Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

80 Χρόνια από τις δίκες της Μόσχας




του Λέανδρου Μπόλαρη
Στις 19 Αυγούστου του 1936 μια μεγάλη δίκη ξεκίνησε στη Μόσχα. Αυτοί που κάθονταν στο εδώλιο κατηγορούνταν για εντυπωσιακά εγκλήματα. Ότι τον Δεκέμβρη του 1934 είχαν οργανώσει τη δολοφονία του Σεργκέι Μ. Κίροφ, του γραμματέα της κομματικής οργάνωσης του Λένινγκραντ, δηλαδή του «αφεντικού» της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Ρωσίας. Κι όχι μόνο αυτό αλλά σχεδίαζαν να δολοφονήσουν όλη την ανώτερη ηγεσία της χώρας και τον ίδιο τον Στάλιν. Όταν στις 24 Αυγούστου ο εισαγγελέας Βισίνσκι έκανε την αγόρευσή του ζήτησε «αυτά τα λυσσασμένα σκυλιά να τουφεκιστούν όλοι!»
Σε αυτά τα «σκυλιά» -οι κατηγορούμενοι ήταν συνολικά 16- συγκαταλέγονταν o Ζινόβιεφ, μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΣΔΕΚΡ) από το 1901 και των μπολσεβίκων από το 1903, μέλος της ΚΕ των μπολσεβίκων το 1917, και πρόεδρος της Κομμουνιστικής Διεθνούς μέχρι το 1926, ο Κάμενεφ, μέλος του κόμματος από το 1901, της ΚΕ των μπολσεβίκων και αναπληρωτής του Λένιν σαν πρόεδρος του συμβουλίου των λαϊκών επιτρόπων (πρωθυπουργός), ο Ιβάν Σμιρνόφ, εργάτης μέλος του ΣΔΕΚΡ από το 1899, μπολσεβίκος από το 1903, επικεφαλής των σοβιέτ και του κόκκινου στρατού που τσάκισε την αντεπανάσταση στα Ουράλια και την Σιβηρία το 1918-20.
Με άλλα λόγια, όλοι τους ανήκαν στην «παλιά φρουρά» των μπολσεβίκων. Από την άλλη, ο Βισίνσκι, ο αδυσώπητος εισαγγελέας, ήταν παλιός μενσεβίκος και τον Ιούλη του 1917 είχε υπογράψει το ένταλμα της σύλληψης που είχε εκδώσει η Προσωρινή Κυβέρνηση για τον Λένιν. Στη συνέχεια όμως κατάφερε να τρυπώσει στο μηχανισμό της νέας εξουσίας και να ανέρχεται τα σκαλοπάτια του όσο η γραφειοκρατία δυνάμωνε. Η παλιά γνωριμία με τον Στάλιν συνέβαλε στην ανέλιξή του.
Το κατηγορητήριο δεν περιλάμβανε το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε ένα έγγραφο, ούτε ένα σημείωμα, ούτε καν ένα γεγονός. Η μόνη «απόδειξη» ήταν οι ομολογίες των κατηγορουμένων. Ο Κάμενεφ, ο Ζινόβιεφ και άλλοι είχαν δικαστεί ξανά τον Γενάρη του 1935 και είχαν κριθεί ένοχοι για την ηθική αυτουργία της δολοφονίας του Κίροφ. Σε εκείνη τη δίκη οι δαιμόνιες διωκτικές αρχές δεν είχαν «ανακαλύψει» την πελώρια συνωμοσία που στόχο είχε την «παλινόρθωση του καπιταλισμού» και τη δολοφονία όλης της κομματικής ηγεσίας. Την ανακάλυψαν ενάμιση χρόνο μετά, αλλά στη δίκη του 1936 δεν υπήρξε καμιά αναφορά στην ετυμηγορία της προηγούμενης.
Έτσι κι αλλιώς το κατηγορητήριο αψηφούσε την ίδια τη λογική. Υποτίθεται ότι παλιοί μπολσεβίκοι που είχαν διαμορφωθεί πολιτικά και ιδεολογικά στην αντιπαράθεση με τα ρεύματα που επέλεγαν τη μέθοδο της ατομικής τρομοκρατίας, ξαφνικά το 1931-32 αποφασίζουν να υιοθετήσουν ακριβώς αυτή τη μέθοδο. Κι είναι τόσο ύπουλοι και αποτελεσματικοί που παρόλο ότι παρακολουθούνται στενά και μπαινοβγαίνουν στα απομονωτήρια και τις φυλακές, ούτε ένα στοιχείο της δράσης τους δεν αποκαλύπτεται.
Και ξαφνικά, τον Αύγουστο του 1936, αυτοί οι φοβεροί και τρομεροί συνωμότες όλοι, δίχως μια εξαίρεση,  ομολογούν «αυθορμήτως» και αυτομαστιγώνονται μπροστά στο δικαστήριο κατηγορώντας εαυτούς και αλλήλους για τα χειρότερα εγκλήματα. Οι «ομολογίες» τους είναι δυσδιάκριτες από τις αγορεύσεις του Βισίνσκι. Δεν είναι παράξενο, αφού και τα δυο γράφτηκαν από το ίδιο χέρι.
Ακόμα και έτσι, το «σενάριο» που έφτιαξε η μυστική αστυνομία κατ’ εντολή του Στάλιν είχε εμφανή λάθη. Για παράδειγμα, ένας από τους κατηγορούμενους, ο Χόλτζμαν, «ομολόγησε» ότι το καλοκαίρι του 1932 έκλεισε δωμάτιο στο ξενοδοχείο Μπρίστολ της Κοπεγχάγης και συναντήθηκε εκεί με τον Τρότσκι και τον γιό του τον Λ. Σεντόφ για να πάρει οδηγίες. Όμως, το ξενοδοχείο Μπρίστολ είχε κατεδαφιστεί το… 1917!
Οι ασυναρτησίες έφτασαν σε νέα ύψη στις επόμενες δίκες: την «δίκη των 17» τον Γενάρη του 1937, τη μυστική δίκη του στρατάρχη Τουχατσέφσκι κι άλλων στρατηγών τον ιούνη της ίδιας χρονιάς, και τη «δίκη των 21» τον Μάρτη του 1938.
Κατηγορούμενοι
Στην δίκη των 17, οι κατηγορούμενοι, πάλι παλιοί μπολσεβίκοι οι περισσότεροι (Πιατάκοφ, Ράντεκ, Σοκόλνικοφ, Σερεμπριάκοφ κ.α) εκτός από την συνεργασία με τους ναζί και τον…Μικάδο της Ιαπωνίας για να φέρουν τον καπιταλισμό με μια κυβέρνηση Τρότσκι-Ζινόβιεφ, «ομολόγησαν» ότι έκαναν και εκτεταμένο οικονομικό σαμποτάζ. Πώς μια χούφτα συνωμότες μπορούσαν μόνο το 1934 να οργανώσουν 1.400 εκτροχιασμούς τρένων έμεινε ανεξήγητο.
Στη δίκη των στρατηγών η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της Ρωσίας στάλθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ως συνωμότες. Στις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν οι 3 από τους 5 στρατάρχες, οι 3 από τους 4 διοικητές στρατιών και οι δώδεκα υποδιοικητές τους, οι 60 από τους 97 διοικητές σωμάτων στρατού, οι 136 από τους 199 διοικητές μεραρχιών (και αντίστοιχα στο ναυτικό) εκτελέστηκαν ως πράκτορες της φασιστικής Γερμανίας.
Στη δίκη των 21, εξοντώθηκε ο Μπουχάριν, ο παλιός θεωρητικός των μπολσεβίκων που ο Λένιν στη πολιτική του διαθήκη αποκαλεί «το αγαπημένο παιδί του κόμματος». Σ’ αυτή τη δίκη «αποκαλύφτηκε» ότι ο Τρότσκι ήταν πράκτορας των γερμανικών υπηρεσιών από το…1921 με αμοιβή 250 χιλιάδες χρυσά μάρκα ετησίως. Δηλαδή ο Τρότσκι που ως ηγέτης του Κόκκινου Στρατού το 1921 βρισκόταν στον κολοφώνα της φήμης και της δύναμής του, αποφασίζει να γίνει πληρωμένος πράκτορας της διαλυμένης Γερμανίας έναντι ενός ευτελούς ποσού. Ίσως γι’ αυτό το 1926 αποφασίζει, πάντα σύμφωνα με τις «ομολογίες» να γίνει και πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών.
Όπως διαπιστώνουμε, ο σημαντικότερος κατηγορούμενος και ο «μεγάλος απών» των δικών ήταν βέβαια ο Λέον Τρότσκι. Ήταν ο πρώτος μπολσεβίκος που είχε σηκώσει το ανάστημα, ήδη από το 1923, ενάντια στο σταδιακό πνίξιμο της επανάστασης από την γραφειοκρατία, και είχε συγκρουστεί με τον Στάλιν για αυτό το λόγο.
Άνθρωποι σαν τον Κάμενεφ και τον Ζινόβιεφ (αργότερα ο Μπουχάριν) είχαν υπογράψει επανειλημμένα δηλώσεις μετανοίας για τις αντιπολιτευτικές τους θέσεις. Κάθε νέος συμβιβασμός έστρωνε το δρόμο για τον επόμενο εξευτελισμό τους. Όταν έφτασαν στο εδώλιο του κατηγορούμενου το 1936 περίμεναν κάτι ανάλογο. Ήταν σκιές του παλιού τους εαυτού. Αυτή τη φορά ο Στάλιν τους ξεγέλασε: μετά τον δημόσιο εξευτελισμό ήρθε το εκτελεστικό απόσπασμα.
Όμως, ο Τρότσκι είχε μείνει ακλόνητος στις αρχές του. Για τον Τρότσκι τα ιδανικά κι οι κατακτήσεις του Οκτώβρη του 1917 ήταν ασυμβίβαστα με την εξουσία της γραφειοκρατίας. Γι’ αυτό ο Στάλιν τον εξόρισε στην Κεντρική Ασία το 1928, και μετά τον απέλασε από την Ρωσία το 1929. Το 1936, όταν ξεκινούσε η πρώτη δίκη βρισκόταν στην Νορβηγία που του είχε δώσει προσωρινά άσυλο, αλλά χωρίς δικαίωμα να απαντάει στις συκοφαντίες που πλημμύριζαν το διεθνή τύπο.
Ο παραλογισμός των κατηγοριών των δικών της Μόσχας ήταν φανερός σε σύγχρονους σχολιαστές. Ο Βίκτορ Αντλερ, ο θεωρητικός της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας, τις παρομοίωσε με τις «δίκες των μαγισσών» στην Αμερική του 17ου αιώνα. Για τους φιλελεύθερους απολογητές του καπιταλισμού οι δίκες της Μόσχας ήταν και παραμένουν η απόδειξη ότι οι επαναστάσεις είναι σαν τον Κρόνο που έτρωγε τα παιδιά του: ολοκληρωτικές ιδεολογίες γεννάνε ολοκληρωτικά καθεστώτα που «τρώνε» τους εμπνευστές τους.
Χάσμα
Τέτοιες απόψεις αγνοούν το χάσμα που χωρίζει την επαναστατική περίοδο από τον Οκτώβρη του 1917 και μετά με τη δεκαετία του ’30. Αυτό που συνέβη από τις αρχές εκείνης της δεκαετίας ήταν ένας μονόπλευρος εμφύλιος πόλεμος της γραφειοκρατικής άρχουσας τάξης ενάντια στους εργάτες και τους αγρότες.
Το κράτος της δεκαετίας του ’30 δεν ήταν εργατικό, ήταν η ενσάρκωση του κρατικού καπιταλισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αριθμός των ανθρώπων που εξορίζονταν και κρατούνταν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας έφτασε από 1.500.000 το 1930 στα 11.500.000 το 1938 στο αποκορύφωμα του Τρόμου.
Ο Τρόμος που εγκαινίασαν οι δίκες πήρε παράλογες διαστάσεις. Η μυστική αστυνομία έκανε τις συλλήψεις και τις εκκαθαρίσεις με βάση πλάνα που έπρεπε να «πιαστούν και να ξεπεραστούν» όπως όλα τα πλάνα που έβαζε το καθεστώς στην οικονομία. Όμως, η εξήγηση είναι ορθολογική.
Στις εκκαθαρίσεις εξοντώθηκε η παλιά φρουρά των μπολσεβίκων. Ο Τρότσκι δεν υπέρβαλλε όταν έγραφε ότι ένα ποτάμι αίματος χωρίζει τον μπολσεβικισμό από τον σταλινισμό. Με αυτό τον τρόπο ο Στάλιν εξάλειψε κάθε πιθανό σημείο συσπείρωσης για την κοινωνική δυσαρέσκεια που γεννούσε η πολιτική της γραφειοκρατίας.
Η απόδοση όλων των οικονομικών αποτυχιών, της σπατάλης, της κακοδιαχείρισης και της διαφθοράς που γεννούσε η κούρσα της ιλιγγιώδους εκβιομηχάνισης στη «σαμποταριστική δράση» μιας χούφτας συνωμοτών βόλευε την γραφειοκρατία και τον Στάλιν προσωπικά. Παρομοίως, η συκοφάντηση του Τρότσκι ως «φασίστα πράκτορα» ήταν το αντίδοτο στην αίγλη που εξακολουθούσε να είχε το όνομά του μέσα στην Ρωσία.
Τέλος, οι εκκαθαρίσεις που πυροδότησαν οι δίκες εξασφάλισαν την πειθαρχία της ίδιας της άρχουσας τάξης κάτω από την σιδερένια πυγμή του «μεγάλου ηγέτη». Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 1.996 αντιπροσώπους στο 17ο συνέδριο του κόμματος το 1934, το επονομαζόμενο και «συνέδριο των νικητών», οι 1.108 εκτελέστηκαν τα επόμενα πέντε χρόνια όπως και τα 118 από τα 139 τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ που είχε εκλέξει.
Οι Δίκες της Μόσχας σηματοδότησαν την πλήρη, σε φυσικό επίπεδο, ρήξη του σταλινικού καθεστώτος με την γενιά του Οκτώβρη του 1917. Δεν υπάρχει καμιά φυσική συνέχεια ανάμεσα στον Λένιν και τον Στάλιν, στην επανάσταση και την αντεπανάσταση στην Ρωσία. Το πραγματικό λάβαρο της κοινωνικής απελευθέρωσης δεν κυμάτιζε στο Κρεμλίνο. Το κρατούσαν στα χέρια τους οι χιλιάδες πραγματικοί μπολσεβίκοι, οι «τροτσκιστές» που έμειναν ακλόνητοι στις αρχές τους και εκτελέστηκαν κατά εκατοντάδες στα στρατόπεδα εξορίας της Βορκούτα το Μάρτη του 1938.
Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αλληλεγγύη τ. 1237
ergatiki.gr

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

«Ο επαναστάτης»: μια ιστορία ανυπακοής

          
Μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία που υιοθετεί το βλέμμα των «κάτω», των φτωχών και καταπιεσμένων.

Ξέραμε την ταινία «Ο Μισισιπής καίγεται»· τώρα γνωρίζουμε τον Μισισιπή που αντιστέκεται.

H ταινία Free State of Jones (παίζέται στις ελληνικές αίθουσες με τον τίτλο: «Ο επαναστάτης»)  αφηγείται την πραγματική ιστορία του Νιούτον Νάιτ, ενός φτωχού λευκού αγρότη του Μισισιπή, που λιποτάκτησε από το στρατό των Νοτίων το 1862, στον δεύτερο χρόνο του Εμφύλιου Πολέμου. Στη συνέχεια ο Νάιτ κήρυξε αντάρτικο ενάντια στην ίδια τη χώρα του συμμαχώντας με φτωχούς λευκούς αγρότες και με δραπέτες δούλους. Πρόκειται για μια από τις άγνωστες σελίδες της αμερικανικής ιστορίας, αφού την εποχή που γραφόταν το σενάριο μόνο τέσσερα βιβλία είχαν εκδοθεί για τον Νάιτ (σήμερα έχουν γίνει έξι).
Εξαρχής διευκρινίζεται ότι oι Νότιοι δεν πολεμούσαν για «της πατρίδας της τιμής» αλλά για να παραμείνουν οι πλούσιοι του Νότου πλούσιοι. Ήταν ο «πόλεμος για το βαμβάκι». Σύμφωνα με το «Νόμο των Είκοσι Νέγρων» (Τwenty Negro Law), οι γαιοκτήμονες που είχαν 20 δούλους απαλάσσονταν από την υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας, το ίδιο και οι γιοι τους. Αυτό σήμαινε ότι στο στρατό υπηρετούσαν οι πιο φτωχοί, ενώ ο στρατός είχε δικαίωμα να παίρνει το 10% της παραγωγής των «ελεύθερων» αγροτών (στην πραγματικότητα, τους άφηνε το 10%): ζώα, δημητριακά, ακόμα και το ύφασμα που είχαν υφάνει οι γυναίκες στον αργαλειό. Ο Νάιτ γίνεται ένα είδος Ρομπέν των Δασών για τους φτωχούς λευκούς της επαρχίας Τζόουνς και οργανώνει έναν ένοπλο αγώνα ενάντια στο δικό του κράτος. Το καταφύγιό του είναι οι βάλτοι του Μισισιπή που είναι απροσπέλαστοι από το ιππικό των Νοτίων.
Μέσα σε δυο-τρία χρόνια, ο «στρατός» του Νάιτ αριθμεί περίπου 1.000 άντρες, λευκούς και μαύρους, ενώ στο πλευρό τους πολεμούν γυναίκες και παιδιά. Οι δυνάμεις του ελέγχουν τρεις επαρχίες, δηλαδή τον μισό Μισισιπή και υψώνουν τη σημαία της Ένωσης, των Βορείων, στο δικαστήριο της πρωτεύουσας της επαρχίας και ιδρύουν την «Ελεύθερη Πολιτεία της Τζόουνς». Ο στρατός του Νότου στέλνει εναντίον τους μια μεραρχία, ενώ οι Βόρειοι, από τους οποίους ο Νάιτ έχει ζητήσει βοήθεια σε οπλισμό, δεν τους υπολογίζουν σαν κανονικό στράτευμα. «Δεν έχουμε καμία πατρίδα», είναι το συμπέρασμα του Νάιτ. Μπροστά στον κίνδυνο της σφαγής, οι αντάρτες του Νάιτ σκορπίζονται κι επιστρέφουν στους βάλτους.
Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι η λιποταξία του Νάιτ και το δεύτερο είναι η συγκρότηση του στρατού του. Το τρίτο μέρος δείχνει πώς η δουλεία ναι μεν καταργήθηκε στα χαρτιά, όμως η εκμετάλλευση της εργασίας συνεχίστηκε, ο ρατσισμός και οι φυλετικές διακρίσεις βάθυναν και η πολιτική εξουσία άφησε να γεννηθεί το τέρας της Κου-Κλουξ-Κλαν.
Η ταινία καταγράφει και την προσωπική ζωή του Νάιτ που μετά τον Εμφύλιο απέκτησε πέντε παιδιά με τη Ρέιτσελ, μια μαύρη σκλάβα και συντρόφισσά του στο αντάρτικο, ενώ είχε άλλα εννέα παιδιά από τη λευκή σύζυγό του. Και οι δύο οικογένειες ζούσαν στο ίδιο αγρόκτημα των 16.000 στρεμμάτων το οποίο ο Νάιτ κληροδότησε στη Ρέιτσελ, καθώς ο νόμος δεν του επέτρεπε να την παντρευτεί, κι έτσι εκείνη έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα γαιοκτήμονας στο Νότο. Το 1948 ένας δισέγγονος του Νάιτ καταδικάστηκε στην πολιτεία του Μισισιπή επειδή παραβίασε τη νομοθεσία περί «μεικτών γάμων» καθώς το ένα όγδοο του αίματός του ήταν μαύρο. Η ταινία προβάλλει με διακριτικότητα τη σχέση του Νάιτ με τη Ρέιτσελ, αποφεύγοντας τη συναισθηματική εκμετάλλευση μιας αβανταδόρικης ιστορίας.
Όπως διαβάζουμε στο έγκριτο περιοδικό Σμιθσόνιαν, πολλοί συμπατριώτες του Νάιτ τον μίσησαν (κι εξακολουθούν να τον μισούν) όχι γιατί πρόδωσε την πατρίδα του, αλλά επειδή έκανε παιδιά με μια μαύρη. Μάλιστα, οι σημερινοί απόγονοί του ανήκουν σε τρία διαφορετικά σόγια που σχεδόν δεν μιλούν μεταξύ τους: οι «Λευκοί Νάιτ», οι «Μαύροι Νάιτ» και οι «Λευκοί Νέγροι»!
Η ταινία δεν εξετάζει τα πολιτικά και οικονομικά αίτια του αμερικανικού Εμφυλίου, αλλά το πώς βίωσαν αυτόν τον πόλεμο οι πιο φτωχοί του Νότου και πώς κάποιοι πρωτοπόροι από αυτούς αντιστάθηκαν στη σφαγή και την εκμετάλλευση. Σκηνοθέτης είναι ο Γκάρι Ρος, δημουργός των επιτυχημένων ταινιών Αγώνες Πείνας (Hunger  Games), ενώ πειστικός στο ρόλο του Νάιτ είναι ο Μάθιου Μακόναχι. Ίσως αν ο Κόπολα ή ο Σκορσέζε σκηνοθετούσαν την «Ελεύθερη Πολιτεία της Τζόουνς», να προέκυπτε ένα αριστούργημα, όμως και πάλι ο Επαναστάτης είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία όχι μόνο γιατί φωτίζει μια άγνωστη για τους πολλούς πτυχή της Ιστορίας, αλλά και γιατί υιοθετεί το βλέμμα των «κάτω», των φτωχών και καταπιεσμένων.
Απορεί κανείς που η ταινία αγνοήθηκε ή υποτιμήθηκε από τους Έλληνες κινηματογραφικούς κριτικούς ή μάλλον την παρουσίασαν εντελώς διεκπεραιωτικά ενώ πρόκειται για μια άρτια παραγωγή την οποία σφραγίζει η παρουσία ενός από τους πιο ταλαντούχους Αμερικανούς ηθοποιούς (του Μάθιου Μακόναχι).

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Το άγαλμα κάποιας Όλγας


Επιστρέφοντας στην πόλη από τις καλοκαιρινές διακοπές, πέρα από τον ΕΝΦΙΑ και τους προς εξόφληση λογαριασμούς, οι πολίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι και με μία επιπλέον δυσάρεστη έκπληξη: την τοποθέτηση με σπουδή ενός κακόγουστου αγάλματος της «βασίλισσας» Όλγας επί της ομώνυμης λεωφόρου στη Θεσσαλονίκη, χωρίς καμία ιστορική αιτιολόγηση, αφού οι αυτοαποκαλούμενες «βασίλισσες» δεν ήταν τίποτε παραπάνω από βασιλικοί σύζυγοι.
Είναι σημαντικό ότι δεν υπάρχει καμία ιστορική βάση για την τοποθέτηση του νεόκοπου αυτού αγάλματος. Στον αντίποδα της εξιδανικευτικής αφήγησης, που καλλιεργεί τον μύθο της «λαοπρόβλητης, φιλανθρώπου, αγαθοεργούς και ουδόλως αναμειγνυομένης σε πολιτικά ζητήματα βασίλισσας Όλγας», αυτή δεν ήταν παρά ένας απολυταρχικός τοποτηρητής των διπλωματικών, πολιτικοϊδεολογικών στοχεύσεων της αυτοκρατορικής πολιτικής των Ρομανόφ, πληροφοριοδότρια της τσαρικής αυλής, άκρως θρησκόληπτη και πρόξενος της σοβαρής πολιτικής κρίσης των Ευαγγελικών και της δίωξης εναντίον του ποιητή Γ. Σουρή, που ήξερε και συγκάλυψε τους ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του ίδιου του συζύγου της Γεωργίου του Α'.
Το εν λόγω αναχρονιστικό και κακόγουστο, ύψους τριών μέτρων γρανιτένιο άγαλμα, είναι δωρεά στον δήμο Θεσσαλονίκης, της Πανρωσικής Στρατιωτικής Ιστορικής Ενωσης, του «Φιλανθρωπικού Ιδρύματος Ιβάν Σαββίδης», της «Ομοσπονδιακής Εθνικής και Πολιτιστικής Αυτονομίας των Ελλήνων της Ρωσίας» [της οποίας πρόεδρος είναι πάλι ο Σαββίδης] και του ρωσικού υπουργείου Πολιτισμού.
Είναι γνωστές οι βουλιμικές «επενδυτικές» πρακτικές του μεγαλομέτοχου της ΠΑΕ ΠΑΟΚ, μελλοντικού καναλάρχη κτλ, όπως και οι πολιτικές συναναστροφές του (Καμμένος, ακροδεξιός στρατηγός Φραγκούλης, Τζιτζικώστας, Μπουτάρης κ.α.). Το βασικό όμως ζήτημα που αναδεικνύεται είναι ότι αντί να απαγκιστρωθεί η Θεσσαλονίκη από την ακροδεξιά κιτς αισθητική, την οποία είχαν επιβάλει χουντικά και βασιλόφρονα στοιχεία που πρωταγωνιστούν εδώ και δεκαετίες στη διαμόρφωση του πολιτικού, πολιτιστικού και ιστορικού τοπίου της πόλης, προστίθεται άλλο ένα κιτς άγαλμα μιας γαλαζοαίματης εκπροσώπου ενός αναχρονιστικού θεσμού, που δεν πρόσφερε τίποτε στην ίδια την πόλη.
Βέβαια, η τοποθέτηση του αγάλματος δεν έχει να κάνει απλώς με φιλοβασιλικά συναισθήματα αλλά με τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες της ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα, από την τοποθέτηση ενός τοποτηρητή της τσαρικής πολιτικής πριν ενάμιση αιώνα, μέχρι την ανάδειξη της «προαιώνιας» ελληνορωσικής φιλίας σήμερα. Και γι’ αυτή τη χειραγώγηση του παρελθόντος και της συλλογικής μνήμης και την οπισθοδρόμηση, έχουν βαρύτατες ευθύνες όσοι υποκύπτουν στις σκοπιμότητες του νέου ισχυρού του χρήματος και κυρίως οι δημοτικοί και περιφερειακοί «άρχοντες».
Συνεπώς, η ανέγερση μνημείων αποτελεί πράξη πολιτική. Ο παραπάνω κανόνας φαίνεται να βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση του νέου αγάλματος της Θεσσαλονίκης. Το εν λόγω άγαλμα αποσκοπεί στη μνημονική ανάκληση ενός θεσμού άκρως αναχρονιστικού και καταπιεστικού, εχθρού όλων των κοινωνικών αγώνων που ξέσπασαν στον τόπο μας και στην καλλιέργεια πνεύματος υποτέλειας των δημοτών απέναντι σε ιστορικά πρόσωπα σκοταδιστικών εξουσιαστικών θεσμών, των οποίων η ιστορική διαδρομή μόνο ζημιογόνα θα μπορούσε να θεωρηθεί. Έτσι λοιπόν, τιμώνται -και με το παραπάνω- πρόσωπα του παρελθόντος χωρίς καμιά ιστορική προσφορά, ενώ πέφτουν στη λήθη λαϊκοί αγώνες και τοπικοί κοινωνικοί αγωνιστές, όπως πχ η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τη ναζιστική κατοχή και οι άνθρωποι και τα τοπωνύμια που σχετίζονται μ’ αυτήν. Τέλος, το συγκεκριμένο μνημείο εξυπηρετεί την κολακεία συντηρητικών κύκλων της πόλης, οι οποίοι συνδέονται με τον χρηματοδότη, που απ’ ότι φαίνεται χρησιμοποιεί κάθε μέσο προκειμένου να προβληθεί και να εδραιώσει την παρουσία του στην πόλη.
Η Πρωτοβουλία για ένα Κέντρο Μελετών Θεσσαλονίκης, μπροστά στην κυρίαρχη μνήμη που διαμορφώνεται από τους επίσημους θεσμούς, προτάσσουμε τη μνήμη των από «κάτω», των αφανών κοινωνικών αγωνιστών της πόλης· αυτών που δεν έχουν πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας. Φέρνοντας στο προσκήνιο τους αποκλεισμένους από την επίσημη συλλογική μνήμη, για χάρη βασιλιάδων, πολιτικών και ευεργετών, επιδιώκουμε να καταρρίψουμε τα ηγεμονικά αφηγήματα που ταλαιπώρησαν για πολλά χρόνια την ιστορική μνήμη της Θεσσαλονίκης.
Πρωτοβουλία για ένα Κέντρο Μελετών Θεσσαλονίκης

πόσοι μας διάβασαν: