Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Η Μεγάλη Ιδέα, η Μικρασιατική Καταστροφή και η Αναψηλάφιση της δίκης των έξ

Κώστας Παλούκης

Η "δίκη των έξι" θα επαναληφθεί 87 χρόνια μετά σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Το αίτημα υπεβλήθη από τον Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη, εγγονό του εκτελεσθέντα Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη. Ταυτόχρονα, τον Οκτώβρη του 2009 διοργανώθηκε από το Ιδρυμα Ιστορίας του Ελευθερίου Βενιζέλου εκδήλωση με θέμα «Η δίκη των οκτώ και η εκτέλεση των έξ- Ενα δράμα του σύγχρονου Ελληνισμού», ενώ ο τύπος γεμίζει με σχετική αρθρογραφία. Τέλος, δεκάδες μικρασιατικά σωματεία διαμαρτύρονται για την απόφαση αυτή. Γιατί όμως 9 δεκαετίες μετά ένα τόσο παλιό ζήτημα είναι ξανά επίκαιρο;
Στις 10 Αυγούστου 1920 παραχωρούνται από τους νικητές του μεγάλου Πολέμου στην Ελλάδα ολόκληρη η Δυτική Θράκη, η Ανατολική Θράκη έως τα οχυρά της Τσατάλντζας, όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου πλην Δωδεκανήσων και η περιοχή της Σμύρνης για μια περίοδο πέντε ετών. Θα ακολουθούσε δημοψήφισμα με βάση το οποίο οι κάτοικοι θα αποφάσιζαν την προσάρτηση ή όχι στην Ελλάδα. Η "Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών" ήταν πραγματικότητα. Ο Ελ. Βενιζέλος αναλαμβάνοντας το υψηλότατο ρίσκο να στηρίξει τις δυνάμεις της Αντάντ και να διχάσει την ελληνική κοινωνία, αλλά και χειριζόμενος αριστοτεχνικά τη διπλωματία ήταν ο μεγάλος νικήτης. Και όμως στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 νικητής αναδείχθηκε η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ο επάρατος Κωνσταντίνος βρισκόταν πάλι στο θρόνο του δημοκρατικά νομιμοποιημένος, ενώ ο Βενιζέλος επέστρεφε ηττημένος στο Παρίσι!
Η Ελλάδα μπήκε σε έναν πόλεμο επιβεβλημένο από τις Μεγάλες Δυνάμεις με τη μορφή Στρατιωτικής Κατοχής και μιας τριετούς βενιζελικής δικτατορίας. Η πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων της Παλιάς Ελλάδας, οι μειονοτικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας και της Ηπείρου, οι κοσμοπολίτικοι εβραϊκοί πληθυσμοί αδυνατούσαν να κατανοήσουν τον "εθνικοαπελευθερωτικό και δημοκρατικό" χαρακτήρα όχι μόνο του λήξαντα πολέμου, αλλά ακόμη περισσότερο του νέου που εγκαινιαζόταν στη Μικρά Ασία. Μπορεί οι πρόσφυγες, οι Κρήτες και οι νησιώτες να στήριζαν στα 1920 Βενιζέλο, αλλά ο ελληνικός λαός ψήφισε το αντιβενιζελικό σύνθημα "Οίκαδε", " πίσω στα σπίτια".
Οι κυβερνήσεις όμως του Λαϊκού Κόμματος συνέχισαν το πόλεμο με αποτέλεσμα την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού. Η επαναστατική κυβερνηση των βενιζελικών δίκασε και καταδίκασε σε θάνατο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας πέντε πολιτικούς και έναν στρατιωτικό του αντιβενιζελικού στρατοπέδου: οι Δ. Γούναρης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης, Γ. Μπαλτατζής και ο αρχιστράτηγος Γ. Χατζηανέστης. 
 
Στις 10 Αυγούστου 1920 υπογράφεται στο προάστιο Sevres του Παρισιού η Συνθήκη Ειρήνης των νικητών του Μεγάλου Πολέμου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πρόσθετες συναφείς Διεθνείς πράξεις της ίδιας ημερομηνίας παραχωρούν στην Ελλάδα ολόκληρη τη Δυτική Θράκη, την Ανατολική Θράκη έως τα οχυρά της Τσατάλντζας, όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου πλην Δωδεκανήσων και την περιοχή της Σμύρνης για μια περίοδο πέντε ετών. Μετά τη λήξη της περιόδου αυτής θα ακολουθούσε δημοψήφισμα με βάση το οποίο οι κάτοικοι θα αποφάσιζαν την προσάρτηση ή όχι στην Ελλάδα. Η "Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών" ήταν πραγματικότητα. Ο Ελ. Βενιζέλος αναλαμβάνοντας το υψηλότατο ρίσκο να στηρίξει τις δυνάμεις της Αντάντ καινα διχάσει την ελληνική κοινωνία φτάνοντας στο σημείο του εμφυλίου, αλλά και χειριζόμενος αριστοτεχνικά όλα τα διπλωματικά παχνίδια ήταν αναμφισβήτητα ο μεγάλος νικήτης. Και όμως στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 νικητής αναδείχθηκε η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, ένας Συνασπισμός Αντιβενιζελικών κομμάτων, και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ο επάρατος Κωνσταντίνος βρισκόταν πάλι στο θρόνο του δημοκρατικά νομιμοποιημένος, ενώ ο Βενιζέλος επέστρεφε ηττημένος στο Παρίσι! Εδώ και δεκαετίες οι ιδεολογικοί κληρονόμοι του Βενιζελισμού προσπαθούν να εξηγήσουν, αλλά και να εξωραϊσουν αυτό "τραύμα", τη μικροψυχία δηλαδή του ελληνικού λαού απέναντι στον μεγάλο του ηγέτη.
Η Μεγάλη Ιδέα ήταν αναμφισβήτητα ένα όνειρο με βάση το οποίο γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές ελλήνων. Κάλυπτε όλο το ιδεολογικό και πολιτικό φάσμα καθώς προβαλλόταν μέσα σε διαφορετικά πολιτικοϊδεολογικά συμφραζόμενα, καθώς μπορούσε να ταυτίζεται με τα σχέδια όλων των κοινωνικών στρωμάτων (αγρότες, μικροαστούς ή μισθωτούς τεχνίτες, μεσοαστούς διανοούμενους, μεγαλοαστούς). Αφορούσε πρωτίστως την επαναστατική σοσιαλιστική ή γιακωβίνικη δημοκρατική αριστερά (Καλλέργης και άλλοι πρώιμοι σοσιαλιστές, Επτανήσιοι ριζοσπάστες, Κρήτες δημοκράτες) που συνέδεαν την επαναστατική και κοινωνική αλλαγή με την ανατροπή όλων των παλαιών καθεστώτων και την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικών ή λαϊκοδημοκρατικών καθεστώτων γιακωβίνικου τύπου. Προτασσόταν από την "ρεφορμιστική" και "συντηρητική" εκδοχή του γιακωβινισμού, δηλαδή τον αντιπλουτοκρατικό δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό του Δεληγιάννη ως ένα σχέδιο που θα ήταν επαναστατικό για τους καταπιεζόμενους πληθυσμούς, αλλά ταυτόχρονα και επεκτατικό για την Ελλάδα με στρατιωτικού τύπου μάχες, όπως π.χ. ο "ειρηνοπόλεμος" του 1885 και ο πόλεμος στα Θεσσαλικά πεδία του 1897 που ήταν ταυτόχρονα επανάσταση στην Κρήτη. Τέλος, είχε τη μορφή μιας πλήρως μεταρρυθμιστικής διαδικασίας με στόχο την "από τα πάνω" εσωτερική πολιτισμική κυριαρχία του ελληνικού κεφαλαίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όπως εκφραζόταν από την εκσυγχρονιστική αντικοινοβουλευτική ιμπεριαλιστική πολιτική του μεγάλου χρηματιστικού κεφαλαίου και εκφραζόταν από τον Τρικούπη και τον Γεώργιο για λάβει η τελευταία αυτή εκδοχή σε μια εποχής οικονομικής αβεβαιότητας για μεγάλο ελληνικό κεφάλαιο τη μορφή μιας καθαρά στρατιωτικής πολεμικής επέμβασης εκφρασμένη από τον Ελ. Βενιζέλο.
Εάν στα 1912-13 ο προοδευτικός βενιζελισμός της εργατικής νομοθεσίας και του υποσχόμενου κοινωνικού κράτους μπορούσε να εκφράζει κάπως ένα ηγεμονικό συλλογικό όραμα και να ταυτίζεται κατά έναν τρόπο με τα εθνικοαπελευθερωτικά οράματα, στα 1915 και ακόμη περισσότερο στα 1920 τα πράγμα ήταν πολύ διαφορετικά. Η Ελλάδα μπήκε με το ζόρι σε έναν πόλεμο επιβεβλημένο από τις Μεγάλες Δυνάμεις με τη μορφή Στρατιωτικής Κατοχής και με την επιβολή μιας τριετούς βενιζελικής δικτατορίας. Η πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων της Παλιάς Ελλάδας, οι μειονοτικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας και της Ηπείρου, οι κοσμοπολίτικοι εβραϊκοί πληθυσμοί αδυνατούσαν να κατανοήσουν τον "εθνικοαπελευθερωτικό και δημοκρατικό" χαρακτήρα όχι μόνο του λήξαντα πολέμου, αλλά ακόμη περισσότερο του νέου που εγκαινιαζόταν στη Μικρά Ασία. Η συμπεριφορά δε του ελληνικού στρατού στην "απελευθερωμένη" Σμύρνη επιβεβαίωνε ακόμη και σε τμήματα του ελληνικού στρατού τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Μπορεί οι πρόσφυγες για τους δικούς τους λόγους και προσδοκίες, οι Κρήτες και οι νησιώτες -- ενταγμένοι μέσα από επαναστατικές διαδικασίες στον εθνικό κορμό -- να στήριζαν στα 1920 Βενιζέλο, αλλά ο ελληνικός λαός ψήφισε το αντιβενιζελικό σύνθημα "Οικάδε", " πίσω στα σπίτια".
Η μεγάλη λοιπόν προδοσία της ηγεσίας της αντιβενιζελικής παράταξης είναι ότι ακριβώς πούλησε πολύ γρήγορα και εύκολα το λαϊκό αυτό αίσθημα που τους ανέδειξε στην εξουσία. Διεκδικώντας για τον εαυτό τους τις δάφνες του αντιπάλου θέλησαν να αποδείξουν πως μπορούν να εκφράσουν καλύτερα τα συμφέροντα του μεγάλου ελληνικού κεφαλαίου και να φτάσουν την Ελλάδα ακόμη πιο μακριά. Θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει δεκάδες περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις μεγαλύτερων ή μικρότερων "προδοσιών", παραλείψεων, αστοχιών με βάση τα εθνικά, διπλωματικά και στρατιωτικά κριτήρια, με κορύφωση την διαταγή της απαγόρευσης εξόδου από την Ανατολή όλων των Ελλήνων και την παράδοσή τους στο έλεος του εχθρού, τη στιγμή μάλιστα που αποφάσισαν την στρατιωτική εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας (Ιούλιος 1922). Η κοινή συνισταμένη όλων αυτών των "προδοσιών" ήταν η πραγματική αδιαφορία για τους κάθε λογής "από κάτω": στρατιώτες, υπαλλήλους, εργάτες, χριστιανούς μικρασιάτες έχοντας ως μοναδικό πολιτικό κριτήριο τελικά τη διάσωση του θρόνου. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, και παρά τις αστοχίες των αντιβενιζελικών κυβερνήσεων στο καθαρά στρατιωτικό, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο, η πραγματική αιτία της ήττας ήταν ακριβώς ότι αυτοί που πολεμούσαν δεν ενδιαφέρονταν και δεν καταλάβαιναν την αξία αυτού του πολέμου. Αντίθετα, ο εχθρός ήταν εξαιρετικά πεισμένος για τον δικό του πραγματικά εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εναντίον των ελλήνων κατακτητών. Αυτοί λοιπόν που διέταξαν και καθοδηγησαν την Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν καθαρά καιροσκόποι και εξαιτίας τους δεν καταστράφηκε μόνο η Μεγάλη Ιδέα -- το μόνο θετικό--, αλλά ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι και μαζί τους μια ολόκληρη κοινωνία μπήκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία ανοικοδόμησης.
Για όλους αυτούς τους "προδομένους" στρατιώτες, ξεσπιτωμένους "πρόσφυγες" και τις οικογένειες χωρίς γιους, συζύγους και πατεράδες δε χρειαζόταν καμία δίκη που θα αποδείκνυε εκείνο που όλοι γνώριζαν και βίωναν. Τον Αύγουστο του 1922 δεν κατέρρευσε μόνο το μέτωπο, αλλά κατέρρευσε μερικώς και το ίδιο το κράτος ριζοσπαστικοποιώντας πολιτικά τα λαϊκά στρώματα. Και πράγματι οι βενιζελικοί αξιωματικοί που ανέλαβαν τη διακυβέρνηση ήταν σε θέση να αντιληφθούν τον τεράστιο κίνδυνο που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε το αστικό καθεστώς συνολικά. Για αυτό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και βιαστικά έπρεπε οι υπαίτιοι να δικαστούν, να καταδικαστούν και να εκτελεστούν. Και ίσως να είχαν δίκιο να φοβούνται. Το Σοσιαλδημοκρατικό ΣΕΚΕ που είχε καταφέρει να εκφράσει το αντιπολεμικό κλίμα με μεγαλύτερη συνέπεια, παρότι δεν μπόρεσε να αντιδράσει άμεσα και να πρωταγωνιστήσει στα 1922, διαπεράστηκε όμως γρήγορα από το ρεύμα ριζοσπαστικοποίησης, μετασχηματίστηκε σε ΚΚΕ και έγινε αρκετά απειλητικό μέσα σε συνθήκες διόγκωσης των εξαθλιωμένων προλεταρίων.
Δεν είναι όμως μια απλή υπόθεση η εκτέλεση τριών πρωθυπουργών, δύο υπουργών και ενός αρχιστρατήγου. Οι αστοί πολιτικοί, αλλά και γενικότερα οι πολιτικές ηγεσίες, όπως παλιότερα και οι βασιλιάδες, ενώ εύκολα αποφασίζουν πολέμους, τη βίαιη καταστολή εξεγέρσεων και τη θανατική καταδίκη των εξεγερμένων ή των απλών εγκληματιών και γενικότερα των κάθε λογής "από κάτω", πολύ δύσκολα συναινούν στην εκτέλεση ισοτίμων τους. Συνήθως, επικρατεί, ακόμα και στους φανατικότερους εχθρούς, μια είδους ταξική αλληλεγγύη. Σε όλο το μεσοπόλεμο χιλιάδες εργάτες σοσιαλιστές, κομμουνιστές του Αρχειομαρξισμού και του ΚΚΕ φυλακίστηκαν, εκτοπίστηκαν σάπισαν από αρρώστιες για τα πιο μικρά παραπτώματα με την κατηγορία ότι στρέφονταν εναντίον του κοινωνικού καθεστώτος. Αντίθετα, πολιτικοί και στρατιωτικοί εκατέρωθεν των δύο αστικών στρατοπέδων και εν μέσω οξυμένου του εθνικού διχασμού πολύ εύκολα έδιναν χάρη ο ένας στον άλλο εν ονόμαστι της εθνικής συμφιλίωσης, ενώ όλοι είχαν σχεδόν συμμετάσχει σε ένα τουλάχιστον πραγματικό πραξικόπημα ή κάποια άλλη πραγματική κίνηση εναντίον του πολιτεύματος. Το 1944, ακόμα και η ηγεσία του ΚΚΕ, ηττημένη στα Δεκεμβριανά, κατάφερε να εξαιρεθεί στη Συμφωνία της Βάρκιζας από ενδεχόμενες εκδικητικές κινήσεις των νικητών, ενώ η ΕΑΜική βάση παρέμενε έκθετη. Ακόμη και ο συνεργάτης των Γερμανών Ιωάννης Ράλλης καταδικάστηκε απλώς σε ισόβια στις δίκες των δοσιλόγων. Όχι τυχαία ο ίδιος ο Ελ. Βενιζέλος είχε στείλει επιστολή με την οποία διαφωνούσε με την εκτέλεση των έξι. Ακόμα και εάν έφτανε νωρίτερα, δε θα άλλαζε βέβαια την απόφαση της εκτέλεσης.
Η ελληνική αστική τάξη, επανενοποιημένη μεταπολεμικά υπό την ηγεμονία της δεξιάς και μεταπολιτευτικά υπό τη σχετική ηγεμονία της κεντροαριστεράς, βίωνε την αναγκαστική αυτή εκτέλεση μελών της υπό την πίεση του λαϊκού παράγοντα ως ένα εξαιρετικά μεγάλο συλλογικό τραύμα. Εκατοντάδες κείμενα, άρθρα σε εφημερίδες, δεκάδες βιογραφίες και ιστορίες, ιδιαίτερα εκείνα που προέρχονταν από αστούς πολιτικούς (βλ Π. Κανελλόπουλος, Γ. Παπανδρέου, Κ. Τσάτσος, Κ. Καραμανλής, Σπ. Μαρκεζίνης) εδώ και δεκαετίες καλλιεργούν το "καλό" πρόσωπο των εκτελεσθέντων, αλλά και την αδικία που διαπραχθηκε σε βάρος τους. Με αυτόν τον τρόπο η κίνηση για αναψηλάφιση της δίκης των έξι και η θετική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, καθώς το έδαφος έχει εδώ και καιρό προλειανθεί. Εξάλλου, σήμερα η συναίνεση και η ομοφωνία της αστικής τάξης βρίσκεται σε πρωτοφανή βαθμό σε σχέση με το ιστορικό παρελθόν και διευκολύνει εξαιρετικά σε μια τέτοια αναθεώρηση της ιστορίας. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι ιδεολογικός ταγός της αναψηλάφισης δεν είναι άλλος από τον Θάνο Βερέμη, η ιστορική οπτική του οποίου είναι καθαρά από τη μεριά του αστισμού.
Τέλος, δεν είναι άσχετη η υπόθεση αυτή εν γένει με τη σχέση Μικρασιατικης Καταστροφής και σύγχρονου ελληνικού κράτους. Οι ευθύνες του αστισμού σε αυτήν τη μεγάλη λαϊκή καταστροφή επέφεραν την υποχρέωση του να φροντίσει για την υλική αποκατάσταση και αναπαραγωγή των λαϊκών στρωμάτων διαμορφώνοντας έτσι το σύγχρονο κοινωνικό κράτος. Εάν λοιπόν η Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι παρά ένας "συνωστισμός", οι υπεύθυνοι αυτού του "συνωστισμού" δεν υπήρχε λόγος να τιμωρηθούν και να πληρώσουν με τη ζωή τους, ενώ βέβαια συνολικά η αστική τάξη δεν είναι υποχρεωμένη να μοιράζεται τον πλούτο της με κανέναν άλλον. Δεν είναι άνευ ταξικού προσήμου η συνολική αυτή προσπάθεια αναθεώρησης της επίσημης ιστορίας στο όνομα της εθνικής και κοινωνικής συναίνεσης.
Είναι πραγματικά προκλητικό, όταν χιλιάδες δίκες κομμουνιστών της περιόδου του εμφυλίου ή δίκες κομμουνιστών, όπως του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη κ.α. δεν έχουν αναθεωρηθεί, όταν δίκες αθωωμένων δοσιλόγων δεν έχουν αναψηλαφισθεί, όταν η δίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου για την υπόθεση Πολκ δεν έχει αναθεωρηθεί, το σημερινό αστικό κράτος να ανοίγει την υπόθεση των έξι που είναι καταφανώς υπεύθυνοι.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, διδάσκουσας στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας Ιωαννίνων, με τίτλο "Εργασία, τεχνολογία και Φύλο στην Ελληνική Βιομηχανία, Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870 - 1940"

 
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, διδάσκουσας στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας Ιωαννίνων, με τίτλο "Εργασία, τεχνολογία και Φύλο στην Ελληνική Βιομηχανία, Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870 - 1940". Πρόκειται για μια πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία του διδακτορικού της που εκπόνησε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης υπό την επίβλεψη του Χρήστου Χατζηιωσήφ. Έχοντας ως ερευνητική αφετηρία το εργοστάσιο Ρετσίνα, η έρευνά της ξεδιπλώνεται μέσα από τα ερωτήματά της και τη δημιουργική σύνθεση διαφορετικών μεθοδολογικών προσεγγίσεων σε πολλαπλά πεδία χωρίς να συνθλίβεται στη σύγχιση και στη μερικότητα. Πρώτον γιατί έχει πλήρη και καθαρή συνείδηση του εγχειρήματός της και δεύτερον γιατί αισθάνεται σίγουρη για τη μεθοδολογική της βάση και τις προτεραιότητες που δίνει σε αυτή. Συγκεκριμένα επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει το αναλυτικό εργαλείο "κοινωνικό φύλο" επιμένει πως η ταξική ανάλυση δεν είναι ένα εξαντλημένο και αποδυναμωμένο ιστοριογραφικά εργαλείο, δεν είναι απλά μια αφηγηματική αρχή ισότιμη διπλα στις άλλες. Αντίθετα, "η έννοια της κοινωνική τάξης παραμένει αναλυτική κατηγορία απαραίτητη για την εξήγηση της κοινωνικής αλλαγής και της συλλογικής δράσης των υποκειμένων". Συνδυαστικά και όχι ανταγωνιστικά "κοινωνική τάξη" και "κοινωνικό φύλλο" είναι συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων. Ταυτόχρονα, ενώ αναγνωρίζει τη σημασία της μελέτης "των αναπαραστάσεων και των λεκτικών κατασκευών" για τη ζωή κα τη δράση των ιστορικών υποκειμένων, σε τελική ανάλυση τονίζει πως "τόσο οι έμφυλες όσο και οι ταξικές σχέσεις διαμορφώνονται και συγκροτούνται απο συνθήκες υλικές και πολιτικές". Με αυτόν τον τρόπο, η Παπαστεφανάκη μετέχει στο ζωντανό "διάλογο" που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια στον χώρο της ελληνικής ιστοριογραφίας και ευρύτερα των κοινωνικών επιστημών προσφέροντας μια συνθετική ματιά που έχει όμως συγκεκριμένο ηγεμονικό πρόσημο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, σε μια εποχή που οι κοινωνικοί επιστήμονες θεωρητικοποιούν τη ρευστότητα, μαγεύονται από τις ενδιάμεσες αποχρώσεις και τα μη "καθαρά" χρώματα, εμμένουν στο ανολοκλήρωτο ως μεθοδολογική πρόταση, αλλά και ως καταληξη πολλές φορές των ερευνητικών συμπερασμάτων, η Παπασταφενάκη τολμά να συγκροτεί μια ολοκληρωμένη μεθοδολογική πρόταση και να ολοποιεί το αντικείμενό της. Με άλλα λόγια, μας προσφέρει τελικά μια συνολικοποιημένη και ενιαία εικόνα- άποψη για την ελληνική κλωστοϋφαντουργία, τη γυναίκα εργάτρια, την εργατική πόλη του Πειραιά. Και αυτό το καταφέρνει πετυχαίνοντας ακόμη μια σύνθεση, ενοποιώντας την κοινωνική με τη βιομηχανική ιστορία. Δεν παρουσιάζει δηλαδή τις τεχνικές πλευρές της παραγωγής με μια κουραστική λεπτομέρεια αποξενωμένες από τον εργάτη-άνθρωπο, αλλά σε άμεση συνάρτηση με την προϊούσα αλληλεπιδρούμενη ιεραρχική, έμφυλη, χωρική, ταξική κοινωνική δομή. Δεν ανακαλύπει βέβαια η Παπαστεφανάκη μόνη της αυτές τις ηγεμονικές συνθέσεις ούτε όμως είναι απλή προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα διεθνών ιστοριογραφικών προτάσεων. Προέρχεται από μια συγκεκριμένη, θα λέγαμε, μαρξιστική τοποθέτηση στην ελληνική ιστοριογραφία. Δε μένει όμως φοβικά έγκλειστη, ανήμπορα παραδοσιακή και απλώς καταγγέλουσα απέναντι στις θεωρητικές και μεθοδολογικές προκλήσεις της εποχής. Με αυτοπεποίθηση, αν και απολογητική σε κάποια σημεία σα να αισθάνεται μεγάλο το βάρος, σηκώνει το γάντι και τολμά να απαντήσει, να αντιπροτείνει, να προχωρήσει τη συζήτηση. Βάζει το δικό της λιθαράκι στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης φεμινιστικής μαρξιστικής ελληνικής ιστοριογραφίας.
Συγκεκριμένα, αφού στην εισαγωγή παρουσιάζει τους μεθοδολογικούς της προβληματισμούς ξεκινάει το πρώτο μέρος με τίτλο "πόλη, βιομηχανία, αγορά εργασίας". Στο πρώτο κεφάλαιο παραθέτει την γένεση και την ιστορική εξέλιξη του Πειραιά από το 1830 έως το 1940. Δίπλα στα δημογραφικά δεδομένα, τις οικονομικές δραστηριότητες στο εμπόριο, το λιμάνι, τη βιομηχανία, δίπλα στις περιγραφές των υποδομών και των χώρων, αναδεικνύεται η εργατούπολη με τις εργατικές συνοικίες, την τεράστια δυστυχία, τις παράγκες, τις αρρώστιες, τον θάνατο. Αναδεικνύεται ο αστικός λόγος που κατασκευάζει την κυρίαρχη ιδεολογία για τους εργάτες και το εργατικό ζήτημα. Για παράδειγμα, ο προβληματισμός για τα εργατικά δεινά συχνά αφεστιάζει των ταξικών αιτιών και ηθικοποιείται μέσα από μια αστική παρτεναλιστική οπτική καταγγέλοντας την ηθική και πολιτισμική κατάπτωση των εργατικών στρωμάτων. Ταυτόχρονα, περιγράφονται οι νέες μορφές κοινωνικότητας και θεάματα που διαμορφώνουν τη συλλογική ζωή της πόλης. "Η αθλητική δραστηριότητα τόσο της μεσαίας τάξης όσο και της κατώτερης τάξης προσέφερε ένα μέσο για τη συγκρότηση εθνικών (αλλά και τοπικών, ταξικών, έμφυλων) ταυτοτήτων", γράφει η Παπαστεφανάκη αναφερόμενη στους αθλητικούς συλλόγους. Αναφέρεται στην πρόσληψη της πόλης ως μοντέρνας και βιομηχανικής από τους διηγηματογράφους. Δίνει τη διάσταση των λαϊκών μορφών ψυχαγωγίας του λαϊκού θεάτρου, του ρεμπέτικου, του εργατικού αθλητισμού. Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο "Η αποκατάστασις της κόρης" και ο "χρηστός τεχνίτης", και υπότιτλο άνδρες και γυναίκες στην αγορά εργασίας" παρατηρεί τον μετασχηματισμό του παραδοσιακού οικογενειακού καταμερισμού εργασίας με την ενεργό συμμετοχή των γυναικών στην μισθωτή εργασία, την προλεταριοποίηση δηλαδή των γυναικών. Η γυναίκα εργάτρια και ο άνδρας τεχνίτης δεν είναι ουδέτρες έννοιες ούτε ταξικά ούτε από την πλευρά του φύλλου. Συνδέει την πρακτική της φιλανθρωπίας με την εργασιακή πειθαρχία και τον εγκλεισμό των αλητών στα φιλανθρωπικά ιδρύματα με μια βίαιη και εξωοικονομικη προλεταριοποίηση προς όφελος των επιχειρηματικών σχεδίων. Ως εκ τούτου δε διαβλέπει στο λόγο περί ηθικής και στην ιδεολογία της φιλανθρωπίας μόνο μια λειτουργία που αποφέρει κύρος στους αστούς και καλύπτει τον ελεύθερο χρόνο των αστών γυναικών. Αντίθετα, βλέπει μια λειτουργία ενταγμένη σε ένα ταξικό οικονομικό σχέδιο βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης που προϋποθέτει τον ταξικό έλεγχο, την υποταγή και πειθαρχία και αποσκοπεί στην οικονομική εκμετάλλευση των ημιπρολεταριακών και λούμπεν προλεταριακών στρωμάτων του Πειραιά. Περιγράφει τις ιδιαιτερότητες της γυναικείας εργασίας μέσα από το δικό τους πρίσμα, τη δική τους κουλτούρας με βάση το δικό τους αξιακό σύστημα. Οι γυναίκες βλέπουν την εργασία τους ως ένα προσωρινό στάδιο πριν από τον γάμο και όχι ένα βιοποριστικό επάγγελμα που τους αποδίδει ταυτότητα εργάτη όπως συμνβαίνει αντίστοιχα στους άντρες εργάτες. Αναφέρεται στο ρόλο της παιδικής εργασίας ως φτηνής και υπερεκμεταλλευόμενης εργασίας και την άρνηση τόσο του εργατικού πληθυσμού όσο και του επιχειρηματικού κόσμου να προσαρμοστεί στις κρατικές προσπάθειες περιορισμού και προστασίας της, αλλά και στην ίδρυση των πρώτων σωματείων.
Στο δεύτερο κεφάλαιο μελετά την κλωστοϋφαντουργία και την τεχνολογική αλλαγή περιγράφει το ελληνικό μοντέλο σε σχέση με το διεθνές. Έτσι, στο τρίτο κεφάλαιο ξεκινά με την περιγραφή της παραγωγικής διαδικασίας και των μηχανών που μεταποιούν το βαμβάκι σε ύφασμα τον 19ο αιώνα διεθνώς. Βασικό της επιχείρημα είναι ότι "παρά τις μηχανικές εξελίξεις στα κλωστικά μηχανήματα, η ανθρώπινη παρέμβαση κατά τη διάρκεια της νηματοποίησης δεν εξαλείφθηκε πλήρως." Παρακολουθεί το διεθνές πλαίσιο, την ηγεμονία της Βρετανίας, την εμφάνιση στη συνέχεια των άλλων βιομηχανικών κρατώντόσο των μεγάλων (ΗΠΑ, Ιαπωνία) όσο και των μικρότερων (Βαλκάνια) διαμορφώνοντας έτσι το πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού, ενώ μικρή αναφορά γίνεται και στον ρόλο του διεθνούς εργατικού κινήματος και του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας. Συνδέει την εμφάνιση της ελληνικής βαμβακουργίας με τον Αμερικανικό Εμφύλιο, σημειώνει τη δυσκολία μετάβασης στην υφαντουργία και τη σημαντικο ρόλο των κρατικών παραγγελιών για τα Πειραιώτικα υφαντουργία. Η κλωστοϋγφαντουργία του μεσοπολέμου χαρακτηρίστηκε από ποσοτική επέκταση και ταχεία ανάπτυξη τη δεκαετία του 20 και από σχετική επιβράδυσνη κατά τη δεκαετία του 1930. Οι εγκαταστάεις της βαμβακουργίας ήταν από τις φθηνότερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα. Η βαμβακουργία απασχολούσε σημαντικό αριθμό εργαζομένων από τον 19ο αιώνα και ως τον μεσοπόλεμο, με υψηλή συμμετοχή γυναικών. Η διάρκεια εργασίας αποτέλεσε καίριο ζήτημα διαπραγματεύσεις τόσο μεταύ των εργατών όσο και μεταξύ των βιομηχάνων αφού οι Μεκαεδονικές εταιρείες παραβίαζαν τις εργατικές νομοθεσίες. Η πλειονότητα των προϊόντων που απευθύνονταν στην ελεύθερη αγορά καταναλώνονταν από τα λαϊκά στρώματα, ενώ ένα μέρος της εξαγόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο τέταρτο κεφάλαιο εστιάζει στην κλωστοϋφαντουργία Ρετσίνα, την ιστορία της οικογένειας, την ίδρυση της βιομηχανίας, τις οικογενειακές και πολιτικές στρατηγικές της, την τεχνολογία της βιομηχανίας, τα κεντρικά πρόσωπα της εταιρίας, τα προϊόντα και τις αγορές στις οποίες απευθύνονταν φτάνοντας στη διάλυση της εταιρίας και το κλείσιμο του εργοστασίου στα 1981. Το πιο ενδιαφέρον, θα έλεγε κανείς, μέρος του βιβλίου αφορά την εργασία. Στο πέμπτο κεφάλαιο ερευνάται η σύνθεση του προσωπικού στη Βιομηχανία Ρετσίνα, που αποτελείταιμ από άντρες γυναίκες και παιδιά, οι δυνατότητες της κινητικότητας και ο ρόλος της γυναικείας εργασίας μέσα από το πρίσμα όχι της ευκαιριακής εργασίας, αλλά της πραγματικής προλεταριοποίησης. Στην κλωστοϋφαντουργία Ρετσίνα συνυπήρχαν δύο κατηγογρίες εργατικού δυναμικού. Η πρώτη κατηγορία αποτελείται από άνδρες και γυναίκες όλων των ειδικοτήτων με σταθερή σχέση εργασίας και η δεύτερη κυρίως γυναίκες με περιστασιακή και κυμαινόμενη σχέση. Αυτή η δεύτερη αποσκοπούσε στη μείωση του κοστους εργασίας και συνδυάζεται με τον "παλαιό" τεχνολογικό εξοπλισμό. Τα εθνοτοπικά δίκτυα από τις περιοχές των Κυκλάδων και της Πελοποννήσου εξασφάλιζαν το εργατικό δυναμικό της Εταιρείας. Στο έκτο κεφάλαιο αναλύει διεξοδικά τον καταμερισμό εργασίας κατά φύλο ως στοιχείο που εξυπηρετεί την ανισότητα των ανδρικών και γυναικείων ημερομισθίων, την κατ' αποκοπή μορφή αμοιβής που ενισχύει την εντατική εργασία για την αύξηση του μεροκάματου, τη λειτουργία του συστήματος των υπεργολαβιών που εντείνει την ανισότητα των αποδοχών, ενώ η αμοιβή με ημερομίσθια παρουσιάζει επίσης ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες προκύπτουν από τις γενικότερες κοινωνικές σχέσει εξουσίας της Πειραϊκής κοινωνίας. Τέλος, εξετάζει τον μισθό ως οικογενειακό εισόδημα και τη σημασία να εργάζονται πολλά μέλλη μιας οικογένειας στην επιχείρηση. Η χρήση πινάκων εξασφαλίζει την άμεση κατανόηση των δεδομένων. Στο έβδομο κεφάλαιο εξετάζει τις ειδικότητες και την ιεραρχία στην εργασία διερευνώντας σε βάθος τη σχέση επιπέδου εκμηχάνισης και ειδικοτήτων. Η εταιρεία χρησιμοποιεί εσωτερική αμισθί γενική και τεχνική εκπαίδευση για τους νέους/ες εργάτες/τριες διαμορφώνοντας τους τεχνίτες που χρειάζεται φτηνά. Η τάση αυτή των εταιρειών συσχετίζεται με την αδιαφορία που επέδειξαν οι ιθύνοντες και ο ίδιος ο Ρετσίνας ως δήμαρχος να ιδρυθούν τεχνικές σχολές στην πόλη. Η κοινωνική αντίληψη ότι οι άντρες γενικά έχουν κλίση προς τις μηχανές καθορίζει και την έμφυλη σχέση εργασίας-τεχνολογίας και δημιουργεί ειδικευμένους τεχνίτες και "αποειδικευμένες" εργάτριες. Αλλά και μέσα στις δύο αυτές κατηγορίες υπάρχουν διαβαθμίσεις, καθώς στις εργασίες των μεταφορέων και όπου χριεάζεται μυική δύναμη αναλαμβάνουν οι άντρες. Στο σημείο αυτό παρουσιάζεται βήμα βήμα και λεπτομερώς η διαδικασία της παραγωγής σε σχέση με την εργασία. Στο όγδοο κεφάλαιο εξετάζονται το ωράριο (το ωχτάωρο καθιεωθηκε το 1937 στον κλάδο), συνέπειες των συνθηκών εργασίας στην υγεία των εργαζομένων. Δεν είναι τα εργατικά στρώματα νοσηρά, αλλά η ίδια η εργασία είναι που εμπεριέχει τη νοσηρότητα. Δεν είναι επιπόλαιοι οι εργάτες για τα εργατικά ατυχήματα, δεν είναι η αμορφωσιά των εργατών η αιτία για την άρνηση προσαρμογής σε προστατευτικά μέσα, αλλά είναι υπεύθυνη η ίδια η εντατικοποίηση της εργασίας. Οι γνωματεύσεις του γιατρού της επιχείρησης, οι καταγγελίες των εργατικών εφημερίδων, οι διαμαρρτυρίες των ίδιων των εργατριών μας διαφωτίζουν για τις συγκεκριμένες νόσους και τα εργατικά ατυχήματα που προκαλούσε το εργοστάσιο στους/στις εργάτες/τριες. Στο 'ενατο κεγφάλαιο η συγγραφέας διαπραγματεύεται το ζήτημα της διαχείρισης της εργατικής δύναμης. Στον Ρετσίνα ενδύεται έναν φιλανθρωπικό πατερναλιστικό λόγο και πρακτική. Ο βιομήχανος-δήμαρχος Ρετσίνας εξελίσσεται από φιλάνθρωπο προστάτη των εργαζομένων σε προστάτη ολόκληρης της εργατικής τάξης της πόλης. Προσέφερε συσσίτιο στους εργάτες και δάνεια στους επί χρόνια εργαζόμενους στο εργοστάσιο. Το πρώτο προκαλούσε αντιδράσεις ενώ το δεύτερο διαμόρωνε μια σταθερή συναίνεση και οικονομική σχέση. Στο δέκατο κεφάλαιο παρουσιάζει την εργατική συλλογική δράση, τον συνδικαλισμό, τις διαμαρτυρίες και τις απεργίες στον Πειραιά και στα σωματεία του κλάδου δίνοντας έμφαση στον ρόλο του κομμουνιστικού κινήματος, τόσο του ΚΚΕ όσο και Σπαρτακιστών και των Αρχειομαρξιστών. Περιγράφει τις συγκρούσεις μέσα στα σωματεία μεταξύ των ρεφορμιστικών και κομμουνιστικών παρατάξεων, Το τελευταίο αυτό κεφάλαιο συνιστά μια σημαντική συμβολή στην ιστορία του εργατικού κινήματος καθώς παρουσιάζει τον οικονομικό χαρακτήρα των εργατικών διεκδικήσεων.
Το έργο της Παπαστεφανάκη εξαιτίας ακριβώς αυτής της πολυπρισματικότητας συνομιλεί και αντιπαρατίθεται ταυτόχρονα με πολλές απόψεις για τον Πειραιά, για τα ημερομίσθια, για τον χαρακτήρα της εργασίας και των διεκδικήσεων, για το φύλλο. Σε κάθε περίπτωση εκτός από ιστορικό εργαλείο είναι ένα σημαντικό εργαλείο για το ίδιο το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα.





Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Να ιδρυθεί Μουσείο Ιστορίας του Καπνού στην Περιοχή μας

Κώστας Παλούκης,
Τα Νέα του Δρυμού,
Ιούλιος – Σεπτέμβριος – Αύγουστος 2009,
τεύχος 18
Τα καλοκαίρια μέχρι πρόσφατα στο χωριό μας, όπως τα θυμάμαι, αποτελούνταν πάντα από δύο παράλληλους κόσμους. Από τη μία ο ένας κόσμος, αυτός των μόνιμων κατοίκων, είχε ως επίκεντρο την συλλογή, το βελόνιασμα και την αποξήρανση των φύλλων του καπνού. Για τους ντόπιους αγρότες όλων των ηλικιών και των δύο φύλων το καλοκαίρι σήμαινε την πιο παραγωγική περίοδο του έτους, ήταν μια εποχή μόχθου. Εάν κάτι πήγαινε στραβά, αν κάποιος έβγαινε εκτός προγράμματος και σχεδιασμού εγκυμονούσε ο κίνδυνος να φτάσουν οι βροχές και η παραγωγή να μην έχει μαζευτεί όλη. Από την άλλη ο άλλος κόσμος, αυτός των αθηναίων επισκεπτών, είχε ως επίκεντρο και ενδιαφέρον τα θαλάσσια μπάνια, το φαγητό, το ποτό, τη διασκέδαση στα καφενεία και τις βραδινές εξόδους στη Βόνιτσα και τα κοντινά χωριά, τις μικρές κοντινές εκδρομές μέχρι τη Λευκάδα. Αυτοί ζούσαν ακριβώς το αντίθετο την εποχή των διακοπών τους, καθώς η εποχή του μόχθου ήταν για αυτούς ο χειμώνας.
Δε σημαίνει βέβαια ότι αυτοί οι δύο διαφορετικοί κόσμοι δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Πολλές φορές εμείς τα παιδιά από την Αθήνα πηγαίναμε και βοηθούσαμε στα καπνά είτε στο χωράφι είτε κυρίως στο βελόνιασμα. Έτσι, η γειτονιά τελείωνε νωρίς και μπορούσαμε να παίξουμε όλοι μαζί. Πάντα οι άντρες θα βρίσκανε μια ώρα να παίξουνε χαρτιά στο καφενείο, ενώ οι γυναίκες να κάτσουν και να μιλήσουν – συνήθως βέβαια στο σπίτι. Καμιά φορά, όχι σπάνια, θα πηγαίναμε όλοι μαζί για μπάνιο στη Σάλτενη, μεγάλοι και μικροί, μόνιμοι και επισκέπτες, πάνω σε μια καρότσα αγροτικού ή μέσα σε μια αθηναϊκή «κούρσα».
Σήμερα η «ένδοξη αυτή εποχή του καπνού» έχει περάσει ανεπιστρεπτί για το χωριό μας. Για άλλους αυτό είναι αρνητικό. Χάθηκε η σημαντική σταθερότητα που έδινε ένα δεδομένο και από τα πριν περίπου υπολογισμένο εισόδημα. Ούτως ή αλλιώς βέβαια ζούμε σε μια εποχή διευρυμένης αστάθειας. Χάθηκε ένα είδος κοινωνική ομοιογένειας, σημαντικό στοιχείο για την ομόνοια μιας κοινότητας. Κάποιοι έβαλαν άλλα προϊόντα, άλλοι πήγαν να δουλέψουν αλλού, άλλοι έκαναν επενδύσεις… άλλοι όλα μαζί. Για μερικούς είναι θετικό. Επιτέλους ξεμπέρδεψαν από την πολύ δύσκολη και επίπονη εργασία του καπνού. Οι νέες δουλειές έχουν τα δικά τους καλά. Σε κάθε περίπτωση επιτρέπουν τις κουλτούρες και τις μοντερνικές συνήθειες της πόλης να διεισδύσουν και να αλλάξουν τους παραδοσιακούς ανθρώπους του χωριού. Και αυτό έχει και τα καλά του και τα κακά του. Σε κάθε περίπτωση αυτές οι εικόνες που περιέγραψα αποτελούν παρελθόν. Μπορεί να τις βρει κανείς στις φωτογραφίες των 80ties ή στα σχεδόν σκουριασμένα μηχανήματα μέσα στις αποθήκες.
Τι έχει μείνει όμως από αυτήν την 100ετία του καπνού, όπου 3 ή 4 γενιές δρυμιωτών μεγάλωσαν μαζί του και έζησαν από αυτόν; Μας αφορά να διατηρήσουμε αυτή τη μνήμη, αυτές τις εικόνες για εμάς και τις επόμενες γενιές; Μας αφορά να έχουμε μια συνολική εικόνα για την ιστορία αυτού του προϊόντος, για την ιστορία αυτών των ανθρώπων και την κουλτούρα που φτιάχτηκε γύρω από τον καπνό; Μας αφορά να έχουμε ένα χώρο που να δείχνουμε σε όλους τους επισκέπτες αυτό το παρελθόν του τόπου μας; Να έρχονται από μακριά για να δουν εικόνες από μια πάρα πολύ σημαντική οικονομική υπόθεση για την Ελλάδα, αφού ο καπνός παρέμενε για πολλές δεκαετίες το πρώτο ή το δεύτερο προϊόν που παρήγαγε αυτή η χώρα; Μας αφορά να δώσουμε στον τόπο μας τη σημασία και την αξία που πιστεύουμε ότι του αντιστοιχεί; Αν συμφωνούμε όλοι, τότε χρειάζεται να παλέψουμε και να πιέσουμε να φτιαχτεί ένα Μουσείο της Ιστορίας του Καπνού και ουσιαστικά ένα Μουσείο της Σύγχρονης Ιστορίας της περιοχής μας.
Θα ήταν πολύ εύκολο και πολύ απλό να συγκεντρώσουμε παλιά εργαλεία και φωτογραφίες, να τα στεγάσουμε σε ένα χώρο και να γίνει Μουσείο Λαϊκής Τέχνης ή Κουλτούρας. Όμως πιστεύω ότι υπάρχουν οι δυνατότητες και πρέπει να είμαστε φιλόδοξοι για κάτι πιο μεγάλο που θα κάνει ονομαστή την περιοχή μας. Μπορεί να γίνει ένας χώρος μέσα σε ένα αγρόκτημα ο οποίος θα παρουσιάζει με σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα όλη τη διαδικασία της παραγωγής του καπνού. Ένα αντίστοιχο τέτοιο έργο υπάρχει στην ορεινή Αρκαδία για την επεξεργασία του δέρματος. Αρκετοί θα το θυμούνται από την επίσκεψη που είχαμε κάνει με τον Σύλλογο πριν από κάποια χρόνια. Σε μια άλλη αίθουσα, κλασικές φιγούρες του χωριού σε ξύλινες κούκλες μπορούν να ενημερώνουν, πάλι με όμορφο και σύγχρονο τεχνικά τρόπο, για την καθημερινή τους ζωή μέσα στον κόσμο του καπνού. Θα είναι ο πατέρας, το αγόρι, το κορίτσι, ο παππούς, οι αθηναίοι κ.λ.π. Ένα Μουσείο Μετανάστευσης στο Αμβούργο χρησιμοποιεί μια τέτοια μέθοδο παρουσίασης των μεταναστών – και είναι για όποιον το επισκέπτεται συγκλονιστικό. Αυτές οι φιγούρες θα περιγράφουν τις καλές και τις κακές στιγμές. Ταυτόχρονα μια σειρά από φωτογραφίες ή ταινίες – που όλο και κάποιος θα έχει γυρίσει – μπορούν να συγκεντρωθούν σε μια άλλη αίθουσα. Εργαλεία και μηχανήματα που διασώζονται από τις διάφορες εποχές μπορούν να διαμορφώσουν μια επόμενη. Και σε κάθε περίπτωση μια αίθουσα μπορεί να αναφέρεται στα είδη καπνού που υπάρχουν, στη διεθνή ιστορία του καπνού, ενώ μια άλλη αίθουσα στην ελληνική ιστορία του καπνού. Όλα αυτά είναι κάποιες πρόχειρες ιδέες. Άλλες μπορούν να βρουν εφαρμογή, άλλες όχι. Όμως τις αναφέρω για να δείξω τις δυνατότητες…
Ενδεχομένως σε αρκετούς να φαντάζουν όλα αυτά μεγαλεπήβολα και φιλόδοξα. Και όντως μπορεί να είναι. Αλλά είναι εφικτά. Υπάρχει το Βιομηχανικό Μουσείο στην Ερμούπολη, το οποίο χρηματοδοτήθηκε εν πολλοίς από τον εκεί Δήμο. Υπάρχει το Μουσείο Κεραμοποιίας στον Βόλο. Χρηματοδότες μπορούν να βρεθούν, καθώς υπάρχουν ακόμα και Ιδρύματα Τραπεζών που χρηματοδοτούν τέτοιες προσπάθειες. Επίσης, με έξυπνο τρόπο, όπως στην περίπτωση του Βόλου, μπορεί το Μουσείο αυτό να είναι και αυτοχρηματοδοτούμενο. Και τέλος βέβαια υπάρχει διαθέσιμο και με εμπειρία δυναμικό από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα που μπορεί να αναλάβει το επιστημονικό μέρος.
Αυτό που χρειάζεται είναι να γοητευτούμε από μια τέτοια ιδέα και να το προσπαθήσουμε. Και ας μην ξεχνάμε ότι ένα τέτοιο μουσείο μπορεί να τονώσει σημαντικά την οικονομία του της περιοχής. Ο Σύλλογος να καταθέσει την πρόταση στο Δήμο, ο Δήμος να απευθυνθεί στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στα Γιάννενα … και ίσως, ποιος ξέρει, αν πιέσουμε αρκετά, ενδεχομένως κάτι να βγει!

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Emilio Gentile Φασισμός, ιστορία και ερμηνεία

Κώστας Παλούκης,
Παρουσίαση
Η μελέτη και η κατανόηση του φασιστικού φαινομένου και ευρύτερα των ολοκληρωτισμών του 20ου αιώνα είναι μια συζήτηση που στην Ευρώπη έχει ένα βάθος 50 ετών. Εδράζεται στην προσπάθεια του Ευρωπαϊκού Δυτικού κόσμου να συλλάβει, να κατανοήσει και να διαχειριστεί τη μεγάλη αυτή σκιά που σκεπάζει το είδωλο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ένα είδωλο που ως αυτοεικόνα του ανώτερου λευκού αρσενικού έχει πολυλατρευτεί από τους Ευρωπαίους και Βορειοαμερικανούς μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου, έχει αποτελέσει το κεντρικό όχημα που οδήγησε στον Β΄ Π. Πόλεμο, για να αποδομηθεί από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα. Προκαλώντας ποικίλους αφορισμούς, εντάσεις και συγκρούσεις, αναθεωρητισμούς και καταγγελίες για αναθεωρητισμό, η κουβέντα αυτή ξανανοίγει μετά το 1989, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και την χρεωκοπία του παραδοσιακού κομμουνισμού. Το βιβλίο του Emilio Gentile Φασισμός, ιστορία και ερμηνεία που μεταφράστηκε από τις εκδόσεις Ασίνη, συγκεντρώνοντας τόσο την πρόσφατη όσο και την παλαιότερη συζήτηση, επαναφέρει τη διάκριση των ολοκληρωτισμών, προσπαθεί να αποσαφηνίσει τα όρια και να ιστορικοποιήσει τα φαινόμενα εστιάζοντας στον ιταλικό φασισμό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιχειρεί να απαντήσει στα κομβικά ερωτήματα αυτού του ευρύτερου προβληματισμού. Αντικρουόμενες απόψεις για τον τόπο και τη χρονολογία γέννησης του φασισμού, για το εάν συνιστά ένα αυτόνομο πολιτικό κίνημα ή είναι επιδερμική έκφραση και απόρροια άλλων, όπως η αντιπρολεταριακή αντίδραση της αστικής τάξης, αλλά και η χρεωμένη σε αυτόν "απόλυτη ιστορική αρνητικότητα" οδηγούν σύμφωνα με τον Gentille σε μια στέρηση της διακριτής ύπαρξής του. Ταυτόχρονα, άλλοι ερευνητές αμφισβητούν συνολικά την ύπαρξη οποιουδήποτε είδους ολοκληρωτισμού καταλήγοντας να αποφασιστικοποιούν τον φασισμό. Έτσι, ο ιταλικός φασισμός μορφοποιείται σε ένα γεγονός περισσότερο κωμικό παρά τραγικό, ένα είδος θεατρινίστικης φάρσας συλλογικής υποκρισίας που παιζόταν για είκοσι χρόνια από τους Ιταλούς κάτω από τη σκιά μιας προσωπικής δικτατορίας ήπια αυταρχικής, που γενικά δεν θα έκανε μεγάλη ζημιά στην Ιταλία αν δε διαφθειρόταν από τη ναζιστική Γερμανία, που την μπόλιασε με το ρατσισμό και τον αντισημιτισμό και την οδήγησε στην καταστροφή. Υποβαθμίζεται σε "μουσολινισμό" εκκενωμένο από τους ίδιους τους φασίστες. Απέναντι σε αυτήν την πολύπλευρη "αποδόμηση" του φασιστικού φαινομένου ο συγγραφέας δηλώνει ότι "προτίθεται να αποκαταστήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του φασισμού παρουσιάζοντάς τον χωρίς δαιμονοποιήσεις και χωρίς επιείκεια, όπως υπήρξε ιστορικά, δηλαδή ως ένα πολιτικό φαινόμενο σύγχρονο, εθνικιστικό, επαναστατικό, ολοκληρωτικό, ρατσιστικό και ιμπεριαλιστικό, αποφασισμένο να καταστρέψει το δημοκρατικό και φιλελεύθερο πολιτισμό, προτεινόμενο ως ριζοσπαστική εναλλακτική στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας", όπως αυτές διαμορφώθηκαν από την εποχή του Διαφωτισμού και της δημοκρατικές επαναστάσεις των προηγούμενων αιώνων. Απέναντι στις απόψεις που αναζητούν εναγωνίως πρωτοφασισμούς, ο Gentille επιμένει σταθερά ότι οι συνθήκες γέννησης και επιτυχία του φασισμού δημιουργήθηκαν αποκλειστικά κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο ως αποτέλεσμα του ίδιου του πολέμου όσο και ως αποτέλεσμα των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, πολιτιστικών και ηθικών αναταραχών που προκάλεσε ο πόλεμος. Αυτά ήταν η ίδια η εμπειρία του πολέμου που αναζωπύρωσε τον εθνικισμό αναπτύσσοντας ένα λόγο "για λειψή νίκη" και η αντίδραση απέναντι στα επαναστατικά και κομμουνιστικά κινήματα που αμφισβήτησαν συνολικά το ιταλικό έθνος. Σύμφωνα με τον ίδιο, η "έννοια του "πρωτοφασισμού" επιβλήθηκε εξαιτίας μιας "ανάποδης" ανάγνωσης της ιστορίας, μια ανάγνωσης εξαρτόμενης πάντα από ένα τελεολογικό στερεότυπο που προανήγγειλε την αναπόφευκτη πολιτική έκβαση συγκεκριμένων πολιτιστικών ρευμάτων". Αντιπαρέρχεται τις ερμηνείες που βλέπουν τον φασισμό ως αίρεση του μαρξισμού, ως ατελούς κομμουνισμού, ως αδελφού-εχθρού του λενινισμού και του σταλινισμού, και άλλες παρόμοιες ιδεολογικές συγγένειες, που ανάγονται στο γενεαλογικό δέντρο του ιακωβινισμού, υποτιθέμενη μήτρα όλων των ολοκληρωτισμών. Αρνείται την ύπαρξη ενός αιώνα του φασισμού ή ενός διεθνούς φασισμού κάνοντας λόγο για κινδύνους που εγκυμονεί ένας "φασισμός γενικής χρήσης", ο οποίο ταξινομεί κάτω από μια κοινή ταμπέλα εντελώς διαφορετικά έως εχθρικά μεταξύ τους ρεύματα. Το φαινόμενο του φασισμού γεννήθηκε στην Ιταλία (μαζί του γεννήθηκε και ο ολοκληρωτισμός), μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και το ορίζει επακριβώς με βάση τα ιστορικά στοιχεία του ιταλικού φασισμού. Περιγράφει τον φασισμό ως αντι-ιδεολογία που καταλήγει σε μια ιδεολογία, μια ιδεολογία πάνω απ' όλα του κράτους. Ως τέτοιος ήταν ταυτόχρονα "το αντίθετο της κομμουνιστικής ιδεολογία, που είναι ιδεολογία της κοινωνίας στο βαθμό που στοχεύει στην πραγματοποίηση μιας κοινότητας ελεύθερων και ίσων ανθρώπων. Ο φασισμός, αν και αντιλήφθηκε τη σημασία των μαζών στη σύγχρονη κοινωνία, δεν ήταν μια ιδεολογία μαζών γιατί δεν αναγνώριζε σε αυτές το δικαίωμα και την ικανότητα να εκφράζουν πολιτικές ιδέες καθώς και να κυβερνώνται μόνες τους σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας και της ελευθερίας". Για αυτό το λόγο, καταλήγει ο συγγραφέας, ο φασισμός όχι μόνο δεν είναι ιδεολογικό παιδί της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά η ίδια η απόρριψή της. Στη συνέχεια, πραγματεύεται το ερώτημα κατά πόσο ο ο φασισμός ήταν μια επανάσταση. Ο ίδιος απαντώντας καταφατικά θεωρεί μάλιστα το ζήτημα λυμένο και αρκετά μελετημένο. Είναι η επανάσταση των μικροαστικών και μεσαίων τάξεων, συμφωνώντας μεταξύ άλλων και με την ανάλυση του Πουλαντζά, που επιδιώκουν ένα νέο κράτος. Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της επανάστασης είναι αναντίστοιχα του στόχου δεν αναιρεί την επαναστατική φυσιογνωμία του φασισμού, αφού ούτε ακόμη και σε αυτήν την Γαλλική Επανάσταση δεν υπήρξε μια καθολική ρήξη με το παρελθόν, αλλά ούτε και στην οκτωβριανή επανάσταση, ο στόχος πραγματοποιήθηκε. Στο σημείο αυτό επιχειρεί μια ερμηνεία της ήττας του οράματος του Λένιν για την αυτοκυβέρνηση της κοινωνίας, βασισμένος σε μια ανάλυση προερχόμενη μάλλον από τον Παρέττο, η οποία θέλει τελικά οι μάζες να μην μπορούν να ακολουθήσουν την πρωτοπορία, να αδιαφορούν και να μην πολιτικοποιούνται, ώστε να αναλαμβάνουν τον ρόλο που ήθελε να τους προσδώσει η μπολσεβίκικη ηγεσία. Οπότε αναγκαστικά ο Λένιν χρησιμοποίησε τα εργαλεία του προηγούμενου καθεστώτος. Αρνείται το διαχωρισμό του μουσολινισμού από τον φασισμό, αν και διαβλέπει στοιχεία σύγκρουσης μεταξύ των δύο αυτών. Αυτή τη σύγκρουση θα πραγματώνεται τελικά στη σχέση φασιστικού κόμματος και φασιστικού κράτους. Για τον Gentille, ο φασισμός είναι μια καθαρή πολιτική θρησκεία με δικά της μυστικιστικά και λατρευτικά σύμβολα, βασισμένη στον ανορθολογισμό και τις τελετουργίες και τους μύθους δημιουργώντας μια κοσμικού τύπου θρησκευτική λειτουργία. Η καλύτερη πραγμάτωση αυτής της μυστικιστικής λειτουργίας λάμβανε χώρα τη στιγμή της μέθεξης που βίωνε το πλήθος κατά την επαφή του με τον ηγέτη του. Στο σημείο αυτό αναφέρεται στο συμβιβασμό της εκκλησίας, αλλά και στις κριτικές που εμφανίστηκαν, αν και αργά σε αυτήν την παραβίαση της συμφωνίας που στην πραγματικότητα πέτυχε ο φασισμός δημιουργώντας μια νέα κοσμική λειτουργία. Επιχειρεί να διαπιστώσει το αποτέλεσμα του ανθρωπολογικού πειράματος των ιταλών φασιστών και του Μουσολίνι, δηλαδή τη φιλοδοξία τους να πραγματοποιήσουν μια "ανθρωπολογική επανάσταση" ώστε να δημιουργήσουν μια νέα ιταλική φυλή ηγεμόνων, κατακτητών και εκπολιτιστών. Αυτό το εγχείρημα της αναμόρφωσης και ο μύθος του Νέου Ιταλού του ολοκληρωτισμού θάφτηκε όμως κάτω από από τα ερείπια του ηττημένου ολοκληρωτικού κράτους. Καταλήγει στη σημαντική επισήμανση της νεοτερικότητας του ολοκληρωτισμού και του φασισμού, καθώς είναι ένα κίνημα που δεν θέλει να επιστρέψει στο παρελθόν, ακόμη και όταν έχει πρότυπο τη ρωμαϊκότητα. Αντίθετα, θέλει να δημιουργήσει μια νέα ρωμαϊκότητα στο μέλλον, ονειρεύεται μια νέα κοινωνία, έναν νέο άνθρωπο, προϊόν της βιομηχανικής εποχής, που όμως θα έχει επιλύσει όλα τα προβλήματα που αυτή έχει επιφέρει. Αυτό δεν αθωώνει όμως τον φασισμό ούτε τον επενδύει με ένα θετικό πρόσημο ούτε τον αποκαθιστά, όπως κάποιοι επικρίνουν ότι τελικά πράττει ο Gentille με αυτές τις διαπιστώσεις του. Είναι αυτό, θα λέγαμε εμείς, που ο Jeffrey Herf στη μελέτη του για το ναζισμό όρισε ως "αντιδραστικό μοντερνισμό". Και πράγματι, ο φουτουρισμός υπήρξε θεμελιακό ιδεολογικό στοιχείο στον ιταλικό φασισμό και ο Gentille βασίζει την ερμηνεία του για τη φασιστική νεωτερικότητα πέρα από τον ίδιο το μοντερνικό λόγο των φασιστών και σε αυτήν την στενή και άρρηκτη σχέση ιταλικού φουτουρισμού και ιταλικού φασισμού.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Τσαρλατάνος


 

Ο Τσαρλατάνος σταματάει στην πόλη,

ανοίγει την πραμάτεια του στο κέντρο της πλατείας

βγάζει τις πούδρες, τις κρέμες, τα γιατρικά... και τα διαφημίζει

Ο Τσαρλατάνος στήνει την εξέδρα του στο κέντρο της πλατείας

ανεβαίνει και καλεί τους κατοίκους να πλησιάσουν για ν' ακούσουν

Ο Τσαρλατάνος αρχίζει και μιλάει στο κοινό του

Η φωνή του δυνατή και διαπεραστική αφήνεται να κυριαρχήσει πάνω στη σιωπή των κατοίκων που θέλουν να πιστέψουν

Ο λόγος του στην αρχή απαλός, γαλήνιος και πειστικός ηρεμεί τους ανήσυχους και δύσπιστους και φέρνει κοντά τους εύπιστους.

Ο Τσαρλατάνος γυρεύει να κερδίσει το ανθρώπινο λογικό.

Σε λίγο ο λόγος του απότομα δυναμώνει, σκληραίνει και παθιάζεται και

συγκινεί και ενθουσιάζει

Ο Τσαρλατάνος γυρεύει να κερδίσει το ανθρώπινο θυμικό.

Οι κρέμες κάνουν τις κυρίες να μοιάζουν νεότερες. Οι αλοιφές δίνουν μαλλιά σε αυτούς που δεν έχουν, διώχνουν τα σπυράκια, τις χαρακιές και τις πληγές από τα πρόσωπα των κοριτσιών και των αγοριών.

Μπορεί να μυρίζουν άσχημα και να θυμίζουν σάπιο, αλλά αυτό το θαυματουργό φυσικό υλικό είναι που φτιάχνει το γιατρικό.

Τα χάπια δίνουν δύναμη στους αδύναμους, ανορεξία στους παχύσαρκους και όμορφες σκέψεις στους δυστυχισμένους. Μπορεί να μοιάζουν με καραμέλες και νάναι γλυκά, αλλά ποιός είπε ότι τα φάρμακα πρέπει νάναι σώνει και καλά πικρά και κακόγευστα.

Οι κολώνιες, γνωστές και διάσημες, έρχονται από τα Παρίσια και τα Λονδίνα, κρατούν πολύ και κάνουν την κάθε γυναίκα να ποθήσει και τον πιο άσκημο νέο, τον κάθε άντρα να ποθήσει την πιο ντροπαλή γυναίκα. Η μυρωδιά τους δεν είναι δυνατή, σχεδόν άοσμη. Αλλά ποιός είπε ότι σώνει και καλά οι κολώνιες πρέπει να μυρίζουν δυνατά. Μπορεί να αγγίζουν αισθήσεις που δεν είναι κατανοητές στους απλούς ανθρώπους.

Το φάρμακο τα γιατρεύει όλα. Δυό κουταλιές είναι ικανές να διώξει κάθε πόνο στο κεφάλι, στο στομάχι, την κοιλιά, τα πόδια, τα χέρια, την καρδιά. Να κατεβάσει πυρετούς μέχρι και να ζωντανέψει τους νεκρούς. Η γεύση του θυμίζει λίγο θαλασσινό νερό, αλλά είναι το ιώδιο εκείνο που το κάνει γιατρικό.

Πάρτε, λοιπόν, πατριώτες. Αγοράστε για τους εαυτούς σας, τις γυναίκες σας, τα παιδιά σας, τους γονείς σας, τους φίλους σας, ακόμη και για τα ζώα σας. Για όλους και για όλα υπάρχει η γιατρειά.


 

Ο Τσαρλατάνος τελειώνει!


 

Και ακολουθεί σιωπή! Μόνο οι φωνές των παιδιών που παίζουν ακούγονται στην πλατεία.


 

Ένας άγνωστος επισκέπτης, που τον βλέπουν για πρώτη φορά στην πόλη, πλησιάζει πρώτος και αγοράζει. Λέει πως είχε ακούσει πως στην δίπλα πόλη που μόλις είχε αφήσει για να έρθει εδώ, τα γιατρικά του Δόκτορα έκαναν θαύματα. Δεν πρόλαβε όμως να αγοράσει και να τώρα, τι τυχερός, που τον πέτυχε σε αυτήν εδώ την πόλη.


 

Ο Τσαρλατάνος κερδίζει, πουλάει πολλά, σχεδόν όλη την πραμάτεια του. Αγοράζουν όλοι, έρχονται και άλλοι που δεν άκουσαν, αλλά τους το είπαν.

Ο Τσαρλατάνος γρήγορα μαζεύει την εξέδρα του, μαζεύει ό,τι δεν πούλησε και δεν κάθεται άλλο ούτε στιγμή.

Ο Τσαρλατάνος πρέπει να φύγει να πάει σε άλλη πόλη. Τον περιμένουν.

Ο Τσαρλατάνος φεύγει!


 

Γρήγορα όμως οι κάτοικοι της πόλης ανακαλύπτουν την πλάνη τους.

Μόνο ένας παππούς επιμένει ότι έγινε καλά!

Κάποιοι δηλητηριάστηκαν, άλλοι έβγαλαν σπυριά, άλλοι βρωμούσαν για πολλές ημέρες!

Ο Τσαρλατάνος νίκησε!

Μα οι κάτοικοι τώρα ξέρουν και γρήγορα θα ξεχάσουν!

Στο κάτω κάτω της γραφής ο γιατρός της πόλης έλειπε και οι άνθρωποι πονούσαν. Τι να έκαναν!


 

Ο Τσαρλατάνος ήρθε και έφυγε!


 


 

Στο σύντροφο συνδικαλιστή που επειδή κέρδισε δυο τρεις γενικές συνελεύσεις στη σχολή του νομίζει ότι του ανήκει όλος ο κόσμος.

πόσοι μας διάβασαν: