Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Η Εκκλησιαστική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως αυτή διαφαίνεται στο πόνημα του Υπουργού επί του Δικαίου Ιωάννη Γεννατά (1830).


του Παναγιώτη Ανδριανόπουλου, Τρίπολη, ΟΜΙΚ, 24/3/2012

Αντικείμενο της σημερινής μου ομιλίας είναι η εκκλησιαστική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως αυτή προκύπτει μέσα από το πόνημα-πρόταση ενός πολύ έμπιστου συνεργάτη του, του Υπουργού Δικαίου Ιωάννη Γεννατά το έτος 1830. Ο Ιωάννης Γεννατάς (1777-1847) διετέλεσε Υπουργός επί του Δικαίου (δικαιοσύνης) κατά την περίοδο 1829-1831. Στα πρώτα χρόνια της σύστασης του Ελληνικού κράτους, αμέσως μετά την Ελληνική επανάσταση, επιλέχθηκε από τον ίδιο τον Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης. Είχε σπουδάσει στο εξωτερικό, ήταν δικηγόρος στην Κέρκυρα. και θεωρείται από τους θεμελιωτές του ελληνικού δικαίου.
Το κέντρο βάρους και συνάμα βασικό επιστημονικό ερώτημα των όσων θα σας παρουσιάσω, είναι οι σχέσεις της Εκκλησίας και της νεοσύστατης Ελληνικής Πολιτείας, όπως αυτές είχαν αποκρυσταλλωθεί κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής περιόδου.
 Προτού, ωστόσο, περάσω στο κυρίως θέμα της ομιλίας μου, είναι σκόπιμη και απαραίτητη μια περιεκτική παρουσίαση της θέσης και της κατάστασης της Εκκλησίας πριν και κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.
Έχοντας κατορθώσει να διατηρήσει μετά την Άλωση την οργάνωση και τη δομή της, η Εκκλησία διέθετε ευρύτατη δικαιοδοσία στη ζωή των πιστών και συνεπικουρούμενη από την οθωμανική εξουσία καθιερώθηκε ως μια οικονομική, κοινωνική και πολιτική δύναμη και συγχρόνως ως ο κατεξοχήν ιδεολογικός ταγός των ορθοδόξων. Ο κλήρος είχε εξουσία να εκδικάζει υποθέσεις οικογενειακού Δικαίου (σύσταση και λύση γάμου), κληρονομικές υποθέσεις, επισφράγιζε τα καταστατικά και τις αποφάσεις των συντεχνιών, ενώ με τον αφορισμό μπορούσε να αποκόπτει από την ορθόδοξη κοινότητα οποιονδήποτε θεωρούσε παραβάτη. Επιπλέον, προβάλλοντας την άποψη, ότι η οθωμανική κατάκτηση ήταν έργο της Θείας Πρόνοιας, για να τιμωρήσει τους αμαρτωλούς πιστούς, λειτουργούσε και ως εγγυητής της κοινωνικοπολιτικής σταθερότητας, αφού μόνο ο Θεός μπορούσε να διώξει τους κατακτητές και κανείς άλλος.
Η οικονομική επιβίωση, εκλογή και αναπαραγωγή του ιερατείου στηριζόταν στις υποχρεωτικές εισφορές των πιστών, από τις οποίες ένα μεγάλο μέρος στελνόταν στη σουλτανική εξουσία και στο ίδιο το Πατριαρχείο. Μάλιστα ο ανώτερος κλήρος ήταν και υπεύθυνος για τη συλλογή και καταβολή αυτών των εισφορών. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν και ο ρόλος των πολυάριθμων μοναστηριών, τα οποία έπαιζαν αξιόλογο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ρόλο, παρέχοντας στους πιστούς δάνεια, εργασία, προϊόντα, περίθαλψη, προστασία και διαμεσολάβηση σε διαφορές που προέκυπταν. Οι παραπάνω λειτουργίες των μονών συντελούσαν στην αναπαραγωγή των κοινωνικών ισορροπιών.
Ουσιαστική και πολύπλευρη κριτική δέχτηκε η Εκκλησία και ο τρόπος λειτουργίας της από όλους τους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού με προεξάρχοντα τον Αδαμάντιο Κοραή. Η Ορθοδοξία, χωρίς να αναιρείται, επανεξετάστηκε με κοινωνικούς όρους στο πλαίσιο της ελευθερίας, επιλογή που συνεπαγόταν την αναγκαιότητα εγκαθίδρυσης μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας, αντίθετης στην με θεολογικούς όρους ασκούμενη κοσμική εξουσία του Πατριαρχείου[1]. Η Εκκλησία υποχωρεί για χάρη του έθνους και η ιδιότητα του Χριστιανού-μέλους της Ορθόδοξης κοινότητας προς όφελος του Έλληνα-πολίτη του Ελληνικού Έθνους[2]. Η αντίδραση του Πατριαρχείου ενάντια στα επαναστατικά ιδεολογικά και πολιτικά προτάγματα των διαφωτιστών και κυρίως του Αδαμάντιου Κοραή, εντάθηκε κατά τα πρώτα έτη του 19ου αιώνα.

Το ξέσπασμα και η επικράτηση της Επανάστασης σε μεγάλο μέρος του Ελλαδικού χώρου, η δημιουργία επαναστατικής διοίκησης και η ψήφιση Συνταγμάτων υπήρξε η απαρχή για τη θεμελίωση μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας. Στη θέση της Εκκλησίας και ειδικότερα του Πατριαρχείου ως εκπροσώπου και εγγυητή της υπόστασης και της συνοχής του ορθόδοξου μιλλέτ, έχουμε την επαναστατική διοίκηση, η οποία νομιμοποιούνταν επικαλούμενη τη βούληση του ελληνικού έθνους. Συστατικό στοιχείο του έθνους δεν ήταν ο πιστός, αλλά ο πολίτης, ο οποίος εμπεριείχε την ιδιότητα του πρώτου. Η Εκκλησία, λοιπόν, έπαψε να είναι το σημείο αναφοράς της πολιτικοκοινωνικής ζωής των Ελλήνων και στο εξής θα είχε ως αποστολή να θεραπεύει μια ιδιότητα (πίστη) του πολίτη.

Η υπαγωγή της Εκκλησίας στην κοσμική εξουσία θεσμοποιήθηκε από το πρώτο κιόλας Σύνταγμα του Αγώνα, το οποίο ανέθεσε στο υπουργείο της Θρησκείας, δηλαδή σε ένα όργανο υπό τον έλεγχο του Εκτελεστικού σώματος, την αρμοδιότητα των εκκλησιαστικών υποθέσεων. Η πολιτική αυτή παρέμεινε αμετάβλητη καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, παρά το γεγονός ότι κατατέθηκαν αρκετές προτάσεις για τη σύσταση αυτόνομης Ιεράς Συνόδου. Η πολιτική εξουσία, λοιπόν, μέσω του υπουργείου Θρησκείας, του Εσωτερικών και της Αστυνομίας (από την Γ΄ εθνοσυνέλευση και μετά) και της «Γραμματείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας» (κατά την καποδιστριακή περίοδο) ανέλαβε το χειρισμό και την επίλυση των σοβαρών προβλημάτων που είχαν προκύψει.

Το σημαντικότερο εξ’ αυτών είχε να κάνει με τη στελέχωση των κενών θέσεων που υπήρχαν, εξαιτίας της απώλειας αρκετών και σημαντικών ιεραρχών και απλών κληρικών. Η λύση που προκρίθηκε ήταν ο διορισμός από το Εκτελεστικό και Βουλευτικό σώμα προσωρινών τοποτηρητών στις χηρεύουσες θέσεις και η απαγόρευση στους κατά τόπους μητροπολίτες να προβαίνουν σε νέες χειροτονίες. Η απόφαση αυτή ήταν μείζονος πολιτικής σημασίας και ολοκλήρωσε την ενσωμάτωση και την υπαγωγή του ιερατείου στη σφαίρα της κοσμικής εξουσίας, αφού καταργούσε το δικαίωμα αυτόνομης αναπαραγωγής του. Ο ρόλος του πλέον ήταν διεκπεραιωτικός των αποφάσεων και των επιλογών της διοίκησης.

 Στην περαιτέρω αποδυνάμωσή του συνετέλεσε και η αποκοπή από τους οικονομικούς πόρους, η οποία οφειλόταν σε δύο κυρίως λόγους. Αφ’ ενός στην υποχρέωση των επισκόπων, μητροπολιτών και τοποτηρητών να παραδίδουν τα εισοδήματα των επαρχιών τους στο εθνικό ταμείο, αφ’ ετέρου στη συχνή άρνηση των πιστών και ενίοτε των κληρικών να τους παραδίδουν τα οφειλόμενα. Η προεπαναστατική δυσφορία ενάντια στο δικαίωμα του ανώτερου κλήρου να ιδιοποιείται μέρος του οικονομικού πλεονάσματος μετερχόμενος συχνά και καταπιεστικές μεθόδους, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης εκδηλώθηκε με την  άρνηση καταβολής των δοσιμάτων.

Η διακοπή των σχέσεων και της επικοινωνίας με το Οικουμενικό  Πατριαρχείο προκάλεσε ένα κενό εξουσίας στην κορυφή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και έθεσε επιτακτικά στους κόλπους του ιερατείου το ζήτημα ίδρυσης ενός οργάνου, το οποίο θα είχε αποφασιστικό λόγο στην αντιμετώπιση των συνεχώς διογκούμενων προβλημάτων και θα έθετε σε νέες βάσεις τις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας. Το όργανο αυτό ήταν η Σύνοδος, η ίδρυση της οποίας ήταν πάγιο αίτημα των ιεραρχών καθ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και για το οποίο θα κάνουμε αναφορά στο κυρίως μέρος της ομιλίας μας που ακολουθεί τώρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9Ο

Ο Ιωάννης Γενατάς, Γραμματέας επί του Δικαίου και ένας από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του Καποδίστρια εξέδωσε στις αρχές του 1830 ένα πόνημα, στο οποίο εξέθετε τις απόψεις του σχετικά με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, απευθυνόμενος στο Γραμματέα επί των Εκκλησιαστικών Νικόλαο Χρυσόγελο.

Το πόνημα του Γενατά αποτελείται από πέντε μέρη. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται ποια σχέση πρέπει να έχει ο κλήρος της απελευθερωμένης Ελλάδας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Υποστηρίζεται, ότι από τη στιγμή που ο Πατριάρχης είναι υπό τον έλεγχο του σουλτάνου θα επηρεάζει το ιερατείο της Ελλάδας και κατ’ επέκταση τα ήθη του λαού, με συνέπεια η κυβέρνηση να περιφρονείται παντελώς. Προκειμένου να ενισχύσει τις κατηγορίες του ενάντια στο Πατριαρχείο, ο Γενατάς αναφέρει τα όσα συνέβαιναν πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Κατηγορεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα, τόσο τους Φαναριώτες για το νεποτισμό τους και τις ιδιοτελείς παρεμβάσεις τους στη διοίκηση της Εκκλησίας, όσο και τον ανώτερο κλήρο για τα ήθη του. Ειδικά στους αρχιερείς προσάπτει την κατηγορία, ότι μια σημαντική μερίδα τους κατά τη διάρκεια του αγώνα συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς.
 
Είναι λοιπόν πασιφανές, κατά το συντάκτη του πονήματος, ότι η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη. Αντιθέτως θα πρέπει να θέσει υπό τον άμεσο έλεγχό της την εκλογή των αρχιερέων χωρίς, όμως, να αποκοπούν και οι δεσμοί της ελλαδικής Εκκλησίας με τον επικεφαλής της Ορθοδοξίας. Υπάρχουν σοβαροί πολιτικοί λόγοι, εξαιτίας των οποίων η σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρέπει να ρυθμιστεί με μια «συνθήκη»[3].

Στο δεύτερο και τρίτο μέρος ο Γενατάς κάνει λόγο για τον τρόπο εκλογής των μελών του ιερατείου, καθώς και για το βαθμό της κρατικής παρέμβασης σε αποφάσεις και ενέργειες αρχιερέων, που άπτονται πνευματικών υποθέσεων[4]. Συγκεκριμένα, προτείνει τη σύσταση Αρχιεπισκοπικής Επιτροπής, η οποία θα είναι αρμόδια να επικοινωνεί με τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης για πνευματικά θέματα. Η επικοινωνία, όμως, θα γίνεται πάντα δια μέσου της κυβέρνησης, ένας Επίτροπος της οποίας θα παρευρίσκεται στις συνεδριάσεις της Επιτροπής. Αρμοδιότητα της κυβέρνησης πρέπει, επίσης, να είναι ο επανακαθορισμός των ορίων των αρχιερατικών εδρών, ο προσδιορισμός του αριθμού των κληρικών και η χειροτονία των ιερωμένων.

Ιδιαίτερα όσον αφορά την τελευταία θα πρέπει να απαγορευθεί να έρχονται χωρίς άδεια πρόσφυγες αρχιερείς ή να παραμένουν στην ελληνική επικράτεια πέρα από μια συγκεκριμένη προθεσμία. Οι δε Έλληνες δε θα επιτρέπεται να χειροτονούνται εκτός των ορίων του κράτους. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των προσφύγων και Ελλήνων κληρικών πρέπει να προσδιορισθούν, ενώ κρίνεται αναγκαία η κατάρτιση ενός ιδιαίτερου κανονισμού, που θα ρυθμίζει τους διορισμούς του ανώτερου κλήρου, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες.

Ο προσδιορισμός του αριθμού των εκκλησιών και η παρεμπόδιση ελεύθερης ανέγερσης ιδιωτικών ναών, είναι ένα από τα θέματα του τέταρτου μέρους. Η κυβέρνηση οφείλει μαζί με την εκκλησιαστική επιτροπή να προσδιορίσει τον αριθμό των εορτάσιμων ημερών και τον τρόπο τέλεσης των ιερών τελετών, «...ώστε πανταχού να υπάρχη το ομοιόμορφον...». Όσον αφορά τον κλήρο, πρέπει να μισθοδοτείται από το κράτος, να έχει την πρέπουσα παιδεία και να χειροτονείται μόνο εάν είναι έγγαμος[5]. Τα χρήματα που χρειάζονται για την αναμόρφωση του εκκλησιαστικού βίου και τη μισθοδοσία του κλήρου, θα εξοικονομηθούν από την εκποίηση των κτημάτων της Εκκλησίας. Ο Γενατάς απορρίπτει το ενδεχόμενο η κυβέρνηση απλώς να διοικεί την εκκλησιαστική περιουσία, γιατί έτσι θα νομιμοποιεί και θα αποδέχεται τη διαιώνιση όσων καταχρήσεων έχουν γίνει εις βάρος της. Γι’ αυτό και εισηγείται ένα μέρος της να εκποιηθεί και ένα άλλο να δοθεί «κατ’ αποκοπήν»[6].

Το τελευταίο μέρος ασχολείται με το είδος και τον τρόπο της κρατικής παρέμβασης στο γάμο και στο διαζύγιο. «Ο Γάμος γεννά πολιτικά αποτελέσματα τοσούτον σπουδαία ώστε ο νομοθέτης ήθελεν είσθαι πολλά απρονόητος αν τον εθεωρούσεν αλλότριον αντικείμενον. Οι Αυτοκράτορές μας υπήρξαν οι διευθυνταί του Γάμου ουδ’ εγκατέλιπαν ποτέ εις την Εκκλησίαν τοσούτον περισπούδαστον σύμφωνον», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γενατάς. Προκειμένου το σημαντικό αυτό θέμα να αντιμετωπιστεί σωστά, πρέπει η πολιτική εξουσία να συμπορευτεί με την εκκλησιαστική ύστερα από κοινή συμφωνία. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η σύσταση μικτών δικαστηρίων με τη συμμετοχή και του κλήρου, τα οποία θα αποφαίνονται επί υποθέσεων διαζυγίου. Η διαδικασία εκδίκασης των γαμήλιων διαφορών θα είναι παρόμοια με των άλλων εγκληματικών υποθέσεων, ενώ θα πρέπει να προηγείται πάντα απόπειρα συμβιβασμού των δύο πλευρών[7].
Από την μελέτη του παραπάνω πονήματος του Ιωάννη Γενατά προβάλλει με σαφήνεια ο πολιτειοκρατικός χαρακτήρας των απόψεών του, αφού το σύνολο των σημαντικότερων εκκλησιαστικών ζητημάτων τίθεται υπό τη δικαιοδοσία της πολιτικής εξουσίας. Προκειμένου να ερμηνεύσουμε πληρέστερα την οπτική και τις απώτερες επιδιώξεις του συγκεκριμένου πονήματος, θεωρούμε σκόπιμο να αντιπαραβάλουμε σύντομα κάποια σημεία του με τα αντίστοιχα του «Σχεδίου περί του Εκκλησιαστικού Συστήματος», το οποίο βρίσκεται στον αντίποδά του.    ( Το εν λόγω Σχέδιο συντάχτηκε από τον Ιωσήφ Ανδρούσης και τον Ηλιουπόλεως Άνθιμο και υποβλήθηκε στον Καποδίστρια στις 20/06/1828. Απετέλεσε την πιο ώριμη και ολοκληρωμένη έως τότε προσπάθεια του κλήρου να εκθέσει τις απόψεις του για τα ζητήματα που τον αφορούν).    Αυτή η σύντομη αντιπαραβολή θα μας βοηθήσει εν τέλει να διακρίνουμε την ουσιώδη διαφορά μεταξύ των δυνάμεων αυτών, που επιθυμούσαν αυτοκέφαλη ελλαδική Εκκλησία και των δυνάμεων εκείνων, που επεδίωκαν τη δημιουργία αυτοδιοικούμενης Εκκλησίας στην Ελλάδα με κεφαλή το Πατριαρχείο.

Σύμφωνα με το Γενατά τόσο η στελέχωση της Εκκλησίας, όσο και ο καθορισμός των νέων εκκλησιαστικών επαρχιών, θα τεθούν υπό τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας. Καμία αρμοδιότητα δεν προβλέπεται για την Αρχιεπισκοπική Επιτροπή, που να έχει σχέση με τα φλέγοντα ζητήματα οργάνωσης και διοίκησης της Εκκλησίας στην ελεύθερη Ελλάδα. Ο ρόλος της θα είναι συγκεκριμένος και σε σαφώς οροθετημένα πλαίσια. Τα πλαίσια αυτά θα περιλαμβάνουν και το είδος των πνευματικών υποθέσεων, για τις οποίες θα συνδιαλέγεται με το Πατριαρχείο, καθώς και το ανέκκλητο των αποφάσεών της. Με άλλα λόγια η Αρχιεπισκοπική Επιτροπή δε θα ήταν τίποτα περισσότερο από μια απλή υπηρεσία, η οποία θα αναλάμβανε να διεκπεραιώσει ένα μόνο μέρος της εκκλησιαστικής πολιτικής, που θα είχε διαμορφώσει η πολιτική εξουσία. Καμιά σχέση, δηλαδή,  με την ισχυρή Σύνοδο, που επιθυμούσαν διακαώς οι ιεράρχες.

Ριζικές είναι οι λύσεις που προτείνονται και για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ο Γενατάς δεν αρκείται μόνο στην κυβερνητική επιστασία, αλλά προτείνει την εκποίησή της, προκειμένου να εξοικονομηθούν οι απαραίτητοι για την Εκκλησία πόροι. Μια τέτοια πρόταση συνεπάγεται την απόλυτη υπαγωγή της εκκλησιαστικής περιουσίας υπό τον έλεγχο του κράτους. Η χρησικτησία της ακίνητης περιουσίας που αποτελούσε ένα στοιχειώδες εχέγγυο οικονομικής αυτοτέλειας για την Εκκλησία, δε θα υφίστατο στο μέλλον. Όσον αφορά τις γαμήλιες υποθέσεις και τις εορτάσιμες ημέρες και τελετές, κατεξοχήν θέματα αρμοδιότητας του κλήρου, η πολιτική εξουσία θα παρέμβει, αφού πρώτα συνεννοηθεί με τη θρησκευτική.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η παρέμβαση της κυβέρνησης κρίνεται απαραίτητη και σε ζητήματα πνευματικού κυρίως χαρακτήρα, τα οποία, όμως, ασκούν άμεση επιρροή στο σύνολο της κοινωνίας. Ιδιαίτερα ο καθορισμός συγκεκριμένης διαδικασίας για την έκδοση αφορισμού που αναφέρθηκε προηγουμένως, καθώς και το δικαίωμα επέμβασης της πολιτείας στο θέμα του γάμου, είναι μεγάλης σημασίας. Κι αυτό γιατί στερούν από τη θρησκευτική εξουσία τον αποκλειστικό έλεγχο επί των μέσων συμβολικής βίας και επί του θεσμού  που ρυθμίζει τη λειτουργία της οικογένειας, βασικής μονάδας παραγωγής, κατανάλωσης και κύριου παράγοντα κοινωνικοποίησης των νέων.

Όλες οι παραπάνω εισηγήσεις του Γενατά θα περιλαμβάνονταν σε διατάξεις ψηφίσματος, που θα υποβάλλονταν για τυπική έγκριση στην πατριαρχική Σύνοδο, με σκοπό να οδηγήσουν στην υπογραφή της «συνθήκης» ρύθμισης των σχέσεων της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η μορφή και το τελικό αποτέλεσμα της εν λόγω «συνθήκης» είναι ο πρωταρχικός και απώτερος στόχος της πολιτικής του Γενατά. Ο Γραμματέας επί του Δικαίου κατευθύνει τον πολιτικό του προβληματισμό και τον εντάσσει στο πλαίσιο των σχέσεων με το Πατριαρχείο, γιατί αποβλέπει στην προώθηση του αυτοκέφαλου καθεστώτος της ελλαδικής Εκκλησίας. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε μια Εκκλησία ανεξάρτητη μεν από το Πατριαρχείο, αλλά υπό πολιτειοκρατικό καθεστώς.

Από την άλλη μεριά, τα κίνητρα σύνταξης του «Σχεδίου περί του Εκκλησιαστικού Συστήματος» και η οπτική με την οποία αυτό εξετάζει τα υπάρχοντα προβλήματα, είναι διαφορετική[8]. Ο κύριος στόχος είναι η κατάθεση πλήρους και συγκροτημένης πρότασης δημιουργίας αυτόνομης εκκλησιαστικής διοίκησης στα όρια της ελληνικής επικράτειας και η κατοχύρωση της εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης με όρους πλήρους ισοτιμίας απέναντι στην κοσμική εξουσία.
Η Σύνοδος θα ήταν αυτόνομη και ο επικεφαλής της θα εκλεγόταν από κλήρο και λαό-ο Κυβερνήτης απλώς θα επικύρωνε. Η εκκλησιαστική περιουσία θα ετίθετο υπό τη διοίκηση της Κυβέρνησης κατά χρήματα θα αποταμιεύονταν στο ιερό ταμείο, προκειμένου να μισθοδοτούνται κληρικοί και μοναχοί, οι οποίοι δε θα πλήρωναν φόρους, παρά μόνο σε εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις. Απαγορεύεται η ανάμειξη του κλήρου σε πολιτικές υποθέσεις και σε περίπτωση που καταδικαστούν για κάτι  προβλέπεται η κάθειρξή τους σε ξεχωριστό χώρο στο τοπικό επισκοπείο.
Οι συντάκτες του δεν αναφέρονται καν στις σχέσεις με το Πατριαρχείο, γιατί το θεωρούν ως εκ των ων ουκ άνευ κεφαλή όλων των ορθόδοξων Εκκλησιών συμπεριλαμβανομένης και τής ελληνικής. Η θεώρηση της τελευταίας ως αυτόνομου μέρους της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας με επικεφαλής τον Πατριάρχη είναι, κατά τη γνώμη μας, συνυφασμένη με το καθεστώς αυτοδιοίκησης που προωθεί το «Σχέδιον». Πιο συγκεκριμένα, η αυτοδιοικούμενη Εκκλησία θα είχε αυτονομία λήψης αποφάσεων σε θέματα που την αφορούν, και η βαρύτητά της στη θρησκευτική σφαίρα θα ήταν ανάλογη με τη βαρύτητα της κυβέρνησης στην κοσμική. Η αναγνώριση, λοιπόν, του Πατριαρχείου ως κεφαλής της δεν αντέβαινε στην αυτοδιοίκησή της. Αντίθετα την προφύλασσε, γιατί απέτρεπε το κράτος να παρέμβει στη δική της σφαίρα αρμοδιοτήτων[9].

Συνοψίζοντας θα λέγαμε, ότι το πόνημα του Γενατά, ήταν ένα σημαντικό προπαρασκευαστικό εγχείρημα προς την κατεύθυνση της ρύθμισης των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Οι ρυθμίσεις που διατυπώνονται, όχι μόνο αντιστρατεύονται, αλλά έχουν πολλά κοινά σημεία με το Βασιλικό Διάταγμα του 1833 περί Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος. Επιπλέον, το πόνημα είχε τεθεί υπ’ όψη του Καποδίστρια, ο οποίος το μελέτησε και διέταξε να αποσταλεί στο Νικόλαο Χρυσόγελο, γιατί «έπρεπε πρώτα να εισαχθή η πράξις δια της πειθούς και εισαχθείσα τότε να τακτοποιηθή». Και οι απόψεις του ίδιου του Κυβερνήτη, λοιπόν, δε διαφοροποιούνταν από αυτές του υπουργού του[10].

 





[1] Βασίλης Κρεμμύδάς, « “Μάχου υπέρ πίστεως και  πατρίδος”. Μεθοδολογικές προτάσεις για τη μελέτη του Εικοσιένα», Θεωρία και Κοινωνία, τχ. 5 (Ιούνιος 1991), σ.71.
[2] Σωκράτης Πετμεζάς, «Μερικές υποθέσεις σχετικά με την πρώιμη συγκρότηση και δραστικότητα του εθνικ(ιστικ)ού λόγου ως κυρίαρχης συμβολικής της ελλαδικής κοινωνίας (τέλη 18ου-αρχές 19ου αιώνα) και τη συνακόλουθη διαμόρφωση ενός αυτόνομου επιστημονικού («φιλοσοφικού») πεδίου», Αδημοσίευτο άρθρο, σ.22-23, 28, 36.
[3] Μενέλαος Τουρτόγλου, ό.π., σ.71-72, 76-81.
[4] Σημαντική προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η ένταξη του αφορισμού στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης, που έχει ως συνέπεια, η έκδοσή του να ακολουθεί υποχρεωτικά κάποια διαδικασία, σαφώς καθορισμένη από την αρμόδια πολιτική αρχή. Συγκεκριμένα, μπορεί κάποιος να ζητήσει τη συνδρομή του αφορισμού, όταν κατά την εκδίκαση μιας υπόθεσής του, αποκρύπτονται αποδείξεις ή μάρτυρες. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να καταθέσει εγγράφως στο δικαστήριο αίτηση δημοσίευσης του αφορισμού, και εάν αυτό κρίνει, ότι συντρέχει σοβαρός λόγος, τότε ζητά από την εκκλησιαστική αρχή να προβεί στην έκδοσή του. Παρεμφερής είναι και η διαδικασία, που ισχύει για τον όρκο (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. φ. 73, 10 Σεπτεμβρίου 1830, Παράρτημα, σ.319, 323-324).  
[5] Προτάσεις για μισθωτό κλήρο, επιλεγμένου με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια και με υψηλό μορφωτικό επίπεδο είχε κάνει το 1814 ο αρχιμανδρίτης και λόγιος Νεόφυτος Δούκας, σε επιστολή του προς τον  Πατριάρχη Κύριλλο. Με άλλα λόγια ζητούσε την εθνικοποίηση της Εκκλησίας και την εκκοσμίκευσή της (Σωκράτης Πετμεζάς, «Μερικές υποθέσεις σχετικά με την πρώιμη συγκρότηση ...», ό.π., σ.31).
[6] Μενέλαος Τουρτόγλου, ό.π., σ.73-74, 82-83.
[7] Μενέλαος Τουρτόγλου, ό.π., σ.74, 83-86. Χαρακτηριστική περίπτωση, όπου διαφαίνονται και οι αντιλήψεις του Γενατά, είναι η αναφορά της Μαντώς Μαυρογένους κατά του Δημήτριου Υψηλάντη, με την κατηγορία, ότι αθέτησε την υπόσχεση γάμου, που της είχε δώσει. Η Μαυρογένους ζητούσε από τον Καποδίστρια τη σύσταση εκκλησιαστικής επιτροπής, για να εξετάσει την υπόθεσή της. Ο Γενατάς, όμως, έκρινε, ότι η μνηστεία δεν είχε περιβληθεί τον τύπο της ιερολογίας, συνεπώς η εκκλησιαστική αρχή ήταν αναρμόδια να επιληφθεί της υπόθεσης, η οποία ανήκε στην αποκλειστική δικαιοδοσίας της δικαστικής εξουσίας («Αναφορά της Μαντώς Μαυρογένους κατά του Δημήτριου Υψηλάντου», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της ιστορίας του ελληνικού δικαίου, τ.7 (1957), σ.155-160). Για ένα περίπλοκο παράδειγμα διαζυγίου, στο οποίο έχουμε αντικρουόμενες γνωμοδοτήσεις των εμπλεκόμενων φορέων (Τάσος Γριτσόπουλος, «Μία περίεργος υπόθεσις διαζυγίου κατά την Επανάστασιν», Αρχείου Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, έτος Θ΄, τχ. 1ον, Αθήναι 1954, σ.37-55). 
[8] Τα διαφορετικά κίνητρα και οι συγκρουόμενες επιδιώξεις μεταξύ του πονήματος και του «Σχεδίου», φαίνονται και από τη συγκριτική μελέτη των εισαγωγών τους. Ο Γενατάς προβάλλει τα λάθη της υπό το Πατριαρχείο Εκκλησίας στο πρόσφατο παρελθόν, ενώ ο Ιωσήφ με τον Άνθιμο τα λάθη και τις παραλείψεις της πολιτικής εξουσίας στο απώτερο.
[9] Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία και η εκκλησιαστική ονομασία της πρωτεύουσας του νέου κράτους, όπου θα είχε την έδρα της και η Σύνοδος. Οι συντάκτες του «Σχεδίου» προτείνουν να ονομάζεται «Εξαρχία»× όνομα που είχαν παλαιότερα οι επαρχίες, που εξαρτώνταν απευθείας από το Πατριαρχείο (Νεόφυτος Παντζής, ό.π., σ.139-140). Στις συγκυρίες της εποχής, βέβαια, δεν εξέφραζε τέτοια επιθυμία, συντηρούσε, ωστόσο, ανάλογους συνειρμούς και υποδήλωνε μια στοιχειώδη αναγνώριση του επικεφαλής της Ορθοδοξίας.
[10] Μενέλαος Τουρτόγλου, ό.π., σ.66, 70.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Το Νέο Λύκειο και η εργαλειοποίηση της γνώσης


του Κώστα Παλούκη
Η Άννα Διαμαντοπούλου έφυγε, αλλά το έργο της έμεινε. Αδιαμφισβήτητα το πιο αντιδραστικό σε όλη την πρόσφατη ιστορία του εκπαιδευτικού συστήματος. Κατάργηση Πανεπιστημιακού Ασύλου, Αντιδραστικοποίηση του θεσμικού συστήματος των ΑΕΙ-ΤΕΙ, διάλυση της Α΄Βάθμιας και Β΄Βάθμιας εκπαίδευσης, καθυστέρηση των σχολικών εγχειριδίων. Η ίδια αυτοχαρακτηρίζεται σαν ταλιμπάν και δεν έχουμε κανέναν λόγο να διαφωνούμε. Ο φανατισμός και η αυτοθυσία με την οποία υπηρέτησε την προσαρμογή υλική και ιδεολογική της ελληνικής εκπαίδευσης στη μνημονιακή στρατηγική, δηλαδή στην απόλυτη κυριαρχίας της αγοράς και των αξιών της στην εκπαίδευση, είναι πρωτόγνωρος. Η βαθειά προσωπική της απαξίωση για τα ελληνικά εκπαιδευτικά πράγματα ταυτίστηκε απόλυτα με την μνημονιακή ιδεολογία της βαθειάς απαξίωσης για την μεταπολιτευτική δημοκρατία και τα όποια στοιχεία λαϊκής κουριαρχίας ενυπήρχαν σε αυτήν.

Συγκεκριμένα όμως με την Διαμαντοπούλου στην ηγεσία του πρώην Υπουργείου Παιδείας ολοκληρώνεται μια πορεία μετάλλαξης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η γνώση εργαλειοποιείται. Παύει για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση να είναι δημόσιο κοινωνικό και συλλογικό αγαθό που αποσκοπεί στην διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου δημοκρατικού πολίτη ικανού να μετέχει στα δημόσια κοινά πράγματα. Αντίστοιχα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση παύει να είναι ένα αγαθό που αποσκοπεί στην βελτίωση της κοινωνίας. Η γνώση αποπολιτικοποιείται, γίνεται εργαλειακή, αποσυλλογικοποιείται, τεχνοκρατοποιείται, παύει να είναι δημοκρατική στην ουσία της, παύει να στρατεύεται σε συλλογικα ιδανικά είτε αυτό ήταν το έθνος είτε η τάξη είτε η κοινωνία. Συγκεκριμένα, ως αγαθό εξατομικεύεται και μετατρέπεται σε ατομικό εργαλείο προσόντων για την ατομική βελτίωση με αποκλειστικό σκοπό την εύρεση εργασίας. Για αυτό το λόγο η ποιότητα της γνώσης ποσοτικοποιείται και αριθμοποιείται. Βαθμοί, εξετάσεις, ατομικός φάκελος προσόντων, πιστωτικές μονάδες, κύκλοι σπουδών υποκαθιστούν κάθε ποιοτικό σύστημα αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου.


Κάτω από αυτό το πρίσμα η Διαμαντοπούλου εισάγει απροκάλυπτα πλέον τη λογική της αριστείας ως γενικό κριτήριο. Άριστος νοείται ο πειθαρχημένος μαθητής σε μια τέτοια εξατομικευμένη και αντιδραστικοποιημένη γνώση. Ο «επιστημονισμός», δηλαδή η λατρεία της επιστημονικής γνώσης ως αυταξία και τελικά ως εργαλείο για την ατομική καριέρα, γίνεται κυρίαρχο αξιακό σύστημα. Είναι προφανές λοιπόν ότι η απαξίωση του ελληνικού πανεπιστημίου και του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι καθαρά πολιτική-ιδεολογική και συνάδει ταυτόχρονα με την αντιδραστική ταξική πολιτική σε όλους τους τομείς: οικονομία, λαϊκά και δημοκρατικά δικαιώματα, εργατικά δικαιώματα, δικαιώματα της νεολαίας.


Μέχρι τώρα όλες οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις παρά τον αντιδραστικό και εξεταστοκεντρικό ή εντατικό χαρακτήρα που είχαν προσπαθούσαν να διαφυλάξουν, τουλάχτον τύποις, τον καθολικό χαρακτήρα της γνώσης. Μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι στην μεταρρύθμιση Αρσένη η διεύρυνση των εξετάσεων έγινε με αυτό ακριβώς το επιχείρημα, δηλαδή την ανάδειξη όλων των μαθημάτων επειδή είχαν απαξιωθεί υπέρ των μαθημάτων της δέσμης. Ίσως ήταν το μοναδικό θετικό σε όλο αυτό το σχέδιο, τουλάχιστον από την πλευρά των προθέσεων. Όμως τελικά επικρατεί η συνολική ακύρωση του ρόλου και συνεπώς του χαρακτήρα του Γενικού Λυκείου ως παιδαγωγικού οργανισμού διαμόρφωσης πολιτών με γενικές γνώσεις. Έχει οριστικά μετατραπεί σε έναν προθάλαμο του Πανεπιστημίου, χωρίς κανέναν αυτόνομο δικό του ρόλο. Με το σχέδιο για το Νέο Λύκειο όμως η Διαμαντοπούλου για πρώτη φορά, σε αντίθεση με τις μέχρι τώρα άλλες μεταρρυθμίσεις, αποδέχεται αυτό το δεδομένο και αντί να αντιπαλέψει αυτήν την «έκπτωση» του Λυκείου την θεσμοποιεί και προσαρμόζει το Λύκειο σε αυτή το δεδομένη ήττα. Δεν την παρουσιάζει όμως ως ήττα, αλλά σαν «εκσυγχρονισμό». Στην πράξη επιχειρεί να προσαρμόσει το δημόσιο σχολείο στις λογικές του ιδιωτικού σχολείου και των φροντιστηρίων, εκεί όπου η παραπαιδεία και η επμπορευματικοποίηση της γνώσης έχουν διαλύσει και αποδομήσει της έννοιας του Λυκείου ως ενός παιδαγωγικού οργανισμού γενικής γνώσης και παιδείας που παράγει καθολικούς ανθρώπους με ανθρωπιστικές αξίες.


Η ενίσχυση του εξεταστικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης που ξεκίνησε το 1991 από τις κυβερνήσεις Μητσοτάκη συνεχίστηκε από όλες τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ. Εξετάσεις σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Διαγωνίσματα, τέστ, τρίμηνα, εξάμηνα, δίμηνα, μηνιαία, γενικά πάσης φύσεως διαγωνίσματα και εξετάσεις. Σε αυτό η μεταρρύθμιση Αρσένη έκανε ποιοτικό αντιδραστικό άλμα, καθώς έθεσε ως προϋπόθεση για το Απολυτήριο και την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση την επιτυχία στις εξετάσεις σε Β΄ και Γ΄ Λυκείου. Η άμεση συνέπεια αυτής επιλογής είναι η εμπέδωση του βαθμοθηρικού κλίματος σε όλους τους μαθητές, γονείς και καθηγητές.  Ο ανταγωνισμός μεταξύ μαθητών και γονιών για τις βαθμοθηρικές επιδόσεις υποκαθιστά το άγχος για την πραγματική εμπέδωση της γνώσης, αλλά και του σχολείου ως παιδαγωγικού μηχανισμού. Στόχος δεν είναι τα παιδιά να πάνε «σχολειό για να γίνουν άνθρωποι», αλλά να πάρουν καλούς βαθμούς. Τελεία!


Η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία, παρά την υιοθέτηση ενός λόγου από το Υπουργείο και τα Ινστιτούτα του για περισσότερο μαθητοκεντρικές προσεγγίσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία, τελικά αλλοτριώνεται και γι’ αυτό απαξιώνεται. Αποξενώνεται από τον πραγματικό στόχο και στην πράξη είναι αδύνατον να εφαρμοστεί οποιαδήποτε σοβαρή εκπαιδευτική καινοτομία. Στην αποδιάρθρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας συμβάλλουν βέβαια και άλλοι παράγοντες: το μισθολογικό των εκπαιδευτικών, ο μεγάλος αριθμός μαθητών ανά τάξη, η απουσία τεχνικών μέσων, η μεγάλη ηλικία των εκπαιδευτικών, η απουσία σοβαρού συστήματος επανακατάρτισης των εκπαιδευτικών, η αυστηροποίηση των ορίων και ο κεντρικός χαρακτήρας της υποχρεωτικής διδακτικέας ύλης, η κατάσταση των σχολικών κτιρίων, η απουσία συλλογικού και προσαρμοσμένου στην κάθε περίπτωση σχεδιασμού κ.α.


Το πιο σημαντικό προϊόν όμως του εξεταστικού χαρακτήρα του δημόσιου σχολείου ήταν η κυριαρχία του θεσμού του φροντιστηρίου και του ιδιαίτερου. Ουσιαστικά, η δημιουργία ενός παράλληλου εκπαιδευτικού συστήματος, της παραπαιδείας. Το «φροντιστήριο» δεν είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο στην ελληνική εκπαιδευτική διαδικασία. Αντιθέτως, Από τον 19ο αιώνα και σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Ήταν όμως περιορισμένο και αφορούσε μόνο όσους επιθυμούσαν να επιτύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα πανεπιστήμια. Με το σύστημα των δεσμών άρχισε να διευρύνεται. Αρχικά με τη μορφή ιδιαίτερου και στη συνέχεια με την μαζική ίδρυση ιδιωτικών φροντιστηριακών μονάδων. Κατά την δεκαετία του 1970 το «φροντιστήριο» αφορούσε μόνο το μάθημα της έκθεσης ή τα δύσκολα μαθήματα της κάθε δέσμης, π.χ. στην Γ΄Δέσμη αφορούσε τα αρχαία, αφού ιστορία και λατινικά λογίζονταν ως εύκολα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όμως καθιερώθηκε σε όλα τα μαθήματα δέσμης. Αρχικά ήταν υποστηρικτικό στο διδακτικό έργο του σχολείου, αλλά στα τέλη της δεκαετίας του 1990 το είχε πλήρες υποκαταστήσει. Οι μαθητές έδιναν προτεραιότητα πλέον μόνο και αποκλειστικά στο φροντιστήριο και όχι στο σχολείο. Ήταν μια μεγάλη ήττα του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και μια ιδιωτικοποίηση από το παράθυρο. 


Ήδη όμως είχε ηττηθεί το δημόσιο σχολείο από τα φροντιστήρια αλλού, αφού η κυριαρχία του φορντιστηριακού θεσμού ξεκίνησε από το πεδίο των ξένων γλωσσών. Από την δεκαετία του 1970 θεωρούταν σχεδόν αυτονόητο για όλα τα παιδιά ότι θα μάθαιναν τα αγγλικά από τα φροντιστήρια, ενώ η πιστοποίηση δινόταν από βρετανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 80 το φαινόμενο διευρύνθηκε και κυριάρχησε και στις άλλες γλώσσες, κυρίως γαλλικά και γερμανικά. Το δημόσιο σχολείο λειτούργησε προσπάθησε αποτυχημένα να συναγωνιστεί τα φροντιστήρια, αλλά μάλλον απέτυχε. Το αποτέλεσμα ήταν βέβαια να έχει εμπεδωθεί στις συνειδήσεις των γονέων και των μαθητών ο άλλος δρόμος σαν πιο αξιόπιστος.


Σταδιακά το φροντιστήριο για τα υπόλοιπα μαθήματα άρχισε να επεκτείνεται και στις άλλες τάξεις. Πάλι πρώτα με τη μορφή του ιδιαίτερου και στη συνέχεια με τη μορφή του φροντιστηρίου. Σημαντική τομή σε αυτό ήταν η καθιέρωση των αρχαίων στο γυμνάσιο. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 το φροντιστήριο και το ιδιαίτερο είχε αγγίξει και τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Παρότι απαγορεύεται από το νόμο, επιτρέπεται όμως με τη μορφή προετοιμασίας των μαθητών για το σχολείο. Αυτή είναι μια άλλη λειτουργία που αποκτά σύντομα το φροντιστήριο. Οι γονείς είτε κουρασμένοι από την εργασία είτε απόντες τα απογεύματα παραχωρούσαν την ευθύνη της μελέτης και ταυτόχρονα του baby sitting σε καθηγητές και δασκάλους. Αυτήν την πορεία ανάσχεσε λιγάκι ο θεσμός του ολοήμερου σχολείου.


Σημαντικός και ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας της γενίκευσης του φροντιστηρίου ήταν η αδιοριστία των πτυχιούχων των καθηγητικών σχολών. Χιλιάδες πτυχιούχοι καθηγητικών σχολών παρέμεναν εκτός του επίσημου εκπαιδευτικού μηχανισμού. Έτσι η τεράστια προσφορά επέτρεψε και την ζήτηση σε μια κοινωνία σχετικής ευμάρειας των 2/3. Εδώ τα νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα περιορίζονται στην επανάληψη του μοτίβου της υπερπαραγωγής πτυχιούχων από τα ελληνικά ΑΕΙ. Όμως το επιχείρημα αυτό είναι σαθρό. Πρώτον γιατί οι ανάγκες των σχολείων στην Ελλάδα για προσωπικό είναι μεγάλες και δεν καλύπτονται. Δεύτερον γιατί υπάρχουν τεράστιες ανάγκες για σχολεία ελλήνων μεταναστών στο εξωτερικό που δεν καλύπτονται. Τρίτον γιατί θα μπορούσε να υπάρχει ένα σύστημα επανακατάρτισης των εκπαιδευτικών από τους δεκάδες διδάκτορες που υπάρχουν σε κάθε γνωστικό τομέα. Τέταρτον γιατί οι πτυχιούχοι θα μπορούσαν να μην εργάζονται μόνο στην εκπαίδευση. Π.χ. εάν υπήρχε ένα σοβαρό σχέδιο υποστήριξης του πολιτισμού στην ελλάδα με ανασκαφές, αρχαιολογικά μουσεία, ιστορικά μουσεία ή σοβαρά ερευνητικά προγράμματα το σύνολο σχεδόν των πτυχιούχων των Ιστορικών Αρχαιολογικών Τμημάτων θα κάλυπτε άλλους πολύ ζωτικούς για την κοινωνία και την οικονομία τομείς. Μάλιστα, οι πτυχιούχοι αυτοί θα ήταν και περισσότερο ευχαριστημένοι. Το ίδιο θα ισχύει για τους χημικούς εάν π.χ. υπήρχε σοβαρή βιομηχανία στην Ελλάδα. Συνεπώς, το πρόβλημα της αδιοριστίας, δηλαδή η μαζική στροφή προς την παραπαιδεία ως αναγκαίο κακό, προκύπτει από την παραλυτική οικονομική πολιτική του σύγχρονου ολοκήρωτικού καπιταλισμού και τα αποτελέσματα της μακράς λιτότητας και της παρατεταμένης ύφεσης.


Η κυριάρχηση του φροντιστηρίου την τελευταία δεκαετία ως παράλληλο σύστημα εκπαίδευσης επέφερε πολλαπλές συνέπειες στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύτημα. Έγινε αναφορά στην ακύρωση του ρόλου του λυκείου. Η δεύτερη είναι η εμπορευματικοποίηση της γνώσης και ως εκ τούτου η τυποποίησή της και η τεχνοκρατική και χειριστική αποδόμησή της. Η γνώση είναι ένα προϊόν το οποίο τα φροντιστήρια πουλάνε ως εμπόρευμα. Σκοπός είναι ο βαθμός στο σχολείο, στο διαγώνισμα, η επιτυχία στις εξετάσεις. Αναμφισβήτητα το φροντιστήριο είναι ο βασικός υπεύθυνος για την παπαγαλία. Διότι δεν είναι δυνατόν να μπορέσει ένας ιδιωτικός εκπαιδευτικός φορέας να πιστοποιήσει το σωστό ή το λάθος παρά μόνο με βάση την ακριβή πιστότητα. Για την εμπέδωσή του, το κείμενο μετατρέπεται σε «μπούλετ», σε «σος» και «αντι-σος», σε ο,τιδήποτε άλλο εκτός από κείμενο με λογική που υπηρετεί ένα αξιακό σύστημα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η σημασία της παρεχόμενης γνώσης για την διαμόρφωση ενός ώριμου πολίτη, ενός καθολικού ανθρώπου, ικανού να μετέχει στα κοινά και στην εργασία ακούγεται μόνο σαν αστείο. Έτσι η γνώση αποϊδεολογικοποιείται και εργαλιοποιείται, χάνει τον παιδαγωγικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό στόχο της.


Η συνέπεια της εργαλειοποίησης της γνώσης, αλλά και της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας στους μαθητές επιφέρει τεράστιες αρνητικές συνέπειες.  Η γνώση γίνεται εχθρική για τους μαθητές, καταπιεστική, μισητή. Το ίδιο το σχολείο μετατρέπεται ένα κάτεργο, σε φυλακή, σε βασανιστήριο. Ο ελεύθερος χρόνος των μαθητών εξαφανίζεται, καθώς πρωί βράδυ ζούνε μέσα σε μια διδακτική αίθουσα ή έχουν κάποιον να τους ελέγχει, εξετάζει, διορθώνει, συνετίζει, επαναφέρει στην τάξη, προσπαθεί να τους ανοίξει το κεφάλι και τα τους χώσει μια γνώση μέσα για την οποία δεν έχουν πειστεί ότι αξίζει οι ίδιοι να παλέψουν. Ταυτόχρονα, άγχος, βάρη, πίεση, ενδεχομένως οικογενειακά προβλήματα, οικονομικά προβλήματα, ευαισθησίες της εφηβείας, μαθησιακές δυσκολίες – που όχι τυχαία κυριαρχούν ως συμπτώματα – ταξικοί φραγμοί και άλλα πολλά διαλύουν τους μαθητές στην πιο όμορφη και γλυκειά ηλικία, σε μια περίοδο διαμόρφωσης της ταυτότητάς. Όλα αυτά τραυματίζουν πολλούς μαθητές ή ακόμη τους πετάνε έξω από το σύστημα. Η διάκριση σε καλούς και μη καλούς μαθητές εντείνεται με τεράστιο κόστος τόσο για τους καλούς όσο και για τους κακούς.


Οι μαθητές όχι μόνο δεν κατανοούν και δε νιώθουν το ανθρωπιστικό περιεχόμενο της γνώσης, ώστε να επιδρά στο αξιακό τους σύστημα, αλλά αντίθετα η εργαλειακότητα της γνώσης τους καθιστά επιρρεπείς σε ένα είδους αυταρχικής αντιγνώσης. Για παράδειγμα η προσπάθεια εμπεδωσης μιας μη ρατσιστικής συμπεριφοράς δε θα μπορούσε παρά να βιώνεται σαν εχθρική σε ένα τέτοιο καταπιεστικό πλαίσιο. Αλλά και στις περιπτώσεις που δε διαμορφώνεται μια αντι-ανθρωπιστική ιδεολογία, το αξιακό σύστημα του ανταγωνισμού μέσα στο οποίο λειτουργεί ο μαθητής δεν του επιτρέπει να κατανοήσει την ανθρωπιστική γνώση και να την υιοθετήσει. Απλώς είναι ένα εργαλείο για την ατομική του επιτυχία.


Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί μια διαφορά στο εσωτερικό των φροντιστηρίων, ανάμεσα στα «καλά» και στα «κακά», τα «μεγάλα» και τα «μικρά». Τα μεγάλα φροντιστήρια έχουν την ανάγκη να προβάλλονται ως πετυχημένες επιχειρήσεις και φυσικά οι μαθητές τους πρέπει να είναι πάντα οι κορυφαίοι. Φέρουν την πιο αντιδραστική και φιλελεύθερη ιδεολογία για την γνώση και την επιβάλλουν ως κυρίαρχο πρότυπο. Συνήθως την τυποποιούν και εργαλειοποιούν περισσότερο από όλους. Μετατρέπουν τον ανταγωνισμό, την πρωτιά, σε ιδεώδες, την εκπαίδευση σε προωταθλητισμό. Καθιστούν τα συνεχή τεστ και τα διαγωνίσματα κυρίαρχη αξία και σταθμό σε κάθε βήμα. Διαχωρίζουν τους μαθητές σε καλούς και κακούς για να προσαρμόζονται και να γίνονται πιο ευέλικτα. Γίνονται μια βιομηχανία παραγωγής «επιτυχημένων». Ουσιαστικά, όμως μια βιομηχανία καταστροφής της γνώσης, της μαθησιακής διαδικασίας και φυσικά των ίδιων των μαθητών. Ταυτόχρονα, είναι συνήθως κακοπληρωτές των εργαζομένων εκπαιδευτικών, με υπερβολικές απαιτήσεις και με φτηνά ημερομίσθια. Ανάμεσα στους εργαζόμενους καθηγητές κυριαρχεί το άγχος του δικού τους ανταγωνισμού ώστε να έχουν πάντα τις επαρκείς ώρες. Αντίθετα τα μικρά φροντιστήρια είναι πιο ανθρώπινα. Οι ιδιοκτήτες είναι πιο κοντά στην θέση των εργαζομένων εκπαιδευτικών, αφού την επομένη μέρα είναι δυνατόν να βρεθούν σε χειρότερη μοίρα από αυτούς. Είναι πιο κοντά στους μαθητές και τα δικά τους προβλήματα. Συνήθως, υπάρχουν σχέσεις εντοπιότητας, γειτονίας, ακόμα και συγγένειας, φιλίας κλπ. Το στοιχείο της εμπορευματοποίησης της γνώσης δεν γίνεται τόσο ηγεμονικό.


Στον ανταγωνισμό όμως μεγάλων και μικρών φροντιστηρίων κυριαρχούν τα δεύτερα. Πρώτον γιατί καταφέρνουν πιο χαμηλά δίδακτρα και δεύτερον διότι καταφέρνουν να εντυπώνουν στις συνειδήσεις των γονιών και των μαθητών τις δικές τους αξίες σαν πρότυπες, μοντέρνες, αλλά και αποτελεσματικές. Εδώ οι ευθύνες των γονιών είναι τεράστιες, αφού προκρίνουν αυτό το μοντέλο «εκπαίδευσης» με κριτήριο την «επιτυχία» αδιαφορώντας για τις συνέπειες στην ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα των παιδιών τους, αφού η νίκη είναι αυτοσκοπός. Γιατί το αυστηρό, «αριστοκρατικό», «πρωταθλητικό», εντατικοποιημένο πλαίσιο αυτών των φροντιστηρίων επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την ήδη δύσκολη προσπάθεια των μαθητών και βέβαια προκαλούν ακόμη μεγαλύτερο μίσος για την διαδικασία της γνώσης.


Όσοι μαθητές αδυνατούν να ακολουθήσουν το ποτάμι της εισόδου στο Πανεπιστήμιο, αφού έχουν αποδεκτεί την ιδεολογία της εργαλειοποιημένης γνώσης, αδυνατούν να καταλάβουν γιατί εν τέλει τους είναι χρήσιμο το σχολείο. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη καταστροφή και η πιο τραγική συνέπεια. Κανένας μαθητής δεν μπορεί να καταλάβει γιατί του είναι χρήσιμη η Αντιγόνη ή ο νόμος της Βαρύτητας, εφόσον θα εργαστεί ως μαραγκός, ως υπάλληλος σε κατάστημα κλπ. Δε βλέπει νόημα να χάνει τον χρόνο και τη ζωή του, να κοπιάζει τόσο πολύ για μια τόσο άχρηστη γι’ αυτόν δεξιότητα.


Σε αυτήν την ουσιώδη ακύρωση της γνώσης καταλυτικό ρόλο έχει παίξει βέβαια η αποπολιτικοποίηση του μαθητικού σώματος. Η στράτευση των μαθητών σε πολιτικές οργανώσεις και η ένταξή τους στο πολιτικό γίγνεσθαι καθιστούσε την αναζήτηση της γνώσης έναν σκοπό υποταγμένο στην βλετίωση της κοινωνίας. Οι μαθητές συμμετείχαν στην διαδικασία της εκπαιδευτικής διαδικασίας είτε αποδεχόμενοι είτε κυρίως στεκόμενοι κριτικά στην κυρίαρχη γνώση. Το σύμπτωμα αυτό είναι βεβαίως συνέπεια της υποχώρησης της αριστεράς και του εκβαρβαρισμού των αξιακών προτύπων του συστήματος, αλλά και του κυρίαρχουν λάιφ στάιλ.


Συγκεκριμένα κομβικό ρόλο έχει παίξει η πολιτισμική ηγεμονία του αξιακού συστήματος της διασκέδασης σαν αυτοσκοπού. Το αξιακό αυτό σύστημα της «αμάθειας» φορτίζεται σαν λαϊκότροπο, εξεγερσιακό και επαναστατικό και τίθεται ενάντια στο «φλώρικο» και «φυτουλιάρικο» αξιακό σύστημα του αγώνα για την είσοδο στο Πανεπιστήμιο. Το ιδεολογικό υπόστρωμα όμως αυτής της εξέγερσης είναι το ίδιο με την υποταγή στον αγώνα για την είσοδο στο Πανεπιστήμιο, αφού δεν διεκδικεί μία άλλου τύπου εκπαιδευτική διαδικασία. Αντίθετα, ο λαϊκότροπος χαρακτήρας της προσιδιάζει περισσότερο στον φασιστικό αντιδιανοουμενισμό. Με έναν μαγικό τρόπο τελικά αρκετοί μαθητές γίνονται φορείς μιας ιδεολογίας και αυτή είναι το αξιακό σύστημα της άκρας δεξιάς. Γιατί ακριβώς τίθεται σε αντιπαράθεση με το ανθρωπιστικό στοιχείο του σχολικού συστήματος, αλλά και της διεκδηκητικής αριστεράς που οραματίζεται μια άλλη σχέση με τη γνώση.


Προφανώς οι μαθητές εκείνοι οι οποίοι πρώτοι τίθενται εκτός εκπαιδευτικού συτήματος είναι τα παιδιά των εργατών και των αγροτών. Πρώτα και κύρια γιατί βιώνουν πιο έντονα τους ταξικούς φραγμούς και τα πραγματικά υλικά εμπόδια να ακολουθήσουν το βαρύ και δύσκολο τραίνο της σχολικής παιδείας και των ανταγωνιστικών στόχων που θέτει. Όμως πολλές φορές δεν φέρουν εκείνο το πολιτισμικό κεφάλαιο που καταξιώνει την γνώση σαν σημαντική αξία τόσο για την διαμόρφωσή τους όσο και για την εύρεση εργασίας που θα επιβεβαιώνει την κοινωνική θέση των γονιών τους και θα αναπαραγάγει τους ίδιους στο ίδιο επίπεδο κοινωνικής θέσης. Για αυτό είναι επιρρεπείς στην άρνηση μιας γνώσης άχρηστης στην εργασία τους, αφού δεν τους ενδιαφέρει η είσοδος στο πανεπιστήμιο. Για αυτό είναι επιρρεπείς σε ένα φασιστοειδές αξιακό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι φασιστικές οργανώσεις στρατολογούν μαζικά στις εργατικές και λαϊκές περιοχές.    


Σε ένα τέτοιο εκπαιδευτικό πλαίσιο η κατάληψη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εξέγερση των φυλακισμένων. Μια διαδικασία η οποία λειτουργεί απελευθερωτικά, ένα προσωρινό επαναστατικό διάλειμμα, για να επέλθει η ισορροπία. Ίσως η μοναδική διαδικασία ωρίμανσης της εφηβικής νεολαίας. Η δεκαετία του 1990 και του 2000 είναι η εποχή της «απολίτικης» κατάληψης. Χωρίς αιτήματα, χωρίς σκοπό, απλά να σταματήσει το σχολείο για μια ανάσα! Τίποτε πιο φυσιολογικό και πιο παιδαγωγικό. Με την κατάληψη οι μαθητές έρχονται σε αντίθεση τόσο με το σχολικό – εκπαιδευτικό ασφυκτικό πλαίσιο όσο και με το οικογενειακό ασφυκτικό πλαίσιο. Οι ίδιοι κάνουν ένα άλμα προς την ωριμότητα καθώς γίνονται κύριοι του χώρου τους, δηλαδή του εαυτού τους. Από ήρεμα και μαλθακά παιδιά αγριεύουν. Αντιμετωπίζουν κινδύνους και μαθαίνουν να τους διαχειρίζονται. Σε αυτήν την διαδικασία έρχονται οι μαθητές αντιμέτωποι με το εξής δίλημμα: αγαπάμε ή μισούμε το σχολείο. Δεν είναι τυχαίο ίσως ότι στα Τεχνικά Λύκεια σημειώνονται συνήθως οι μεγάλες ζημιές, ενώ στα Γενικά κυριαρχεί το κριτήριο της διαφύλαξης του χώρου τόσο από τους κακούς έξω όσο και από τους ίδιους. Επίσης, μεγάλες καταστροφές σημειώνονται σε περιπτώσεις έντονης αυταρχικής συμπεριφοράς από τη μεριά του διευθυντή. Οι καταλήψεις λοιπόν θα πρέπει να ιδωθούν τόσο από εκπαιδευτικούς όσο και από γονείς όχι ως κάτι εχθρικό, αλλά σα λογική και ενδεχομένως αναγκαία συνέπεια της υπάρχουσας κατάστασης. Και με αυτό το κριτήριο να στέκονται δίπλα σους μαθητές, κοντά, αλλά και μακριά. Ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης και διάλυσης του σχολείου η πολιτικοποίηση των καταλήψεων και η δημιουργία μαθητικού κινήματος ενάντια στο Νέο Λύκειο είναι αναγκαία στο μέτωπο εργασίας-παιδείας-υγείας ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές της κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ.  


Μεγάλη συμβολή στην ακύρωση του καθολικού και διαφωτιστικού χαρακτήρα του λυκείου έχουν τα ιδιωτικά λύκεια. Συγκεκριμένα αυθαίρετα και συνειδητά καταργούν και μετασχηματίζουν πλήρως το ωρολόγιο πρόγραμμα των μαθημάτων. Τα δευτερεύοντα μαθήματα μόνο τύποις διδάσκονται, ενώ αντικαθιστώνται από τα βασικά μαθήματα, δηλαδή τα αρχαία, τα μαθηματικά, την νέα ελληνική γλώσσα, τη φυσική και όσα μαθήματα σχετίζονται με τις πανελλήνιες εξετάσεις. Το Υπουργείο Παιδείας βέβαια κάνει τα τυφλά μάτια σε αυτήν την καταστροφική αυθαιρεσία, ενώ μια τέτοια πολιτική βέβαια εκφράζει πλήρως το άγχος των γονιών και των μαθητών ενόψει της μεγάλης μάχης για το Πανεπιστήμιο. Το Ιδιωτικό Σολείο φροντιστηριοποιείται και η ίδια η έννοια του σχολείου καταργείται. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά μεγάλα φροντιστήρια μετατρέπονται σε ιδιωτικά σχολεία, χωρίς φυσικά να σχολικοποιούνται. Οι μαθητές και οι γονείς βλέπουν εξαιρετικά θετικά αυτήν την εξέλιξη, καθώς γλιτώνουν χρόνο, κόπο και χρήμα. Το άχρηστο σχολείο με την άχρηστη γνώση καταργείται και στην θέση του βάζουμε ένα μεγάλο φροντιστήριο. Τι καλύτερο!


Εδώ είναι που έρχεται και παρεμβαίνει ο νόμος της Διαμαντοπούλου. Για να ανταγωνιστεί τα ιδιωτικά φροντιστηριοποιημένα σχολεία, αλλά και τα σχολεία μετατρέπει το λύκειο σε ένα τέτοιο φροντιστήριο. Το Λύκειο γράφει η πρόταση για το Νέο Λύκειο «είναι κατά βάση  μια βαθμίδα που προσφέρει γενικές και αποσπασματικού χαρακτήρα γνώσεις, έχει λιγοστά μαθήματα εξειδίκευσης και ακόμα λιγότερα μαθήματα επιλογής»,ενώ «οι μαθητές αναλώνονται πολύ στην αφομοίωση πολλών κατακερματισμένων πληροφοριών που εντάσσονται σε πολλά γνωστικά πεδία». Δηλαδή καταργεί τα μονόωρα μαθήματα και δημιουργεί τομείς εξειδίκευσης, ενώ οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν περισσότερες διδακτικές ώρες στα μαθήματα εμβάνθυνσης. Αλλού σημειώνεται το εξής: «Ανάμεσα στα μαθήματα επιλογής που ο μαθητής μπορεί να διαλέξει υπάρχουν μαθήματα εμβάθυνσης σε βασικά γνωστικά αντικείμενα που συνήθως είναι ιδιαίτερης σημασίας για την εισαγωγή των  μαθητών  στην  ανώτατη  εκπαίδευση. Με  τον  τρόπο αυτό οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα της επιπλέον διδασκαλίας εντός του σχολείου των μαθημάτων αυξημένης για αυτούς βαρύτητας, ανάλογα με τις επιλογές τους για τις περαιτέρω σπουδές τους».




Το Νέο Λύκειο της Διαμαντοπούλου είναι ένα μη Λύκειο. Σε συνδυασμό με όλες τις άλλες συνέπειες της μνημονιακής πολιτικής γίνεται σαφές, ότι παρά τις διακηρύξεις το σχλείο του μνημονίου καταργείται από κάθε πλευρά. Η αντίσταση σε αυτό το Νέο Σχολείο της εργαλειοποιημένης γνώσης και ουσιαστικά της αμάθειας βέβαια είναι μια σημαντική πτυχή του αντιμνημονιακού αγώνα ενάτια σε ΕΕ, ΔΝΤ και ελληνικές κυβερνήσεις των τραπεζιτώνκαι των ΜΜΕ. Χρειάζεται βέβαια σοβαρά να περιγράψουμε και να αντιπροτείνουμε όχι μόνο επί της αρχής, αλλά και την πράξη ένα άλλο σχολείο. Η αντικατάσταση της ταλιμπάν του μνημονίου από επιστολογράφο της Αμερικανικής Πρεσβείας λίγα μας υπόσχεται για την ανάσχεση της πορείας της ελληνικής παιδείας. 

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση. Συνέντευξη του Σπύρου Ασδραχά



gr/node/89049
 
 
Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»
από τα Ενθέματα μια επίκαιρη συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Τη συνέντευξη πήραν ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης και ο Στρατής Μπουρνάζος
Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης αλλάζουν πολλά, ανάμεσά τους και τα εργαλεία με τα οποία σκεφτόμαστε το παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείτε ότι ανασηματοδοτείται η σχέση μας με το παρελθόν, και ιδιαίτερα με κρίσιμες στιγμές όπως η Επανάσταση του 1821;
Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνηθες ιστοριογραφικό δίλημμα, της αναλογίας και της επανάληψης. Σε ποιο βαθμό αναλογίες που προκύπτουν από διαφορετικές ή εν μέρει ανόμοιες δομές μπορούν να τροφοδοτήσουν τις κατανοήσεις των σημερινών φαινομένων, όπως η καπιταλιστική κρίση; Προσωπικά, θεωρώ ότι μας χρειάζονται και, με τους κατάλληλους όρους, μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των αναλυτικών εργαλείων μας.
Όπως έγραφε ο Σβορώνος σε εκείνο το επίδικο άρθρο του για την εθνογένεση, για να γνωρίσεις τις διαδοχικές συνειδητοποιήσεις ενός λαού, πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία του. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τι ακριβώς ήταν αυτό το Εικοσιένα. Καθώς πριν από το 1821 υπάρχουν μια σειρά επαναστατικών κινητοποιήσεων στον ελλαδικό χώρο, τίθεται το γνωστό ζήτημα αν η Επανάσταση του Εικοσιένα είχε το ίδιο περιεχόμενο, λ.χ., με το 1770. Θα έλεγα ότι η επισφαλής λύση προβλημάτων ορίζεται εν πολλοίς από την κακή τοποθέτησή τους. Και θεωρώ κακή τοποθέτηση του προβλήματος να ρωτάμε αν το 1770 είχε τους χαρακτήρες της Επανάστασης του 1821. Είναι σαν να λέμε ότι ο νόμος της βαρύτητας υπήρχε από την εποχή που πέφτουν τα μήλα από τη μηλιά, σαν να λέμε ότι ο προάγγελος του νόμου της βαρύτητας, που διατύπωσε ο Νεύτωνας, ήταν η παλινωδία του Πλάτωνος στον Φαίδρο: οι ψυχές που αιωρούνται, και οι βαριές ψυχές που πέφτουν.

Ένα ιστορικό φαινόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανάσταση, αν δεν συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά· στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η μετάβαση από την έννοια του γένους (που έχει τη ρίζα του στις οικουμενικότητες της εποχής και των προηγούμενων εποχών, φτάνοντας μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους ελληνιστικούς χρόνους) στην έννοια του έθνους. Μέσα στη φαινομενική συνέχεια υπάρχουν ουσιώδεις ασυνέχειες. Το 1821 είναι η ανασηματοδότηση των προηγούμενων επαναστατικών κινημάτων και η μεταμόρφωσή τους, δηλαδή η προσαρμογή τους στους όρους της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι μια εποχή επαναστάσεων και σε άλλα μέρη, όπως στη Λατινική Αμερική.
Αν προχωρήσουμε στο ζήτημα των συνεχειών, αλλά μετά το 1821, μπορούμε να πούμε ότι η Επανάσταση του 1821 είναι ένα είδος αντιστασιακής μήτρας, καθώς πολλές φορές, και ιδίως σε στιγμές κρίσιμες, όπως στα χρόνια της Κατοχής, γίνεται επίκληση σε αυτήν;
Θα μιλούσα με τους όρους του Φίλιππου Ηλιού για τη «χρήση της Ιστορίας». Ο Φίλιππος προσανατολιζόταν περισσότερο στη χρήση της ιστοριογραφίας, δηλαδή της ιστορικής ερμηνείας. Στο ζήτημά μας υπάρχει ένα θέμα «αναμορφώσεων» — όπως σε έναν πίνακα ο οποίος, ανάλογα με την οπτική γωνία που τον βλέπεις, έχει διαφορετική μορφή. Ανακρατιέται όμως κάτι: η έννοια της μη συμβίωσης με την κατακτητική κοινωνία. Και έτσι, στα χρόνια της Αντίστασης, έχουμε και τη φράση «Το Εικοσιένα ξαναζεί με το λαό μαζί». Βεβαίως ξαναζεί το Εικοσιένα, επειδή υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα σε κατακτημένους και κατακτητές, με τη διαφορά όμως ότι τα αιτούμενα του Εικοσιένα δεν εγγράφονται στα αιτούμενα της κοινωνίας η οποία έχει προκύψει από τη Βιομηχανική Επανάσταση.
 Aς επιμείνουμε λίγο στο ζήτημα των συνεχειών και των ασυνεχειών, της σχέσης της Επανάστασης με προηγούμενα επαναστατικά κινήματα.
Οι κατακτημένοι δεν ανέχτηκαν ποτέ την κατάκτηση. Αυτό γενικεύτηκε και εκφράστηκε μέσα από τις, κατά Δημαρά, συλλογικές συνειδήσεις. Προχείρως θα αναφερόμουν στην αντίληψη που είχε διαμορφώσει ο Μακρυγιάννης, ο άνθρωπος της παράδοσης, σχετικά με την κατάκτηση. Αυτό φαίνεται καθαρότερα όχι τόσο στο απομνημόνευμα, αλλά στις εικόνες των αδελφών Ζωγράφου. Ο Μακρυγιάννης τους βάζει αρχικά να απεικονίσουν τον σουλτάνο να λέει στον κλήρο: –Δεν παραδοθήκατε, αλλά κατακτηθήκατε, γι’ αυτό σας βάζω στον ζυγό. Εν συνεχεία, εμφανίζονται οι κλέφτες που βγαίνουν στα βουνά και μετά ο Ρήγας, το αγαθό παιδί της πατρίδας, που σπέρνει τον σπόρο της Ελευθερίας. Είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές, ηγετικές θα έλεγα εκδηλώσεις αυτής της αντίληψης της συνεχούς αντίστασης, για την οποία ο Νίκος Σβορώνος θέλησε να μας δώσει ένα αναλυτικό εργαλείο με την παρεξηγημένη φράση του για τον αντιστασιακό χαρακτήρα της ελληνικής ιστορίας — αλλά αυτό είναι μια ξεχωριστή συζήτηση.
Το 1821 διαφέρει από τα προηγούμενα κινήματα, αλλά έχει και ομοιότητες. Οι ομοιότητες είναι ότι όλες αυτές οι προσπάθειες για την απελευθέρωση προϋπέθεταν μια εδαφικότητα. Αυτή την εδαφικότητα ο Ρήγας την επεξέτεινε σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Πολίτευμα είναι ένα επαναστατικό κείμενο, το οποίο αμέσως εθνικοποιήθηκε. Αν διαβάσουμε παράλληλα τον Πατριωτικό Ύμνο και τοΠολίτευμα, βλέπουμε αμέσως τη μεταβολή. Το ένα είναι η αδύνατη επανάσταση που θα μετέτρεπε τη σουλτανική οικουμενικότητα σε δημοκρατική οικουμενικότητα. Το δεύτερο σκέλος, παρεπόμενο, είναι η εθνικοποίηση, στο πλαίσιο πλέον του ελλαδικού χώρου, ενωτικό στοιχείο του οποίου ήταν η παιδεία, με μια γλώσσα –την ελληνική– που συνέχιζε να έχει οικουμενικές αξιώσεις σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, με μια αναφορά στην ελληνικότητα. Ποια είναι όμως η ελληνικότητα του Ρήγα; Η σύγχρονη ελληνικότητα ή η αρχαιότητα; Θεωρώ ότι είναι η αρχαιότητα· η Ελληνική Νομαρχία ή η ελληνική πολιτεία του Ρήγα δεν είναι παρά μια αναφορά στην ανασηματοδοτημένη, με θετικό τρόπο, από τη Γαλλική Επανάσταση, αρχαιότητα.
Τα πράγματα είναι ανόμοια, αλλά υπάρχει ένα νήμα που τα συνδέει. Εν ολίγοις, το 1821 είναι μια επανάσταση εθνική. Βρισκόμαστε στην εποχή της αρχής των εθνοτήτων. Είναι, ταυτόχρονα, μια επανάσταση δημοκρατική, η εκβολή της Γαλλικής Επανάστασης στους Ναπολεόντειους Πολέμους.
Ένα βασικό ζήτημα: ποιες είναι οι δεκτικότητες. Για να εμπεδωθεί η κατάκτηση, οι κατακτημένοι πρέπει να διαθέτουν δομές. Αλλιώς, δεν μπορεί να επιβληθεί. Δομές εκκλησιαστικές και κοινοτικές, συλλογικότητες δηλαδή οι οποίες δεν είναι όμοιες· η εκκλησιαστική συλλογικότητα περιέχει στοιχεία που δεν τα περιέχει η κοινοτική: στοιχεία οικουμενικά και έναν υπερτοπισμό, τον οποίο δεν τον περιέχει η κοινοτική. Αλλά αυτές οι επιμέρους συλλογικότητες ήταν έτοιμες να δεχτούν καταστατικούς χάρτες, οι οποίοι είναι πραγματικά συντάγματα. Εννοώ τα πρώτα Συντάγματα της Επανάστασης.
 Μέσα στον χρόνο όμως δεν έχουμε μεταβολές;
Μεταβάλλονται οι νοοτροπίες, αλλά μένουν σταθερές οι οικονομικές δομές — εκεί δεν γίνεται καμία μετατροπή. Σταθερές μένουν και οι μορφές εξουσίας, ανασηματοδοτημένες όμως με την Επανάσταση, επειδή δόθηκε γενικότερος ρόλος στις υπάρχουσες κοινωνικές αυθεντίες, είτε αυτές ήταν προυχοντικές είτε στρατιωτικές.
Τα καινούργια στρώματα προκύπτουν μέσα από τον Αγώνα. Οι αλλαγές και οι ρήξεις συνίστανται στο ότι διαμορφώνονται τα στρώματα εκείνα που έχουν εξουσία διά του Αγώνος· έχουμε τους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς. Η μεγάλη ρήξη γίνεται στην Πελοπόννησο, η οποία, μη έχοντας την πολεμική παράδοση της χερσαίας Ελλάδας, δημιουργεί τους στρατιωτικούς, το ισχυρότερο σώμα, καθώς αυτό πρωταγωνιστεί στον πόλεμο. Αυτά τα καινούργια συλλογικά σώματα –χρησιμοποιώ πάλι τον όρο «συλλογικότητες», επειδή ο όρος «ταξικότητες» δεν είναι επιχειρησιακός εδώ– είχαν κοινωνικό πρόγραμμα; Ο Πιπινέλης, τον οποίο αξίζει να θυμόμαστε παρά την πολιτική του τοποθέτηση, γράφει ότι τα λαϊκά συμφέροντα συνδέονται με τα συμφέροντα των στρατιωτικών. Οι στρατιωτικοί ήθελαν οικονομική βάση, και η οικονομική βάση της εποχής ήταν η γη, είτε ως καλλιεργήσιμος είτε ως οικοδομήσιμος χώρος. Για ποιους ζητάει αναδασμό της γης ο Μακρυγιάννης; Για τους στρατιωτικούς. Γι’ αυτούς που, αν έμεναν χωρίς οικονομική βάση, μετά τη δημιουργία του κράτους θα γίνονταν ληστές — το ιταλικό παράδειγμα μας δίνει χαρακτηριστικές αναλογίες. Τα σώματα αυτά αποκτούν μια ιδεολογία και μια πολιτική πρακτική.
Έχει διαμορφωθεί η εικόνα –μια εικόνα που ενισχύθηκε και με την περσινή τηλεοπτική σειρά του ΣΚΑΪ– των πολιτικών ως «φιλεοευρωπαϊστών» και «εκσυγχρονιστών», σε αντίθεση με τους πιο «πρωτόγονους» στρατιωτικούς. Πώς τη σχολιάζετε;
Υπάρχει η εντύπωση ότι επικρατούσε πλήρης διχοτομία ανάμεσα στους λεγόμενους «στρατιωτικούς» και τους λεγόμενους «πολιτικούς». Η υιοθέτηση αυτής της διχοτομίας μπορεί να βοηθά ορισμένα ερμηνευτικά σχήματα, να προσφέρει κάποια δήθεν σαφή περιγράμματα κ.ο.κ., ωστόσο δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Οι στρατιωτικοί, αγράμματοι ή ημιεγγράμματοι, σεβόμενοι τους γραμματισμένους που ταυτόχρονα τους θεωρούν υποδεέστερους, μετέχουν, με τον τρόπο τους, στο γενικό πρόβλημα. Μετέχουν μέσα από τη διάχυση των ιδεών, τις μορφές εκπολιτισμού, που διαδίδονται με την Επανάσταση. Και, παράλληλα, αποκτούν τις ίδιες οικονομικές βάσεις με τους προύχοντες. Ας διαβάσουμε τις σελίδες που αφιερώνει ο Κασομούλης στον Στουρνάρη: ο ομόλογός του προύχοντας δεν τον αποκαλούσε «καπετάν», αλλά «κυρ», επειδή οι κύριοι είχαν την οικονομική βάση, όπως ο Στουρνάρης, ο οποίος απέκτησε μεγάλη ιδιοκτησία και κοπάδια. Το ίδιο συνέβη με τον Βαρνακιώτη. Αυτή η κοινή οικονομική βάση μπορούσε να οδηγήσει σε κοινές οικονομικές συμπεριφορές με το προυχοντικό οικονομικό στρώμα, το οποίο τελικά έγινε ταξικό. Την ταξικότητα αυτή την εκφράζει με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του.
Υπήρχε αυτή η σύγκλιση, πράγμα που υποδεικνύει και τo consensus, τη γενική συναίνεση, η οποία αποτελούνταν από επιμέρους συναινέσεις. Βέβαια, υπάρχουν διαφορετικοί προσανατολισμοί: προς την ομόδοξη Ρωσία, προς τη Γαλλία και τη Βρετανία — ας σημειώσουμε εδώ το παράδοξο των ρωσόφιλων, που θεωρούν ότι πρέπει να γίνουν πλέον αγγλόφιλοι, επειδή η Αγγλία είναι η πλέον προοδευμένη και συγχρόνως ισχυρή δύναμη. Ο Φωτάκος τα δείχνει αυτά πολύ ωραία.
Δεν είναι ενιαία τα πράγματα, είναι ένα πολύπλεγμα. Και είναι ένα πολύπλεγμα, επειδή μια εθνική επανάσταση ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική επανάσταση. Η ταξικότητα ενέχεται, διότι έχουν συγκροτηθεί οι συλλογικότητες εκείνες οι οποίες γίνονται τάξεις, όχι καθ’ εαυτές πλέον, αλλά δι’ εαυτές, μέσω του πολιτικού, μέσω του ερωτήματος πώς θα ασκήσουν την εξουσία.
Επιστρέφοντας στο σήμερα, από όπου και ξεκινήσαμε, θα σας θέσουμε ξανά το ερώτημα της επικαιροποίησης του 1821.
H επικαιροποίηση του 1821 έχει μία και μόνη σοβαρή διάσταση, η οποία αποκλείει τις εξυμνήσεις των ηρώων και των ηρωικών πράξεων. Και αυτή είναι η εθνικοποίηση της ταξικότητας. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα διηνεκές και υπερκείμενο φαινόμενο, της επίκλησης των εθνικών αξιών, επίκληση η οποία συνοδεύεται από πράξεις ή υποταγές, καταναγκασμούς που οδηγούν στην κατάλυση της εθνικής ανεξαρτησίας. Και ας δούμε, στο κεφάλαιο αυτό, για ποιες αιτίες περάσαμε από τις στρατιωτικές κατοχές στις οικονομικές κατοχές.
Τι σημαίνει εθνικοποίηση του ταξικού λοιπόν; Σήμερα, και όχι μόνο στη χώρα μας, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διεύρυνση των υποτελών τάξεων. Παλιότερα μιλάγαμε για τους «ασπρογιακάδες», οι οποίοι ενσωματώνονταν στο προλεταριάτο. Σήμερα έχουμε κατάργηση της μικροαστικής και της μεσαίας αστικής τάξης, η οποία αποτελούσε το συστατικό στοιχείο της όλης εθνικής συνοχής. Δεν γίνονται προλετάριοι· γίνονται, απλούστατα, φτωχοί. Φτάνουμε σε μορφές της γενικής αποπτώχευσης, τις οποίες έχει γνωρίσει και άλλοτε η Ιστορία. Επόμενο είναι η διευρυμένη αυτή υποτελής τάξη να γίνεται υποκείμενο πολιτικής και συνάμα κοινωνικής στρατηγικής.
Λέγεται πως οι δρόμοι είναι δύο, ο διεθνικός και ο εθνικός. Νομίζω ότι οι δύο αυτοί δρόμοι συμπίπτουν εν πολλοίς. Η ιστορία των επαναστάσεων δείχνει ότι έχουν μια εδαφικότητα που συμπίπτει με το υπάρχον ή δυνάμει έθνος. Δεν αντίκειται το γενικό στο ειδικό φαινόμενο. Συνεπώς, σήμερα μια αντι-εθνική (και δεν εννοώ αντιεθνικιστική) ρητορεία είναι επιβλαβής γι’ αυτό το διαφοροποιητικό εργαλείο που είναι η εθνικοποίηση της ταξικότητας.
Τι σημαίνει εθνικοποίηση; Σημαίνει ότι το σύνολο των αξιών που αποτελούσαν τη γενική συναίνεση τώρα επιμερίζεται και η μεγάλη πλειοψηφία, η πλειοψηφία που έχει μπει στη διαδικασία της αποπτώχευσης, θα μπορούσε να ανασηματοδοτήσει την έννοια της ταξικότητας. Σε ποιον θα ανήκε δυνατολογικώς ο ρόλος αυτός; Σε αυτό που αποκαλούμε Αριστερά.
Ας δεχτούμε τον χαρακτηρισμό που προέρχεται από αντιαριστερές εστίες: μιλάνε για τη «μαρξιστική Αριστερά». Ας είμαστε πιο μετριοπαθείς, ας μιλήσουμε για μια μαρξικογενή Αριστερά, η οποία κατάφερε να γίνει εθνική Αριστερά, και η οποία εκφράστηκε με το ΕΑΜ. Έχει σημασία ότι το είπαν ΕΑΜ, Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, και όχι ΛΑΜ, Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Λαϊκό χαρακτήρισαν τον στρατό, δηλαδή την αιχμή του δόρατος. Και αυτός ο λαϊκός στρατός δεν ήταν ταξικός αλλά πατριωτικός στρατός.
Επιτρέψτε μου εδώ μια παρέκβαση. Δεν συμφωνώ ότι ο αγώνας ήταν αντιφασιστικός. Ο πόλεμος στην Αλβανία ήταν πατριωτικός. Ο πόλεμος γίνεται αντιφασιστικός στη διάρκεια της Αντίστασης, όταν η Αντίσταση –μιλάω για την αριστερή Αντίσταση, και ένα μέρος της δεξιάς, όπως ο Πυρομάγλου– ενέχει κοινωνικά αιτούμενα. Ούτε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σε όλη του διάρκεια ήταν αντιφασιστικός. Ήταν βέβαια ένας πόλεμος εναντίον των επιτιθέμενων δυνάμεων, που ήταν οι φασιστικές και οι ναζιστικές, αλλά από ένα σημείο και ύστερα σταμάτησε να είναι αντιναζιστικός — από τη στιγμή που προδιαγραφόταν η τελική νίκη.
 Τελειώνοντας, πώς πιστεύετε λοιπόν ότι μπορεί να χρησιμεύσει σήμερα η ιστορική αναλογία;
Αν εκκρεμεί μια αξιοδότηση της ιστορικής αναλογίας –και με αυτό θα ήθελα να τελειώσω–, της ανάκλησης του παρελθόντος, αυτή θα πρέπει να απαντήσει στο τρέχον, κυρίαρχο φαινόμενο της αποπτώχευσης. Παλιότερα (μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980), γινόταν λόγος για τις κοινωνίες των 2/3: τα 2/3 ήταν οι εύποροι, το 1/3 οι φτωχοί, και η αναλογία αυτή ίσχυε για τις υπανάπτυκτες και τις υπό ανάπτυξη χώρες. Σήμερα έχουμε μια αντιστροφή: μπορούμε να μιλήσουμε πάλι για κοινωνίες των 2/3, με τη διαφορά ότι τα 2/3 είναι οι φτωχοί, αυτοί που βρίσκονται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας — και αυτό ισχύει και για τις ανεπτυγμένες χώρες. Η ανάπτυξη οδήγησε στην υπανάπτυξη.
Αυτά τα βαριά προβλήματα δεν λύνονται βεβαίως από τους λογιστές που παριστάνουν τους οικονομολόγους και λένε, λ.χ., να μείνουμε οι άνθρωποι χωρίς δουλειά, να απολύσουμε 150.000 υπαλλήλους, να κουτσουρέψουμε τους μισθούς, να μην ελέγχουμε την κίνηση των τιμών. Και, για να μην ξεχνάμε τις διαφωτιστικές πλευρές της Επανάστασης του Εικοσιένα, υπάρχει σήμερα το θέμα της ανασηματοδότησης του φωτισμού των ανθρώπων, το πρόβλημα της ανάδυσης και ανάδειξης συνειδήσεων, πράγμα που σημαίνει αποφενακισμό και δημιουργία μιας κοινωνικής ηθικής αντίστοιχης με τα σύγχρονα προβλήματα.

πόσοι μας διάβασαν: