|
Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016
ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016
ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ, ΤΕΤΑΡΤΗ 27 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016
Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), ο Όμιλος Μελέτης Ιστορίας & Κοινωνίας (ΟΜΙΚ) και το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας σας προσκαλούν την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου στις 7.00 μ.μ. στο Kreuzberg (Πλαταιών 36, Κεραμεικός) στη συζήτηση:
Τα πρόσωπα του αυταρχισμού: οι διώξεις των «Ακαδημαϊκών για την ειρήνη», οι Κούρδοι «εχθροί» και τα δικαιώματα στην Τουρκία του Ερντογάν
Ομιλητές:
Φώτης Μπενλίσοϊ, ιστορικός, περιοδικό Başlangıç (Ξεκίνημα)
Σινάν Μπιρντάλ, πολιτικός επιστήμονας, επίκουρος καθηγητής τμ. Διεθνών Σχέσεων (Πανεπιστήμιο Ισίκ, Κωνσταντινούπολη)
Φραγκώ Καράογλαν, μεταφράστρια
Συντονίζει η Κωνσταντίνα Ανδριανoπούλου, ιστορικός - εκπαιδευτικός
Τα πρόσωπα του αυταρχισμού: οι διώξεις των «Ακαδημαϊκών για την ειρήνη», οι Κούρδοι «εχθροί» και τα δικαιώματα στην Τουρκία του Ερντογάν
Ομιλητές:
Φώτης Μπενλίσοϊ, ιστορικός, περιοδικό Başlangıç (Ξεκίνημα)
Σινάν Μπιρντάλ, πολιτικός επιστήμονας, επίκουρος καθηγητής τμ. Διεθνών Σχέσεων (Πανεπιστήμιο Ισίκ, Κωνσταντινούπολη)
Φραγκώ Καράογλαν, μεταφράστρια
Συντονίζει η Κωνσταντίνα Ανδριανoπούλου, ιστορικός - εκπαιδευτικός
Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016
Οι σοδομίτες
Σπύρος Μαρκέτος στο info-war
Η ιδέα της θεοξενίας, ότι δηλαδή ο ξένος μπορεί και να είναι μεταμφιεσμένος θεός, κι επομένως τον αντιμετωπίζουμε με σεβασμό, γενναιοδωρία και ευγένεια, έχαιρε ευρύτατης αποδοχής στην κλασική αρχαιότητα κι ενσωματώθηκε εξαρχής στη χριστιανική ηθική. Παραδειγματικά προβάλλεται στην ιστορία της γέννησης, μέσα στη φάτνη, του πρόσφυγα, ή μάλλον λαθρομετανάστη, σύμφωνα με την ανατριχιαστική σημερινή ορολογία, Ιησού.
Στη Βίβλο η κακομεταχείριση του ξένου είναι θανάσιμο αμάρτημα. Για παράδειγμα, στη Γένεση δυο άγγελοι εμφανίζονται με τη μορφή ξένων στην είσοδο των Σοδόμων. Ο Λωτ, που και ο ίδιος δεν είναι ντόπιος, τούς προσφέρει φιλοξενία, αλλά οι συμπολίτες του έχουν βαλθεί να τούς βιάσουν, με αποτέλεσμα φωτιά και θειάφι σταλμένα από τον ουρανό να κάψουν την πόλη. Η έμφαση στις σεξουαλικές διαστάσεις της ιστορίας είναι πολύ νεότερη, και προσαρτήθηκε κυρίως στο πλαίσιο του ακραία μισογυνικού πολιτισμού που ο καπιταλισμός ανέπτυξε μετά το 1500.
Το ηθικό δίδαγμα του κειμένου όσον αφορά το σεξ είναι, για να πούμε το λιγότερο, συγχυσμένο. Στη μετάφραση των Εβδομήκοντα ο Λωτ, προκειμένου να σώσει τους ξένους, προσφέρει τις παρθένες θυγατέρες του στον ανδρικό όχλο “καὶ χρᾶσθε αὐταῖς, καθὰ ἂν ἀρέσκῃ ὑμῖν”. Οι γυναίκες των σοδομιτών καίγονται ζωντανές μολονότι δεν συμμετέχουν στην επίθεση ενάντια στους λαθρομετανάστες αγγέλους, ενώ οι κόρες του Λωτ πλαγιάζουν με τον πατέρα τους χωρίς να προκαλέσουν το μένος του Παντοδύναμου· αντίθετα, ανταμείβονται με μια μακριά σειρά απογόνων. Από την άποψη του σεξ δεν είναι άψογοι ο Λωτ και η οικογένειά του, ούτε με τα κριτήρια της εποχής τους ούτε με τα δικά μας, αλλά παρ’ όλα αυτά διαπραγματεύονται άνετα με τους αγγέλους και απολαμβάνουν τη θεϊκή εύνοια.
Οι αρχαίες και μεσαιωνικές αναφορές στην «αμαρτία των Σοδόμων», μάς εξηγεί ο Τζων Μπόσγουελ, ένας από τους διαπρεπέστερους ιστορικούς, δεν τήν συνέδεαν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, με τις παραδοσιακές γενετήσιες ατασθαλίες των σοδομιτών, οι οποίες για πολύ καιρό προηγουμένως δεν είχαν κάνει να ξεσπάσει η οργή του Υψίστου. Αντίθετα, θεωρούσαν αιτία της τιμωρίας την προσβολή του ιερού καθήκοντος της φιλοξενίας. Ο Ναχμανίδης, περίφημος λόγιος, σχολιάζοντας εκτενώς το σχετικό εδάφιο της Γένεσης, προοικονομούσε τη γνώμη των σύγχρονων μελετητών όταν υποστήριζε πως ο διαβόητος σοδομιτισμός αφορούσε σαφώς και αδιαμφισβήτητα την αφιλοξενία και όχι τη σεξουαλικότητα:
Ο σκοπός τους [των κατοίκων των Σοδόμων] ήταν να σταματήσουν τους ανθρώπους που έρχονταν να ζήσουν ανάμεσά τους […] επειδή πίστευαν πως πάρα πολλοί ήθελαν να έρθουν για να μείνουν στη γη τους, που ήταν εξαιρετική κι έμοιαζε με τον Παράδεισο, και περιφρονούσαν την ελεημοσύνη […] Σύμφωνα με τη γνώμη των ραβίνων μας, επιδίδονταν ασύδοτα σε κάθε λογής κακίες. Αλλά τη μοίρα τους τήν σφράγισε αυτή ακριβώς η αμαρτία.
Αυτή ακριβώς η συλλογική αμαρτία, ή μάλλον κάτι πολύ χειρότερο, όχι απλώς η σκληρόκαρδη αφιλοξενία αλλά ο αμείλικτος και συστηματικός διωγμός των κατατρεγμένων, αδιανόητος μέχρι πρόσφατα, μάς έχει γίνει δυστυχώς πλέον οικεία. Είναι η νέα καθημερινότητά μας. Είναι σήμερα νόμος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθεστώς στα ελληνικά σύνορα, και διεστραμένη ηδονή της πιο μαυρης δεξιάς που τώρα πια συχνά φορά ροζ. Άραγε όταν θα γκρεμιστεί η ανάποδη πυραμίδα χρέους που αιωρείται πάνω από τα κεφάλια μας, και θ’ ακολουθήσουν όλα όσα είναι γραφτό ν’ ακολουθήσουν, θα συνδέσει κανείς την κατάρρευση της Δύσης με την ευρωπαϊκή θηριωδία απέναντι στους πρόσφυγες;
Ο ελληνικός λαός δεν θυμίζει τους σοδομίτες που κατακεραύνωσε ο βιβλικός τιμωρός. Προσφέροντας από το υστέρημά μας στις ανθρώπινες μάζες που ο καπιταλισμός ξεριζώνει, χτίζοντας δίκτυα αλληλεγγύης στους κατατρεγμένους, και βοηθώντας τους να ξεφύγουν από τα νύχια του κράτους και των ΕςΕς της Φρόντεξ, αποδρούμε κι εμείς σαν τον Λωτ από την τιμωρία των αμαρτωλών. Η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη και η αυτενέργεια που έτσι κρυσταλώνονται απομακρύνουν την υστερία, την κατάθλιψη και την απουσία νοήματος που μαστίζουν τον νεοφιλελεύθερο κτητικό ατομικιστή. Οι σημερινοί σοδομίτες δεν τιμωρούνται με φωτιά από τον ουρανό, αλλά με όλες τις σωματικές και ψυχικές αρώστιες που ταλανίζουν τους σκλάβους του ύστερου καπιταλισμού.
Ενώ η κινητοποίηση λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά, είναι ακόμη πιο χειροπιαστά τα πρακτικά της αποτελέσματα. Εγκαρδίωση και οργάνωση είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, που και οι δυο μαζί βοηθούν ν’ αντέξουμε τις μνημονιακές δοκιμασίες και τελικά ν΄ανατρέψουμε τον καπιταλισμό της καταστροφής. Γύρω από αυτά ακριβώς τα δίκτυα συμπαράστασης, στα οποία συμμετέχει και αρκετός μη πολιτικοποιημένος ή κάθε πολιτικής απόχρωσης κόσμος, μπορούν να φτιαχτούν νέες ζωντανές ταξικές συλλογικότητες. Τέτοια δίκτυα, ανοιχτά, φιλόξενα, ριζοσπαστικά, και στημένα από τα κάτω, αλλά σε στενή συνεργασία με την Ανταρσύα και άλλες αντικαπιταλιστικές και αναρχικές οργανώσεις, κι ενάντια σε ΣΕΒ, Σύριζα και ΚΚΕ, κέρδισαν πρόσφατα μια τακτική νίκη στις Σκουριές. Η Ελντοράντο και συνολικά οι καπιταλιστές και το πολιτικό προσωπικό τους έχασαν. Η φιλοξενία προστατεύει τον αδύναμο ξένο, όχι τον άρπαγα και τον δυνάστη. Ούτε εκπλήσσει ότι όσοι κακομελετούν τους πρόσφυγες όλον αυτό τον καιρό γλύφουν τον κώλο των καναδών εγκληματιών.
Ζούμε σε μια κοινωνία όπου κυβερνούν σοδομίτες, με τη βιβλική έννοια του όρου. Όπως ο Μουζάλας και ο Σταθάκης και όλοι οι άλλοι υπουργοί που συνυπέγραψαν τη μονιμοποίηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Βιβλικός σοδομίτης είναι και ο Άνθιμος, του «τούς αγαπάμε, αλλά δεν χωράμε», αλλά και ο Μπουτάρης, του «ο δήμος μπορεί μόνο να δώσει ασπιρίνες». Βιβλικοί σοδομίτες είναι οι πολλοί περιφερειακοί σύμβουλοι του Σύριζα και οι λίγοι της Λαέ, στην παράταξη της Δούρου, που ψήφισαν να μοιραστούν εκατομμύρια στους εφοπλιστές ενώ αφήνουν πεινασμένους και γυμνούς μετανάστες και πρόσφυγες. Φυσικά και η Χρυσή Αυγή τέτοιοι σοδομίτες είναι, χωρίς καν να το κρύβουν. Όπως δεν το κρύβει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που εκφέροντας έναν αντιπροσφυγικό λόγο μίσους μέσα στη βουλή βάφτισε ανθρώπινο δικαίωμα της δεξιάς το να μιλά για ‘λαθρομετανάστες’. Αυτό είναι το ποιόν των ελλήνων φιλελευθέρων.
Βαρύς ένας τέτοιος χαρακτηρισμός; Αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις; Ωραία. Ποιός χαρακτηρισμός όμως τούς αρμόζει για τις χιλιάδες αποφεύξιμων θανάτων που προκάλεσαν στο Αιγαίο και αλλού, καθώς και για την απάνθρωπη συμπεριφορά απέναντι στους πρόσφυγες του ελληνικού κράτους; Συμπεριφορά παράνομη, που παραβιάζει όλες τις διεθνείς συνθήκες; Γιατί ακριβώς οι υπουργοί είναι τυπικά υπεύθυνοι για όσα κάνει το κράτος, είναι δικές τους οι υπογραφές κάτω από τους ναζιστικού τύπου νόμους. Δεν θέλουν να είναι υπεύθυνοι; Τότε ας παραιτηθούν.
Όπως είχε κάποτε συμβεί και με το Ολοκαύτωμα στη Γερμανία, οι ευθύνες για την κρατική κτηνωδία απέναντι στους πρόσφυγες μοιράζονται σε αναρίθμητους γραφειοκράτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών κρατών, έτσι ώστε κανένας να μην αισθάνεται ότι έχει προσωπική ευθύνη. Αλλά οι υπουργοί τουλάχιστον δεν έχουν δυνατότητα υπεκφυγής. Ούτε οι αρχισοδομίτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβούλιου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Και φυσικά ανάμεσά τους και ο δικός μας αρχισοδομίτης, ο Αλέξης Τσίπρας. Η ιδιοτέλεια, η κενότητα και η ακόρεστη εξουσιαστική δίψα τούτου του μιμητή του Μουσσολίνι κάνουν τη χώρα μας φονική, εχθρική και αφιλόξενη για ξένους και ντόπιους. Και στην πορεία κάνουν την αριστερά βρισιά χειρότερη από το σοδομισμό. Ο Σύριζα τώρα πια υποκρίνεται πως αριστερά σημαίνει θαλασσοπνίγω τους πρόσφυγες, καλλιεργώ την υποταγή και ποτίζω την κυνική απάθεια, οργανώνω τη γενοκτονία ηλικιωμένων και αδύναμων, και αρπάζω τα σπίτια φτωχών για να τα δώσω σε τραπεζίτες. Αν παρ’ ελπίδα τα καταφέρει, τότε η αριστερά κι εδώ θα εκλείψει, όπως χάθηκε στις χώρες που κάποτε ανήκαν στο σοβιετικό μπλοκ. Στο χέρι μας είναι να μην τον αφήσουμε.«Και σκόρπισαν τον τρόμο στους εκμεταλλευτές και τα τσιράκια τους»: η απεργιακή βία των ορειχαλκουργών εργατών της Αθήνας, 1933
Κώστας Παλούκης
Βία & Πολιτική:
ιδεολογίες, ταυτότητες, αναπαραστάσεις
Γ΄ Συνέδριο Νέων Ερευνητών
Το συνέδριο αφιερώνεται στη μνήμη του Νίκου Μπιργάλια
Στην παρούσα ανακοίνωση προσπαθώ να προσεγγίσω πλευρές της εργατικής βίας του μεσοπολέμου μέσα από την περίπτωση της απεργίας των ορειχαλκουργών εργατών της Αθήνας το 1933, μιας ελάσσονας απεργίας ενός ελάσσονος επαγγελματικού κλάδου. Ωστόσο, οι πηγές μου κυρίως οι αριστερές εφημερίδες της περιόδου, Ριζοσπάστης του ΚΚΕ και Πάλη των Τάξεων της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης, περιγράφουν ένα τεταμένο και συγκρουσιακό κλίμα. Η περίπτωση της απεργίας των ορειχαλκουργών καταδεικνύει την οξύτητα της σύγκρουσης ανάμεσα σε εργάτες και εργοδότες ενός παραδοσιακού χειροτεχνικού επαγγέλματος το οποίο έχει εξελιχθεί και έχεο σχετικά εκβιομηχανιστεί. Οι επαγγελματικές και πολλαπλές άλλες σχέσεις διαρρηγνύονται και διαμορφώνονται δύο πολωμένα στρατόπεδα, αλλά και μια μεγάλη γκρίζα ζώνη.
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τον κλάδο της ορειχαλκουργίας στην Αθήνα του 1933 προέρχονται κυρίως από μια έρευνα της εφημερίδας Πάλη των Τάξεων. Πρόκειται για ένα «επάγγελμα εκβιομηχανισμένο και με τάση τη συγκεντρωποίηση της παραγωγής και το μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας». Στην Αθήνα και τον Πειραιά έχει καταμετρήσει 470 εργάτες σε 20 περίπου εργοστάσια. Οι σχέσεις των εργοδοτών και των εργατών και προπαντός των ειδικευμένων ακόμα και στα μεγάλα εργοστάσια παρέμεναν στενές, σχεδόν φιλικές, ενώ ακόμα συνδέονταν με κουμπαριές και συγγένειες.(Πάλη των Τάξεων, 10/10/1933, 19/9/1933) Σε έναν μεγάλο βαθμό ο τόπος καταγωγής των περισσοτέρων ειδικευμένων εργατών ήταν η Ήπειρος ακολουθώντας την παράδοση της εθνικοτοπικής επαγγελματικής διασύνδεσης, αν και φαίνεται πως είχε μετριαστεί στις επόμενες γενιές.
Το σωματείο ιδρύθηκε το 1931 με την επωνυμία “Σωματείον Βιομηχάνων και Βιοτεχνών Ορειχλακουργών Αθηνών - Πειραιώς”. Η κύρια συνδικαλιστική δράση φαίνεται να προέρχεται από τους ηπειρώτες μάστορες και μάλιστα από συγκεκριμένες οικογένειες, μέλη των οποίων είναι γνωστοί ενεργοί συνδικαλιστές και σε άλλα επαγγέλματα με έντονο εθνοτοπικό-επαγγελματικό χαρακτήρα και ιδιαίτερη διασύνδεση με την Ήπειρο, όπως τον αρτεργατικό κλάδο. Η πρωτοβουλία της ίδρυσης προέρχεται από την εργατοπατερική παράταξη του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, δηλαδή του Νικόλαου Καλύβα. Τον Ιούλιο του 1932 το ΕΚΑ οργάνωσε μια μεγάλη απεργία σε διάφορους μηχανουργικούς κλάδους μεταξύ των οποίων και οι ορειχαλκουργοί, καθώς η κυβέρνηση Βενιζέλου συζητούσε το νομοσχέδιο επέκτασης του 8ώρου. Η απεργία κράτησε 8 ημέρες και κατέληξε, σύμφωνα με την συνδικαλιστική γλώσσα, σε “μερική” νίκη. Η απεργιακή επιτροπή αποτελούταν από “απλούς” εργάτες με ελάχιστη συνδικαλιστική εμπειρία οι οποίοι κατά γενικό κανόναν ακολουθούσαν τον Καλύβα, ενώ συμμετείχε σε αυτήν και ένας “συμπαθών” αρχειομαρξιστής. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ, όπως προκύπτει από τον Ριζοσπάστη, φαίνεται ότι απέτυχαν πλήρως να επικοινωνήσουν με το απεργιακό πνεύμα καθώς. Αντίθετα, οι αρχειομαρξιστές κατάφεραν να αποκτήσουν από πολύ νωρίς κάποιες επιρροές εξαιτίας των συγγενικών και εθνικοτοπικών σχέσεων ορειχαλκουργών εργατών με αρχειομαρξιστές αρτεργάτες συνδικαλιστές, δηλαδή με το βαρύ πυροβολικό του αρχειομαρξιστικού συνδικαλισμού στην Αθήνα. Μετά το τέλος της απεργίας οι αρχειομαρξιστές κατάφεραν να συγκροτήσουν μια δυναμική παράταξη και να κερδίσουν την διοίκηση του σωματείου καταλαμβάνοντας τις 5 από τις 9 θέσεις. Στο σωματείο είναι εγγεγραμμένοι 325 εργάτες, δηλαδή πάνω από τα 3/5 των εργατών του κλάδου, ενώ στις συνελεύσεις του συμμετέχουν 150-200 εργάτες. Ήταν δηλαδή ένας πολύ μαζικό σωματείο σε σχέση με άλλα της εποχής.
Η νέα διοίκηση επεξεργάστηκε αμέσως ένα πρόγραμμα διεκδικήσεων, το οποίο τύπωσε και μοίρασε στους εργάτες: αύξηση μεροκάματου κατά 30% στους εργάτες που έπαιρναν κάτω από 60 δρχ και 20% σε όσους έπαιρναν πάνω από 70 δρχ, πλήρης εφαρμογή 8ωρου, ενιαία ώρα εργασίας, κατάργηση της κατ’ αποκοπήν εργασίας, κατάργηση των προστίμων, κατάργηση των ασφαλίστρων (σε μερικά εργοστάσια οι εργοδότες παρακρατούσαν το 3%), προφυλαχτήρες στα εργοστάσια, ταμείο σύνταξης και ανεγίας, ίδρυση εργοστασιακών επιτροπών. Μέσα σε 4 μήνες, σύμφωνα με την αρχειομαρξιστική εφημερίδα, κατάφερε να επιτύχει 5 από τους αρχικούς στόχους, ουσιαστικά όσους βασίζονταν στην υπάρχουσα νομοθεσία. Εφαρμόστηκε το 8ωρο σε όλα τα εργοστάσια, καταργήθηκαν τα ασφάλιστρα, επιτεύχθηκε ενιαία ώρα εργασίας σ’ όλα τα εργοστάσια, καταργήθηκε η κατ’ αποκοπήν εργασία και περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό τα πρόστιμα. Επομένως, η αρχειομαρξιστική παράταξη αισθανόταν την δύναμη και την αυτοπεποίθηση να οργανώσει μια απεργία η οποία θα διεκδικούσε την ίδρυση ενός ασφαλιστικού ταμείου. Εξάλλου εκείνη την περίοδο η κυβέρνηση Τσαλδάρη κατέθετε προς διαβούλευση στην Βουλή το νομοσχέδιο για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Γι’αυτό το λόγο, εκτός από τους ορειχαλκουργούς, και άλλοι μηχανουργικοί κλάδοι, όπως οι σιδηρουργοί της Αθήνας και οι λεβητοποιοί του Πειραιά, οργάνωναν κινητοποιήσεις. Ο χαρακτήρας της απεργίας ήταν αρκετά διαφορετικός σχέση με την απεργία του 1932 καθώς βασιζόταν πάνω ένα καθαρά “επιθετικό” αίτημα. Μέχρι εκείνη την στιγμή οι διεκδικήσεις και οι απεργίες αφορούσαν την εφαρμογή στην πράξη κανονισμών και συνθηκών που ήταν ήδη κατοχυρωμένοι θεσμικά. Οι αρχειομαρξιστές εκτιμούσαν πως η κυβέρνηση Τσαλδάργ ήταν ευάλωτη στις εργατικές πιέσεις και θα υπερψήφιζε το νομοσχέδιο για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Όμως, όπως αποδείχτηκε, ήταν περισσότερο ευάλωτη στις πιέσεις της εργοδοσίας.
Το σχέδιο της αρχειομαρξιστικής διοίκησης ήταν να οργανωθεί απεργία σε ένα δύο μεγάλα εργοστάσια και στη συνέχεια να γενικευτεί. Πράγματι, κατάφεραν να προκαλέσουν απεργία στα δύο μεγάλα εργοστάσια που απασχολούσαν 70 και 45 εργάτες. Σύμφωνα με την εφημερίδα Ριζοσπάστης στο πρώτο υπάρχουν 6 απεργοσπάτες, ενώ στο δεύτερο μόνο ένας οι οποίοι δουλεύουν “υπό την προστασία της αστυνομίας”. (Ριζοσπάστης, 13/9/1933) Παράλληλα, η απεργιακή επιτροπή προπαρασκεύαζε μια μεγάλη γενική συνέλευση στην οποία θα κατέθετε πρόταση για γενική απεργία του κλάδου, ενώ οργάνωνε απεργιακές φρουρές στα εργοστάσια. Ωστόσο, η αστυνομία συνέλαβε την ηγεσία της απεργιακής επιτροπής και του ΔΣ καθώς σύμφωνα με την εφημ. Πάλη των Τάξεων “εξαπολύθηκε η πιο μεγάλη τρομοκρατία εναντίον των υπόλοιπων απεργών”. Οι αστυφύλακες και οι χαφιέδες γύριζαν τους δρόμους με τα ιδιωτικά αυτοκίνητα των εργοδοτών, συνελάμβαναν όσους απεργούς συαναντούσαν και τους υποχρέωναν να εργαστούν δια της βίας. “Μ’ αυτόν τον τρόπο”, υποστηρίζει η αρχειομαρξιστική εφημερίδα, “δημιουργήθηκαν οι πρώτοι απεργοσπάστες”. Τελικά, μετά από τρεις απόπειρες συνέλευσης μπόρεσαν να προκηρύξουν την γενική απεργία. Σε όλες τις συνελεύσεις του Σωματείου συμμετείχε ο Καλύβας ΕΚΑ, ο οποίος ανέλαβε διαμεσολαβητικό ρόλο με το κράτος, ενώ τον λόγο έπαιρναν εκπρόσωποι του Ενωτικού ΕΚΑ (σωματεία του ΚΚΕ) και της Προσωρινής Επιτροπής Συμβουλίων (σωματεία των αρχειομαρξιστών).
Τις πρώτες μέρες της γενικής απεργίας οι εργάτες δεν συμμετείχαν μαζικά. Η αρχειομαρξιστική παράταξη διαθέτοντας την εμπειρία των προηγούμενων ημερών οργανώθηκε έτσι ώστε να εμποδίσει την δημιουργία απεργοσπαστών. Το βασικό της όπλο ήταν η δημιουργία απεργιακών φρουρών και η τρομοκρατία των απεργοσπαστών. Από την άλλη μεριά το ίδιο όπλο χρησιμοποίησε και η εργοδοσία με την υποστήριξη της αστυνομίας. Διαβάζουμε στην Πάλη των Τάξεων: “Σ’ όλα τα εργοστάσια από πολύ πρωί ήταν σύντροφοί μας επικεφαλής των απεργών κι’ έπαιρναν τους μη απεργήσαντες εργάτες φέροντάς τους στη συνέλευση. Η συνέλευση παρουσίασε μεγάλη επιτυχία. Συγχρόνως σ’ ολόκληρο τον κλάδο δεν είχαν μείνει παρά 30-40 απεργοσπάστες.” “Οι απεργοσπάστες αντιμετωπίζονται ομαδικά μα η αστυνομία σαν πιστός φρουρός των συμφερόντων των εργοδοτών επετέθη με όπλα και συλλαμβάνει τους απεργούς για να τους τρομοκρατήσει και να σπάσει έτσι την απερία.” “Όλα γενικώς τα εργοστάσια φρουρούνται από αστυφύλακες και χαφιέδες”.
Η απεργιακή αυτή τρομοκρατία κράτησε μια ολόκληρη εβδομάδα. Συνολικά οργανώθηκαν 9 επιθέσεις εναντίον απεργοσπαστών και εργοστασίων. Οι τέσσερις στα δύο μεγάλα εργοστάσια. Η πιο εντυπωσιακή όμως επίθεση ήταν η βίαιη εκτόπιση των απεργοσπαστών από τα μαγαζιά στο Μοναστηράκι. Η αρχειομαρξιστική εφημερίδα περιγράφει με ένα ήρωικό ύφος τις επιθέσεις. «Σε μια θελλώδη επίθεση που κάναν στην οδό Ηφαίστου για το τσάκισμα των απεργοσπαστών δόσανε μια υπέροχη ταξική μάχη και γράψανε μια λαμπρή ιστορία στην ιστορία των αγώνων τους και των αγώνων της εργατικής τάξης ολόκληρης”. “Οι απεργοί ορειχαλκεργάτες έκαναν την εργατική γροθιά τους να μιλήσει. Και σκόρπισαν τον τρόμο στους εμεταλλευτές και τα τσιράκια τους”. Σε αυτή την σύγκρουση οι εργοδότες έβγαλαν πιστόλια κι άρχισαν να πυροβολούν, ενώ οι αστυνομικοί κυνήγησαν τους απεργούς χωρίς όμως να καταφέρουν να συλλάβουν κάποιον. Μπορεί να φανταστεί κανείς μια ομάδα 100 δυνατών εργατών εξοπλισμένων πιθανώς με γκλομπ να κινείται στην οδό Ηφαίστου καταστρέφοντας μαγαζιά, να εισέρχεται μέσα στην σύσκεψη των εργοδοτών και το εργοστάσιο να μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Η Πάλη των Τάξεων χάρισε σε αυτήν την επίθεση το κύριο πρωτοσέλιδο άρθρο το οποίο με τίτλο “Μπράβο” την εξυμνούσε. Από έμμεση πηγή στον Ριζοσπάστη επιβεβαιώνεται ότι τα ορειχαλκουργεία στο Μοναστηράκι βρίσκονταν όλα σε απεργία, ενώ η παράταξη του ΚΚΕ αδυνατούσε να έχει την στοιχειώδη παρέμβαση σε αυτά. (Ριζοσπάστης, 1/10/1933)
Γενικότερα, ο αρχειομαρξιστικός και ευρύτερα κομμουνιστικός τύπος παράγει μια καθημερινή ηρωική αφήγηση για τα γεγονότα, εξυμνεί την βία των εργατών και καταγγέλλει την κρατική και εργοδοτική βία. Η καταφυγή στην βία θεμελιώνεται ηθικά μέσα από έναν οξύ λόγο περί προδοτών και ηρωικών αγωνιστών. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο αστικός τύπος γενικά απουσιάζει από την αντιπαράθεση. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει ο εργοδοτικός λόγος τον οποίο μπορούμε ίσως να φανταστούμε να είναι επενδυμένος με την αντικομμουνιστική ρητορική της εποχής. Οι δύο αυτοί λόγοι ορίζουν δυό διαφορετικές μορφές πρόσληψης της ελευθερίας και των δικαιωμάτων. Από τη μία είναι το δικαίωμα στην εργασία και από την άλλη το δικαίωμα στην απεργία. Από τη μία η υποταγή στην δημοκρατία του εργατικού σωματείου ακόμα και όσων διαφωνούν με την απεργία και από την άλλη η υποταγή στην εργοδοτική και εργασιακή ιεραρχία, στο νόμιμο και αναγνωρισμένο από το κράτος ΕΚΑ όσων επιθυμούν την απεργία, δηλαδή στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων.
Σύμφωνα με το αρχειομαρξιστικό έντυπο η απεργία οδηγήθηκε σε ήττα μετά από 22 ημέρες εξαιτίας της παρελκυστικής τακτικής του Καλύβα, της έλλειψης οικονομικής στήριξης από το ΕΚΑ, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη εξαιτίας της προδοσίας των “αρχειοφασιστών”. Οι αρχειομαρξιστές υποστήριζαν πως τις τελευταίες ημέρες ουσιαστικά τα περισσότερα εργοστάσια λειτουργούσαν και η λύση της απεργίας ήταν απλά ζήτημα τυπικό και αναγκαίο για να μην εκφυλιστεί περισσότερο.
Αυτό που καταλαβαίνει κανείς πίσω από τις γραμμές της ηρωικής αφήγησης είναι ότι ο ορειχαλκουργικός κόσμος δεν συμμετείχε σε αυτήν την απεργία ενεργά ομόθυμος. Οι πατερναλιστικές σχέσεις των εργατών με τους εργοδότες αποτέλεσαν καθοριστικοί σημαντικοί παράγοντες της απροθυμίας και ευρύτερα της ήττας. Η αρχειομαρξιστική παράταξη αναφέρεται στην αδυναμία του “υποκειμενικού παράγοντα” και υποστηρίζει ρητά ως αιτία τον παράγοντα κουμπαριάς και συγγένειας εργατών και εργοδοτών, ενώ δεν κρύβει πως δυσκολευόταν αρχικά να πείσει τους εργάτες των μεγάλων εργοστασίων να απεργήσουν. Διαφαίνεται ότι την πρωτοβουλία για την απεργία είχαν οι μάστορες των μικρών εργαστηρίων, ενώ η βάση της απεργίας στα μεγάλα εργοστάσια ήταν η ημι-ειδικευμένη νεολαία. Για αυτό το λόγο η σύγκρουση στα μεγάλα εργοστάσια έλαβε τόση μεγάλη ένταση, δηλαδή ενείχε πιθανόν στοιχεία ρήξης ανάμεσα στην καλοπληρωμένη ειδικευμένη παλαία εργατική βάρδια και την κακοπληρωμένη νέα ημι-ειδικευμένη ή ανειδίκευτη. Η πρώτη εργατική γενιά λόγω της συντεχνιακής παράδοσης και επειδή ίσως να καταγόταν από την Ήπειρο πιθανόν να στήριζε το Λαϊκό Κόμμα, ενώ η δεύτερη ενδεχομένως να προερχόταν από νέες πηγές άντλησης εργατικού δυναμικού, όπως οι πρόσφυγες οι οποίοι ήταν παραδοσιακά αντιμοναρχικοί. Τέλος, δεν αναφέρεται καμία επίθεση σε βάρος μικρού εργαστηρίου ή μικρού αφεντικού. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση φαίνεται ότι το συντεχνιακό μοντέλο και η εγγύτητα εργοδότη και εργάτη λειτουργούσε υπέρ της απεργίας.
Ο ορειχαλκουργικός κόσμος είχε λοιπόν διχαστεί σε δύο πόλους: από τη μία ήταν η απεργιακή επιτροπή η οποία επηρέαζε περίπου 100-150 εργάτες και από την άλλη η εργοδοσία η οποία με τους πατερναλιστικούς δεσμούς επηρέαζε επίσης περίπου άλλους τόσους. Το επίδικο ήταν λοιπόν πρώτον η γκρίζα ζώνη, ένα ουδέτερο δυναμικό περίπου 200-300 εργατών. Μόνο εργαλείο η καταφυγή στην τρομοκρατία και την εκατέρωθεν χρήση βίας. Ωστόσο, φαίνεται πως η καταφυγή στην τρομοκρατία ως μέσο πειθαναγκασμού από τη μεριά της απεργιακής επιτροπής δεν επέτρεψε την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της, ενώ αντίθετα ενίσχυσε τον ενδοταξικό διχασμό και επέτρεψε στην εργοδοσία και το ΕΚΑ να συσπειρώσει και να πολώσει το εργατικό δυναμικό. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο η απεργία ενδεχομένως να απέκτησε προσωρινά μαζικά χαρακτηριστικά, αλλά δεν μπορούσε να έχει διάρκεια, επιπλέον λόγω της πολιτικής απομόνωσης της αρχειομαρξιστικής παράταξης.
Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015
Lanaras factory and the neighborhood of Peristeri, Athens: political and cultural ruptures of a new labor generation in interwar period
Kostas Paloukis, University Of Crete
First Conference of the European Labour History Network (ELHN),
15/12/2015, Torino
My research focuses on the relation between the refugee neighbourhood Peristeri and the Lanaras factory in the process of the radicalization and the making of a new industrial working class in interwar period. The main argument is that the appearance of the plant in area causes the proletarianization of the population. The process of modernization disrupts the intergenerational and gender relations of residents and radicalizes the younger generation. Radicalisation takes place outside the factory and has both cultural and political dimensions. Gradually in interwar period and more strongly during the occupation period of Nazis, the political radicalization crosses the plant and dominates there. This fact completes the process of setting up a discrete class pole in the western neighborhoods of Athens against the bourgeois center.
In 1925 immigrants are “thrown away” to a remote area of Athens, a dumping ground at Peristeri. They mostly live in slums. The well-made houses are just too few. Greek refugees from Pontus (Black Sea), Asia Minor and Istanbul, some Armenians, and people expelled from Bulgaria and Eastern Thrace according to the population exchange treaties were the new residents of Peristeri. As of 1928 the registered Peristeri residents had already gone up to 7.628. Circa 1936 they are estimated to be about 22 to 24 thousand. Poverty is predominant in the settlement. Especially in 1931, the year when the world economic depression started hitting Greece hard, there were many cases of fainting, even deaths out of hunger. Given the nonexistent infrastructures the dire hygiene and living conditions made life in the slums extremely harsh.
Most Peristeri refugees would seek jobs in Athens. They belong to the numerically vast category of unskilled labour, the mass of seasonal or self-employed working force that runs up to approximately 400,000, whereas the industrial working class is estimated at around 180,000. The core of industrial growth after 1929 crash is now formed by the wool processing and textile manufacturing industries. The overly cheap-priced labour force had been a significantly favourable condition for the sector’s expansion, since it was exploiting women’s labour force in particular. These prospects of industrial growth drew Lanaras Brothers and Kirtsis, industrialists from Naousa (a town in Macedonia) to Peristeri, where a mass women’s labour force existed. There, they would build the first textile factory of the region and one of the biggest in the Balkans.
So in 1933 a massive, ultra-modern industrial plant is build up in a minimum amount of time near Peristeri occupying 35,000 cubits. It consists of two enormous, up-to-date by the standards of the epoch, buildings equipped with cutting-edge machinery (30-metre washing machines, spinning and weaving machines, dye baths, ironers) and huge volume of raw materials. In 1934 it employs under non-stop intensive operation 600 workers, men and women, all of them living in the neighbouring region, while the augmentation of the factory with new machinery will raise the number of workers to 2,500 towards the end of the decade. The enormous working rooms were heated by radiators, while the hygiene conditions were exceptionally high. The factory mostly produces wool fabrics of high quality having a competitive edge over many other factories operating in the Eastern Mediterranean. Hence, the founding of the factory is a milestone for Peristeri inasmuch as there is no family that remains unaffected. The popular strata of Peristeri undergo a process of “proletarianization” since a very large sector of male and female refugee population, mostly young in age, becomes a new working class, different from the former semi-proletarian mass. They enjoy better living conditions due to stable jobs and relatively higher income, something that will greatly challenge the traditional gender and patriarchal hierarchical relations in the community.
My research focuses on the relation between the refugee neighbourhood and the factory in the process of the radicalization and the making of a new industrial working class. Stathis Damianakos describes “popular suburb” as a key factor in the formation of popular culture in the industrial societies, having a special identity that sets it apart from the suburbs of middle or upper classes. It makes “the man on the street” a distinct type, distinguished from middle class or bourgeois types. Neighbourhood forms a public space into which values, mores, norms of coexistence, modes of entertainment, gender and age roles are being shaped, defines the collective memory, the cultural and professional identity, the political and class consciousness. It is a mechanism-network of solidarity, collective management of the poverty, of hardships and any kind of problems.
It is the neighbourhood that formed the codes and norms of functioning that community obeys. Following them is considered an honourable behaviour, overstepping them a dishonourable one that would marginalize the wrongdoers. In this way, neighbourhood creates strong bonds and powerful sentiments. Honour, as Efi Avdela writes, means recognition of a person’s merit in their own eyes, but, above all, in the eyes of the others. The identification of a person with their family, the familial dimension of honour and esteem, the direct influence of one family member’s behaviour on other members’ public merit, render all family accountable for the deeds of each and every member of it. Alcoholism, male exhibitionism and boasting are considered honourable whereas failing in these domains is a “disgrace”. Further to that, a male family member would experience the dishonourable attitude of a female one as traumatic. It is the shame that would lead him to catharsis, i.e. to what Efi Avdela defines as “intimate violence”, that is the violence in private, personal and family affairs. (Avdela, 113, 125)
Neighbourhood operating as common opinion directly or indirectly influences the private affairs in a decisive manner, strictly setting the gender roles, the place of women at home, in politics and in the sexual life. Thus, it violates and suppresses the individuality, mainly of young people, and, most of all, of young women. The working girls in the factory are now capable to enjoy better and steadier income than the male members of their families or the older generations of underemployed men in spite of an internal labour division in the factory that still favours male labour. Yet, this development seemingly provokes intrafamilial conflicts insofar as the younger generation and the young women in particular gain or demand greater autonomy bringing turmoil in the traditional gender hierarchies. For example, we read in a report of an Athenian newspaper that a male painter worker attempted to kill his sister because “he suspected that Maria had a lover and that she even met with him after her departure from the Lanaras textile factory” (Eleftheron Vima, 09/06/1935). The freedom of movement between home and factory allowed this young woman to have a secret relation causing the violent reaction of her brother who exercised one of the most precarious professions.
The people of neighbourhood in Peristeri are those same people that work together in the same factory, have a common course in life, a common fate and common enemies. The linkage between the factory and the neighbourhood can be clearly seen in the fact that every morning the workers and especially the women would start all together from Peristeri and would go back all together in the afternoon. More specifically, the Peristeri woman (Peristeriotisa) is at the same time the “Lanaras woman” (Lanariotisa). The rebetiko music composer Panagiotis Tountas wrote even a characteristic song initially titled “A young girl from Peristeri” that became known simply as “The Lanaras Woman”. The singer Rosa Eskenazi would perform the song for a first time in 1939. The lyrics go like this: “A young one from Peristeri / In the Lanaras (Factory) works/ She works at the weaving machine all day / And comes back to me in the evening / She puts some powder and wears lipstick / And comes to meet me/ We go to the tavern / And start drinking/ When the young one becomes tipsy/ cries to me “Oh, mother!”/ My mind is spinning like a loom”/ Then we leave for home/ and on the road she attracts me like a magnet to her bosom and gives me her kisses / In the morning, mad like a wet hen, she sets out for the Lanaras factory to weave at her loom...” In this song the “Lanaras woman” may be presented with some trivial motifs of sexist prejudice about her putting on make-up and paying attention to her appearance, nevertheless she is not belittled but she is rather shown in a more sympathetic light as a working woman struggling to live her own life against her tiring and overlong job at the factory. The song suggests a new way of depicting the sexuality of a “plain” but independent woman belonging to the working class (Rizospastis, 30/8/2009). This dynamic type of woman is far from being a woman-victim. The rebetiko song gives expression to the sorrows of both the working man and the independent woman, who despite being physically exhausted remain “nice people” all the same. The world of the “lowly sleazy tavern” adds to this representation of popular culture with its gendered images and its stigmatizing of the ordinary folk from Peristeri ‘s neighbourhoods.
Alongside the world of taverns, the dances and fetes in the dancing “schools”, like the dancing school named “Bijou”, form the heart of the cultural expression and collective communication of boys and girls. Here, the neighbourhood’s youth is consolidated as a subject and acquaint themselves with the modern western music and mores. The manifestation of this culture at its peak is the time of “Apokries” (Carnival period). Eli Gavatidou, a woman from Peristeri, gives an account of her own affirmative version of that ordinary women’s sexuality: “Only if you could be there during Carnival time, you wouldn’t find a single woman not masqueraded. We women were dressed in pretty clothes, putting on high heels, thin like nails in the tips and, because we were afraid of cracking them, while walking, we were walking by swaying our hips and so a woman had that ‘feminine’ way of walking .” (Theodosiou, 2000, 145-7)
The everyday “intimate” violence is so frequent and the passions are so intense in Peristeri that “Athenian News” comes to publish a satirical poem titled “Peristeri” which argues that “the settlement of Peristeri should change its name to Settlement of Hyena or any other dreadful female”. The poem, in fact, demonstrates the split between the bourgeois milieu of Athens and the ordinary people of Peristeri. This is the way the bourgeois of Athens regarded the marginalized world of Peristeri. Nonetheless, it’s not only Athenian News that sees Peristeri as something special: the residents of Peristeri themselves define their world as different. They are the “western side” of the city, that means the “settlements of ordinary people”, the place where the “the poor breadwinners of the popular classes” reside, the underprivileged as opposed to city’s “eastern side”. In my view, the presence of Lanaras factory is a catalyst for the transformation of popular culture in the suburb and, at the same time, for the radicalization of the new working class. The question is to what extent this radicalization, evident in the private affairs and popular culture, obtained a certain political and collective content.
Up until the early 1930s, the Communist Left is almost absent in the neighbourhoods of Peristeri. The majority of refugees through the traditional chauvinistic and highly hierarchical “patron-client” relationships were joining the party network of the Liberals lead by Eleftherios Venizelos. The rise and increasing intervention of KKE illustrates a new kind of political radicalization that comes to clash with the traditional hierarchies and ideological “constants” of the refugees. This radicalization is signified by the new generation of refugees reaching maturity in the 1930s and it is principally linked to the need of the refugees for overcoming the dire living conditions in the neighbourhood. People’s assemblies and struggle committees are summoned for dealing with immediate matters, as a rule after events of disaster, and refugee unions are founded putting forward the demands of the residents in a collective militant manner and forging a new kind of consciousness. Communist Youth’s action is intensified and all party events are taking place at Bijou dancing club, that is, at the place of youth’s socializing and entertainment. The Akropolis newspaper in an article sneers at the Peristeri residents’ habit of forming associations as a negative symptom. Not only young men but also young women are involved in this activity. In another newspaper piece, we read that a young woman from Peristeri ran away from her family when she clashed with her father over her decision to join a communist organization (Athenian News, 19/8/1932). Therefore, this action brings about a series of new gender, generational, political and ideological rifts.
However, this radicalization does not concern the unionist activity of the workers inside the factory. The question now is to what extent this action arises from or is connected with the presence of the factory. The management had kept a pro-worker paternalist profile promising progress and improvement of the living conditions for the residents of the area upon the arrival of the factory. Initially the Lanaras family is identified with the Liberal Party of Venizelos though later on, during the Metaxas dictatorship, members of the family turn up as supporters of the regime. Nevertheless, the workers soon enough realized that the work in the factory and the income from that are way too far from the promises or came across new problems that go together with the modern proletariat. Galateia Kazantzaki in her inquiry for Elefthera Gnomi newspaper reveals the appalling working conditions inside the textile factory, while Rizospastis , the official organ of the Communist Party, often publishes reports from the factory. The intensive system of shift work, the strict plans, the non-implementation of the 8hr working day and the keeping of the exhausting 10hr day, the high temperatures of 50 to 65 Celcius degrees at the furnaces, the firm discipline and coercion exhausted the workers physically and were the cause of constant accidents and injuries, since dozens of workers cut their fingers at the machines. The management did not provide any sort of treatment and compensation. Meanwhile, the inability of quick adaptation to the machinelike discipline or even a break for cigarette meant hefty fines that were cumulatively leading to heavy cuts on workers’ wages. The protests by the Athens Centre of Labour and the workers themselves are adequate indications of the life in the factory as a hellish sweatshop. The reactions of indignation at the attitude of foremen, section principals and supervising engineers were particularly strong.
Still, there had been no factory union until 1936, no matter if Communist Party members were active as it is suggested by Rizospastis articles. This activity remains secret and underground. As it can be seen in the newspaper, Communist Party members tried to gain influence over the workers by targeting the management. The party newspaper hosted relatively often reports from incidents within the plant and party factory cells are gradually built. These appear to operate underground during Metaxas dictatorship. The great turning point comes at the time of Nazi Occupation when the entire region is identified with EAM’s rebellion. Towards the end of the Occupation and in the period of liberation, workers occupy the factory and operate it under their control. During Dekemvriana (December events), the great civil confrontation of 1944, Peristeri becomes a field of bloody battle.
Pamela E. Swett in her book Neighbors and enemies: the culture of radicalism in Berlin, 1929-1933 chronicles the way the world of Kreuzberg emerges as an antagonistic cultural and political pole within the city of Berlin. At Kreuzberg the individual radicalism of the beer hall is transformed into political radicalism creating a unitary radical cultural identity. Swett regards this sort of radicalization as a prerequisite of the political radicalization at Kreuzberg. More specifically, the modernist communist ideas reinforce the liberating tendencies of the women and the youth in a comparable condition of intrafamilial crisis and generation gap which, as she notes, shake up Berlin of the Great Depression. For the writer, the political radicalization was primarily a local response to the erosion of cultural norms and power structures. Thus, violence as a local strategy evolved into a permissible instrument for social change. In my opinion, there are many parallels in the case of Peristeri. The factory is a crucial factor of modernization and, therefore, of intrageneretional conflict causing phenomena of heightened intimate violence. However. this modernist radical challenge becomes increasingly painted in political and ideological colours, inasmuch as the individual rebellion becomes social, identifies itself with emancipatory visions and emerges through violent practices. Pamela Swett eventually finds an inseparable link between Kreuzberg pubs and the conflictual character of the region. Well something similar happens in the surroundings of tavern and banquet, amidst rebetiko culture and predominantly by the modern character of the youth entertain themselves at dancing clubs. This political orientation cannot be expressed by trade-unionist means in the ‘30s but will define the developments inside the factory in the ‘40s.
Pamela Swett in her book Neighbors and enemies: the culture of radicalism in Berlin, 1929-1933 chronicles the way the world of Kreuzberg emerges as an antagonistic cultural and political pole within the city of Berlin. At Kreuzberg the individual radicalism of the beer hall is transformed into political radicalism creating a unitary radical cultural identity. For the writer, the political radicalization was primarily a local response to the erosion of cultural norms and power structures. In my opinion, there are many parallels in the case of Peristeri. The factory of Lanara is a crucial factor of modernization and, therefore, of intrageneretional conflict causing phenomena of heightened intimate violence. However, this modernist radical challenge becomes increasingly painted in political and ideological colours, inasmuch as the individual rebellion becomes social, identifies itself with emancipating visions and emerges through violent practices. Pamela Swett eventually finds an inseparable link between Kreuzberg pubs and the conflictual character of the region. Well something similar happens in the surroundings of tavern and banquet, amidst rebetiko culture and predominantly by the modern character of the youth entertain themselves at dancing clubs. This political orientation cannot be expressed by trade-unionist means in the ‘30s, it is still an under-current, but it will define the developments inside the factory in the ‘40s,when political conditions allow such a situation. Τhen, the workers' world of Peristeri will clash with arms against the bourgeoisie of the Athenian center.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

