Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Ε-Ιστορικά για την Οκτωβριανή Επανάσταση

 Σάββατο 8 Οκτωβρίου, Ε-Ιστορικά για την Οκτωβριανή Επανάσταση



- Εισαγωγή. Κ. Παλούκης, Κοινωνικά, πολιτικά, στρατιωτικά δεδομένα της επανάστασης.
- Ανασκόπηση. Γ. Μαργαρίτης, Δράση και αντίδραση. Από τη νίκη, στον εμφύλιο και την Κρονστάνδη.
- Γ. Σκαλιδάκης, Νικητές και ηττημένοι της επανάστασης. Η πρόσληψη των γεγονότων από τους πρωταγωνιστές.
- Σ. Μαρκέτος, Η σημερινή παρακαταθήκη της ρωσσικής επανάστασης.
- Α. Δάγκας, Ιδεολογικές χρήσεις της δημοκρατίας και της επανάστασης.
- Costanzo Preve, Η Οκτωβριανή Επανάσταση. Ένα σχόλιο.

H Ιστορική διάσταση της Οχτωβριανής

Από τον Δημήτρη Καζάκη

Τι ήταν η Οκτωβριανή; Γνωρίζουμε πραγματικά το τι συνέβη και το πως κατόρθωσαν οι μπολσεβίκοι να πάρουν την εξουσία; Το ερώτημα αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς, αν και διαλαλούν την αφοσίωσή τους στο διαλεκτικό υλισμό, την πίστη τους στο παράδειγμα των μπολσεβίκων, έχουμε οικοδομήσει τη δική μας μυθολογία που συνηθίζουμε να αντιπαραθέτουμε στη μυθολογία των αντιπάλων και των συκοφαντών του μεγάλου Οχτώβρη.

Ο πιο συνηθισμένος μύθος είναι εκείνος που αντιλαμβάνεται την Οχτωβριανή ως μια συνειδητή επανάσταση του προλεταριάτου σε αντίθεση με την αυθόρμητη εξέγερση των μαζών το Φλεβάρη του 1917.
Η Οχτωβριανή υποτίθεται ότι ήταν μια επανάσταση που οργανώθηκε από τους μπολσεβίκους, γεννήθηκε από το κεφάλι του Λένιν όπως περίπου η Αθηνά από το κεφάλι του Δία, σε αντίθεση με την επανάσταση του Φλεβάρη που αποτελούσε μια πηγαία έκρηξη των λαϊκών στρωμάτων δίχως καθοδήγηση και οργανωτικό πλαίσιο. Κι επομένως η Οχτωβριανή ήταν μια καθαρά σοσιαλιστική επανάσταση σε αντίθεση με την επανάσταση του Φλεβάρη, που υποτίθεται ότι ήταν αστικοδημοκρατική.

Στην πραγματικότητα ο Φλεβάρης και ο Οκτώβρης δεν διαφέρουν ως προς το χαρακτήρα τους. Πρόκειται για μια επανάσταση που ξεκίνησε με την ανατροπή του τσαρισμού το Φλεβάρη του 1917 και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβρη με την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους στο όνομα των σοβιέτ. Δεν υπήρξαν δυο επαναστάσεις, ή δυο διαφορετικά στάδια της επανάστασης, αλλά μια ενιαία επαναστατική διαδικασία. Η επανάσταση που ξέσπασε το Φλεβάρη μπορούσε να λήξει μόνο με δυο τρόπους, είτε με την ολοκληρωτική επικράτηση της αντεπανάστασης, είτε με τη νίκη των επαναστατημένων μαζών και την επιβολή των σοβιέτ. Τρίτος δρόμος δεν υπήρχε. Στην επανάσταση που ξέσπασε το Φλεβάρη του 1917 δεν μπορούσε να δοθεί καμιά αστικοδημοκρατική λύση. Από την αρχή ως το τέλος επιβεβαίωνε την παλιά εκτίμηση του Λένιν ότι «η νίκη της αστικής επανάστασης δεν είναι δυνατή σε μας σαν νίκη της αστικής τάξης»[1].

Με μόνο μια πολύ σημαντική διαφορά, η επανάσταση του Φλεβάρη δεν ήταν μια «αστική επανάσταση».
Η αστική τάξη στη Ρωσία δεν μπορούσε να παίξει κανένα αυτοτελή ιστορικό ρόλο. Ήταν στενά δεμένη με την απολυταρχία στη βάση της οργανικής εξάρτησης του Ρωσικού καπιταλισμού από το ξένο χρηματιστικό κεφάλαιο, κυρίως το αγγλογαλλικό. Γι’ αυτό και η ανατροπή του τσαρισμού από την επανάσταση οδήγησε αναγκαστικά σε βαθιά κρίση και την ίδια την αστική τάξη, η οποία αδυνατούσε ταξικά να υλοποιήσει τα «αστικοδημοκρατικά» της καθήκοντα. Ένας από τους ηγέτες του προοδευτικού μπλοκ, δηλαδή της συμμαχίας των αστικών πολιτικών κομμάτων που κυριαρχούσε στην τσαρική Δούμα, ο Βασίλι Σαλγκίν, απέδιδε την κατάσταση των αστών πολιτικών τις παραμονές της επανάστασης του Φλεβάρη ως εξής: «Οι σύντροφοί μου στο μπλοκ και εγώ είχαμε γεννηθεί και ανατραφεί υπό την προστασία των ηγεμόνων, για να τους επαινούμε ή για να τους επικρίνουμε. Σε έσχατη ανάγκη, θα μπορούσαμε εύκολα να μετακινηθούμε από τα έδρανα των βουλευτών στους θώκους των υπουργών, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα μας προστάτευε η Αυτοκρατορική Φρουρά. Όμως μπροστά στην πιθανή πτώση του καθεστώτος, μπροστά στο αχανές βάραθρο, τα κεφάλια μας γύριζαν και οι καρδιές μας έτρεμαν.»[2]


Η πάλη για τη δημοκρατία είχε πάψει προ πολλού να αποτελεί προνομιακό πεδίο για την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης και ως εκ τούτου είχε αναχθεί σε κορυφαίο μεταβατικό αίτημα της προλεταριακής επανάστασης. Τα παλιά λεγόμενα αστικοδημοκρατικά αιτήματα μπορούσαν να υλοποιηθούν μόνο από τις επαναστατημένες λαϊκές μάζες με επικεφαλής το προλεταριάτο. Κι επομένως η κατάκτηση της δημοκρατίας από τις μάζες αποτελούσε αναγκαστικά το πρελούδιο της προλεταριακής εξουσίας, το προοίμιο του σοσιαλισμού.
Αυτό όμως δεν ήταν κάτι κατακτημένο στη σκέψη και τη δράση της σοσιαλδημοκρατίας, ακόμη και της επαναστατικής. Για τη σοσιαλδημοκρατία της εποχής η πάλη για τη δημοκρατία δεν μπορούσε να υπερβεί την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης. Γι’ αυτό και είχε νόημα μόνο στα πλαίσια του αστικού συστήματος. Την άποψη αυτή την συμμερίζονταν και οι πολλοί της αριστεράς, γι’ αυτό και έφτασαν στο σημείο να αρνηθούν την πάλη για τη δημοκρατία, για τα δημοκρατικά αιτήματα, ειδικά την εποχή της κυριαρχίας του μονοπωλίου, διότι πολύ απλά σε συνθήκες ιμπεριαλισμού αφενός η δημοκρατία ήταν απραγματοποίητη και αφετέρου η σοσιαλιστική επανάσταση έμπαινε η ημερήσια διάταξη. Ο Λένιν ήδη από την αρχή του πολέμου είχε απορρίψει τη λογική αυτή και θεωρούσε ότι ακριβώς επειδή ο ιμπεριαλισμός και το μονοπώλιο δεν συμβιβάζονται με τη δημοκρατία, η πάλη γι’ αυτήν, η πάλη για τα δημοκρατικά αιτήματα, όχι μόνο γίνεται επίκαιρη και άμεση παρά ποτέ, αλλά μπορεί να υπερβεί τα αστικά πλαίσια, μπορεί να ανοίξει το δρόμο για την προλεταριακή επανάσταση, για το σοσιαλισμό. «Θα ήταν βασικό λάθος» προειδοποιούσε ο Λένιν τους συντρόφους του «να νομιστεί ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία μπορεί ν’ αποσπάσει το προλεταριάτο από τη σοσιαλιστική επανάσταση ή να τη φέρει σε δεύτερη μοίρα, να την επισκιάσει, κτλ. Αντίθετα, όπως δεν είναι δυνατό να υπάρξει νικηφόρος σοσιαλισμός που δεν πραγματοποιεί την πλήρη δημοκρατία, έτσι δεν μπορεί να προετοιμαστεί για τη νίκη ενάντια στην αστική τάξη το προλεταριάτο που δεν διεξάγει ολόπλευρο, συνεπή και επαναστατικό αγώνα για τη δημοκρατία.»[3]

Αυτό ακριβώς επιβεβαίωσε και η επανάσταση του 1917. Τα αιτήματα του Φλεβάρη ήταν καθαρά δημοκρατικά, ήταν αυτά που θα μπορούσε κανείς σε άλλες ιστορικές εποχές να χαρακτηρίσει ως αστικοδημοκρατικά. Ειρήνη-ψωμί-γη ήταν το κεντρικό σύνθημα των επαναστατημένων μαζών. Με τα ίδια ακριβώς αιτήματα έγινε η Οκτωβριανή και με βάση αυτά εδραιώθηκε η σοβιετική εξουσία. Πρόκειται για αστικοδημοκρατικά αιτήματα που όχι μόνο δεν μπορούσε να τα ικανοποιήσει η αστική τάξη, αλλά η ίδια η ικανοποίησή τους οδηγούσε πολύ πέρα από τα αστικά πλαίσια, προϋπέθεταν την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Κι αυτή η ιδιαίτερη σημασία της πάλης για τη δημοκρατία αποτελεί ένα από τα πιο πολύτιμα διδάγματα για την ταξική πάλη της εργατικής τάξης σήμερα.
Η επανάσταση το Φλεβάρη συνέτριψε με μιας την κυριαρχία του τσαρισμού και ανέδειξε στη θέση της όχι κάποια μορφή κοινοβουλευτισμού, αλλά ένα νέο τύπο διακυβέρνησης, τα σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών. Έτσι το πρόβλημα της δημοκρατίας που αποτελούσε το περιεχόμενο της επανάστασης, τέθηκε από τις ίδιες τις μάζες σε νέες βάσεις, όχι στη βάση της κατάκτησης μιας φιλελεύθερης τυπικής δημοκρατίας, όπως συνέβαινε ιστορικά με τις αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις,  αλλά στη βάση μιας νέου τύπου εξουσίας, της δικής τους εξουσίας, η οποία εξαρτάται άμεσα από τις διαθέσεις τους και κυριαρχείται από τα δικά τους ταξικά συμφέροντα, τις δικές τους άμεσες απαιτήσεις και ζωτικές ανάγκες. Γι’ αυτό και με την ίδρυση των σοβιέτ οι μάζες ανέδειξαν στην ηγεσία της επανάστασης τα δικά τους κόμματα, τους σοσιαλδημοκράτες και τους εσέρους, που αντιπροσώπευαν τους εργάτες και τους αγρότες. Ανέδειξαν δηλαδή εκείνα τα κόμματα που για χρόνια διακήρυτταν την ανάγκη ανατροπής του τσαρισμού, περιλάμβαναν τα άμεσα αιτήματα των μαζών στα κομματικά τους προγράμματα και είχαν σταλεί στη φυλακή και την εξορία γιατί αντιτάχτηκαν στον καταστροφικό πόλεμο που στο πλευρό της Αντάντ διεξήγαγε η απολυταρχία. Οι αστικές και σοσιαλπατριωτικές δυνάμεις της Ρωσίας έχασαν από την αρχή κάθε επαφή με τις μάζες, κάθε επιρροή στο λαό. Καμιά αστική κυβέρνηση δεν μπορούσε να σταθεί στην επαναστατημένη Ρωσία.
Ο πρωταγωνιστής της επανάστασης ήταν από την αρχή ως το τέλος η ίδια η μεγάλη μάζα του εργαζόμενου λαού που είχε τεθεί σε κίνηση και στάθηκε αδύνατο να αναχαιτισθεί ή να τεθεί υπό τον έλεγχο των προσωρινών κυβερνήσεων και του συνασπισμού των μετριοπαθών σοσιαλιστικών κομμάτων. Η Οχτωβριανή θα ξεσπούσε αναγκαστικά με ή χωρίς τους μπολσεβίκους, ανεξάρτητα από το ποια μορφή θα έπαιρνε ή από το ποια θα ήταν η τελική της κατάληξη, γιατί αυτό απαιτούσαν οι διαθέσεις και οι ανάγκες των πλατύτερων μαζών.

Όμως τα σοσιαλιστικά κόμματα που βρέθηκαν στην ηγεσία των σοβιέτ αμέσως μετά το Φλεβάρη παγιδεύτηκαν στην αντίληψη ότι η επανάσταση ήταν αστικοδημοκρατική. Έτσι ήξερε να διαβάζει ένας συνεπής μαρξιστής εκείνη την εποχή μια επανάσταση όπου κυριαρχούν τα δημοκρατικά αιτήματα. Κι αυτή την άποψη την συμμερίζονταν στην αρχή ακόμη και οι μπολσεβίκοι. Εκείνοι όμως που ήξεραν καλύτερα από όλους το γεγονός ότι η επανάσταση του Φλεβάρη δεν είχε αστικό χαρακτήρα, δεν μπορούσε να σταματήσει με την ανατροπή του τσαρισμού, ήταν η ίδια η αστική τάξη και οι εκπρόσωποί της. Ο Γκούσταβ Βέλτερ, που προερχόταν από τις τάξεις των Ρώσων γιούνγκερ και έζησε από πρώτο χέρι την επανάσταση του Φλεβάρη και του Οκτώβρη ως πολιτικός αναλυτής της Γαλλικής πρεσβείας στην Πετρούπολη, έγραφε χαρακτηριστικά: «Ανάμεσα στα γεγονότα του Φεβρουαρίου και στα γεγονότα του Οχτωβρίου δεν υπάρχει λύση συνέχειας αλλ’ αντίθετα φυσική και λογική συνέπεια: η πορεία προς τ’ αριστερά άρχισε από την πρώτη κιόλας ημέρα της επανάστασης – με τη δημιουργία του Σοβιέτ – και συνεχίστηκε αδιάκοπα, αν όχι και ταχτικά, ίσαμε τις 25 Οχτωβρίου. Η ρωσική επανάσταση αρχίζει το Φεβρουάριο του 1917 και είναι μια και μόνη.»[4]

Ο Μιλιούκοφ, ένας από τους κατεξοχήν εκπροσώπους της αστικής τάξης στη Ρωσία και ηγέτης των καντέ, τόνιζε κατά τη διάρκεια ενός λόγου του αμέσως μετά την επανάσταση του Φλεβάρη: «Τα σοσιαλιστικά κόμματα σήμερα έχουν μια πιο ευφυή άποψη των καθηκόντων στη ζωή της Ρωσίας, φαίνεται ότι έχουν αφομοιώσει πολλά από τα μαθήματα του παρελθόντος και αποδέχονται ως αξίωμα την άποψη ότι η Ρωσική επανάσταση, όπως όλες οι επαναστάσεις του παρελθόντος και του παρόντος, δεν μπορούν να οδηγήσουν στη νίκη του σοσιαλισμού και του σοσιαλιστικού συστήματος, ότι αυτή η επανάσταση είναι πρωταρχικά μια πολιτική επανάσταση και για να χρησιμοποιήσω την ορολογία τους, μια αστική επανάσταση… και με κανένα τρόπο δεν κατευθύνεται προς μια άμεση επικράτηση του σοσιαλισμού.»[5] Την εποχή εκείνη οι τυπικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης εμφανίζονταν ως οι πιο πούροι και ορθόδοξοι μαρξιστές.
Για τους σοσιαλδημοκράτες της εποχής το πράγμα ήταν εξαιρετικά απλό: στο βαθμό που η επανάσταση είχε δημοκρατικά αιτήματα δεν μπορούσε παρά να έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα και ορίζοντα. Μόνο καθαρά σοσιαλιστικά αιτήματα μπορεί να έχει μια προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση. Και γι’ αυτά τα σοσιαλιστικά αιτήματα δεν ήταν ακόμη έτοιμη η εργατική τάξη, ούτε ώριμη η χώρα. Οπότε η πιθανότητα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης υπό την ηγεσία του προλεταριάτου ήταν έξω από κάθε σοβαρή μαρξιστική λογική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της Ρωσίας το μόνο που μπορούσαν να κάνουν τα σοβιέτ ήταν να ασκήσουν ένα είδος επαναστατικής αντιπολίτευσης, να λειτουργήσουν ως μοχλός πίεσης στην αστική τάξη και τις προσωρινές της κυβερνήσεις για να πετύχουν καλύτερες θέσεις για την εργατική τάξη και την αγροτιά.

Γι’ αυτό και το βασικό μέλημα των σοσιαλιστικών επαναστατικών κομμάτων ήταν το πώς θα αποφευχθούν οι ακρότητες της επανάστασης, το πώς από τα πάνω θα ελεχθούν οι μάζες, πως θα συγκρατηθούν για να μην κάνουν του κεφαλιού τους. Όλη η αγωνία τους ήταν το πώς η εικονική, η φανταστική επανάσταση που είχαν κατασκευάσει στο μυαλό τους με όλους τους κανόνες της θεωρίας θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί ακόμη κι αν σήμαινε το θάνατο της πραγματικής επανάστασης. Αυτός ήταν κι ο λόγος που αντιμετώπιζαν ως μεγαλύτερο εχθρό τους, χειρότερο ακόμη και από τον ταξικό αντίπαλο, όποιον τολμούσε να υποκαταστήσει τα όμορφα σχήματά τους με την πραγματική δυναμική της επανάστασης.

Όταν ο Πλεχάνοφ έμαθε για την ανατροπή της προσωρινής κυβέρνησης τον Οκτώβρη του ’17 απεύθυνε ένα ανοικτό γράμμα στους εργάτες της Πετρούπολης, όπου ανάμεσα στα άλλα τους έλεγε: «Τα γεγονότα των τελευταίων λίγων ημερών με στεναχώρησαν, όχι γιατί δεν θέλω τον θρίαμβο της εργατικής τάξης στη Ρωσία, αλλά ακριβώς γιατί τον επιθυμώ με όλη μου την καρδιά… Πρέπει να θυμηθούμε τα σπουδαία λόγια του Ένγκελς ότι δεν υπάρχει κανένα μεγαλύτερο ιστορικό δυστύχημα για την εργατική τάξη από το να πάρει την πολιτική εξουσία όταν δεν είναι ακόμη έτοιμη γι’ αυτήν.»[6] Και πως ακριβώς μετράμε το πότε θα είναι έτοιμη; Με κατάλληλο επαναστατικό θερμόμετρο ή με μανόμετρο ακριβείας; Ο Πλεχάνοφ και οι περισσότεροι μαρξιστές της εποχής χρησιμοποιούσαν ως τέτοιο μέτρο το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και του πολιτισμού μιας χώρας. Κι ενώ αναλώνονταν να μετρούν και να ξαναμετρούν την επανάσταση με τους διαβήτες και τα μοιρογνωμόνια του μαρξισμού τους, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι αγωνίζονταν να διδαχτούν από τις ίδιες τις μάζες, από τη δυναμική της ίδιας της ταξικής πάλης όπως εξελισσόταν όχι μόνο μέσα στη Ρωσία, αλλά και παγκόσμια. Αυτό ήταν το μυστικό του επαναστατικού μαρξισμού των μπολσεβίκων, της επαναστατικής ιδιοφυίας του Λένιν και όχι η άτεγκτη προσήλωσή τους στα κλασικά σχήματα της θεωρίας.
Οι απόψεις που μιλούν για δυο επαναστάσεις και διαχωρίζουν το Φλεβάρη από τον Οκτώβρη συγχέουν την επανάσταση με την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα. Ταυτίζουν τη διαδικασία της επανάστασης μόνο με την πράξη της ανατροπής ή της κατάληψης της εξουσίας. Η επανάσταση και μάλιστα η προλεταριακή δεν είναι μια εκ παρατάξεως αναμέτρηση ανάμεσα σε δυο στρατούς με τελικό έπαθλο την εξουσία, δεν είναι μια μεγάλη καίρια μάχη ανάμεσα σε δυο πλευρές ξεκάθαρα οριοθετημένες, όπου από την μια βρίσκονται όλοι όσοι τάσσονται με τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό ενώ από την άλλη, κάτω από το λάβαρο της δικτατορίας του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού, βρίσκεται παραταγμένος σε σχηματισμό μάχης ο στρατός της επανάστασης με επικεφαλής την πρωτοπορία, το κόμμα. Όποιος νομίζει ότι υπήρξαν, υπάρχουν ή ότι μπορεί να υπάρξουν τέτοιες «καθαρές» επαναστάσεις, απλά ζει στον κόσμο του. «Όποιος περιμένει», έγραφε ο Λένιν, «μια ‘καθαρή’ κοινωνική επανάσταση, δεν θα τη δει ποτέ του. Αυτός είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει επανάσταση.»[7]
Η επανάσταση ξεκινά με μια έκρηξη της μαζικής πάλης των πολύ πλατιών στρωμάτων και όχι απλά των πιο συνειδητών, των πιο μαχητικών τμημάτων της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. Πρόκειται για τη μαζική κινητοποίηση της πλειοψηφίας του λαού που συσπειρωμένη γύρω από τα δικά της άμεσα ζωτικά αιτήματα, τα πιο κρίσιμα για την επιβίωσή της στη συγκεκριμένη συγκυρία, είναι αποφασισμένη να μην αφήσει καμιά κατεστημένη εξουσία να σταθεί εμπόδιο στην ικανοποίησή τους. Το ποια θα είναι η κατάληξη της επανάστασης, το ποια θα είναι η τελική της πράξη, το πώς θα κριθεί η πάλη για την εξουσία, εξαρτάται άμεσα από το ποια κοινωνικο-πολιτική δύναμη θα δεθεί με τις μάζες, θα εκφράσει την ενότητά τους στη δράση και θα αναδειχθεί ως ο πιο συνεπής εκπρόσωπος της πάλης για την ικανοποίηση των άμεσων αιτημάτων της έως το τέλος, έως την τελική μάχη. Στην πραγματική ζωή η επανάσταση ξεκινά, όπως έγραφε ο Ένγκελς, «με τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού σε κοινό μέτωπο με τα επίσημα κόμματα ενάντια στην κυβέρνηση, η οποία μ’ αυτόν τον τρόπο απομονώνεται και ανατρέπεται. Αφού όσα από τα επίσημα κόμματα υπάρχουν ακόμη και έχουν επιφέρει αμοιβαία, συλλογικά και με επιτυχία τη δική τους καταστροφή, μόνο τότε επέρχεται… ο μεγάλος διχασμός και μαζί του η ευκαιρία για τη δική μας επικράτηση.»[8]
Αυτό συνέβη και στην επανάσταση του 1917 στη Ρωσία. Η περίοδος από το Φλεβάρη έως τον Οκτώβρη χαρακτηρίστηκε από την ολοκληρωτική απαξίωση όλων των κομμάτων που βρέθηκαν αμέσως μετά την ανατροπή του τσαρισμού στην ηγεσία της νέας κατάστασης. Η αφοσίωση τους στο μαρξισμό, στο σοσιαλισμό και την επανάσταση δεν απέτρεψε τον ταξικό και πολιτικό εκφυλισμό τους, ούτε την πλήρη αποξένωσή τους από τις επαναστατημένες μάζες του Ρωσικού λαού. Μέσα από αυτή την ολοκληρωτική απαξίωση και τον εκφυλισμό των επαναστατικών και σοσιαλιστικών κομμάτων, μόνο οι μπολσεβίκοι κατόρθωσαν να εκφράσουν τις επαναστατικές διαθέσεις των μαζών. Κι αυτό δεν συνέβη γιατί οι μπολσεβίκοι είχαν τις καλύτερες αναλύσεις, ούτε γιατί ήταν αλάνθαστοι, ή γιατί ήταν πιο επαναστάτες από όλους, αλλά γιατί είχαν δεθεί με τις μάζες, είχαν γίνει ένα μ’ αυτές και έτσι, όπως έλεγε ο μενσεβίκος Σουχάνοφ, οι ίδιες «οι μάζες διοχέτευαν ζωή και νεύρο στο Μπολσεβίκικο Κόμμα. Αυτές αναπτύσσονταν μαζί του και αυτό αναπτυσσόταν μαζί τους.»[9]
Πως το πέτυχαν αυτό οι μπολσεβίκοι; Ο Σουχάνοφ αν και παθιασμένος αντίπαλος των μπολσεβίκων αποδίδει εύστοχα τον τρόπο: «Οι μπολσεβίκοι δούλευαν με πείσμα και δίχως να σταματούν. Βρισκόντουσαν μέσα στις μάζες, μέσα στα εργοστάσια κάθε μέρα χωρίς διάλειμμα. Δεκάδες ομιλητές, μικροί και μεγάλοι, μιλούσαν στην Πετρούπολη, στα εργοστάσια και τα στρατόπεδα, κάθε μέρα. Για τις μάζες είχαν γίνει οι δικοί τους άνθρωποι, γιατί βρίσκονταν πάντα εκεί, έπαιρναν την πρωτοβουλία για όλα από τις λεπτομέρειες έως τις πιο σπουδαίες υποθέσεις του εργοστασίου ή του στρατοπέδου. Είχαν γίνει η μοναδική ελπίδα… Η μάζα ζούσε και ανέπνεε μαζί με τους Μπολσεβίκους.»[10]
Αυτή ακριβώς η τόσο στενή σχέση τους με τις μάζες, η επιμονή τους να μένουν συντονισμένοι μ’ αυτές, διέσωσε τους μπολσεβίκους ακόμη κι όταν έκαναν λάθος εκτιμήσεις τακτικής. Όπως π.χ. όταν ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι μετά τα Ιουλιανά, όπου η προσωρινή κυβέρνηση χρησιμοποίησε το στρατό για την αιματηρή καταστολή των εργατών, κατέληξαν στην λανθασμένη εκτίμηση ότι τα σοβιέτ χρεοκόπησαν και ότι έπρεπε να αποσύρουν το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ».
Κανένα άλλο από τα επαναστατικά σοσιαλιστικά κόμματα δεν κατόρθωσε να δεθεί έτσι με τη μεγάλη μάζα, ούτε το επεδίωξε. Τους αρκούσε η αρτιότητα των θεωρητικών τους σχημάτων, η ακλόνητη πίστη τους στο σοσιαλισμό και την επανάσταση, η βαθιά πεποίθησή τους ότι είχαν απόλυτο δίκιο για το δρόμο που είχαν χαράξει, έστω κι αν δεν είχε αντίκρισμα στο λαό, έστω κι αν οι κινητοποιημένες μάζες, δηλαδή ο αληθινός φορέας της επανάστασης, τους γύριζαν την πλάτη και με πείσμα επέμεναν στο δικό τους τρόπο σκέψης και δράσης. Για όλους αυτούς ήταν αδιανόητο το γεγονός ότι έπρεπε να δεθούν με τις μάζες, να γίνουν ένα μ’ αυτές. Δεν ήταν αυτοί που έπρεπε να πάνε στις μάζες, αλλά οι μάζες έπρεπε να έρθουν σ’ αυτούς, να βγάλουν τα συμπεράσματά τους, να τους ακολουθούν αδιαμαρτύρητα γιατί αυτοί είναι οι μόνοι που ξέρουν το καλό τους και φυσικά να αναγνωρίσουν το αυτονόητο, ότι δεν μπορούν να υπάρχουν άλλοι φυσικοί ηγέτες και στρατηλάτες του λαού. Ακόμη κι όταν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι στρατηγοί, οι τόσο καλά καταρτισμένοι στα ζητήματα του θεωρίας, αυτοί που την αφοσίωσή τους στην προοπτική του σοσιαλισμού δεν τολμούσε κανείς να αμφισβητήσει, βρέθηκαν τελείως απομονωμένοι από τις μεγάλες μάζες και με τα κόμματά τους να έχουν μετατραπεί σε ερείπια και πάλι αδυνατούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Πως ήταν δυνατό να είχαν κάνει λάθος στις αναλύσεις τους, πως ήταν δυνατό να είχαν αποτύχει με τόσο ολέθριο τρόπο. Προφανώς οι μάζες φταίνε, που είναι τόσο καθυστερημένες, που δεν ξέρουν ποιο είναι το συμφέρον τους, που δεν βγάζουν τα αναγκαία συμπεράσματα, που είναι τόσο ευκολόπιστες ώστε να ακολουθούν οποιονδήποτε τους δίνει υποσχέσεις.
Μόνο οι μπολσεβίκοι δεν σκέφτονταν έτσι. Οι μπολσεβίκοι με πρώτο και καλύτερο τον Λένιν γνώριζαν πολύ καλά πως για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των μαζών δεν αρκούσε να έχουν τις καλύτερες αναλύσεις και τα πιο σωστά συνθήματα. Έπρεπε να πιάσουν το σφυγμό της μεγάλης μάζας, να συντονιστούν με το ρυθμό, τον τρόπο σκέψης και δράσης της πλειοψηφίας του λαού. Γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν μπορούσαν να περιχαρακωθούν στα δικά τους τείχη και να μείνουν στην καταγγελία των αντιπάλων τους, τονίζοντας απλά την διαφορετικότητά τους και περιμένοντας πότε με το καλό οι μάζες θα βγάλουν τα συμπεράσματά τους έτσι ώστε να έρθουν να τους βρουν και να τους ακολουθήσουν. Μια τέτοια ταχτική δεν ταίριαζε σε γνήσιους επαναστάτες, όπως ήταν οι μπολσεβίκοι, αλλά σε πολιτικές σέχτες που ενδιαφέρονται περισσότερο για την καθαρότητα των ιδεών και των προγραμμάτων τους παρά για το πραγματικό κίνημα της τάξης και του λαού.
Οι μπολσεβίκοι δεν μπορούσαν να περιμένουν ως άλλοι ιεχωβάδες το πότε θα αλλάξουν οι μάζες, έπρεπε επειγόντως να αλλάξουν αυτοί οι ίδιοι. Από ένα μικρό συνωμοτικό κόμμα της επανάστασης με κύριο σκοπό την προπαγάνδα στις τάξεις των εργατών, έπρεπε να μετατραπούν σ’ ένα μεγάλο μαζικό κόμμα της εργατικής τάξης, ταυτισμένο με την ίδια την εργατική τάξη. Κι αυτό το κατόρθωσαν οι μπολσεβίκοι γιατί αντί να επιχειρήσουν να επιβάλουν τις αντιλήψεις και τις θέσεις τους στον απλό κόσμο, υιοθέτησαν ανεπιφύλακτα τα πιο άμεσα ζωτικά αιτήματα της μεγάλης μάζας, τις διεκδικήσεις εκείνες που κινητοποιούσαν την πλειοψηφία του λαού και τις μετέτρεψαν σε αιχμή της πολιτικής τους, έστω κι αν από τη σκοπιά του κομματικού τους προγράμματος και του συνεπούς επαναστατικού μαρξισμού, όπως τον κατανοούσαν οι ίδιοι, τα αιτήματα αυτά δεν ήταν αρκούντως επαναστατικά ούτε σοσιαλιστικά.
Η μπολσεβίκικη ηγεσία δεν ήταν μια ελίτ στρατηγών της επανάστασης που σχεδίαζαν επί χάρτου και προέβλεπαν με ακρίβεια χιλιοστού κάθε επόμενο βήμα του κινήματος. Οι μπολσεβίκοι δεν ήταν μια κλειστή μονολιθική οργάνωση με σιδερένια πειθαρχία, ένα είδος επαναστατικού θρησκευτικού τάγματος, όπως πολλοί από τους μπολσεβίκους ηγέτες συνήθιζαν μετά τον εμφύλιο πόλεμο να χαρακτηρίζουν το κόμμα τους. Ένα μαζικό κόμμα που θέλει να εκφράζει αυθεντικά την εργατική τάξη στην καθημερινή πάλη δεν μπορεί να έχει κλειστά συνωμοτικά χαρακτηριστικά. Όταν ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία τον Απρίλη, οι απόψεις του – για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ – θεωρήθηκαν από την πλειοψηφία των άλλων μπολσεβίκων ότι δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα και προπαντός με τον μαρξισμό. Μάλιστα τον κατηγόρησαν ως οπαδό του Μπλανκί και του Μπακούνιν. Χρειάστηκαν αρκετές εβδομάδες σκληρών συγκρούσεων και αναμετρήσεων για να κυριαρχήσουν οι θέσεις του Λένιν. Κι αυτό επαναλήφθηκε σχεδόν για όλα τα σοβαρά ζητήματα θεωρίας και ταχτικής που προέκυψαν αυτή την περίοδο. Οι συγκρούσεις δεν έγιναν κρυφά, πίσω από κλειστές πόρτες, στο άβατο των κομματικών οργάνων, ούτε συνωμοτικά για να τηρούνται οι αναγκαίες ισορροπίες κορυφής, αλλά ανοιχτά, δημόσια, με όλο το κόμμα να εμπλέκεται ενεργά, μπροστά στο σύνολο της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. Δίχως αυτή την ελευθερία ζύμωσης σ’ όλα τα επίπεδα του κόμματος και για όλα τα ζητήματα της θεωρίας και της ταχτικής, οι μπολσεβίκοι θα ήταν αδύνατο να κατακτήσουν τις μάζες και να πετύχουν μια τέτοια συνειδητή ενότητα και πειθαρχία που θα τους χάριζε τη νίκη.
Αντί οι μπολσεβίκοι να κατασκευάσουν το δικό τους κίνημα με τους οπαδούς τους και όσους δέχονταν να τους ακολουθήσουν, έμαθαν να δουλεύουν εκεί που βρίσκεται η μεγάλη μάζα, να αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τις υπαρκτές μορφές οργάνωσης και δράσης που γεννούσε η ίδια η ζωή και η κινητοποίηση των πλατύτερων στρωμάτων της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. Ακόμη κι όταν οι μορφές αυτές ελέγχονταν πλήρως από δυνάμεις που ήθελαν να ξεπουλήσουν την επανάσταση και τον λαό στην αστική τάξη. Δεν σταμάτησαν ποτέ, ούτε καν την ώρα της κατάληψης της εξουσίας, να ασκούν την ευρύτερη δυνατή πολιτική συμμαχιών, να πασχίζουν για τη συγκρότηση ενός κοινού μετώπου όλων των πολιτικών δυνάμεων της επανάστασης ενάντια στον κοινό εχθρό, την αστική τάξη, τον ιμπεριαλισμό, τη μοναρχική αντεπανάσταση. Δεν σταμάτησαν να παλεύουν γι’ αυτό το κοινό μέτωπο ακόμη και την εποχή που οι ηγεσίες των μενσεβίκων και των εσέρων θεωρούσαν τους μπολσεβίκους ως τον κύριο εχθρό της επανάστασης και δεν δίσταζαν να υιοθετήσουν κάθε είδους κατασταλτικά μέτρα εναντίον τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το Σεπτέμβριο του 1917 απαντώντας ο Λένιν στην κινδυνολογία των αστών που ισχυρίζονταν ότι ένα κοινό μέτωπο των μενσεβίκων, εσέρων και μπολσεβίκων με σκοπό να περάσει η εξουσία στα σοβιέτ θα βύθιζε την χώρα σ’ έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, έγραφε: «Μια συμμαχία των μπολσεβίκων με τους εσέρους και τους μενσεβίκους ενάντια στους καντέτους, ενάντια στην αστική τάξη, δεν δοκιμάστηκε ακόμη. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, η συμμαχία αυτή δοκιμάστηκε μόνο σ’ ένα μέτωπο, μόνο για πέντε μέρες, …, τον καιρό του κορνιλοφισμού, και εξασφάλισε στο διάστημα αυτό απόλυτη νίκη κατά της αντεπανάστασης, που επιτεύχθηκε με ευκολία τέτοια που δεν είχε ακόμη γνωρίσει καμιά επανάσταση, κατάφερε μια τόσο συντριπτική ήττα στην αντεπανάσταση των αστών, των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, των συμμάχων-ιμπεριαλιστών και των καντέτων, ώστε… δεν έμεινε ούτε ίχνος εμφυλίου πολέμου»[11].
Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι δεν ήταν απλά θετικοί στην πιθανότητα ενός κοινού μετώπου ακόμη και με τα πιο δεξιά κόμματα της επανάστασης, αλλά την επεδίωκαν με κάθε τρόπο, την ήθελαν και έλπιζαν σ’ αυτή, γιατί, αφενός στερούσε την αντεπανάσταση από κάθε ουσιαστικό λαϊκό έρεισμα και αφετέρου θα επέτρεπε το πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ με ειρηνικό τρόπο. «Τα Σοβιέτ», έγραφε ο Λένιν στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1917, «παίρνοντας όλη την εξουσία, θα μπορούσαν ακόμη και τώρα… να εξασφαλίσουν την ειρηνική εξέλιξη της επανάστασης, την ειρηνική εκλογή των βουλευτών από το λαό, την ειρηνική πάλη των κομμάτων μέσα στα Σοβιέτ, τη δοκιμασία στην πράξη του προγράμματος των διαφόρων κομμάτων, το ειρηνικό πέρασμα της εξουσίας από τα χέρια ενός κόμματος στα χέρια του άλλου.»[12]
Όταν ο Λένιν μιλά για «ειρηνική εξέλιξη της επανάστασης» δεν εννοεί τη μη βίαιη, ούτε αντιδιαστέλει αυτή την ειρηνική εξέλιξη στην ένοπλη πάλη. Άλλωστε εγγυητής αυτής της ειρηνικής εξέλιξης ήταν η εξοπλισμένη εργατική τάξη, τα όπλα του λαού που χρησιμοποιήθηκαν ενάντια στην κορνιλοφική αντεπανάσταση. Το ειρηνικό πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ ήταν δυνατό γιατί βασιζόταν στις λόγχες του επαναστατημένου λαού. Ο Λένιν αντιπαραθέτει την «ειρηνική εξέλιξη της επανάστασης» στον ταξικό εμφύλιο πόλεμο, τον οποίο ούτε αναγκαίο τον θεωρεί, ούτε αναπόφευκτο – εκτός κι αν η εξουσία δεν περάσει άμεσα στα Σοβιέτ – ούτε επιθυμητό. Αντίθετα με βάση το συσχετισμό των ταξικών και πολιτικών δυνάμεων στις παραμονές της Οκτωβριανής, εκτιμούσε ότι η επανάσταση δεν θα μετατρεπόταν σε εμφύλιο πόλεμο. Κι αυτό όχι γιατί δεν θα υπήρχε αντίσταση της αστικής τάξης και της αντεπανάστασης. «Για να φτάσει όμως», όπως έγραφε ο ίδιος ο Λένιν, «η αντίσταση ως τον εμφύλιο πόλεμο, πρέπει να υπάρχουν ακόμη και κάποιες μάζες ικανές να πολεμήσουν και να νικήσουν τα Σοβιέτ. Η αστική τάξη δεν έχει τέτοιες μάζες και δεν έχει από πού να τις πάρει. Όσο πιο γρήγορα και πιο αποφασιστικά πάρουν τα Σοβιέτ όλη την εξουσία, τόσο πιο γρήγορα θα διασπαστούν και οι «άγριες μεραρχίες» και οι Κοζάκοι, θα διασπαστούν σε μια εντελώς μηδαμινή μειοψηφία συνειδητών κρονιλοφικών και σε μια τεράστια πλειοψηφία οπαδών της δημοκρατικής και σοσιαλιστικής… συμμαχίας των εργατών και των αγροτών.»[13]
Η ένοπλη ανατροπή της προσωρινής κυβέρνησης τον Οκτώβρη του 1917 και το πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ, δεν έδειξε ότι η «ειρηνική εξέλιξη της επανάστασης» ήταν πλέον αδύνατη, αντίθετα επιβεβαίωνε την εκτίμηση του Λένιν ότι η σοβιετική εξουσία δεν είχε ανάγκη τον εμφύλιο πόλεμο για να επιβληθεί. Η επιβολή της ήταν γρήγορη, σαρωτική και σχετικά αναίμακτη. Τους πρώτους μήνες της σοβιετικής εξουσίας η αστική τάξη, οι ιμπεριαλιστές και τα υπολείμματα του μοναρχισμού δεν ήταν σε θέση να μετατρέψουν την αντίστασή τους σε εξοντωτικό εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην επανάσταση. Ο Αμερικανός ιστορικός Φρέντερικ Σούμαν είχε απόλυτο δίκιο όταν παρατηρούσε: «Η Σοβιετική κυβέρνηση από το Νοέμβριο έως τον Ιούνιο του 1917-18, εγκαθιδρύθηκε και προώθησε το πρόγραμμά της με λιγότερη βία και λιγότερα θύματα από οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό επαναστατικό καθεστώς στα χρονικά της ανθρωπότητας.»[14] Υπήρξαν λιγότερα θύματα κατά την ανατροπή της προσωρινής κυβέρνησης τον Οκτώβρη από την ανατροπή του τσαρισμού με την εξέγερση του Φλεβάρη. Σε 73 πόλεις της Ρωσίας σε σύνολο 91, η σοβιετική εξουσία εγκαθιδρύθηκε χωρίς να πέσει ντουφεκιά. Τα σοβιέτ πήραν την εξουσία ακόμη και σε περιοχές όπου οι δυνάμεις των μπολσεβίκων ήταν ελάχιστες ή και ανύπαρκτες.
Τελικά όμως η σοβιετική εξουσία δεν μπόρεσε να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο, που ξεσπά το καλοκαίρι του 1918 και ερημώνει τη χώρα για τα επόμενα τρία χρόνια. Γιατί; Ήταν μοιραίο; Τι μεσολάβησε και μετέτρεψε την αντίσταση της αστικής τάξης, την αντίδραση της αντεπανάστασης, σε εμφύλιο πόλεμο; Που βρέθηκαν οι μάζες για να πολεμήσουν ενάντια στους μπολσεβίκους και τη σοβιετική εξουσία; Τι ήταν εκείνο που έστρεψε συγκεκριμένες μάζες, κυρίως αγροτικές, ενάντια στους μπολσεβίκους; Φταίνε μήπως οι ίδιες οι μάζες, που όπως ισχυρίζονται πολλοί ήταν καθυστερημένες και δεν καταλάβαιναν το καλό τους; Ή οφείλεται σε κάτι άλλο; Η προσεχτική μελέτη της ιστορίας αποδεικνύει κατά τη γνώμη μας ότι ο εμφύλιος πόλεμος ούτε μοιραίος ήταν, ούτε οφειλόταν πρωτίστως στην καθυστέρηση των μαζών, αλλά στο γεγονός ότι οι στενές σχέσεις των μπολσεβίκων με τα πολύ πλατιά στρώματα του λαού, που τους είχαν οδηγήσει στη νίκη και την εξουσία, είχαν κλονιστεί. Και για το γεγονός αυτό την πρώτη και κύρια ευθύνη την φέρουν οι ίδιοι οι μπολσεβίκοι. Όμως το πώς και το γιατί δεν μας επιτρέπει ο χρόνος αυτής της παρέμβασης να το αναλύσουμε.
 Ας ξαναγυρίσουμε λοιπόν στο αρχικό μας ερώτημα και ας κλείσουμε μ’ αυτό: Τι ήταν τελικά η Οχτωβριανή; Δεν ήταν απλά και μόνο μια μεγαλειώδης προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση, που άνοιξε το δρόμο για πρώτη φορά στην ιστορία της ταξικής πάλης να οικοδομηθεί μια νέου τύπου κοινωνία, να υπάρξουν κοινωνικές κατακτήσεις για τους απλούς ανθρώπους του μόχθου, που σήμερα μοιάζουν με όνειρα χειμερινής νυχτός, να δοκιμαστεί στην πράξη ο δρόμος προς το σοσιαλισμό και να προμηθεύσει με τέτοια πολύτιμη εμπειρία την εργατική τάξη και το κίνημά της ώστε να νιώθουμε σήμερα αρκετά σίγουροι ότι όταν οι συνθήκες αναγκάσουν τους καταπιεσμένους – και είναι σίγουρο ότι θα τους αναγκάσουν – να ανοίξουν ξανά το δρόμο προς το σοσιαλισμό, τα λάθη, οι αστοχίες και τα τραγικά αδιέξοδα του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν πρόκειται να επαναληφθούν.
Η Οκτωβριανή δεν ήταν μόνο μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση, αλλά και η πρώτη που στην ηγεσία της δεν βρισκόταν απλά η εργατική τάξη, αλλά και το δικό της μαζικό κόμμα απόλυτα ταυτισμένο με αυτήν, με τη ψυχολογία της, με τον τρόπο σκέψης και δράσης της. Ο Γκράμσι έγραφε το Δεκέμβρη του 1917 ότι η Οκτωβριανή ήταν μια «επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ»[15]. Στην πραγματικότητα ήταν μια επανάσταση ενάντια στην άτεγκτη μαρξιστική ορθοδοξία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας. Ήταν μια επανάσταση ενάντια στο Μαρξισμό των δογματικών κανόνων και των σιδερένιων νομοτελειών, ενάντια στο Μαρξισμό της ιδεολογικής καθαρότητας και των προκαθορισμένων σταδίων της κοινωνικής εξέλιξης. Ήταν μια επανάσταση που επέτρεπε την πιο τολμηρή και ολόπλευρη αναβίωση της επαναστατικής διαλεκτικής του επιστημονικού σοσιαλισμού, των πιο αυθεντικών θεωρητικών ενοράσεων του Καρλ Μαρξ.
Το γεγονός ότι η ιστορική πορεία της ΕΣΣΔ δεν δικαίωσε τη σπουδαία κληρονομιά της Οκτωβριανής, αλλά και το γεγονός ότι το κομμουνιστικό κίνημα δεν στάθηκε στο ύψος των διδαγμάτων του μεγάλου Οκτώβρη, εξηγεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την ταπεινωτική κατάληξη του υπαρκτού σοσιαλισμού και την ιστορική ήττα του κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε την Οκτωβριανή, τότε οφείλουμε να σταθούμε στο ύψος των διδαγμάτων της, που παραμένουν πάντα επίκαιρα και πολύτιμα.

[1] B. I. Λένιν, «Σχετικά με την Εκτίμηση της Ρώσικης Επανάστασης». Άπαντα, τ.17, σελ. 44.
[2] Β. Β. Σαλγκίν, Αναμνήσεις ενός μέλους της Δούμας 1906-1917, Νέα Υόρκη 1984, σελ. 290.
[3] Β. Ι. Λένιν, Η Σοσιαλιστική Επανάσταση και το Δικαίωμα Αυτοδιάθεσης των Εθνών. Άπαντα, τ. 27, σ. 257.
[4] Γκούσταβ Βέλτερ, Ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας, Αθήνα, 1945, σελ. 78.
[5] Αναφέρεται από τον Ρόι Μεντβέντεφ, Η Οκτωβριανή Επανάσταση, Λονδίνο, 1979, σελ. 69.
[6] Στο ίδιο, σελ. 70.
[7] Β. Ι. Λένιν, «Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση». Άπαντα, τ. 30, σελ. 54.
[8] Επιστολή του Ένγκελς στον Μπέμπελ, 28 Οκτωβρίου 1882. Μαρξ & Ένγκελς, Άπαντα, τ. 46, Νέα Υόρκη, 1992, σελ. 349-50.
[9] Ν. Ν. Σουχάνοφ, Η Ρωσική επανάσταση του 1917, Νέα Υόρκη, 1955, σελ. 490.
[10] Στο ίδιο, σελ. 529.
[11] Β. Ι. Λένιν, «Η ρωσική επανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος». Άπαντα, τ. 34, σελ. 222.
[12] Β. Ι. Λένιν, «Τα καθήκοντα της επανάστασης». Άπαντα, τ. 34, σελ. 238.
[13] Β. Ι. Λένιν, «Η ρωσική επανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος». Άπαντα, τ. 34, σελ. 223-24.
[14] Φρέντερικ Σούμαν, Η Ρωσία μετά το 1917, Νέα Υόρκη, 1957, σελ. 98-99.
[15] Αβάντι! 24 Δεκεμβρίου 1917.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Δακρυγόνα αέρια εις την Αστυνομία Πόλεων

Στις 12/2/1933 η εφημερίδα του μεσοπολέμου Ελεύθερος Άνθρωπος δημοσιεύει την πληροφορία ότι η αστυνομία πόλεων "εκσυγχρονίζεται" και εξασκείται στη χρήση των δακρυγόνων. Το 1933 είναι μια πολύ δύσκολη χρονιά για την ελληνική κοινωνία. Βρισκόμαστε λίγο μετά την χρεωκοπία της χώρας. Οι λαϊκές τάξεις έχουν βυθιστεί στη φτώχια, απεργίες και συγκρούσεις με την αστυνομία ξεσπούν, ενώ στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό η κυβέρνηση Βενιζέλου σχεδιάζει να επιβάλλει δικτατορία, σχέδιο που θα θέσει εφαρμογή την ημέρα των εκλόγών, όταν διαφαίνεται η νίκη των αντιπάλων. Η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα θα ανασχέσει αυτήν την πορεία.  Αλλά προσωρινά! Σύντομα οι ακραίοι των Λαϊκών θα αρχίσουν να υιοθετούν παρόμοια σχέδια. Βενιζελικό κράτος έναντι αντιβενιζελικών, αντιβενιζελικό κράτος έναντι βενιζελικών και αστικό κράτος έναντι κομμμουνιστών και απεργών. Πολλοί οι διχασμοί και πολλές οι αιτίες για λαϊκά ξεσπάσματα
Κώστας Παλούκης
εφημ. Ελεύθερος Άνθρωπος, 12/2/1933



Αλβέρτου Αϊνστάιν “Γιατί Σοσιαλισμός”

(Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο 1 τεύχος του Αμερικανικού περιοδικού Monthly Review, το 1949)

Ας εξετάσουμε πρώτ’ απ’ όλα το ζήτημα αυτό από την άποψη της επιστημονικής γνώσης. Μπορεί να φανεί ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφορές ανάμεσα στην αστρονομία και την οικονομία: οι επιστήμονες και στους δύο τομείς προσπαθούν να ανακαλύ­ψουν τους νόμους, που έχουν γενική εφαρμογή σε ορισμένες ομάδες φαινομένων; για να κά­νουν την αμοιβαία σχέση των φαινομένων αυτών όσο γίνεται πιο κατανοητή. Αλλά τέτοιες με­θοδολογικές διαφορές υπάρχουν στην πραγματικότητα. Η ανακάλυψη των γενικών νόμων στον τομέα της οικονομίας είναι δυσκολότερη γιατί τα υπό παρατήρηση οικονομικά φαινόμε­να, επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες, που είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκτιμη­θούν ξεχωριστά. Εκτός από αυτό, η πείρα που συγκεντρώθηκε από την αρχή της λεγόμενης πολιτισμένης περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας, υποβάλλονταν και υποβάλλεται, ως γνω­στόν, σε σοβαρές επιδράσεις και περιορισμούς όχι μόνο οικονομικού χαρακτήρα. Για παρά­δειγμα, οι περισσότερες μεγάλες δυνάμεις στην ιστορία οφείλουν την ύπαρξη τους στις κατα­κτήσεις. Οι λαοί κατακτητές εδραιώνονταν νομικά και οικονομικά ως προνομιούχα τάξη στην κατακτημένη χώρα… Πουθενά δεν έχει ξεπεραστεί πραγματικά εκείνο που ο Βέμπλεν απο­καλεί «ληστρική φάση» ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Ορισμένα οικονομικά γεγονότα, που παρατηρούμε, αφορούν τη φάση αυτή και μάλιστα οι νόμοι, που μπορούμε να εξάγουμε από αυτά, δεν είναι εφαρμόσιμοι σε καμιά άλλη φάση. Δεδομένου ότι ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι ακριβώς να ξεπεράσει τη «ληστρική φάση» στην ανάπτυξη της ανθρωπότη­τας και να προχωρήσει προς τα εμπρός, η οικονομική επιστήμη στη σημερινή κατάστασή της μπορεί να ρίξει μόνο ένα πολύ ασήμαντο φως στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.
Δεύτερο, ο σκοπός του σοσιαλισμού είναι κοινωνικοηθικός. Η επιστήμη δεν μπορεί να δη­μιουργεί σκοπούς και είναι ακόμη λιγότερο ικανή να τους εμφυσήσει στους ανθρώπους. Το μέγιστο που μπορεί να κάνει η επιστήμη είναι να προσφέρει τα μέσα για την επίτευξη ορισμέ­νων σκοπών. Αλλά αυτοί καθαυτοί οι σκοποί επιτυγχάνονται από προσωπικότητες με υψηλά ηθικά ιδανικά και, αν οι σκοποί αυτοί δεν είναι θνησιγενείς αλλά βιώσιμοι και ισχυροί, τους υπo­στηρίζουν και τους αναπτύσσουν πολλοί άνθρωποι, που καθορίζουν εν μέρει υποσυνείδητα την αργή εξέλιξη της κοινωνίας.
Λόγω των αιτίων αυτών οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους, όταν η υπόθεση αφορά ανθρώπινα προβλήματα. Δεν πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε ότι μόνο οι ειδικοί έχουν το δικαίωμα να διατυπώνουν τη γνώμη τους για τα ζητήματα οργάνωσης της κοινωνίας.
Τελευταία ακούγονται πάρα πολλές φωνές ότι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονιστεί σοβαρά. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τα άτομα αδιαφορούν ή ακόμα και εχθρεύονται τις μικρές ή μεγάλες ομάδες όπου ανή­κουν. Για να δείξω τι εννοώ, επιτρέψτε να επικαλεστώ την προσωπική μου πείρα. Πρόσφατα, συζητώντας με έναν έξυπνο και αξιόπιστο άνθρωπο για την απειλή πολέμου που, κατά τη γνώμη μου, θα αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας, διαπί­στωσα ότι μόνο μια υπερεθνική οργάνωση μπορεί να μας προφυλάξει από τον κίνδυνο αυτό. Σχετικά με αυτό ο συνομιλητής μου, μου είπε πολύ ήρεμα και ψυχρά: «Μα γιατί φοβόσαστε τόσο την εξαφάνιση της ανθρώπινης φυλής;».
Είμαι βέβαιος ότι μόλις έναν αιώνα πριν κανείς δε θα έκανε παρόμοια παρατήρηση με τό­ση ευκολία. Πρόκειται για δήλωση ανθρώπου που μάταια προσπαθούσε να βρει ισορροπία μέ­σα του και έχασε πρακτικά την ελπίδα για επιτυχία. Ποια όμως είναι η αιτία; Υπάρχει διέξοδος;
Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα προσωπικότητα και κοινωνικό ον. Ως προσωπικότητα πρo­σπαθεί να προστατεύσει τη δική του ύπαρξη και την ύπαρξη των οικείων του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές τους επιθυμίες και να αναπτύξει τις ικανότητές του. Σαν κοινωνικό ον επιδιώ­κει να κερδίσει την αναγνώριση και την αγάπη των άλλων ανθρώπων, να συμμεριστεί τις χαρές τους, να τους παρηγορήσει στη λύπη, να καλυτερέψει τους όρους ζωής τους. Μόνο η ύπαρξη αυτών των διαφόρων, συχνά αντιφατικών επιδιώξεων καθορίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ανθρώπου και από τους ιδιόμορφους συνδυασμούς τους εξαρτάται ο βαθμός που το άτομο μπορεί να πετύχει την εσωτερική ισορροπία και να συμβάλει στην ευημερία της κοινωνίας. Εί­ναι εντελώς δυνατό η σχετική δύναμη των δυο αυτών επιδιώξεων να είναι βασικά προσδιορι­σμένη από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα διαμορφώνεται οριστικά στο περι­βάλλον, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται στη διαδικασία της ανάπτυξής του, από τη διάρθρωση της κοινωνίας όπου μεγαλώνει, από τις παραδόσεις της κοινωνίας αυτής, από το πώς εκτιμά τους διάφορους τύπους συμπεριφοράς. Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» σημαίνει για το ατo­μικό ανθρώπινο ον το σύνολο των άμεσων και έμμεσων αμοιβαίων σχέσεων με τους σύγχρο­νούς του και με όλες τις προηγούμενες γενεές. Το άτομο είναι σε θέση να σκέπτεται, να νοι­ώθει, να προσπαθεί να εργαστεί αυτοτελώς, αλλά εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία στη φυσική, διανοητική και συναισθηματική ύπαρξή του, που είναι αδύνατο να σκέπτεται γι’ αυτήν ή να την κατανοεί εκτός των πλαισίων της κοινωνίας. Η «κοινωνία» αυτή εξασφαλίζει στον άν­θρωπο τροφή, ενδυμασία, κατοικία, εργαλεία εργασίας, τον προικίζει με γλώσσα, με τις μορ­φές και το βασικό περιεχόμενο των σκέψεων. Η ζωή του είναι δυνατή χάρη στην εργασία και στα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων στο παρελθόν και στο παρόν, όλων εκεί­νων που κρύβονται πίσω από τη μικρή λέξη «κοινωνία» …
0 άνθρωπος κατά τη γέννησή του χάρη στην κληρονομικότητα αποκτά βιολογική σύστα­ση, που πρέπει να τη θεωρούμε καθορισμένη και αμετάβλητη, η οποία περιλαμβάνει φυσικές επιδιώξεις που είναι χαρακτηριστικές για τα ανθρώπινα όντα. (Όπως αναφέραμε παραπάνω, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν μπορεί να αλλάξει για πρακτικούς λόγους). Εκτός από αυ­τό, στη διάρκεια της ζωής του αποκτά πολιτιστική ψυχοσύνθεση, που την παίρνει από την κοι­νωνία μέσω της επικοινωνίας και με πολλά άλλα είδη επίδρασης… Η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπινων υπάρξεων μπορεί να διαφέρει πολύ ανάλογα με τα επικρατούντα πολιτιστικά πρότυπα και τύπους οργάνωσης που κυριαρχούν στην κοινωνία. Σε αυτό ακριβώς βασίζουν τις ελπίδες όσοι επιδιώκουν να καλυτερέψουν την τύχη του ανθρώπου: οι άνθρωποι δεν είναι κα­ταδικασμένοι λόγω της βιολογικής τους ψυχοσύνθεσης να αλληλοεξοντώνονται ή να παραδί­δονται στο έλεος της σκληρής και αναπόφευκτης μοίρας.
Αν αναρωτηθούμε πώς πρέπει να αλλάξουμε τη διάρθρωση της κοινωνίας και του πολιτι­σμού της για να γίνει πιο ευνοϊκή η ανθρώπινη ζωή, πρέπει να θυμούμαστε ότι πάντα υπάρ­χουν ορισμένες συνθήκες που δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε. Πολύ περισσότερο, οι τεχνo­λογικές και δημογραφικές διαδικασίες μερικών τελευταίων αιώνων δημιούργησαν συνθήκες που είναι επίσης αμετάβλητες. Στις περιοχές με μόνιμο και πυκνό πληθυσμό η παραγωγή των αναγκαίων για τη ζωή αγαθών προϋποθέτει υποχρεωτικά τον καταμερισμό της εργασίας και μια μεγάλη συγκέντρωση παραγωγικού μηχανισμού. Η εποχή που τα άτομα ή συγκριτικά μι­κρές ομάδες μπορούσαν να έχουν πλήρη επάρκεια, η οποία όταν κοιτάμε στα περασμένα μας φαίνεται τόσο ειδυλλιακή, έφυγε μια για πάντα. θα είναι απλώς μια μικρή υπερβολή αν πούμε ότι από την άποψη της παραγωγής και κατανάλωσης η ανθρωπότητα αποτελεί σήμερα κιόλας μια παγκόσμια κοινότητα.
Τώρα μπορώ να προσδιορίσω σύντομα την ουσία της σημερινής κρίσης. Πρόκειται για τη στάση του ατόμου απέναντι στην κοινωνία. Το άτομο συνειδητοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό παρά ποτέ άλλοτε την εξάρτησή του από την κοινωνία. Όμως δεν εκλαμβάνει την εξάρτηση αυτή ως θετικό φαινόμενο, ως οργανική σχέση, ως προστατευτική δύναμη, αλλά μάλλον ως απειλή κατά των φυσικών του δικαιωμάτων ή ακόμα και κατά της οικονομικής του ύπαρξης. Πολύ περισσότερο, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια που οι εγωιστικές επιδιώξεις του αυξάνουν συνεχώς, ενώ οι κοινωνικές, πιο αδύνατες από τη φύση τους επιδιώξεις του, όλο και πιο πολύ καταρρέουν. Όλοι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από τη θέση τους στην κοινωνία υποφέ­ρουν από τη διαδικασία αυτή. Αιχμάλωτοι του εγωισμού τους, χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνo­νrαι, νοιώθουν ανυπεράσπιστοι, μοναχικοί, στερημένοι από την ικανότητα, με αφέλεια, απλά και απερίσκεπτα να χαίρονται τη ζωή. 0 άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή – που είναι τόσο σύντομη και γεμάτη κινδύνους – μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.
Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως υπάρχει σήμερα, είναι κατά τη γνώμη μου η πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μια τεράστια μάζα παραγωγών που πα­σχίζουν ακατάπαυστα να αφαιρέσουν ο ένας από τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής εργασίας τους – όχι με τη βία, αλλά σύμφωνα με τους νόμιμα καθιερωμένους κανόνες. Από την άποψη αυτή είναι σημαντικό ότι τα μέσα παραγωγής, δηλαδή όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, απαραίτητα για την παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων, καθώς και οι ολοένα νέες επενδύσεις μπορούν να είναι νόμιμα και κατά το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών προσώπων.
Για απλοποίηση θα αποκαλώ στη συνέχεια «εργάτες» όσους δεν ανήκουν στους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνηθισμένη χρήση του όρου αυτού. 0 ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής είναι σε θέση να αποκτά εργατική δύναμη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα εμπορεύματα που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Εδώ έχει ακριβώς σημασία η συσχέτιση της πραγματικής αξίας αυτού που ο εργάτης παράγει και εκείνου που του πληρώνουν. Όσο καιρό η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που παίρνει ο εργάτης δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των παραγόμενων από αυτόν εμπορευμάτων, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και την προσφορά και ζήτηση εργατικής δύναμης από τους καπιταλιστές. Έχει σημασία να καταλάβουμε ότι ακόμη και στη θεωρία η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία αυτού που έχει παράγει.
Βρισκόμαστε μπροστά στην τάση του ιδιωτικού κεφαλαίου προς την όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση. Εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού των καπιταλιστών, εν μέρει γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο αυξανόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνουν το σχηματισμό μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων σε βάρος των μικρών. Αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι η ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, η κολοσσιαία εξουσία του οποίου δεν μπορεί να ελέγχεται αποτελεσματικά ακόμη και σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη των νομοθετικών οργάνων εκλέγονται από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται και επηρεάζονται βασικά από τους ιδιώτες επιχειρηματίες, που επιδιώκουν για πρακτικούς σκοπούς να απομακρύνουν το εκλογικό σώμα από τους νομοθέτες. Σαν αποτέλεσμα οι αντιπρόσωποι του λαού δεν υπερασπίζονται αποτελεσματικά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού. Πολύ περισσότερο, στις υπάρχουσες συνθήκες οι ιδιώτες επιχειρηματίες ελέγχουν αναπόφευκτα τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό, ο απλός πολίτης είναι πολύ δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς αδύνατο να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να ασκεί με εξυπνάδα τα πολιτικά του δικαιώματα.
Η κατάσταση που επικρατεί στην οικονομία, βασιζόμενη στην καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία, χαρακτηρίζεται επομένως από δυο κύριες αρχές: πρώτο, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο), αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και οι ιδιοκτήτες τα διαχειρίζονται κατά την κρίση τους. Δεύτερο, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Φυσικά από την άποψη αυτή δεν υπάρχει καθαρή καπιταλιστική κοινωνία.
Πρέπει ιδιαίτερα να σημειώσουμε ότι οι εργάτες, χάρη στη μακροχρόνια και έντονη πολιτική πάλη σημείωσαν επιτυχίες εξασφαλίζοντας σε ορισμένες κατηγορίες εργατών «βελτιωμένη» μορφή ελεύθερης σύμβασης εργασίας. Αλλά η σημερινή οικονομία στο σύνολό της διαφέρει κατά πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.
Η παραγωγή πραγματοποιείται για χάρη του κέρδους και όχι για το όφελος, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση ότι όλοι, όσοι θέλουν και μπορούν να εργαστούν, θα μπορέσουν σίγουρα να βρουν δουλειά. Σχεδόν πάντα υπάρχει στρατιά ανέργων. 0 εργάτης φοβάται συνεχώς να μη χάσει τη δουλειά του. Επειδή οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν προσο­δοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων είναι περιορισμένη με αποτέλε­σμα να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Η τεχνική πρόοδος οδηγεί συχνά στην αύξηση της ανεργίας και όχι στην ελάφρυνση από τα βάρη της εργασίας. 0 προσανατολισμός στο κέρδος σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό των καπιταλιστών είναι η αιτία της αστάθειας στη συσσώ­ρευση και τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, πράγμα που οδηγεί σε όλο και πιο σοβαρές κα­ταστάσεις ύφεσης. 0 απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη σπατάλη εργασίας και έτσι παραμορφώνει την κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων, όπως ανάφερα πιο πάνω.
Θεωρώ την παραμόρφωση αυτή των προσωπικοτήτων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλι­σμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει από αυτό το κακό. Το υπέρμετρο αίσθημα του ανταγωνισμού εμφυτεύεται στους φοιτητές, που τους μαθαίνουν να θέτουν υπεράνω την επιτυχία, ως προετοιμασία για τη μελλοντική καριέρα.
Είμαι πεισμένος ότι μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να μπει τέλος σε όλο αυτό το κακό, δη­λαδή τη δημιουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας με το αντίστοιχο σε αυτή σύστημα παιδείας, προσανατολισμένης σε κοινωνικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια οικονομία η κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα διαχειρίζεται με βάση το σχεδιασμό. Η σχεδιασμένη οικονομία πρo­σαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας, κατανέμει την εργασία στους ικανούς για εργασία και εγγυάται τα μέσα προς το ζειν για κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Αντί για την εξύμνηση της εξουσίας και της επιτυχίας, όπως γίνεται στη σημερινή μας κοινωνία, η παιδεία που συμπληρώνεται με την ανάπτυξη των εσωτερικών ικανοτήτων της προσωπικότητας, θα αποβλέπει στην ανάπτυξη σε αυτή της συναίσθησης της ευθύνης για τους άλλους ανθρώ­πους.
Ωστόσο, πρέπει να θυμούμαστε ότι η σχεδιασμένη οικονομία δε σημαίνει ακόμα σοσιαλι­σμός. Η σχεδιασμένη οικονομία αυτή καθεαυτή μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υπo­δούλωση της προσωπικότητας. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί την επίλυση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Πώς, λόγου χάρη, παίρνοντας υπό­ψη το βάθεμα της συγκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας θα αποτραπεί η με­τατροπή της γραφειοκρατίας σε δύναμη που κατέχει την πλήρη εξουσία. Πώς θα προστατευ­τούν τα δικαιώματα του ατόμου και ταυτόχρονα να υπάρχει εγγύηση ενός δημοκρατικού αντί­βαρου στην εξουσία της γραφειοκρατίας. Οι σκοποί και τα προβλήματα του σοσιαλισμού δεν είναι τόσο απλά και η σαφής κατανόησή τους έχει μέγιστη σημασία στο μεταβατικό μας αιώ­να. Δεδομένου ότι στις σημερινές συνθήκες η ελεύθερη, ανεμπόδιστη συζήτηση των πρo­βλημάτων αυτών βρίσκεται πρακτικά υπό απαγόρευση, νομίζω ότι η έκδοση του περιοδικού αυτού («Monthy review») Θα προσφέρει στην κοινωνία μεγάλη υπηρεσία.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Μετά τον Καπιταλισμό τί ?


του Βοστινιώτη Παναγιώτη
  Αλήθεια πόσο μπορεί να διαρκέσει ένα κοινωνικό σύστημα ? Αν εξετάσουμε ιστορικά την διάρκεια ζωής  του κάθε συστήματος, διαπιστώνουμε ότι το επόμενο  ζει λιγότερο από το προηγούμενό του!
Ο Καπιταλισμός, που στις μέρες μας  τελειώνει, έχει μια διάρκεια ζωης 500 περίπου ετών που είναι πολύ λιγότερα από εκείνα του Φεουδαρχισμού, ο οποίος με τη σειρά του ήταν  πολύ μικρότερος σε διάρκεια απ όσο διήρκεσε η Δουλοκτητική κοινωνία . Το επόμενο μετά τον Καπιταλισμό  κοινωνικό σύστημα, σύμφωνα με αυτήν την λογική, θα πρέπει να έχει πολύ μικρότερη διάρκεια ζωής !
  Αν θελήσουμε να παραστήσουμε με μαθηματικό τρόπο  αυτήν την εξέλιξη αρχίζοντας από την προϊστορία της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι είναι κάτι σαν μια   φθίνουσα σειρά (από τα δεξιά προς τα αριστερά) της σειράς των χρυσών αριθμών (της σειράς Fibonacci για τους Μαθηματικούς ).
Είναι ολοφάνερο ότι ο Καπιταλισμός, αφού πέρασε όλα τα «φυσιολογικά» στάδια ανάπτυξης
(εμπορικός, βιομηχανικός, χρηματοπιστωτικός Καπιταλισμός ), έφθασε στο ανώτατο στάδιο του, που είναι ο παραλογισμός !
Αυτό φαίνεται καλύτερα από το μέγεθος και από το χαρακτήρα του παγκόσμιου ιδιωτικού και δημόσιου χρέους (βλέπε το «Ανάγκα και Θεοί  πείθονται»).
Το υπάρχον Καπιταλιστικό σύστημα στις μέρες μας ταλαντεύεται όλο και πιο συχνά και  αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «είναι αδύνατο να επανακτήσει την ισορροπία του».(Ilja Prigogine). Αυτές οι ταλαντεύσεις θα οδηγήσουν σε μια χαοτική κατάσταση και κατά τον  Immanuel Wallerstein « θα έρθει η στιγμή που όχι μόνο θα συγκρουστούν οι κατέχοντες με τους μη κατέχοντες, αλλά όλοι θα στρέφονται εναντίον όλων ».
Ο κίνδυνος να περάσουμε στο στάδιο της βαρβαρότητας και του κανιβαλισμού δεν είναι απίθανος ούτε και μακρινός.
Και τότε «ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε !» Αυτό ισχύει όχι μόνο για τις πλούσιες και πτωχότερες  καπιταλιστικές χώρες, αλλά κυρίως για τις πρωην σοσιαλιστικές χώρες, όπου τα νέα καπιταλιστικά καθεστώτα μέχρι στιγμής μόνο τα προβλήματα της παλιάς και νέας άρχουσας τάξης μπόρεσαν να λύσουν !
Και το ερώτημα που πλανιέται σαν «φάντασμα» όχι μόνο πάνω από την Ευρώπη, αλλά πάνω από όλο τον κόσμο,   είναι:
                Μετά τον Καπιταλισμό, ή πιο σωστά, μετά τον παραλογισμό τί  ?
Ο Σοσιαλισμός σαν πολιτικό, οικονομικό  και κοινωνικό σύστημα, όπως τουλάχιστον τον έχουμε γνωρίσει από το 1917  μέχρι το 1990, ήταν όντως το επόμενο μετά τον Καπιταλισμό κοινωνικό σύστημα ή μήπως δεν ήταν ? Και τότε τι ήταν ? Το ίδιο ερώτημα ισχύει και για μια σειρά χώρες, στις οποίες σήμερα (ας το πούμε συμβολικάακόμη κυματίζει η κόκκινη σημαία (Κίνα, Β. Κορέα, Βιετνάμ, Κούβα): αυτές οι χώρες βρίσκονται  στο επόμενο μετά τον Καπιταλισμό κοινωνικό σύστημα ? Αν όχι, τότε τι είναι?
Μερικοί πολιτικοί (αλλά και ιστορικοί) διέγραψαν με μεγάλη ελαφρότητα από την ιστορία της ανθρωπότητας αυτό το σοσιαλιστικό μοντέλο, που κράτησε από το 1917 μέχρι το 1990 , αγνοώντας ότι σε αυτό το σύστημα έζησαν και ανατράφηκαν εκατομμύρια άνθρωποι  και ότι  κυριάρχησε στο μισό ημισφαίριο της γης για πολλές δεκαετίες, έπιανε δε από το Βλαδιβοστόκ μέχρι την Αυλώνα και από την Κωστάντζα μέχρι το Γκδανσκ. (και  που κατέρρευσε είναι αλήθεια με αστραπιαία ταχύτητα ). Το διέγραψαν με ευκολία και τώρα που έρχονται τα δύσκολα αντελήφθησαν ότι δεν έπρεπε « μαζί με τα απόνερα να πετάξουνε και το μωρό »!
Με την ίδια ελαφρότητα «συμπεριφέρονται» σήμερα και προς τους μη καταρρεύσαντες,(Κίνα κλπ), αν και γνωρίζουν ότι  πληθυσμιακά είναι περισσότεροι από τους καταρρεύσαντες !
Όσοι λοιπόν πιστεύουν ότι η ιστορία δεν σταμάτησε το 1990, ότι τόσο οι καταρρεύσαντες όσο και οι μη καταρρεύσαντες είναι «δυνητικοί» παράγοντες στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, ότι δηλαδή ανά πάσα στιγμή μπορούν να μπουν στο παιχνίδι , όσοι τέλος αντιλαμβάνονται τις ταλαντεύσεις του καπιταλιστικού συστήματος θα πρέπει να προβληματιστούν,  τουλάχιστον για το τι θα ακολουθήσει την επόμενη πενταετία ή δεκαετία και για το πώς και πού θα μετατεθεί το κέντρο βάρος της παγκόσμιας οικονομίας . Να προβληματιστούν με ποιον τρόπο θα βγούμε από την κρίση !
Η Πολιτική είναι επιστήμη
Το έχουμε ξαναγράψει : Η Πολιτική είναι επιστήμη! Μια Επιστήμη όπου σε έναν (Ευκλείδειο) χώρο με εκατομμύρια διαφορετικές συνιστώσες-συμφέροντα πρέπει να βρούμε μια κοινή συνισταμένη που θα οδηγήσει μια Κοινωνία ένα βήμα μπροστά. [Χαρακτήρας επαναφοράς]Δεν υπήρχε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας ιδανική κοινωνία, παρά μόνο μια κοινωνία λίγο καλύτερη από την προηγούμενη. Αυτό συνεβαινε πάντοτε.
Μήπως πρέπει τώρα να ψάξουμε για κάτι εντελώς καινούργιο, αρχίζοντας από το μηδέν ? 
Κατ αρχάς πρέπει να ξέρουμε ότι δεν υπάρχει καμιά επιστήμη που να ξεκινάει από το μηδέν ! Όλες «πατάνε» στα συμπεράσματα, στις εμπειρίες των προηγούμενων επιστημών, και με τη σειρά τους προσθέτουν ένα λιθαράκι !Αυτό συμβαίνει και με τα κοινωνικά συστήματα ! Δεν υπάρχει καθαρό σύστημα, κάθε νέο σύστημα παίρνει πολλά στοιχεία από το παλιό, δεν τα απορρίπτει όλα..
Αυτό πρέπει να κάνουμε και μείς τώρα! Δεν « πετάζουμε με τα απόνερα και το μωρό »  Έχουμε μια ιστορική  εμπειρία από τα  προηγούμενα, παλαιότερα συστήματα(Δουλοκτητικό, Φεουδαρχικό), ζούμε στο Καπιταλιστικό σύστημα που, όπως είπαμε παραπάνω, όλο και πιο συχνά ταλαντεύεται,  έχουμε μια τεράστια εμπειρία από την οικοδόμηση (και την κατάρρευση) των πρώην σοσιαλιστικών κρατών, έχουμε ευτυχώς και την αδιαμφισβήτητη παγκόσμια παρουσία της Κίνας, η οποία εφαρμόζει μια ιδιότυπη ΝΕΠ (=Νέα Οικονομική Πολιτική) που δε διαφέρει και πολύ από εκείνη που ήθελε, αλλά δεν πρόλαβε να εφαρμόσει ο Λένιν. Αυτή είναι η σημερινή εικόνα της υφηλίου, αυτή είναι «η γης που την πατούμε», αυτός είναι πιο σωστά ο (Ευκλείδειος )  με τις άπειρες διαστάσεις-συνιστώσες χώρος !                                                    
Η μυστηριώδης συνιστώσα
Υπάρχουν «βαριές» συνιστώσες, που επηρεάζουν αφάνταστα όλο τον πλανήτη, π.χ το περιβάλλον, υπάρχουν άλλες λιγότερο εμφανείς που μπορεί να επηρεάζουν εξ ίσου σοβαρά την πορεία των κοινωνιών, π.χ η απαλλοτρίωση της παραγόμενης υπεραξίας Υπάρχουν συνιστώσες που είναι  δυσκολονόητες Υπάρχει και μια μυστηριώδης συνιστώσα που τη βρίσκουμε παντού σ όλες τις εποχές και  σε  κάθε κοινωνικό σύστημα . Είναι μια συνιστώσα την οποία δεν την έχουμε  εξιχνιάσει όσο θα έπρεπε αν και τη συναντούμε κάθε μέρα μπροστά μας, που τη θεωρούμε ως ένα βαθμό φυσιολογική, που αριθμεί όμως περισσότερα θύματα απ ότι αριθμούν οι θρησκείες όλου του κόσμου και που σε τελική ανάλυση είναι  (μετά τις σχέσεις ιδιοκτησίας ) η αιτία της σημερινής παγκόσμιας  κρίσης:
Η μυστηριώδης αυτή συνιστώσα  είναι το  φορολογικό σύστημα !
Οι σημερινοί θεωρητικοί της Αριστεράς, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ποτέ δεν ασχοληθήκαν σε βάθος με το φορολογικό σύστημα,  ίσως γιατί   πουθενά δεν αναφέρεται  στη Μαρξιστική Θεωρία κάτι σχετικό! Στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ π.χ ,όσο και να  ψάξει κανείς, δε θα βρει ούτε μια αναφορά για το ποιο θα πρέπει να είναι το φορολογικό σύστημα στη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία. Και κατά τη γνώμη τους , εφ όσον «δεν υπάρχει στας γραφάς», δεν πρέπει να το ψάξουμε. Είναι λοιπόν ανίκανοι  να αντιληφθούν ότι το φορολογικό είναι η τέταρτη διάσταση της Οικονομίας. Είναι το  πιο τρωτό σημείο, η «Αχίλλειος πτέρνα»  του συστήματος εκεί πρέπει σήμερα να σημαδεύουν όλα τα βέλη μας!
Εμείς πιστεύουμε ότι όχι  μόνο  για την Αριστερά, αλλά και γενικότερα  για όλα τα προοδευτικά κόμματα, για τους αρμόδιους του υπουργείου οικονομικών που ετοιμάζουν τη φορολογική μεταρρύθμιση, (προτού η τρόικα απαιτήσει απ αυτούς να αποσπούν από τους Έλληνες πολίτες τους φόρους ακόμη και με βασανιστήρια, μέθοδος που εφαρμόστηκε τον προπερασμένο αιώνα, από τους αποικιοκράτες σε ορισμένα δεσποτικά κράτη της Ινδίας) πιστεύουμε λοιπόν ότι  η σωστή προσέγγιση του φορολογικού συστήματος οδηγεί σε μια ιδεολογική φλέβα χρυσού, μας ανοίγει νέους ορίζοντες και μακροπρόθεσμα μας οδηγεί σε νέες μορφές ιδιοκτησίας, σε τελική ανάλυση σε ένα νέο κοινωνικό σύστημα που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το επόμενο,  μετά το μεταβατικό σοσιαλιστικό μοντέλο που γνωρίσαμε,  κοινωνικό σύστημα.
Θεωρητικό κενό
Είναι ολοφάνερο ότι εδώ έχουμε ένα τεράστιο θεωρητικό (και πρακτικό ) κενό, κενό που ούτε στις πρώην (και νυν) σοσιαλιστικές οικονομίες έχει καλυφθεί, με αποτέλεσμα και εκεί να εφαρμόζουν ένα φορολογικό σύστημα που δε διέφερε και πολύ από εκείνο των καπιταλιστικών οικονομιών:  και εκεί φορολογούσαν τις κρατικές επιχειρήσεις ανάλογα με τα καθαρά τους κέρδη
Αν θέλει κανείς να φέρει σε δύσκολη θέση τους θεωρητικούς της Αριστεράς,  αρκεί να τους ρωτήσει ποια είναι σήμερα η πρότασή τους για το φορολογικό εντός του καπιταλιστικού συστήματος ή ποια είναι η γνώμη τους για  το Φορολογικό σύστημα που εφαρμόστηκε στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Ο  Μαρξ ανακάλυψε, εντόπισε τον τρόπο, το μέγεθος, τον τόπο και το χρόνο της παραγόμενης υπεραξίας, που μπορούμε να την παρομοιάσουμε, να την παραστήσουμε  σαν έναν τεράστιο σωρό αγαθών ! Σ αυτόν το σωρό ο Μαρξ κάρφωσε μια τεράστια επιγραφή που έγραφε «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνάμεις του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» και έφυγε(Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, σελ.23). Εκεί έγινε ο χαμός! Ηρθαν στιγμές που είχε μείνει μόνο η τεράστια επιγραφή, σωρός δεν υπήρχε !
Είχαμε και τέτοιους θεωρητικούς της Αριστερας  που δεν τους ενδιέφερε κάν ο σωρός, παρά μόνο η επιγραφή
Η ζωή απέδειξε ότι  καλή και χρυσή η επιγραφή, αλλά πρέπει να υπάρχει και ο σωρός των αγαθών. Από εκεί και πέρα εμείς, οι επόμενες γενεές, πρέπει να βρούμε έναν  επιστημονικό , θεωρητικό και πρακτικό τρόπο όχι μόνο να δημιουργούμε το σωρό,(στη δημιουργία του σωρού το φορολογικό παίζει τεράστιο ρόλο) αλλά και να μετρήσουμε από αυτήν την παραχθείσα υπεραξία, από αυτόν το σωρό,  πόσο θα κρατήσουμε στην επιχείρηση  και πόσο θα «ταχυδρομήσουμε » στο κέντρο για τη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού κλπαι το σπουδαιότερο, γιατί ακριβώς τόσο και όχι περισσότερο η λιγότερο!
Αυτό οι κλασσικοί λέμε ακόμη μια φορά, το άφησαν σε μάς !
Μπροστά  στο σωρό αυτό σήμερα στέκουν εκατομμύρια άνθρωποι αμήχανοι και δεν μπορούν να αποφασίσουν, (όχι μόνο ποιος τον παρήγαγε, αλλά) πόσο μερίδιο δικαιούται ο καθένας τους και γιατί !Αυτή η αδυναμία υπολογισμού, το φορολογικό τους σύστημα δηλαδή , μαζί με τις σχέσεις ιδιοκτησίας ήταν μια από τις αιτίες της κατάρρευσης του σοσιαλισμού !
Στη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση δε φτάσαμε ξαφνικά απ τη μια στιγμή στην άλλη. Μια από τις πιο σοβαρές αιτίες ήταν και η εφαρμογή του υπάρχοντος φορολογικού συστήματος που ισχύει εδώ και μερικούς αιώνες, όσο σχεδόν και ο Καπιταλισμός, και που οδήγησε σε αυτό το τερατούργημα, δηλαδή οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να είναι πιο ισχυρές από τα κράτη και τους λαούς . Και αυτές οι ιδιωτικές επιχειρήσεις γιγαντώθηκαν, όχι επειδή δε φορολογούνταν, αλλά ακριβώς γιατί εφάρμοζαν κατά γράμμα αυτό το φορολογικό σύστημα που ισχύει και στις μέρες μας και που δημιούργησε την κρίση !
Τα πράγματα είναι απλά και η λύση απλή:
Βλέπε  στο : vostiniotismos.blogspot.com αρχικά στο άρθρο με τίτλο «Η άγνωστη παράμετρος της Οικονομίας » και ύστερα στο άρθρο «Το κράτος και το φορολογικό εφ άπαξ».-   
Βοστινιώτης Παναγιώτης

πόσοι μας διάβασαν: