Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

«Το μυθιστόρημα της Ωραιοζήλης Λεβί»



"νεανικός έρωτας και ρήξη στην εβραϊκή οικογένεια, γυναικεία νεανική ριζοσπαστικότητα, διεθνοτική όσμωση και άρνηση της εβραϊκής αστικότητας."

Στις 15 Ιανουαρίου 1931 το Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας της Θεσσαλονίκης ανακαλύπτει τη λειτουργία ενός «Κόκκινου Σχολείου» στο συνοικισμό της Αγίας Φωτεινής. Το «Κόκκινο Σχολείο» αυτό οργανωμένο από μέλη της ΚΟΜΛΕΑ (Κομμουνιστικής Οργάνωσης Μπολσεβίκων Αρχειομαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας – Αρχειομαρξιστών) και συγκεντρώνοντας, σύμφωνα με την εφημερίδα Μακεδονία, μεγάλο αριθμό μαθητών και μαθητριών, νεαρών εργατών και εργατριών προσέφερε κλειστά μαθήματα μαρξιστικής θεωρίας και οργανωμένης πολιτικής δράσης[1]. Μια από τις συλληφθείσες μαθήτριες, η δεκαεξάχρονη Άννα Κάτση, δεν οδηγείται στο δικαστήριο και δε δικάζεται σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους[2] δημιουργώντας ένα μυστήριο γύρω από το πρόσωπό της[3]. Σύντομα αποκαλύπτεται πως πίσω από αυτό το ψευδώνυμο κρυβόταν η 19χρονη πρωτότοκος κόρη του εκατομμυριούχου και «εν Αθήναις εγκατεστημένου εργοστασιάρχου και εμπόρου κομβίων» Λεών Λεβή. Το γεγονός αυτό ρίχνει όλο το ενδιαφέρον του επίσημου τύπου στο πρόσωπό της δημιουργώντας έναν τεράστιο μύθο με φανταστικές και παραληρηματικές ιστορίες. Η νεαρή Ωραιοζήλη εμφανίζεται να δείχνει ροπή προς τον φιλεργατισμό ήδη από την ηλικία των 12, όταν αρνήθηκε τον έρωτα νεαρού επειδή αυτός κατηγόρησε τους εργάτες για τις συμπλοκές του Πασαλιμανιού. Προβάλλεται να είναι φιλομαθής γεγονός που ερχόταν σε αντίθεση με την πρέπουσα εικόνα μιας νεαρής γόνου εβραϊκής αστικής οικογένειας. Ο πατέρας της ανησυχώντας την προέτρεπε να εγκαταλείψει τη μελέτη και να ασχοληθεί με τη μουσική.
Τελικά, η Ωραιοζήλη ερωτεύεται τον πολωνοεβραίο Όσκαρ Ροζισβάιν, σύνδεσμο της Αρχειομαρξιστικής οργάνωσης με την Γραμματεία της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης στη Γαλλία, ο οποίος έρχεται στην Αθήνα και εργάζεται ως μουσικός και οργανοπαίχτης βιολιού. Με αυτήν την ιδιότητα προσλαμβάνεται από τον Λέοντα Λεβή ως μουσικοδιδάσκαλος της θυγατέρας του. Ακολουθεί το ειδύλλιο, η προσχώρηση της Ωραιοζήλης στην Αρχειομαρξιστική Οργάνωση.  Αμέσως η Ωραιοζήλη αναλαμβάνει τον ρόλο της «δασκάλας» στα «Κόκκινα Σχολεία» που είχε οργανώσει η ΚΟΜΛΕΑ στην Αθήνα. Την 1η Μαΐου 1930 συλλαμβάνεσαι στις συγκρούσεις της αστυνομίας με τους Αρχειομαρξιστές. Έτσι, αποκαλύπτεται η δράση της στην οικογένειά της. Έκπληκτοι και τρομαγμένοι οι γονείς της «έλαβον περιοριστικά μέτρα εναντίον της και κατέβαλλον προσπάθεια να την απαλλάξουν από την επήρεια του κομμουνισμού». Οργάνωσαν μάλιστα για τον σκοπό αυτό «εσπερίδα» στο οικογενειακό μέγαρο. Εκείνο το βράδυ όμως η Ωραιοζήλη απέδρασε και εξαφανίστηκε από το σπίτι της. Κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε με ψευδώνυμο σε κεραμοποιείο. Αρρώστησε από τη δυσκολία της εργασίας και στη συνέχεια εργάστηκε σε υφαντουργείο. Εκεί ανέλαβε πολιτική δράση, ενώ παράλληλα εκτελούσε τα χρέη της δασκάλας στο «Κόκκινο Σχολείο» της Αγίας Φωτεινής. Η εφημερίδα Μακεδονία περιγράφει την συγκινητική συνάντηση της Ωραιοζήλης με τους γονείς της και την ευγνωμοσύνη του πατέρας της προς την αστυνομία[4]. Σε επόμενο άρθρο της εφημερίδας και, αφού αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο θα παντρευόταν κρυφά η Ωραιοζήλη τον Όσκαρ, η νεαρή εβραία παρουσιάζεται να είναι «μετανοούσα». Η Εισαγγελία Θεσσαλονίκης όμως προχωρά τον φάκελό της, διατάζει την ανάκρισή της και τελικά θα διαμορφώσει κατηγορητήριο εναντίον της. Στη δίκη η Ωραιοζήλη εμφανίζεται να υπερασπίζεται τη δράση της και τελικά να καταδικάζεται σε 1 ½ χρόνο φυλάκιση και 2 χρόνια εκτόπιση, για να οδηγηθεί στις φυλακές Αβέρωφ.
Η πολύ πρωτότυπη και όντως μυθιστορηματική ιστορία της Ωραιοζήλης Λεβί φέρνει στο προσκήνιο πλευρές της μεσοπολεμικής κοινωνίας και τον τρόπο με τον εντάσσονταν και λειτουργούσαν οι νέοι, οι γόνοι των αστών εβραίων και ιδιαίτερα  οι νεαρές γυναίκες. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη είναι πόλεις που βιώνουν καθημερινά εκρηκτικές κοινωνικές συγκρούσεις και προκαλούν πολλές ρήξεις. Η πλειονότητα των υποκειμένων που ριζοσπαστικοποιούνται και αναλαμβάνουν δράση είναι νέοι, μαθητές, εργάτες και φοιτητές. Ένας νεανικός ριζοσπαστισμός αναδύεται στην επιφάνεια, μέσα στον οποίο η νεανικότητα διαρρηγνύει τις παραδοσιακές συμπεριφορές της οικογένειας και έρχεται σε επαφή με μοντερνικές αξίες, οι οποίες εκφράζονται εν πολλοίς μέσα από τις κομμουνιστικές οργανώσεις. Συγκεκριμένα, ο Αρχειομαρξισμός, μια μεγάλη και μαζική οργάνωσης της τροτσκιστικής κομμουνιστικής μεσοπολεμικής αριστεράς, διαμορφώνει ένα ιδιαίτερο ηθικό-αξιακό πλαίσιο το οποίο μπορούσε να συνδέει «επαναστατικά» και μοντερνικά πρότυπα με παραδοσιακές πρακτικές.
Η ιστορία της Λεβί αποκαλύπτει ενδεχομένως τη γοητεία που ασκούσε η νεανική αυτή ριζοσπαστικότητα σε γόνους και μάλιστα σε κορίτσια των μεγαλοαστικών οικογενειών. Η Ωραιοζήλη με την επιλογή της να στρατευτεί στην ΚΟΜΛΕΑ έρχεται σε ρήξη με το σύνολο των προτύπων που μια μεγαλοαστική οικογένεια αλλά και η ίδια η κοινωνία απεικόνιζε για τα θηλυκά μέλη της.  Συμπαθώντας τους εργάτες, σπουδάζοντας και μελετώντας διαλύει καταρχήν την πρότυπη παραδοσιακή εικόνα της λεπτεπίλεπτης, χαριτωμένης, ευερέθιστης κοπέλας που ενδιαφέρεται για τις εσπερίδες, τους χορούς και τις μουσικές[5]. Ουσιαστικά, αρνείται την αστική της ταυτότητα και αναζητά μια νέα. Αυτή ακριβώς η άρνηση της αστικότητας και η υιοθέτηση της εργατικής συνείδησης, είναι το στοιχείο που κεντρίζει, στεναχωρεί, ενοχλεί τον επίσημο τύπο και τελικά δίνει μυθικές και παραληρηματικές διαστάσεις στην ιστορία της. Η απόδραση και η μη εμφάνισή της στην «εσπερίδα», που ετοίμαζε ο πατέρας της για να την «ανανήψει» πολιτισμικά, συμπυκνώνει συμβολικά και πρακτικά ακριβώς αυτή τη ρήξη. Εκείνη τη στιγμή δείχνει να επιλέγει μια ζωή γεμάτη κακουχίες και πολιτική δραστηριότητα η οποία φαίνεται να γεμίζει την «κενότητα» που της προσέφερε ο προηγούμενος βίος της και ο προηγούμενος εαυτός της. Η Ωραιοζήλ με το αναγκαστικό ψευδώνυμο – πρακτική που συνήθιζαν ούτως ή αλλιώς οι Αρχειομαρξιστές – αποκτά μαζί με τη νέα ζωή, μια νέα διαφορετική προσωπικότητα και μια νέα εργατική και κομμουνιστική ταυτότητα. Η δημόσια αποκάλυψη αυτής της διπλής ταυτότητας φέρνει την Ωραιοζήλ σε προσωπική κρίση. Τελικά, η δίκη και η στάση της εκεί, καθώς και η καταδίκη της με την φυλάκιση που επακολουθεί δείχνουν την επιλογή της. Αυτό όμως δεν απαγορεύει την ύπαρξη διαφόρων συμβιβασμών. Συνεπώς, τίθεται συνολικά ο εξής προβληματισμός: κατά πόσο υπάρχει συνολικά μια νεανική ριζοσπαστικότητα στο μεσοπόλεμο, ιδιαίτερα μια ριζοσπαστικότητα νέων γυναικών, η οποία ηγεμονεύεται πολιτισμικά από τα εργατικά χαρακτηριστικά και ταυτίζεται με κομμουνιστικό ιδανικό. Εάν υπάρχει, γιατί μπορεί να διαπερνά τις τάξεις και αγγίζει και γόνους των μεγαλοαστών; Γιατί δηλαδή γοητεύει τη νεαρή Ωραιοζήλ.
Η οικογένειά της όμως πέρα από αστική και πλούσια είναι εβραϊκή. Συνεπώς, όλα αυτά τα ερωτήματα λαμβάνουν ένα επιπλέον ενδιαφέρον και, ως εκ τούτου, επιπλέον πλευρές διερεύνησης. Η εβραϊκότητα καταρχήν δε φαίνεται να αναδεικνύονται από τις εφημερίδες ως κάτι ιδιαίτερο σε αυτήν την υπόθεση. Η οικογένεια της Ωραιοζήλ δε παρουσιάζεται πολύ διαφορετική από τις άλλες μεγαλοαστικές οικογένειες της Αθήνας. Η υποτίμηση αυτή θέτει με τη σειρά της ένα νέο προβληματισμό: κατά πόσο συγκροτεί ή όχι η εβραϊκή αστικότητα μια διαφορετική ταυτότητα, εάν αυτή εκδηλώνεται ως τέτοια ή απορροφάται από την γενικότερη ταξική διάσταση. Γνωρίζουμε πως η εβραϊκή κοινότητα εξαιτίας της Φεντερασιόν ταυτίζεται στην ελληνική  συνείδηση με τον σοσιαλισμό, όπως αντίστοιχα ταυτίζεται συχνά ο εβραϊσμός στον αντισημιτικό ευρωπαϊκό και συνάμα αντικομουνιστικό λόγο. Παρόλα αυτά δε παρατηρούμε καμία ανοιχτή ή, έστω, λανθάνουσα ιδεοτυπική προσέγγιση της σχέσης εβραϊσμού και σοσιαλισμού στις ερμηνείες του επίσημου ελληνικού τύπου. Ωστόσο, παρατηρούμε τη νεαρή Ωραιοζήλ να σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο και να βλέπει θετικά το εργατικό κίνημα, ενώ ο πατέρας της επιλέγει ένα πολωνοεβραίο για μουσικοδιδάσκαλό της. Όλα αυτά μαζί με κάποιες άλλες λεπτομέρειες ενδεχομένως να αποτελούν μικρές ενδείξεις μιας πιο διεθνοποιημένης κοσμοπολίτικης εκδοχής της αστικότητας, η οποία σύμφωνα με τον Πάρη Παπαμίχο Χρονάκη διακρίνει της Θεσαλονικιώτικη Εβραϊκή αστική τάξη[6]. Κατά πόσο όμως ισχύει το ίδιο για την Αθήνα; Και στην περίπτωση που ισχύει, κατά πόσο αυτή η πολιτισμική ιδιαιτερότητα επηρεάζει τα πατριαρχικά χαρακτηριστικά μιας μεγαλοαστικής οικογένειας παραχωρώντας μεγαλύτερο πεδίο κοινωνικής ελευθερίας σε μια εβραία θυγατέρα; Εδώ μπαίνει το ερώτημα κατά πόσο ή όχι η εβραϊκή αστική τάξη ακολουθεί πιστά ή λιγότερο πιστά τα μοντέλα ηθικής που προτάσσει συνολικά ο αστισμός του μεσοπολέμου για τις σχέσεις των δύο φύλων. Η διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων θα μας βοηθήσει, συνεπώς, να συνδέσουμε ή όχι την ιστορία της Ωραιοζήλ, μια ιστορία ρήξης και νεανικής εξέγερσης με τις κυρίαρχες τότε απόψεις για το γυναικείο φύλο, με την εβραϊκή ιδιαιτερότητα. Τα συμπεράσματα από μια τέτοια μελέτη θα μας επιτρέψουν, τέλος, να εκτιμήσουμε και το βαθμό πολιτισμικής όσμωσης της ελληνική εβραϊκής κοινότητας με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, ιδίως στην Αθήνα.


[1] «Μιαν καταπληκτική αποκάλυψις. Η κομμουνιστική προπαγάνδα εισεχώρησε μεταξύ της μαθητιώσης νεολαίας μας. Απεκαλύφθη η ύπαρξις «Κόκκινων Σχολείων» . Συνελήφθησαν αρκεταί μαθηταί και μαθήτριαι», εφημ. Μακεδονία, 16/1/1931.
[2] «Εδικάσθησαν χθες ενώπιον του πλημμελειοδικείου οι συλληφθέντες εις την αρχειομαρξιστικήν σχολήν. Όλοι πλην μιας κατεδικάσθησαν»,  εφημ. Μακεδονία, 17/1/1931
[3] «Τι αποκαλύπτεται από το κατασχεθέν αρχείον των αρχειομαρξιστών. Πρόκειται περί αντιδραστικής οργανώσεως η οποία εσκόπει να φέρη αναστάτωσιν εις ολόκληρην την χώραν. Εντός της ημέρας  η ανάκρισις θα προβή εις νέας σοβαρότατας αποκαλύψεις», εφημ. Μακεδονία, 21/1/1931
[4] Βλ. «Μια συνταρακτική αποκάλυψις: η συλληφθείσα αρχειομαρξίστρια Άννα Κάτση είνε κόρη του εκατομμυριούχου Λεβή. Αι μυθιστορηματικαί περιπέτειαι και η δράσις της. Πως εδραπέτευσεν από τας Αθήνας», εφημ. Μακεδονία, 22/1/1931
[5] Την πλευρά αυτήν ακριβώς θα αναδείξει ο αρχειομαρξιστικός λόγος υπερασπίζοντας το μέλος της Οργάνωσης, βλ. «Ανακοινωθέν Αρχειομαρξιστών», Εφημερίς των Βαλκανίων, 23/1/1931
[6] Βλ. Πάρις Παπαμίχος Χρονάκης, Ζώντας μαζί στην υστεροοθωμανική Θεσσαλονίκη. Όροι, όρια και νοήματα μιας αστικής κοινωνικότητας, 14η Θερινή Συνάντηση Μεταπτυχιακών Φοιτητών Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Ρέθυμνο, 1719 Ιουλίου 2009

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Μπάνια και ελεύθερη κατασκήνωση στην Ελλάδα του μεσοπολέμου

Κώστας Παλούκης, 
ανακοίνωση στο Κάμπινγκ Ανιρέσεις Ιούλιος 2010

Η ιδέα του κάμπινγκ και ακόμη περισσότερο του ελεύθερου κάμπινγκ, όπως εμφανίστηκε την σύγχρονη εποχή σχετίζεται με την κριτική στον καπιταλιστικό βιομηχανικό, αστικό και ευρύτερα μοντερνικό πολιτισμό. Ο πολιτισμός της πόλης και της τεχνολογίας γίνεται αντιληπτός ως αντιπαραθετικός με τον παραδοσιακό της υπαίθρου και της φύσης. Στον αγροτικό παραδοσιακό πολιτισμό θεωρείται πως ο άνθρωπος βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τις δυνάμεις της φύσης, ενώ στον αστικό βιομηχανικό πολιτισμό βρίσκεται σε ρήξη και απομάκρυνση από τη φύση και για αυτό αισθάνεται ένα είδος αλλοτρίωσης που του γεννά την τάση «επιστροφής στη φύση». Αυτή η τάση γεννά μια νέα κουλτούρα ή καλύτερα υποκουλτούρα που επιλέγει την προσωρινή καλοκαιρινή φυγή από την πόλη και τη δημιουργία προσωρινών καταυλισμών και κατασκηνώσεων κοντά σε παραλίες, ποταμούς ή λίμνες είτε με οργανωμένο τρόπο είτε με ελεύθερο τρόπο.
Η προσωπική βιωματική σχέση του γράφοντος ίσως να βοηθάει στην κατανόηση αυτής της σχέσης μοντέρνου/παραδοσιακού, τη συναίσθηση της «αλλοτρίωσης» και τη γένεση του αισθήματος επιστροφής. Συγκεκριμένα ο πατέρας μου είναι μεγαλωμένος σε ένα χωριό της Αιτ/νίας. Οι αφηγήσεις του στα σημερινά οικογενειακά συμπόσια για τα παιδικά του χρόνια βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την καθαρά μοντερνική εικόνα του επαγγέλματός του. Ο υπάλληλος του ΟΤΕ που στην εικόνα του γιού του είναι ταυτισμένος με λαμπάκια που αναβοσβήνουν και γιγάντια μηχανήματα σε τεράστιες αίθουσες με τα οποία «συνδέεται καλωδιακά» για να τα επισκευάσει, μηχανικούς ήχους, συναγερμούς και τηλέφωνα, αφηγείται ιστορίες για τις δουλειές στα χωράφια, στο πότισμα ζώων και αλόγων, περιγράφουν ίππευση και παιχνίδι με τα ζώα, ψάρεμα και κολύμπι στη θάλασσα, προσωρινή καλοκαιρινή «κατασκήνωση» κοντά στα πεδινά χωράφια, φόβο για τις δυνάμεις της φύσης, τις νεράιδες, τα φαντάσματα κλπ. Οι θερινές διακοπές στο χωριό σηματοδοτούν ακριβώς την δική του ανάγκη για επιστροφή σε έναν κόσμο με ρυθμούς και δομές λιγότερο εντατικοποιημένες και πιο οργανικά ενταγμένες στον αγροτικό παραδοσιακό πολιτισμό. Η ανάγκη για την επιστροφή στη φύση με έναν άλλο τρόπο δεν υφίσταται γιατί καλύπτεται με έναν πιο οικείο τρόπο. Μάλιστα, το κάμπινγκ φαντάζει μάλλον μοντέρνο και ξένο σε μια κουλτούρα επιστροφής στο χωριό με όρους πετυχημένου επαγγελματικά και οικονομικά. Αντίθετα, τώρα η δεύτερη γενιά αποκομμένη βιωματικά από το χωριό αναζητά άλλους δρόμους βίωσης της επιστροφής στην παράδοση και την φύση. Οι παιδικές κατασκηνώσεις αρχικά και κατά τη νεανική ηλικία στη συνέχεια το κάμπινγκ και το ελεύθερο κάμπινγκ ακόμη περισσότερο συνιστά ένα είδος διεξόδου.
Συνεπώς, κατά την εποχή του βιομηχανικού και αστικού κόσμου η απόσταση από τη φύση γεννά και την έννοια επιστροφή στη φύση, δηλαδή κατασκήνωση, ζωή μέσα στη φύση, γνώση της φύσης ειδικά για την παιδική ηλικία, μπάνια, εκδρομές σε εξοχικές περιοχές με ίσκιο, συλλογική κίνηση. Αυτή η τάση με αυτό το περιεχόμενο διαπερνά όλα τα στρώματα και τις τάξεις του αστικού χώρου από πολύ νωρίς. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και σε όλο τον 20ο αιώνα οι Αθηναίοι οργανώνουν εκδρομές τις καλοκαιρινές Κυριακές στις παραλίες, σε ειδυλλιακές περιοχές έξω από το άστυ, όπως στην Κολοκυνθού. Με κοφίνια γεμάτα πάνω σε άμαξες διαφόρων λογής φαγητών και αλκοολούχων ποτών κυρίως ρετσίνα, με όργανα δημιουργούν κάτω από τους ίσκιους ζωντανές παρέες. Οι περιγραφές αυτών των εξόδων και οι αφηγήσεις στον τύπο της εποχής, στα διηγήματα και στις αναμνήσεις διαπερνώνται από το ρομαντικό κλίμα που χαρακτηρίζει την Βelle Époque των Αθηνών και χαρακτηρίζει την ποιητική και λογοτεχνική ρομαντική Σχολή των Αθηνών με τη φυγή στο αυθεντικό, το αισθητικό, στο μεσαιωνικό, στο αγροτικό, το βουκολικό. Λανθάνει πάντα ο ρομαντικός ερωτισμός. Σε αυτές τις εκδρομές κυρίως συμμετέχουν νέοι μαθητές και φοιτητές από όλα τα στρώματα.

Σημαντικός ίσως σταθμός στην ιδέα και την πρακτική της επιστροφής στην φύση είναι ο προσκοπισμός που έρχεται στην Ελλάδα αρκετά νωρίς περίπου στα 1910. Οργανώνει εκδρομές και κατασκηνώσεις για παιδιά και νέους με χαρακτήρα, θα έλεγε κανείς, αυτοοργάνωσης και επιβίωσης μέσα στη φύση. Με τον προσκοπισμό η επιστροφή στη φύση συνδέεται με την εκπαίδευση, την ηθικοπλαστική διαμόρφωση των νέων. Λαμβάνει χώρα σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο διαφορετικό από τον ρομαντισμό, αυτό του μιλιταρισμού. Ο μιλιταρισμός, βασισμένος στην ιδέα του δυνατού ανθρώπου που επιβιώνει σε συνθήκες δύσκολες μέσω της συλλογικής και ιεραρχικής οργάνωσης, της λατρείας του υγιούς σώματος, με τη σαφή διάκριση των έμφυλων ρόλων σε σχέση με τη φύση με βάση τις κυρίαρχες ιδεολογίες. Ο προσκοπισμός εκφράζει το μιλιταριστικό κλίμα που κυριαρχούσε πριν τον Α Παγκόσμιο πόλεμο στις αγγλοσαξονικές χώρες και κυρίως στην Αγγλία και τη Γερμανία με την οικοδόμηση του νέου βιομηχανικού εργάτη-ανθρώπου μηχανής που αντανακλά στην ανάγκη και στα πρότυπα της βιομηχανικής εποχής. Εδώ να σημειώσουμε ως στοιχεία αυτού του μιλιταριστικού πνεύματος τις έννοιες γυμνισμός, λατρεία του γυμνού σώματος, αρχαιοελληνισμός, σπαρτιατικό πρότυπο, άθληση. Ο νέος άνθρωπος ολοκληρώνεται διανοητικά-πνευματικά, υποταγμένος στην ιεραρχία, με τετραγωνισμένο σώμα (τότε εμφανίζεται η σουηδική γυμναστική). Πρότυπο δεν είναι λοιπόν οι ρομαντικές περιπλανήσεις και οι έρωτες, αλλά ο αρχέγονος βίαιος και δυνατός άντρας. (να σημειώσουμε εδώ κάποιες έννοιες όπως νιτσεισμός-υπεράνθρωπος). Μετα τον Μεγάλο Πόλεμο τα φασιστικά καθεστώτα σχεδιάζουν και οργανώνουν νεολαίες με αυτό το χαρακτήρα επηρεασμένοι και εξελίσσοντας το μοντέλο του προσκοπισμού. Είναι γνωστή η σχέση γερμανών φασιστών με ιδρυτή του προσκοπισμού. Ο φασισμός υιοθετεί την αντιδραστική αυτή μοντέρνα επιστροφή στη φύση.
Στην Ελλάδα οι προσκοπικές δράσεις εξαπλώνονται πολύ γρήγορα μεταπολεμικά σε όλες τις πόλεις και τις γειτονιές, ακόμη και τις λαϊκές, π.χ. Περιστέρι, Καισιαριανή κλπ. Η μεταξική δικτατορία και η ιδεολογία του τρίτου ελληνικού πολιτισμού ορίζει με έναν ελληνικό τρόπο την επιστροφή στη φύση. Το ρεύμα της νέας αυθεντικής ελληνικότητας που χαρακτηρίζει την δεκαετία του 1930 στη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική αναδεικνύεται με τη λατρεία του ελληνικού τοπίου. Το καθεστώς ιδρύει πολιτιστικούς εκδρομικούς ομίλους που συνεχίζουν την παράδοση των κυριακάτικων εκδρομών μπάνια, αλλά και γλέντια με την ευλογία και την οικονομική ενίσχυση του κράτους. Χαρακτηριστικό του νέου κλίματος και ιδέας είναι η αναδάσωση με μαζική συμμετοχή βουνών και λόφων της Αττικής με πεύκο (το αττικό δέντρο), όπου πολίτες συμμετέχουν εθελοντικά με χαρακτήρα εκδρομής σε αυτό το έργο. Ο γυμνισμός ποτέ δεν μπόρεσε να λάβει στην Ελλάδα του μεσοπολέμου να επικρατήσει ως μοντέρνα ιδέα. Παρόλαυτά μπορεί κανείς να δει στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης πολλές φωτογραφίες με γυμνές γυναίκες με χαρακτήρα οριακά πορνογραφικό, κάτι που μάλλον θα ήταν αδιανόητο για τα ελληνικά πράγματα μετά τον Εμφύλιο στην Ελλάδα, όπου μάλλον κυριαρχεί, θα έλεγε κανείς, ένας βαθειά ηθικός αντιμοντερνικός συντηρητισμός στον ελληνικό αστισμό.
Η εκκλησία είναι ο άλλος εκείνος θεσμός που οργανώνει κατασκηνώσεις για νέους κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται από τις εφημερίδες της εποχής η επιστροφή στη φύση και η άρνηση του αστικού βιομηχανικού πολιτισμού μέσω ενός χριστιανικού λόγου που αποζητά την ισότητα, την κοινοτική ζωή, τις απολαύσεις της φύσης και που βέβαια αφορά κυρίως αστικά στρώματα, ακόμα και μεγαλοαστικά.

εφημερίδα το Ελεύθερον Βήμα
Η αντίθεση μοντέρνου και παραδοσιακού διαπερνά και άλλες συνθήκες. Για παράδειγμα στον μοντέρνο βιομηχανικό κόσμο υπάρχει διάσπαση, ενώ στον παραδοσιακό ενότητα του χρόνου και χώρου εργασίας και αναπαραγωγής ως ενιαίες καθημερινές ασχολίες της καθημερινότητας άμεσα σχετισμένες με το σπίτι. Στο αγροτικό παραγωγικό μοντέλο υπάρχει αυτονομία και έλεγχος από τον παραγωγό της εργασίας και του σώματος/ ως το κατεξοχήν εργαλείο. Η υποταγή είτε στον έμπορο είτε στον πολιτικό/τοκιστή είναι έμμεση. Αντίθετα, στο βιομηχανικό και καθαρά καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής η εργασία και το ανθρώπινο παραγωγικό δυναμικό βρίσκονται υποταγμένα άμεσα στο κεφάλαιο. Συνεπώς, στο αγροτικό μοντέλο υπάρχει ελευθερία στο χρόνο και στον έλεγχο του σώματος και κατά ένα τρόπο ο παραγωγός ελέγχει ο ίδιος τις ισορροπίες συνεπώς και τους όρους προστασίας. Αντίθετα, στις μισθωτές σχέσεις η ελευθερία και το σώμα του παραγωγού είναι νοικιασμένα στον εκμισθωτή της εργατικής δύναμης. Η ελευθερία του χρόνου, η αυτονομία στην οργάνωση της διαδικασίας της παραγωγής είναι ζητήματα άμεσης διεκδίκησης και αντίθεσης. Προκαλείται καταπόνηση του σώματος και της ψυχικής ισορροπίας, μερικές φορές καταστροφή. Το ζήτημα της υγείας συνεπώς εμφανίζεται ως σχετικό με την τάση χειραφέτησης και της απελευθέρωσης. Μέσα από τον δρόμο της υγείας εμφανίζεται και η τάση επιστροφής στην φύση, οι διακοπές, η κατασκήνωση και ο κοινοβιακός τρόπος οργάνωσης των καλοκαιρινών διακοπών.

Θα έλεγε κανείς ότι τα εργατικά στρώματα οργανώνουν και επιστρέφουν στη φύση με τους δικούς τους πολύ διαφορετικούς όρους. Συγκεκριμένα, από την δεύτερη δεκαετία του 1910 και σε όλον το ελληνικό μεσοπόλεμο εργατικά σωματεία οργανώνουν εκδρομές, γλέντια, μπάνια που διατηρείται και μεσοπολεμικά. Σε αυτές τις εκδρομές η διασκέδαση συνδέεται με την εργατική διαφώτιση και τις πολιτικές συζητήσεις. Οι αριστερές οργανώσεις: σοσιαλιστικές νεολαίες, Δρακούλης, κομμουνιστική νεολαία Αθηνών (1917), εφημερίδα κομμουνισμός, Αρχειομαρξιστές χρησιμοποιούσαν τις εκδρομές και τη φύση για την στρατολόγηση νέων μελών. Τα μαθήματα των αρχειομαρξιστών για παράδειγμα διεξάγονταν στην ύπαιθρο. Εξωκομματικές οργανώσεις, όπως οι όμιλοι εκδρομών, χρησίμευαν ακριβώς σε πιο στενή παρακολούθηση και προπαγάνδα. Είχαν ιδρυθεί δύο εκδρομικοί σύλλογοι, ο «Όμιλος Εκδρομών Νέων» και ο «Όμιλος Εκδρομών Νέων και Νεανίδων» που διοργάνωναν εκδρομές στα Μελίσσια Αττικής, στη Χελιδονού, την Αγία Βαρβάρα στο Αιγάλεω, στη θάλασσα κ.α. Οι εκδρομικοί σύλλογοι συνέδεαν την διασκέδαση με επαναστατικά τραγούδια, πολιτικές και θεωρητικές συζητήσεις και την κοινωνικοποίηση-πολιτικοποίηση με την εκπαιδευτική διαδικασία. Ο Γιάννης Ποντίκης γράφει πως για πολλά χρόνια οι εκδρομικοί αυτοί σύλλογοι συγκέντρωναν μεγάλο αριθμό νέων και κοριτσιών, εργατών, υπαλλήλων, φοιτητών και μαθητών. Ο Φοίβος Αναστασιάδης θυμάται πως στις αρχές της δεκαετίας του 1930 συμμετείχε σε εκδρομές στη θάλασσα, σε εργοστάσια όπου συζητούσαν για τον τρόπο με τον οποίο θα ελέγχεται η παραγωγική διαδικασία από τους εργάτες στον σοσιαλισμό, σε νοσοκομεία, όπως του Συγγρού και της Σωτηρίας, που συζητούσαν για την κατάσταση της εργατικής τάξης και για ζητήματα ηθικής. Η φύση ως χώρος ελεύθερος από τον έλεγχο της αστυνομίας, αλλά και ταυτόχρονα ως πεδίο απελευθέρωσης από τον καταπιεστικό αστικό χώρο μετατρέπεται σε όργανο και εργαλείο της χειραφετητικής πάλης.
Μια άλλη πρακτική πολύ κοντινή στις σημερινές διακοπές ήταν η μεταστέγαση από το χειμερινό σπίτι στο ορεινό σπίτι στο χωριό στο θερινό σπίτι στην πεδιάδα. Αυτή η μετεγκατάσταση μέχρι ένα σημείο σχετιζόταν με τις ανάγκες των αγροτικών εργασιών, από ένα σημείο και πέρα σχετιζόταν με έναν θερινό τρόπο ζωής που εμπεριείχε και τα μπάνια στη θάλασσα. Τα σπίτια στην πεδιάδα είχαν το χαρακτήρα καλύβας σε αντίθεση με τον «αρχοντικό» χαρακτήρα των σπιτιών στο χωριό. Συγκεκριμένα, το χωριό Σχίνοι ή Μπισχίνι που σήμερα ανήκει στον δήμο Ζαχάρως είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Υπάρχει το χωριό με τα ωραία λιθόκτιστα διώροφα σπίτια που αποδεικνύουν τον πλούτο των κατοίκων τους και υπάρχουν και τα καλυβόσπιτα στον Μπισχινόκαμπο, κοντά στην παραλία στα οποία μετοικούσαν το καλοκαίρι. Η παράδοση αυτή κρατά από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα που η περιοχή λόγω της σταφίδας βρισκόταν σε οικονομική και πολιτιστική ακμή. Πάντως μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία μπορούσε κανείς να βλέπει στην παραλία ηλικιωμένους άντρες, αλλά και ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού. Γυναίκες με αγροτικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που δύσκολα θα επέτρεπαν σε έναν άνθρωπο της πόλης να φανταστεί στην παραλία. Για παράδειγμα οι αντίστοιχες γυναίκες σε ένα χωριό της Αιτ/νίας ή της Ηπείρου ποτέ δε θα είχαν νιώσει ίσως τη θάλασσα. Ο πρώιμος εξαστισμός της περιοχής και οι προσλαμβάνουσες σίγουρα από τον Καϊάφα διαμόρφωσαν πολύ νωρίς τόσο ένα είδος χειραφέτησης της γυναίκας από ηθικούς καταναγκασμούς όσο και μια κουλτούρα θαλάσσιων μπάνιων.
Ένα άλλο στοιχείο πολύ στενό με την εργατική πάλη είναι τα μπάνια για λόγους υγείας. Τα εργατικά στρώματα από τη μία ενσωματώνουν τον κυρίαρχο λόγο περί υγιεινής αλλά από την άλλη καταπονημένα από τα βάρη της μισθωτής εργασίας, τις φυλακές, τις εξορίες, τις αρρώστιες, φυματίωση κλπ. αναπτύσσουν έναν δικό τους διεκδικητικό λόγο για την σωματική/ψυχική καταστροφή τους και τις αρρώστιες τους και φεύγουν τα καλοκαίρια για μπάνια σε λουτρά. Το ρεύμα αυτό ίσως να προέρχεται από τις αγροτικές περιοχές. Πάντως στο μεσοπόλεμο τα αγροτικά στρώματα συμμετέχουν εξίσου στο αναπτυσσόμενο κίνημα των λουτρών. Σε όλες τις θέρμες σε βουνά και λίμνες μαζεύονται κατασκηνωτές που οργανώνουν καλοκαιρινές κοινότητες μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες οι οποίοι διαμένουν αρκετούς μήνες τα καλοκαίρια μαζί με τα παιδιά τους.
Το κίνημα αυτό παρατηρείται ήδη από την εποχή του Τρικούπη. Οι κυβερνήσεις του είναι οι πρώτες οι οποίες οργανώνουν και βελτιώνουν τις εγκαταστάσεις γύρω από αυτές τις θέρμες. Όμως τον μεσοπόλεμο οι κυβερνήσεις δημιουργούν πιο σημαντικές εγκαταστάσεις. Αιδηψός, Λουτράκι, Καϊάφας, Μέθανα, Χίος, Μυτιλήνη, Ικαρία, Εύβοια, Κύθνος, Μήλος, Υπάτη, Καμένα Βούρλα, Σέδες, κ.α. δεκάδες σημεία συγκεντρώνουν τα καλοκαίρια χιλιάδες λουομένους τα καλοκαίρια. Όσο προχωράει ο μεσοπόλεμος το κίνημα προς τα καλοκαιρινά λουτρά γίνεται όλο και πιο μαζικό. Στα 1938 ο τύπος της εποχής υπολογίζει ότι κάθε καλοκαίρι περίπου 1.000.000 λουόμενοι περνάνε από όλα τα κέντρα. Στα 1925 εταιρεία αναλαμβάνει να δημιουργήσει ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις στα λουτρά του Καϊάφα. Ο τύπος γεμίζει με αναφορές για την εξέλιξη και την πρόοδο. Στα άλλα Λουτρά οι εγκαταστάσεις είτε έχουν το χαρακτήρα της ελεύθερης κατασκήνωσης είτε υπάρχουν κάποια υποτυπώδη κτίσματα φτιαγμένα από τους δήμους και το κράτος.
Το εργατικό κίνημα διεκδικεί οργανωμένα το δικαίωμα των εργατών να συμμετέχουν στα λουτρά. Οι αρχειομαρξιστές οργανώνουν τα καλοκαίρια δικές τους κατασκηνώσεις-κοινότητες στα βουνά για τους φυματικούς της οργάνωσης και των σωματείων που ελέγχουν. Ταυτόχρονα, η Γενική Συνομοσπονδία Αναπήρων πολέμου που ελέγχεται από τους αρχειομαρξιστές θέτει κεντρικό σύνθημα την δωρεάν και επιδοτούμενη από το κράτος συμμετοχή των αναπήρων στα λουτρά. Και είναι μια από τις πρώτες σημαντικές κατακτήσεις αυτό που θα περιγράψουμε αργότερα ως κοινωνικού τουρισμού, αν και εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο της υγιεινής. Τα εργατικά και αγροτικά στρώματα τα οποία ζώντας σε λαϊκές γειτονιές με την φύση να παραμένει ακόμα εχθρός, καθώς οι φυσικές καταστροφές, η έλλειψη νερού, η έλλειψη επικοινωνίας και μεταφοράς, η απουσία τεχνικών μέσων στην εργασία δεν αισθάνονται ακριβώς με τους ίδιους ιδεολογικούς όρους την ανάγκη επιστροφής στην φύση. Ζουν μέσα στην φύση και αυτό τους είναι πρόβλημα.
Μεταπολεμικά, παρότι η κοινωνία συντηρητικοποιείται μετά τον εμφύλιο πόλεμοοι εκδρομές γνωρίζουν μια νέα άνθηση, στη δεκαετία του 1960. Τότε, εισέρχεται και ο τουρισμός. Μετά το 1968 οι ηττημένοι νέοι του Μάη του 1968 ανακαλύπτουν τις ελληνικές θάλασσες. Στα διάσημα Μάταλα δημιουργούνται οι κοινότητες των Σπηλαίων. Γυμνισμός, ναρκωτικά, ελεύθερο κάμπινγκ, ελεύθερο σεξ είναι τα στοιχεία της σεξουαλικής απελευθέρωσης και επαναστατικής κριτικής στον αστικό και αγροτικό συντηρητισμό που προκαλούν τον ηθικό πανικό στους ντόπιους αγροτοποιμένες κρητικούς, αλλά και στους μικροαστούς της πόλης του Ηρακλείου. Μέσα μια δεκαετία όμως οι ντόπιοι όχι μόνο θα αποδεχτούν και θα προσαρμοστούν, αλλά και ανακαλύψουν στον τουρισμό έναν τρόπο προσπορισμού κερδών. Το κράτος θα ανακαλύψει τον τουρισμό και θα επιχειρήσει να τον μετατρέψει σε βιομηχανία απαγορεύοντας το ελεύθερο κάμπινγκ.
Συνειδητοποιεί, κανείς λοιπόν πως η ελεύθερη κατασκήνωση, η επιστροφή στη φύση, τα θερινά μπάνια δεν είναι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε στην ελληνική κοινωνία το 1980 με τα διάσημα «Μπάνια του λαού». Συγκεκριμένα οι έλληνες επέστρεφαν ή ζούσαν στην φύση επιλέγοντας τον οργανωμένο κοινοτικό τρόπο. Αυτός ο τρόπος και αυτή η κουλτούρα βρίσκονται βέβαια και υλικά και ιδεολογικά πολύ μακριά από το σύγχρονο ελεύθερο κάμπινγκ που είναι παιδί του 68. Σε κάθε περίπτωση όμως μέσα από διαφορετικό ταξικό πρίσμα, ιδεολογικούς προσανατολισμούς και διαφορετικές ρητορικές πραγματοποιούν κάτι παρόμοιο. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η εξιδανίκευση της επιστροφής στην παράδοση και την φύση «ξεχνάει» ότι στις παραδοσιακές κοινωνίες η καθημερινότητα ήταν εξαιρετικά βάρβαρη και η φύση γινόταν αντιληπτή ως εχθρός για τον άνθρωπο.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Καλό αγωνιστικό Σεπτέμβρη σύντροφοι…

Κώστας Παλούκης

Η νέα εργατική βάρδια που εντάχθηκε στην παραγωγή την δεκαετία του 1920, ιδιαίτερα τα τμήματά της που στρατεύτηκαν στην αριστερά και οργανώθηκαν στα συνδικάτα, όλοι αυτοί είδαν και έζησαν μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να βελτιώνεται η ζωή τους μέσα από τους ίδιους τους αγώνες τους. Όροι εργασίας, κοινωνικές ασφαλίσεις, υποδομές, σπίτια, κοινωνικό κράτος, παρά τα μεγάλα προβλήματα και τον κρατικό αυταρχισμό έως και φασισμό, έκαναν την Ελλάδα στις παραμονές του παγκοσμίου πολέμου να είναι μια πολύ διαφορετική χώρα από αυτή που άφησαν οι συνέπειες των πολέμων και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αυτή ακριβώς η δυναμική, παρότι μπήκε στον πάγο για 4 χρόνια, διατήρησε τις ρωγμές, τις μνήμες και τις αντιθέσεις ενός κόσμου που αγωνίζεται και διεκδικεί συλλογικά έχοντας ως όραμα μια άλλη κοινωνία. Η ίδια και η επόμενη γενιά έφτιαξαν το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Παρά την μεγάλη ήττα του 44 και του 49 την ίδια αίσθηση της βελτίωσης των υλικών και πνευματικών όρων διαβίωσης και εργασίας είχαν τόσο η μεταπολεμική, με τους αγώνες της δεκαετίας του 1960, αλλά και η μεταπολιτευτική εργατική βάρδια και οι αγωνιστές της αριστεράς, παρά την δικτατορία. Με τους αγώνες τους αυτοί που έφτιαχναν τον κόσμο με τα ίδια τους τα χέρια, αλλάζανε τον κόσμο αυτόν και τον έκαναν καλύτερο. Η 18 Οκτώβρη 1981, για όσους ρίξουν έστω και μια επιφανειακή ματιά στο σύνολο του δημοκρατικού τύπου της εποχής, δηλαδή η μέρα της Αλλαγής, ήταν ακριβώς η επιβεβαίωση χιλιάδων ελπίδων. Όλοι αυτοί πίστευαν ότι ζούσαν ένα νέο σημαντικό σταθμό στο μεγάλο δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Η ελληνική κοινωνία φαινόταν να μπορεί να πιάσει το όραμα, φαινόταν ότι οι δυστυχίες του παρελθόντος άνηκαν πια στους ιστορικούς. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν λόγους να είναι στρατευμένοι στην αριστερά ολόψυχα. Να συμμετέχουν στις διαφωνίες, στις συγκρούσεις, στις αντιπαραθέσεις, να θυσιάζουν απολαύσεις της προσωπικής ζωής, γιατί ακριβώς η ζωή τους άλλαζε και φαινόταν ότι μπορούσε να αλλάξει και άλλο μόνο και αποκλειστικά μέσα από το συλλογικό αγώνα ακολουθώντας απλά το όραμα του κομμουνισμού. Το κιβώτιο παρέμενε γεμάτο παρά τις τόσες ήττες…
Η νέα εργατική βάρδια που εντάχθηκε στα πανεπιστήμια και την παραγωγή την δεκαετία του 1990 και του 2000, ιδιαίτερα τα τμήματα που οργανώθηκαν στην αριστερά, οι νέοι αυτοί αγωνιστές βιώνουν μια εντελώς διαφορετική σχέση με τη στράτευσή τους. Για όλους αυτούς κάθε ηρωική μάχη, κάθε αγώνας – όσο όμορφος και συλλογικός μπορεί να είναι – απλά βάζει ένα φρένο σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία επιδείνωσης και χειροτέρευσης της ζωής τους, απομακρύνει για λίγο και προς το παρόν το αδιέξοδο. Τα εξεταστικά, η μάχη ενάντια στο νόμο Γιαννίτση, το κίνημα στα πανεπιστήμια και στα σχολεία, το κίνημα ενάντια στο νόμο πλαίσιο και τη συνταγματική αναθεώρηση είναι μάχες οπισθοχώρησης.
Οι Ούνοι του Μάη και του Ιούνη δεν είναι παρά μαχητές που πεθαίνουν ηρωικά έξω από τη Μαδρίτη εμποδίζοντας για μια μέρα ακόμα να μπουν στην πόλη οι εχθροί. Αυτοί οι νέοι κουβαλούν στην πλάτη τους την ήττα και βαδίζουν με αυτή. Πολλές φορές τους καταπλακώνουν οι συσχετισμοί και άλλες φορές τους απογειώνουν. Αλλά τώρα οι συσχετισμοί είναι τόσο βαριοί, πολλές φορές αβάσταχτοι… το αδιέξοδο είναι μπροστά, ορθώνεται ολόρθο…
οι χιλιάδες κομμουνιστές που είδαν το εκτελεστικό απόσπασμα στα μάτια τους διάβαζαν στη θυσία τους την ευτυχία του επαγγελλόμενου μέλλοντος… ίσως αυτή η θυσία να ήταν πιο εύκολη – τι θράσος να το ξεστομίζει κανείς αυτό , ε! – ίσως όμως η θυσία αυτή να ήταν πιο εύκολη από το πρωινό ξύπνημα για μια απεργιακή φρουρά αυτό εδώ το καλοκαίρι, από την απογευματινή συμμετοχή στην διαδήλωση, από την απεργία στη δουλειά…
και εάν οι πραγματικοί υπεύθυνοι της ήττας αλαζονικοί και υπερφίαλοι απαξιώνουν και χρεώνουν σε αυτή τη νέα γενιά της δική τους αποτυχία αναπολώντας τη δική τους μεγάλη επιτυχημένη αριστερά που χάσανε … τους γυρίζουμε την πλάτη γιατί αυτοί είναι οι ηττημένοι… αυτοί είχαν τα εκατομμύρια κομμουνιστών που έχτιζαν τον σοσιαλισμό στον μισό πλανήτη και εμείς μόνο … την μικρή Μαριναλέντα…
γιατί εμείς κάθε μέρα, κάθε στιγμή αγώνα βρίσκουμε από μόνοι μας τη δύναμη να σηκώνουμε το όραμα από το χώμα και με αυτό γεμίζουμε το κιβώτιο που μας αδειάσανε άλλοι… και μετά το στηρίζουμε πάλι στους ώμους βέβαιοι πως ο δρόμος που ακολουθούμε είναι τουλάχιστον ο δικός μας δρόμος…

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

το συνδικαλιστικό κίνημα, η κρίση του 1932 και το κίνημα του 36

Από τις απαρχές της συγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος τέθηκε το ζήτημα της πολιτικής και
οργανωτικής ενότητας. Στα τέλη του 19ου αιώνα δημιουργείται στην Αθήνα και σε  στην Ελλάδα ο συντεχνιακός συνδικαλισμός που διέπεται με όρους ηθικής της εργασίας. Καπνοπώλες, καφεπώλες, κουρείς, ζαχαροπλάστες, ιχθυοπώλες, κλπ. οργανώνονται σε σωματεία. Στον Πειραιά παρότι υπάρχουν
βιομηχανοποιημένες δομές, και εκεί ο συνδικαλιστικός λόγος κυριαρχείται καιηγεμονεύεται από προβιομηχανικούς όρους. Στις αρχές του 20ου αιώνα το κίνημααυτό αποκτά Παμπειραϊκή και Παναθηναϊκή οργάνωση. Συνδέεται άρρηκτα με το ΔηλιγιαννικόΚόμμα και οι πιο σημαντικές πολιτικές παρεμβάσεις του κινήματος είναι στα Ευαγγελικά– Ορεστιακά, στα Σανιδικά και φυσικά στις απεργίες που ακολούθησαν το κίνημαστο Γουδί. Από αυτό το προβιομηχανικό συνδικαλιστικό κίνημα ξεσπούν δυναμικές απεργίες τη δεκαετία του 1890 σε Αθήνα και νησιά, ενώ τη δεκαετία του 1910 υπάρχουν σημαντικές απεργίες, αλλά και εξεγέρσεις, όπως π.χ. στη Σέριφο. Η Φεντερασιόν είναι μια άλλη οργάνωση στη Θεσσαλονίκη που ιδρύεται στα 1908. Δημιουργείται όμως σε εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό και πολιτικό περιβάλλον, αυτό το πολυπολιτισμικό της Θεσσαλονίκης Έχει διεθνιστικό και σοσιαλιστικό χαρακτήρα και εκφράζει κυρίως το εβραϊκό στοιχείο, ενώ οι προκηρύξεις της κυκλοφορούν σε 4 γλώσσες. Συσπειρώνει εξίσου εργάτες προβιομηχανικής παραγωγικής δομής, αλλά δεν είναι ο κόσμος του μικροεργαστηρίου. Είναι εργάτες σε μεγάλα εργαστήρια ή εργοστάσια κεραμοποιίας, καπνεργασίας, κλωστοϋφαντουργίας, υποδηματοποιίας. Μια τρίτη συνδικαλιστική παράδοση, καθαρά συντεχνιακή και προερχόμενη απευθείας από τις μεσαιωνικές συντεχνίες διατηρείται σε όλες τις μεγάλες βιοτεχνικές πόλεις της Μακεδονίας, όπως για παράδειγμα στην Έδεσσα. Το αθηναϊκό παλαιοελλαδίτικο κίνημα των συντεχνιών, όπως αυτό εξελίσσεται την περίοδο μετά το 1916, η διεθνιστική παράδοση της Φεντερασιόν και ο πολιτισμός των συντεχνιών στην ύπαιθρο είναι οι παραδόσεις που θα συνθέσουν στα 1918 το νέο συνδικαλιστικό κίνημα της ΓΣΕΕ.


Η περίοδος στη οποία ιδρύεται η ΓΣΕΕ σχετίζεται άμεσα με την κατάσταση του Εθνικού Διχασμού και του πολέμου που αντιμετωπίζει η χώρα. Ταυτόχρονα, συνδεόταν με τις γενικότερες αναδιαμορφώσεις στην κοινωνική δομή που σχεδίαζε ο Βενιζέλος με την εργατική πολιτική και εργατική νομοθεσία που εγκαινίασε ήδη από το 1911. Στην Αθήνα επικρατούν στα σωματεία αντιβενιζελικοί και αρκετοί αντιβενιζελικοί σοσιαλιστές, στον Πειραιά βενιζελικοί, ενώ στη Θεσσαλονίκη η Φεντερασιόν παρά τις ταλαντεύσεις τοποθετείται στο ζήτημα του πολέμου με το αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Οι πρώτοι σοσιαλιστές βουλευτές έχουν εκλεγεί με το αντιβενιζελικό ψηφοδέλτιο συσπειρωμένοι πίσω από την ουδετερότητα στο ζήτημα του πολέμου. Με την ίδρυση του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ ο Βενιζέλος επιδιώκει
να κερδίσει το συνδικαλιστικό κίνημα, να αποκτήσει νέους συμμάχους και να δημιουργήσει ένα συναινετικό κλίμα στα επεκτατικά του σχέδια. Ως εκ τούτου, η συγκρότηση της τριτοβάθμιας οργάνωσης σε επίπεδο συνομοσπονδίας δεν προέκυψε μέσα από διαδικασίες κινηματικές, ούτε ήταν η φυσική εξέλιξη ενός κινήματος ισχυρών ομοσπονδιών. Υπήρχαν τα Εργατικά Κέντρα, υπήρχαν κάποιες Ομοσπονδίες, υπήρχαν πολλά σωματεία, αλλά σε κάθε περίπτωση η ΓΣΕΕ συγκροτείται «από τα πάνω» υπηρετώντας το αποτυχημένο αρχικά σχέδιο του Βενιζελισμού για έναν «προληπτικό» έλεγχο του εργατικού κινήματος. Αρκετά αυτονομημένες οι διαδικασίες από την εργατική βάση, αμέσως έλαβαν έντονα κομματική διάσταση. Οι σοσιαλιστές όντας οι πιο ισχυροί λόγω Φεντερασιόν και σε συμμαχία με αντιβενιζελικούς κατακτούν την ηγεσία και συνδέουν τη νέα Συνομοσπονδία οργανικά με το ΣΕΚΕ. Στα 1920, οι βενιζελικοί υπό τον Μαχαίρα από τον Πειραιά διασπούν την ΓΣΕΕ καλώντας δεύτερο Συνέδριο, ενώ τον ίδιο μήνα καλεί επίσης σε δεύτερο συνέδριο η Επιτροπή των Αθηνών. Η μετεξέλιξη του ΣΕΚΕ σε ΚΚΕ θα αναδιατάξει τις συμμαχίες εντός του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς δημιουργούνται τρία διακριτά συνδικαλιστικά ρεύματα, το κομμουνιστικό, το σοσιαλδημοκρατικό και το συνδεμένο με τον βενιζελισμό. Το σοσιαλδημοκρατικό παραμένει διασπασμένο σε δύο παρατάξεις, ενώ σύντομα θα αναδειχθούν και οι αρχειομαρξιστές. Στα 1925 η αποσύνδεση της ΓΣΕΕ από το ΣΕΚΕ θα σημάνει αυτή την αναδιάταξη συμμαχιών. Στο 3ο Συνέδριο αντιπροσωπεύονται 400 σωματεία, πολλά όμως είναι ψεύτικα ή με ελάχιστα μέλη. Σε αυτό υπερισχύει με μικρή πλειοψηφία η αριστερή παράταξη.

Σύντομα, στα 1928 οι σοσιαλιστές και οι αντιδραστικοί υπερισχύουν με αποτέλεσμα την διαγραφή των αριστερών συνέδρων. Στα 1929, οι ομοσπονδίες που έλεγχε το ΚΚΕ, ιδρύουν την Ενωτική ΓΣΕΕ, αλλά με τη σειρά τους αποκλείουν τους Αρχειομαρξιστές. Στο συνέδριο της ΓΣΕΕ στα 1930, ήρθε η σειρά των σοσιαλιστών να αποκλειστούν από τους αντιδραστικούς φιλοβενιζελικούς. Για άλλη μια φορά ο Βενιζέλος σχεδιασμένα επιδιώκει να ελέγξει το συνδικαλιστικό κίνημα και, αν δεν μπορεί, να το διαλύσει, να φυλακίσει και να εξοντώσει κάθε αγωνιστή. Η ΓΣΕΕ λειτουργεί περισσότερο ως κυβερνητικό φερέφωνο παρά ως εργατική οργάνωση. Η εφαρμογή του ιδιώνυμου στα 1929 σηματοδοτεί κυρίως και πρωτίστως επίθεση στις εργατικές πρωτοπορίες που οργανώνουν συνδικαλιστικά τον κόσμο της εργασίας, αποσπούν νίκες και ταράζουν τη χώρα με απεργιακές κινητοποιήσεις από τα 1928. Η ελληνική οικονομία και η βιομηχανική παραγωγή βασισμένη λιγότερο στην σχετική και περισσότερο στην απόλυτη υπεραξία αδυνατεί να ενσωματώσει τις αρχικές υποσχέσεις του αστισμού για κοινωνικό κράτος. Μόνος δρόμος για το κεφάλαιο είναι η επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας, καθώς η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανελαστική.

Η κρίση του 1929 έρχεται στην Ελλάδα καθυστερημένα στα 1930-31. Ο Βενιζέλος υιοθετώντας τα κυρίαρχα οικονομικά δόγματα για τον χρυσό κανόνα, δηλαδή την ελεύθερη μετατρεψιμότητα του νομίσματος σε χρυσό, θεωρούσε το σκληρό νόμισμα εκ  των ων ουκ άνευ για την αποκατάσταση της  ελληνικής αξιοπιστίας. Έτσι, εφαρμόζει πεισματικά την πολιτική της σκληρής δραχμής, την  οποία αποσυνδέει από τη λίρα και συνδέει τώρα με το δολάριο, που συμμετείχε ακόμη  στον κανόνα του χρυσού. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η χώρα στην πτώχευση.  Στις 27 Απριλίου 1932, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε επιτέλους να βγάλει τη δραχμή από τον  κανόνα του χρυσού και να την υποτιμήσει έναντι της λίρας, ενώ λίγο αργότερα η  Ελλάδα κήρυξε επίσημα παύση πληρωμών.

Στα 1931 υπάρχουν 4 δευτεροβάθμιες συσσωματώσεις που λειτουργούν ανεξάρτητα. Η ΓΣΕΕ του Ιωάννη Καλομοίρη, η Ενωτική ΓΣΕΕ του ΚΚΕ, τα Ανεξάρτητα Εργατικά Σωματεία του σοσιαλιστή Δημήτρη Στρατή, το Εργατικό Κέντρο Αθηνών του εργοπατέρα Καλύβα και τα Συνεργαζόμενα Συνδικάτα των Αρχειομαρξιστών. Το κλίμα στο συνδικαλιστικό κίνημα αρχίζει να αλλάζει. Οι αρχειομαρξιστές επιχειρούν να εφαρμόσουν ενιαίο μέτωπο με τους σοσιαλιστές που εκφράζοντας ανησυχίες των εργαζομένων αναζητούν μια απάντηση στην επίθεση της κυβέρνησης Βενιζέλου ενισχύοντας σημαντικά τη θέση τους. Το ΚΚΕ το οποίο ακολουθούσε μέχρι τότε εντελώς διασπαστική-απομονωτική τακτική αρχίζει να μετατοπίζεται σταδιακά.  Τομή είναι η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία στις 30 Ιανουαρίου 1933, που μετατοπίζει άρδην την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του ΚΚΕ. Το πολιτικό και ιδεολογικό χάσμα ανάμεσα στους «από πάνω» και τους «από κάτω» αρχίζει να διευρύνεται ολοένα και πιο επικίνδυνα. Οι τέσσερις ουσιαστικά πολιτικές παρατάξεις αρχίζουν διαβουλεύσεις τη σύμπηξη Ενιαίου Μετώπου, το οποίο τελικά δεν επιτυγχάνεται. Ένα μεγάλο απεργιακό κύμα συγκλονίζει παράλληλα τη χώρα, ενώ ο Βενιζέλος, το κύρος του οποίου είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα, παραιτείται από πρωθυπουργός. Η κοινωνική κρίση διαθλάται στα δύο αστικά στρατόπεδα οξύνοντας τον Εθνικό Διχασμό. Ο αστικός κόσμος αποδέχεται την έλευση του βασιλιά μπροστά στο φόβο της κατάλυσης του κοινωνικού καθεστώτος, ενώ διαφαίνεται με τα απανωτά πραξικοπήματα της μίας ή της άλλη παράταξης η προσπάθεια για υπέρβαση του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού προβλήματος με την κατάλυση του κοινοβουλευτισμού.

Η αντιδραστική πολιτική ενοποίηση του αστισμού εντείνει την πόλωση και πιέζει για την πολιτική ενοποίηση των εργατικών σωματείων. Πολλοί συνδικαλιστές του σοσιαλιστικού χώρου μετατοπίζονται προς αριστερότερες θέσεις. Παράλληλα, η αποσεχταροποίηση του ΚΚΕ και το σύνθημα για αντιφασιστικό μέτωπο ενοποιεί πολύ συχνά τους συνδικαλιστές όλων των παρατάξεων στη βάση. Η ηγεμονία του κομμουνισμού ολοένα και γίνεται σαφέστερη μέσα στο εργαζόμενο κόμο. Έτσι, στα 1936 η χώρα αντιμετωπίζει μεγάλο κύμα απεργιών οργανωμένο από όλες τις εργατικές παρατάξεις. Συγκεκριμένα, στις 29 Απριλίου είχε ξεκινήσει η μεγάλη απεργία των καπνεργατών, η οποία επεκτάθηκε σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας όπου υπήρχαν κέντρα επεξεργασίας του καπνού.

Η αρχική πρόθεση από όλες τις Συνομοσπονδίες για κοινή συγκέντρωση την πρωτομαγιά του 36 απέτυχε, έτσι στην περιοχή Αθήνας - Πειραιά πραγματοποιήθηκαν τρείςσυγκεντρώσεις της ΓΣΕΕ στου Ρέντη, της 
Πανελλαδικής Συνομοσπονδίας στον Πειραιά και της Ενωτικής στην Καλλιθέα. Όμως στη Θεσσαλονίκη το απεργιακό κλίμα και η δυναμική ξεπερνάει όλες τις οργανώσεις, ακόμα και το ΚΚΕ.
Μια αρχική απεργία των καπνεργατών πήρε διαστάσεις και έγινε πανεργατική. Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα. Ο Ι. Μεταξάς σε επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη είναι απόλυτος: οι Αρχές πρέπει να χτυπήσουν τους διαδηλωτές στο ψαχνό.

Στις 9 Μάη, στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των οργάνων της τάξης πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης. Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια ιδιότυπη «λιτανεία» καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300. Στο σημείο της συμπλοκής θα στηθεί αργότερα το Μνημείο του Καπνεργάτη. Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση, που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, τρέχει, πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί.

Ο επόμενος γύρος της σύγκρουσης μεταφέρεται στον Αύγουστο, όπου τα Συνδικάτα ετοιμάζουν μεγάλη απεργιακή συγκέντρωση. Ο πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς έχοντας τη συναίνεση του βασιλιά και των δύο μεγάλων κοινοβουλευτικών κομμάτων επιβάλλει δικτατορία και προλαβαίνει την εξέγερση των κομμουνιστών. Όμως η επαγγελλόμενηεπανάσταση της αριστεράς του μεσοπολέμου σύντομα θα αποδείξει ότι δεν ήταν αδύνατη στην Ελλάδα. Οι μεσοπολεμικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι μεσοπολεμικές κομμουνιστικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις θα κληροδοτήσουν το όραμα αυτό στην επόμενη δεκαετία του 40, το οποίο και θα εκφραστεί με την ΕΑΜική εξέγερση.Η ιστορία του εργατικού κινήματος του μεσοπολέμου καταδεικνύει  ότι η διάσπαση και η ενότητα δεν είναι στρατηγικό ζήτημα, αλλά τακτική που ανάλογα την περίπτωση χρειάζεται να επιλέγεται από τις επαναστατικές δυνάμεις.



Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Ο Ιωάννης (Μιχαήλ) Μεταξάς (Ιθάκη 12 ...

Ο Ιωάννης (Μιχαήλ) Μεταξάς (Ιθάκη 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα 29 Ιανουαρίου 1941) υπήρξε ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, στη συνέχεια αρχηγός του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων, πρωθυπουργός και δικτάτορας του φασιστόμορφου καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Παρά τη στενή επαφή που διατηρούσε με τις δυνάμεις του Άξονα τελικά η παραδοσιακή σχέση του ελληνικού πολιτικού κόσμου με την Βρετανία καθορίσε την τελική επιλογή του καθεστώτος να έρθει σε πόλεμο με την Φασιστική Ιταλία. Γιος του Παναγή Μεταξά και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο, ήταν γόνος του οικονομικά ξεπεσμένου Κεφαλληνιακού κλάδου των Αντζουλακάτων της παλαιάς Βυζαντινής οικογένειας των Μεταξάδων ενώ η οικογένεια του διατηρούσε τον τίτλο του Κόμη. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στην στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων επιλέγοντας το Σώμα Μηχανικών, για να εξέλθει το 1890 ως ανθυπολοχαγός. Το 1897 μετατέθηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών, δίπλα στον θείο του, τον υπουργό Νικόλαο Μεταξά. Ο Ι. Μεταξάς, νεαρός αξιωματικός, γαλουχήθηκε τότε στο στρατοκρατικό κλίμα της Εθνικής Εταιρείας σύμφωνα με την οποία ο στρατός θα έπρεπε να διευθύνει τα πάντα και να χρησιμοποιεί τις κοινωνικές ομάδες ως όργανά του. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνου και να συνδεθεί φιλικά. Συμμετέχοντας στον πόλεμο του 1897 κατάφερε να αποκτήσει την εύνοια του βασιλιά Γεωργίου και έλαβε από αυτόν υποτροφία για σπουδές στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, από την οποία και αποφοίτησε, το 1902. Η μετεκπαίδευσή στη Γερμανία θα τον γαλουχήσει με το πρωσσικό μιλιταριστικό πνεύμα, ενώ η στενή του φιλία με τον διάδοχο Κωνσταντίνο θα του εμφυσήσει τα αντικοινοβουλευτικά σχέδια της Μικρής Αυλής. Έτσι ο Μεταξάς διαμορφώνει την προσωπική του ιδεολογία φιλομοναρχική και καθαρά μιλιταριστική, ενάντια στις ιδέες της γαλλικής επανάστασης, βασισμένη στην πίστη σε έναν εξιδανικευμένο ηγέτη, τότε τον Κωνσταντίνο. Με την επιστροφή του εντάχθηκε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση του Στρατού και στη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στην Βουλή 1904. Το 1906, προήχθη σε Λοχαγό πρώτης τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τους πρίγκιπες και ιδιαίτερα με τον μετέπειτα Γεώργιο Β, του οποίου ανέλαβε την εκπαίδευση. Το 1909 παντρεύτηκε την Λέλα Χατζηϊωάννου και απέκτησε δύο κόρες. Με το ξέσπασμα του Κινήματος στο Γουδί μετατέθηκε στη Λάρισα. Στη συνέχεια όμως ανέλαβε υπασπιστής του Βενιζέλου,προκαλώντας τη δυσαρέσκεια πολλών Κινηματιών. Ουσιαστικά με τη θέση αυτή ανέλαβε το ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ Βασιλιά και πρωθυπουργού. Η συμβολή του στον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξε καθοριστική και πρωτοστάτησε σε όλες τις μεγάλες επιτυχίες. Το 1913 συμμετείχε στον Β Βαλκανικό Πόλεμο με το βαθμό του ταγματάρχη. Με το τέλος των πολέμων προήχθη σε αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και ως διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας. Λίγο αργότερα, παρασημοφορήθηκε απο τον Βασιλιά με τον Χρυσόν Σταυρόν του Σωτήρος. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους το καταρρακωμένο κύρος του Στέμματος μετά το 1897 και το 1909 είχε επανέλθει, αλλά το φιλελεύθερο καθεστώς παρέμενε ξένο στον Κωνσταντίνο και στους επιτελάρχες του, ανάμεσα στους οποίους και ο Μεταξάς.
Στα 1915 ανέλαβε την αρχηγεία του Γενικού Επιτελείου και από αυτή τη θέση συμμετείχε ως θιασώτης του "Γερμανισμού" στις μυστικές επικοινωνίες του Κωνσταντίνου και της Σοφίας με το Βερολίνο ενημερώνοντας για τις συμφωνίες της Ελλάδας με την Ανταντ και προσπαθώντας να δημιουργήσει προϋποθέσεις για τη σύνταξη με τη Γερμανία. Έτσι, ήρθε σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο και παραιτήθηκε, καθώς, με την αποτυχία αυτών των σχεδίων, θα ταχθεί με το μέρος των ουδετερόφιλων και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Όταν ο Βενιζέλος διώχθηκε από την πρωθυπουργία, θα επανέλθει στην ηγεσία του Επιτελείου και θα αναλάβει κομβικό ρόλο στα πράγματα και ιδιαίτερα στις αντι-Ανταντικές κινήσεις της Ελλάδας. Στις 27 Ιουνίου, ύστερα από τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύτηκε το διάταγμα της γενικής αποστράτευσης. Με την αποστράτευσή του ο Μεταξάς προήχθη σε συνταγματάρχη. Αμέσως μετά οι απόστρατοι οργανώθηκαν σε ομάδες εφέδρων και έγιναν γνωστοί ως «οι Επίστρατοι». Ανεπίσημος αρχηγός των επιστράτων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς. Οι επίστρατοι κατάφεραν με την χρήση της βίας να επιβληθούν στην πολιτική ζωή της χώρας. Από το 1916 έως το 1917 ασκούσαν ουσιαστικά την εξουσία. Ο ίδιος ο Μεταξάς είχε προετοιμάσει την αντίσταση σε περαιτέρω αντίποινα της Ανταντ, εναντίον των φιλοβασιλικών. Η δράση των επιστράτων όμως συνεχίστηκε μέχρι το 1920 οπότε και επανήλθαν στην εξουσία οι Βασιλικοί. Το 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στον στρατό, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως. Στη συνέχεια ακολούθησε την εξορία μαζί με άλλους φιλοβασιλικούς πολιτικούς. Στην Κορσική προσπάθησε να αποδράσει μαζί με τον Γεώργιο Πεσαζόγλου και τον Δημήτριο Γούναρη, αλλά συνελήφθησαν από τις Ιταλικές δυνάμεις, χωρίς όμως να εκδοθούν στην Ελλάδα για να δικαστούν. Το Στρατιωτικό Δικαστήριο όμως τους καταδίκασε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας σε θάνατο. Παραμένοντας όλο αυτό το διάστημα στην Ιταλία διατηρούσε επικοινωνία και επαφή με τη βασιλική οικογένεια.
Ο Γούναρης, μετά την επιστροφή του από την εκτόπιση δεν είχε δώσει στον Μεταξά καμιά δυνατότητα να ανέλθει στο Λαϊκό Κόμμα, ούτε όμως και ο βασιλιάς ικανοποίησε τις φιλοδοξίες του. Τότε ο Μεταξάς διαφώνησε με το σχέδιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας εκτιμώντας ως βέβαιη την καταστροφή και για αυτό δε δέχτηκε καμία υπεύθυνη θέση στο Μέτωπο. Με αφετηρία την ιδέα του οικουμενικού ελληνισμού ανέπτυξε κατά τη διάρκεια του πολέμου απόψεις τις οποίες υποστήριζαν μόνο οι σοσιαλιστές τότε. Καταδίκαζε το σοβινισμό των υπουργών και προειδοποιούσε την κυβέρνηση ότι οι Τούρκοι ήταν ακόμη και στην περιοχή της Σμύρνης η πλειονότητα και ότι είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν για την ανεξαρτησία τους, με τον ίδιο τρόπο που πολέμησαν το 1821 οι Έλληνες εναντίον τους. Έτσι καταδίκασε την ελληνική εκστρατεία ως κατακτητική πολιτική.
Το Μάρτιο του 1921 ο Μεταξάς ίδρυσε στην Κεφαλλονιά και την Ιθάκη μια πολιτική λέσχη με τον τίτλο Μεταρρυθμιστές που εξελίχθηκε σε πολιτικό κόμμα, τους Ελευθερόφρονες.Η ονομασία εκφράζει τόσο την απόσταση από τα αντιβενιζελικά κόμματα όσο και την αντίσταση κατά των δικτατορικών καθεστώτων των βενιζελικών. Όμως ο Μεταξάς δήλωσε αντιβενιζελικός, τηρώντας όμως αποστάσεις από τα άλλα χρεωκοπημένα αντιβενιζελικά κόμματα.Δήλωνε πίστη στη Δυναστεία, ήθελε όμως να αποκτήσει ο "λαϊκός παράγοντας"μεγαλύτερη ισχύ και ότι εξέφραζε ομαδικά συμφέρονταν τωνμικροαστικών στρωμάτωνκαι των αγροτικών τάξεων. Θεωρούσε την αγροτική πολιτική ως βάση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Για τους εργάτες πρότεινε να αποκτείσουν περιουσία ώστε να γίνουν μικροαστοί, αλλά τα συμφέροντά τους δε θα έπρεπε να έρθουν σε αντίθεση με εκείνα των πλειοψηφούντων τάξεων, δηλ. αγροτών και μικροαστών. Υποσχόταν όμως εφαρμογή των προστατευτικών νόμων κ.α. Μετά την κατάρρευση και την επικράτηση της τριανδρία ίδρυσε το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων ως ενδιάμεσο στου βενιζελικούς και βασιλικούς. Στήριξε το στρατιωτικό φιλομοναρχικό κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη το οποίο απέτυχε και για αυτό ο ίδιος ακολούθησε για ακόμη μια φορά την εξορία στην Ιταλία.
Το 1924 επιστρέφει αναγνωρίζοντας τη νέα κατάσταση και προσπαθεί να ανασυγκροτήσει το Κόμμα του. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία ο Μεταξάς και ο Παναγής Τσαλδάρης θα εκπροσωπήσουν τον Βασιλικό κόσμο. Με τη δικτατορία του Παγκάλου εκτοπίζεται και φυλακίζεται. Με την πτώση της δικτατορίας επιστρέφει και συμμετέχει με το Κόμμα του στις εκλογές το οποίο και καταλαμβάνει 51 έδρες. Ο ίδιος συμμετέχει στην οικουμενική Κυβέρνηση στη θέση του Υπουργού Συγκοινωνιώ, αλλά στις επόμενες εκλογικές μάχες το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων καταλαμβάνει συνεχώς λίγες έδρες. Το 1936 λίγο πριν αναλάβει την εξουσία το Κόμμα του είχε μόνο 7 βουλευτές.Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι Βενιζελικοί και οι Αντι-Βενιζελικοί ισοψήφισαν, με αποτέλεσμα ο Γεώργιος Β΄ να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Ο βασιλιάς διόρισε υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Η αρχή για την δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε αρχίσει ήδη. Κανένα κόμμα, εκτός από το ΚΚΕ, δεν αποδοκίμασε τον συγκεκριμένο διορισμό. Στη συνέχεια ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Έναν μήνα μετά πέθανε αιφνιδίως από ανακοπή καρδιάς ο πρωθυπουργός. Το τραγικό συμβάν έδωσε την ευκαιρία στον Μεταξά να αναρριχηθεί στην εξουσία. Έτσι ο βασιλιάς διόρισε τον ίδιο πρωθυπουργό, αφού έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης απο τη Βουλή, παρά το γεγονός ότι τα άλλα κόμματα διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Διάφορες πολιτικές δυνάμεις και ομάδες συμφερόντων πήρν το λόγο και πίεζαν για δικτατορία. Ο Μεταξάς υιοθέτησε κάθε πρόταση για μέτρα καταπίεσης, τόνιζε όμως στους συνομιλητές ότι η αστική τάξη θα έπρεπε να υποβληθεί σε θυσίες, για να ανυψωθεί το βιοτικό επίπεδο των εργατών. Επίσης,μπορούσε να υπολογίζει στην υποστήριξη του στρατού. Οι Φιλελεύθεροι αποδέχτηκαν την κατάσταση και μάλιστα ο ίδιος ο βενιζέλος διαπραγματευόταν μια θέση αντιπροέδρου στην κυβέρνηση. Επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, στις 4 Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς καταργεί τον κοινοβουλευτισμό με τη συγκατάθεση του Γεωργίου Β', ο οποίος διαλύει τη Βουλή χωρίς να προκηρύξει εκλογές και αναστέλλει πολλά άρθρα του Συντάγματος.
Το δικτατορικό καθεστώς – το οποίο τυπικά τερματίζεται με τη γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941, δηλαδή και μετά τον θάνατο του Μεταξά τον Ιανουάριο του ίδιου χρόνου – συγκροτεί ένα αστυνομικό κράτος, το οποίο επιδίδεται σε διώξεις αντιφρονούντων, ρίχνοντας το βάρος στη διάλυση του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδας με συλλήψεις των περισσότερων μελών του. Παράλληλα προάγει την ταξική ειρήνη με μέτρα όπως την υποχρεωτική υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας μεταξύ εργοδοσίας και εργατών και τη λειτουργία του ΙΚΑ. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, προσπαθώντας να κατευνάσει την κοινωνική αναταραχή, προώθησε κάποια φιλολαϊκά μέτρα, όπως το 8ωρο και κάποιες υποχρεωτικές βελτιώσεις στο εργατικό περιβάλλον, ενώ επένδυσε στην άμυνα, όσο αυτό του επιτρεπόταν από τις μεγάλες δυνάμεις. Τέλος τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα και ελευθερώθηκαν τα χρέη πάνω στη γη. Από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1939 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια. Ο προϋπολογισμός έδινε βάση στην στρατιωτική οργάνωση γι' αυτό ήταν και ιδιαίτερα αυξημένος.
Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν οτι είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α΄) και Βυζαντινού (Β΄) Πολιτισμού και οτι είχαν ως στόχο την φυλετική ενότητα του έθνους καθώς και την διατήρηση των παραδόσεων. Tο ιδανικό πολίτευμα κατα τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία αλλα η στρατοκρατική Σπάρτη. Ουσιαστικά ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως την μοναδική ελπίδα σωτηρίας για το Ελληνικό Έθνος γι'αυτό καθώς και την μοναδικότητα του Ελληνικού πολιτισμού απέναντι στα ξένα πρότυπα. Το καθεστώς χρησιμοποιούσε το φασιστικό χαιρετισμό και μερικές φορές τον όρο ολοκληρωτικός, δεν ήταν ούτε τυπικά φασιστικό, ούτε δομικά ολοκληρωτικό. Η απουσία κάθε επαναστατικού δόγματος ή δυναμικού ή μαζικής πολιτικής κινητοποίησης, το καθιστούσαν περισσότερο ένα γραφειοκρατικό αυταρχικό καθεστώς που ιδεολογικά βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη θρησκεία. Η μεγαλύτερη επιτυχία του Μεταξά εντοπίζεται στην ενδυνάμωση του στρατού και στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού αστυνομικού ελέγχου.
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Βρετανίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου, και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά, και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Ο Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Η παραδοσιακή σύμπλευση του ελληνικού πολιτικού κόσμου με την Βρετανία τελικά επιβλήθηκε στον πλέον γερμανόφιλο πολιτικό στην Ελλάδα και στο φασιστόμορφο καθεστώς του. Το γεγονός ότι ο πόλεμος διεξαγόταν με την Ιταλία και όχι με τη Γερμανία διευκόλυνε σίγουρα στο ΟΧΙ. Αντίστοιχα, οι άνθρωποι του ίδιου του καθεστώτος θα επιδείξουν λιγότερο πάθος απέναντι στην εισβολή των Γερμανών. Ο Ιωάννης Μεταξάς απεβίωσε αιφνιδίως από βαρειά φλεγμονή του φάρυγγος στις 29 Ιανουαρίου του 1941 και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής.

πόσοι μας διάβασαν: