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιχειρεί να απαντήσει στα κομβικά ερωτήματα αυτού του ευρύτερου προβληματισμού. Αντικρουόμενες απόψεις για τον τόπο και τη χρονολογία γέννησης του φασισμού, για το εάν συνιστά ένα αυτόνομο πολιτικό κίνημα ή είναι επιδερμική έκφραση και απόρροια άλλων, όπως η αντιπρολεταριακή αντίδραση της αστικής τάξης, αλλά και η χρεωμένη σε αυτόν "απόλυτη ιστορική αρνητικότητα" οδηγούν σύμφωνα με τον Gentille σε μια στέρηση της διακριτής ύπαρξής του. Ταυτόχρονα, άλλοι ερευνητές αμφισβητούν συνολικά την ύπαρξη οποιουδήποτε είδους ολοκληρωτισμού καταλήγοντας να αποφασιστικοποιούν τον φασισμό. Έτσι, ο ιταλικός φασισμός μορφοποιείται σε ένα γεγονός περισσότερο κωμικό παρά τραγικό, ένα είδος θεατρινίστικης φάρσας συλλογικής υποκρισίας που παιζόταν για είκοσι χρόνια από τους Ιταλούς κάτω από τη σκιά μιας προσωπικής δικτατορίας ήπια αυταρχικής, που γενικά δεν θα έκανε μεγάλη ζημιά στην Ιταλία αν δε διαφθειρόταν από τη ναζιστική Γερμανία, που την μπόλιασε με το ρατσισμό και τον αντισημιτισμό και την οδήγησε στην καταστροφή. Υποβαθμίζεται σε "μουσολινισμό" εκκενωμένο από τους ίδιους τους φασίστες. Απέναντι σε αυτήν την πολύπλευρη "αποδόμηση" του φασιστικού φαινομένου ο συγγραφέας δηλώνει ότι "προτίθεται να αποκαταστήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του φασισμού παρουσιάζοντάς τον χωρίς δαιμονοποιήσεις και χωρίς επιείκεια, όπως υπήρξε ιστορικά, δηλαδή ως ένα πολιτικό φαινόμενο σύγχρονο, εθνικιστικό, επαναστατικό, ολοκληρωτικό, ρατσιστικό και ιμπεριαλιστικό, αποφασισμένο να καταστρέψει το δημοκρατικό και φιλελεύθερο πολιτισμό, προτεινόμενο ως ριζοσπαστική εναλλακτική στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας", όπως αυτές διαμορφώθηκαν από την εποχή του Διαφωτισμού και της δημοκρατικές επαναστάσεις των προηγούμενων αιώνων. Απέναντι στις απόψεις που αναζητούν εναγωνίως πρωτοφασισμούς, ο Gentille επιμένει σταθερά ότι οι συνθήκες γέννησης και επιτυχία του φασισμού δημιουργήθηκαν αποκλειστικά κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο ως αποτέλεσμα του ίδιου του πολέμου όσο και ως αποτέλεσμα των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, πολιτιστικών και ηθικών αναταραχών που προκάλεσε ο πόλεμος. Αυτά ήταν η ίδια η εμπειρία του πολέμου που αναζωπύρωσε τον εθνικισμό αναπτύσσοντας ένα λόγο "για λειψή νίκη" και η αντίδραση απέναντι στα επαναστατικά και κομμουνιστικά κινήματα που αμφισβήτησαν συνολικά το ιταλικό έθνος. Σύμφωνα με τον ίδιο, η "έννοια του "πρωτοφασισμού" επιβλήθηκε εξαιτίας μιας "ανάποδης" ανάγνωσης της ιστορίας, μια ανάγνωσης εξαρτόμενης πάντα από ένα τελεολογικό στερεότυπο που προανήγγειλε την αναπόφευκτη πολιτική έκβαση συγκεκριμένων πολιτιστικών ρευμάτων". Αντιπαρέρχεται τις ερμηνείες που βλέπουν τον φασισμό ως αίρεση του μαρξισμού, ως ατελούς κομμουνισμού, ως αδελφού-εχθρού του λενινισμού και του σταλινισμού, και άλλες παρόμοιες ιδεολογικές συγγένειες, που ανάγονται στο γενεαλογικό δέντρο του ιακωβινισμού, υποτιθέμενη μήτρα όλων των ολοκληρωτισμών. Αρνείται την ύπαρξη ενός αιώνα του φασισμού ή ενός διεθνούς φασισμού κάνοντας λόγο για κινδύνους που εγκυμονεί ένας "φασισμός γενικής χρήσης", ο οποίο ταξινομεί κάτω από μια κοινή ταμπέλα εντελώς διαφορετικά έως εχθρικά μεταξύ τους ρεύματα. Το φαινόμενο του φασισμού γεννήθηκε στην Ιταλία (μαζί του γεννήθηκε και ο ολοκληρωτισμός), μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και το ορίζει επακριβώς με βάση τα ιστορικά στοιχεία του ιταλικού φασισμού. Περιγράφει τον φασισμό ως αντι-ιδεολογία που καταλήγει σε μια ιδεολογία, μια ιδεολογία πάνω απ' όλα του κράτους. Ως τέτοιος ήταν ταυτόχρονα "το αντίθετο της κομμουνιστικής ιδεολογία, που είναι ιδεολογία της κοινωνίας στο βαθμό που στοχεύει στην πραγματοποίηση μιας κοινότητας ελεύθερων και ίσων ανθρώπων. Ο φασισμός, αν και αντιλήφθηκε τη σημασία των μαζών στη σύγχρονη κοινωνία, δεν ήταν μια ιδεολογία μαζών γιατί δεν αναγνώριζε σε αυτές το δικαίωμα και την ικανότητα να εκφράζουν πολιτικές ιδέες καθώς και να κυβερνώνται μόνες τους σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας και της ελευθερίας". Για αυτό το λόγο, καταλήγει ο συγγραφέας, ο φασισμός όχι μόνο δεν είναι ιδεολογικό παιδί της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά η ίδια η απόρριψή της. Στη συνέχεια, πραγματεύεται το ερώτημα κατά πόσο ο ο φασισμός ήταν μια επανάσταση. Ο ίδιος απαντώντας καταφατικά θεωρεί μάλιστα το ζήτημα λυμένο και αρκετά μελετημένο. Είναι η επανάσταση των μικροαστικών και μεσαίων τάξεων, συμφωνώντας μεταξύ άλλων και με την ανάλυση του Πουλαντζά, που επιδιώκουν ένα νέο κράτος. Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της επανάστασης είναι αναντίστοιχα του στόχου δεν αναιρεί την επαναστατική φυσιογνωμία του φασισμού, αφού ούτε ακόμη και σε αυτήν την Γαλλική Επανάσταση δεν υπήρξε μια καθολική ρήξη με το παρελθόν, αλλά ούτε και στην οκτωβριανή επανάσταση, ο στόχος πραγματοποιήθηκε. Στο σημείο αυτό επιχειρεί μια ερμηνεία της ήττας του οράματος του Λένιν για την αυτοκυβέρνηση της κοινωνίας, βασισμένος σε μια ανάλυση προερχόμενη μάλλον από τον Παρέττο, η οποία θέλει τελικά οι μάζες να μην μπορούν να ακολουθήσουν την πρωτοπορία, να αδιαφορούν και να μην πολιτικοποιούνται, ώστε να αναλαμβάνουν τον ρόλο που ήθελε να τους προσδώσει η μπολσεβίκικη ηγεσία. Οπότε αναγκαστικά ο Λένιν χρησιμοποίησε τα εργαλεία του προηγούμενου καθεστώτος. Αρνείται το διαχωρισμό του μουσολινισμού από τον φασισμό, αν και διαβλέπει στοιχεία σύγκρουσης μεταξύ των δύο αυτών. Αυτή τη σύγκρουση θα πραγματώνεται τελικά στη σχέση φασιστικού κόμματος και φασιστικού κράτους. Για τον Gentille, ο φασισμός είναι μια καθαρή πολιτική θρησκεία με δικά της μυστικιστικά και λατρευτικά σύμβολα, βασισμένη στον ανορθολογισμό και τις τελετουργίες και τους μύθους δημιουργώντας μια κοσμικού τύπου θρησκευτική λειτουργία. Η καλύτερη πραγμάτωση αυτής της μυστικιστικής λειτουργίας λάμβανε χώρα τη στιγμή της μέθεξης που βίωνε το πλήθος κατά την επαφή του με τον ηγέτη του. Στο σημείο αυτό αναφέρεται στο συμβιβασμό της εκκλησίας, αλλά και στις κριτικές που εμφανίστηκαν, αν και αργά σε αυτήν την παραβίαση της συμφωνίας που στην πραγματικότητα πέτυχε ο φασισμός δημιουργώντας μια νέα κοσμική λειτουργία. Επιχειρεί να διαπιστώσει το αποτέλεσμα του ανθρωπολογικού πειράματος των ιταλών φασιστών και του Μουσολίνι, δηλαδή τη φιλοδοξία τους να πραγματοποιήσουν μια "ανθρωπολογική επανάσταση" ώστε να δημιουργήσουν μια νέα ιταλική φυλή ηγεμόνων, κατακτητών και εκπολιτιστών. Αυτό το εγχείρημα της αναμόρφωσης και ο μύθος του Νέου Ιταλού του ολοκληρωτισμού θάφτηκε όμως κάτω από από τα ερείπια του ηττημένου ολοκληρωτικού κράτους. Καταλήγει στη σημαντική επισήμανση της νεοτερικότητας του ολοκληρωτισμού και του φασισμού, καθώς είναι ένα κίνημα που δεν θέλει να επιστρέψει στο παρελθόν, ακόμη και όταν έχει πρότυπο τη ρωμαϊκότητα. Αντίθετα, θέλει να δημιουργήσει μια νέα ρωμαϊκότητα στο μέλλον, ονειρεύεται μια νέα κοινωνία, έναν νέο άνθρωπο, προϊόν της βιομηχανικής εποχής, που όμως θα έχει επιλύσει όλα τα προβλήματα που αυτή έχει επιφέρει. Αυτό δεν αθωώνει όμως τον φασισμό ούτε τον επενδύει με ένα θετικό πρόσημο ούτε τον αποκαθιστά, όπως κάποιοι επικρίνουν ότι τελικά πράττει ο Gentille με αυτές τις διαπιστώσεις του. Είναι αυτό, θα λέγαμε εμείς, που ο Jeffrey Herf στη μελέτη του για το ναζισμό όρισε ως "αντιδραστικό μοντερνισμό". Και πράγματι, ο φουτουρισμός υπήρξε θεμελιακό ιδεολογικό στοιχείο στον ιταλικό φασισμό και ο Gentille βασίζει την ερμηνεία του για τη φασιστική νεωτερικότητα πέρα από τον ίδιο το μοντερνικό λόγο των φασιστών και σε αυτήν την στενή και άρρηκτη σχέση ιταλικού φουτουρισμού και ιταλικού φασισμού.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Τσαρλατάνος


 

Ο Τσαρλατάνος σταματάει στην πόλη,

ανοίγει την πραμάτεια του στο κέντρο της πλατείας

βγάζει τις πούδρες, τις κρέμες, τα γιατρικά... και τα διαφημίζει

Ο Τσαρλατάνος στήνει την εξέδρα του στο κέντρο της πλατείας

ανεβαίνει και καλεί τους κατοίκους να πλησιάσουν για ν' ακούσουν

Ο Τσαρλατάνος αρχίζει και μιλάει στο κοινό του

Η φωνή του δυνατή και διαπεραστική αφήνεται να κυριαρχήσει πάνω στη σιωπή των κατοίκων που θέλουν να πιστέψουν

Ο λόγος του στην αρχή απαλός, γαλήνιος και πειστικός ηρεμεί τους ανήσυχους και δύσπιστους και φέρνει κοντά τους εύπιστους.

Ο Τσαρλατάνος γυρεύει να κερδίσει το ανθρώπινο λογικό.

Σε λίγο ο λόγος του απότομα δυναμώνει, σκληραίνει και παθιάζεται και

συγκινεί και ενθουσιάζει

Ο Τσαρλατάνος γυρεύει να κερδίσει το ανθρώπινο θυμικό.

Οι κρέμες κάνουν τις κυρίες να μοιάζουν νεότερες. Οι αλοιφές δίνουν μαλλιά σε αυτούς που δεν έχουν, διώχνουν τα σπυράκια, τις χαρακιές και τις πληγές από τα πρόσωπα των κοριτσιών και των αγοριών.

Μπορεί να μυρίζουν άσχημα και να θυμίζουν σάπιο, αλλά αυτό το θαυματουργό φυσικό υλικό είναι που φτιάχνει το γιατρικό.

Τα χάπια δίνουν δύναμη στους αδύναμους, ανορεξία στους παχύσαρκους και όμορφες σκέψεις στους δυστυχισμένους. Μπορεί να μοιάζουν με καραμέλες και νάναι γλυκά, αλλά ποιός είπε ότι τα φάρμακα πρέπει νάναι σώνει και καλά πικρά και κακόγευστα.

Οι κολώνιες, γνωστές και διάσημες, έρχονται από τα Παρίσια και τα Λονδίνα, κρατούν πολύ και κάνουν την κάθε γυναίκα να ποθήσει και τον πιο άσκημο νέο, τον κάθε άντρα να ποθήσει την πιο ντροπαλή γυναίκα. Η μυρωδιά τους δεν είναι δυνατή, σχεδόν άοσμη. Αλλά ποιός είπε ότι σώνει και καλά οι κολώνιες πρέπει να μυρίζουν δυνατά. Μπορεί να αγγίζουν αισθήσεις που δεν είναι κατανοητές στους απλούς ανθρώπους.

Το φάρμακο τα γιατρεύει όλα. Δυό κουταλιές είναι ικανές να διώξει κάθε πόνο στο κεφάλι, στο στομάχι, την κοιλιά, τα πόδια, τα χέρια, την καρδιά. Να κατεβάσει πυρετούς μέχρι και να ζωντανέψει τους νεκρούς. Η γεύση του θυμίζει λίγο θαλασσινό νερό, αλλά είναι το ιώδιο εκείνο που το κάνει γιατρικό.

Πάρτε, λοιπόν, πατριώτες. Αγοράστε για τους εαυτούς σας, τις γυναίκες σας, τα παιδιά σας, τους γονείς σας, τους φίλους σας, ακόμη και για τα ζώα σας. Για όλους και για όλα υπάρχει η γιατρειά.


 

Ο Τσαρλατάνος τελειώνει!


 

Και ακολουθεί σιωπή! Μόνο οι φωνές των παιδιών που παίζουν ακούγονται στην πλατεία.


 

Ένας άγνωστος επισκέπτης, που τον βλέπουν για πρώτη φορά στην πόλη, πλησιάζει πρώτος και αγοράζει. Λέει πως είχε ακούσει πως στην δίπλα πόλη που μόλις είχε αφήσει για να έρθει εδώ, τα γιατρικά του Δόκτορα έκαναν θαύματα. Δεν πρόλαβε όμως να αγοράσει και να τώρα, τι τυχερός, που τον πέτυχε σε αυτήν εδώ την πόλη.


 

Ο Τσαρλατάνος κερδίζει, πουλάει πολλά, σχεδόν όλη την πραμάτεια του. Αγοράζουν όλοι, έρχονται και άλλοι που δεν άκουσαν, αλλά τους το είπαν.

Ο Τσαρλατάνος γρήγορα μαζεύει την εξέδρα του, μαζεύει ό,τι δεν πούλησε και δεν κάθεται άλλο ούτε στιγμή.

Ο Τσαρλατάνος πρέπει να φύγει να πάει σε άλλη πόλη. Τον περιμένουν.

Ο Τσαρλατάνος φεύγει!


 

Γρήγορα όμως οι κάτοικοι της πόλης ανακαλύπτουν την πλάνη τους.

Μόνο ένας παππούς επιμένει ότι έγινε καλά!

Κάποιοι δηλητηριάστηκαν, άλλοι έβγαλαν σπυριά, άλλοι βρωμούσαν για πολλές ημέρες!

Ο Τσαρλατάνος νίκησε!

Μα οι κάτοικοι τώρα ξέρουν και γρήγορα θα ξεχάσουν!

Στο κάτω κάτω της γραφής ο γιατρός της πόλης έλειπε και οι άνθρωποι πονούσαν. Τι να έκαναν!


 

Ο Τσαρλατάνος ήρθε και έφυγε!


 


 

Στο σύντροφο συνδικαλιστή που επειδή κέρδισε δυο τρεις γενικές συνελεύσεις στη σχολή του νομίζει ότι του ανήκει όλος ο κόσμος.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπροστά στις βουλευτικές εκλογές

Κώστας Παλούκης,
Συνέλευση Τ.Ε. ΑΝΤΑΡΣΥΑ Ζωγράφου,
Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ζωγράφου,
Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

 
Σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα μετά από τη μάχη των Ευρωεκλογών βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα εκλογική αναμέτρηση. Κι όμως μέσα σε αυτόν τον μικρό χρόνο το σκηνικό έχει αλλάξει σημαντικά. Η ήττα της ΝΔ, η άνοδος της Ακροδεξιάς, η κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ, η μεγάλη αποχή, η πτώση των ποσοστών του ΚΚΕ και η επικράτηση της ατζέντας της ακροδεξιάς είναι τα βασικά στοιχεία που έδωσαν προβάδισμα σε μια πολιτική επίθεσης στα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα και πρόταξαν την καταστολή ως μέσο και μέτρο επίλυσης της κρίσης. Η στρατηγική αυτή επιλογή του κεφαλαίου που εκφράζεται από τη ΝΔ και τον Καραντζαφέρη όμως όχι μόνο δεν έδωσαν διέξοδο, αλλά ενέτειναν την πολιτική και ιδεολογική ρευστότητα, τα αδιέξοδα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, τα οικονομικά προβλήματα. Αποτελεί μια επιλογή αυτή καθεαυτή εχθρική στο σύνολο της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το αδιέξοδο αυτό έφερε σύντομα λοιπόν την κυβέρνηση μπροστά στην χρεοκοπία και την προσφυγή στις κάλπες. Για ποιο λόγο όμως; Τα λόγια του Κώστα Καραμανλή στη ΔΕΘ ως προεκλογική ατζέντα και δεσμεύσεις είναι σαφή: πάγωμα μισθών και συντάξεων, περικοπή επιδομάτων και υπερωριών, νέο μισθολόγιο δυο ταχυτήτων για το δημόσιο, αντιδραστικές αλλαγές με αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, μείωση των ασφαλιστικών παροχών  στο ασφαλιστικό, περικοπές στα επιδόματα ανεργίας κ.λπ. Για τις ευθύνες των βιομηχάνων, των τραπεζιτών, των μεγαλεμπόρων δε γίνεται ούτε λόγος. Και ταυτόχρονα ο τρόπος με τον οποίο θα επιβληθούν επίσης τα λόγια του Καραμανλή στο Μέγκα δε χωρούν καμία αμφισβήτηση: καμία συνεννόηση με τις συντεχνίες, δεν μπορεί να γίνεται χαμός για κάθε μεταρρύθμιση.
Απέναντι σε αυτή τη Νέα Δημοκρατία υψώνεται ένα ΠΑΣΟΚ που δεν μπορεί να διαχωριστεί ούτε σε ένα σημείο σε επίπεδο πολιτικών αρχών και ουσίας, αφού αποδέχεται τις βασικές πολιτικές λογικές των προγραμμάτων σύγκλισης και σταθερότητας της Ε.Ε, κατηγορώντας μάλιστα τον Καραμανλή ότι τα ίδια είχε υποσχεθεί και το 2004 και το 2007 χωρίς να τα εφαρμόσει. Με δυσκολία προσπαθεί να λανσάρει ένα πιο ήπιο προφίλ. Συνολικά, λοιπόν ο αστισμός μπροστά στην τεράστια οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση αδυνατεί να προσφέρει διέξοδο, αδυνατεί να εμπνεύσει και να δώσει ένα όραμα, αδυνατεί να ενσωματώσει έστω και κάποιες υποτυπώδεις πλευρές εργατικής πολιτικής.
Έτσι, περισσότερο από ποτέ το «Κοινωνικό Ζήτημα» βρίσκεται οξυμένο στην επικαιρότητα. Και αυτό μπορεί να το βιώσει ο καθένας από εμάς στην καθημερινότητά του, στους γύρω του. Στον κόσμο των μεταναστών, στον κόσμο των νέων εργαζομένων της επισφαλούς εργασίας, των ανασφάλιστων, των εξοντωτικών ωραρίων, των απολυμένων, των νεκρών, όπως πρόσφατα στη ΛΑΡΚΟ, της οικολογικής καταστροφής, της απουσίας ελεύθερων μη εμπορευματικοποιημένων χώρων, στον κόσμο που εξοντώνει την υγεία και γεννάει ψυχικά ασθενείς και ανθρώπους με εξαρτήσεις.
Ταυτόχρονα, το ίδιο το σύστημα αναδεικνύει την Ακροδεξιά είτε ως μπαμπούλα είτε ως σημαντική και κρίσιμη εφεδρεία για μια καθαρή και χωρίς καμία ηθική περιστολή σκληρή απάντηση σε ενδεχόμενες κοινωνικές αντιδράσεις. Αλλά και μέσα στην κοινωνία σε μαζικά κομμάτια της εργατικής τάξης και των λαϊκών τάξεων η ανασφάλεια, η απομόνωση και ο διάχυτος φόβος τείνουν να εκφράζονται μέσα από τις πιο τρομαχτικές και ανατριχιαστικές ιδέες, πολιτικές, πρακτικές και κοσμοθεωρίες καθιστώντας τον ακροδεξιό λόγο ένα δυναμικό ρεύμα και την ακροδεξιά πρακτική μια καθημερινότητα.
Την ίδια στιγμή η καθεστωτική αριστερά δείχνει ανίκανη να προτάξει ένα όραμα, να προσφέρει μια δυναμική απάντησης. Από τη μία το ΚΚΕ απέδειξε τον περασμένο Δεκέμβρη πως ούτε θέλει ούτε μπορεί να αγωνιστεί πραγματικά και να οδηγήσει σε νίκες. Επιλέγει να οικοδομεί ένα μεγάλο Κομματικό Κάστρο γύρω από μια αγωνιστική συνθηματολογία, ενώ όμως αποδεικνύει σε κάθε κρίσιμη περίσταση τον ιδιαίτερα καθεστωτικό ρόλο του. Έτσι παρατηρείται η εξής αντίφαση: η ιδιαίτερα μεγάλη πτώση στα ποσοστά των ευρωεκλογών να αποσιωπηθεί ουσιαστικά, να μην προκαλέσει καμία ένταση και προβληματισμό και ταυτόχρονα να προαχθεί από τα ΜΜΕ ως η πιο σταθερή, συνεπή και εκλογικά μετρήσιμη εκδοχή της αριστεράς. Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ, μπλεγμένος εξ αρχής σε μια αντιφατική σχέση εξάρτησης με το σύστημα πλήρωσε την θετική, αν και όχι τόσο τολμηρή στάση του την περίοδο του Δεκέμβρη. Έτσι, ευνοημένος από τα ΜΜΕ, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έχασε το εικονικό προφίλ που εκείνα του είχαν φτιάξει, ώστε να εσωτερικεύσει και να αναδείξει στην επιφάνεια τις τεράστιες εσωτερικές του αντιφάσεις και προγραμματικές αντιθέσεις. Πολύ εύκολα λοιπόν κατέρρευσε επιλέγοντας ουσιαστικά να «αυτοκτονήσει» παρά το αντικειμενικά καλό ποσοστό στις ευρωεκλογές, απογοητεύοντας τους χιλιάδες αγωνιστές που είχαν πιστέψει σε αυτό το εγχείρημα. Συνολικά, λοιπόν, και τα δύο κόμματα φανέρωσαν και στις συνθήκες της κρίσης την ιστορική και προγραμματική τους ανεπάρκεια.
Η αντικαπιταλιστική αριστερά, συνεπώς, βρίσκεται μπροστά σε μια τεράστια πρόκληση. Ο προηγούμενος χρόνος, πολύ καυτός και κινηματικός, έδειξε πως πλευρές της δικής μας πολιτικής πρότασης μπορούν να περπατάνε, μπορούν να είναι αποτελεσματικές για τα εργατικά συμφέροντα. Θα ήμασταν τυφλοί αν δε βλέπαμε αυτές τις πολιτικές μέσα στον Δεκέμβρη, μέσα στο μεταναστευτικό κίνημα, μέσα στο φοιτητικό κίνημα, μέσα στο εργατικό κίνημα, μέσα στο κίνημα για τους ελεύθερους χώρους. Εδώ μόνο στου Ζωγράφου πλευρές αυτής της πολιτικής ανατρέψανε πλήρως την εικόνα και το σκηνικό του Δήμου. Και από τα λόγια όλων των εκπροσώπων του αστισμού και του ρεφορμισμού προκύπτει ένας κοινός παρανομαστής: ο φόβος αυτών ακριβώς των κινημάτων. Αυτή ακριβώς η εμπειρία διαμόρφωσε πανηγυρικά την Αντικαπιταλιστική Αντικαπιταλιστική Συνεργασία για την Ανατροπή. Και η πρώτη μας δοκιμή στις Ευρωεκλογές ήταν ενθαρρυντική. Απέδειξε πως εκεί που αγωνιζόμαστε και έχουμε ρόλο είμαστε και είμαστε υπολογίσιμο διακριτό πολιτικό ρεύμα. Δεν είναι τυχαίο πως στου Ζωγράφου με το Κίνημα στην Πόλη, τις επιτροπές κατοίκων, τον Αυτοδιαχειρζόμενο Κοινωνικό Χώρο, λάβαμε 1%. Γιατί ακριβώς προτάσσουμε μια άλλη συνολικότερη αντίληψη και πολιτική.
Παρόλα αυτά, αν κάποιος υποστηρίξει πως τα πράγματα είναι τέλεια για εμάς, θα είναι ψεύτης. Έχουμε τεράστιες αδυναμίες. Αδυναμίες προγραμματικές, αδυναμίες που προκύπτουν από σημαντικές διαφωνίες μεταξύ μας σε εκτιμήσεις, προτεραιότητες, τακτικές. Η ΔΕΘ είναι ενδεικτική αυτών των αδυναμιών. Δε θα τις κρύψουμε αυτές τις αδυναμίες, αλλά και ούτε θα τις αφήσουμε να μας καταβάλλουν. Κανείς δεν πιστεύει και δεν πίστεψε ποτέ πως ο δικός μας δρόμος θα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Επίσης, ούτε έχουμε προχωρήσει στα αναγκαία βήματα πολιτικής ενοποίησης. Σε κάθε περίπτωση παραμένουμε ένα νέο εγχείρημα που ακόμα δοκιμάζεται. Επιλέξαμε και επιλέγουμε τους δύσκολους δρόμους. Και συνεχίζουμε γιατί ακριβώς πιστεύουμε πως ένα αντικαπιταλιστικό ρεύμα υπάρχει μέσα στην κοινωνία και ολοένα και περισσότερο αποδεικνύεται πως δε χωράει ούτε μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ ούτε μέσα στο ΚΚΕ ούτε μέσα στην Αναρχία. Αυτό ακριβώς το ρεύμα θα επιδιώξουμε να εκφραστεί μέσα από το ψηφοδέλτιό μας στις επερχόμενες εκλογές. Να λειτουργήσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ελκτικά για να αναδεχθεί ένας τρίτος πόλος, μια άλλη αριστερά της νίκης και του οράματος για μια άλλη κοινωνία. Ας παλέψουμε λοιπόν όλοι μαζί για να δούμε μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τη δικιά μας ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να φουντώνει παντού. Υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη μέσα στο καταχείμωνο.
Κάτω στο βάθος τόσα πέλματα βαριά.
Ακούω να' ρχεται καινούργιο βήμα
Τυφλή Εποχή, Μιχάλης Κατσαρός

 

πόσοι μας διάβασαν: