Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Πώς η ακαδημαϊκή ζωή προσομοιάζει με συμμορίες ναρκωτικών


του Alexandre Afonso
Το 2000, ο οικονομολόγος Steven Levitt και ο κοινωνιολόγος Sudhir Venkatesh δημοσίευσαν ένα άρθρο στο περιοδικό Quarterly Journal of Economics για το εσωτερικό σύστημα διαμόρφωσης μισθών μιας συμμορίας ναρκωτικών ουσιών στο Σικάγο. Το κείμενο αυτό θα αποτελούσε αργότερα τη βάση για ένα κεφάλαιο στο best seller βιβλίο των Levitt και Dubner Freakonomics[i]. Ο τίτλος του κεφαλαίου «Γιατί οι έμποροι ναρκωτικών μένουν ακόμη με τις μαμάδες τους» βασίστηκε σε ευρήματα έρευνας που δείχνουν ότι η κατανομή εισοδήματος μέσα στις συμμορίες κλίνει εξαιρετικά υπέρ αυτών που βρίσκονται στην κορυφή, ενώ οι πωλητές δρόμου στον πάτο της πυραμίδας κερδίζουν λιγότερα ακόμη και από έναν υπάλληλο που εργάζεται σε νόμιμη δραστηριότητα σε πόστο χαμηλών δεξιοτήτων, όπως για παράδειγμα στα McDonald’s. Υπολόγισαν ότι το ωρομίσθιο τους αντιστοιχεί σε 3.30 δολάρια, πολύ παρακάτω δηλαδή από ένα μισθό διαβίωσης  (γι’ αυτό το λόγο εξακολουθούν και μένουν με τις μαμάδες τους)[ii].
Αν λάβει κανείς υπόψη του τον κίνδυνο να πυροβοληθεί από αντίπαλες συμμορίες, να καταλήξει στη φυλακή ή να ξυλοκοπηθεί από ανώτερους τους στην ιεραρχία, αναρωτιέται κανείς γιατί οποιοσδήποτε θα επέλεγε να εργαστεί για ένα τόσο χαμηλό εισόδημα και κάτω από τέτοιες απαίσιες εργασιακές συνθήκες αντί να αναζητήσει εργασία στα McDonald’s. Ωστόσο, οι συμμορίες δεν έχουν καμία πραγματική δυσκολία στην πρόσληψη νέων μελών. Ο λόγος για αυτό είναι η προοπτική του μελλοντικού πλούτου, παρά το τρέχον εισόδημα και τις εργασιακές συνθήκες, που αποτελεί την βασική κινητήρια δύναμη ώστε να παραμένουν στην επιχείρηση: τα χαμηλόβαθμα βαποράκια ανταλλάσουν το τρέχον εισόδημά τους για ένα (αβέβαιο) μελλοντικό πλουτισμό. Τα απλά μέλη είναι έτοιμα να αντιμετωπίσουν αυτόν τον κίνδυνο για να βρεθούν στην κορυφή, όπου η ζωή είναι ωραία και τα λεφτά ρέουν. Είναι αρκετά απίθανο ότι θα τα καταφέρουν (τα ποσοστά θνησιμότητά τους είναι εξωφρενικά υψηλά άλλωστε), είναι προετοιμασμένοι όμως «να γίνουν πλούσιοι ή να πεθάνουν προσπαθώντας».
Με μία σταθερή παροχή νέων πωλητών ναρκωτικών χαμηλής βαθμίδας που εισέρχονται στην αγορά και είναι έτοιμοι προς εκμετάλλευση, οι μεγαλέμποροι ναρκωτικών μπορούν να γίνουν όλο και πιο πλούσιοι χωρίς να χρειάζονται να διανείμουν τον πλούτο τους προς τα κάτω. Έχουμε μια αυξανόμενη μάζα απλών μελών έξω από τον κύκλο έτοιμων να θυσιάσουν τα εισοδήματά τους με αντάλλαγμα το μελλοντικό πλουτισμό, και ένα μικρό πυρήνα «μυημένων» που διασφαλίζουν εισοδήματα κατά κύριο λόγο εις βάρος αυτής της μάζας. Μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ως μια αγορά όπου ο νικητής τα παίρνει όλα.
Ο Ακαδημαϊκός κόσμος ως Αγορά Δυαδικής Εργασίας
Η ακαδημαϊκή αγορά εργασίας είναι δομημένη από πολλές απόψεις σαν μια συμμορία ναρκωτικών, με ένα αυξανόμενο πλήθος εκτός του κύκλου και ένα μικρό πυρήνα «μυημένων». Ακόμη κι αν η πιθανότητα να πυροβοληθείς στον ακαδημαϊκό χώρο είναι σχετικά μικρή (εκτός κι αν είσαι πολύ αυστηρός βαθμολογητής με τα γραπτά των φοιτητών), μπορούμε να παρατηρήσουμε μια παρόμοια δυναμική. Ο ακαδημαϊκός χώρος είναι μόνο ένα ακραίο παράδειγμα αυτής της τάσης, αλλά επηρεάζει τις αγορές εργασίας σχεδόν παντού. Ένα από τα καυτά θέματα στην έρευνα της αγοράς εργασίας αυτή τη περίοδο είναι αυτό που αποκαλούμε «δυαδικότητα»[iii]. Η δυαδικότητα είναι η ενίσχυση αυτού του χάσματος, μεταξύ των «μυημένων» που απολαμβάνουν μια ασφαλή και σταθερή εργασία και των εξωτερικών του κύκλου που βρίσκονται με ορισμένου χρόνου, επισφαλή απασχόληση. Τα ακαδημαϊκά συστήματα, λίγο πολύ παντού, βασίζονται, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, στην προμήθεια τέτοιων εξωτερικών, που είναι έτοιμοι να παραιτηθούν από το μισθό και την εργασιακή ασφάλεια ως αντάλλαγμα της προοπτικής μιας αβέβαιης ασφάλειας, του κύρους, της ελευθερίας και των σχετικά υψηλών απολαβών που οι τακτικές ακαδημαϊκές θέσεις συνεπάγουν[iv].

Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την τάση; Ένας από τους βασικούς δομικούς παράγοντες είναι η μαζική αύξηση του αριθμού διδακτορικών τίτλων σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Στο Διάγραμμα 1 παρουσιάζεται η αναλογία των κατόχων διδακτορικών ως ποσοστό της αντίστοιχης ηλικιακής κατηγορίας σε μια σειρά χωρών του ΟΟΣΑ σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, το 2000 και το 2009. Όπως μπορούμε να δούμε, η αναλογία αυτή έχει αυξηθεί κατά περίπου 50% σε 9 χρόνια, και αυτή η αύξηση είναι ιδιαίτερα έκδηλη σε χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ελλάδα ή η Σλοβακία, όπου και σχεδόν τριπλασιάστηκε, αν και από ένα χαμηλό αρχικά επίπεδο. Ακόμα και στις χώρες που παρουσίαζαν ήδη υψηλά ποσοστά, η αύξηση είναι σημαντική: 60% στην Μεγάλη Βρετανία, ή σχεδόν 30% στη Γερμανία. Από το 2000 ο αριθμός διδακτορικών τίτλων στις χώρες του ΟΟΣΑ παρουσιάζει αύξηση 5% κατά μέσο όρο το χρόνο[v].
Παρατηρούμε λοιπόν ένα αυξανόμενο αριθμό από λαμπρούς απόφοιτους διδακτορικών να εισέρχονται κάθε χρόνο στην αγορά ελπίζοντας να εξασφαλίσουν μια μόνιμη θέση καθηγητή απολαμβάνοντας ελευθερία και υψηλό μισθό, κάτι σαν τα βαποράκια που ελπίζουν να γίνουν μεγαλέμποροι ναρκωτικών. Για να το επιτύχουν αυτό, είναι θυσιάσουν το εισόδημα και την ασφάλεια που θα μπορούσαν να είχαν σε άλλους τομείς εργασίας, και να αποδεχτούν επισφαλείς εργασιακούς όρους με την ελπίδα να διασφαλίσουν θέσεις εργασίας που δεν επεκτείνονται με τον ίδιο ρυθμό. Εξαιτίας της αυξανόμενης εισροής πρόθυμων «εξωτερικών» έτοιμων να αποδεχτούν αυτού του είδους εργασιακών συνθηκών, αυτό επιτρέπει στους «εντός του κύκλου» να αναθέτουν σε αυτούς ορισμένα από τα καθήκοντά τους, ειδικά το κομμάτι της διδασκαλίας, σε ένα πλαίσιο λειτουργίας όπου υπάρχει εντεινόμενη πίεση για έρευνα και δημοσιεύσεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο πυρήνας συρρικνώνεται ενώ η περιφέρεια διευρύνεται, ενώ ταυτόχρονα ο πυρήνας εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την περιφέρεια. Σε πολλές χώρες τα πανεπιστήμια βασίζονται σε ένα αυξημένο βαθμό σε έναν «εφεδρικό στρατό» ακαδημαϊκών που δουλεύει με περιστασιακές συμβάσεις λόγω ακριβώς αυτού του συστήματος κινήτρων.
Μορφές Δυαδικότητας
Όσα αναφέραμε παραπάνω δείχνουν την ευρεία δυναμική που εκτείνεται σε διάφορες χώρες. Ωστόσο, το σύνορο μεταξύ εξωτερικών και εσωτερικών ομάδων διαφέρει από χώρα σε χώρα. Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα από διαφορετικές χώρες.
Στις ΗΠΑ, οι αριθμοί από το τμήμα εκπαίδευσης που αναφέρεται στο The Atlantic (Διάγραμμα 2) δείχνουν ότι περισσότερο από 40% του διδακτικού προσωπικού στα πανεπιστήμια είναι σήμερα μερικής απασχόλησης δίχως μόνιμη θέση ή έκτακτοι λέκτορες που αμείβονται με το μάθημα, χωρίς ασφάλιση υγείας ή οτιδήποτε άλλο που σχετίζεται με μία τυπική θέση εργασίας[vi]. Όπως μπορούμε να δούμε από το γράφημα, το ποσοστό μόνιμων ακαδημαϊκών θέσεων έχει μειωθεί δραματικά. Αυτό δε σημαίνει ότι ο απόλυτος αριθμός των διδασκόντων έχει λιγοστέψει, για την ακρίβεια έχει αυξηθεί σημαντικά, αλλά έχει επεκταθεί με διδακτικό προσωπικό με επισφαλείς δουλειές και χαμηλά εισοδήματα. Το περιοδικό The Chronicle of Higher Education πρόσφατα είχε ένα ρεπορτάζ για τους έκτακτους καθηγητές που βασίζονται σε κουπόνια φαγητού της πρόνοιας[vii]. Το άτομο που αναφέρεται στο άρθρο δηλώνει καθαρό μηνιαίο εισόδημα 900 δολαρίων, που δυστυχώς δεν είναι πολύ μακριά από το ωρομίσθιο των 3 δολαρίων που κερδίζει ένα βαποράκι, μόνο που πρόκειται για μια δουλειά πολύ υψηλότερων προσόντων.
 
Η Γερμανία αποτελεί μια άλλη περίπτωση όπου παραδοσιακά υπάρχει έντονος διαχωρισμός μεταξύ των «εσωτερικών» και «εξωτερικών», κυρίως λόγω της δομής-κλεψύδρας της ακαδημαϊκής αγοράς εργασίας. Από τη μία, υπάρχουν σχετικά καλές συνθήκες στο κάτω επίπεδο των διδακτορικών, και οι ευκαιρίες έχουν διευρυνθεί χάρη στις μαζικές επενδύσεις στην έρευνα και σε διδακτορικά προγράμματα τα οποία παράγουν μια πληθώρα νέων ανταγωνιστικών διδακτορικών. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν καλές θέσης εργασίας στην κορυφή, όπου οι καθηγητές είναι συγκριτικά καλοπληρωμένοι και διαθέτουν μεγάλη αυτονομία. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα ενδιάμεσα, για εκείνους που μόλις απέκτησαν το διδακτορικό τους υπάρχει μόνο μια μεγάλη τρύπα κατά την οποία πρέπει να αντιμετωπίσουν μια περίοδο με συμβόλαια ορισμένου χρόνου (wissenschaftliche Mitarbeiter) ή αναπληρωτή διδάσκοντα (Vertretungsprofessur) για μερικά χρόνια, μετά από τα οποία μπορούν να ελπίσουν στην πρώτη μόνιμη θέση εργασίας τους μετά τα 40, ενώ στη δεκαετία του 1970 το ίδιο συνέβαινε στην ηλικία των 30[viii]. Το Διάγραμμα 3 δείχνει τη μέση ηλικία απόκτησης του διδακτορικού τίτλου, της διατριβής επί υφηγεσία και την διεκδίκηση καθηγητικής θέσης στον κλάδο των πολιτικών επιστημών μεταξύ των δεκαετιών ’70 και ’90. Η ηλικία απόκτησης διδακτορικού τίτλου δεν έχει αλλάξει τόσο πολύ, η ηλικία όμως απόκτησης θέσης καθηγητή έχει αυξηθεί σημαντικά. Οφείλει επίσης να λάβει κανείς υπόψη του ότι στην έρευνα υπεισέρχεται και ένα αποτέλεσμα επιλογής αφού το δείγμα αποτελείται μόνο από εκείνους που έφθασαν στην απόκτηση ακαδημαϊκής θέσης και δεν λαμβάνει υπόψη του όλους εκείνους που τα παράτησαν κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού αγώνα μετ’ εμποδίων. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι οι «εσωτερικοί» του κύκλου (καθηγητές) που ελέγχουν την αγορά, συχνά συμβαίνει, να έχουν προσληφτεί σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε αυτού του είδους ο ανταγωνισμός, και μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί αν οι ίδιοι θα κατείχαν τις θέσεις αυτές εάν επικρατούσαν παρόμοιες συνθήκες στο χώρο της ακαδημαϊκής αγοράς. Ένας αριθμός νέου τύπου ενδιάμεσων θέσεων έχει δημιουργηθεί, όπως ο Juniorprofessuren (νέος καθηγητής), αλλά και αυτές είναι περιορισμένες στη χρονική τους διάρκεια και δεν είναι ισοδύναμες με τις θέσεις που οδηγούν σε ακαδημαϊκή έδρα. Η Γερμανία είναι χώρα με οικονομική σύνεση, και οι περιφερειακές κυβερνήσεις καθώς και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διστάζουν να δεσμευτούν σε χρηματοδότηση προγραμμάτων και θέσεων σε μόνιμη βάση.
Image
Αυτός ο ακαδημαϊκός αγώνας δρόμου επιτείνεται από το γεγονός ότι σε ορισμένους επιστημονικούς κλάδους είναι κοινή πρακτική να γίνονται αιτήσεις για καθηγητικές θέσεις από ανθρώπους που κατέχουν ήδη ακαδημαϊκές έδρες με στόχο να διαπραγματεύονται καλύτερα τις συνθήκες εργασίας τους στο πανεπιστήμιο όπου ήδη εργάζονται. Το αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι ότι είναι αρκετά δύσκολο για νεοαποκτηθείς κατόχους διδακτορικών να συναγωνιστούν καθιερωμένους καθηγητές και η διαδικασία πρόσληψης διαρκεί πολύ καθώς πολλοί υποψήφιοι αρνούνται και απαιτείται χρόνος για τις διαπραγματεύσεις. Αυτός που βρίσκεται σε μονιμότητα μπορεί να διαθέσει χρόνο σε αντίθεση με εκείνον που έχει μια επισφαλή θέση. Δεν μπορείς να περιμένεις δύο χρόνια όταν το πανεπιστήμιο διαπραγματεύεται με κάποιον που εν τέλει απορρίπτει τη θέση αν εσύ έχεις συμβόλαιο ορισμένου χρόνου. Αυτό είναι πραγματικά ένα προσανατολισμένο στον «εσωτερικό κύκλο», διεστραμμένο σύστημα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι διαφορετικό από την Γερμανία υπό την έννοια ότι υπάρχουν ενδιάμεσες μόνιμες θέσεις για ανθρώπους που ολοκληρώνουν τα διδακτορικά τους. Η Βρετανία είναι η μεγαλύτερη ακαδημαϊκή αγορά στην Ευρώπη και οι θέσεις λεκτόρων προσφέρουν ασφαλή εργασία για νεαρούς ακαδημαϊκούς ακόμη κι αν ο αρχικός μισθός είναι σχετικά χαμηλός λαμβάνοντας υπόψη τα κόστη ζωής, ειδικά στο Λονδίνο. Αυτό, παρόλα αυτά, δε σημαίνει ότι η βρετανική ανώτατη εκπαίδευση δε βασίζεται και αυτή σε μια μεγάλη εργατική δύναμη «εξωτερικών». Πρόσφατα η εφημερίδα Guardian σε ένα ρεπορτάζ της έκανε αναφορά στην επικράτηση των λεγόμενων συμβολαίων «μηδενικών-ωρών» στα βρετανικά πανεπιστήμια[ix]. Τα συμβόλαια αυτά δεν καθορίζουν τον αριθμό ωρών που πρέπει να εργαστεί κάποιος και εννοούν βασικά ότι οι εργαζόμενοι οφείλουν να είναι στη διάθεση του εργοδότη τους όταν υπάρχει δουλειά. Σε σύγκριση με την ηπειρωτική Ευρώπη, αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι η θλιβερή κατάσταση των διδακτορικών φοιτητών και των βοηθών διδασκαλίας οι οποίοι παρέχουν ένα μεγάλο κομμάτι διδασκαλίας και των οποίων οι εργασιακές συνθήκες είναι πολύ πιο πρόχειρες από ότι μπορεί κάποιος να συναντήσει αλλού. Όταν έκανα το διδακτορικό μου στην Ελβετία, θεωρούμουν ένας δημόσιος υπάλληλος με έναν αντίστοιχο μισθό, συνταξιοδοτικές εισφορές και κοινωνικές παροχές. Ένα μεγάλο ποσοστό διδακτορικών φοιτητών στην Βρετανία δεν έχουν τακτικές πηγές χρηματοδότησης, χρειάζεται να κάνουν αιτήσεις εδώ και εκεί για υποτροφίες, και όποτε ασχολούνται με τη διδασκαλία πληρώνονται με την ώρα ή με το κομμάτι (διόρθωση διαγωνίσματος/εργασίας) το οποίο μπορεί να ποικίλει ακόμη και στο ίδιο πανεπιστήμιο.
Ο αριθμός διδακτικών ωρών στα βρετανικά πανεπιστήμια είναι δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, τουλάχιστον στα πανεπιστήμια του Russel-Group, λόγω μιας μεγαλύτερης έμφασης σε εργασίες και ανεξάρτητης δουλειάς από τους φοιτητές, αλλά επίσης λόγω εν μέρει και του γεγονότος ότι τα τμήματα μπορούν να βασιστούν σε αυτό το ευέλικτο εργατικό δυναμικό. Αυτό έχει επιταθεί από τους σκληρούς περιορισμούς που έχουν τεθεί στα πανεπιστήμια σε ότι αφορά την έρευνα και τη δημοσίευση μέσω του REF (Research Excellence Framework – Πλαίσιο Αριστείας της Έρευνας). Αυτό συμβαίνει μέσω δύο οδών. Πρώτον, καθώς η έρευνα είναι αυτή που αξιολογείται περισσότερο, δημιουργείται το έδαφος ώστε οι εδραιωμένοι καθηγητές να αποσύρονται από τη διδασκαλία για να εξασφαλίσουν ερευνητικές επιχορηγήσεις και δημοσιεύσεις αναθέτοντας έτσι τα διδακτικά καθήκοντα σε περιστασιακό διδακτικό προσωπικό. Από την άλλη, μερικά πανεπιστήμια έχουν προβάλλει κάποιες από αυτές τις προσωρινές θέσεις εξαιτίας του REF, ώστε να χρησιμοποιήσουν τις δημοσιεύσεις τους σε υποβολές διαγωνισμών. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι τα πανεπιστήμια θα κρατήσουν αυτό το προσωπικό μετά τη στιγμή της «εκμετάλλευσής» τους.
Το διάγραμμα 4 συνοψίζει σε γενικές γραμμές τις διαφορές που έχουν υπογραμμιστεί παραπάνω. Κατά την γνώμη μου, αυτή η μορφή του σχίσματος εσωτερικών/εξωτερικών υπάρχει παντού και πιθανόν επεκτείνεται. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι διαχωριστικές γραμμές είναι εν πολλοίς δομικές υπό την έννοια ότι το σύστημα απλά δε θα μπορούσε να λειτουργήσει δίχως τη γενναία προσφορά εξωτερικών έτοιμων να δεχτούν οποιοδήποτε είδος επαγγελματικό συμβόλαιο. Εάν είσαι κινητικός, έχεις στρατηγική και σε απασχολούν οι εργασιακές συνθήκες, ίσως να ήθελες να εκμεταλλευτείς αυτές τις διαφορές και να αποφύγεις τους εξωτερικούς κύκλους στα διάφορα στάδια της καριέρας σου. Αυτό θα σήμαινε να αποφύγεις την Βρετανία για διδακτορικό και να αποφύγεις την Γερμανία μετά το διδακτορικό.
 Image
To κείμενο αυτό παρουσιάστηκε στο European University Institute’s Academic Careers Observatory Conference
[i] Levitt, S.D., and S.A. Venkatesh (2000) “An Economic Analysis of a Drug-selling Gang’s Finances”, The Quarterly Journal of Economics 115(3): 755-789; Levitt, S.D., and S.J. Dubner (2006) Freakonomics: a Rogue Economist Explores the Hidden Side of Everything. NY: HarperCollins.
[iii] Emmenegger, P., S. Häusermann, B. Palier, and M. Seeleib-Kaiser et al. (2012) The Age of Dualization: the Changing Face of Inequality in Deindustrializing Societies. Oxford: Oxford University Press.
[viii] Data for political scientists from Arendes, C., and H. Buchstein (2004) “Politikwissenschaft Als Universitätslaufbahn: Eine Kollektivbiographie Politikwissenschaftlicher Hochschullehrer/-innen in Deutschland 1949–1999”, Politische Vierteljahresschrift 45(1): 9-31; Armingeon, K. (1997) “Karrierewege Der Professoren Und Professorinnen Der Politikwissenschaft in Der Schweiz, Österreich Und Deutschland”, Swiss Political Science Review 3(2): 1-15.
[ix] http://www.theguardian.com/education/2013/sep/16/zero-hours-contracts-at-universities

Μετάφραση: Λένα Εξάρχου

Πηγή:http://ilesxi.wordpress.com

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Ο Mr. Bean πήρε το όπλο του

Το φάντασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου επιστρέφει στην Ευρώπη
«Σκοτώθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι και ο στρατός μας προωθήθηκε όσο ένα ασθματικό μυρμήγκι φορτωμένο με ψώνια»
Από τη σειρά «Μαύρη οχιά»
To να αποφασίσεις να τα βάλεις με τον Ρόαν Ατκινσον (Mr. Bean) και τον Χιου Λόρι (Dr. House) δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη επικοινωνιακή κίνηση. Πολύ περισσότερο αν είσαι υπουργός Παιδείας της Μεγάλης Βρετανίας και το βασικό σου επιχείρημα είναι ότι οι δύο ηθοποιοί έχουν πρωταγωνιστήσει σε μια τηλεοπτική σειρά που προωθεί στα σχολεία «αριστερή προπαγάνδα» εναντίον του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου!


Και όμως, αυτό ακριβώς σκέφτηκε να κάνει πριν από μερικές εβδομάδες ο Βρετανός υπουργός Μάικλ Γκόουβ, υποστηρίζοντας ότι ο τέταρτος κύκλος επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς «Μαύρη οχιά» προσβάλλει τη μνήμη των θυμάτων του πολέμου, καθώς παρουσιάζει τους Βρετανούς στρατηγούς σαν ένα τσούρμο κυνικών και ενίοτε ηλίθιων αξιωματούχων που έστελναν τους στρατιώτες τους στη σφαγή.

Οι δηλώσεις του Γκόουβ προκάλεσαν σάλο στο Ηνωμένο Βασίλειο, επιτρέποντας σε δύο εντελώς διαφορετικές σχολές ιστορικών να διασταυρώσουν και πάλι τα ξίφη τους σε ερωτήματα που βασανίζουν εδώ και χρόνια τη βρετανική ιστοριογραφία: Κατ’ αρχήν, έχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι την ίδια ευθύνη ή θα πρέπει να αποδώσουμε τη σύγκρουση στη γερμανική επιθετικότητα; Η δεύτερη εκδοχή φαίνεται να ενοχλεί σφόδρα το Βερολίνο, καθώς επιτρέπει ενοχλητικούς συνειρμούς για τις σημερινές προσπάθειες οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ως συνέχεια αυτής της αντιπαράθεσης προκύπτει και το δεύτερο ερώτημα που απασχόλησε το τελευταίο διάστημα τη Βρετανία: Ηταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μια «δίκαιη μάχη», στην οποία οι Βρετανοί και οι σύμμαχοί τους πολέμησαν για τα ιδανικά της φιλελεύθερης δημοκρατίας ή πρόκειται για ένα σφαγείο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της εποχής, που επιχειρούσαν να ξαναμοιράσουν τις αποικίες και να εξέλθουν από τη δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος;

Παραδόξως η «Μαύρη οχιά», η οποία ομολογουμένως φαίνεται να κλίνει προς τη δεύτερη εκδοχή, δεν ήταν η πρώτη καλλιτεχνική παραγωγή η οποία προκάλεσε τόσο έντονη συζήτηση. Σε αντίθεση με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος συνένωσε πολιτικά και ιδεολογικά ετερογενείς ομάδες κάτω από τη σημαία ενός παγκόσμιου αντιφασιστικού αγώνα, ο Α’ Παγκόσμιος δεν διέθετε τέτοια νομιμοποίηση. Οι φωνές λοιπόν που αμφισβητούσαν τα πραγματικά αίτια της σύγκρουσης και αναδείκνυαν τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις και των δύο πλευρών έκαναν την εμφάνισή τους ενώ ακόμη οι μάχες βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη.

Οι Βρετανοί στρατιώτες, αφού βαρέθηκαν να τραγουδούν το It’s a long way to Tipperary (Είναι μακρύς ο δρόμος για το Τιπερέρι), άρχισαν να σιγομουρμουρίζουν και τραγούδια όπως το αντιπολεμικό Hanging On The Old Barbed Wire (Κρεμασμένος στα παλιά συρματοπλέγματα), το οποίο εξιστορεί το πώς οι στρατηγοί παρασημοφορούνταν μακριά από τα πεδία των μαχών, ενώ οι απλοί στρατιώτες πέθαιναν στα χαρακώματα.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο στιχουργός Αλφρεντ Μπράιν γράφει το I Didn’t Raise My Boy To Be A Soldier (Δεν μεγάλωσα το παιδί μου για να γίνει στρατιώτης), το οποίο περιγράφει την οργή μιας μάνας που στέλνει τον γιο της να πεθάνει στη μάχη. «Ποιος είσαι εσύ που δίνεις στο παιδί μου ένα όπλο για να σκοτώσει το παιδί μιας άλλης μητέρας;» τραγουδούσε ο Morton Harvey, εκφράζοντας όχι μόνο το αντιπολεμικό κίνημα που γεννιόταν στις ΗΠΑ αλλά και τις σουφραζέτες που μάχονταν για τα δικαιώματα των γυναικών. Ηταν μάλιστα τέτοια η απήχηση του τραγουδιού ώστε προκάλεσε την παρέμβαση του προέδρου Θίοντορ Ρούσβελτ, ο οποίος (συνεπικουρούμενος από τα «παπαγαλάκια» των μεγάλων εφημερίδων της εποχής) χαρακτήριζε «ηλίθιους» όσους το τραγουδούσαν.

Η καταδίκη του πρώτου «ολοκληρωτικού» πολέμου, όπως τον αποκαλούσε ο Βρετανός ιστορικός Ερικ Χομπσμπάουμ, θα συνεχιστεί και την περίοδο του Μεσοπολέμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα πρώτα βιβλία που έκαψε το ναζιστικό κόμμα του Χίτλερ, μαζί με το «Κεφάλαιο» του Μαρξ και τα έργα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, ήταν το «Ουδέν νεότερο από το δυτικό μέτωπο» – ένας αντιπολεμικός ύμνος για τη χαμένη γενιά των Γερμανών στρατιωτών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Χωρίς να αναφέρει το όνομα ούτε μιας μάχης, τις οποίες θεωρούσε ανόητες αιματοχυσίες όπου οι στρατοί «αντάλλασσαν» μεταξύ τους μερικά στρέμματα γης, το βιβλίο έσκιζε το ηρωικό πέπλο που προσπαθούσε να οικοδομήσει ο Χίτλερ. Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι αρκετά από τα μέλη του ναζιστικού κόμματος, που έκαιγαν τα αντίτυπα, ήταν βετεράνοι του Α” Παγκοσμίου Πολέμου που είχαν επιστρέψει στην πατρίδα τους για να γνωρίσουν την απαξίωση, τη φτώχεια και την ανεργία στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Οι ΗΠΑ γνώρισαν τη δική τους «Μαύρη οχιά» με το βιβλίο «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» – την ιστορία ενός πολυτραυματία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος έχει χάσει όλα τα άκρα αλλά και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και μπορεί να επικοινωνεί στέλνοντας σήματα μορς με κινήσεις του κεφαλιού του. Το βιβλίο, από το οποίο θα εμπνευστούν και οι Metallica το τραγούδι τους «One», θα κερδίσει το αμερικανικό βραβείο λογοτεχνίας το 1939, πριν οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ των ΗΠΑ κληθούν να αποφασίσουν την εμπλοκή των ΗΠΑ σε ακόμη έναν Παγκόσμιο Πόλεμο – αμέσως μετά όμως θα περάσει κι αυτό στα αζήτητα της λογοτεχνίας. Ο τίτλος του βιβλίου απαντούσε στο πατριωτικό κάλεσμα «Johnny get your gun» (Τζόνι πάρε το όπλο σου), που απηύθυναν τα στρατολογικά γραφεία στον Α” αλλά και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Καθώς όλο και περισσότεροι ιστορικοί λοιπόν εντοπίζουν ομοιότητες ανάμεσα στη σημερινή οικονομική κρίση και τις συνθήκες πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα αντιπολεμικά μηνύματα του παρελθόντος αποκτούν νέα σημασία αλλά και νέους εχθρούς.

InfoΑκούστε
«Hanging On The Old Barbed Wire»
Το συγκρότημα Chumbawamba τραγουδά α καπέλα τον αντιπολεμικό ύμνο του Α” Παγκοσμίου Πολέμου
Δείτε
Ο Τζόνι πήρε το όπλο του (1971)
Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Ντάλτον Τράμπο, σε σκηνοθεσία του ίδιου του συγγραφέα – για χρόνια στις μαύρες λίστες του αμερικανικού μακαρθισμού.
Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών 02/02/2014

Τα Μαρασλειακά: Με αφορμή ένα βιβλίο της Μ. Ρεπούση


του Ηρακλή Κακαβάνη 
Από το 2012 υπάρχει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων το βιβλίο της Μαρίας Ρεπούση με θέμα «Τα Μαρασλειακά 1925-1927». Η Μ. Ρεπούση μας είναι γνωστή από το 2006-2007 και τις αντιδράσεις για το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού. Ήταν επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας. Το βιβλίο δεν ξεφεύγει από ιδεολογικά και πολιτικά στερεότυπα που ακολουθούν τη διδασκαλία της Ιστορίας, έτσι όπως την έχουν γράψει οι νικητές. Για παράδειγμα, οι επαναστάσεις δεν εμφανίζονται ως αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών, δεν έχει τη θέση του ο ρόλος του λαού σε αυτές, αλλά εμφανίζονται μάλλον ως διπλωματικά γεγονότα κλπ.
Το βιβλίο για τα Μαρασλειακά η Μ. Ρεπούση άρ­χι­σε να το γρά­φει στο τέ­λος του 2007, δη­λα­δή α­μέ­σως με­τά την α­πό­συρ­ση του βιβλίου της ΣΤ’ Δημοτικού, πιθανά ως μια προσπάθεια προσωπικής δικαίωσης μέσα από ένα παράλληλο ιστορικό παράδειγμα. «Οι σφοδρές αντιδράσεις που ξέσπασαν τότε στην εκπαιδευ­τική – ακαδημαϊκή κοινότητα και πήραν εθνικές – κοινωνικές διαστάσεις, μας θυμίζουν μελαγχολικά τα πρόσφατα γεγονότα για τον ίδιο πάνω – κάτω λόγο, με ατυχή πρωταγωνίστρια τη συγγραφέα του παρόντος τόμου. Η κυρία Ρεπούση έτυχε μιας πρωτοφανούς επίθεσης ακροδεξιών γραφικών αυτόκλητων ιστορικών, με ‘’επιστημονικό’’ επι­κεφαλής συντονιστή… τον κύριο Καρατζαφέρη. Όπως και τότε, έτσι και πρόσφατα, σε ένα αυστη­ρά ακαδημαϊκό θέμα, λειτούργησε η πιο χυδαία έκφανση της Δημοκρατίας: να έχουν όλοι γνώμη ειδικού σε ένα θέμα που στην καλύτερη των περι­πτώσεων αγνοούν παντελώς».[1]
Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης του εγχειρήματος της Μ. Ρεπούση. Ουσιαστικά όμως πρόκειται για μια προσπάθεια της αστικής ιστοριογραφίας να γράψει και να ερμηνεύσει την ιστορία έτσι που ούτε να διδάσκει ούτε να εμπνέει αλλά να δημιουργεί συνειδήσεις με εξαρτημένα αντανακλαστικά. Και γι’ αυτό διαστρεβλώνει τα ιστορικά γεγονότα και θέτει «βολικά» κριτήρια για την αξιολόγησή τους.
Πότε ξέσπασαν τα Μαρασλειακά; Το Μάρτη του 1925απαντά η Μ. Ρεπούση. Ποια ήταν η αιτία τους; Μια χειραφετημένη γυναίκα, η Ρόζα Ιμβριώτη,  «θέλησε να διδάξει το μάθημα της Ιστορίας μέσα από μια νέα οπτική που έθετε σε αμφισβήτηση τον παρα­δοσιακό εθνικό τρόπο αφήγησής του». Τι ήταν τα Μαρασλειακά; Μια βίαιη διαμάχη για τη διδασκαλία της «εθνικής ιστορίας» και, συνολικότερα, για το μεταρρυθμιστικό έργο του σχολείου. Ποιος είναι ο χαρακτήρας  αυτών των γεγονότων; Μια σύγκρουση συντήρησης και εκσυγχρονισμού. Μια καθυστερημένη κοινωνία «που μισεί κάθε είδους μεταρρύθμιση ταυτίζοντας υστερόβουλα την ακραία συμφε­ροντολογική ηλιθιότητα με την υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος». «Η Μαρία Ρεπούση, με γλαφυρότητα και νέα στοιχεία, περιγράφει την ιστορία μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που απέτυχε – όπως πολλά από τα εκσυγχρονιστικά εγχειρήματα τόπου. Διότι, τελικά, στη χώρα αυτή, η συντήρηση έχει πολλούς τρόπους για να επιβάλει την κοινωνική ακινησία (ενίοτε και την οπισθοδρόμηση) που οραματίζεται»[2].
Αυτή τη λογική υπηρετεί η δομή και το περιεχόμενο του βιβλίου. Για να στηρίξει αυτό τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων και να καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα διαμορφώνει ένα υποκειμενικό ιστορικό πλαίσιο (έτσι είναι γιατί έτσι νομίζει), αποσιωπά (ή μήπως αγνοεί;) γεγονότα και ενώ παραθέτει πλήθος πρωτογενών κειμένων των χρόνων 1925-1926, «που δίνουν τον λόγο στους πρωταγωνιστές των Μαρασλειακών και επιτρέπουν στους αναγνώστες να δημιουργήσουν τις δικές τους διαδρομές»[3] (για να φτάσουν στα δικά της συμπεράσματα), απουσιάζουν δημοσιεύματα του 1924 οπότε και ξεσπούν τα Μαρασλειακά όπως και χρήσιμα δημοσιεύματα του 1927. Ακόμη και δημοσιεύματα του 1925, όπως το άρθρο του «Ριζοσπάστη» στις 7/4/1925 με τίτλο «Αναχρονιστικές ενέργειες».

Μια πρώτη απάντηση

Τίποτα δεν γίνεται τυχαία, ούτε οφείλεται στο καπρίτσιο κάποιου ατόμου ή έστω ομάδας ανθρώπων. Κάθε γεγονός είναι συνδεδεμένο με τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της εποχής του. Κάθε ιστορικό γεγονός είναι προϊόν της ταξικής πάλης. Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνά κανείς το πώς χρησιμοποιεί η αστική τάξη (όπως και η φεουδαρχία χτες) ζητήματα γλώσσας και ιστορίας προκειμένου να διαμορφώνει βολικές για το σύστημα απόψεις και ενισχυτικές για τις επιδιώξεις της αντιδράσεις. Αυτό είναι το πρόβλημα και όχι «η χρήση της Ιστορίας στην ουσία από μια κοινωνία ανίκανη να διαχειριστεί με σοβαρότητα και κυρίως επι­στημονική επάρκεια το ιστορικό της παρελθόν»[4] όπως είναι το θέμα του βιβλίου.
Στη δεκαετία 1920  νέα δεδομένα και ανακατατάξεις συμβαίνουν στον παγκόσμιο και ελληνικό χώρο. Έχει λήξει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και έγινε η Οχτωβριανή Επανάσταση η οποία δείχνει το δρόμο της απελευθέρωσης του ανθρώπου. Η αστική τάξη αναδιπλώνεται και εντείνεται η επίθεση στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο και στην απαίτησή του για βελτίωση των συνθηκών ζωής, ελευθερίας μόρφωσης κλπ. Και στην Ελλάδα έχουμε νέα δεδομένα. Η Μικρασιατική καταστροφή, τα προβλήματα του λαού που πολλαπλασιάζονται και η δημιουργία του ΚΚΕ που μπαίνει επικεφαλής των ταξικών αγώνων της εργατικής τάξης.
Στο χώρο της εκπαίδευσης μέχρι τότε δεν υπάρχει κανένας προβληματισμός για το χαρακτήρα της. Οι ηγέτες του Εκπαιδευτικού Ομίλου (ΕΟ) επιδιώκουν να επιβάλλουν τη μεταρρύθμιση άνωθεν. Πιστεύουν ότι η αστική τάξη με το Βενιζέλο επικεφαλής επιδιώκει την αναγέννηση την οποία θα επιβάλλει στα φεουδαρχικά στοιχεία. Σιγά σιγά τόσο ο Γληνός όσο και η πλειοψηφία των μελών του ΕΟ αντιλαμβάνονται ότι σε μια ταξική κοινωνία η Παιδεία είναι ταξική υπόθεση. Και καταλήγουν στη θέση, όπως και κάθε μεταρρύθμιση έτσι και η εκπαιδευτική γίνεται με μέσο την ταξική πάλη. Όταν όμως πρωτοδιατυπώθηκε η άποψη αυτή:  «Απ’ όλες τις μεριές ακούστηκε η τρομερή λέξη… κομμουνιστής!».[5]
Στο δημοτικισμό που άρχισε σαν κίνημα γλωσσικό και λογοτεχνικό και στην πορεία μεταβλήθηκε σ’ ένα κίνημα με γενικότερη πολιτική και κοινωνική σημασία, διαμορφώθηκαν τελικά υπό την επίδραση της Οχτωβριανής Επανάσταση δύο απόψεις: η σοσιαλιστική και η αστική. Ο διαχωρισμός αυτός είναι χωρισμός κοινωνικοπολιτικού προσανατολισμού. Για τους σοσιαλιστές η χρησιμοποίηση της γλώσσας του λαού (η δημοτική γλώσσα) στην εκπαίδευση, στον Τύπο, στη φιλολογία, ήταν ο απαραίτητος όρος για το ξύπνημα της λαϊκής συνείδησης και το χτίσιμο της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Σε αντίθεση με τους αστούς για τους οποίους ο δημοτικισμός πλέον περιορίζεται σε μια στενή γλωσσική άποψη χωρίς ευρύτερες μεταρρυθμίσεις μέσα στην εκπαίδευση και κυρίως χωρίς κοινωνικές μεταβολές. Για τους πιο συντηρητικούς, τη δεδομένη στιγμή  το αίτημα για την καθιέρωση δημοτική κρύβει και μια απειλή. Όπως και για τους εκπροσώπους των παραδοσιακών τζακιών, θεωρούν τη δημοτική ως το μέσο των κομμουνιστών για την υπονόμευση του έθνους της πατρίδας, της οικογένειας.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο γλωσσικό ή εκπαιδευτικό. «Ο γλωσσικός μαλλιαρισμός δεν είναι παρά όργανον της μεθοδολογίας των κομμουνιστών»[6]. «Διότι είνε πλάνη να νομίζη τις ότι το ζήτημα, δια το οποίο ούτοι κατηγορούνται (σ.σ. στα Μαρασλειακά) είνε ζήτημα μόνον γλωσσικόν. Το γλωσσικόν αποτελεί μέρος του όλου και μάλλον όργανον προς επιδίωξιν αντικειμενικού σκοπού, τον οποίον δεν είνε πάντοτε εις θέσιν να διακρίνωσιν, αλλ’ όστις ήρχισε να πραγματοποιείται. Δεν είναι άγνωστο ότι εν Κορίνθω μαθηταί του γυμνασίου εις γραπτάς εκθέσεις των αποδείχθησαν λαμπροί οπαδοί των αρχών του Μαρξ και του Λένιν. Δεν είναι άγνωστον ότι διδάσκαλοι διακηρύττουν μεγαλοφώνως τας κομμουνιστικάς αρχάς. Ούτω δε το μόλυσμα εξερχόμενον εκ του σχολείου διατό τάχα πρέπει να φανή παράδοξον ότι εισέρχεται εις τον στρατώνα, ότι καταλαμβάνει εξ εφόδου θέσεις εις υπουργεία, ότι εν τω προσώπω των προσηλύτων του ανευρίσκει πάσαν ενίσχυσιν και υπό τας εμπνεύσεις αυτών νόμο συντάσσονται»[7].
Στα 1922 ο υλισμός περνάει την πόρτα της λογοτεχνίας με «Το φως που καίει του» Βάρναλη, στα 1924 περνάει την πόρτα της επιστήμης με το βιβλίο του Κορδάτου «Η κοινωνική σημασία της επανάστασης του 1821» και λίγο αργότερα την ίδια χρονιά οι κομμουνιστικές ιδέες χτυπούν την πόρτα της εκπαίδευσης. Αυτό ήταν. Η φωνή ακούστηκε. Μπολσεβίκοι στη μάντρα της πολιτείες. Φύλακες γρηγορείτε.
Τρόμαξαν όλες οι συντηρητικές και αντιδραστικές δυνάμεις και εκμεταλλευόμενες την ταξική ανησυχία προκαλούν τα αποκαλούμενα Μαρασλειακά. Η αρχή τους στις 10 Νοέμβρη του 1924 με δημοσίευμα της «ΕΣΤΙΑΣ». Αφορμή ο Βάρναλης: «Η αρχή ήμουνα εγώ! Η ‘’Εστία’’, όταν έγραφε πως στην Παιδαγωγική Ακαδημία και το Μαράσλειο υπονομεύεται η πατρίδα, βρίζεται η σημαία και η Παναγία, έφερνε για απόδειξη (τίμια πράγματα!) ένα απόσπασμα από το έργο μου το ‘’Φως που καίει’’ (α΄ έκδοση). Και το δημοσίεψε αυτό το απόσπασμα μέσα στο κύριο άρθρο της! Είναι λίγοι στίχοι από το ποίημα της ‘’Πόρνης’’»[8]. Επόμενος στόχος αυτής της επίθεσης ο κομμουνιστής δάσκαλος και διευθυντής στα προσαρτημένα στη Μαράσλειο πρότυπα δημοτικά σχολεία, Ιορδάνης Ιορδανίδης. Η Ρόζα Ιμβριώτη που έμπασε στο σχολείο την ιστορία του Κορδάτου, ήταν η «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι».
Το επεισόδιο ήταν σκηνοθετημένο και με προεκτάσεις. Στόχος του το γλωσσοεκπαιδευτικό έργο που γινόταν στην Παιδαγωγική Ακαδημία και στο Μαράσλειο. Η Παιδαγωγική Ακαδημία, με διευθυντή τον Δημ. Γληνό, προετοίμαζε τους καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης, και το Μαράσλειο, διευθυντής του οποίου ήταν ο Αλ. Δελμούζος, τους δασκάλους. Επιδίωκαν τόσο τον εκδημοτικισμό των εκπαιδευτικών όσο και τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης. Απώτερος στόχος των αντιδράσεων που ξεσηκώθηκαν, το κτύπημα και η αναχαίτιση των κομμουνιστικών ιδεών στο χώρο της εκπαίδευσης και ευρύτερα στην κοινωνία.
Ας δούμε όμως αναλυτικά το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, το ρόλο των προσώπων και τα γεγονότα των Μαρασλειακών, όπως αυτά εξελίχτηκαν από το 1924 έως το 1927.
mara3






Η αστική επανάσταση
Βρισκόμαστε στις αρχές του αιώνα. Ένα κομμάτι της αστικής τάξης που είναι συνδεδεμένο με τις εξελίξεις του διεθνούς καπιταλισμού διεκδικεί την πολιτική του εκπροσώπηση, τον κοινωνικό, πολιτικό εκσυγχρονισμό και τη δημιουργία των προϋποθέσεων που θα διευκόλυνα την οικονομική του δραστηριότητα. Για να επιτευχθεί αυτό έπρεπε να εκμηδενιστεί η φεουδαρχία που συνέχιζε να κυριαρχεί στον τόπο. Πολιτικός εκφραστής αυτού του κινήματος ο Βενιζέλος.
Με το Βενιζέλο «αρχίζει η προσπάθεια να ανακαινιστούν οι διάφοροι κρατικοί κλάδοι, να συγχρονιστεί γενικά η κρατική μηχανή και να παρουσιαστεί το ελληνικό κράτος σα συγχρονισμένο αστικό κράτος μέσα στο οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί το εμπόριο και η βιομηχανία, τα οικονομικά δηλαδή βάθρα της τάξης που ήρχουνταν νικήτρια ενάντια στα τζάκια να επιβάλει τη ταξική της πολιτική, να διεκδικήσει τα ταξικά της δικαιώματα»[9] Ο οικονομικός και πολιτικός εκσυγχρονισμός από τη μια και από την άλλη η υλοποίηση της μεγάλης Ιδέας αποτελούν τον πυρήνα της πολιτικής του Βενιζέλου. Για να καταστεί εφικτό αυτό έπρεπε να διωχτούν από την εξουσία μα και να εκμηδενιστούν στην οικονομική τους βάση τα υπολείμματα της φεουδαρχίας που κυριαρχούσαν πολιτικά και οικονομικά στον τόπο.
Ετσι γεννήθηκε το κίνημα στο Γουδί το 1909. Με αυτό εκφράστηκε η συσσωρευμένη λαϊκή αγανάκτηση εξαιτίας της ήττας του 1897, της άσχημης οικονομικής κατάστασης και στα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα του αστοκοτζαμπασιδισμού που εφάρμοζαν την πολιτική που τους υπαγόρευαν μέσω του βασιλιά οι ξένοι.  Η βαθύτερη όμως αιτία της εξέγερσης ήταν πως οι τσιφλικάδες πλέον αποτελούσαν εμπόδιο στην καπιταλιστική ανάπτυξη, ενώ οι αστοί που είχαν δυναμώσει αρκετά οικονομικά ήθελαν το πάνω χέρι στον αστικοτσιφλικάδικο συνασπισμό. Επανάσταση καθιερώθηκε να λέγεται δεν επρόκειτο όμως για επανάσταση με την επιστημονική έννοια του όρου που πολύ απλά σημαίνει το πέρασμα της εξουσίας από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια κάποιας άλλης. Το κίνημα στο Γουδί ήταν ένα αστικό κίνημα με ευρεία λαϊκή υποστήριξη, αφού ο λαός υπέφερε και η θέση του συνεχώς χειροτέρευε ζητούσε ριζική αλλαγή. «Η φεουδαρχική αντίδραση νικημένη στις εκλογές του 1910 ούτε τόλμησε να ξεμυτίσει για χρόνια. Έτσι το πολιτικό έδαφος έμενε στην αστική τάξη»[10].
Αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου ήταν το πρώτο αίτημα. Δεύτερο αίτημα η προσπάθεια να εκσυγχρονιστεί η κρατική μηχανή και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την παραπέρα ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Μια από τις πρώτες προτεραιότητες της ήταν και η βελτίωση της παιδείας που μέχρι τότε είναι αποσπασμένη από την πραγματικότητα.
Γενικά η Παιδεία αποτελεί όργανο στα χέρια της άρχουσας τάξης, τόσο για την ανάπτυξη της ηθικής, πολιτική, οικονομικής της δύναμης όσο και για τη χειραγώγηση των εργαζομένων. Στη φεουδαρχία όπου η βασική παραγωγή στηρίζεται στη γη, η Παιδεία δεν είναι απαραίτητη. Δεν ήθελε τη λαϊκή μόρφωση, τη λαϊκή παιδεία. Οι εκπρόσωποί της βλέπουν στην υιοθέτηση της δημοτικής και στον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης την υπονόμευση του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους. Η αστική τάξη για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ήθελε τη βελτίωση της παιδείας.  Έτσι αντί του τετράχρονου λαϊκού σχολείου και την καθαρεύουσα που ήταν εμπόδιο στη μόρφωση των παιδιών, η αστική τάξη ήθελε εξατάξιο σχολείο και τη δημοτική γλώσσα για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν απαραίτητη και για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου εκσυγχρονισμού.
«Η αστική τάξη ζητάει για τα παιδιά της συγχρονισμένη Παιδεία. Το γλωσσικό ιδανικό του αρχαϊσμού της είναι άχρηστο. Θέλει ‘’πραχτική’’ εκπαίδευση, θέλει ξένες γλώσσες, θέλει καλύτερη μέθοδο διδασκαλίας και αγωγής, καθηγητάδες καλύτερα μορφωμένους. Το σύστημα της φαίνεται παλιό, μονόπλευρο σκουριασμένο. Από το 1889 κάθε κυβέρνηση, που αντιπροσωπεύει τις αστικές αυτές ροπές (Τρικούπης, Θεοτόκης, Βενιζέλος) φέρνει στη Βουλή σειρά από εκπαιδευτικά νομοσχέδια»[11].
«Η καπιταλιστική παραγωγή θέλει εργάτες πιο ξυπνημένους, πιο ικανούς πνευματικά, πιο γραμματισμένους να πούμε. Ο έμπορος θέλει όχι μόνο τον υπάλληλό του μα και το μικρό του παραγιό, οπωσδήποτε γραμματισμένο. Μα και ο βιομήχανος θέλει τον εργάτη του να ξέρει τα στοιχεία της ανάγνωσης, της αρίθμησης και της γραφής καθώς και νάχη ιδέα έστω στοιχειακή του κόσμου που τον τριγυρνά»[12]. Παράλληλα χρειάζεται και υπαλλήλους να στελεχώσουν τις κρατικές δομές και αξιωματικούς για το στρατό. Γι’ αυτό θέλε μια πιο παραγωγική βασική παιδεία που θα τροφοδοτεί τόσο τα πανεπιστήμια όσο και τις στρατιωτικές σχολές. Γι’ αυτό και η αστική τάξη ζήτησε τη βελτίωση της Παιδείας και βασικό αίτημα είχε την είσοδο της λαϊκής γλώσσας στα σχολεία.
Έτσι λοιπόν ιδρύεται ο Εκπαιδευτικός Όμιλος «σα προοδευτικό σωματείο που θα φρόντιζε να ‘’αναμορφωθεί η Ελληνική Παιδεία’’, ιδρύθηκε σε μια εποχή που η αστική τάξη παίρνοντας την πολιτική και οικονομική διαχείριση της χώρας στα χέρια ζητούσε να επιτύχει ένα συγχρονισμό σ’ όλους τους κλάδους της κρατικής και κοινωνικής ζωής που ήταν βέβαια μια πρόοδο σημαντική απέναντι στη στασιμότητα των τζακιών»[13]. Είναι η δεύτερη ειρηνική επανάσταση των αστών μετά από αυτή στο Γουδί.
Ο ΕΟ είναι σωματείο καθαρά αστικό, η δράση του περιορίστηκε στο γλωσσικό όπου και αντιπροσώπευε τις απόψεις ενός μόνο κομματιού της. Η δράση του περιορίστηκε στα ανώτερα στρώματα. Δεν αγωνίστηκε ποτέ για τη βελτίωση της θέσης του δασκάλου ούτε για την υλική ενίσχυση του σχολείου.
«Σύμβολό του γίνεται ‘’η γλώσσα’’, η ‘’νεοελληνική πραγματικότητα’’ και η ‘’πραχτικοποίηση της παιδείας’’. Έτσι πρόκειται να δοθεί στην παιδεία νέα μορφή και νέο περιεχόμενο. Ο σκοπός είναι διπλός. Πρώτα πρώτα να μορφώνεται αντίστοιχα με τις ανάγκες της η νέα ‘’άρχουσα’’ τάξη, εμποροβιομήχανοι, τραπεζίτες, εφοπλιστές και το επιστημονικό επιτελείο της νέας οικονομίας και του νέου κράτους. Και έπειτα να μορφώνεται καλύτερα ‘’ο λαός’’, δηλαδή να δημιουργηθούνε ειδικευμένοι εργάτες της βιομηχανίας και καλοί υπάλληλοι ιδιωτικοί και δημόσιοι».[14]
Η αστική τάξη μπορεί να πήρε την εξουσία με την επανάσταση στο Γουδί δεν κατάφερε όμως να εξαλείψει τα υπολείμματα της φεουδαρχίας ούτε και την οικονομική της βάση. Η αστική επικράτηση δεν ήταν οριστική και η φιλοπόλεμη τακτική του Βενιζέλου έδωσε την ευκαιρία στους εκπροσώπους των παλιών τζακιών να επιδρούν στις εξελίξεις και να ξαναδιεκδικήσουν την εξουσία. Αυτό καθορίζει και την επιτυχία των όποιων εγχειρημάτων. Ήταν μαζί με την εμπόλεμη κατάσταση ένα ισχυρό εμπόδιο στο εκσυγχρονιστικό έργο των αστών.
Τα ίδια και στον τομέα της Παιδείας. Το 1913 η κυβέρνηση Βενιζέλου (υπουργός Παιδείας ο Τσιριμώκος) που φιλοδοξούσε να μεταρρυθμίσει το εκπαιδευτικό σύστημα, αναθέτει στο Γληνό τη σύνταξη των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων. Αυτά όμως συνάντησαν την αντίδραση όχι μόνο των φεουδαρχικών στοιχείων μα και συντηρητικών αστών όπως και στελεχών του κόμματος του Βενιζέλου.
Η προσπάθεια αυτή θα ολοκληρωθεί το 1917. Ο βενιζελισμός από τα 17 πρώτα στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στην Αθήνα καθιερώνει διά νόμου την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση – μπάζοντας τη δημοτική γλώσσα σε όλες τις τάξεις του δημοτικού σχολείου. Είναι η εποχή που γράφονται 10 αναγνωστικά στη δημοτική για τις 4 πρώτες τάξεις του δημοτικού. Κύριος συντελεστής αυτής της επιτυχούς προσπάθειας ο Δ. Γληνός. Οι μεταρρυθμίσεις του 1913 και του 1917 συμπληρώνουν η μία την άλλη.
Αυτά μέχρι τα 1920, οπότε με την εισβολή των ‘’βαρβάρων’’ όπως ονόμασαν οι βενιζελικοί την επικράτηση των φιλομοναρχικών δυνάμεων, καταργείται η δημοτική και καίγονται τα βιβλία που γράφτηκαν για τα παιδιά στη γλώσσα αυτή[15].
Και στη δεκαετία του 1920 η αστική τάξη  δεν κατάφερε να επιβάλλει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση τόσο λόγω της αντίδρασης των φεουδαρχικών κατάλοιπων που ένιωθαν ότι απειλούνται τα θεμέλια του «πατρίς θρησκεία γλώσσα»  όσο και της καθυστέρησης στην εκβιομηχάνιση. Στη δεκαετία του 1920 η ελληνική οικονομία συνεχίζει να παραμένει αγροτοκτηνοτροφική και στην υπάρχουσα βιομηχανία κυριαρχεί η χειρωνακτική εργασία.

Το ιστορικό πλαίσιο της δεκαετίας του 1920

Με τη μικρασιατική καταστροφή οι επιπτώσεις ήταν τρομερές σε όλα τα επίπεδα. Χιλιάδες οι νεκροί και οι τραυματίες, 1,5 εκατ. οι πρόσφυγες. Η οικονομία σμπαραλιάστηκε και ο λαός υπέφερε τα πάνδεινα. Η διέξοδος αναζητήθηκε στη «βοήθεια» και την «προστασία» των μεγάλων δυνάμεων.
Ξεσπάει βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση. Λαός και στρατός βρίσκονται σε αναβρασμό. Το Σεπτέμβρη του 1922 μέσα σε εκρηκτικές συνθήκες για την ελληνική πραγματικότητα ξεσπάει το στρατιωτικό κίνημα των Πλαστήρα – Γονατά. Σχηματίζεται το Νοέμβρη του 1922 κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά (ο Πλαστήρας δε συμμετέχει) η οποία κήρυξε στρατιωτικό νόμο ελπίζοντας να συγκρατήσει την κατάσταση και έδιωξε το βασιλιά. Η κυβέρνηση αυτή πήγε μέχρι και το Γενάρη του 1924. Δεν έλυσε βέβαια τα σοβαρά προβλήματα της εποχής. Έκανε μια μικρή αγροτική μεταρρύθμιση, τιμώρησε τους υπεύθυνους της Μικρασιατικής καταστροφής και μπόρεσε να εκτονώσει πρόσκαιρα κάπως την αναταραχή του λαού. Ουσιαστικά όμως, υπηρέτησε τα συμφέροντα της μεγαλοαστικής τάξης. Οι βιομήχανοι είχαν εξασφαλισμένοι φτηνή εργατική δύναμη από τους πρόσφυγες και ο Πλαστήρας, που βρισκόταν πίσω από την κυβέρνηση, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα τους απάντησε με τρομοκρατία και ένοπλη καταστολή στους εργάτες που αγωνίζονταν για τα δικαιώματά τους και τη βελτίωση της ζωής τους.
Με τη μικρασιατική τραγωδία η κατάσταση των εργαζομένων χειροτερεύει. Τα προβλήματα οξύνθηκαν και προστέθηκε και το προσφυγικό. Ο αναβρασμός στο λαό και η επαναστατική κατάσταση στο λαό συνεχίζονται και διευρύνονται. Το ΣΕΚΕ πρωτοστατεί στην οργάνωση και καθοδήγηση των εργατικών αγώνων. Στις 23 Αυγούστου ξεσπά η μεγαλύτερη μέχρι τότε απεργία. Χτυπήθηκε από την «επαναστατική κυβέρνηση», 11 νεκροί, δεκάδες τραυματίες και εκατοντάδες συλλήψεις.
Το φάντασμα του κομμουνισμού αρχίζει να ανησυχεί τον ύπνο των αστών. Ένα κόμμα διαφορετικό κάνει την εμφάνισή του, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας που φέρνει στο επίκεντρο το λαό και τις ανάγκες του. Προσπαθεί να τους συσπειρώσει και να τους οργανώσει, να τους οδηγήσει στη βελτίωση της ζωής τους. Προβάλλει μια άλλη προοπτική, Προβάλλει μια άλλη προοπτική. Τη δημοκρατική και σοσιαλιστική αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας.
«Ο Πλαστήρας εντολοδόχος της βενιζελικής παράταξης διχτατορεύει εν ονόματι του μεγάλου βιομηχανικού και εμπορικού κεφαλαίου. Μα το άστρο της ελληνικής αστοκρατίας αρχίζει να δύει. Η μικρασιατική ‘’συμφορά’’ με όλα της τα επακόλουθα, βυθίζει τη νεόφαντη αστική τάξη σε μια αξεπέραστη δημοσιονομική και οικονομική κρίση. Στα 24 αυτή αρχίζει να γίνεται οξύτερη. Οι μεγαλοαστοί μέσα στα γιορτάσια της ανάπτυξης της δημοκρατίας που πέτυχαν χάρη στη στρατοκρατία, αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως είναι ανίκανοι να αντιμετωπίσουν μόνοι τους και υπεύθυνα την καταστροφική κρίση.
Έτσι αρχίζουν επί κυβέρνησης Παπαναστασίου (σ.σ. 12/3 – 19/7/1924) οι πρώτες δοκιμαστικές βολές για την περίφημη ‘’συμφιλίωση’’. Έπρεπε για να ξεπεραστεί η κρίση να συμφιλιωθούν οι δύο φατρίες, ο βενιζελισμός και ο βασιλισμός, έτσι που να μπορούν ηνωμένοι να φορτώσουν τα βάρη πάνω στις πλάτες των εργατών – αγροτών – προσφύγων και μικροαστών. Μόνο έτσι άλλωστε θα τους εμπιστευότανε και οι ξένοι τοκογλύφοι. Το δάνειο των 12 εκατομ. – το λεγμένο ‘’προσφυγικό’’ είχε σχεδόν ξεκοκαλιστεί στο μεταξύ. Τη συμφιλιολογία που συνέχισε η μισοφασιστική κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου, την άρπαξε για μότο η διχτατορία του Πάγκαλου και την συμπλήρωσε η πτώση του διχτάτορα με την Οικουμενική. Οι φιλελεύθεροι αστοί δίνουν το χέρι στα υπολείμματα των τζακιών, που φρόντιζαν εν τω μεταξύ να αστοποιηθούν φέρνοντας μέσα τους και στοιχεία απ’ τη μεγάλη βιομηχανία και το τραπεζικό κεφάλαιο. Μα από τη στιγμή που ακούστηκαν τα πρώτα συμφιλιωτικά φληναφήματα οι φιλελεύθεροι δημοκράτες άρχιζαν να βάζουν στο κρασί τους νερό. Άρχισαν να περνούν στην αντίδραση, ακολουθώντας κι αυτοί απ’ τους ίδιους αντικειμενικούς λόγους, την πορεία του παγκόσμιου φιλελευθερισμού-δημοκρατισμού. Απ’ τη στιγμή αυτή αρνιέται τον προοδευτικό τους ρόλο, αρνιέται κάθε τους προοδευτικό σύνθημα»[16].
Και για να ξαναγυρίσουμε στα εκπαιδευτικά, η κυβέρνηση που προέκυψε από το κίνημα του Πλαστήρα, «ξαναφέρνει τους διωγμένους δημοτικιστές του Ομίλου στο υπουργείο Παιδείας και υποστηρίζει με όλα τα επαναστατικά μέσα που διέθετε την ‘’εκπαιδευτική μεταρρύθμιση’’ που κήρυχνε ο Όμιλος. Βέβαια, τη φορά αυτή η ‘’μεταρρύθμιση’’ κέρδισε οπωσδήποτε σε περιεχόμενο. Δεν ήταν απλή γλωσσική, φιλοδοξούσε να επιτύχει και μια αλλαγή στις μεθόδους διδασκαλίας. Ρίχτηκε κιόλας το σύνθημα: ‘’Σχολείο Εργασίας’’ (…)
Έτσι ο Όμιλος πετυχαίνει κάποιο Επαναστατικό διάταγμα με το οποίο δίνεται στο διευθυντή του Μαράσλειου διδασκαλείου στην Αθήνα απόλυτη πληρεξουσιότητα να δημιουργήσει ένα ‘’πρότυπο’’ διδασκαλείο, μέσα στο οποίο θα δοκιμαζόταν η εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης κυρίως στο περιεχόμενό της, ’’Σχολείο Εργασίας’’. Σ’ ένα χρόνο μέσα (1924) ιδρυόταν και η Παιδαγωγική Ακαδημία που θα λειτουργούσε κι αυτή μέσα στο Μαράσλειο.
Έτσι το όνειρο των μεταρρυθμιστών του Ομίλου έπαιρνε σάρκα και οστά. Ο κ. Γληνός διευθυντής της Ακαδημίας και ο κ. Δελμούζος του Μαράσλειου διδασκαλείου. Το Μαράσλειο επρόκειτο, κατά τη γνώμη των ιδίων μα προ πάντων του δεύτερου, να γίνει ο πνευματικός φάρος που θα φωτίσει εκπαιδευτικά το πανελλήνιο. Ευσεβείς πόθοι, ονειροπόλων, χωρίς τη στοιχειώδικη κοινωνιολογική όσφρηση! Υπολόγισαν χωρίς τον ξενοδόχο. Και ξενοδόχος στην περίπτωση ήταν οι αντικειμενικοί όροι όπως διαμορφωνόταν μέσα στην κρίση που περνούσε η αστική τάξη όλου του κόσμου και ειδικά η ελληνική»[17].
Στις αρχές του 1924 κυκλοφορεί το βιβλίο του Γιάνη Κορδάτου “Η κοινωνική σημασία της επανάστασης του 1821”  στη συγγραφή του οποίου, όπως καταγγέλλει η «Εστία» (16/11/24) συνεργάστηκε ένας δάσκαλος (ο Κώστας Βάρναλης; ο Παναγής Δημητράτος; Κάποιος άλλος;). Μέχρι τότε η ιστορία και η διδασκαλία της υπηρετούσε τη Μεγάλη Ιδέα της άρχουσας τάξης δημιουργώντας συνείδηση αυτοθυσίας και ηρωισμού για το τρισχιλιετές μεγαλείο της Ελλάδας (βλέπε επέκταση των συνόρων). Ο Κορδάτος καταρρίπτει τους εθνικιστικούς μύθους περί έθνους, ξεσκεπάζει το ρόλο των κοτζαμπάσηδων και της Εκκλησίας στην Επανάσταση και λέει ότι η Επανάσταση είναι γέννημα της ανάπτυξης της ελληνικής αστικής τάξης.
Σε πολιτικό επίπεδο την κυβέρνηση Γονατά διαδέχονται από το Γενάρη του 1924, οι σύντομες κυβερνήσεις των Βενιζέλου, Καφαντάρη, Παπαναστασίου (κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία των Γλύξμπουργκ), Σοφούλη και από 15 Οκτώβρη 1924 μέχρι τον Ιούνη του 1925 η κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Η κυβέρνηση αυτή εκπροσωπούσε τη συντηρητικότερη μερίδα της βενιζελικής παράταξης. Είχε την εμπιστοσύνη του αγγλικού κεφαλαίου και της ντόπιας ολιγαρχίας, ιδιαίτερα των τραπεζιτών. Βασική επιδίωξη αυτής της κυβέρνησης να φορτώσει όλα τα βάρη της σταθεροποίησης της οικονομίας στις πλάτες του λαού. Οι εργαζόμενοι αψηφώντας την τρομοκρατία και την καταστολή πραγματοποιούν πανελλαδικές κλαδικές απεργίες, διαδηλώσεις και συλλαλητήρια με οικονομικά κυρίως αιτήματα. Επίσης, με την καθοδήγηση του ΚΚΕ αναπτύσσεται και το αγροτικό κίνημα. Για να αντιμετωπίσει το κύμα αγώνων εργατών και αγροτών η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου προχωρά σε διωγμούς και συλλήψεις κομμουνιστών και στελεχών εργατικών σωματείων.
Πολλοί πολιτικοί παράγοντες απέδιδαν τα αίτια των λαϊκών αγώνων σε κομμουνιστικό δάκτυλο και μιλούσαν για κίνδυνο του καθεστώτος από τον κομμουνισμό. Στις 9 Ιούνη 1924 ο στρατηγός Γ. Κονδύλης παραιτήθηκε από την κυβέρνηση Παπαναστασίου (από υπουργός Στρατιωτικών) γιατί ο πρωθυπουργός δεν υιοθετούσε την άποψή του για τον κομμουνιστικό κίνδυνο.
Στις 6 Ιούλη 1924 ξεκινά το πρώτο συνέδριο της Ένωσης Ιδιοκτητών όπου με αφορμή την αγροτική μεταρρύθμιση των κυβερνήσεων, υπό την πίεση των αγροτών, έθεταν ως βασικό στόχο την άμυνα έναντι του κομμουνισμού. Διάφοροι ρήτορες χτύπησαν και το μαλλιαρισμό ως κομμουνισμό.
Σχεδόν ταυτόχρονα έχουν ξεκινήσει και τα δημοσιεύματα για την κομμουνιστική απειλή, όπως για παράδειγμα στο «ΕΜΠΡΟΣ» «Ο μπολσεβικισμός ένα Ελλάδι» όπου ο πανεπιστημιακός Νεοκλής Καζάζης ανακατεύει την υποτιθέμενη ευθύνη των κομμουνιστών για την Μικρασιατική καταστροφή[18], το βιβλίο του Κορδάτου και το γλωσσικό για να προκαλέσει την παρέμβαση των αρμοδίων (και να τρομάξει την κοινή γνώμη):
«Εν τη περισπουδάστω εκθέσει του στρατηγού Τρικούπη περί των αιτιών της στρατιωτικής απεργίας εν Μικρασία αναγιγνώσκω τα επόμενα ηθικά αίτια μεταξύ των άλλων: ‘’Ουκ ολίγων συνετέλεσεν εις την καταστροφήν αφ’ ενός μεν η εν Ελλάδι μπολσεβίκικη προπαγάνδα, ήτις δι’ επιστολών προς οπλίτας προσεπάθεια να επιτύχη την διάλυσιν του στρατού, και αφ’ ετέρου η εν Αθήναις εκδιδομένη εφημερίς ‘’Ριζοσπάστης’’ ης η κυκλοφορία δεν επιτρέπετο εις το στράτευμα διαβιβάζετο όμως η εφημερίς αυτή εις τον στρατόν του μετώπου δια του εχθρικού στρατού είτε δι’ αεροπλάνων, είτε δι’ εχθρικών περιπολιών αίτινες κατά την νύκτα προχωρούσαι μέχρι των ημετέρων συρματοπλεγμάτων άφινον ολόκληρα δέματα της εφημερίδος ‘’Ριζοσπάστου’’ (…)
Αλλά και μετά την κατάπαυσιν του πολέμου, μετά την ολοσχερή κατάρρευσιν των εθνικών δυνάμεων, την ατίμωσιν της Ελλάδος, εξακολουθεί αναπτυσσόμενη η αυτή μπολσεβίκικη ιδεολογία της περιφρονήσεως παντός εθνικού ιδεώδους (…) Πλήρης αδιαφορία της Πολιτείας και της κοινωνίας.
Εκ της αδιαφορίας τούτης η μπολσεβίκικη ιδέα κατέστη θρασύτατη (…) Μου κατηγγέλθη (…) η εμφάνισης βιβλίου (…) φέρει τον τίτλον ‘’Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821’’ (…).
‘’Εν τω Υπουργείω των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ελλοχεύει ο εχθρός’’. Επιβεβαίωσε μου τούτο και ο Μητροπολίτης (…)
Ολιγοστά εκ του ριζοσπαστικού τούτου δημοσιεύματος όπερ παραδίδω εις την δια των πραγμάτων και ουχί δια των λίγων ετυμηγοριών των εν Ελλάδι δασκάλων και διανοουμένων αφού αδρανεί, συμμεριζομένη ίσως τας ιδέας ταύτας η Πολιτεία (…)».
Ακολουθεί η παράθεση στοιχείων από το βιβλίο ικανά να τρομάξουν τους αναγνώστες και συνεχίζει ο Καζάζης;
«προς τοις άλλοις διδάσκει ο συγγραφεύς ότι η γλώσσα του λαού είνε η πραγματική εθνική, ιστορική και ζωντανή γλώσσα, η γραφομένη η των λογίων είνε η αστική γλώσσα, προωρισμένη εις την πνευματικήν αποτύφλωσιν του λαού όστις θα φωτισθή και θα διαπαιδαγωγηθή μόνον δια της γλώσσης αυτού και της κομμουνιστικής ιδεολογίας.
Αρκούν τα ολίγα αύτα προς απόδειξιν του ισχυρισμού μου ότι ο Μπολσεβικισμός εγκατέστη εν Ελλάδι και εγκατέστη κυρίως δια επί των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαιδεύσεως υπουργείου (…).
Η πρώτη εκδήλωσις της λαοσωτηρίου ταύτης παλιγεννησίας υπήρξεν η εθνική καταστροφή της Μικράς Ασίας, η ελληνική αποψίλωσις της Θράκης. Επρωτοστάτησε μεταξύ των άλλων αλιτηρίων και ο μπολσεβίκος ‘’Ριζοσπάστης’’ ου ο αρχισυντάκτης ο συγγραφεύς του βιβλίου.
Αλλ’ έως πότε θα περιοριζόμεθα μόνον εις λόγους και εις θρηνωδίας κατά των υπαίτιων της εθνικής σκοτοδίνης;».
Την ίδια μέρα το κύριο άρθρο του «Εμπρός»[19] είναι αφιερωμένο στον κίνδυνο που διατρέχει η ιδιοκτησία από τους κομμουνιστές: «Η μία κοινωνική τάξις ωθείται κατά της άλλης. Οι εργάται κατά του εργοδότου. Οι αγρόται κατά του γαιοκτήμονος. Οι ενοικιασταί εναντίον του ιδιοκτήτου. Τα πληρώματα των πλοίων κατά των εφοπλιστών (…) Το πρόγραμμα τούτο εφαρμόζεται σήμερον καθ’ όλην την απειλητικήν αυτού έκτασιν».
Αυτά τα δημοσιεύματα μαζί με τους εργατικούς αγώνες που βρίσκονται σε εξέλιξη αναστατώνουν τα συντηρητικά στοιχεία της εποχής και όχι μόνο. Ακολουθούν και άλλα σχετικά δημοσιεύματα όπου προειδοποιούν την κυβέρνηση για τον κίνδυνο του κομμουνισμού (π.χ. Εστία 14/11/24 – είναι οι μέρες που βρίσκεται σε εξέλιξη η απεργία των καπνεργτών στην Καβάλα) είτε  τίθεται το ζήτημα του γλωσσικού μπολσεβικισμού: «Το σχολείον πρέπει να εξυγιανθεί εκ του μαλλιαρού μπολσεβικισμού. Ο ίδιος θα εκδηλωθεί αύριον κατά της ιδιοκτησίας, καθ’ όλων των αστικών ιδρυμάτων»[20]. Ο υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην κυβέρνηση Σοφούλη (24 Ιούλη 1924 έως 7 Οκτώβρη 1924) Θ. Βελλιανίτης έστειλε εγκύκλιο στα σχολεία για να σταματήσουν οι κομμουνιστικές τάσεις των μαθητών. Το ίδιο έπραξε αργότερα και ο Ιωάννης Μανέτας που διατέλεσε υπουργός από το Μάρτη του 1925.
Η εκκλησία ως πιο «ευαίσθητη» στα ζητήματα γλώσσας, έθνους, παιδείας ήταν η πρώτη που αντέδρασε, αφού το βιβλίο του Κορδάτου μεταξύ άλλων είχε και αρνητικές αναφορές στο ρόλο του Πατριαρχείου και του ανώτερου κλήρου. Αυτά αναστάτωσαν τους πιστούς και ξεσήκωσαν θύελλα διαμαρτυριών από τα χριστιανικά σωματεία, που ζητούσαν την παραπομπή του συγγραφέα στη Δικαιοσύνη. Έτσι τον Οκτώβρη του 1924 ασχολείται η Ιερά Σύνοδος με το βιβλίο του Γιάνη Κορδάτου. Στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου διαπιστώνεται ότι «Κομμουνιστάς παντού έχομεν». Κάποιο μητροπολίτες ζητούν δυναμικά μέτρα όπως ο Μονεμβασίας Γερμανός: «Δεν άκουσα όμως εν άλλο μέτρο, ότι δηλαδή διά του υπουργού δέον να καταγγελθή εις την Αστυνομίαν, συμφώνως τω Καταστατικώ Νόμω, η διάδοσις του βιβλίου αυτού»[21].
Τελικά αποφασίζεται ν’ ανατεθεί στο θεολόγο Π. Τρεμπέλα η συγγραφή μελέτης με την οποία θα αναιρεί τις θέσεις του Κορδάτου. Η μελέτη αυτή εκδόθηκε με τον τίτλο «Ο ιστορικός υλισμός εξ απόψεως φιλοσοφικής», το Μάη του 1925 και διακινήθηκε μέσω των εκκλησιών της χώρας.
Στο μεταξύ, από τον Οκτώβρη του 1923 είχε αρχίσει να λειτουργεί το Μαράσλειο Διδασκαλείο προσαρτημένο στην Παιδαγωγική Ακαδημία και από τις 5 Νοέμβρη 1924 η Παιδαγωγική Ακαδημία. Και τα δύο στεγάζονται στο κτήριο του Μαρασλείου (όπως και τα προσαρτημένα πρότυπα δημοτικά) και οι μαθητές της Παιδαγωγικής δίδασκαν ως δόκιμοι στο Μαράσλειο και εκείνοι του Μαράσλειου στα πρότυπα δημοτικά της Παιδαγωγικής.
Ο Βάρναλης μόλις έχει γυρίσει από την υποτροφία στο Παρίσι και διορίζεται καθηγητής στην Παιδαγωγική Ακαδημία όπου διδάσκει το μάθημα της Νεοελληνικής  Λογοτεχνίας. Δεν πέρασε απαρατήρητο από τους θεματοφύλακες «των ιερών και οσίων του έθνους».
«Μίαν καλήν πρωίαν που λέει ο λόγος αρχίζει, ποιος άλλος, η ‘‘Εστία’’ (δε λογαριάζουμε το θόρυβο που έκαναν πότε πότε τα λαχανόφυλλα της αντίδρασης με τους κουλουμβάκηδες συντάχτες τους) αρχίζει τους ακροβολισμούς. Ο λόγος για το Βάρναλη. Ακούς εκεί ο αθεόφοβος να γράψει πως η πατρίδα είναι πόρνη!
Να με ποιους ανθρώπους συνεργάζεται ο ‘’Εκπαιδευτικός Όμιλος’’, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, ο Γληνός, ο Δελμούζος. Γιατί ξέχασα, να μας διορίστηκε (sic), ένας  από τους πιο προοδευμένους διανοητικούς κι ένας απ’ τους σημαντικώτερους ποιητές και κριτικούς που έχει ο τόπος μας, διορίστηκε με χίλιες δυσκολίες στην Παιδ. Ακαδημία».[22]
Έγραφε συγκεκριμένα η «Εστία» στις 10 Νοέμβρη του 1924 (πέντε μόλις μέρες μετά την έναρξη των Μαθημάτων στην Παιδαγωγική Ακαδημία) αφού πρώτα κατήγγελλε το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο για τρομοκρατία:
«Αλλά δεν προέβη εις καμμίαν ενέργειαν το Εκπαιδευτικόν Συμβούλιον εναντίον ενός καθηγητού της Παιδαγωγικής Ακαδημίας διορισθέντος διά να καταρτίση καλλίτερον τους δημοδιδασκάλους που θα διδάξουν τα Ελληνόπαιδα και ο οποίος εις ένα ποίημά του υβρίζει με την μεγαλειτέραν δυνατήν δριμύτητα την Ελληνικήν πατρίδα και την σημαίαν μας.
Ιδού μερικοί στίχοι από το ποίημα αυτό:
εγώ ’μαι η ιερή Πατρίδα
που με την ειρήνη θανατώνω
την ψυχή και το πνεύμα των ανθρώπων,
σκεπάζοντάς τους με σκοτάδια και κουρέλια
και δίνοντας τους λίγες λέξεις,
και να πεθαίνουνε για λέξεις.
Είμαι η ιερή Πατρίδα, που διδάχνω,
το μίσος, την κλοπή, το φόνο,
σειώντας ένα πανί χρωματιστό
μπροστά στα μάτια που τα τυφλώνω με χίλιους τρόπους
Αλλ’ όπως ανωτέρω αναφέρομεν, αι καταδιώξεις του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου δεν στρέφονται κατά των αρνουμένων και περιφρονούντων τα εθνικά ιδεώδη, αλλ’ εναντίον εκείνων ακριβώς οι οποίοι τα σέβονται.
Οι αποτελούντες την κλίκαν έχουν πεισθή ότι δύνανται διά της βίας να επιβάλουν τας απόψεις των εις τον Ελληνικόν Λαόν. Τονίζεται αυτό και εις μίαν αρκετά απειλητικήν επιστολήν την οποίαν ελάβομεν επί του προκειμένου…».
Κοινωνικό σκάνδαλο. Καθηγητής της παιδαγωγικής Ακαδημίας βρίζει την πατρίδα και την Παναγία. Όλες οι άλλες εφημερίδες τρέξανε να κρατήσουνε το «ίσο» στην «Εστία». Ήταν μια πρώτης γραμμής ευκαιρία για δημοκοπία και μεγάλωμα της κυκλοφορίας. Αγανακτισμένοι από τους κομμουνιστικούς στίχους, σπεύσανε με επιστολές στον Τύπο και οι εκπρόσωποι του πνευματικού κατεστημένου.
Η απάντηση του Δελμούζου στην «Εστία» (16/11/1924) δυνάμωσε την αγανάκτηση: «Ο καθένας μας μπορεί ατομικά να έχη οποιαδήποτε πολιτική πίστη θέλει, ακόμα και αναρχικός να είνε, και σε σύλλογο αναρχικό να ανήκη, και θεωρητικά στην εξωσχολική του δράση να γράφη ακόμα υπέρ του αναρχισμού.
Πώς μπορεί να συμβιβάση σε τέτοια περίπτωση τη δική του πίστη με το έργο του διδασκαλείου, αυτό είνε ζήτημα δικής του συνειδήσεως. Σε αυτό δεν είμαστε εμείς που θα ελέγξωμεν».
Και συνεχίζει η «Εστία»: «Τοιούτους καθηγητάς, με σαφώς αναρχικάς και κομμουνιστικάς ιδεολογίας, έχει σήμερον το Μαράσλειον Διδασκαλείον, όπως –φευ!– τους έχει όλος ο επίσημος εκπαιδευτικός κλοιός. Και οι καθηγηταί ούτοι δεν παύουν να εκφράζουν δημοσία, κατά τρόπον προκαλούντα κοινόν σκάνδαλον, τας ιδεολογίας των αυτάς.
Τοιούτοι διδάσκαλοι όμως είνε αδύνατον να αναπτύξουν εις τα παιδιά όχι μόνον εθνικήν, αλλ’ ουδέ καν την Ελληνικήν απλώς αντίληψιν. Δεν δύναται να ομιλήση εις τα παιδιά περί Ελληνικής Επαναστάσεως ο διδάσκαλος ο οποίος συνειργάσθη με τον κ. Κορδάτον εις την σύνταξιν του βιβλίου του περί της Ελληνικής Επαναστάσεως [...] Δεν δύναται παρά να κλονίση εκ βάθρων κάθε ηθικήν αρχήν του μαθητού ο διδάσκαλος ο οποίος εις τα ποιήματά του χαρακτηρίζει ως απάνθρωπον δόγμα την θρησκείαν μας…»[23].
«Η ‘’Εστία’’ σύντροφοι, ήταν τότες όργανο του Μιχαλακόπουλου, φιλελεύθερου ‘’φίλου’’ της μεταρρύθμισης. Στη Γερμανία έφαγε ψωμί κι αλάτι που λέει ο λόγος, με κάποιον από τους κορυφαίους της ‘’μεταρρύθμισης’’. Απ’ εκεί τούταξε λαγούς με πετραχήλια. Φτάνει να έρτη στην εξουσία! Και ήρτε. Οι κακές οι γλώσσες λεν, πως ήταν κιόλας κατά παραγγελία του φιλελεύθερου, του μεταρρυθμιστή, του δημοκράτη Μιχαλακόπουλου, τα φαρμακωμένα κείνα άρθρα της ‘’Εστίας’’.
Τι συμβαίνει λοιπόν! Οι ‘’κορυφαίοι’’ έτριβαν τα μάτια τους! Μα γιατί αυτό το κακό. Η ‘’Εστία’’ δικό μας, φιλελεύθερο – γνήσιο μάλιστα – δημοκρατικό φύλλο! Ήταν η εποχή που ο Μιχαλακόπουλος ερωτοτροπούσε με τον Τσαλδάρη, το Μεταξά, το Δεμερτζή. Η συμφιλίωση αρχίζει να γίνεται το πιο φλογερό σύνθημα της ημέρας. Και οι παραχωρήσεις της αντίδρασης άρχισαν κιόλας. Ένα από τα ολοκαυτώματα που πετούσε απ’ τη στιγμή εκείνη η φιλελεύθερη – δημοκρατική παράταξη στο στόμα του μεγαθηρίου τη συμφιλίωσης ήταν η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, οι προσπάθειες δηλαδή του Εκπαιδευτικού Ομίλου (…)»[24].
Αρχές του 1925 ο Βάρναλης τιμωρήθηκε με εξάμηνη παύση. Ο κομμουνιστικός κίνδυνος όμως συνέχιζε να υπάρχει. Ο υλισμός που είχε περάσει την πόρτα της Λογοτεχνίας και της επιστήμης τώρα χτυπούσε την πόρτα της Εκπαίδευσης. Το χτύπημα της θύρας της εκπαίδευσης έγινε δυνατότερο όταν ο κουμουνιστής δάσκαλος και διευθυντής των πρότυπων δημοτικών σχολείων που ήταν  προσαρτημένα στο Μαράσλειο, θέτει σε συνεδρίαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, στα τέλη του 1924, το εξής ερώτημα: πιστεύει ο Όμιλος πως μπορεί με τα μέσα που εργάζεται και μέσα στο αστικό πλαίσιο να επιτύχει μια βαθιά, αληθινή μεταρρύθμιση στην ουσία της Παιδείας;
«Απ’ όλες τις μεριές ακούστηκε η τρομερή λέξη… κομμουνιστής! Εκείνο ήταν σύντροφοι. Καβαλίκεψαν τότε οι κορυφαίοι το βήμα κι άρχισαν να χύνουν τους μύδρους και τις κατάρες ενάντια στο ’’νεοελληνικό κομμουνισμό’’, στο ανεδαφικό αυτό κατασκεύασμα που νομίζει πως αύριο κιόλας θα επικρατήσει και θα εφαρμόσει τα εκπαιδευτικό του πρόγραμμα και έτσι προσδέχεται τον Όμιλο που πάει εξελεχτικά. Και άλλα και άλλα… Καμιά αντιλογία εννοείται δεν επιτράπηκε, ούτε να εξηγήσει το ερώτημά του ο άνθρωπος κατόρθωσε, αν και υποσχέθηκαν πως θα δεχτούν πλατιά συζήτηση πάνω στο ερώτημα που, όπως παραδέχτηκαν, είχε βασική σημασία. Μίλησαν οι ίδιοι δυο τρεις βραδιές κατά σειρά κι αφού τα είπαν και ξεθύμαναν, πήραν του Ομίλου το κλειδί στην τσέπη κι άφηκαν τα μέλη απ’ έξω να βολοδέρνονται με τις απορίες που τους γέννησε κείνο το απλό ερώτημα»[25].
Την άποψη του Ιορδανίδη υποστήριξε και η Ρόζα Ιμβριώτη, ενώ ο Δ. Γληνός πρότεινε να οριστεί μια ειδική βραδιά για να συζητηθεί το συγκεκριμένο θέμα.
Στις 22 Μάρτη[26] του 1925 μια δασκάλα, από την αριστερή πτέρυγα του Εκπαιδευτικού Ομίλου, που δεν είναι ακόμα κομμουνίστρια, «άνοιξε την πόρτα» της Εκπαίδευσης στις κομμουνιστικές ιδέες. Τολμά να διδάξει την ιστορία μέσα από τις πηγές στο πνεύμα του υλισμού που εισήγαγε ο Κορδάτος.
Τις ίδιες μέρες είναι έντονη η αγανάχτηση στους προοδευτικούς ανθρώπους της εποχής για την τιμωρία του Βάρναλη. Την 1η Απρίλη 1925 δόθηκε στη δημοσιότητα «Μια διαμαρτυρία διά τον κ. Βάρναλην πολιτευτών, λογίων και καλλιτεχνών» της Αθήνας (την υπογράφει και ο Κ. Παλαμάς). Ακολούθησε στις 13 του ίδιου μήνα η διαμαρτυρία των διανοουμένων της Αλεξάνδρειας την οποία υπογράφει και ο Κ.Π. Καβάφης.
Η Ρ. Ιμβριώτη – δίδασκε φιλοσοφία της Ιστορίας – εξηγεί στο συμβούλιο των καθηγητών πώς διδάσκει την Ιστορία: «Στην τελευταία τάξη του Διδασκαλείου την ιστορία της επαναστάσεως του ’21, την εξετάζω υπό το βασικό πρόβλημα ότι η επανάστασις του ’21 είνε σκέψη και εκτέλεση και αποτέλεσμα της εξεγέρσεως της Αστικής τάξεως, επηρεασθείσης από την εξέγερση ομοίων τάξεων της Δύσεως». «Μα πώς κυρία Ιμβριώτου τα διάφορα στρατιωτικά γεγονότα π.χ. τις στρατιωτικές μάχες – το Μεσολόγγι – τους ελεύθερους πολιορκημένους του Μεσολογγίου θα τα παρέλθετε; Κάτι τέτοια γεγονότα, όπως το στρατηγικό σχέδιο των Τούρκων κλπ., θα τα παρασιωπήσετε;» ρωτά ο Δελμούζος. «Όχι βέβαια τη μάχη της Τριπολιτσάς, το Μεσολόγγι… αλλά όλα τα διάφορα πολιτικοστρατιωτικά γεγονότα εξετάζονται υπό το βασικό πρόβλημα…»[27].
Η συνεδρίαση επαναλαμβάνεται στις 9 Απρίλη για να υπογραφούν τα πρακτικά. Σε αυτή τρεις καθηγητές (Δημητρακόπουλος – Κάρμας – Γεννηματάς[28]) έρχονται προετοιμασμένοι και αποφασισμένοι, με σαφή στόχευση (στη συνεδρίαση της 22ης Μάρτη δε συμμετείχαν καθόλου στη συζήτηση). Δεν ενεργούν αφ’ εαυτών. Δεν είναι η αντίδραση τους αποτέλεσμα προσωπικής πικρίας. Αυτό επιβεβαιώνουν οι μετέπειτα κινήσεις τους.
Οι τρεις κατηγορούν την Ιμβριώτη για παραποίηση και αντεθνική διδασκαλία της ελληνικής Ιστορίας και ζητούν να ξεκαθαρίσει ο καθένας από το προσωπικό τι πιστεύει και τι ιδεολογία έχει[29]. Το ζήτημα πέρασε στις εφημερίδες στο γνωστό μοτίβο περί άθεων, μαλλιαρών και κομμουνιστών που υπονομεύουν τα θεμέλια της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας: «δεν μένει πλέον παρά να αναρτηθεί εις την μετώπην του Μρασλείου η εικών του Λένιν. Θα ήτο τούτο μία ένδειξις σεβασμού προς τον αείμνηστον Μαρασλήν του οποίου την οικογένειαν έδιωξαν απηνώς οι Μπολσεβίκο»[30], «Εν Ελλάδι ιδρύσαμεν παιδαγωγικήν ακαδημίαν προς διάδοσιν το κομμουνισμού»[31] κ.ά.
Στο στόχαστρο οι γνωστοί για την κομμουνιστική ιδεολογία τους Βάρναλης, Ιορδανίδης και δευτερευόντως η Ιμβριώτη και ο Παπαμαύρου, υποδιευθυντής της Μαράσλειου και διευθυντής του προοδευτικού – κομμουνιστικού για την αντίδραση – περιοδικού «Εργασία». Η κατηγορία προς τον Δελμούζο και τον Γληνό ότι μετέτρεψαν την Παιδαγωγική Ακαδημία σε άντρο κομμουνιστών. Ειδικά για τον Ιορδανίδη που τον «βάραινε» η κατηγορία ότι δε δίδασκε τα θρησκευτικά στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, ο Δελμούζος κατηγορούνταν ότι ο Δελμούζος προσέλαβε και διατηρούσε επί δύο χρόνια στο Διδασκαλείο έναν γνωστό και συνεπή στις ιδέες του κομμουνιστή, και συμπλήρωναν, του οποίου η σύζυγος δουλεύει στη σοβιετική πρεσβεία. «Και πέραν τούτου βλέπομεν ακόμη τον κ. Δελμούζον να διατηρεί επί διετίαν ως διευθυντήν των προτύπων των Μαρασλείων έτερον κομμουνιστήν ανωμολογημένης παρθενίας, τον σύντροφον Ιορδανίδην, εξαναγκαζόμενος εις παράιτησιν μόνον όταν το σκάνδαλον εξερράγη παταγωδώς. Και τον βλέπομεν συνεργαζόμενον αδιαμαρτυρήτως εις άλλο ίδρυμα, την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, με έτερον κομμουνιστήν, τον καθηγητήν Βάρναλη ή Δήμον Τανάλιαν, αξιόλογον και αυτόν υποκείμενον»[32].
Στα τέλη Απρίλη του 1925 λαμβάνει χώρα στην Αίθουσα της Ακαδημίας το Εθνικό Συνέδριο με θέματα Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, ιδιοκτησία, ηθική, εκπαίδευση, γλώσσα. Παρόντες άπασες οι πολιτικές, θρησκευτικές, οικονομικές και πνευματικές αρχές του τόπου. Συμμετέχοντες και ομιλητές στο συνέδριο ό,τι καλύτερο διαθέτει η αντίδραση στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στο τμήμα της γλώσσας όπου επιβεβαιώθηκε ότι γλώσσα – έθνος και θρησκεία είναι άρρηκτα δεμένα, ο επιφανής γλωσσολόγος Χαζιδάκης κάλεσε την πολιτεία να επέμβει και να διώξει από το υπουργείο τους μαλλιαρούς που διαφθείρουν την εκπαίδευση. Εκεί έγινε και η καταγγελία για την τοποθέτηση του Ιορδανίδη στη συνεδρίαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου στα τέλη του 1924 και το γεγονός ότι δε διδάσκει τα θρησκευτικά.
«Ο λαός, ο εξαθλιωμένος οικονομικά και ηθικά από τις απανωτές εκστρατείες για τα συμφέροντα της ντόπιας και της ξένης κεφαλαιοκρατίας, και προπάντων από τη μικρασιατική καταστροφή, έδειξε μια περίεργη απάθεια σ’ όλες τις φωνές των πατριδοκαπήλων. Έδειξε λιγότερη αντιδραστική ζωτικότητα απ’ όσην στα Αθεϊκά του Βόλου, στην εποχή της ‘’Ανόρθωσης’’ (1910-1914). Σ’ αυτό ίσως να… φταίει και το ότι ‘’πεδίον της μάχης’’ ήτανε η πρωτεύουσα, η ‘’νικημένη’’ πρωτεύουσα με την απέραντη έχτασή της και τις χιλιάδες τους πρόσφυγες, που δεν ήτανε και τόσο μαθημένοι να παίρνουνε τα τέτοια ζητήματα πιο κατάκαρδα από την ατομική τους και οικογενειακή τους συμφορά. Όμως το κράτος ‘’συγκινήθηκε!’’».[33]
Το Μάη του 1925 ο Δελμούζος ζητάει την απομάκρυνση των Δημητρακόπουλου – Κάρμα – Γεννηματά από το Μαράσλειο και ζητά την τιμωρία τους. Διατάσσονται ανακρίσεις, όμως το πόρισμα του Δ. Λάμψα που διεξήγαγε την έρευνα είναι απαλλακτικό των καταγγελιών, οι τρεις δάσκαλοι μετατίθενται. Το πολιτικό κλίμα όμως από τον Ιούνη αλλάζει και γίνεται δυσμενέστερο:
«Σε πολιτικό επίπεδο έχει ήδη επέλθη αλλαγή. Η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου παρά τα μέτρα που έλαβε δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα για την άρχουσα τάξη. Και καθώς οξύνθηκαν οι κοινωνικές αντιθέσεις και οι αντιθέσεις στο ίδιο το στρατόπεδο της άρχουσας τάξης ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος ανέτρεψε την κυβέρνηση και σχημάτισε δική του με δημοκρατικό μανδύα»[34].
«Το Μιχαλακόπουλο  τον διαδέχεται η διχτατορία το Πάγκαλου. Ο Πάγκαλος, ο από πεποίθεση δημοτικιστής (…) βρίσκοντας έτοιμο το έδαφος συμπληρώνει το έργο του προκατόχου: Κλει την Ακαδημία, παύει το Δελμούζο απ’ το Μαράσλειο, καθαρίζει το υπουργείο απ’ τους δημοτικιστές και αρχίζει ένα φοβερό διωγμό ενάντια στους δημοτικιστές δασκάλους. Η λέξη μαλλιαροκομμουνισμός πήρε κι έδωκε!
Οι κορυφαίοι εξακολουθούν  νη μην καταλαβαίνουν τίποτε. ‘’εξ οικείων τα βέλη’’ – δηλ. ‘’οι δικοί’’ μας μας χτυπούν! Μα πώς γίνεται! Διάολε, φαίνεται πως κάνουμε κάπιο λάθος! Βάλαμε κομμουνιστές στο Μαράσλειο και στην Ακαδημία. Αυτοί φταιν! Αυτοί ανατίναξαν το ‘’έργο μας’’ στον αέρα! Κακιά η ώρα που τους συναντούσαμε! Αυτοί μας τορπίλισαν! »[35].
Ο Δελμούζος και ο Γληνός απολύθηκαν για «λόγους οικονομίας», ο Ιορδανίδης εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, η Ιμβριώτη, ο Ιορδανίδης και ο Παπαμαύρος απολύθηκαν στο πλαίσιο των πειθαρχικών διώξεων, και ο Βάρναλης, που… τόλμησε να «βρίσει» την πατρίδα, τιμωρήθηκε εκτός από την εξάμηνη απόλυση και με δυσμενή μετάθεση. Και για την πορεία του ΕΟ τα γεγονότα αυτά ήταν καθοριστικά. Όπως και για τους κορυφαίους του Ομίλου.
Η υπόθεση όμως δε σταμάτησε εκεί. Συνεχίστηκε με τη συγκρότηση επιτροπών από το υπουργείο, με έγγραφο της Ιεράς Συνόδου στο υπουργείο και τη διενέργεια έρευνας, με δημόσιες συγκεντρώσεις και με τη Γενική Ασφάλεια να αναθέτει στον αντεισαγγελέα να ερευνήσει την υπόθεση από «κομμουνιστικής απόψεως». Ακολούθησαν ανακρίσεις, που ολοκληρώθηκαν το Νοέμβρη του 1926 με το απαλλακτικό πόρισμα του αρεοπαγίτη Γ. Αντωνακάκη, ο οποίος μετά από διεξοδικές ανακρίσεις κονιορτοποίησε τις κατηγορίες.
Το πόρισμα Αντωνακάκη δεν ικανοποίησε την αντίδραση, η οποία επί δεκαπέντε ημέρες προσπαθούσε με συνεχή δημοσιεύματα να το αναιρέσει και να αποδείξει ότι «επεδιώκετο η διαφθορά εις το Μαράσλειον υπό της σπείρας των θεοκομμουνιστών».
Από το 1924 είχε υποβληθεί στην Ιερά Σύνοδο κατηγορία από τον Α.Π. Κουτουρέλη, προεδρεύοντα των οργανώσεων Χριστιανική Ένωση Σωματείων, Εκτελεστική κατά Αθέων και Μαλλιαρών Επιτροπή Πειραιά και Αντικομουνιστική Πανελλήνια Ένωση. Στις 30 Μάρτη 1926 λαμβάνουν πρόσκληση οι Βάρναλης, Δελμούζος, Γληνός, Ιμβριώτη, Καζαντζάκης να απολογηθεί για την κατηγορία της υπονόμευσης «της ορθοδόξου ημών πίστεως και διαδόσεως αθεϊστικών θεωριών και δοξασιών εν γένει». Φυσικά κανείς τους δεν παρουσιάζεται, ούτε στην απολογία ούτε στη δίκη που θα γίνει.

Κάποιες ακόμα παρατηρήσεις για το βιβλίο

Λόγοι οικονομίας χώρου μας περιόρισαν στη εξιστόρηση των πραγματικών γεγονότων, δε μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε σε διεξοδικότερες παρατηρήσεις για το περιεχόμενο και τη διάρθρωση του βιβλίου. Αρκετά σημεία του βιβλίου χρήζουν αντίλογου και διόρθωσης σε αντιπαραβολή με τις πρωτογενείς πηγές (Εμπεριστατωμένη κριτική τέτοιων περιπτώσεων έκανε  ο Νίκος Σαραντάκος σε σχετική ανάρτηση στο Blog του) .
Απλά επιπρόσθετα επισημαίνουμε κάποιες. Παραλείπομε περιπτώσεις  Όπως για παράδειγμα η λογική της αυθεντίας, που γνωρίζει τα πράγματα και προκειμένου να αποφύγει τις αντιδράσεις των αδαών και καθυστερημένων πρέπει να επιλέγει την κατάλληλη στιγμή. Μια ίδια αντίληψη εξέφρασε η κ. Ρεπούση και όταν προέκυψε ο θόρυβος για το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού. Δεν αναγνώριζε καν στο γονιό το δικαίωμα να έχει άποψη για το τι μαθαίνουν στο παιδί του, τι συνείδηση προσπαθούν να του οικοδομήσουν. «’Οταν το βιβλίο γίνεται σύμφωνα με τη μέθοδο (…) όταν δεν το καταστρέφουν οι γονείς στο σπίτι που προσπαθούν να κάνουν τους δασκάλους (…) το βιβλίο λειτουργεί», είχε πει  χαρακτηριστικά σε συνέντευξή της, στην οποία κατέληγε μάλιστα αναφωνώντας: «Τι δουλειά έχουν οι γονείς να αξιολογούν σχολικά βιβλία;»[36]. Ή ακόμη και τα εύκολα συμπεράσματα για αμηχανία του «Ριζοσπάστη» (ας αναζητήσει όλα τα δημοσιεύματα της εφημερίδας), για το ρόλο των πολιτικών προσώπων, π.χ. Μιχαλακόπουλος. Αξιολογεί τα πρόσωπα και δημοσιεύματα αγνοώντας τις ζυμώσεις την ίδια περίοδο στον Εκπαιδευτικό Όμιλο, στο πώς τα ίδια τα γεγονότα επιδρούν στη κεντρικά πρόσωπα, ποιο είναι το ιδεολογικό τους στίγμα εκείνη την εποχή και πώς εξελίσσονται τα αμέσως επόμενα χρόνια (Δελμούζος – Γληνός, Ιμβριώτη). Ο Δελμούζος ολισθαίνει σε πιο συντηρητικές θέσεις, ο Γληνός μετά τα Μαρασλειακά και κυρίως μετά τη διάσπαση του ΕΟ περνά στις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος (στις αρχές της δεκαετίας του ’30 – μέχρι και το 1929 κατά περιόδους δέχεται σκληρή κριτική για τις απόψεις του από τον «Ριζοσπάστη»), η Ιμβριώτη ανήκει μεν στην αριστερή πτέρυγα του ΕΟ πολύ αργότερα όμως εντάσσεται στις γραμμές του ΚΚΕ.  Στο Γληνό αποδίδει και αντιφεμινιστικές απόψεις που δεν έχει και, το σημαντικότερο, τον συμπεριλαμβάνει σε όσους πρότειναν να γίνει εξιλαστήριο θύμα η Ιμβριώτη για να κλείσει η υπόθεση.
Πρόσωπα και γεγονότα που δεν ταιριάζουν στην αφήγησή της παραλείπονται, γεγονότα διαστρεβλώνονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Βάρναλης. Εξοβελίζεται επειδή η συγγραφέας θέλει τα γεγονότα να ξεκινούν από τον τρόπο που μια γυναίκα δίδαξε την ιστορία (έτσι επιτυγχάνεται η προσωπική δικαίωση μέσα από το ιστορικό παράλληλο).





[1] Από τις εγκωμιαστικές κριτικές στον Τύπο για το βιβλίο της Μ. Ρεπούση με θέμα τα Μαρασλειακά. Προτιμήσαμε τις παραπομπές στα δημοσιεύματα και όχι απευθείας στο βιβλίο γιατί, εκτός του ότι αποδίδουν το περιεχόμενο του βιβλίου και το πνεύμα της συγγραφέα, δείχνουν τον τρόπο αξιοποίησης του βιβλίου μέσα στην κοινωνία αλλά και καθοδηγούν για το πώς πρέπει να το διαβάσουμε και τι συμπεράσματα να βγάλουμε.
[2] Από δημοσιεύματα του Τύπου
[3] Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
[4] Από τις παρουσιάσεις στον Τύπο
[5] Ό.π.
[6] ΕΜΠΡΟΣ 2/8/1925 «ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ;» Ευστράτιος Κουλουμβάκης
[7] ΕΜΠΡΟΣ 31/12/1925 «Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΙΣ»
[8] Φιλολογικά Απομνημονεύματα σελ. 278
[9] Σειρά άρθρων στο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» από 24-31/8/1927 υπό τον τίτλο ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΑΠ’ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ» και υπογραφή Π.Κ.
[10] Σειρά άρθρων στο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» από 24-31/8/1927
[11] «Δημήτρη Γληνού Εκλεκτές σελίδες», τόμ. Δ, σελ. 59
[12] Σειρά άρθρων στο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» από 24-31/8/1927
[13] Ό.π.
[14] Ό.π.
[15] Π.χ. Το αναγνωστικό «Τα ψηλά βουνά» του Ζαχ. Παπαντωνίου που και σήμερα αποτελεί μεγάλη κληρονομιά
[16] Σειρά άρθρων στο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ» από 24-31/8/1927
[17] Ό.π.
[18] Αυτή η ιστορία πρωτοξεκίνησε με άρθρο της «καθημερινής» στις 24 /8/1922, στο οποίο αναφερόταν ότι υπεύθυνοι της μικρασιατικής ήττας ήταν οι κομμουνιστές. Το άρθρο περιείχε και απόσπασμα μιας προκήρυξης που αργότερα αποδείχτηκε ότι ήταν πλαστή. Επίσης το άρθρο διατύπωνε την άποψη ότι οι Έλληνες και οι Βούλγαροι κομμουνιστές συνεργάστηκαν με τον Κεμάλ
[19] «Η ιδιοκτησία εν Ελλάδι»
[20] «ΕΜΠΡΟΣ» 17 και 19/7/1924 «Ο γλωσσικός μπολσεβικισμός» και «η δράσις του μαλλιαρισμού».
[21] Γιώργος Καραγιάννης «Εκκλησία και κράτος 1883 – 1997 Ιστορική επισκόπηση των σχέσεων τους», σελ. 43-48
[22] Σειρά άρθρων στην εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ από 24-31/8/1927.
[23] ΕΣΤΙΑ 16/11/1924
[24] Σειρά άρθρων στο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» από 24-31/8/1927
[25] Ό.π.
[26] Η Μ. Ρεπούση τοποθετεί τη συνεδρίαση στις 26 Μάρτη, όμως η δημόσια καταγγελία των τριών δασκάλων την τοποθετεί στις 22 Μάρτη.
[27] Από τα δημοσιεύματα της εποχής
[28] Κάρμας και Γεννηματάς είναι μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου και γνώστες των ιδεολογικών ζυμώσεων και διεργασιών που συμβαίνουν εκεί, όπως π.χ. το ερώτημα που έθεσε το 1924 ο συνάδελφός τους Ι. Ιορδανίδης. Η Μ. Ρεπούση αφήνει να εννοηθεί ότι αιτία αυτής της αντίδρασης  ήταν η αντιπάθεια των 3 προς το πρόσωπο του Δελμούζου. Υπάρχουν, όμως, αρκετά γεγονότα από τα τέλη του 1924 μέχρι και τα μέσα του 1925 που δείχνουν μια όχι τυχαία αλληλουχία ενεργειών.
[29] Αυτό το λένε οι τρεις στην επιστολή που δημοσιεύτηκε στο «ΕΜΠΡΟΣ» στις 6 Ιούνη 1925: «Την στιγμήν εκείνην οι εξ ημών Κάρμας – Γεννηματάς, χωρίς ούδε καν να τους δοθεί ο λόγος εζήτησαν να ξεκαθαρισθή καλά τι πιστεύει ο καθένας απ’ το προσωπικό και ποια ιδεολογία έχει». Το συγκεκριμένο δεν το αναφέρει η κυρία Ρεπούση δίνοντας την εντύπωση ότι η κουβέντα εξαντλήθηκε στην αντίθεση των τριών στον τρόπο διδασκαλίας της ιστορίας..
[30] «Η φωλέα του κομμουνισμού», «Νέα Ημέρα» 26/9/1925, σελ. 3
[31] Τίτλος άρθρου που δημοσιεύτηκε στις 15/6/1925 στο περιοδικό  «Ανάπλασις».
[32] «ΕΜΠΡΟΣ» 22/6/1925, «ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΟΡΙΣΜΑ»
[33] «Κώστας Βάρναλης Φιλολογικά Απομνημονεύματα» σελ. 276-277
[34] Ό.π.
[35] Ό.π.
[36] «Εποχή, 28/1/2007

πηγή: http://prin.gr/?p=2797

ΤΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ


(Δευτέρα 3/2/14 - 14:40)
Toυ ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Κάποιο καλοκαίρι της τόσο μακρυνής πλέον προ-μνημονιακής εποχής, προσπαθούσα να εξηγήσω στον ξάδελφο στενού φίλου και παλαιού συντρόφου, ότι καθώς έφυγα για σπουδές στο εξωτερικό 18 χρονώ, η Ελλάδα μου λείπει και ότι έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ, ειδικά όταν έχω διακοπές. Ενώ μιλούσα, ο ανθρωπος αυτός, δικηγόρος στο επάγγελμα και για αρκετά χρόνια μέλος του ΚΚΕ, με κοιτούσε με κάποια δυσφορία, που μου φαινόταν ανεξήγητη. Η απάντησή του ήταν περίπου η εξής: «E αυτό δεν το καταλαβαίνω. Τι έρχεσαι να κάνεις εδώ, η Ελλάδα είναι η χειρότερη χώρα. Αν ήμουν στη θέση σου, το τελευταίο πράγμα που θα έκανα είναι να περνάω εδώ τις διακοπές μου». Σταμάτησε προς στιγμήν και η έκφραση του προσώπου του άλλαξε απότομα προς το επιθετικό: «αλλά έτσι είστε εσείς έξω, μεγάλα κορόϊδα. Δουλεύετε σαν μ... και περιμένετε να έρθουν οι διακοπές. Ενώ εμείς εδώ περνάμε υπέροχα όλο το χρόνο και πουλάμε αέρα κοπανιστό. Γι αυτό κι εμείς οι Ελληνες είμαστε οι πρώτοι».

Τα λόγια αυτά μου αποτυπώθηκαν έντονα και τα έχω έκτοτε ξανασκεφτεί πολλές φορές. Αυτό το δείγμα διχασμένης συνείδησης μου φαίνεται ότι αποτυπώνει με τον πιο παραδειγματικό τρόπο αυτό που θα ονόμαζα «το σύμπλεγμα της υποτέλειας». Η μορφή που παίρνει είναι αυτή ενός «διπλού (και φαινομενικά αντιφατικού) δεσμού» (double bind): από τη μία πλευρά, το υποκείμενο αποδέχεται και εσωτερικεύει τον τρόπο με τον οποία ο Ετερος, επί του προκειμένου ο «δυτικοευρωπαίος» τον αντιμετωπίζει (ή που θεωρεί ότι τον αντιμετωπίζει). Βλέπει δηλαδή τον εαυτό του διαρκώς με τα μάτια του Αλλου, και υπερθεματίζει σ'αυτή τη στάση. Αυτό τον οδηγεί όμως σε μια πλήρη απαξίωση του εαυτού του, μια θέση που είναι αφόρητη καθότι ισοδυναμεί με την απώλεια κάθε έννοιας αυτονομίας και εν τέλει υποκειμενικότητας. Γι αυτό και αντιδρά αντιστρέφοντας το πρόταγμα, το στερεότυπο που προβάλλει πάνω του ο Ετερος, αλλάζοντας όμως το πρόσημό του: «ναι, όντως, είμαι ένας Νότιος, τεμπέλης, απατεώνας και καλοπερασάκιας αλλά σ'αυτήν ακριβώς την καπατσοσύνη έγκειται και η ανωτερότητά μου έναντι όλων του «κουτόφραγκων» που έρχονται να μου πουλήσουν μούρη». Μόνο που η αντιστροφή ενός σχήματος αποτελεί κι αυτή μια μορφή επικύρωσής του, άρα αναπαραγωγής του αρχικού διλημματικού αδιέξοδου. Και έτσι συνεχίζεται η σχιζοφρένεια αυτής της χαρακτηριστικής μορφής αλλοτριωμένης συνείδησης που αποτελεί την υποκειμενική όψη της αναπαραγωγής της σχέσης υποτέλειας από την πλευρά εκείνου που την υφίσταται.
ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΟΥ «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΥ»
Η άλλη επιλογή είναι βέβαια να αποβάλει το εν λόγω υποκείμενο όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζουν αυτή τη διαφορετικότητα και να ταυτιστεί πλήρως με τον Ετερο, γινόμενος ο ίδιος πλήρως «Δυτικοευρωπαίος». Εδώ βρίσκεται και το (ιδεολογικό) υπόβαθρο του προτάγματος του «εκσυγχρονισμού» και του «εξευρωπαϊσμού» της χώρας και των υπηκόων της - που υπονοεί ότι η αρχική κατάσταση ούτε «σύγχρονη» ούτε «ευρωπαϊκή» πρέπει να θεωρηθεί. Για κάποια στιγμή, αυτός ο πάγιος στόχος της κυρίαρχης ιδεολογίας από σύστασης του νεοελληνικού κράτους φάνηκε ότι είχε επιτευχθεί. Η «ισχυρή Ελλάδα» του Κώστα Σημίτη έμπαινε στο ευρώ, ισότιμο μέλος πλέον του κλαμπ των ισχυρών. Οι βαλκανικές χώρες γέμιζαν από παραρτήματα ελληνικών τραπεζών, τα εργοστάσια περνούσαν κι αυτά τα σύνορα, σε αντίθετη κατεύθυνση από τους ανθρώπους, που έρχονταν να δουλέψουν για έναν πενιχρό (στην καλύτερη περίπτωση) μισθό στα χωράφια, τα γιαπιά και τα σπίτια του νέου Ελντοράντο. Ο τρόπος δε που τους αντιμετώπιζαν οι γηγενείς πιστοποιούσε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι οι Ελληνες είχαν επιτέλους γίνει «προηγμένοι Δυτικοευρωπαίοι». Οχι μόνο είχαν ευρώ και αστραφτερά αυτοκίνητα αλλά ήταν επιπλέον εξ'ίσου ρατσιστές με τους Γάλλους, τους Γερμανούς ή τους Σκανδιναβούς. Ακόμη και η Αθήνα «εξευρωπαϊστηκε» αποκτώντας κι αυτή, με τη σειρά της, υποβαθμισμένες γειτονιές όπου στιβάζονται μετανάστες και δημιουργούνται οι συνθήκες για αντιμεταναστευτικά πογκρόμ αντίστοιχα αυτών του Λονδίνου του 1958 (οι «ταραχές του Νότινγκ Χιλλ»), της Μασσαλίας του 1973 ή, πιο πρόσφατα (2001), του Μπράντφορντ.
Η ευφορία αυτή κράτησε όμως λίγο, όσο και η αναπτυξιακή φούσκα της δεκαετίας 1995-2005, που τροφοδοτήθηκε από τον υπερδανεισμό και τη συμμετοχή στο μεγάλο φαγοπότι της χρηματιστικοποιημένης οικονομίας. Πριν ακόμη από το Μνημόνιο, οι σκηνές της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 ήταν αρκετές για να χαρακτηρισθεί από τα Δυτικά ΜΜΕ η Ελλάδα ως «βαλκανική χώρα», που «δεν έφτασε ακόμη στο στάδιο του κράτους δικαίου» και που παρά την προσπάθεια ένταξης στην «Ευρώπη» παραμένει μια «αρχαϊκή κοινωνία» βουτηγμένη στην («ανατολίτικη» προφανώς) διαφθορά και στασιμότητα (1) . Αυτά τα «οριενταλιστικά» στερεότυπα (2) ξαναβγήκαν στην επιφάνεια την άνοιξη του 2010 με την ένταξη της χώρας στο Μνημόνιο, ένα πρωτοφανές πείραμα για τα δεδομένα Δυτικοευρωπαϊκής χώρας. Η Ιρλανδία και η Πορτογαλία δεν άργησαν βέβαια να ακολουθήσουν κι αυτές τον ίδιο δρόμο αλλά για αρκετούς μήνες η εικόνα των τεμπέληδων, διεφθαρμένων και φοροφυγάδων Ελλήνων κυριαρχούσε απόλυτα στα δυτικο-ευρωπαϊκά ΜΜΕ. Ακόμη κι η ένταξη στην ευρωζώνη αποκαλύφθηκε ότι είχε επιτευχθεί χάρη στην «δημιουργική λογιστική» που είχε προσφέρει η Γκόλντμαν Ζακς στην κυβέρνηση Σημίτη.
ΠΕΡΙΠΟΥ... ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΑΝΤΩΣ "ΔΥΣΗ"
Η Ελλάδα ξαναέβρισκε λοιπόν τη θέση στην οποία την κατατάσσει ο κυρίαρχος ευρωπαϊκός λόγος από τότε που υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος: αυτήν μιας χώρας της Νοτιοανατολικής περιφέρειας της Ευρώπης, στο άκρο αυτής της «γκρίζας ζώνης» που είναι τα Βαλκάνια. Ευρώπη μεν αλλά όχι ακριβώς, και πάντως όχι «Δύση». Η εικόνα αυτή έχει ένα μεγάλο ιστορικό βάθος και, στην περίπτωση ειδικότερα της Ελλάδας, παίρνει τη μορφή του διχασμού μεταξύ της «ένδοξης Αρχαιότητας», «πραγματικός κληρονόμος» της οποίας θεωρείται όμως ότι είναι η Δύση, και του μίζερου, βαλκανικού και εν μέρει τουλάχιστον ανατολίτικου παρόντος. Ιδού για παράδειγμα τι εντολές έδινε στις 11 Δεκέμβρη 1794 στον πρόξενό του στη Θεσσαλονίκη το ανώτατο όργανο της Γαλλικής Επαναστατικής κυβέρνησης: «να εξεταστεί ποιός είναι ο χαρακτήρας αυτού του ξεπεσμένου (dégradé) λαού, σε ποιό βαθμό έχει διατηρήσει τα ίχνη των Ελλήνων του Μεγαλέξανδρου, τι είδους ομοιότητα υπάρχει μεταξύ τους και αν παραμένει δυνατό να δημιουργηθούν συν τω χρόνω οι συνθήκες που θα του ξαναδώσουν την παλαιά του ενέργεια και θα ξαναζωντανέψουν το πνεύμα των Αρχαίων Ελλήνων».
Ασφαλώς θα ήταν ένα λάθος συμετρικό του οριενταλίστικου στερεότυπου να θεωρήσουμε ότι η εικόνα της Ελλάδας που έχουν διαμορφώσει οι (Δυτικο)Ευρωπαίοι παρέμεινε αναλλοίωτη στον χρόνο. Ας μην ξεχνάμε ότι στην μετεμφυλιακή περίδο η Ελλάδα ήταν το προχωρημένο φυλάκιο του Δυτικού στρατόπεδου, η χώρα όπου είχε επιτυχώς αναχαιτισθεί η επέκταση του «εξ'Ανατολών» προερχόμενου «κομμουνιστικού κινδύνου». Το γεγονός παραμένει όμως ότι η ίδια η έννοια της «Ευρώπης» όπως έχει διαμορφωθεί ιστορικά δεν μπορεί να διαχωριστεί από μια ιεραρχημένη αναπαράσταση του κόσμου (άρα και της ανθρωπότητας), τόσο «εσωτερικά» όσο και «εξωτερικά». «Εσωτερικά» γιατί όλοι οι Ευρωπαίοι δεν είναι ίσοι, γιατί δεν θεωρούνται εξ'ίσου Ευρωπαίοι. Κάποιοι είναι περισσότερο «Ευρωπαίοι» από άλλους, και αυτό το όριο χωρίζει το Βορρά από το Νότο της Γηραιάς Ηπείρου και, ίσως ακόμη περισσότερο, το «ανατολικό» από το «δυτικό» μέρος, όπου αυτοί οι προσδιορισμοί δεν είναι αυστηρά γεωγραφικοί αλλά πρωτίστως γεωπολιτικοί και πολιτισμικοί. Η Σλοβενία και η Κροατία θεωρούνται πλέον για παράδειγμα «δυτικές», όχι βέβαια σαν τη Γαλλία ή την Γερμανία αλλά περισσότερο από την Ελλάδα και σίγουρα από τη Σερβία. Οσο για την «εξωτερική» ιεραρχία, η Ετερότητα έναντι της οποίας η Ευρώπη όρισε την υπόστασή της ήταν αυτή ενός κατώτερου και κατά κανόνα άξιου αποικιοποίησης Αλλου.
Το «σύμπλεγμα της υποτέλειας» διαπότισε βαθειά την ελληνική κοινωνία γιατί απετέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της κυρίαρχης τάξης, του κράτους της και της ελίτ, και πρωτ'απ'όλα της διανόησης που ταυτίστηκε μαζί τους. Οταν βρέθηκαν σε θέση να διεκδικήσουν την αντι-ηγεμονία οι λαϊκές και επαναστατικές δυνάμεις της νεοελληνικής κοινωνίας μπόρεσαν να το αμφισβητήσουν στο βαθμό που επεξεργάστηκαν τη δική τους «εθνική-λαϊκή» (σύμφωνα με τον όρο του Γκράμσι) αφήγηση που συνέδεε σε μια νέα οικουμενικότητα τις αγωνιστικές παραδόσεις του ελληνικού λαού με αυτές της Ευρώπης αλλά και όλου του υπόλοιπου κόσμου, δίνοντας νέο νόημα σε αυτές τις αναφορές. Αυτό ακριβώς οφείλουν να κάνουν και τώρα, τη στιγμή που ο ευρωπαϊστικός λόγος δεν έχει να προσφέρει τίποτε περισσότερο από μια υστερική εκστρατεία φόβου που προσπαθεί να αναδείξει ένα φετιχοποιημένο «κοινό νόμισμα» σε ύστατο καταφύγιο ενός ιδεώδους που καταρρέει.
------------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Χαρακτηριστικό δείγμα το εντιτόριαλ της γαλλικής Λε Μοντ της 10ης Δεκεμβρίου του 2008.
2.«Οριενταλισμός» ονομάζεται ο λόγος, συχνά με επιστημονικές αξιώσεις, περί «Ανατολής» που διαμορφώνεται στην ευρωπαϊκή Δύση τον 19ο αιώνα και χαρακτηρίζεται από έντονα αποικιοκρατικά και ρατσιστικά στερεότυπα.
*Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα "Δρόμος της Αριστεράς", 1η Φεβρουαρίου 2014
Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014
http://www.iskra.gr/

πόσοι μας διάβασαν: